PALONOSETRON
Παλονοσετρόνη
Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλεβίως
- Χορήγηση: Ημερησίως
- Δόση έναρξης: 40 mg
- Τιτλοποίηση: Για σύνδρομο Zollinger-Ellison και άλλες παθολογικές υπερεκκριτικές καταστάσεις, η δοσολογία μπορεί να αναπροσαρμόζεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω όπως χρειάζεται, λαμβάνοντας τις μετρήσεις έκκρισης γαστρικού οξέος ως οδηγό. Με δόσεις άνω των 80 mg ημερησίως, η δόση πρέπει να διαιρείται και να χορηγείται δύο φορές ημερησίως. Παροδική αύξηση της δοσολογίας άνω των 160 mg παντοπραζόλης είναι δυνατή.
-
Ενήλικες (Γαστρικό και δωδεκαδακτυλικό έλκος, οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση)Δόση40 mgΗμερησίως
-
Ενήλικες (Σύνδρομο Zollinger-Ellison και άλλες παθολογικές υπερεκκριτικές καταστάσεις)Δόση80 mgΜέγ. δόσηΠάνω από 160 mg (παροδικά)Ημερησίως αρχικά. Με δόσεις άνω των 80 mg ημερησίως, η δόση πρέπει να διαιρείται και να χορηγείται δύο φορές ημερησίως. Για ταχύ έλεγχο οξέος, αρχική δόση 2 x 80 mg.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΜέγ. δόση20 mgΔεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της ημερήσιας δόσης των 20 mg.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)Δεν συνιστάται.
block
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε υποκατεστημένες βενζιμιδαζόλες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Προειδοποιητικά συμπτώματα (π.χ. σημαντικής, ακούσιας απώλειας βάρους, υποτροπιάζοντος εμέτου, δυσφαγίας, αιματέμεσης, αναιμίας ή μέλαινας)Πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο κακοήθειας. Το ενδεχόμενο περαιτέρω διερεύνησης πρέπει να εξετασθεί, εάν τα συμπτώματα επιμένουν, παρά την επαρκή θεραπεία.
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΣτην περίπτωση αύξησης των τιμών των ηπατικών ενζύμων, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
-
Συγχορήγηση με αταζαναβίρηπροσοχήΣυγχορήγηση αταζαναβίρης με αναστολείς αντλίας πρωτονίων δεν συνιστάται. Εάν ο συνδυασμός κριθεί αναπόφευκτος, συνιστάται προσεκτική κλινική παρακολούθηση (π.χ. ιικού φορτίου) σε συνδυασμό με αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρης. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της δόσης 20 mg παντοπραζόλης ημερησίως.
-
Γαστρεντερικές λοιμώξεις προκαλούμενες από βακτήριαΗ θεραπεία με παντοπραζόλη μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο γαστρεντερικών λοιμώξεων που προκαλούνται από βακτήρια όπως η Salmonella και το Campylobacter ή το C. difficile.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο, δηλ. είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
-
ΥπομαγνησιαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων για τουλάχιστον τρεις μήνες και στις περισσότερες περιπτώσεις για ένα χρόνο. Ασθενείς οι οποίοι αναμένεται να λάβουν παρατεταμένη θεραπεία ή που λαμβάνουν αναστολείς της αντλίας πρωτονίων με διγοξίνη ή φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν υπομαγνησιαιμία (π.χ. διουρητικά).Οι επαγγελματίες του τομέα υγειονομικής περίθαλψης πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο μέτρησης των επιπέδων μαγνησίου.
-
Κατάγματα οστών (ισχίου, καρπού και σπονδυλικής στήλης)ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ή παρουσία άλλων αναγνωρισμένων παραγόντων κινδύνου. Ασθενείς με κίνδυνο για οστεοπόρωση.Οι ασθενείς με κίνδυνο για οστεοπόρωση πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις τρέχουσες κλινικές κατευθυντήριες γραμμές και να λαμβάνουν επαρκή ποσότητα βιταμίνης D και ασβεστίου.
swap_horiz
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΜείωση απορρόφησης φαρμάκων των οποίων η βιοδιαθεσιμότητα εξαρτάται από το γαστρικό pH
-
Αταζαναβίρη, άλλα φάρμακα για HIV (που η απορρόφηση εξαρτάται από το pH)αντένδειξηΟυσιαστική μείωση της βιοδιαθεσιμότητας των φαρμάκων για HIV, επηρεασμός της αποτελεσματικότηταςΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται.
-
Κουμαρινικά αντιπηκτικά (φαινπροκουμόνη, βαρφαρίνη)προσοχήΜεταβολές της τιμής της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR)ΣύστασηΣε ασθενείς που λαμβάνουν κουμαρινικά αντιπηκτικά, συνιστάται η παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης / INR μετά την έναρξη, λήξη ή κατά τη διάρκεια μη τακτικής χρήσης παντοπραζόλης.
-
Μεθοτρεξάτη (υψηλή δόση)προσοχήΑύξηση των επιπέδων της μεθοτρεξάτηςΣύστασηΣε σχήματα όπου χρησιμοποιείται υψηλή δόση μεθοτρεξάτης, μπορεί να χρειασθεί να εξετασθεί προσωρινή διακοπή της παντοπραζόλης.
sick
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ακοκκιοκυτταραιμία (Σπάνιες)
- Πανκυτταροπενία (Μη γνωστές)
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών αντιδράσεων και αναφυλακτικής καταπληξίας) (Σπάνιες)
- Υπερλιπιδαιμίες και αυξήσεις λιπιδίων (τριγλυκεριδίων, χοληστερόλης) (Όχι συχνές)
- Μεταβολές σωματικού βάρους (Όχι συχνές)
- Υπομαγνησιαιμία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) (Μη γνωστές)
- Υπασβεστιαιμία (σε συνδυασμό με υπομαγνησιαιμία) (Μη γνωστές)
- Υπονατριαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Διαταραχές ύπνου
- Ψευδαίσθηση
- Κατάθλιψη (και όλες οι καταστάσεις επιδείνωσης) (Σπάνιες)
- Αποπροσανατολισμός (και όλες οι καταστάσεις επιδείνωσης) (Σπάνιες)
- Σύγχυση (ιδιαίτερα σε ασθενείς με προδιάθεση, καθώς και επιδείνωση αυτών των συμπτωμάτων σε περίπτωση προΰπαρξης) (Μη γνωστές)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Διαταραχές γεύσης
- Παραισθησία
- Διαταραχές όρασης/θαμπή όραση (Όχι συχνές)
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Κοιλιακό άλγος
- Κοιλιακή δυσφορία
- Ναυτία / έμετος (Συχνές)
- Διάταση της κοιλίας και μετεωρισμός (Συχνές)
- Ηπατικά ένζυμα αυξημένα (τρανσαμινάσες, γ-GT) (Όχι συχνές)
- Χολερυθρίνη αυξημένη (Σπάνιες)
- Ηπατοκυτταρική βλάβη (Μη γνωστές)
- Ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια (Μη γνωστές)
- Ίκτερος
- Εξάνθημα / έκθυση (Όχι συχνές)
- Σύνδρομο Lyell (Μη γνωστές)
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Φωτοευαισθησία
- Κάταγμα του ισχίου, του καρπού ή της σπονδυλικής στήλης (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις) (Όχι συχνές)
- Μυϊκός σπασμός (ως συνέπεια ηλεκτρολυτικής διαταραχής) (Μη γνωστές)
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Διάμεση νεφρίτιδα (με πιθανή εξέλιξη σε νεφρική ανεπάρκεια) (Μη γνωστές)
- Γυναικομαστία (Σπάνιες)
- Θρομβοφλεβίτιδα στη θέση ένεσης (Συχνές)
- Εξασθένιση (Όχι συχνές)
- Κόπωση και αίσθημα κακουχίας (Όχι συχνές)
- Θερμοκρασία σώματος αυξημένη (Σπάνιες)
- Οίδημα περιφερικό (Σπάνιες)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘρομβοφλεβίτιδα στη θέση ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈκθυσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές όρασηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚάταγμα του ισχίου, του καρπού ή της σπονδυλικής στήλης (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚόπωση και αίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΜεταβολές σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερλιπιδαιμίες και αυξήσεις λιπιδίων (τριγλυκεριδίων, χοληστερόλης)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑυξημένη θερμοκρασία σώματοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΑυξημένη χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣπάνιεςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΔιάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΗπατοκυτταρική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΗπατοκυτταρική βλάβηΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΜυϊκός σπασμός (ως συνέπεια ηλεκτρολυτικής διαταραχής)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο LyellΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπασβεστιαιμία (σε συνδυασμό με υπομαγνησιαιμία)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπομαγνησιαιμία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές
pregnant_woman
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
ΓαλουχίαΠρέπει να ληφθεί υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με παντοπραζόλη για τη γυναίκα, για την απόφαση διακοπής θηλασμού ή θεραπείας.Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει απέκκριση της παντοπραζόλης στο μητρικό γάλα. Έχει αναφερθεί απέκκριση στο μητρικό γάλα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Γενική φαρμακοκινητική Η φαρμακοκινητική δεν διαφέρει μετά από εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Στο εύρος δόσεων 10 έως 80 mg, η κινητική της παντοπραζόλης στο πλάσμα είναι γραμμική μετά και από του στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση. ### Κατανομή Το…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατικά ένζυμα (AST/ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Τακτικά | Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία |
| Μαγνήσιο ορού (Mg) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Παρατεταμένη θεραπεία ή αναστολείς αντλίας πρωτονίων με διγοξίνη ή φάρμακα που προκαλούν υπομαγνησιαιμία |
| Ιικό φορτίο | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | — | Αναπόφευκτη συγχορήγηση αταζαναβίρης με αναστολείς αντλίας πρωτονίων |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Αναπόφευκτη συγχορήγηση αταζαναβίρης με αναστολείς αντλίας πρωτονίων |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
expand_more
Δοσολογία
Αυτό το φάρμακο πρέπει να χορηγείται από επαγγελματία του τομέα υγειονομικής περίθαλψης και υπό κατάλληλη ιατρική επίβλεψη.
Η ενδοφλέβια χορήγηση του Pantoprazole Sodium Teva 40 mg συνιστάται μόνο εάν η από του στόματος χορήγηση δεν είναι κατάλληλη. Υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για ενδοφλέβια χρήση διάρκειας μέχρι 7 ημερών. Γι’ αυτόν το λόγο, μόλις η από του στόματος αγωγή είναι δυνατή, η ενδοφλέβια αγωγή με Pantoprazole Sodium Teva πρέπει να διακόπτεται και αντί αυτής πρέπει να χορηγούνται 40 mg παντοπραζόλης από του στόματος.
Δοσολογία
Γαστρικό και δωδεκαδακτυλικό έλκος, οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση H συνιστώμενη ενδοφλέβια δόση, είναι ένα φιαλίδιο Pantoprazole Sodium Teva (40 mg παντοπραζόλης) την ημέρα.
Σύνδρομο Zollinger-Ellison και άλλες παθολογικές υπερεκκριτικές καταστάσεις Για τη μακροχρόνια αντιμετώπιση του συνδρόμου Zollinger-Ellison και άλλων παθολογικών υπερεκκριτικών καταστάσεων, οι ασθενείς πρέπει να ξεκινούν τη θεραπεία τους με ημερήσια δόση 80 mg Pantoprazole Sodium Teva. Μετέπειτα, η δοσολογία μπορεί να αναπροσαρμόζεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω όπως χρειάζεται, λαμβάνοντας τις μετρήσεις έκκρισης γαστρικού οξέος ως οδηγό. Με δόσεις άνω των 80 mg ημερησίως, η δόση πρέπει να διαιρείται και να χορηγείται δύο φορές ημερησίως. Παροδική αύξηση της δοσολογίας άνω των 160 mg παντοπραζόλης είναι δυνατή αλλά δεν πρέπει να εφαρμόζεται για χρονικό διάστημα μακρύτερο από όσο απαιτείται για τον επαρκή έλεγχο του οξέος.
Σε περίπτωση που απαιτείται ταχύς έλεγχος του οξέος, μία αρχική δόση 2 x 80 mg Pantoprazole Sodium Teva είναι επαρκής για να επιτευχθεί μείωση της έκκρισης οξέος στο εύρος-στόχο (<10 mEq/ώρα) μέσα σε μία ώρα στην πλειονότητα των ασθενών.
Ασθενείς με ηπατική Δυσλειτουργία Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της ημερήσιας δόσης των 20 mg παντοπραζόλης (μισού φιαλιδίου των 40 mg παντοπραζόλης) σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ασθενείς με νεφρική Δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία.
Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η εμπειρία στα παιδιά είναι περιορισμένη. Γι’ αυτόν το λόγο, το Pantoprazole Sodium Teva 40 mg Κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών, μέχρι να υπάρχουν περισσότερα διαθέσιμα στοιχεία.
Τρόπος χορήγησης
Το έτοιμο προς χρήση διάλυμα παρασκευάζεται σε 10 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%). Για οδηγίες παρασκευής, βλ. παράγραφο 6.6. Το παρασκευασθέν διάλυμα μπορεί να χορηγηθεί απευθείας ή μπορεί να χορηγηθεί ύστερα από ανάμιξη με 100 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) ή ενέσιμου διαλύματος γλυκόζης 55 mg/ml (5%).
Μετά την παρασκευή του, το διάλυμα πρέπει να χρησιμοποιηθεί μέσα σε 6 ώρες εάν φυλάσσεται στους 25°C ή μέσα σε 24 ώρες στους 2 έως 8°C.
Το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως για 2 - 15 λεπτά.
block
Αντενδείξεις
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε υποκατεστημένες βενζιμιδαζόλες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Προειδοποιητικά συμπτώματα
Σε περίπτωση οποιουδήποτε προειδοποιητικού συμπτώματος (π.χ. σημαντικής, ακούσιας απώλειας βάρους, υποτροπιάζοντος εμέτου, δυσφαγίας, αιματέμεσης, αναιμίας ή μέλαινας) και σε περίπτωση υποψίας ή ύπαρξης γαστρικού έλκους, πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο κακοήθειας, επειδή η θεραπεία με παντοπραζόλη μπορεί να ανακουφίσει από τα συμπτώματα και να καθυστερήσει τη διάγνωση.
Το ενδεχόμενο περαιτέρω διερεύνησης πρέπει να εξετασθεί, εάν τα συμπτώματα επιμένουν, παρά την επαρκή θεραπεία.
Ηπατική Δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, τα ηπατικά ένζυμα πρέπει να ελέγχονται τακτικά κατά τη διάρκεια θεραπείας. Στην περίπτωση αύξησης των τιμών των ηπατικών ενζύμων, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί (βλ. Δοσολογία).
Συγχορήγηση με αταζαναβίρη
Συγχορήγηση αταζαναβίρης με αναστολείς αντλίας πρωτονίων δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Εάν ο συνδυασμός αταζαναβίρης με αναστολέα αντλίας πρωτονίων κριθεί αναπόφευκτος, συνιστάται προσεκτική κλινική παρακολούθηση (π.χ. ιικού φορτίου) σε συνδυασμό με αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρης. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της δόσης 20 mg παντοπραζόλης ημερησίως.
Γαστρεντερικές λοιμώξεις προκαλούμενες από βακτήρια
Η παντοπραζόλη, όπως όλοι οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων (PPIs), μπορεί να αναμένεται να αυξάνει τις τιμές στις μετρήσεις των βακτηρίων που φυσιολογικά βρίσκονται στον ανώτερο γαστρεντερικό σωλήνα. Η θεραπεία με παντοπραζόλη μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο γαστρεντερικών λοιμώξεων που προκαλούνται από βακτήρια όπως η Salmonella και το Campylobacter ή το C. difficile.
Νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο, δηλ. είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
Υπομαγνησιαιμία
Έχει αναφερθεί σοβαρή υπομαγνησιαιμία σε ασθενείς υπό θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων όπως η παντοπραζόλη για τουλάχιστον τρεις μήνες και στις περισσότερες περιπτώσεις για ένα χρόνο. Μπορούν να προκύψουν σοβαρές εκδηλώσεις της υπομαγνησιαιμίας όπως κόπωση, τετανία, παραλήρημα, σπασμοί, ζάλη και κοιλιακή αρρυθμία, αλλά η έναρξή τους μπορεί να είναι ύπουλη και να παραβλεφθούν. Στους περισσότερους ασθενείς που επηρεάζονται, η υπομαγνησιαιμία βελτιώθηκε μετά από αντικατάσταση μαγνησίου και διακοπή του αναστολέα της αντλίας πρωτονίων. Στους ασθενείς οι οποίοι αναμένεται να λάβουν παρατεταμένη θεραπεία ή που λαμβάνουν αναστολείς της αντλίας πρωτονίων με διγοξίνη ή φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν υπομαγνησιαιμία (π.χ. διουρητικά), οι επαγγελματίες του τομέα υγειονομικής περίθαλψης πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο μέτρησης των επιπέδων μαγνησίου πριν από την έναρξη της θεραπείας με αναστολέα της αντλίας πρωτονίων και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Κατάγματα οστών
Οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, ιδιαίτερα αν χρησιμοποιούνται σε υψηλές δόσεις και για μεγάλη διάρκεια (>1 χρόνο), μπορούν να αυξήσουν ελαφρώς τον κίνδυνο για κάταγμα του ισχίου, του καρπού και της σπονδυλικής στήλης, κυρίως στους ηλικιωμένους ή παρουσία άλλων αναγνωρισμένων παραγόντων κινδύνου. Μελέτες παρατήρησης υποδεικνύουν ότι οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορούν να αυξήσουν τον ολικό κίνδυνο κατάγματος κατά 10-40%. Μέρος αυτής της αύξησης μπορεί να οφείλεται σε άλλους παράγοντες κινδύνου. Οι ασθενείς με κίνδυνο για οστεοπόρωση πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις τρέχουσες κλινικές κατευθυντήριες γραμμές και να λαμβάνουν επαρκή ποσότητα βιταμίνης D και ασβεστίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Επίδραση της παντοπραζόλης στην απορρόφηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
Λόγω ισχυρής και μακράς διάρκειας αναστολής της έκκρισης γαστρικού οξέος, η παντοπραζόλη μπορεί να μειώσει την απορρόφηση φαρμάκων των οποίων η βιοδιαθεσιμότητα εξαρτάται από το γαστρικό pH, π.χ. ορισμένων αντιμυκητιασικών αζολών όπως κετοκοναζόλης, ιτρακοναζόλης, ποσακοναζόλης και άλλου φαρμάκου όπως η ερλοτινίμπη.
Φάρμακα για HIV (αταζαναβίρη) Η συγχορήγηση αταζαναβίρης και άλλων φαρμάκων για HIV των οποίων η απορρόφηση εξαρτάται από το pH, με αναστολείς αντλίας πρωτονίων μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική μείωση της βιοδιαθεσιμότητας των φαρμάκων για HIV και μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα αυτών των φαρμάκων. Γι’ αυτόν το λόγο, η συγχορήγηση αναστολέων αντλίας πρωτονίων με αταζαναβίρη δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κουμαρινικά αντιπηκτικά (φαινπροκουμόνη ή βαρφαρίνη) Παρόλο που σε μελέτες κλινικής φαρμακοκινητικής δεν παρατηρήθηκε καμία αλληλεπίδραση κατά τη διάρκεια συγχορήγησης φαινπροκουμόνης ή βαρφαρίνης, έχουν αναφερθεί λίγες μεμονωμένες περιπτώσεις μεταβολών της τιμής της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR) κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης θεραπείας, στην περίοδο μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Ως εκ τούτου, σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπευτική αγωγή με κουμαρινικά αντιπηκτικά (π.χ. φαινπροκουμόνη ή βαρφαρίνη), η παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης / INR συνιστάται μετά την έναρξη, λήξη ή κατά τη διάρκεια μη τακτικής χρήσης παντοπραζόλης.
Μεθοτρεξάτη Ταυτόχρονη χρήση υψηλής δόσης μεθοτρεξάτης (π.χ. 300 mg) και αναστολέων αντλίας πρωτονίων έχει αναφερθεί ότι αυξάνει τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης σε κάποιους ασθενείς. Συνεπώς, σε σχήματα όπου χρησιμοποιείται υψηλή δόση μεθοτρεξάτης, για παράδειγμα σε καρκίνο και ψωρίαση, μπορεί να χρειασθεί να εξετασθεί προσωρινή διακοπή της παντοπραζόλης.
Άλλες μελέτες αλληλεπίδρασης
Η παντοπραζόλη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ήπαρ μέσω του ενζυμικού συστήματος του κυτοχρώματος P450. Η κύρια μεταβολική οδός είναι η απομεθυλίωση από το CYP2C19 και άλλες μεταβολικές οδοί περιλαμβάνουν οξείδωση από το CYP3A4.
Μελέτες αλληλεπίδρασης με φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω αυτών των οδών, όπως καρβαμαζεπίνη, διαζεπάμη, γλιβενκλαμίδη, νιφεδιπίνη και από του στόματος αντισυλληπτικά που περιέχουν λεβονοργεστρέλη και αιθινυλοιστραδιόλη δεν έδειξαν κλινικώς σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
Αποτελέσματα από διάφορες μελέτες αλληλεπίδρασης δείχνουν ότι η παντοπραζόλη δεν επηρεάζει το μεταβολισμό δραστικών ουσιών που μεταβολίζονται από το CYP1A2 (όπως καφεΐνης, θεοφυλλίνης), από το CYP2C9 (όπως πιροξικάμης, δικλοφενάκης, ναπροξένης), από το CYP2D6 (όπως μετοπρολόλης), από το CYP2E1 (όπως αιθανόλης) ή δεν επηρεάζει τη σχετιζόμενη με την p-γλυκοπρωτεΐνη απορρόφηση της διγοξίνης.
Δεν υπήρξαν αλληλεπιδράσεις με συγχρόνως χορηγούμενα αντιόξινα.
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν επίσης πραγματοποιηθεί χορηγώντας παντοπραζόλη ταυτόχρονα με τα αντίστοιχα αντιβιοτικά (κλαριθρομυκίνη, μετρονιδαζόλη, αμοξυκιλλίνη). Δεν βρέθηκαν κλινικώς σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίπου το 5% των ασθενών μπορεί να αναμένεται να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες από το φάρμακο. Η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια είναι θρομβοφλεβίτιδα στη θέση ένεσης. Διάρροια και κεφαλαλγία εμφανίζονται σε περίπου 1% των ασθενών.
Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με την παντοπραζόλη, οι οποίες κατατάσσονται με την ακόλουθη ταξινόμηση ως προς τη συχνότητα:
- Πολύ συχνές (≥1/10)
- Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
- Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
- Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)
- Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
- Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Για όλες τις ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία, δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί η συχνότητα ανεπιθύμητης ενέργειας και για το λόγο αυτό κατατάσσονται ως «μη γνωστές», ως προς τη συχνότητα.
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες ενέργειες με παντοπραζόλη σε κλινικές δοκιμές και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστές |
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ακοκκιοκυτταραιμία | Θρομβοπενία, Λευκοπενία, Πανκυτταροπενία | |||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών αντιδράσεων και αναφυλακτικής καταπληξίας) | ||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπερλιπιδαιμίες και αυξήσεις λιπιδίων (τριγλυκεριδίων, χοληστερόλης), μεταβολές σωματικού βάρους | Υπονατριαιμία, Υπομαγνησιαιμία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), Υπασβεστιαιμία (σε συνδυασμό με υπομαγνησιαιμία), Υποκαλιαιμία | |||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Διαταραχές ύπνου | Κατάθλιψη (και όλες οι καταστάσεις επιδείνωσης), Αποπροσανατολισμός (και όλες οι καταστάσεις επιδείνωσης) | Ψευδαίσθηση, σύγχυση (ιδιαίτερα σε ασθενείς με προδιάθεση, καθώς και επιδείνωση αυτών των συμπτωμάτων σε περίπτωση προΰπαρξης) | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία, ζάλη | Διαταραχές γεύσης | Παραισθησία | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Διαταραχές όρασης/θαμπή όραση | ||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια, ναυτία / έμετος, διάταση της κοιλίας και μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, ξηροστομία, κοιλιακό άλγος και δυσφορία | ||||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Ηπατικά ένζυμα αυξημένα (τρανσαμινάσες, γ-GT) | Χολερυθρίνη αυξημένη | Ηπατοκυτταρική βλάβη, ίκτερος, ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα / έκθυση, κνησμός | Κνίδωση, αγγειοοίδημα | Σύνδρομο Stevens-Johnson, Πολύμορφο ερύθημα, Σύνδρομο Lyell, φωτοευαισθησία | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Κάταγμα του ισχίου, του καρπού ή της σπονδυλικής στήλης (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις) | Αρθραλγία, μυαλγία | Μυϊκός σπασμός (ως συνέπεια ηλεκτρολυτικής διαταραχής) | ||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Διάμεση νεφρίτιδα (με πιθανή εξέλιξη σε νεφρική ανεπάρκεια) | ||||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Γυναικομαστία | ||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Θρομβοφλεβίτιδα στη θέση ένεσης | Εξασθένιση, κόπωση και αίσθημα κακουχίας | Θερμοκρασία σώματος αυξημένη, οίδημα περιφερικό |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες:
Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της παντοπραζόλης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Η παντοπραζόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.
Γαλουχία
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει απέκκριση της παντοπραζόλης στο μητρικό γάλα. Έχει αναφερθεί απέκκριση στο μητρικό γάλα. Γι’ αυτόν το λόγο, σε μία απόφαση για το εάν διακοπεί ο θηλασμός ή διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με παντοπραζόλη πρέπει ληφθεί υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με παντοπραζόλη για τη γυναίκα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς αντλίας πρωτονίων, Κωδικός ATC: Α02ΒC02
Μηχανισμός δράσης
Η παντοπραζόλη είναι μία υποκατεστημένη βενζιμιδαζόλη η οποία αναστέλλει την έκκριση υδροχλωρικού οξέος στο στομάχι με ειδικό αποκλεισμό των αντλιών πρωτονίων των τοιχωματικών κυττάρων. Η παντοπραζόλη μετατρέπεται στην ενεργό της μορφή στο όξινο περιβάλλον των τοιχωματικών κυττάρων, όπου αναστέλλει το ένζυμο H+, K+-ATPάση, δηλαδή το τελικό στάδιο παραγωγής υδροχλωρικού οξέος στο στομάχι. Η αναστολή είναι δοσοεξαρτώμενη και επηρεάζει και τη βασική έκκριση οξέος και την έκκριση οξέος μετά από διέγερση. Στους περισσότερους ασθενείς, απαλλαγή από τα συμπτώματα επιτυγχάνεται μέσα σε 2 εβδομάδες. Όπως και με άλλους αναστολείς αντλίας πρωτονίων και ανταγωνιστές υποδοχέων Η2, η θεραπεία με παντοπραζόλη μειώνει την οξύτητα του στομάχου και ως εκ τούτου αυξάνει τη γαστρίνη, σε αναλογία με τη μείωση της οξύτητας. Η αύξηση της γαστρίνης είναι αναστρέψιμη. Επειδή η παντοπραζόλη ενώνεται με το ένζυμο μακράν του επιπέδου των κυτταρικών υποδοχέων, μπορεί να αναστείλει την έκκριση υδροχλωρικού οξέος ανεξάρτητα από τη διέγερση από άλλες ουσίες (ακετυλοχολίνη, ισταμίνη, γαστρίνη). Η δράση είναι η ίδια είτε το προϊόν χορηγείται από το στόμα είτε χορηγείται ενδοφλεβίως.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι τιμές γαστρίνης σε νηστεία αυξάνονται υπό την επίδραση της παντοπραζόλης. Σε βραχυχρόνια χρήση, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπερβαίνουν το ανώτερο φυσιολογικό όριο. Kατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας, τα επίπεδα γαστρίνης διπλασιάζονται στις περισσότερες περιπτώσεις. Ωστόσο, υπερβολική αύξηση συμβαίνει μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Ως αποτέλεσμα, παρατηρείται μικρή έως μέτρια αύξηση του αριθμού των ειδικών ενδοκρινικών (ΕCL) κυττάρων στο στομάχι, στη μειοψηφία των περιπτώσεων, κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας (απλή έως αδενωματώδης υπερπλασία). Ωστόσο, σύμφωνα με τις μελέτες που έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα, ο σχηματισμός καρκινοειδών προδρόμων (άτυπη υπερπλασία) ή γαστρικών καρκινοειδών όπως βρέθηκαν σε πειράματα σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα) δεν έχει παρατηρηθεί στον άνθρωπο.
Επίδραση της μακροχρόνιας θεραπείας με παντοπραζόλη για περισσότερο από ένα χρόνο, στις ενδοκρινικές παραμέτρους του θυρεοειδούς, δεν μπορεί να αποκλεισθεί εντελώς, σύμφωνα με αποτελέσματα μελετών σε ζώα.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PANTOPRAZOLE SODIUM-TEVA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Γενική φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική δεν διαφέρει μετά από εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Στο εύρος δόσεων 10 έως 80 mg, η κινητική της παντοπραζόλης στο πλάσμα είναι γραμμική μετά και από του στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση.
Κατανομή
Το ποσοστό δέσμευσης της παντοπραζόλης από τις πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 98%. Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 0,15 l/kg.
Βιομετασχηματισμός
Η ουσία μεταβολίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο ήπαρ. Η κύρια μεταβολική οδός είναι η απομεθυλίωση από το CYP2C19 με επακόλουθη σύζευξη με θειικό ιόν. Άλλη μεταβολική οδός περιλαμβάνει οξείδωση από το CYP3A4.
Απομάκρυνση
Ο τελικός χρόνος ημιζωής είναι περίπου 1 ώρα και η κάθαρση είναι περίπου 0,1 l/ώρα/kg. Υπήρξαν λίγες περιπτώσεις ατόμων με καθυστερημένη απομάκρυνση. Λόγω της ειδικής σύνδεσης της παντοπραζόλης με τις αντλίες πρωτονίων του τοιχωματικού κυττάρου, ο χρόνος ημιζωής της απομάκρυνσης δεν συσχετίζεται με την πολύ μεγαλύτερη διάρκεια δράσης (αναστολή της έκκρισης οξέος).
Η νεφρική απομάκρυνση αντιπροσωπεύει την κύρια οδό απέκκρισης (περίπου 80%) για τους μεταβολίτες της παντοπραζόλης, ενώ το υπόλοιπο αποβάλλεται με τα κόπρανα. Ο κύριος μεταβολίτης και στον ορό και στα ούρα είναι η απομεθυλιωμένη παντοπραζόλη, η οποία συζεύγνυται με θειικό ιόν. Ο χρόνος ημιζωής του κύριου μεταβολίτη (περίπου 1,5 ώρα) δεν είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν της παντοπραζόλης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Άτομα με χαμηλή ικανότητα μεταβολισμού Περίπου το 3% του Ευρωπαϊκού πληθυσμού έχει έλλειψη λειτουργικού ενζύμου CYP2C19 και καλούνται άτομα με χαμηλή ικανότητα μεταβολισμού. Σε αυτά τα άτομα ο μεταβολισμός της παντοπραζόλης είναι πιθανό να καταλύεται κυρίως από το CYP3A4. Μετά από εφάπαξ χορήγηση 40 mg παντοπραζόλης, η μέση επιφάνεια κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα-χρόνου ήταν περίπου 6 φορές μεγαλύτερη στα άτομα με χαμηλή ικανότητα μεταβολισμού σε σύγκριση με άτομα που είχαν λειτουργικό ένζυμο CYP2C19 (άτομα με υψηλή ικανότητα μεταβολισμού). Οι μέσες τιμές των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα αυξήθηκαν κατά περίπου 60%. Αυτά τα ευρήματα δεν επηρεάζουν τη δοσολογία της παντοπραζόλης.
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν συνιστάται μείωση της δόσης όταν η παντοπραζόλη χορηγείται σε ασθενείς με περιορισμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένων των ασθενών υπό διύλιση). Όπως και σε υγιή άτομα, ο χρόνος ημιζωής της παντοπραζόλης είναι βραχύς. Μόνο πολύ μικρές ποσότητες της παντοπραζόλης απομακρύνονται με αιμοκάθαρση. Παρόλο που ο κύριος μεταβολίτης έχει μία μέτρια καθυστέρηση στο χρόνο ημιζωής (2 - 3 ώρες), η αποβολή εξακολουθεί να είναι ταχεία και έτσι δεν επέρχεται συσσώρευση.
Ηπατική δυσλειτουργία Παρόλο που σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος (κατηγορίες Α και Β κατά Child), οι τιμές του χρόνου ημιζωής αυξήθηκαν και κυμάνθηκαν μεταξύ 7 και 9 ωρών και οι τιμές της AUC αυξήθηκαν κατά ένα συντελεστή 5 έως 7, η μέγιστη συγκέντρωση στον ορό αυξήθηκε μόνο ελαφρώς κατά ένα συντελεστή 1,5 σε σύγκριση με τη μέγιστη συγκέντρωση σε υγιή άτομα.
Ηλικιωμένοι Μία μικρή αύξηση της AUC και της Cmax σε ηλικιωμένους εθελοντές σε σύγκριση με νεότερους εθελοντές, επίσης δεν είναι κλινικώς σημαντική.
Παιδιατρικός πληθυσμός Έπειτα από εφάπαξ χορήγηση ενδοφλέβιων δόσεων παντοπραζόλης 0,8 ή 1,6 mg/kg, σε παιδιά ηλικίας 2 - 16 ετών, δεν υπήρξε σημαντική συσχέτιση μεταξύ της κάθαρσης της παντοπραζόλης και της ηλικίας ή του βάρους. Η AUC και ο όγκος κατανομής είχαν τιμές αντίστοιχες με αυτές των ενηλίκων.
ΕΟΦ · 4.14
Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά
expand_more
Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά
Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης νόσου.
Σε περιπτώσεις λαβυρινθικών διαταραχών το αποτελεσματικότερο φάρμακο είναι η υοσκίνη (σκοπολαμίνη) που όμως έχει πολύ σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Γι’ αυτό κατά κανόνα προτιμώνται ορισμένα αντιισταμινικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη, προμεθαζίνη) παρότι έχουν σχετικώς μικρότερη δραστικότητα. H αποτελεσματικότητα των διαφόρων αντιισταμινικών είναι παρόμοια, υπάρχουν όμως σημαντικές διαφορές στις ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως στην υπνηλία (βλ. 3.5). H διάρκεια δράσης τους είναι 4-6 ώρες. Στη “ναυτία των ταξιδιωτών” πρέπει να δίνονται προφυλακτικώς, μισή τουλάχιστον ώρα πριν το ταξίδι. Θα πρέπει να αποφεύγεται η οδήγηση καθώς και ο χειρισμός επικίνδυνων μηχανημάτων μετά τη λήψη τους.
O ίλιγγος και η ναυτία του συνδρόμου Meniere ή των χειρουργικών χειρισμών στην περιοχή του μέσου ωτός αντιμετωπίζονται πιο δύσκολα. H υοσκίνη και τα αντιισταμινικά αντιεμετικά είναι σχετικώς αποτελεσματικά στην προφύλαξη και συμπτωματική αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων. H κινναριζίνη και η β-ιστίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι είναι περισσότερο αποτελεσματικά.
Στο σύνδρομο Meniere μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και ορισμένα αντιντοπαμινεργικά φάρμακα (βλ. 1.2.3), ιδίως οι αντιεμετικές φαινοθειαζίνες. Kύρια ένδειξη των φαρμάκων αυτών είναι οι έμετοι από κυτταροστατικά, ενδογενείς τοξίνες (π.χ. ουραιμία), ακτινοβολία, κλπ. Tα φάρμακα αυτά έχουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες των νευροληπτικών (βλ. 4.2) αλλά ηπιότερες στις αντιεμετικές δόσεις. H κύρια δράση της μετοκλοπραμίδης και δομπεριδόνης είναι στην κινητικότητα του ανώτερου γαστρεντερικού σωλήνα (βλ. 1.2.2.1). Όμως και αυτά τα φάρμακα έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες αντίστοιχες των νευροληπτικών (ιδίως εξωπυραμιδικές, όπως οξείες δυστονίες κλπ.).
Σε μετεγχειρητικούς εμέτους η χρήση αντιεμετικών συνιστάται μόνο σε περιπτώσεις που δημιουργείται πρόβλημα διαταραχής του ισοζυγίου ύδατος-ηλεκτρολυτών ή υπάρχει κίνδυνος μετεγχειρητικών επιπλοκών καθώς επίσης και σε ωτικές επεμβάσεις με έντονο ερεθισμό του λαβυρίνθου.
Xρησιμοποιείται συνήθως η προμεθαζίνη και σε βαρύτερες καταστάσεις τα αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. Oρισμένοι χορηγούν τα φάρμακα αυτά και στην προεγχειρητική αγωγή, όταν υπάρχει ιστορικό εμέτων από γενική αναισθησία.
Στην εγκυμοσύνη τα αντιεμετικά πρέπει κατά κανόνα να αποφεύγονται, ιδίως στο πρώτο τρίμηνο. Στις σπάνιες περιπτώσεις που οι επίμονοι έμετοι δεν υποχωρούν με μη φαρμακευτικά μέσα (αλλαγή δίαιτας, ρύθμιση μεσοδιαστημάτων γευμάτων, κλπ.), μπορεί να δοθούν ορισμένα αντιισταμινικά αντιεμετικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη) και αν δεν υπάρξει βελτίωση, προμεθαζίνη ή αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. H πυριδοξίνη δεν είναι αποτελεσματική. H χρήση συνδυασμών αντιεμετικών φαρμάκων δεν ενδείκνυται. Oι ανταγωνιστές των 5-HT3 υποδοχέων είναι μια νέα κατηγορία αντι-εμετικών φαρμάκων που βασίζουν την δράση τους στον εκλεκτικό ανταγωνισμό των 5-HT3 υποδοχέων με αποτέλεσμα την αναστολή της δράσης της 5-υδροξυτρυπταμίνης (σεροτονίνης). H ομάδα αυτή των φαρμάκων έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλείται από την χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία, χωρίς σημαντικές παρενέργειες.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η παλονοσετρόνη είναι ένας αντιεμετικός και αντιναυτικός παράγοντας, ενδεικνυόμενος για την πρόληψη ναυτίας και εμέτου που σχετίζονται με χημειοθεραπεία για τον καρκίνο μέτριας εμετογόνου δράσης, καθώς και για την πρόληψη μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου. Η παλονοσετρόνη είναι ένας υψηλά ειδικός και εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων σεροτονίνης 5-HT3, ο οποίος σχετίζεται φαρμακολογικά με άλλους ανταγωνιστές των υποδοχέων 5-HT3, αλλά διαφέρει δομικά. Η παλονοσετρόνη έχει υψηλή συγγένεια για τους υποδοχείς 5-HT3, αλλά ελάχιστη ή καμία συγγένεια για άλλους υποδοχείς. Οι υποδοχείς σεροτονίνης 5-HT3 εντοπίζονται στα νευρικά άκρα του πνεύμονα στο περιφερικό νευρικό σύστημα, και κεντρικά στην ζώνη εκλυτικής ευαισθησίας (chemoreceptor trigger zone) της περιοχής postrema. Υποστηρίζεται ότι οι χημειοθεραπευτικοί παράγοντες απελευθερώνουν σεροτονίνη από τα εντεροχρωμαφινικά κύτταρα του λεπτού εντέρου, προκαλώντας εκφυλιστικές αλλαγές στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η σεροτονίνη στη συνέχεια διεγείρει τους υποδοχείς του πνεύμονα και των σπλαχνικών νεύρων που προβάλλουν στο μεταιχμιακό κέντρο εμέτου, καθώς και τους υποδοχείς 5-HT3 στην περιοχή postrema, προκαλώντας έτσι το αντανακλαστικό του εμέτου, που οδηγεί σε ναυτία και έμετο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η παλονοσετρόνη είναι ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων σεροτονίνης 5-HT3. Η αντιεμετική δράση του φαρμάκου επιτυγχάνεται μέσω της αναστολής των υποδοχέων 5-HT3 που υπάρχουν τόσο κεντρικά (μεταιχμιακή ζώνη εκλυτικής ευαισθησίας) όσο και περιφερικά (γαστρεντερικό σωλήνα). Αυτή η αναστολή των υποδοχέων 5-HT3 με τη σειρά της αναστέλλει την σπλαχνική προσαγωγική διέγερση του κέντρου εμέτου, πιθανώς έμμεσα στο επίπεδο της περιοχής postrema, καθώς και μέσω άμεσης αναστολής της δραστηριότητας της σεροτονίνης εντός της περιοχής postrema και της ζώνης εκλυτικής ευαισθησίας. Εναλλακτικοί μηχανισμοί φαίνεται να είναι πρωταρχικά υπεύθυνοι για την καθυστερημένη ναυτία και τον έμετο που προκαλούνται από εμετογόνο χημειοθεραπεία, δεδομένου ότι παρόμοιες χρονικές σχέσεις μεταξύ σεροτονίνης και εμέτου πέραν της πρώτης ημέρας μετά τη χορήγηση δόσης δεν έχουν καθιερωθεί, και οι ανταγωνιστές των υποδοχέων 5-HT3 γενικά δεν έχουν φανεί να είναι αποτελεσματικοί από μόνοι τους στην πρόληψη ή την ύφεση καθυστερημένων επιδράσεων. Έχει υποτεθεί ότι η ισχύς της παλονοσετρόνης και ο μακρύς χρόνος ημιζωής στο πλάσμα μπορεί να συμβάλλουν στην παρατηρούμενη αποτελεσματικότητά της στην πρόληψη καθυστερημένης ναυτίας και εμέτου που προκαλείται από χημειοθεραπεία για τον καρκίνο μέτριας εμετογόνου δράσης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Χαμηλή από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα.
- Μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 10 mcg/kg [14C]-παλονοσετρόνης, περίπου 80% της δόσης ανακτήθηκε εντός 144 ωρών στα ούρα.
- Όγκος κατανομής: 8.3 ± 2.5 L/kg
- Κάθαρση: 160 +/- 35 mL/h/kg
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
62%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός (50%), κυρίως μέσω CYP2D6, αν και εμπλέκονται επίσης οι CYP3A4 και CYP1A2.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Περίπου 40 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΝΑΥΤΙΑΣ ή ΕΜΕΤΟΥ.
- Φάρμακα που συνδέονται με, αλλά δεν ενεργοποιούν, τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT3, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ ή των ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT3.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA
5D06587D6R
PALONOSETRON
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Σεροτονίνης 3
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Υποδοχέα Σεροτονίνης-3
Η παλονοσετρόνη είναι Ανταγωνιστής Υποδοχέα Σεροτονίνης-3. Ο μηχανισμός δράσης της παλονοσετρόνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέα Σεροτονίνης-3.
PALONOSETRON
Ανταγωνιστές Υποδοχέων Σεροτονίνης 3 [MoA]; Ανταγωνιστής Υποδοχέα Σεροτονίνης-3 [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη MeSH
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΝΑΥΤΙΑΣ ή ΕΜΕΤΟΥ.
- Φάρμακα που συνδέονται με, αλλά δεν ενεργοποιούν, τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT3, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ ή των ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT3.