OLMESARTAN MEDOXOMIL
Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής είναι ειδικοί ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ και έχουν ιδιότητες παρόμοιες με των α-ΜΕΑ. Αντίθετα από τους α-ΜΕΑ δεν αναστέλλουν την αποδόμηση της βραδυκινίνης και άλλων κινινών και για το λόγο αυτό δεν φαίνεται να προκαλούν το …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-OLMEDIPIN PLUS
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: την ίδια ώρα κάθε ημέρα, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 1 δισκίο την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Μία σταδιακή τιτλοποίηση της δόσης των μεμονωμένων συστατικών συνιστάται πριν την αλλαγή στον τριπλό συνδυασμό. Η αύξηση της δοσολογίας θα πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ηλικιωμένους. Η αμλοδιπίνη θα πρέπει να ξεκινά στη χαμηλότερη δόση και να τιτλοποιείται αργά σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία.
-
ΕνήλικεςΔόση1 δισκίο την ημέραΜέγ. δόση40 mg/10 mg/25 mg ημερησίωςΕπιπρόσθετη θεραπεία (Olmedipin Plus 20 mg/5 mg/12,5 mg, 40 mg/5 mg/12,5 mg, 40 mg/5 mg/25 mg, 40 mg/10 mg/12,5 mg, 40 mg/10 mg/25 mg) και Θεραπεία υποκατάστασης με ίδιες δόσεις των συστατικών.
-
Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών ή άνω)Μέγ. δόση40 mg/10 mg/25 mg ημερησίωςΠροσοχή, συμπεριλαμβανομένης της συχνότερης παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης, ιδιαίτερα στη μέγιστη δόση. Η αύξηση της δοσολογίας θα πρέπει να γίνεται με προσοχή. Συστήνεται ιδιαίτερη προσοχή, συμπεριλαμβανομένης της συχνότερης παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης για ασθενείς ≥ 75 ετών.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΜέγ. δόση20 mg/5 mg/12,5 mgΜέγιστη δόση για ήπιου έως μετρίου βαθμού (κάθαρση κρεατινίνης 30-60 mL/min). Συνιστάται παρακολούθηση καλίου και κρεατινίνης σε μετρίου βαθμού. Αντενδείκνυται σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min).
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΜέγ. δόση20 mg/5 mg/12,5 mgΧρήση με προσοχή σε ήπιου βαθμού. Μέγιστη δόση για μετρίου βαθμού είναι 20 mg/5 mg/12,5 mg μία φορά ημερησίως. Συνιστάται στενή παρακολούθηση αρτηριακής πίεσης και νεφρικής λειτουργίας. Η αμλοδιπίνη θα πρέπει να ξεκινά στη χαμηλότερη δόση και να τιτλοποιείται αργά. Αντενδείκνυται σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, χολόσταση ή απόφραξη των χοληφόρων.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.
block
SPC-OLMEDIPIN PLUS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, τα διϋδροπυριδινικά παράγωγα ή σε ουσίες παράγωγα σουλφοναμίδης (εφόσον η υδροχλωροθειαζίδη είναι παράγωγο σουλφοναμίδης) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμός(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές)
-
Ανθεκτική υποκαλιαιμία, υπερασβεστιαιμία, υπονατριαιμία και συμπτωματική υπεουριχαιμία
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, χολόσταση και αποφρακτικές παθήσεις των χοληφόρωνΠληθυσμός(βλ. Φαρμακοκινητικές)
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησηςΠληθυσμός(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία)
-
Συγχορήγηση Olmedipin Plus με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένηΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (με ρυθμό σπειραματικής διήθησης (GFR) < 60 mL/min/1,73 m2) (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές)
-
Καταπληξία (συμπεριλαμβανομένης της καρδιογενούς καταπληξίας)
-
Σοβαρή υπόταση
-
Απόφραξη του χώρου εξόδου της αριστερής κοιλίας (π.χ. σοβαρού βαθμού στένωση αορτής)
-
Αιμοδυναμικά ασταθή καρδιακή ανεπάρκεια μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
warning
SPC-OLMEDIPIN PLUS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Υποογκαιμία ή έλλειψη νατρίουΠληθυσμόςασθενείς με υποογκαιμία και/ή έλλειψη νατρίου, ως αποτέλεσμα εντατικής διουρητικής θεραπείας, διαιτητικού περιορισμού του νατρίου, διάρροιας ή εμέτουΣυνιστάται η διόρθωση αυτής της κατάστασης πριν τη χορήγηση του Olmedipin Plus ή προσεκτική ιατρική παρακολούθηση κατά την έναρξη της θεραπείας.
-
Διέγερση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνηςΠληθυσμόςασθενείς, στους οποίους ο αγγειακός τόνος και η νεφρική λειτουργία εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από τη δραστηριότητα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (π.χ. ασθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή υποκείμενη νεφρική νόσο, συμπεριλαμβανομένης της στένωσης της νεφρικής αρτηρίας)η θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν αυτό το σύστημα, έχει συσχετιστεί με οξεία υπόταση, αζωθαιμία, ολιγουρία ή σπανιότερα οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
-
Νεφραγγειακή υπέρτασηΠληθυσμόςασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση της αρτηρίας μονήρους λειτουργούντος νεφρούΥπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας όταν λάβουν φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργίασυνιστάται περιοδική παρακολούθηση των συγκεντρώσεων στον ορό του καλίου και της κρεατινίνης.
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 mL/min)Η χρήση του Olmedipin Plus δεν συνιστάται (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Προοδευτική νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργίαΕάν γίνει εμφανής προοδευτική νεφρική δυσλειτουργία, προσεκτική επανεκτίμηση της θεραπείας είναι απαραίτητη, λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορεί να πρέπει να διακοπεί η θεραπεία με διουρητικά.
-
Μεταμόσχευση νεφρού ή νεφρική δυσλειτουργία τελικού σταδίουΠληθυσμόςασθενείς με πρόσφατη μεταμόσχευση νεφρού ή σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία τελικού σταδίου (δηλ. κάθαρση κρεατινίνης < 12 mL/min)Δεν υπάρχει εμπειρία χορήγησης του Olmedipin Plus.
-
Διπλός αποκλεισμός του Συστήματος Ρενίνης-Αγγειοτασίνης-Αλδοστερόνηςη ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και έκπτωσης της νεφρικής λειτουργίας. Ο διπλός αποκλεισμός δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές). Αν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να γίνεται μόνο υπό την επίβλεψη ειδικού και o ασθενής να υπόκειται σε συχνή και στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης.
-
Διπλός αποκλεισμός σε διαβητική νεφροπάθειαΠληθυσμόςασθενείς με διαβητική νεφροπάθειαΔε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαείναι αυξημένη η έκθεση στην αμλοδιπίνη και την μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ηπατική δυσλειτουργία (ήπια έως μέτρια)Πληθυσμόςασθενείς με ήπια έως μέτριου βαθμού ηπατική δυσλειτουργίααπαιτείται προσοχή.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (μέτρια)Πληθυσμόςασθενείς με μέτριου βαθμού επηρεασμένη ηπατική λειτουργίαη δόση της μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης δε θα πρέπει να ξεπερνά τα 20 mg (βλ. Δοσολογία).
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργίαη αμλοδιπίνη θα πρέπει να ξεκινά από το χαμηλότερο σημείο του δοσολογικού εύρους και να χρησιμοποιείται με προσοχή, τόσο στην έναρξη της θεραπείας όσο και κατά την αύξηση της δόσης.
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, χολόσταση ή απόφραξη των χοληφόρωνΗ χρήση του Olmedipin Plus αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Στένωση αορτικής ή μιτροειδούς βαλβίδας ή υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθειαΠληθυσμόςασθενείς που πάσχουν από στένωση της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας ή από υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθειααπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.
-
Πρωτοπαθής αλδοστερονισμόςΠληθυσμόςασθενείς με πρωτοπαθή αλδοστερονισμόδεν συνιστάται η χρήση του Olmedipin Plus.
-
Ανοχή στην γλυκόζηΠληθυσμόςδιαβητικοί ασθενείςμπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας της ινσουλίνης ή των από του στόματος υπογλυκαιμικών παραγόντων (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Λανθάνων σακχαρώδης διαβήτηςμπορεί να γίνει έκδηλος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με θειαζίδες.
-
Υπεουριχαιμία / Ουρική αρθρίτιδαΠληθυσμόςορισμένοι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με θειαζίδεςΜπορεί να εμφανιστεί υπεουριχαιμία ή να επιταχυνθεί η εκδήλωση ουρικής αρθρίτιδας.
-
Ηλεκτρολύτες ορούΠληθυσμόςκάθε ασθενής που λαμβάνει θεραπεία με διουρητικάπεριοδική εξέταση των ηλεκτρολυτών του ορού, πρέπει να πραγματοποιείται σε κατάλληλα διαστήματα.
-
ΥποκαλιαιμίαΠληθυσμόςασθενείς με κίρρωση του ήπατος, σε ασθενείς με έντονη διούρηση, σε ασθενείς που λαμβάνουν ανεπαρκή ποσότητα ηλεκτρολυτών από του στόματος και σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή ACTHΟ κίνδυνος υποκαλιαιμίας είναι μεγαλύτερος (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΥπερκαλιαιμίαΠληθυσμόςασθενείς σε κίνδυνο (νεφρική δυσλειτουργία, καρδιακή ανεπάρκεια, σακχαρώδης διαβήτης)Συνιστάται στενή παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου στον ορό.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με καλιοσυντηρητικάπρέπει να γίνεται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Υπονατριαιμία εξ' αραιώσεωςΠληθυσμόςοιδηματώδεις ασθενείςμπορεί να συμβεί σε ζεστό καιρό.
-
Συγχορήγηση με λίθιοη συγχορήγηση του Olmedipin Plus με το λίθιο δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςευαίσθητα άτομαενδέχεται να αναμένονται μεταβολές στη νεφρική λειτουργία.
-
Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκειαΟι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή. Σε μία μακροχρόνια, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη με την αμλοδιπίνη, σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA III και IV), η αναφερόμενη επίπτωση πνευμονικού οιδήματος στην ομάδα υπό θεραπεία με αμλοδιπίνη ήταν υψηλότερη συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΟι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, συμπεριλαμβανομένης της αμλοδιπίνης, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, καθώς μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο μελλοντικών καρδιαγγειακών συμβαμάτων και θνησιμότητας.
-
Εντεροπάθεια τύπου κοιλιοκάκηςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ολμεσαρτάνη και εμφανίζουν σοβαρή, χρόνια διάρροια με σημαντική απώλεια βάρουςθα πρέπει να διακοπεί η θεραπεία με ολμεσαρτάνη αμέσως και δεν θα πρέπει να ξαναρχίσει. Αν η διάρροια δεν βελτιωθεί κατά τη διάρκεια της εβδομάδας μετά τη διακοπή, θα πρέπει να ληφθεί περαιτέρω συμβουλή από ειδικό (π.χ. έναν γαστρεντερολόγο).
-
Αποκόλληση του χοριοειδούς, οξεία παροδική μυωπία και οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν υδροχλωροθειαζίδηΗ κύρια θεραπεία είναι η διακοπή της υδροχλωροθειαζίδης το ταχύτερο δυνατόν. Εάν η ενδοφθάλμια πίεση παραμένει μη ελεγχόμενη, θα πρέπει να εξετάζονται άμεσες ιατρικές ή χειρουργικές θεραπείες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Κύηση (αναστολείς υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ)Πληθυσμόςασθενείς που προγραμματίζουν κύησηΔεν πρέπει να ξεκινά η θεραπεία με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ κατά τη διάρκεια της κύησης. Θα πρέπει να αλλάζουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες.
-
Κύηση (αναστολείς υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ)Πληθυσμόςόταν διαγνωσθεί κύησηη θεραπεία με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ θα πρέπει να σταματήσει αμέσως και, αν είναι ενδεδειγμένο, να ξεκινήσει μία εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςπαιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετώνΤο δισκίο Olmedipin Plus δεν ενδείκνυται.
-
Ηλικιωμένοι (αύξηση δόσης)Πληθυσμόςηλικιωμένοιη αύξηση της δόσης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
ΦωτοευαισθησίαΕάν συμβούν αντιδράσεις φωτοευαισθησίας κατά τη διάρκεια θεραπείας με το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης, συνιστάται η διακοπή της θεραπείας. Αν η επαναχορήγηση διουρητικού θεωρηθεί αναγκαία, προτείνεται να προστατεύονται οι περιοχές που εκτίθενται στον ήλιο ή στο τεχνητό φως UVA (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματοςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν υδροχλωροθειαζίδηΟι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο και να λαμβάνουν συστάσεις ώστε να ελέγχουν το δέρμα τους για τυχόν νέες βλάβες και να αναφέρουν άμεσα οποιεσδήποτε ύποπτες δερματικές βλάβες. Να συνιστάται η λήψη δυνατών προληπτικών μέτρων όπως περιορισμένη έκθεση στην ηλιακή και στην υπεριώδη ακτινοβολία και, σε περίπτωση έκθεσης, η χρήση κατάλληλης προστασίας. Οι ύποπτες δερματικές βλάβες πρέπει να υποβάλλονται άμεσα σε εξέταση.
-
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (ιστορικό)Πληθυσμόςασθενείς που έχουν εμφανίσει μη μελανωματικό καρκίνο του δέρματος στο παρελθόνθα πρέπει ενδεχομένως να επανεξεταστεί η χρήση της υδροχλωροθειαζίδης (βλ. επίσης Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσηςΠληθυσμόςασθενείς με ισχαιμική καρδιακή νόσο ή ισχαιμική νόσο των εγκεφαλικών αγγείωνμπορεί να προκαλέσει έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην υδροχλωροθειαζίδηΠληθυσμόςασθενείς με ή χωρίς ιστορικό αλλεργίας ή βρογχικού άσθματοςμπορεί να συμβούν, αλλά είναι πιθανότερες σε ασθενείς με τέτοιο ιστορικό.
-
Παρόξυνση ή ενεργοποίηση συστηματικού ερυθηματώδους λύκουέχει αναφερθεί με τη χρήση των θειαζιδικών διουρητικών.
-
Αντιυπερτασική δράση σε ασθενείς της μαύρης φυλήςΠληθυσμόςασθενείς της μαύρης φυλήςη αντιυπερτασική δράση της ολμεσαρτάνης είναι κατά τι μικρότερη από ότι σε ασθενείς που δεν ανήκουν στη μαύρη φυλή, εντούτοις, αυτό το αποτέλεσμα δεν παρατηρήθηκε σε κάποιες κλινικές μελέτες με Olmedipin Plus (βλέπε επίσης Φαρμακοδυναμικές).
-
ΛακτόζηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική έλλειψη λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςδε θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-OLMEDIPIN PLUS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑναστρέψιμες αυξήσεις επιπέδων λιθίου στον ορό, τοξικότητα, μείωση νεφρικής κάθαρσης λιθίου.ΣύστασηΑν η χρήση του συνδυασμού κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
-
προσοχήΕνίσχυση αντιυπερτασικού αποτελέσματος.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)προσοχήΜείωση αντιυπερτασικού αποτελέσματος, επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας (πιθανή οξεία νεφρική ανεπάρκεια).ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Επαρκής ποσότητα υγρών, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
παρακολούθησηΕνίσχυση αντιυπερτασικού αποτελέσματος.
-
Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντεςπαρακολούθησηΑύξηση της αντιυπερτασικής δράσης.
-
Αλκοόλ, βαρβιτουρικά, ναρκωτικά ή αντικαταθλιπτικάπαρακολούθησηΕνίσχυση ορθοστατικής υπότασης.
-
Αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένηαντένδειξηΥπόταση, υπερκαλιαιμία και μειωμένη νεφρική λειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας).
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα του καλίουαντένδειξηΑύξηση του καλίου του ορού.ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου.
-
Ρητίνη δέσμευσης χολικών οξέων κολεσεβελάμηπροσοχήΜείωση συστηματικής έκθεσης, Cmax και t1/2 της ολμεσαρτάνης.ΣύστασηΧορήγηση μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης τουλάχιστον 4 ώρες πριν την υδροχλωρική κολεσεβελάμη.
-
Αντιόξινα (υδροξείδιο αλουμινίου μαγνησίου)παρακολούθησηΜέτρια μείωση της βιοδιαθεσιμότητας της ολμεσαρτάνης.
-
Βαρφαρίνη (μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη)παρακολούθησηΚαμία σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική ή τη φαρμακοδυναμική.
-
Διγοξίνη (μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη)παρακολούθησηΚαμία σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική.
-
Πραβαστατίνη (μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη)παρακολούθησηΚαμία κλινικά σχετιζόμενη επίδραση στη φαρμακοκινητική.
-
Αναστολείς του CYP3A4 (αναστολείς πρωτεάσης, αντιμυκητιασικά αζολών, μακρολίδια, βεραπαμίλη, διλτιαζέμη)προσοχήΣημαντική αύξηση της έκθεσης στην αμλοδιπίνη, αυξημένος κίνδυνος υπότασης.ΣύστασηΣτενή παρατήρηση των ασθενών, πιθανή προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Επαγωγείς του CYP3A4 (ριφαμπικίνη, Hypericum perforatum)προσοχήΣυγκέντρωση αμλοδιπίνης στο πλάσμα μπορεί να ποικίλλει.ΣύστασηΠαρακολούθηση αρτηριακής πίεσης, ενδεχόμενο ρύθμισης της δόσης.
-
Γκρέιπφρουτ ή χυμός από γκρέιπφρουταντένδειξηΑυξημένη βιοδιαθεσιμότητα, αυξημένες αντιυπερτασικές επιδράσεις.ΣύστασηΔε συνιστάται η χορήγηση.
-
Δαντρολένιο (έγχυση)αντένδειξηΘανατηφόρος κοιλιακή μαρμαρυγή και καρδιαγγειακή κατέρρευση, υπερκαλιαιμία.ΣύστασηΣυνιστάται η αποφυγή συγχορήγησης σε ασθενείς επιρρεπείς σε κακοήθη υπερθερμία και στην αντιμετώπιση της κακοήθους υπερθερμίας.
-
προσοχήΑύξηση 77% της έκθεσης στη σιμβαστατίνη.ΣύστασηΠεριορισμός στη δόση της σιμβαστατίνης σε 20 mg ημερησίως.
-
προσοχήΚίνδυνος αυξημένων επιπέδων τακρόλιμους στο αίμα, τοξικότητα.ΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων τακρόλιμους στο αίμα και προσαρμογή της δόσης του τακρόλιμους.
-
Κυκλοσπορίνη (με αμλοδιπίνη)προσοχήΑύξηση ελάχιστων επιπέδων κυκλοσπορίνης.ΣύστασηΠαρακολούθηση ελάχιστων επιπέδων κυκλοσπορίνης, μειώσεις στη δόση της κυκλοσπορίνης.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα του καλίου (με υδροχλωροθειαζίδη)αντένδειξηΕνίσχυση απώλειας καλίου, υποκαλιαιμία.
-
Άλατα ασβεστίουπροσοχήΑύξηση του ασβεστίου του ορού.ΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων ασβεστίου, ρύθμιση δόσης ασβεστίου.
-
Χολεστυραμίνη, ρητίνες κολεστιπόληςπροσοχήΜείωση απορρόφησης υδροχλωροθειαζίδης.
-
Γλυκοσίδες δακτυλίτιδαςπροσοχήΕμφάνιση καρδιακών αρρυθμιών που επάγονται από τη δακτυλίτιδα λόγω υποκαλιαιμίας/υπομαγνησιαιμίας.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζονται από τις διαταραχές του καλίου του ορούπροσοχήΚίνδυνος κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsades de pointes).ΣύστασηΠεριοδική παρακολούθηση του καλίου του ορού και ΗΚΓ.
-
Μη εκπολωτικά μυοχαλαρωτικά του σκελετικού μυός (π.χ. τουβοκουραρίνη)προσοχήΕνίσχυση δράσης μυοχαλαρωτικών.
-
Αντιχολινεργικοί παράγοντες (π.χ. ατροπίνη, βεπεριδίνη)προσοχήΑύξηση της βιοδιαθεσιμότητας των διουρητικών θειαζιδικού τύπου.
-
Αντιδιαβητικά φάρμακα (παράγοντες από του στόματος και ινσουλίνη)προσοχήΕπηρεασμός ανοχής στη γλυκόζη.ΣύστασηΜπορεί να χρειασθεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας.
-
προσοχήΚίνδυνος γαλακτικής οξέωσης λόγω πιθανής νεφρικής ανεπάρκειας σχετιζόμενης με την υδροχλωροθειαζίδη.ΣύστασηΗ μετφορμίνη πρέπει να λαμβάνεται με προσοχή.
-
β-αποκλειστές και διαζοξίδηπροσοχήΑύξηση της υπεργλυκαιμικής δράσης.
-
Συμπαθομιμητικές αμίνες (π.χ. νοραδρεναλίνη)προσοχήΜείωση της δράσης των συμπαθομιμητικών αμινών.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας (π.χ. προβενεσίδη, σουλφιπυραζόνη, αλλοπουρινόλη)προσοχήΑύξηση των επιπέδων του ουρικού οξέος στον ορό, πιθανή αύξηση συχνότητας αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη.ΣύστασηΑναπροσαρμογή της δοσολογίας των ουρικοζουρικών φαρμάκων.
-
προσοχήΑύξηση του κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούνται από την αμανταδίνη.
-
Κυτταροτοξικοί παράγοντες (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη)προσοχήΜείωση της νεφρικής απέκκρισης των κυτταροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων και ενίσχυση των μυελοκατασταλτικών τους δράσεων.
-
ΣαλικυλικάπροσοχήΣε περίπτωση υψηλών δόσεων σαλικυλικών, η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να αυξήσει την τοξική δράση των σαλικυλικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
-
ΜεθυλντόπαπροσοχήΑιμολυτική αναιμία (μεμονωμένες αναφορές).
-
Κυκλοσπορίνη (με υδροχλωροθειαζίδη)προσοχήΑύξηση του κινδύνου υπεουριχαιμίας και των επιπλοκών τύπου ουρικής αρθρίτιδας.
-
ΤετρακυκλίνεςπροσοχήΑύξηση του κινδύνου αύξησης της ουρίας.
sick
SPC-OLMEDIPIN PLUS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Ουρολοίμωξη
- Σιελαδενίτιδα
- Βρογχίτιδα
- Φαρυγγίτιδα
- Γαστρεντερίτιδα
- Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Καταστολή μυελού των οστών
- Αιμολυτική αναιμία
- Απλαστική αναιμία
- Λευκοπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπερευαισθησία σε φάρμακο
- Υπερκαλιαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Ανορεξία
- Υπερασβεστιαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υποχλωραιμία
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Υπερχοληστερολαιμία
- Υπερουριχαιμία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Γλυκοζουρία
- Πολλακιουρία
- Αυξημένη συχνότητα ούρησης
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Αιματουρία
- Διαταραχές ούρησης
- Νυκτουρία
- Διάμεση νεφρίτιδα
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Υποχλωραιμική αλκάλωση
- Υπεραμυλασαιμία
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αυξημένο ουρικό οξύ αίματος
- Μειωμένο κάλιο αίματος
- Αυξημένη γ-γλουταμυλική τρανσφεράση
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
- Μείωση αιμοσφαιρίνης
- Μείωση αιματοκρίτη
- Κατάσταση σύγχυσης
- Κατάθλιψη
- Απάθεια
- Ευερεθιστότητα
- Ανησυχία
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Μεταβολές διάθεσης (συμπεριλαμβανομένου του άγχους)
- Διαταραχές ύπνου (συμπεριλαμβανομένης της αϋπνίας)
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη θέσης
- Προσυγκοπή
- Δυσγευσία
- Υπερτονία
- Υπαισθησία
- Παραισθησία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Υπνηλία
- Συγκοπή
- Σπασμοί
- Τρόμος
- Εξωπυραμιδική διαταραχή
- Διαταραχές συνείδησης
- Ίλιγγος
- Πάρεση
- Λήθαργος
- Οπτική διαταραχή (συμπεριλαμβανομένης διπλωπίας, όραση θαμπή)
- Δακρύρροια μειωμένη
- Επιδείνωση μυωπίας
- Ξανθοψία
- Οξεία μυωπία
- Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας
- Αποκόλληση χοριοειδούς
- Εμβοές
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Στηθάγχη
- Αρρυθμία (συμπεριλαμβανομένης βραδυκαρδίας, κοιλιακής ταχυκαρδίας και κολπικής μαρμαρυγής)
- Υπόταση
- Έξαψη
- Ορθοστατική υπόταση
- Θρόμβωση
- Εμβολή
- Αγγειίτιδα (συμπεριλαμβανομένης νεκρωτικής αγγειίτιδας)
- Βήχας
- Ρινίτιδα
- Αναπνευστική δυσχέρεια
- Πνευμονικό οίδημα
- Δύσπνοια
- Οξεία διάμεση πνευμονία
- Διάρροια
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Κοιλιακό άλγος
- Μεταβολή στις συνήθειες του εντέρου
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Γαστρίτιδα
- Ερεθισμός στομάχου
- Υπερπλασία των ούλων
- Παραλυτικός ειλεός
- Παγκρεατίτιδα
- Έμετος
- Εντεροπάθεια τύπου κοιλιοκάκης
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Ενδοηπατικός χολοστατικός ίκτερος
- Οξεία χολοκυστίτιδα
- Αλωπεκία
- Αγγειοοίδημα
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Εξάνθημα
- Επανενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκου
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Δυσχρωματισμός δέρματος
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Ερύθημα
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Υπεριδρωσία
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
- Κνησμός
- Πορφύρα
- Κνίδωση
- Έκζεμα
- Αντιδράσεις προσομοιάζουσες τον δερματικό ερυθηματώδη λύκο
- Οίδημα Quincke
- Μυϊκός σπασμός
- Οίδημα άρθρωσης
- Μυϊκή αδυναμία
- Οίδημα αστραγάλου
- Αρθραλγία
- Αρθρίτιδα
- Πόνος στην πλάτη
- Μυαλγία
- Σκελετικός πόνος
- Ραβδομυόλυση
- Άλγος στα άκρα
- Στυτική δυσλειτουργία
- Γυναικομαστία
- Εξασθένηση
- Περιφερικό οίδημα
- Κόπωση
- Θωρακικό άλγος
- Πυρετός
- Συμπτώματα γρίπης
- Αίσθημα κακουχίας
- Οίδημα
- Άλγος
- Οίδημα προσώπου
- Οίδημα με εντύπωμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑυξημένο ουρικό οξύ αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓλυκοζουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
ΣυχνέςΕρεθισμός στομάχουΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜειωμένο κάλιο αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜεταβολή στις συνήθειες του εντέρουΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟίδημα αστραγάλουΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟίδημα με εντύπωμαΓενικές
-
ΣυχνέςΟπτική διαταραχή (συμπεριλαμβανομένης διπλωπίας, όραση θαμπή)Οφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠόνος στην πλάτηΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΣυμπτώματα γρίπηςΓενικές
-
ΣυχνέςΥπεραμυλασαιμίαΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποχλωραιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποχλωραιμική αλκάλωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΆλγος στα άκραΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑλλεργική δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑναπνευστική δυσχέρειαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑρρυθμία (συμπεριλαμβανομένης βραδυκαρδίας, κοιλιακής ταχυκαρδίας και κολπικής μαρμαρυγής)Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γ-γλουταμυλική τρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη συχνότητα ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ύπνου (συμπεριλαμβανομένης της αϋπνίας)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΖάλη θέσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚατάσταση σύγχυσηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜεταβολές διάθεσης (συμπεριλαμβανομένου του άγχους)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκός σπασμόςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝυκτουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟίδημα άρθρωσηςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠολλακιουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠροσυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Όχι συχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις προσομοιάζουσες τον δερματικό ερυθηματώδη λύκοΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑπάθειαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΔακρύρροια μειωμένηΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές συνείδησηςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕμβολήΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΕπανενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκουΔέρμα
-
ΣπάνιεςΕπιδείνωση μυωπίαςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΘρόμβωσηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΚαταστολή μυελού των οστώνΑίμα
-
ΣπάνιεςΛευκοπενία/ΑκοκκιοκυτταραιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΜείωση αιματοκρίτηΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΜείωση αιμοσφαιρίνηςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΞανθοψίαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΟξεία διάμεση πνευμονίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟξεία χολοκυστίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΠάρεσηΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣιελαδενίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ σπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειίτιδα (συμπεριλαμβανομένης νεκρωτικής αγγειίτιδας)Αγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΕνδοηπατικός χολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημα QuinckeΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαραλυτικός ειλεόςΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΥπερευαισθησία σε φάρμακοΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερπλασία των ούλωνΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερτονίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑποκόλληση χοριοειδούςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕντεροπάθεια τύπου κοιλιοκάκηςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕξωπυραμιδική διαταραχήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜη μελανωματικός καρκίνος του δέρματοςΝεοπλάσματα
-
Μη γνωστέςΟξεία μυωπίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
pregnant_woman
SPC-OLMEDIPIN PLUS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΗ χρήση του συνδυασμού αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου της κύησης. Δεν συνίσταται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Η θεραπεία με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ θα πρέπει να σταματήσει αμέσως όταν διαγνωσθεί η κύηση. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν πρέπει να χορηγείται για οίδημα κύησης, υπέρταση κύησης, προεκλαμψία ή ιδιοπαθή υπέρταση (εκτός σπάνιων περιπτώσεων).Για τον συνδυασμό: Αντενδείκνυται κατά το 2ο και 3ο τρίμηνο. Δεν συνίσταται κατά το 1ο τρίμηνο. **Μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη:** Δεν συνιστάται κατά το 1ο τρίμηνο, αντενδείκνυται κατά το 2ο και 3ο τρίμηνο. Πιθανός κίνδυνος τερατογένεσης (αναστολείς ΜΕΑ). Προκαλεί ανθρώπινη εμβρυοτοξικότητα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση κρανιακής οστεοποίησης) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) σε έκθεση 2ου/3ου τριμήνου. Συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος νεφρικής λειτουργίας και κρανίου σε περίπτωση έκθεσης από το 2ο τρίμηνο. Τα βρέφη πρέπει να παρακολουθούνται για υπόταση. **Υδροχλωροθειαζίδη:** Περιορισμένη εμπειρία στο 1ο τρίμηνο. Διαπερνά τον πλακούντα. Η χρήση στο 2ο και 3ο τρίμηνο μπορεί να μειώσει την αιμάτωση στον εμβρυϊκό πλακούντα και να προκαλέσει ίκτερο, διαταραχή ηλεκτρολυτών και θρομβοκυτταροπενία. Δεν πρέπει να χορηγείται για οίδημα κύησης, υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία λόγω κινδύνου μείωσης όγκου πλάσματος και αιματικής ροής στον πλακούντα. Δεν πρέπει να χορηγείται για ιδιοπαθή υπέρταση σε εγκύους εκτός σπάνιων περιπτώσεων. **Αμλοδιπίνη:** Περιορισμένα στοιχεία δεν υποδεικνύουν βλάβη στο έμβρυο, αλλά πιθανώς υπάρχει κίνδυνος παράτασης του τοκετού.
-
ΓαλουχίαΟ συνδυασμός μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης δεν συνιστάται. Εάν χρησιμοποιηθεί, οι δόσεις θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν χαμηλότερες.Προτείνονται εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερο προφίλ ασφαλείας, ιδιαίτερα για νεογέννητα ή πρόωρα βρέφη. **Ολμεσαρτάνη:** Απεκκρίνεται στο γάλα επίμυων, δεν είναι γνωστό αν περνά στο ανθρώπινο γάλα. **Αμλοδιπίνη:** Απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα (3-7%, μέγιστο 15% της μητρικής δόσης στο βρέφος). Η επίδραση στα βρέφη δεν είναι γνωστή. **Υδροχλωροθειαζίδη:** Απεκκρίνεται σε μικρές ποσότητες στο ανθρώπινο γάλα. Υψηλές δόσεις μπορεί να αναστείλουν την παραγωγή γάλακτος.
-
ΓονιμότηταΤα κλινικά δεδομένα είναι ανεπαρκή. Έχουν αναφερθεί δυσμενείς επιπτώσεις σε μελέτες σε ζώα.Αναστρέψιμες βιοχημικές μεταβολές στην κεφαλή των σπερματοζωαρίων σε ορισμένους ασθενείς υπό αποκλειστές διαύλων ασβεστίου. Κλινικά δεδομένα για την αμλοδιπίνη και τη γονιμότητα είναι ανεπαρκή. Σε μελέτη με επίμυες βρέθηκαν δυσμενείς επιπτώσεις στην γονιμότητα των αρρένων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
SPC-OLMEDIPIN PLUS
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης II (ΑΥΑ), λοιποί συνδυασμοί, κωδικός ATC: C09DX03 ### Μηχανισμός δράσης Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης αποτελούν…
monitor_heart
SPC-OLMEDIPIN PLUS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης II (ΑΥΑ), λοιποί συνδυασμοί, κωδικός ATC: C09DX03 ### Μηχανισμός δράσης Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης αποτελούν…
biotech
SPC-OLMEDIPIN PLUS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | περιοδικά | Επηρεασμένη νεφρική λειτουργία |
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | συχνή και στενή | Διπλός αποκλεισμός Συστήματος Ρενίνης-Αγγειοτασίνης-Αλδοστερόνης |
| Ηλεκτρολύτες ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | συχνή και στενή | Διπλός αποκλεισμός Συστήματος Ρενίνης-Αγγειοτασίνης-Αλδοστερόνης |
| περιοδικά | Θεραπεία με διουρητικά | ||
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | περιοδικά | Επηρεασμένη νεφρική λειτουργία |
| στενή | Κίνδυνος υπερκαλιαιμίας | ||
| συχνή | Συγχορήγηση με καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή φάρμακα που αυξάνουν το κάλιο |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | συχνή και στενή | Διπλός αποκλεισμός Συστήματος Ρενίνης-Αγγειοτασίνης-Αλδοστερόνης |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-OLMEDIPIN PLUS
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες Η συνιστώμενη δόση του Olmedipin Plus είναι 1 δισκίο την ημέρα.
Επιπρόσθετη θεραπεία
- Το Olmedipin Plus 20 mg/5 mg/12,5 mg μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς, στους οποίους η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς από την μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη 20 mg και την αμλοδιπίνη 5 mg, οι οποίες λαμβάνονται ως συνδυασμός δύο συστατικών.
- Το Olmedipin Plus 40 mg/5 mg/12,5 mg μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς, στους οποίους η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς από την μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη 40 mg και την αμλοδιπίνη 5 mg, οι οποίες λαμβάνονται ως συνδυασμός δύο συστατικών ή σε ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς με το Olmedipin Plus 20 mg/5 mg/12,5 mg.
- Το Olmedipin Plus 40 mg/5 mg/25 mg μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς, στους οποίους η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς με Olmedipin Plus 40 mg/5 mg/12,5 mg.
- Το Olmedipin Plus 40 mg/10 mg/12,5 mg μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς, στους οποίους η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς από την μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη 40 mg και την αμλοδιπίνη 10 mg, οι οποίες λαμβάνονται ως συνδυασμός δύο συστατικών ή με το Olmedipin Plus 40 mg/5 mg/12,5 mg.
- Το Olmedipin Plus 40 mg/10 mg/25 mg μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς, στους οποίους η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς με Olmedipin Plus 40 mg/10 mg/12,5 mg ή με το Olmedipin Plus 40 mg/5 mg/25 mg.
Μία σταδιακή τιτλοποίηση της δόσης των μεμονωμένων συστατικών συνιστάται πριν την αλλαγή στον τριπλό συνδυασμό. Όταν ενδείκνυται κλινικά, άμεση αλλαγή από τον διπλό στον τριπλό συνδυασμό μπορεί να εξεταστεί.
Θεραπεία υποκατάστασης Οι ασθενείς που ελέγχονται με σταθερές δόσεις μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης, αμλοδιπίνης και υδροχλωροθειαζίδης, οι οποίες λαμβάνονται ταυτόχρονα ως σκεύασμα δύο συστατικών (μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη και αμλοδιπίνη ή μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη και υδροχλωροθειαζίδη) και σκεύασμα ενός συστατικού (υδροχλωροθειαζίδη ή αμλοδιπίνη) μπορεί να αλλάξουν σε Olmedipin Plus που περιέχει τις ίδιες δόσεις των συστατικών αυτών.
Η μέγιστη συνιστώμενη δόση του Olmedipin Plus είναι 40 mg/10 mg/25 mg ημερησίως.
Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών ή άνω) Προσοχή, συμπεριλαμβανομένης της συχνότερης παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης, συνιστάται για τους ηλικιωμένους, ιδιαίτερα στη μέγιστη δόση του Olmedipin Plus 40 mg/10 mg/25 mg ημερησίως. Η αύξηση της δοσολογίας θα πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ηλικιωμένους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Πολύ περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα για τη χρήση του Olmedipin Plus σε ασθενείς ηλικίας 75 ετών ή μεγαλύτερους. Συστήνεται ιδιαίτερη προσοχή, συμπεριλαμβανομένης της συχνότερης παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης.
Νεφρική δυσλειτουργία Η μέγιστη δόση σε ασθενείς με ήπιου έως μετρίου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-60 mL/min) είναι Olmedipin Plus 20 mg/5 mg/12,5 mg, λόγω της περιορισμένης εμπειρίας με τη δοσολογία των 40 mg μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης σε αυτή την ομάδα των ασθενών. Συνιστάται παρακολούθηση των συγκεντρώσεων στον ορό του καλίου και της κρεατινίνης στους ασθενείς με μετρίου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία. Η χρήση Olmedipin Plus σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min) αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία Το Olmedipin Plus πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπιου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Σε ασθενείς με μετρίου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία, η μέγιστη δόση Olmedipin Plus, δεν πρέπει να ξεπερνά τα 20 mg/5 mg/12,5 mg μια φορά ημερησίως. Συνιστάται η στενή παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Όπως συμβαίνει με όλους τους ανταγωνιστές ασβεστίου, ο χρόνος ημίσειας ζωής της αμλοδιπίνης παρατείνεται σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία και δεν έχουν τεκμηριωθεί συστάσεις δοσολογίας. Ως εκ τούτου, το Olmedipin Plus θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς. Η φαρμακοκινητική της αμλοδιπίνης δεν έχει μελετηθεί σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η αμλοδιπίνη θα πρέπει να ξεκινά στη χαμηλότερη δόση και να τιτλοποιείται αργά σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία. Η χρήση του Olmedipin Plus αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές), χολόσταση ή απόφραξη των χοληφόρων (βλ. Αντενδείξεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός Το Olmedipin Plus δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών, λόγω έλλειψης στοιχείων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.
Τρόπος χορήγησης Το δισκίο θα πρέπει να καταπίνεται με επαρκή ποσότητα υγρού (π.χ. ένα ποτήρι νερό). Το δισκίο δεν πρέπει να μασάται και θα πρέπει να λαμβάνεται την ίδια ώρα κάθε ημέρα. Το Olmedipin Plus μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.
block
Αντενδείξεις
SPC-OLMEDIPIN PLUS
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, τα διϋδροπυριδινικά παράγωγα ή σε ουσίες παράγωγα σουλφοναμίδης (εφόσον η υδροχλωροθειαζίδη είναι παράγωγο σουλφοναμίδης) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
- Ανθεκτική υποκαλιαιμία, υπερασβεστιαιμία, υπονατριαιμία και συμπτωματική υπερουριχαιμία.
- Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, χολόσταση και αποφρακτικές παθήσεις των χοληφόρων (βλ. Φαρμακοκινητικές).
- Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).
- Συγχορήγηση Olmedipin Plus με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη, σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (με ρυθμό σπειραματικής διήθησης (GFR) < 60 mL/min/1,73 m2) (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).
- Λόγω του συστατικού αμλοδιπίνη, το Olmedipin Plus επίσης αντενδείκνυται σε ασθενείς με:
- Καταπληξία (συμπεριλαμβανομένης της καρδιογενούς καταπληξίας).
- Σοβαρή υπόταση.
- Απόφραξη του χώρου εξόδου της αριστερής κοιλίας (π.χ. σοβαρού βαθμού στένωση αορτής).
- Αιμοδυναμικά ασταθή καρδιακή ανεπάρκεια μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-OLMEDIPIN PLUS
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ασθενείς με υποογκαιμία ή έλλειψη νατρίου
Είναι δυνατό να εμφανιστεί συμπτωματική υπόταση, σε ασθενείς με υποογκαιμία και/ή έλλειψη νατρίου, ως αποτέλεσμα εντατικής διουρητικής θεραπείας, διαιτητικού περιορισμού του νατρίου, διάρροιας ή εμέτου, ιδιαίτερα έπειτα από την πρώτη δόση. Συνιστάται η διόρθωση αυτής της κατάστασης πριν τη χορήγηση του Olmedipin Plus ή προσεκτική ιατρική παρακολούθηση κατά την έναρξη της θεραπείας.
Άλλες καταστάσεις με διέγερση του συστήματος ρενίνης - αγγειοτασίνης -αλδοστερόνης
Σε ασθενείς, στους οποίους ο αγγειακός τόνος και η νεφρική λειτουργία εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από τη δραστηριότητα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (π.χ. ασθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή υποκείμενη νεφρική νόσο, συμπεριλαμβανομένης της στένωσης της νεφρικής αρτηρίας), η θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν αυτό το σύστημα, έχει συσχετιστεί με οξεία υπόταση, αζωθαιμία, ολιγουρία ή σπανιότερα οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
Νεφραγγειακή υπέρταση
Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας όταν οι ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση της αρτηρίας μονήρους λειτουργούντος νεφρού λάβουν φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης.
Νεφρική δυσλειτουργία και μεταμόσχευση νεφρού
Όταν το Olmedipin Plus χρησιμοποιείται σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, συνιστάται περιοδική παρακολούθηση των συγκεντρώσεων στον ορό του καλίου και της κρεατινίνης. Η χρήση του Olmedipin Plus δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 mL/min) (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές). Αζωθαιμία, σχετιζόμενη με θειαζιδικά διουρητικά, μπορεί να συμβεί σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία. Εάν γίνει εμφανής προοδευτική νεφρική δυσλειτουργία, προσεκτική επανεκτίμηση της θεραπείας είναι απαραίτητη, λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορεί να πρέπει να διακοπεί η θεραπεία με διουρητικά. Δεν υπάρχει εμπειρία χορήγησης του Olmedipin Plus σε ασθενείς με πρόσφατη μεταμόσχευση νεφρού ή σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία τελικού σταδίου (δηλ. κάθαρση κρεατινίνης < 12 mL/min).
Διπλός αποκλεισμός του Συστήματος Ρενίνης-Αγγειοτασίνης-Αλδοστερόνης
Έχει αποδειχθεί ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και έκπτωσης της νεφρικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος Ρενίνης - Αγγειοτασίνης - Αλδοστερόνης μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένης δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές). Αν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να γίνεται μόνο υπό την επίβλεψη ειδικού και o ασθενής να υπόκειται σε συχνή και στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης. Δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ.
Ηπατική δυσλειτουργία
Στους ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, είναι αυξημένη η έκθεση στην αμλοδιπίνη και την μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη (βλ. Φαρμακοκινητικές). Επιπλέον, μικρές μεταβολές του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών κατά τη διάρκεια θεραπείας με θειαζίδες μπορεί να προκαλέσουν ηπατικό κώμα σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία ή προοδευτική ηπατική νόσο. Όταν το Olmedipin Plus χορηγείται σε ασθενείς με ήπια έως μέτριου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία, απαιτείται προσοχή. Σε ασθενείς με μέτριου βαθμού επηρεασμένη ηπατική λειτουργία, η δόση της μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης δε θα πρέπει να ξεπερνά τα 20 mg (βλ. Δοσολογία). Σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία, η αμλοδιπίνη θα πρέπει να ξεκινά από το χαμηλότερο σημείο του δοσολογικού εύρους και να χρησιμοποιείται με προσοχή, τόσο στην έναρξη της θεραπείας όσο και κατά την αύξηση της δόσης. Η χρήση του Olmedipin Plus αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, χολόσταση ή απόφραξη των χοληφόρων (βλ. Αντενδείξεις).
Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας, υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια
Όπως και με άλλα αγγειοδιασταλτικά φάρμακα, λόγω της παρουσίας της αμλοδιπίνης στο Olmedipin Plus, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς που πάσχουν από στένωση της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας ή από υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια.
Πρωτοπαθής αλδοστερονισμός
Γενικά, οι ασθενείς με πρωτοπαθή αλδοστερονισμό δεν ανταποκρίνονται σε αντιυπερτασικά φάρμακα που δρουν μέσω της αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης. Επομένως, σε αυτούς τους ασθενείς δεν συνιστάται η χρήση του Olmedipin Plus.
Μεταβολικές και ενδοκρινικές επιδράσεις
Η θεραπεία με θειαζίδες μπορεί να διαταράξει την ανοχή στην γλυκόζη. Σε διαβητικούς ασθενείς μπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας της ινσουλίνης ή των από του στόματος υπογλυκαιμικών παραγόντων (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να γίνει έκδηλος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με θειαζίδες. Αυξήσεις των επιπέδων της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων αποτελούν ανεπιθύμητες ενέργειες που είναι γνωστές ότι σχετίζονται με τη θεραπεία με θειαζιδικά διουρητικά. Μπορεί να εμφανιστεί υπεουριχαιμία ή να επιταχυνθεί η εκδήλωση ουρικής αρθρίτιδας σε ορισμένους ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με θειαζίδες.
Ηλεκτρολυτικές διαταραχές
Όπως και για κάθε ασθενή που λαμβάνει θεραπεία με διουρητικά, περιοδική εξέταση των ηλεκτρολυτών του ορού, πρέπει να πραγματοποιείται σε κατάλληλα διαστήματα. Οι θειαζίδες, συμπεριλαμβανομένης της υδροχλωροθειαζίδης, μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές ύδατος ή ηλεκτρολυτών (συμπεριλαμβανομένων υποκαλιαιμίας, υπονατριαιμίας και υποχλωραιμικής αλκάλωσης). Προειδοποιητικά σημεία διαταραχής ύδατος ή ηλεκτρολυτών είναι η ξηροστομία, η δίψα, η αδυναμία, ο λήθαργος, η υπνηλία, η ανησυχία, οι μυϊκοί πόνοι ή οι κράμπες, η μυϊκή κόπωση, η υπόταση, η ολιγουρία, η ταχυκαρδία και οι γαστρεντερικές διαταραχές, όπως ναυτία ή έμετος (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ο κίνδυνος υποκαλιαιμίας είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, σε ασθενείς με έντονη διούρηση, σε ασθενείς που λαμβάνουν ανεπαρκή ποσότητα ηλεκτρολυτών από του στόματος και σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή ACTH (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Αντιθέτως, λόγω του ανταγωνισμού των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ (AT1) μέσω του συστατικού του Olmedipin Plus, μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη, μπορεί να εμφανισθεί υπερκαλιαιμία, ιδιαίτερα κατά την παρουσία νεφρικής δυσλειτουργίας και/ή καρδιακής ανεπάρκειας και σακχαρώδους διαβήτη. Συνιστάται στενή παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου στον ορό σε ασθενείς σε κίνδυνο. Η ταυτόχρονη χορήγηση Olmedipin Plus με καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο και άλλα φάρμακα που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καλίου του ορού (π.χ. ηπαρίνη) (βλ. Αλληλεπιδράσεις) πρέπει να γίνεται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου. Δεν έχει αποδειχθεί ότι η μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη θα μπορούσε να μειώσει ή να προλάβει την προερχόμενη από διουρητικά υπονατριαιμία. Η έλλειψη χλωρίου είναι γενικά ήπια και συνήθως δεν απαιτεί θεραπεία. Οι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν την απέκκριση ασβεστίου στα ούρα και να προκαλέσουν διαλείπουσα και ελαφρά αύξηση του ασβεστίου στον ορό επί απουσίας γνωστής διαταραχής του μεταβολισμού του ασβεστίου. Η υπερασβεστιαιμία μπορεί να είναι ένδειξη λανθάνοντος υπερπαραθυρεοειδισμού. Οι θειαζίδες πρέπει να διακόπτονται πριν τη διενέργεια ελέγχου της λειτουργίας του παραθυρεοειδούς. Έχει δειχθεί ότι οι θειαζίδες αυξάνουν την απέκκριση του μαγνησίου στα ούρα, που μπορεί να οδηγήσει σε υπομαγνησιαιμία. Σε ζεστό καιρό, υπονατριαιμία εξ’ αραιώσεως μπορεί να συμβεί σε οιδηματώδεις ασθενείς.
Λίθιο
Όπως συμβαίνει και με άλλους ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, η συγχορήγηση του Olmedipin Plus με το λίθιο δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Καρδιακή ανεπάρκεια
Λόγω της αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, ενδέχεται να αναμένονται μεταβολές στη νεφρική λειτουργία, σε ευαίσθητα άτομα. Σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, των οποίων η νεφρική λειτουργία πιθανώς να εξαρτάται από τη δραστηριότητα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, η θεραπεία με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ) και ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης έχει συσχετιστεί με ολιγουρία και/ή προοδευτική αζωθαιμία και (σπανίως) με οξεία νεφρική ανεπάρκεια και/ή θάνατο. Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή. Σε μία μακροχρόνια, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη με την αμλοδιπίνη, σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA III και IV), η αναφερόμενη επίπτωση πνευμονικού οιδήματος στην ομάδα υπό θεραπεία με αμλοδιπίνη ήταν υψηλότερη συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Οι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, συμπεριλαμβανομένης της αμλοδιπίνης, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο μελλοντικών καρδιαγγειακών συμβαμάτων και θνησιμότητας.
Εντεροπάθεια τύπου κοιλιοκάκης
Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, έχει αναφερθεί σοβαρή, χρόνια διάρροια με σημαντική απώλεια βάρους σε ασθενείς που λαμβάνουν ολμεσαρτάνη, λίγους μήνες έως χρόνια μετά την έναρξη του φαρμάκου, που πιθανόν προκλήθηκε από μια τοπική καθυστερημένη αντίδραση υπερευαισθησίας. Ατροφία των λαχνών έχει συχνά φανεί σε βιοψίες εντέρου ασθενών. Εάν ένας ασθενής εμφανίσει αυτά τα συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ολμεσαρτάνη, και απουσία άλλων εμφανών αιτίων, θα πρέπει να διακοπεί η θεραπεία με ολμεσαρτάνη αμέσως και δεν θα πρέπει να ξαναρχίσει. Αν η διάρροια δεν βελτιωθεί κατά τη διάρκεια της εβδομάδας μετά τη διακοπή, θα πρέπει να ληφθεί περαιτέρω συμβουλή από ειδικό (π.χ. έναν γαστρεντερολόγο).
Αποκόλληση του χοριοειδούς, Οξεία εμφάνιση Μυωπίας και Δευτερογενούς Γλαυκώματος
Η υδροχλωροθειαζίδη, ένα σουλφοναμίδιο, μπορεί να προκαλέσει μια ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση, οδηγώντας σε αποκόλληση του χοριοειδούς με βλάβη του οπτικού πεδίου, οξεία παροδική μυωπία και οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν οξεία εμφάνιση μειωμένης οπτικής οξύτητας ή οφθαλμικού πόνου και συνήθως συμβαίνουν εντός ωρών έως εβδομάδων από την έναρξη του φαρμάκου. Εάν δεν υποβληθεί σε θεραπεία, το οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας, μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη απώλεια της όρασης. Η κύρια θεραπεία είναι η διακοπή της υδροχλωροθειαζίδης το ταχύτερο δυνατόν. Εάν η ενδοφθάλμια πίεση παραμένει μη ελεγχόμενη, θα πρέπει να εξετάζονται άμεσες ιατρικές ή χειρουργικές θεραπείες. Οι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη οξέος γλαυκώματος κλειστής γωνίας μπορεί να περιλαμβάνουν ιστορικό αλλεργίας σε σουλφοναμίδιο ή πενικιλλίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Κύηση
Δεν πρέπει να ξεκινά η θεραπεία με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ κατά τη διάρκεια της κύησης. Εκτός εάν συνεχιζόμενη θεραπεία με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ θεωρείται απαραίτητη, οι ασθενείς που προγραμματίζουν κύηση θα πρέπει να αλλάζουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες, οι οποίες έχουν εξακριβωμένο προφίλ ασφαλούς χρήσης κατά τη διάρκεια της κύησης. Όταν διαγνωσθεί κύηση, η θεραπεία με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ θα πρέπει να σταματήσει αμέσως και, αν είναι ενδεδειγμένο, να ξεκινήσει μία εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το δισκίο Olmedipin Plus δεν ενδείκνυται σε παιδιά και έφηβους κάτω των 18 ετών.
Ηλικιωμένοι
Στους ηλικιωμένους, η αύξηση της δόσης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Φωτοευαισθησία
Περιπτώσεις φωτοευαισθησίας έχουν αναφερθεί με θειαζιδικά διουρητικά (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Εάν συμβούν αντιδράσεις φωτοευαισθησίας κατά τη διάρκεια θεραπείας με το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης, συνιστάται η διακοπή της θεραπείας. Αν η επαναχορήγηση διουρητικού θεωρηθεί αναγκαία, προτείνεται να προστατεύονται οι περιοχές που εκτίθενται στον ήλιο ή στο τεχνητό φως UVA.
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος
Σε δύο επιδημιολογικές μελέτες οι οποίες διενεργήθηκαν βάσει του Δανικού Εθνικού Μητρώου για τον Καρκίνο παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος (non-melanoma skin cancer- NMSC) [βασικοκυτταρικό καρκίνωμα (basal cell carcinoma- BCC) και καρκίνωμα του πλακώδους επιθηλίου (squamous cell carcinoma-SCC)] σε περίπτωση έκθεσης σε αυξανόμενη αθροιστική δόση υδροχλωροθειαζίδης. Η φωτοευαισθητοποιός δράση της υδροχλωροθειαζίδης θα μπορούσε να δρα ως πιθανός μηχανισμός για την εμφάνιση μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος. Οι ασθενείς που λαμβάνουν υδροχλωροθειαζίδη πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος και να λαμβάνουν συστάσεις ώστε να ελέγχουν το δέρμα τους για τυχόν νέες βλάβες και να αναφέρουν άμεσα οποιεσδήποτε ύποπτες δερματικές βλάβες. Στους ασθενείς πρέπει να συνιστάται η λήψη δυνατών προληπτικών μέτρων όπως περιορισμένη έκθεση στην ηλιακή και στην υπεριώδη ακτινοβολία και, σε περίπτωση έκθεσης, η χρήση κατάλληλης προστασίας για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του δέρματος. Οι ύποπτες δερματικές βλάβες πρέπει να υποβάλλονται άμεσα σε εξέταση, συμπεριλαμβανομένης της ιστολογικής εξέτασης βιοψίας. Σε ασθενείς που έχουν εμφανίσει μη μελανωματικό καρκίνο του δέρματος στο παρελθόν θα πρέπει ενδεχομένως να επανεξεταστεί η χρήση της υδροχλωροθειαζίδης (βλ. επίσης Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Λοιπά
Όπως με κάθε αντιυπερτασικό παράγοντα, η υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιακή νόσο ή ισχαιμική νόσο των εγκεφαλικών αγγείων μπορεί να προκαλέσει έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να συμβούν σε ασθενείς με ή χωρίς ιστορικό αλλεργίας ή βρογχικού άσθματος, αλλά είναι πιθανότερες σε ασθενείς με τέτοιο ιστορικό. Παρόξυνση ή ενεργοποίηση του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου έχει αναφερθεί με τη χρήση των θειαζιδικών διουρητικών. Όπως και με άλλους ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, η αντιυπερτασική δράση της ολμεσαρτάνης είναι κατά τι μικρότερη στους ασθενείς της μαύρης φυλής από ότι σε ασθενείς που δεν ανήκουν στη μαύρη φυλή, εντούτοις, αυτό το αποτέλεσμα δεν παρατηρήθηκε σε κάποια από τις τρεις κλινικές μελέτες με Olmedipin Plus, στην οποία περιλαμβάνονταν ασθενείς της μαύρης φυλής (30%), (βλέπε επίσης Φαρμακοδυναμικές). Το Olmedipin Plus περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική έλλειψη λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δε θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-OLMEDIPIN PLUS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Πιθανές αλληλεπιδράσεις που σχετίζονται με το συνδυασμό που περιέχει το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης
Δεν συνιστάται η συγχορήγηση
- Λίθιο Κατά τη συγχορήγηση λιθίου με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και σπανίως με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ έχουν αναφερθεί αναστρέψιμες αυξήσεις των επιπέδων του λιθίου στον ορό, καθώς και τοξικότητα. Επιπλέον, η νεφρική κάθαρση του λιθίου μειώνεται από τις θειαζίδες και κατά συνέπεια ο κίνδυνος τοξικότητας του λιθίου μπορεί να αυξηθεί. Επομένως, η χρήση του συνδυασμού μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης σε συνδυασμό με το λίθιο δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Αν η χρήση του συνδυασμού κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
Συγχορήγηση που απαιτεί προσοχή
- Βακλοφαίνη Μπορεί να ενισχυθεί το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα.
- Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) Τα ΜΣΑΦ (δηλ., ακετυλοσαλυκιλικό οξύ (>3 g/ημέρα), αναστολείς της COX-2 και μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ) μπορεί να μειώσουν το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα των θειαζιδικών διουρητικών και των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ. Σε ορισμένους ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. αφυδατωμένους ασθενείς ή ηλικιωμένους με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία) η συγχορήγηση των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ και παραγόντων που αναστέλλουν την κυκλοοοξυγενάση μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη. Επομένως, ο συνδυασμός θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν ικανοποιητικές ποσότητες υγρών και να εξεταστεί το ενδεχόμενο παρακολούθησης της νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη ταυτόχρονης θεραπείας και, εν συνεχεία, περιοδικά.
Συγχορήγηση που πρέπει να ληφθεί υπόψη
- Αμιφοστίνη Μπορεί να ενισχυθεί το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα.
- Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες Η αντιυπερτασική δράση του συνδυασμού μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης μπορεί να αυξηθεί κατά την ταυτόχρονη χορήγηση άλλων αντιυπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων.
- Αλκοόλ, βαρβιτουρικά, ναρκωτικά ή αντικαταθλιπτικά Μπορεί να ενισχυθεί η ορθοστατική υπόταση.
Πιθανές αλληλεπιδράσεις σχετιζόμενες με την μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη
Δεν συνιστάται η συγχορήγηση
- Αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένη Δεδομένα από κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένης σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως υπόταση, υπερκαλιαιμία και μειωμένη νεφρική λειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση με τη χρήση ενός μόνο παράγοντα, ο οποίος επιδρά στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).
- Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα του καλίου Η συγχορήγηση καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου, υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα του καλίου του ορού (π.χ. ηπαρίνη, αναστολείς ΜΕΑ) είναι δυνατό να οδηγήσουν σε αύξηση του καλίου του ορού (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Αν πρόκειται να συνταγογραφηθούν φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα του καλίου σε συνδυασμό με το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης, συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου.
Επιπλέον πληροφορίες
- Ρητίνη δέσμευσης χολικών οξέων κολεσεβελάμη Η ταυτόχρονη χορήγηση της ρητίνης δέσμευσης χολικών οξέων υδροχλωρικής κολεσεβελάμης και της ολμεσαρτάνης μειώνει τη συστηματική έκθεση και τη μέγιστη συγκέντρωση της ολμεσαρτάνης στο πλάσμα και μειώνει τον χρόνο ημίσειας ζωής της (t1/2). Χορήγηση της μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης τουλάχιστον 4 ώρες πριν από την υδροχλωρική κολεσεβελάμη μείωσε το αποτέλεσμα της φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης. Θα πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση της μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης τουλάχιστον 4 ώρες πριν τη δόση της υδροχλωρικής κολεσεβελάμης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
- Έπειτα από τη θεραπεία με αντιόξινα (υδροξείδιο αλουμινίου μαγνησίου), παρατηρήθηκε μέτρια μείωση της βιοδιαθεσιμότητας της ολμεσαρτάνης.
- Η μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη δεν είχε καμία σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική ή τη φαρμακοδυναμική της βαρφαρίνης ή στη φαρμακοκινητική της διγοξίνης.
- Η συγχορήγηση της μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης και της πραβαστατίνης δεν προκάλεσε κλινικά σχετιζόμενες επιδράσεις στη φαρμακοκινητική κανενός εκ των δυο παραγόντων, σε υγιή άτομα.
- Η ολμεσαρτάνη δεν είχε κλινικά σημαντική ανασταλτική επίδραση in vitro στα ένζυμα του ανθρώπινου κυτοχρώματος P450: 1Α1/2, 2Α6, 2C8/9, 2C19, 2D6, 2E1 και 3A4 και είχε ελάχιστη ή καθόλου επαγωγική δράση στο κυτόχρωμα P450 των επίμυων. Δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ολμεσαρτάνης και φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από τα ανωτέρω ένζυμα του κυτοχρώματος P450.
Πιθανές αλληλεπιδράσεις σχετιζόμενες με την αμλοδιπίνη
Συγχορήγηση που απαιτεί προσοχή
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στην αμλοδιπίνη
- Αναστολείς του CYP3A4: Η ταυτόχρονη χρήση αμλοδιπίνης με ισχυρούς ή μέτριους αναστολείς του CYP3A4 (αναστολείς πρωτεάσης, αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών, μακρολίδια, όπως ερυθρομυκίνη ή κλαριθρομυκίνη, βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη) μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της έκθεσης στην αμλοδιπίνη. Η κλινική έκφραση αυτών των φαρμακοκινητικών διαφοροποιήσεων ενδέχεται να είναι εντονότερη στους ηλικιωμένους. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υπότασης. Συνιστάται στενή παρατήρηση των ασθενών και, συνεπώς, μπορεί να απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
- Επαγωγείς του CYP3A4: Με τη συγχορήγηση γνωστών επαγωγέων του CYP3A4, η συγκέντρωση της αμλοδιπίνης στο πλάσμα μπορεί να ποικίλλει. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να παρακολουθείται η αρτηριακή πίεση και να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο ρύθμισης της δόσης τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την ταυτόχρονη φαρμακευτική χορήγηση, ιδιαιτέρως με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 [π.χ. ριφαμπικίνη, hypericum perforatum (Υπερικό/Βαλσαμόχορτο)].
- Η χορήγηση της αμλοδιπίνης με γκρέιπφρουτ ή χυμό από γκρέιπφρουτ δε συνιστάται καθώς η βιοδιαθεσιμότητα μπορεί να είναι αυξημένη σε ορισμένους ασθενείς με αποτέλεσμα αυξημένες αντιυπερτασικές επιδράσεις.
- Δαντρολένιο (έγχυση): Μετά από χορήγηση βεραπαμίλης και δαντρολενίου ενδοφλεβίως σε ζώα, παρατηρήθηκε θανατηφόρος κοιλιακή μαρμαρυγή και καρδιαγγειακή κατέρρευση σε συνδυασμό με υπερκαλιαιμία. Λόγω του κινδύνου εμφάνισης υπερκαλιαιμίας, συνιστάται η αποφυγή συγχορήγησης αποκλειστών διαύλων ασβεστίου, όπως η αμλοδιπίνη, σε ασθενείς επιρρεπείς σε κακοήθη υπερθερμία και στην αντιμετώπιση της κακοήθους υπερθερμίας.
Επιδράσεις της αμλοδιπίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
- Η επίδραση της αμλοδιπίνης στην μείωση της αρτηριακής πίεσης είναι αθροιστική στην αντίστοιχη δράση άλλων αντιυπερτασικών παραγόντων.
- Σε κλινικές μελέτες αλληλεπίδρασης, η αμλοδιπίνη δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της ατορβαστατίνης, της διγοξίνης ή της βαρφαρίνης.
- Σιμβαστατίνη: Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων 10 mg αμλοδιπίνης με 80 mg σιμβαστατίνης οδήγησε σε μια αύξηση 77% της έκθεσης στη σιμβαστατίνη συγκριτικά με τη σιμβαστατίνη, ως μονοθεραπεία. Απαιτείται περιορισμός στη δόση της σιμβαστατίνης σε 20 mg ημερησίως, σε ασθενείς που λαμβάνουν αμλοδιπίνη.
- Τακρόλιμους: Υπάρχει κίνδυνος αυξημένων επιπέδων τακρόλιμους στο αίμα κατά τη συγχορήγηση με αμλοδιπίνη. Προκειμένου να αποφευχθεί η τοξικότητα του τακρόλιμους, η χορήγηση της αμλοδιπίνης σε ασθενή που λαμβάνει τακρόλιμους απαιτεί την παρακολούθηση των επιπέδων τακρόλιμους στο αίμα και προσαρμογή της δόσης του τακρόλιμους ως καταλλήλως.
- Κυκλοσπορίνη: Σε μία προοπτική μελέτη σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρού, παρατηρήθηκε μία αύξηση κατά μέσο όρο 40% στα ελάχιστα επίπεδα (trough levels) της κυκλοσπορίνης, όταν χρησιμοποιήθηκε ταυτόχρονα με την αμλοδιπίνη. Η συγχορήγηση του επικαλυμμένου με λεπτό υμένιο δισκίου μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης με κυκλοσπορίνη ενδέχεται να αυξήσει την έκθεση σε κυκλοσπορίνη. Θα πρέπει να παρακολουθούνται τα ελάχιστα επίπεδα (trough levels) της κυκλοσπορίνης κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χρήσης και θα πρέπει να γίνονται μειώσεις στη δόση της κυκλοσπορίνης, όπως κρίνεται απαραίτητο.
Πιθανές αλληλεπιδράσεις σχετιζόμενες με την υδροχλωροθειαζίδη
Δεν συνιστάται η συγχορήγηση
- Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα του καλίου Η απώλεια του καλίου που προκαλεί η υδροχλωροθειαζίδη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) μπορεί να ενισχυθεί από τη συγχορήγηση άλλων φαρμάκων που σχετίζονται με απώλεια καλίου και υποκαλιαιμία (π.χ. άλλα καλιουρητικά διουρητικά, καθαρτικά, κορτικοστεροειδή, ACTH, αμφοτερικίνη, καρβενοξολόνη, νατριούχο πενικιλλίνη G ή παράγωγα του σαλικυλικού οξέος). Ως εκ τούτου, δεν συνιστάται η συγχορήγηση αυτή.
Συγχορήγηση που απαιτεί προσοχή
- Άλατα ασβεστίου Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να αυξήσουν το ασβέστιο του ορού λόγω μειωμένης απέκκρισης. Αν πρέπει να συνταγογραφηθούν συμπληρώματα ασβεστίου, θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα του ασβεστίου στον ορό και να ρυθμίζεται ανάλογα η δόση του ασβεστίου.
- Χολεστυραμίνη και ρητίνες κολεστιπόλης Η απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης μειώνεται από την παρουσία ρητινών ανταλλαγής ανιόντων.
- Γλυκοσίδες δακτυλίτιδας Η υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία που προκαλείται από τις θειαζίδες μπορεί να ευνοήσει την εμφάνιση καρδιακών αρρυθμιών που επάγονται από τη δακτυλίτιδα.
- Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζονται από τις διαταραχές του καλίου του ορού
Συνιστάται περιοδική παρακολούθηση του καλίου του ορού και ΗΚΓ όταν ο συνδυασμός μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης συγχορηγείται με φάρμακα που επηρεάζονται από τις διαταραχές του καλίου του ορού (π.χ. γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας και αντιαρρυθμικά) και με τα κατωτέρω φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes) (συμπεριλαμβανομένων μερικών αντιαρρυθμικών), καθώς η υποκαλιαιμία είναι ένας παράγοντας που προδιαθέτει σε κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes):
- Αντιαρρυθμικά τάξης Ια (π.χ. κινιδίνη, υδροκινιδίνη, δυσοπιραμίδη)
- Αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιμπουτιλίδη).
- Μερικά αντιψυχωσικά (π.χ. θειοριδαζίνη, χλωροπρομαζίνη, λεβομεπρομαζίνη, τριφθοριοπεραζίνη, κυαμεμαζίνη, σουλπιρίδη, σουλτοπρίδη, αμισουλπρίδη, τιαπρίδη, πιμοζίδη, αλοπεριδόλη, δροπεριδόλη).
- Άλλα (π.χ. μπεπριδίλη, σισαπρίδη, διφαιμανίλη, ερυθρομυκίνη IV, χαλοφαντρίνη, μιζολαστίνη, πενταμιδίνη, σπαρφλοξασίνη, τερφεναδίνη, βινκαμίδη IV).
- Μη εκπολωτικά μυοχαλαρωτικά του σκελετικού μυός (π.χ. τουβοκουραρίνη) Η δράση των μη εκπολωτικών μυοχαλαρωτικών μπορεί να ενισχυθεί από την υδροχλωροθειαζίδη.
- Αντιχολινεργικοί παράγοντες (π.χ. ατροπίνη, βεπεριδίνη) Αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας των διουρητικών θειαζιδικού τύπου από τη μείωση της γαστρεντερικής κινητικότητας και του ρυθμού γαστρικής κένωσης.
- Αντιδιαβητικά φάρμακα (παράγοντες από του στόματος και ινσουλίνη) Η θεραπεία με θειαζίδες μπορεί να επηρεάσει την ανοχή στη γλυκόζη. Μπορεί να χρειασθεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας των αντιδιαβητικών φαρμάκων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Μετφορμίνη Η μετφορμίνη πρέπει να λαμβάνεται με προσοχή λόγω του κινδύνου γαλακτικής οξέωσης που μπορεί να προκληθεί από πιθανή νεφρική ανεπάρκεια σχετιζόμενη με την υδροχλωροθειαζίδη.
- β-αποκλειστές και διαζοξίδη Οι θειαζίδες μπορεί να αυξήσουν την υπεργλυκαιμική δράση των β-αποκλειστών και της διαζοξίδης.
- Συμπαθομιμητικές αμίνες (π.χ. νοραδρεναλίνη) Η δράση των συμπαθομιμητικών αμινών μπορεί να μειωθεί.
- Φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας (π.χ. προβενεσίδη, σουλφιπυραζόνη και αλλοπουρινόλη) Η αναπροσαρμογή της δοσολογίας των ουρικοζουρικών φαρμάκων ενδέχεται να είναι απαραίτητη, καθώς η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα του ουρικού οξέος στον ορό. Η αύξηση της δοσολογίας της προβενεσίδης ή της σουλφιπυραζόνης μπορεί να είναι απαραίτητη. Η συγχορήγηση μιας θειαζίδης μπορεί να αυξήσει τη συχνότητα εμφάνισης αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη.
- Αμανταδίνη Οι θειαζίδες μπορεί να αυξήσουν το κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούνται από την αμανταδίνη.
- Κυτταροτοξικοί παράγοντες (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη) Οι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν την νεφρική απέκκριση των κυτταροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων και να ενισχύσουν τις μυελοκατασταλτικές τους δράσεις.
- Σαλικυλικά Σε περίπτωση υψηλών δόσεων σαλικυλικών, η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να αυξήσει την τοξική δράση των σαλικυλικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
- Μεθυλντόπα Έχουν υπάρξει μεμονωμένες αναφορές αιμολυτικής αναιμίας κατά τη συγχορήγηση υδροχλωροθειαζίδης και μεθυλντόπα.
- Κυκλοσπορίνη Ταυτόχρονη θεραπεία με κυκλοσπορίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπεουριχαιμίας και των επιπλοκών τύπου ουρικής αρθρίτιδας.
- Τετρακυκλίνες Η ταυτόχρονη χορήγηση τετρακυκλινών και θειαζιδών αυξάνει τον κίνδυνο αύξησης της ουρίας από τις τετρακυκλίνες. Αυτή η αλληλεπίδραση πιθανόν δεν ισχύει για την δοξυκυκλίνη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-OLMEDIPIN PLUS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η ασφάλεια του συνδυασμού μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης εξετάστηκε σε κλινικές μελέτες, σε 7.826 ασθενείς που λάμβαναν μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη σε συνδυασμό με αμλοδιπίνη και υδροχλωροθειαζίδη.
Ανεπιθύμητες ενέργειες για το συνδυασμό μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης, από κλινικές μελέτες, μετεγκριτικές μελέτες ασφάλειας και αυθόρμητες αναφορές συνοψίζονται στον Πίνακα 1, καθώς και για τα επί μέρους συστατικά, μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη, αμλοδιπίνη και υδροχλωροθειαζίδη, με βάση το γνωστό προφίλ ασφαλείας των μεμονωμένων συστατικών.
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης είναι περιφερικό οίδημα, κεφαλαλγία και ζάλη.
Οι ακόλουθες ορολογίες έχουν χρησιμοποιηθεί για την ταξινόμηση της συχνότητας εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών:
- Πολύ συχνές (≥1/10)
- Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
- Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
- Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)
- Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
- Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Πίνακας 1: Επισκόπηση των ανεπιθύμητων ενεργειών με Olmedipin Plus και των συστατικών μεμονωμένα
| Κατηγορία οργανικού συστήματος MedDRA | Ανεπιθύμητες ενέργειες | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος | Συχνές |
| Ρινοφαρυγγίτιδα | Συχνές | |
| Ουρολοίμωξη | Συχνές | |
| Σιελαδενίτιδα | Σπάνιες | |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και καρκίνωμα του πλακώδους επιθηλίου) | Μη γνωστές |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Λευκοπενία | Πολύ σπάνιες |
| Θρομβοπενία | Όχι συχνές | |
| Καταστολή του μυελού των οστών | Σπάνιες | |
| Λευκοπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία | Σπάνιες | |
| Αιμολυτική αναιμία | Σπάνιες | |
| Απλαστική αναιμία | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αναφυλακτική αντίδραση | Όχι συχνές |
| Υπερευαισθησία σε φάρμακο | Πολύ σπάνιες | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπερκαλιαιμία | Όχι συχνές |
| Υποκαλιαιμία | Όχι συχνές | |
| Ανορεξία | Όχι συχνές | |
| Γλυκοζουρία | Συχνές | |
| Υπερασβεστιαιμία | Συχνές | |
| Υπεργλυκαιμία | Πολύ σπάνιες | |
| Υπομαγνησιαιμία | Συχνές | |
| Υπονατριαιμία | Συχνές | |
| Υποχλωραιμία | Συχνές | |
| Υπερτριγλυκεριδαιμία | Πολύ συχνές | |
| Υπερχοληστερολαιμία | Συχνές | |
| Υπεουριχαιμία | Πολύ συχνές | |
| Υποχλωραιμική αλκάλωση | Συχνές | |
| Υπεραμυλασαιμία | Συχνές | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Κατάσταση σύγχυσης | Όχι συχνές |
| Κατάθλιψη | Όχι συχνές | |
| Απάθεια | Σπάνιες | |
| Ευερεθιστότητα | Όχι συχνές | |
| Ανησυχία | Όχι συχνές | |
| Μεταβολές διάθεσης (συμπεριλαμβανομένου του άγχους) | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές ύπνου (συμπεριλαμβανομένης της αϋπνίας) | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη | Συχνές |
| Κεφαλαλγία | Συχνές | |
| Ζάλη θέσης | Όχι συχνές | |
| Προσυγκοπή | Όχι συχνές | |
| Δυσγευσία | Όχι συχνές | |
| Υπερτονία | Πολύ σπάνιες | |
| Υπαισθησία | Όχι συχνές | |
| Παραισθησία | Όχι συχνές | |
| Περιφερική νευροπάθεια | Πολύ σπάνιες | |
| Υπνηλία | Συχνές | |
| Συγκοπή | Όχι συχνές | |
| Σπασμοί | Όχι συχνές | |
| Τρόμος | Όχι συχνές | |
| Εξωπυραμιδική διαταραχή | Μη γνωστές | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οπτική διαταραχή (συμπεριλαμβανομένης διπλωπίας, όραση θαμπή) | Συχνές |
| Δακρύρροια μειωμένη | Σπάνιες | |
| Επιδείνωση μυωπίας | Σπάνιες | |
| Ξανθοψία | Σπάνιες | |
| Οξεία μυωπία, οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας | Μη γνωστές | |
| Αποκόλληση του χοριοειδούς | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Ίλιγγος | Όχι συχνές |
| Εμβοές | Όχι συχνές | |
| Καρδιακές διαταραχές | Αίσθημα παλμών | Συχνές |
| Ταχυκαρδία | Όχι συχνές | |
| Έμφραγμα του μυοκαρδίου | Όχι συχνές | |
| Αρρυθμία (συμπεριλαμβανομένης βραδυκαρδίας, κοιλιακής ταχυκαρδίας και κολπικής μαρμαρυγής) | Όχι συχνές | |
| Στηθάγχη | Όχι συχνές | |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση | Συχνές |
| Έξαψη | Συχνές | |
| Ορθοστατική υπόταση | Όχι συχνές | |
| Αγγειίτιδα (συμπεριλαμβανομένης νεκρωτικής αγγειίτιδας) | Πολύ σπάνιες | |
| Θρόμβωση | Σπάνιες | |
| Εμβολή | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Βήχας | Όχι συχνές |
| Βρογχίτιδα | Συχνές | |
| Ρινίτιδα | Συχνές | |
| Οξεία διάμεση πνευμονία | Σπάνιες | |
| Αναπνευστική δυσχέρεια | Όχι συχνές | |
| Πνευμονικό οίδημα | Όχι συχνές | |
| Δύσπνοια | Όχι συχνές | |
| Φαρυγγίτιδα | Συχνές | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια | Συχνές |
| Ναυτία | Συχνές | |
| Δυσκοιλιότητα | Συχνές | |
| Ξηροστομία | Όχι συχνές | |
| Κοιλιακό άλγος | Συχνές | |
| Μεταβολή στις συνήθειες του εντέρου (συμπεριλαμβανομένης διάρροιας και δυσκοιλιότητας) | Συχνές | |
| Μετεωρισμός | Συχνές | |
| Δυσπεψία | Συχνές | |
| Γαστρίτιδα | Όχι συχνές | |
| Ερεθισμός του στομάχου | Συχνές | |
| Γαστρεντερίτιδα | Συχνές | |
| Υπερπλασία των ούλων | Πολύ σπάνιες | |
| Παραλυτικός ειλεός | Πολύ σπάνιες | |
| Παγκρεατίτιδα | Πολύ σπάνιες | |
| Έμετος | Συχνές | |
| Εντεροπάθεια τύπου κοιλιοκάκης | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Ηπατίτιδα | Πολύ σπάνιες |
| Ίκτερος (ενδοηπατικός χολοστατικός ίκτερος) | Πολύ σπάνιες | |
| Οξεία χολοκυστίτιδα | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αλωπεκία | Όχι συχνές |
| Αγγειοοίδημα | Σπάνιες | |
| Αλλεργική δερματίτιδα | Όχι συχνές | |
| Εξάνθημα | Συχνές | |
| Επανενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκου | Σπάνιες | |
| Τοξική επιδερμική νεκρόλυση | Πολύ σπάνιες | |
| Δυσχρωματισμός δέρματος | Όχι συχνές | |
| Σύνδρομο Stevens-Johnson | Πολύ σπάνιες | |
| Πολύμορφο ερύθημα | Πολύ σπάνιες | |
| Ερύθημα | Όχι συχνές | |
| Αντιδράσεις προσομοιάζουσες τον δερματικό ερυθηματώδη λύκο | Σπάνιες | |
| Αποφολιδωτική δερματίτιδα | Πολύ σπάνιες | |
| Υπεριδρωσία | Όχι συχνές | |
| Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας | Όχι συχνές | |
| Κνησμός | Όχι συχνές | |
| Πορφύρα | Όχι συχνές | |
| Οίδημα Quincke | Πολύ σπάνιες | |
| Κνίδωση | Συχνές | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυϊκός σπασμός | Όχι συχνές |
| Οίδημα άρθρωσης | Όχι συχνές | |
| Μυϊκή αδυναμία | Όχι συχνές | |
| Οίδημα αστραγάλου | Συχνές | |
| Αρθραλγία | Όχι συχνές | |
| Αρθρίτιδα | Όχι συχνές | |
| Πόνος στην πλάτη | Συχνές | |
| Πάρεση | Σπάνιες | |
| Μυαλγία | Όχι συχνές | |
| Σκελετικός πόνος | Συχνές | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Πολλακιουρία | Όχι συχνές |
| Αυξημένη συχνότητα ούρησης | Όχι συχνές | |
| Οξεία νεφρική ανεπάρκεια | Σπάνιες | |
| Αιματουρία | Σπάνιες | |
| Διαταραχές ούρησης | Όχι συχνές | |
| Νυκτουρία | Όχι συχνές | |
| Διάμεση νεφρίτιδα | Σπάνιες | |
| Νεφρική ανεπάρκεια | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Στυτική δυσλειτουργία | Όχι συχνές |
| Γυναικομαστία | Όχι συχνές | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Εξασθένηση | Συχνές |
| Περιφερικό οίδημα | Συχνές | |
| Κόπωση | Συχνές | |
| Θωρακικό άλγος | Συχνές | |
| Πυρετός | Όχι συχνές | |
| Συμπτώματα παρόμοια με εκείνα της γρίπης | Συχνές | |
| Λήθαργος | Όχι συχνές | |
| Αίσθημα κακουχίας | Όχι συχνές | |
| Οίδημα | Συχνές | |
| Άλγος | Συχνές | |
| Οίδημα προσώπου | Όχι συχνές | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Κρεατινίνη αίματος αυξημένη | Όχι συχνές |
| Ουρία αίματος αυξημένη | Όχι συχνές | |
| Ουρικό οξύ αίματος αυξημένο | Συχνές | |
| Κάλιο αίματος μειωμένο | Συχνές | |
| γ-γλουταμυλική τρανσφεράση αυξημένη | Όχι συχνές | |
| Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη | Όχι συχνές | |
| Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη | Όχι συχνές | |
| Ηπατικά ένζυμα αυξημένα | Πολύ σπάνιες | |
| Κρεατινοφωσφοκινάση αίματος αυξημένη | Όχι συχνές | |
| Σωματικό βάρος μειωμένο | Όχι συχνές | |
| Σωματικό βάρος αυξημένο | Όχι συχνές |
Έχουν αναφερθεί μεμονωμένα περιστατικά ραβδομυόλυσης σε χρονική συσχέτιση με την πρόσληψη των αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ. Μεμονωμένα περιστατικά εξωπυραμιδικού συνδρόμου έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αμλοδιπίνη.
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος Βάσει των διαθέσιμων δεδομένων από επιδημιολογικές μελέτες έχει παρατηρηθεί συσχέτιση μεταξύ υδροχλωροθειαζίδης και μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος, εξαρτώμενη από την αθροιστική δόση της υδροχλωροθειαζίδης (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).
Επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες ή από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά, με έναν σταθερό συνδυασμό δόσης μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης και αμλοδιπίνης και δεν έχουν ακόμα αναφερθεί για τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης, την μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη ως μονοθεραπεία ή την αμλοδιπίνη ως μονοθεραπεία ή έχουν αναφερθεί σε μεγαλύτερη συχνότητα για τον διπλό συνδυασμό (Πίνακας 2):
Πίνακας 2: Συνδυασμός μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης και αμλοδιπίνης
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Ανεπιθύμητες ενέργειες | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία σε φάρμακο | Σπάνιες |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Άλγος άνω κοιλιακής χώρας | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Γενετήσια ορμή μειωμένη | Όχι συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Οίδημα με εντύπωμα | Συχνές |
| Λήθαργος | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Άλγος στα άκρα | Όχι συχνές |
Επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες ή από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά, με έναν σταθερό συνδυασμό δόσης μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδης και δεν έχουν ακόμα αναφερθεί για τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης, την μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη ως μονοθεραπεία ή την υδροχλωροθειαζίδη ως μονοθεραπεία ή έχουν αναφερθεί σε μεγαλύτερη συχνότητα για τον διπλό συνδυασμό (Πίνακας 3):
Πίνακας 3: Συνδυασμός μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδης
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Ανεπιθύμητες ενέργειες | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Διαταραχές συνείδησης (όπως απώλεια συνείδησης) | Σπάνιες |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Έκζεμα | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Άλγος στα άκρα | Όχι συχνές |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μικρές μειώσεις των μέσων τιμών αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτη | Σπάνιες |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
- στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 210 6549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr), για την Ελλάδα, ή
- στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CΥ-1475, www.moh.gov.cy/phs, Fax: + 357 22608649, για την Κύπρο.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-OLMEDIPIN PLUS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η χρήση του συνδυασμού μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου της κύησης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Λόγω των δράσεων των μεμονωμένων συστατικών αυτού του προϊόντος συνδυασμού κατά τη διάρκεια της κύησης, η χρήση των δισκίων μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης δεν συνίσταται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη Η χρήση των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η χρήση των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του 2ου και του 3ου τριμήνου της κύησης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Επιδημιολογικά δεδομένα όσον αφορά στον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης δεν είναι πλήρως τεκμηριωμένα, εντούτοις, μία μικρή αύξηση του κινδύνου δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ενώ δεν υπάρχουν ελεγχόμενα επιδημιολογικά δεδομένα όσον αφορά τον κίνδυνο με τους ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, παρόμοιοι κίνδυνοι μπορεί να υπάρχουν για αυτήν την κατηγορία των φαρμάκων. Εκτός εάν η συνεχιζόμενη θεραπεία με αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ θεωρείται απαραίτητη, οι ασθενείς που προγραμματίζουν κύηση θα πρέπει να αλλάζουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες, οι οποίες έχουν εξακριβωμένο προφίλ ασφαλούς χρήσης κατά τη διάρκεια της κύησης. Όταν διαγνωσθεί η κύηση, η θεραπεία με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ θα πρέπει να σταματήσει αμέσως, και, εφόσον είναι απαραίτητο, να αρχίσει εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση στη θεραπεία με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ κατά τη διάρκεια του δευτέρου και του τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι προκαλεί ανθρώπινη εμβρυοτοξικότητα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση κρανιακής οστεοποίησης) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σε περίπτωση που έχει προκύψει έκθεση σε ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ από το δεύτερο τρίμηνο και μετά, συνιστάται να ελεγχθεί υπερηχογραφικά η νεφρική λειτουργία και το κρανίο. Τα βρέφη των οποίων οι μητέρες είχαν λάβει ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Υδροχλωροθειαζίδη Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με την υδροχλωροθειαζίδη κατά τη διάρκεια της κύησης, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς. Η υδροχλωροθειαζίδη διαπερνά τον πλακούντα. Βάσει του φαρμακολογικού μηχανισμού δράσης της υδροχλωροθειαζίδης, η χρήση της κατά τη διάρκεια του 2ου και του 3ου τριμήνου μπορεί να μειώσει την αιμάτωση στον εμβρυϊκό πλακούντα και μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκές και νεογνικές επιδράσεις όπως ίκτερο, διαταραχή της ισορροπίας των ηλεκτρολυτών και θρομβοκυτταροπενία. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν πρέπει να χορηγείται για οίδημα κύησης, υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία, λόγω του κινδύνου της μείωσης του όγκου του πλάσματος και της αιματικής ροής στον πλακούντα, χωρίς ευεργετική επίδραση στην πορεία της νόσου. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν πρέπει να χορηγείται για ιδιοπαθή υπέρταση σε έγκυες γυναίκες εκτός από σπάνιες περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να ληφθεί άλλη θεραπεία.
Αμλοδιπίνη Στοιχεία από περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων κύησης που είχαν εκτεθεί στο φάρμακο δεν υποδεικνύουν ότι η αμλοδιπίνη ή άλλοι ανταγωνιστές των υποδοχέων ασβεστίου βλάπτουν στην υγεία του εμβρύου. Εντούτοις, πιθανώς υπάρχει ο κίνδυνος παράτασης του τοκετού.
Θηλασμός
Κατά τη διάρκεια του θηλασμού, ο συνδυασμός μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης δεν συνιστάται και προτείνονται εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα καθιερωμένο προφίλ ασφαλούς χρήσης κατά τη διάρκεια του θηλασμού, ιδιαίτερα κατά το θηλασμό ενός νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους. Η ολμεσαρτάνη απεκκρίνεται στο γάλα των επίμυων που θηλάζουν. Εντούτοις, δεν είναι γνωστό αν η ολμεσαρτάνη περνά στο ανθρώπινο γάλα. Η αμλοδιπίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Το ποσοστό της μητρικής δόσης που λαμβάνεται από το βρέφος έχει εκτιμηθεί με διάστημα μεταξύ 1ου και 3ου τεταρτημορίου 3 - 7%, με μέγιστο 15%. Η επίδραση της αμλοδιπίνης στα βρέφη δεν είναι γνωστή. Η υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνεται σε μικρές ποσότητες στο ανθρώπινο γάλα. Οι θειαζίδες σε υψηλές δόσεις προκαλούν έντονη διούρηση, η οποία μπορεί να αναστείλει την παραγωγή γάλακτος. Η χρήση του συνδυασμού μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης κατά τη διάρκεια του θηλασμού δεν συνιστάται. Εάν το δισκίο μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/αμλοδιπίνης/υδροχλωροθειαζίδης λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, οι δόσεις θα πρέπει να είναι όσον το δυνατόν χαμηλότερες.
Γονιμότητα
Έχουν αναφερθεί αναστρέψιμες βιοχημικές μεταβολές στην κεφαλή των σπερματοζωαρίων σε ορισμένους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου. Τα κλινικά δεδομένα είναι ανεπαρκή σχετικά με την πιθανή επίδραση της αμλοδιπίνης στη γονιμότητα. Σε μία μελέτη με επίμυες, βρέθηκαν δυσμενείς επιπτώσεις στην γονιμότητα των αρρένων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-OLMEDIPIN PLUS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης II (ΑΥΑ), λοιποί συνδυασμοί, κωδικός ATC: C09DX03
Μηχανισμός δράσης
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης αποτελούν συνδυασμό ενός ανταγωνιστή των υποδοχέων της αγγειοτασίνης II, της μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης, ενός αποκλειστή των διαύλων ασβεστίου, της φαινυλοσουλφονικής αμλοδιπίνης και ενός θειαζιδικού διουρητικού, της υδροχλωροθειαζίδης. Ο συνδυασμός αυτών των συστατικών έχει αθροιστική αντιυπερτασική δράση, ελαττώνοντας την αρτηριακή πίεση σε μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με κάθε ένα συστατικό ξεχωριστά.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη είναι ένας από του στόματος ενεργός, εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ (τύπου ΑΤ1). Η αγγειοτασίνη ΙΙ είναι η κύρια αγγειοδραστική ορμόνη του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης και παίζει σημαντικό ρόλο στην παθοφυσιολογία της υπέρτασης. Στις δράσεις της αγγειοτασίνης ΙΙ περιλαμβάνονται η αγγειοσύσπαση, η διέγερση της σύνθεσης και της απελευθέρωσης της αλδοστερόνης, η διέγερση του μυοκαρδίου και η νεφρική επαναπορρόφηση του νατρίου. Η ολμεσαρτάνη εμποδίζει την αγγειοσυσπαστική δράση και τη δράση από την έκκριση αλδοστερόνης, που προάγει η αγγειοτασίνη ΙΙ, μέσω αποκλεισμού της σύνδεσης της τελευταίας στον υποδοχέα ΑΤ1 σε ιστούς, περιλαμβανομένων των λείων μυϊκών ινών και των επινεφριδίων. Η δράση της ολμεσαρτάνης είναι ανεξάρτητη από την προέλευση ή την οδό σύνθεσης της αγγειοτασίνης ΙΙ. Ο εκλεκτικός ανταγωνισμός των υποδοχέων (AT1) της αγγειοτασίνης ΙΙ από την ολμεσαρτάνη οδηγεί σε αύξηση των επιπέδων της ρενίνης του πλάσματος καθώς και των συγκεντρώσεων της αγγειοτασίνης Ι και ΙΙ, ενώ ελαττώνονται μερικώς τα επίπεδα της αλδοστερόνης του πλάσματος.
Στην υπέρταση, η μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη προκαλεί δοσοεξαρτώμενη, μεγάλης διάρκειας, ελάττωση της αρτηριακής πίεσης. Δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις υπότασης πρώτης δόσης, ταχυφυλαξίας μετά από μακρόχρονη θεραπεία ή απότομης αντανακλαστικής αύξησης της αρτηριακής πίεσης μετά από απότομη διακοπή της θεραπείας. Η χορήγηση μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης μία φορά την ημέρα παρέχει μια αποτελεσματική και ομαλή ελάττωση της αρτηριακής πίεσης, κατά τη διάρκεια του 24ώρου που μεσολαβεί μέχρι τη λήψη της επόμενης δόσης. Με τη συνεχιζόμενη θεραπεία, η μέγιστη ελάττωση της αρτηριακής πίεσης επιτυγχάνεται μέχρι την εβδομάδα 8 μετά από την έναρξη της θεραπείας, παρόλο που ένα σημαντικό ποσοστό της αντιυπερτασικής δράσης παρατηρείται μετά από 2 εβδομάδες θεραπείας. Η επίδραση της μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης στη θνησιμότητα και τη νοσηρότητα δεν είναι ακόμη γνωστή.
Η μελέτη ROADMAP (Randomised Olmesartan and Diabetes Microalbuminuria Preventions) σε 4.447 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, με νορμολευκωματινουρία και τουλάχιστον έναν επιπλέον παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου, διερεύνησε κατά πόσο η θεραπεία με ολμεσαρτάνη θα μπορούσε να καθυστερήσει την έναρξη της μικρολευκωματινουρίας.
Η μελέτη ORIENT («Olmesartan Reducing Incidence of End-stage Renal Disease in Diabetic Nephropathy Trials) διερεύνησε τις επιδράσεις της ολμεσαρτάνης σε νεφρικά και καρδιαγγειακά συμβάματα σε 577 τυχαιοποιημένους Ιάπωνες και Κινέζους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 με έκδηλη νεφροπάθεια.
Το συστατικό, αμλοδιπίνη, του συνδυασμού μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης είναι ένας αποκλειστής των διαύλων ασβεστίου, ο οποίος αναστέλλει το διαμεμβρανικό έσω ρεύμα των ιόντων του ασβεστίου μέσω των εξαρτώμενων από το δυναμικό διαύλων τύπου L στα μυοκαρδιακά κύτταρα και στις λείες μυϊκές ίνες. Πειραματικά δεδομένα δείχνουν ότι η αμλοδιπίνη συνδέεται τόσο στις διυδροπυριδινικές όσο και στις μη διυδροπυριδινικές περιοχές σύνδεσης. Η αμλοδιπίνη είναι σχετικά αγγειοεκλεκτική με μεγαλύτερη επίδραση στις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων παρά στα κύτταρα του μυοκαρδίου. Η αντιυπερτασική δράση της αμλοδιπίνης οφείλεται σε μία άμεση επίδραση χάλασης στις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων, η οποία οδηγεί σε μείωση των περιφερικών αντιστάσεων και επομένως και της αρτηριακής πίεσης.
Σε υπερτασικούς ασθενείς, η αμλοδιπίνη οδηγεί σε δοσοεξαρτώμενη, μεγάλης διάρκειας μείωση της αρτηριακής πίεσης. Δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις υπότασης πρώτης δόσης, ταχυφυλαξίας έπειτα από μακροχρόνια θεραπεία ή απότομης αντανακλαστικής αύξησης της αρτηριακής πίεσης, μετά από απότομη διακοπή της θεραπείας. Έπειτα από τη χορήγηση θεραπευτικών δόσεων σε ασθενείς με υπέρταση, η αμλοδιπίνη οδηγεί σε αποτελεσματική μείωση της αρτηριακής πίεσης στην ύπτια, την καθιστή και την όρθια θέση. Η χρόνια χρήση της αμλοδιπίνης δεν σχετίζεται με σημαντικές μεταβολές του καρδιακού ρυθμού ή των επιπέδων των κατεχολαμινών στο πλάσμα. Σε υπερτασικούς ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, θεραπευτικές δόσεις αμλοδιπίνης ελαττώνουν τις νεφρικές αγγειακές αντιστάσεις και αυξάνουν το ρυθμό σπειραματικής διήθησης και την αποτελεσματική νεφρική ροή πλάσματος χωρίς να μεταβάλουν το κλάσμα διήθησης ή την πρωτεϊνουρία.
Σε μελέτες αιμοδυναμικών παραμέτρων σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και σε κλινικές μελέτες που βασίζονται στη δοκιμασία κόπωσης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, σταδίου II-IV κατά NYHA, η αμλοδιπίνη διαπιστώθηκε ότι δεν προκαλεί καμία κλινική επιδείνωση, όπως αξιολογήθηκε με την ανοχή στην άσκηση, το κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας και τα κλινικά σημεία και συμπτώματα. Μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (PRAISE), που σχεδιάστηκε για να αξιολογήσει ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου III-IV κατά NYHA, υπό θεραπεία με δακτυλίτιδα, διουρητικά και αναστολείς ΜΕΑ, έδειξε ότι η αμλοδιπίνη δεν προκάλεσε αύξηση του κινδύνου θνησιμότητας και νοσηρότητας σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, μακροχρόνια μελέτη παρακολούθησης της αμλοδιπίνης (PRAISE - 2) σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, σταδίου ΙΙΙ και IV κατά ΝΥΗΑ, χωρίς κλινικά συμπτώματα ή αντικειμενικά ευρήματα που υποδηλώνουν υποκείμενη ισχαιμική νόσο, οι οποίοι ελάμβαναν σταθερές δόσεις αναστολέων MEA, δακτυλίτιδας και διουρητικών, η αμλοδιπίνη δεν είχε καμία επίδραση στην ολική καρδιαγγειακή θνησιμότητα. Στον ίδιο αυτό πληθυσμό, η αμλοδιπίνη συσχετίστηκε με αυξημένες αναφορές περιστατικών πνευμονικού οιδήματος, παρά τη μη σημαντική διαφορά στην συχνότητα εμφάνισης επιδείνωσης της καρδιακής λειτουργίας συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη νοσηρότητας-θνησιμότητας, που ονομάζεται Antihypertensive and Lipid-Lowering Treatment to Prevent Heart Attack Trial-ALLHAT, πραγματοποιήθηκε για να συγκρίνει νεότερες φαρμακευτικές θεραπείες: αμλοδιπίνη 2,5-10 mg/ημέρα (αποκλειστής διαύλων ασβεστίου) ή λισινοπρίλη 10-40 mg/ημέρα (αναστολέας ΜΕΑ), ως θεραπείες πρώτης γραμμής σε σύγκριση με θεραπεία με το θειαζιδικό διουρητικό, χλωροθαλιδόνη 12,5-25 mg/ημέρα, σε ήπια έως μέτρια υπέρταση.
Η υδροχλωροθειαζίδη είναι ένα θειαζιδικό διουρητικό. Ο μηχανισμός αντιυπερτασικής δράσης των θειαζιδικών διουρητικών δεν είναι πλήρως γνωστός. Τα θειαζίδια επηρεάζουν τους μηχανισμούς επαναπορρόφησης των ηλεκτρολυτών των νεφρικών σωληναρίων, αυξάνοντας άμεσα την απέκκριση νατρίου και χλωρίου σε κατά προσέγγιση ισοδύναμες ποσότητες. Η διουρητική δράση της υδροχλωροθειαζίδης μειώνει τον όγκο του πλάσματος, αυξάνει τη δράση της ρενίνης του πλάσματος και αυξάνει την έκκριση της αλδοστερόνης, με επακόλουθες αυξήσεις στην απώλεια καλίου και διττανθρακικών από τα ούρα και μειώσεις στο κάλιο του ορού. Η αγγειοτασίνη ΙΙ μεσολαβεί στη σύνδεση ρενίνης-αλδοστερόνης και έτσι η συγχορήγηση ενός ανταγωνιστή των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ τείνει να αντιστρέψει την απώλεια του καλίου, η οποία συσχετίζεται με θειαζιδικά διουρητικά. Με την υδροχλωροθειαζίδη, η πρώτη διούρηση εμφανίζεται σε περίπου 2 ώρες και φθάνει στο μέγιστο αποτέλεσμα σε περίπου 4 ώρες, μετά τη χορήγηση της δόσης, ενώ η δράση διαρκεί για περίπου 6 - 12 ώρες. Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι μακράς διάρκειας μονοθεραπεία με υδροχλωροθειαζίδη μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής θνησιμότητας και νοσηρότητας.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Σε μία διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, παράλληλων ομάδων μελέτη, διάρκειας 12 εβδομάδων, σε 2.492 ασθενείς (67% Καυκάσιοι ασθενείς), η θεραπεία με επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης 40 mg/10 mg/25 mg οδήγησε σε σημαντικά μεγαλύτερη ελάττωση της διαστολικής και της συστολικής αρτηριακής πίεσης, από ότι η θεραπεία με οποιονδήποτε αντίστοιχο διπλό συνδυασμό, μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης 40 mg με αμλοδιπίνη 10 mg, μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης 40 mg με υδροχλωροθειαζίδη 25 mg και αμλοδιπίνης 10 mg με υδροχλωροθειαζίδη 25 mg, αντίστοιχα. Το πρόσθετο αποτέλεσμα της μείωσης της αρτηριακής πίεσης από το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης Olmedipin Plus 40 mg/10 mg/25 mg σε σύγκριση με τους ανάλογους διπλούς συνδυασμούς ήταν μεταξύ -3,8 και -6,7 mmHg για τη διαστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση και μεταξύ -7,1 και -9,6 mmHg για τη συστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση και επετεύχθη εντός των 2 πρώτων εβδομάδων της θεραπείας. Οι ποσοστιαίες αναλογίες των ασθενών, στους οποίους επετεύχθη ο στόχος της αρτηριακής πίεσης (<140/90 mmHg για τους μη διαβητικούς ασθενείς και <130/80 mmHg για τους διαβητικούς ασθενείς) την 12η εβδομάδα κυμαίνονταν από 34,9% έως 46,6% για τις ομάδες που λάμβαναν θεραπεία με τον διπλό συνδυασμό, συγκριτικά με το 64,3% με το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης 40 mg/10 mg/25 mg.
Σε μία δεύτερη, διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, παράλληλων ομάδων μελέτη, σε 2.690 ασθενείς (99,9% Καυκάσιοι ασθενείς), η θεραπεία με επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης (20 mg/5 mg/12,5 mg, 40 mg/5 mg/12,5 mg, 40 mg/5 mg/25 mg, 40 mg/10 mg/12,5 mg, 40 mg/10 mg/25 mg) οδήγησε σε σημαντικά μεγαλύτερη ελάττωση της διαστολικής και της συστολικής αρτηριακής πίεσης, συγκριτικά με τους αντίστοιχους διπλούς συνδυασμούς, μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη 20 mg με αμλοδιπίνη 5 mg, μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη 40 mg με αμλοδιπίνη 5 mg και μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη 40 mg με αμλοδιπίνη 10 mg, αντίστοιχα, μετά από 10 εβδομάδες θεραπείας. Το πρόσθετο αποτέλεσμα της μείωσης της αρτηριακής πίεσης από το συνδυασμό μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης σε σύγκριση με τους αντίστοιχους διπλούς συνδυασμούς ήταν μεταξύ -1,3 και -1,9 mmHg για τη διαστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση και μεταξύ -2,7 και -4,9 mmHg για τη συστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή πίεση. Οι ποσοστιαίες αναλογίες των ασθενών, στους οποίους επετεύχθη ο στόχος της αρτηριακής πίεσης (<140/90 mmHg για τους μη διαβητικούς ασθενείς και <130/80 mmHg για τους διαβητικούς ασθενείς) την 10η εβδομάδα κυμαίνονταν από 42,7% έως 49,6% για τις ομάδες που λάμβαναν θεραπεία με τον διπλό συνδυασμό, συγκριτικά με 52,4% έως 58,8% με τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης.
Σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, επιπρόσθετη μελέτη, σε 808 ασθενείς (99,9% Καυκάσιοι ασθενείς), οι οποίοι δεν ελέγχονταν επαρκώς, μετά από θεραπεία 8 εβδομάδων με το διπλό συνδυασμό μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης 40 mg με αμλοδιπίνη 10 mg, θεραπεία με επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης οδήγησε σε αριθμητικά πρόσθετη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε καθιστή θέση, της τάξεως του -1,8/-1,0 mmHg, όταν έλαβαν θεραπεία με επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης 40 mg/10 mg/12,5 mg και μία στατιστικά σημαντική πρόσθετη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε καθιστή θέση της τάξεως του -3,6/-2,8 mmHg, όταν έλαβαν θεραπεία με επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης 40 mg/10 mg/25 mg, συγκρινόμενο με το διπλό συνδυασμό μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης 40 mg με αμλοδιπίνη 10 mg. Η θεραπεία με τον τριπλό συνδυασμό μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης 40 mg/10 mg/25 mg οδήγησε σε στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων που έφτασαν τον στόχο της αρτηριακής τους πίεσης, συγκρινόμενο με θεραπεία με τον διπλό συνδυασμό μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης 40 mg με αμλοδιπίνη 10 mg (41,3% έναντι 24,2%), ενώ θεραπεία με τον τριπλό συνδυασμό μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης 40 mg/10 mg/12,5 mg οδήγησε σε αριθμητικά μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων που έφτασαν τον στόχο της αρτηριακής τους πίεσης συγκρινόμενο με θεραπεία με τον διπλό συνδυασμό μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης 40 mg με αμλοδιπίνη 10 mg (29,5% έναντι 24,2%), σε άτομα που δεν ελέγχονταν επαρκώς με τη θεραπεία του διπλού συνδυασμού. Το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα του συνδυασμού μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης ήταν παρόμοιο, ανεξάρτητα από την ηλικία και το φύλο, και ήταν παρόμοιο σε ασθενείς με και χωρίς διαβήτη.
Άλλες πληροφορίες: Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες κλινικές μελέτες (ONTARGET ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trials και VA NEPHRON-DThe Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes) εξέτασαν τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτασίνης II.
Η ONTARGET ήταν μια μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή αγγειακής εγκεφαλικής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που συνοδευόταν από ένδειξη βλάβης τελικών οργάνων. Η VA NEPHRON-D ήταν μια μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ευεργετική επίδραση στη νεφρική και/ή καρδιαγγειακή έκβαση και θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων τους, αυτά τα αποτελέσματα είναι σχετικά και για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ. Ως εκ τούτου, οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μια μελέτη, η οποία σχεδιάστηκε για να εξετάσει το όφελος προσθήκης αλισκιρένης σε μια καθιερωμένη θεραπεία ενός αναστολέα ΜΕΑ ή αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόμο ή και τα δύο. Η μελέτη τερματίστηκε πρώιμα λόγω του αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά πιο συχνά στην ομάδα της αλισκιρένης σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου και ανεπιθύμητες ενέργειες και σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που ενδιέφεραν, (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν πιο συχνά στην ομάδα της αλισκιρένης σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος: Βάσει των διαθέσιμων δεδομένων από επιδημιολογικές μελέτες, παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ της υδροχλωροθειαζίδης και του μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος εξαρτώμενη από την αθροιστική δόση της υδροχλωροθειαζίδης. Διενεργήθηκε μελέτη σε πληθυσμό όπου περιλαμβάνονται 71.533 ασθενείς με βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και 8.629 ασθενείς με καρκίνωμα του πλακώδους επιθηλίου έναντι πληθυσμού μαρτύρων όπου περιλαμβάνονται 1.430.833 και 172.462 υποκείμενα, αντίστοιχα. Η χρήση υψηλής δόσης υδροχλωροθειαζίδης (≥ 50.000 mg αθροιστικά) συσχετίστηκε με προσαρμοσμένη αναλογία πιθανοτήτων 1,29 (95% CI: 1,23-1,35) για το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και 3,98 (95% CI: 3,68 - 4,31) για το καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου. Τόσο για το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα όσο και για το καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου παρατηρήθηκε σαφής σχέση αθροιστικής δόσης-απόκρισης. Στο πλαίσιο άλλης μελέτης καταδείχθηκε πιθανή συσχέτιση μεταξύ του καρκίνου των χειλιών (καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου) και της έκθεσης στην υδροχλωροθειαζίδη: 633 περιστατικά καρκίνου των χειλιών συγκρίθηκαν με 63.067 μάρτυρες, με τη χρήση στρατηγικής δειγματοληψίας στην ομάδα ατόμων σε κίνδυνο. Καταδείχθηκε σχέση αθροιστικής δόσης-απόκρισης με προσαρμοσμένη αναλογία πιθανοτήτων 2,1 (95% CI: 1,7-2,6) που αυξανόταν σε 3,9 (3,0-4,9) στην περίπτωση υψηλής δόσης (~25.000 mg) και με αναλογία πιθανοτήτων 7,7 (5,7-10,5) για την υψηλότερη αθροιστική δόση (~100.000 mg) (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-OLMEDIPIN PLUS
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η ταυτόχρονη χορήγηση μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης, αμλοδιπίνης και υδροχλωροθειαζίδης δεν είχε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική κάθε μεμονωμένου συστατικού σε υγιείς εθελοντές.
Έπειτα από την από του στόματος λήψη επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης σε φυσιολογικούς υγιείς ενήλικες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ολμεσαρτάνης, της αμλοδιπίνης και της υδροχλωροθειαζίδης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε περίπου 1,5 έως 3 ώρες, 6 έως 8 ώρες και 1,5 έως 2 ώρες, αντίστοιχα. Ο ρυθμός και η έκταση της απορρόφησης της μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης, της αμλοδιπίνης και της υδροχλωροθειαζίδης από το συνδυασμό μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης είναι ίδια όπως και όταν λαμβάνονται ως ένας σταθερός-διπλός συνδυασμός μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης και αμλοδιπίνης μαζί με υδροχλωροθειαζίδη, ως δισκίο ενός συστατικού ή όταν λαμβάνονται ως ένας σταθερός-διπλός συνδυασμός μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδης μαζί με αμλοδιπίνη, ως δισκίο ενός συστατικού στην ίδια δοσολογία. Η λήψη τροφής δεν επηρεάζει τη βιοδιαθεσιμότητα των επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης/ αμλοδιπίνης/ υδροχλωροθειαζίδης.
Μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη
Απορρόφηση και κατανομή H μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη είναι προφάρμακο. Μετατρέπεται ταχέως στον φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη, ολμεσαρτάνη, από εστεράσες του βλεννογόνου του εντέρου και του αίματος της πυλαίας κατά την απορρόφησή της από το γαστρεντερικό σωλήνα. Καμία ποσότητα αυτούσιας μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης ή ανέπαφης πλευρικής αλύσου μεδοξομίλης δεν έχει ανιχνευθεί στο πλάσμα ή στα απεκκρίματα. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ολμεσαρτάνης χορηγούμενης στη φαρμακοτεχνική μορφή του δισκίου ήταν 25,6%. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) της ολμεσαρτάνης στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε περίπου 2 ώρες μετά τη λήψη από το στόμα της μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης και οι συγκεντρώσεις της ολμεσαρτάνης στο πλάσμα αυξάνονται σχεδόν γραμμικά σε σχέση με άπαξ από του στόματος αυξανόμενες δόσεις μέχρι περίπου 80 mg. Η λήψη τροφής έχει ελάχιστη επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της ολμεσαρτάνης και ως εκ τούτου η μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή. Δεν έχουν παρατηρηθεί κλινικά σημαντικές διαφορές στην φαρμακοκινητική της ολμεσαρτάνης που να σχετίζονται με το φύλο. Η ολμεσαρτάνη δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό από τις πρωτεΐνες του πλάσματος (99,7%), αλλά η δυνατότητα για κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις εκτόπισης της δέσμευσης πρωτεϊνών, μεταξύ της ολμεσαρτάνης και άλλων με έντονο βαθμό δέσμευσης συγχορηγούμενων φαρμάκων είναι χαμηλή (όπως επιβεβαιώνεται από την έλλειψη κλινικά σημαντικής αλληλεπίδρασης μεταξύ της μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης και της βαρφαρίνης). Η δέσμευση της ολμεσαρτάνης με τα αιμοσφαίρια είναι ασήμαντη. Ο μέσος όγκος κατανομής έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση είναι χαμηλός (16 - 29 L).
Βιομετασχηματισμός και αποβολή Η ολική κάθαρση της ολμεσαρτάνης του πλάσματος ήταν τυπικά 1,3 L/h (CV 19%) και σχετικά αργή συγκρινόμενη με την ηπατική ροή του αίματος (περίπου 90 L/h). Μετά από εφάπαξ από του στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένης με 14C μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης, το 10 - 16% της χορηγηθείσας ραδιενέργειας αποβλήθηκε στα ούρα (το μεγαλύτερο μέρος της σε 24 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης) και το υπόλοιπο της ανακτηθείσας ραδιενέργειας στα κόπρανα. Με βάση τη συστηματική διαθεσιμότητα του 25,6%, μπορεί να υπολογιστεί ότι η ολμεσαρτάνη που απορροφάται, αποβάλλεται τόσο μέσω των νεφρών (περίπου 40%), όσο και μέσω της ηπατοχολικής οδού (περίπου 60%). Όλη η ανακτηθείσα ραδιενέργεια ανιχνεύθηκε ως ολμεσαρτάνη. Δεν ανιχνεύθηκε άλλος σημαντικός μεταβολίτης. Η εντερο-ηπατική ανακύκλωση της ολμεσαρτάνης είναι ελάχιστη. Καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό της ολμεσαρτάνης απεκκρίνεται μέσω της χολής, αντενδείκνυται η χορήγηση σε ασθενείς με απόφραξη των χοληφόρων οδών (βλ. Αντενδείξεις). Ο τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής της ολμεσαρτάνης ποικίλλει μεταξύ 10 και 15 ωρών μετά από πολλαπλές από του στόματος δόσεις. Σταθερή συγκέντρωση επιτυγχάνεται μετά τις 2-5 ημέρες χορήγησης δόσεων και δεν παρατηρήθηκε καμία επιπλέον συσσώρευση μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση επί 14 ημέρες. Η νεφρική κάθαρση ήταν περίπου 0,5 - 0,7 L/ώρα και ήταν ανεξάρτητη από τη δόση.
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις Ρητίνη δέσμευσης χολικών οξέων κολεσεβελάμη: Η ταυτόχρονη χορήγηση 40 mg μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης και 3.750 mg υδροχλωρικής κολεσεβελάμης σε υγιή άτομα, οδήγησε σε μείωση της Cmax και της AUC της ολμεσαρτάνης κατά 28% και 39%, αντίστοιχα. Παρατηρήθηκαν μικρότερες επιδράσεις, μείωση στη Cmax και την AUC 4% και 15%, αντίστοιχα, όταν χορηγήθηκε μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη 4 ώρες πριν την υδροχλωρική κολεσεβελάμη. Η ημιπερίοδος αποβολής της ολμεσαρτάνης μειώθηκε κατά 50 - 52%, ανεξάρτητα από το αν χορηγούνταν ταυτόχρονα ή 4 ώρες πριν την υδροχλωρική κολεσεβελάμη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Αμλοδιπίνη
Απορρόφηση και κατανομή Μετά τη χορήγηση θεραπευτικών δόσεων από το στόμα, η αμλοδιπίνη απορροφάται καλά και δημιουργούνται μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα μεταξύ 6-12 ωρών από τη χορηγήσή του. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου υπολογίστηκε ότι κυμαίνεται μεταξύ 64 και 80%. Ο όγκος κατανομής του φαρμάκου είναι περίπου 21 l/kg. Μελέτες in vitro απέδειξαν ότι περίπου 97,5% της κυκλοφορούσας αμλοδιπίνης δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η απορρόφηση της αμλοδιπίνης δεν επηρεάζεται από την ταυτόχρονη πρόσληψη τροφής.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή Ο τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής στο πλάσμα είναι περίπου 35-50 ώρες και δικαιολογεί την άπαξ ημερήσια χορήγησή της. Η αμλοδιπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, προς αδρανείς μεταβολίτες και αποβάλλεται στα ούρα σε ποσοστό 10% υπό τη μορφή του αρχικού μορίου και 60% υπό τη μορφή μεταβολιτών.
Υδροχλωροθειαζίδη
Απορρόφηση και κατανομή Έπειτα από τη χορήγηση από του στόματος μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδης σε συνδυασμό, ο διάμεσος χρόνος για τις μέγιστες τιμές της υδροχλωροθειαζίδης ήταν 1,5 έως 2 ώρες μετά τη λήψη της δόσης. Το 68% της υδροχλωροθειαζίδης συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος και ο φαινομενικός όγκος κατανομής είναι 0,83-1,14 l/kg.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή Η υδροχλωροθειαζίδη δεν μεταβολίζεται στον άνθρωπο και αποβάλλεται σχεδόν ολοκληρωτικά από τα ούρα, ως αναλλοίωτη δραστική ουσία. Περίπου το 60% της από του στόματος δόσης αποβάλλεται ως αναλλοίωτη δραστική ουσία μέσα σε 48 ώρες. Η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 250-300 mL/min. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της υδροχλωροθειαζίδης είναι 10-15 ώρες.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Παιδιατρικός πληθυσμός: Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων μελετών με το φάρμακο αναφοράς που περιέχει μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη/ αμλοδιπίνη/ υδροχλωροθειαζίδη, σε όλες τις υποκατηγορίες παιδιατρικού πληθυσμού με ιδιοπαθή υπέρταση.
Ηλικιωμένοι: Στους υπερτασικούς ασθενείς, η AUC της ολμεσαρτάνης στην κατάσταση ισορροπίας αυξήθηκε κατά περίπου 35% στους ηλικιωμένους (ηλικίας 65 - 75 ετών) και κατά περίπου 44% στους πολύ ηλικιωμένους (ηλικίας ≥ 75 ετών) συγκριτικά με την ομάδα νεώτερων ασθενών (βλ. Δοσολογία). Αυτό μπορεί να συσχετίζεται εν μέρει με τη μέση μείωση της νεφρικής λειτουργίας σε αυτή την ομάδα ασθενών. Το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα για ηλικιωμένους είναι, εντούτοις, το ίδιο παρόλο που απαιτείται προσοχή κατά την αύξηση της δόσης. Ο χρόνος μέχρι την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης της αμλοδιπίνης στο πλάσμα είναι παρόμοιος ανάμεσα σε ηλικιωμένα και νεότερα άτομα. Σε ηλικιωμένους, η κάθαρση της αμλοδιπίνης τείνει να είναι μικρότερη με αποτέλεσμα αυξήσεις τόσο της AUC όσο και του χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής. Οι αυξήσεις της AUC και του χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ήταν οι αναμενόμενες για την υπό μελέτη ηλικιακή ομάδα ασθενών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Περιορισμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η συστηματική κάθαρση της υδροχλωροθειαζίδης μειώνεται στους υγιείς και τους υπερτασικούς ηλικιωμένους σε σύγκριση με τους νεαρούς υγιείς εθελοντές.
Νεφρική δυσλειτουργία: Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, οι τιμές της AUC της ολμεσαρτάνης στην κατάσταση ισορροπίας αυξήθηκαν κατά 62%, 82% και 179% σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, σε σύγκριση με υγιή άτομα της ομάδας ελέγχου (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Η φαρμακοκινητική της μεδοξομιλικής ολμεσαρτάνης σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση δεν έχει μελετηθεί. Η αμλοδιπίνη μεταβολίζεται εκτενώς σε ανενεργούς μεταβολίτες. Σε ποσοστό 10%, η ουσία αποβάλλεται αμετάβλητη στα ούρα. Οι μεταβολές στη συγκέντρωση της αμλοδιπίνης στο πλάσμα δε σχετίζονται με το βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας. Σε αυτούς τους ασθενείς, η αμλοδιπίνη μπορεί να χορηγηθεί στην κανονική δοσολογία. Η αμλοδιπίνη δεν απομακρύνεται με την αιμοδιύλιση. Η ημίσεια ζωή της υδροχλωροθειαζίδης παρατείνεται σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία: Μετά από μία εφάπαξ δόση ολμεσαρτάνης από του στόματος, οι τιμές της AUC ήταν 6% και 65% υψηλότερες σε ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, από ότι στα αντίστοιχα υγιή άτομα της ομάδας ελέγχου. Το αδέσμευτο κλάσμα της ολμεσαρτάνης 2 ώρες μετά από τη δόση σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία ήταν 0,26%, 0,34% και 0,41%, αντίστοιχα. Μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, η μέση AUC της ολμεσαρτάνης ήταν πάλι 65% υψηλότερη από ότι στα αντίστοιχα υγιή άτομα της ομάδας ελέγχου. Οι μέσες τιμές Cmax της ολμεσαρτάνης ήταν παρόμοιες σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και σε υγιή άτομα. Η μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις). Πολύ περιορισμένα κλινικά δεδομένα είναι διαθέσιμα σχετικά με τη χορήγηση της αμλοδιπίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Η κάθαρση της αμλοδιπίνης ελαττώνεται και ο χρόνος ημίσειας ζωής παρατείνεται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία με αποτέλεσμα την αύξηση της AUC κατά περίπου 40%-60% (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις). Η ηπατική δυσλειτουργία δεν επηρεάζει σημαντικά την φαρμακοκινητική της υδροχλωροθειαζίδης.
ΕΟΦ · 2.5.2
Ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ
expand_more
Ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης, ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ), οι Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, οι Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΩΡΥΓΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
- Παράγοντες που ανταγωνίζονται τον ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΥΠΟΥ 1 ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ II. Περιλαμβάνονται ανάλογα της ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ II όπως η SARALASIN και οι διφαινυλιμιδαζόλες όπως η LOSARTAN. Ορισμένοι χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΥΠΕΡΤΑΝΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
- OLMESARTAN MEDOXOMIL
- Ανταγωνιστής Υποδοχέα Αγγειοτενσίνης 2 [EPC]
- Ανταγωνιστές Υποδοχέα Αγγειοτενσίνης 2 [MoA]
Οδός χορήγησης
Μορφή
Σκευάσματα σε κυκλοφορία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΑΥΑ — Αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτασίνης (1η γραμμή)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης, ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ), οι Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, οι Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΩΡΥΓΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
- Παράγοντες που ανταγωνίζονται τον ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΥΠΟΥ 1 ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ II. Περιλαμβάνονται ανάλογα της ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ II όπως η SARALASIN και οι διφαινυλιμιδαζόλες όπως η LOSARTAN. Ορισμένοι χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΥΠΕΡΤΑΝΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.