Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C03DA05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

FINERENONE

Φινερενόνη

Η φινενορενόνη είναι ένας μη στεροειδής ανταγωνιστής του αλατοκορτικοειδών υποδοχέων, ενδεικνυόμενη για τη μείωση του κινδύνου προοδευτικής μείωσης του ρυθμού σπειραματικής διήθησης, τελικού σταδίου νεφρικής νόσου, καρδιαγγειακού θανάτου, εμφράξεων μυοκαρδίου και νοσηλείας λόγω …

Chemical structure of FINERENONE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-KERENDIA

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
μία φορά την ημέρα, με ή χωρίς τροφή
Δόση έναρξης:
20 mg μία φορά την ημέρα
Τιτλοποίηση:
Το κάλιο ορού και ο eGFR πρέπει να μετρηθούν 4 εβδομάδες μετά την έναρξη ή αύξηση της δόσης. Μετά, περιοδικά ανάλογα με τις ανάγκες. Προσαρμογή δόσης βάσει επιπέδων καλίου: αύξηση σε 20 mg εάν κάλιο ≤ 4,8 mmol/L (ή διατήρηση 10 mg εάν eGFR μειωθεί > 30%), διατήρηση 10mg/20mg εάν κάλιο > 4,8 έως 5,5 mmol/L, διακοπή εάν κάλιο > 5,5 mmol/L (επανέναρξη 10 mg όταν κάλιο ≤ 5,0 mmol/L).
  • Ενήλικες
    Μέγ. δόση20 mg μία φορά την ημέρα
  • Ενήλικες (με eGFR ≥ 60 mL/min/1,73 m2)
    Δόση20 mg μία φορά την ημέρα
    Δόση έναρξης
  • Ενήλικες (με eGFR ≥ 25 έως < 60 mL/min/1,73 m2)
    Δόση10 mg μία φορά την ημέρα
    Δόση έναρξης
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (eGFR < 25 mL/min/1,73 m2)
    Η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινήσει.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (eGFR ≥ 15 mL/min/1,73 m2)
    Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί με προσαρμογή της δόσης με βάση το κάλιο ορού. Διακοπή σε eGFR < 15 mL/min/1,73 m2.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (σοβαρή)
    Η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινήσει.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (μέτρια)
    Δεν απαιτείται αρχική προσαρμογή της δόσης. Εξετάστε πρόσθετη παρακολούθηση του καλίου ορού.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (ήπια)
    Δεν απαιτείται αρχική προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς που λαμβάνουν συγχορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή (μέτριους ή ασθενείς αναστολείς του CYP3A4, συμπληρώματα καλίου, τριμεθοπρίμη ή τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη)
    Πρόσθετη παρακολούθηση του καλίου ορού και προσαρμογή της παρακολούθησης. Προσωρινή διακοπή μπορεί να είναι απαραίτητη με τριμεθοπρίμη ή τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη.
  • Ασθενείς ανεξαρτήτως σωματικού βάρους
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block
SPC-KERENDIA

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Συγχορηγούμενη θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, κομπισιστάτη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη
  • Νόσος του Addison
warning
SPC-KERENDIA

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Υπερκαλιαιμία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με χαμηλό eGFR, υψηλότερο κάλιο ορού και προηγούμενα επεισόδια υπερκαλιαιμίας
    Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο πιο συχνής παρακολούθησης.
  • Έναρξη θεραπείας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κάλιο ορού > 5,0 mmol/L
    Η θεραπεία με φινερενόνη δεν πρέπει να ξεκινήσει.
  • Έναρξη θεραπείας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κάλιο ορού > 4,8 έως 5,0 mmol/L
    Η έναρξη της θεραπείας με φινερενόνη μπορεί να εξεταστεί με πρόσθετη παρακολούθηση του καλίου ορού εντός των πρώτων 4 εβδομάδων με βάση τα χαρακτηριστικά του ασθενούς και τα επίπεδα του καλίου ορού.
  • Συνέχιση θεραπείας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κάλιο ορού > 5,5 mmol/L
    Πρέπει να ανασταλεί η θεραπεία με φινερενόνη. Πρέπει να τηρηθούν οι τοπικές κατευθυντήριες γραμμές για τη διαχείριση της υπερκαλιαιμίας.
  • Συνέχιση θεραπείας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κάλιο ορού ≤ 5,0 mmol/l μετά αναστολή
    Η θεραπεία με φινερενόνη μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου στα 10 mg μία φορά την ημέρα.
  • Συγχορηγούμενες φαρμακευτικές αγωγές
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν καλιοσυντηρητικά διουρητικά (π.χ., αμιλορίδη, τριαµτερένη) ή άλλους ανταγωνιστές του υποδοχέα των αλατοκορτικοειδών (MRAs, π.χ., επλερενόνη, εσαξερενόνη, σπειρονολακτόνη, κανρενόνη)
    Η φινερενόνη δεν πρέπει να χορηγηθεί ταυτόχρονα.
  • Συγχορηγούμενες φαρμακευτικές αγωγές
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν συμπληρώματα καλίου, τριμεθοπρίμη ή τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη
    Η φινερενόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και να παρακολουθείται το κάλιο ορού. Η προσωρινή διακοπή της φινερενόνης μπορεί να είναι απαραίτητη.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με eGFR < 25 mL/min/1,73 m2
    Η θεραπεία με φινερενόνη δεν πρέπει να ξεκινήσει.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει εξέλιξη σε νεφρική νόσο τελικού σταδίου (eGFR < 15 mL/min/1,73 m2)
    Η θεραπεία με φινερενόνη πρέπει να διακόπτεται οριστικά.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Η θεραπεία με φινερενόνη δεν πρέπει να ξεκινήσει.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειλειτουργία
    Μπορεί να απαιτεί πρόσθετη παρακολούθηση του καλίου ορού και προσαρμογή της παρακολούθησης σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του ασθενή.
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με διαγνωσμένη καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης και New York Heart Association II-IV
    Αποκλείστηκαν από την κλινική μελέτη φάσης III.
  • Ταυτόχρονη χρήση ουσιών που επηρεάζουν την έκθεση της φινερενόνης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν μέτριους ή ασθενείς αναστολείς του CYP3A4
    Το κάλιο ορού πρέπει να παρακολουθείται.
  • Ταυτόχρονη χρήση ουσιών που επηρεάζουν την έκθεση της φινερενόνης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς ή μέτριους επαγωγείς του CYP3A4
    Η φινερενόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα.
  • Γκρέιπφρουτ
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν φινερενόνη
    Γκρέιπφρουτ ή χυμός γκρέιπφρουτ δεν πρέπει να καταναλώνεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Τοξικότητα εμβρύου
    ΠληθυσμόςΓυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης
    Η φινερενόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν έχει πραγματοποιηθεί προσεκτική εξέταση του οφέλους για τη μητέρα και του κινδύνου για το έμβρυο.
  • Τοξικότητα εμβρύου
    ΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκες που λαμβάνουν φινερενόνη
    Πρέπει να ενημερωθούν για τους δυνητικούς κινδύνους για το έμβρυο.
  • Τοξικότητα εμβρύου
    ΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
    Πρέπει να συνιστάται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φινερενόνη.
  • Τοξικότητα εμβρύου
    ΠληθυσμόςΓυναίκες που θηλάζουν
    Πρέπει να συνιστάται να μην θηλάζουν.
  • Το Kerendia περιέχει λακτόζη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
  • Το Kerendia περιέχει νάτριο
    Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
SPC-KERENDIA

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (ιτρακοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, κομπισιστάτη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη)
    αντένδειξη
    Σημαντική αύξηση της έκθεσης της φινερενόνης
  • Ισχυροί, μέτριοι επαγωγείς του CYP3A4 (ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, υπερικό (St. John’s Wort), εφαβιρένζη)
    δεν συνιστάται
    Μείωση της συγκέντρωσης της φινερενόνης στο πλάσμα, μειωμένη θεραπευτική επίδραση
  • Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (αμιλορίδη, τριαµτερένη)
    δεν συνιστάται
    Αύξηση του κινδύνου υπερκαλιαιμίας
  • Άλλοι MRAs (επλερενόνη, εσαξερενόνη, σπειρονολακτόνη, κανρενόνη)
    δεν συνιστάται
    Αύξηση του κινδύνου υπερκαλιαιμίας
  • Γκρέιπφρουτ ή χυμός γκρέιπφρουτ
    δεν συνιστάται
    Αύξηση των συγκεντρώσεων της φινερενόνης στο πλάσμα μέσω αναστολής του CYP3A4
  • Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 (ερυθρομυκίνη, βεραπαμίλη)
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης της φινερενόνης (AUC, Cmax), πιθανή αύξηση του καλίου ορού
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση του καλίου ορού, ιδιαίτερα κατά την έναρξη ή αλλαγές της δοσολογίας της φινερενόνης ή του αναστολέα CYP3A4.
  • Ασθενείς αναστολείς του CYP3A4 (φλουβοξαμίνη)
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης της φινερενόνης (AUC, Cmax), πιθανή αύξηση του καλίου ορού
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση του καλίου ορού, ιδιαίτερα κατά την έναρξη ή αλλαγές της δοσολογίας της φινερενόνης ή του αναστολέα CYP3A4.
  • Συμπληρώματα καλίου
    παρακολούθηση
    Αύξηση του κινδύνου υπερκαλιαιμίας
    ΣύστασηΑπαιτείται παρακολούθηση του καλίου ορού.
  • Τριμεθοπρίμη ή τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη
    παρακολούθηση
    Αύξηση του κινδύνου υπερκαλιαιμίας
    ΣύστασηΑπαιτείται παρακολούθηση του καλίου ορού. Προσωρινή διακοπή του Kerendia μπορεί να είναι απαραίτητη.
  • Αντιυπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα (πολλαπλά)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος υπότασης
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
sick
SPC-KERENDIA

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Μεταβολισμός
  • Υπερκαλιαιμία
  • Υπονατριαιμία
Αγγειακές
  • Υπόταση
Δέρμα
  • Κνησμός
Εργαστηριακές
  • Μειωμένος ρυθμός σπειραματικής διήθησης
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Υπερκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Μειωμένος ρυθμός σπειραματικής διήθησης
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Υπονατριαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
pregnant_woman
SPC-KERENDIA

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με φινερενόνη.
    Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν η γυναίκα μείνει έγκυος, θα πρέπει να ενημερωθεί για τους δυνητικούς κινδύνους για το έμβρυο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Γαλουχία
    Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/ θα αποφευχθεί η θεραπεία με το Kerendia.
    Δεν είναι γνωστό εάν η φινερενόνη/οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της φινερενόνης και των μεταβολιτών της στο γάλα. Τα νεογνά αρουραίων που εκτέθηκαν μέσω αυτής της οδού παρουσίασαν ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Γονιμότητα
    Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση της φινερενόνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει μειωμένη γονιμότητα των θηλυκών σε εκθέσεις που θεωρούνται ότι υπερβαίνουν τη μέγιστη ανθρώπινη έκθεση, υποδεικνύοντας χαμηλή κλινική συνάφεια (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η φινενορενόνη είναι ένας μη στεροειδής, εκλεκτικός ανταγωνιστής του ορυκτοκορτικοειδούς υποδοχέα (MR) χωρίς σημαντική συγγένεια ή δράση στους υποδοχείς ανδρογόνων, προγεστερόνης, οιστρογόνων και γλυκοκορτικοειδών. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η σύνδεση…
monitor_heart
SPC-KERENDIA

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: διουρητικά, ανταγωνιστές αλδοστερόνης, κωδικός ATC: C03DA05 ### Μηχανισμός δράσης Η φινερενόνη είναι ένας μη στεροειδικός, εκλεκτικός ανταγωνιστής του υποδοχέα των αλατοκορτικοειδών (MR), ο οποίος ενεργοποιείται από την…
biotech
SPC-KERENDIA

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Η φινερενόνη απορροφάται σχεδόν πλήρως μετά την από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση είναι ταχεία με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) να εμφανίζονται μεταξύ 0,5 και 1,25 ωρών μετά την πρόσληψη του δισκίου στην κατάσταση…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Η φινενορενόνη μεταβολίζεται περίπου κατά 90% από το CYP3A4 και κατά 10% από το CYP2C8. Υπάρχει μικρή συμβολή στο μεταβολισμό από το CYP1A1. Η φινενορενόνη δεν έχει ενεργούς μεταβολίτες. Η φινενορενόνη αρωματίζεται στον μεταβολίτη M1 μέσω CYP3A4 και CYP2C8,…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Μια από του στόματος δόση 10 mg φινενορενόνης φτάνει σε Cmax 351 µg/L, με Tmax 1,5 ώρα, και AUC 2820 µgh/L στο πλάσμα. Η ίδια δόση φινενορενόνης φτάνει σε Cmax 226 µg/L, με Tmax 1,5 ώρα, και AUC 1840 µgh/L σε ολόκληρο το αίμα. Συνήθεις δόσεις 20 mg…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Νεφρική λειτουργία water_dropΝεφρική λειτουργία Ανάλογα με τις ανάγκες Νεφρική δυσλειτουργία
Ρυθμός σπειραματικής διήθησης (eGFR) water_dropΝεφρική λειτουργία 4 εβδομάδες μετά την έναρξη, την επανέναρξη ή την αύξηση της δόσης
Κάλιο ορού (K⁺) scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά 4 εβδομάδες μετά την έναρξη, την επανέναρξη ή την αύξηση της δόσης
Περιοδικά και ανάλογα με τις ανάγκες Μετά την αρχική παρακολούθηση, βάσει χαρακτηριστικών ασθενούς και καλίου ορού
Συγχορήγηση φινερενόνης με αναστολείς CYP3A4
Συγχορήγηση με συμπληρώματα καλίου, τριμεθοπρίμη ή τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη
Μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Γενική παρακολούθηση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-KERENDIA
expand_more

Η συνιστώμενη δόση-στόχος είναι 20 mg φινερενόνης μία φορά την ημέρα. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 20 mg φινερενόνης μία φορά την ημέρα.

Έναρξη της θεραπείας

Το κάλιο ορού και ο εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης (eGFR) πρέπει να μετρούνται για να καθορίζεται εάν μπορεί να ξεκινήσει η θεραπεία με φινερενόνη και για να καθορίζεται η δόση έναρξης.

Εάν το κάλιο ορού είναι ≤ 4,8 mmol/L, η θεραπεία με φινινενόνη μπορεί να ξεκινήσει. Για την παρακολούθηση του καλίου ορού, (βλ. παρακάτω «Συνέχιση της θεραπείας»). Εάν το κάλιο ορού είναι > 4,8 έως 5,0 mmol/L, η έναρξη της θεραπείας με φινερενόνη μπορεί να εξεταστεί με πρόσθετη παρακολούθηση του καλίου ορού εντός των πρώτων 4 εβδομάδων με βάση τα χαρακτηριστικά του ασθενούς και τα επίπεδα του καλίου ορού (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Εάν το κάλιο ορού είναι > 5,0 mmol/L, η θεραπεία με φινερενόνη δεν πρέπει να ξεκινήσει (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Η συνιστώμενη δόση έναρξης της φινερενόνης βασίζεται στον eGFR και παρουσιάζεται στον πίνακα 1.

Πίνακας 1: Έναρξη της θεραπείας με φινερενόνη και συνιστώμενη δόση

eGFR (mL/min/1,73 m2) Δόση έναρξης (μία φορά την ημέρα)
≥ 60 20 mg
≥ 25 έως < 60 10 mg
< 25 Δεν συνιστάται

Συνέχιση της θεραπείας

Το κάλιο ορού και ο eGFR πρέπει να μετρηθούν εκ νέου 4 εβδομάδες μετά την έναρξη ή την επανέναρξη της θεραπείας με φινερενόνη ή την αύξηση της δόσης (βλ. πίνακα 2 για τον καθορισμό της συνέχισης της θεραπείας με φινερενόνη και της προσαρμογής της δόσης). Στη συνέχεια, το κάλιο ορού πρέπει να μετράται εκ νέου περιοδικά και ανάλογα με τις ανάγκες με βάση τα χαρακτηριστικά του ασθενούς και τα επίπεδα του καλίου ορού. (Βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις) για περισσότερες πληροφορίες.

Πίνακας 2: Συνέχιση της θεραπείας με φινερενόνη και προσαρμογή της δόσης

Κάλιο ορού (mmol/L) Τρέχουσα δόση φινερενόνης (μία φορά την ημέρα) 10 mg Τρέχουσα δόση φινερενόνης (μία φορά την ημέρα) 20 mg
≤ 4,8 Αύξηση σε 20 mg φινερενόνης μία φορά την ημέρα* Διατήρηση 20 mg μία φορά την ημέρα
> 4,8 έως 5,5 Διατήρηση 10 mg μία φορά την ημέρα Διατήρηση 20 mg μία φορά την ημέρα
> 5,5 Να σταματήσει η φινερενόνη. Να εξεταστεί η επανέναρξη στα 10 mg μία φορά την ημέρα όταν το κάλιο ορού είναι ≤ 5,0 mmol/L. Να σταματήσει η φινερενόνη. Επανέναρξη στα 10 mg μία φορά την ημέρα όταν το κάλιο ορού είναι ≤ 5,0 mmol/L.
  • διατήρηση 10 mg μία φορά την ημέρα, εάν ο eGFR έχει μειωθεί > 30% σε σύγκριση με την προηγούμενη μέτρηση

Παραληφθείσα δόση

Μια δόση που παραλείφθηκε πρέπει να ληφθεί το συντομότερο δυνατόν αφού το αντιληφθεί ο ασθενής, αλλά μόνο την ίδια ημέρα. Ο ασθενής δεν πρέπει να πάρει 2 δόσεις για να αναπληρώσει μια δόση που παραλείφθηκε.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Νεφρική δυσλειτουργία

Έναρξη της θεραπείας Σε ασθενείς με eGFR < 25 mL/min/1,73 m2, η θεραπεία με φινερενόνη δεν πρέπει να ξεκινήσει λόγω περιορισμένων κλινικών δεδομένων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).

Συνέχιση της θεραπείας Σε ασθενείς με eGFR ≥ 15 mL/min/1,73 m2, η θεραπεία με φινερενόνη μπορεί να συνεχιστεί με προσαρμογή της δόσης με βάση το κάλιο ορού. Ο eGFR πρέπει να μετρηθεί 4 εβδομάδες μετά την έναρξη για να καθοριστεί εάν η δόση έναρξης μπορεί να αυξηθεί στη συνιστώμενη ημερήσια δόση των 20 mg (βλ. «Δοσολογία», «Συνέχιση της θεραπείας» και πίνακα 2). Λόγω των περιορισμένων κλινικών δεδομένων, η θεραπεία με φινερενόνη θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε ασθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει εξέλιξη σε νεφρική νόσο τελικού σταδίου (eGFR < 15 mL/min/1,73 m2) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ηπατική δυσλειτουργία

  • σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία: Η φινερενόνη δεν πρέπει να ξεκινήσει (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
  • μέτρια ηπατική δυσλειτουργία: Δεν απαιτείται αρχική προσαρμογή της δόσης. Εξετάστε το ενδεχόμενο πρόσθετης παρακολούθησης του καλίου ορού και προσαρμόστε την παρακολούθηση σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του ασθενούς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
  • ήπια ηπατική δυσλειτουργία: Δεν απαιτείται αρχική προσαρμογή της δόσης.

Συγχορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή

Σε ασθενείς που παίρνουν φινερενόνη ταυτόχρονα με μέτριους ή ασθενείς αναστολείς του CYP3A4, συμπληρώματα καλίου, τριμεθοπρίμη ή τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο πρόσθετης παρακολούθησης του καλίου ορού και προσαρμογή της παρακολούθησης σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του ασθενούς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι αποφάσεις για τη θεραπεία με φινερενόνη πρέπει να λαμβάνονται σύμφωνα με τις οδηγίες στον πίνακα 2 («Δοσολογία», «Συνέχιση της θεραπείας»). Προσωρινή διακοπή της φινερενόνης ενδέχεται να είναι απαραίτητη, όταν οι ασθενείς πρέπει να πάρουν τριμεθοπρίμη ή τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη. (Βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις) για περισσότερες πληροφορίες.

Σωματικό βάρος

Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης με βάση το σωματικό βάρος (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φινερενόνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης

Από στόματος χρήση

Τα δισκία μπορούν να λαμβάνονται με ένα ποτήρι νερό και με ή χωρίς τροφή (βλ. Φαρμακοκινητικές). Τα δισκία δεν πρέπει να λαμβάνονται με γκρέιπφρουτ ή χυμό γκρέιπφρουτ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Θρυμματισμός των δισκίων

Για ασθενείς οι οποίοι δεν δύνανται να καταπιούν ολόκληρα δισκία, τα δισκία Kerendia μπορούν να θρυμματιστούν και να αναμειχθούν με νερό ή μαλακές τροφές, όπως πουρές μήλου, αμέσως πριν την από στόματος χρήση (βλ. Φαρμακοκινητικές).

block

Αντενδείξεις

SPC-KERENDIA
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. έκδοχα).
  • Συγχορηγούμενη θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις), π.χ., ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, κομπισιστάτη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη.
  • Νόσος του Addison.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-KERENDIA
expand_more

Υπερκαλιαιμία

Υπερκαλιαιμία έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φινερενόνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ορισμένοι ασθενείς διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν υπερκαλιαιμία. Οι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν χαμηλό eGFR, υψηλότερο κάλιο ορού και προηγούμενα επεισόδια υπερκαλιαιμίας. Σε αυτούς τους ασθενείς, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο πιο συχνής παρακολούθησης.

Έναρξη και συνέχιση της θεραπείας (βλ. Δοσολογία) Εάν το κάλιο ορού είναι > 5,0 mmol/L, η θεραπεία με φινερενόνη δεν πρέπει να ξεκινήσει. Εάν το κάλιο ορού είναι > 4,8 έως 5,0 mmol/L, η έναρξη της θεραπείας με φινερενόνη μπορεί να εξεταστεί με πρόσθετη παρακολούθηση του καλίου ορού εντός των πρώτων 4 εβδομάδων με βάση τα χαρακτηριστικά του ασθενούς και τα επίπεδα του καλίου ορού. Εάν το κάλιο ορού είναι > 5,5 mmol/L, πρέπει να ανασταλεί η θεραπεία με φινερενόνη. Πρέπει να τηρηθούν οι τοπικές κατευθυντήριες γραμμές για τη διαχείριση της υπερκαλιαιμίας. Όταν το κάλιο ορού είναι ≤ 5,0 mmol/l, η θεραπεία με φινερενόνη μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου στα 10 mg μία φορά την ημέρα.

Παρακολούθηση Το κάλιο ορού και ο eGFR πρέπει να μετρηθούν εκ νέου σε όλους τους ασθενείς 4 εβδομάδες μετά την έναρξη, την επανέναρξη ή την αύξηση της δόσης της φινερενόνης. Στη συνέχεια, το κάλιο ορού πρέπει να αξιολογείται περιοδικά και ανάλογα με τις ανάγκες με βάση τα χαρακτηριστικά του ασθενούς και τα επίπεδα του καλίου ορού (βλ. Δοσολογία).

Συγχορηγούμενες φαρμακευτικές αγωγές

Ο κίνδυνος υπερκαλιαιμίας μπορεί επίσης να αυξηθεί με την πρόσληψη συγχορηγούμενων φαρμακευτικών αγωγών που μπορεί να αυξήσουν το κάλιο ορού (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η φινερενόνη δεν πρέπει να χορηγηθεί ταυτόχρονα με

  • καλιοσυντηρητικά διουρητικά (π.χ., αμιλορίδη, τριαµτερένη) και
  • άλλους ανταγωνιστές του υποδοχέα των αλατοκορτικοειδών (MRAs), π.χ., επλερενόνη, εσαξερενόνη, σπειρονολακτόνη, κανρενόνη. Η φινερενόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και να παρακολουθείται το κάλιο ορού, όταν λαμβάνεται ταυτόχρονα με
  • συμπληρώματα καλίου.
  • τριμεθοπρίμη ή τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη. Η προσωρινή διακοπή της φινερενόνης μπορεί να είναι απαραίτητη.

Νεφρική δυσλειτουργία

Ο κίνδυνος υπερκαλιαιμίας αυξάνεται με τη μείωση της νεφρικής λειτουργίας. Η συνεχιζόμενη παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας πρέπει να πραγματοποιείται ανάλογα με τις ανάγκες σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική (βλ. Δοσολογία).

Έναρξη της θεραπείας Η θεραπεία με φινερενόνη δεν πρέπει να ξεκινήσει σε ασθενείς με eGFR < 25 mL/min/1,73 m2 καθώς τα κλινικά δεδομένα είναι περιορισμένα (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).

Συνέχιση της θεραπείας Λόγω περιορισμένων κλινικών δεδομένων η θεραπεία με φινερενόνη πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε ασθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει εξέλιξη σε νεφρική νόσο τελικού σταδίου (eGFR < 15 mL/min/1,73 m2) (βλ. Δοσολογία).

Ηπατική δυσλειτουργία

Η θεραπεία με φινερενόνη δεν πρέπει να ξεκινήσει σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία). Αυτοί οι ασθενείς δεν έχουν μελετηθεί (βλ. Φαρμακοκινητικές) αλλά αναμένεται σημαντική αύξηση της έκθεσης της φινερενόνης. Η χρήση της φινερενόνης σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να απαιτεί πρόσθετη παρακολούθηση λόγω αύξησης της έκθεσης της φινερενόνης. Πρόσθετη παρακολούθηση του καλίου ορού και προσαρμογή της παρακολούθησης πρέπει να εξετάζονται σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του ασθενή (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).

Καρδιακή ανεπάρκεια

Οι ασθενείς με διαγνωσμένη καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης και New York Heart Association II-IV αποκλείστηκαν από την κλινική μελέτη φάσης III (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Ταυτόχρονη χρήση ουσιών που επηρεάζουν την έκθεση της φινερενόνης

Μέτριοι και ασθενείς αναστολείς του CYP3A4 Το κάλιο ορού πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χρήσης της φινερενόνης με μέτριους ή ασθενείς αναστολείς του CYP3A4 (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).

Ισχυροί και μέτριοι επαγωγείς του CYP3A4 Η φινερενόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με ισχυρούς ή μέτριους επαγωγείς του CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Γκρέιπφρουτ Γκρέιπφρουτ ή χυμός γκρέιπφρουτ δεν πρέπει να καταναλώνεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φινερενόνη (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).

Τοξικότητα εμβρύου

Η φινερενόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν έχει πραγματοποιηθεί προσεκτική εξέταση του οφέλους για τη μητέρα και του κινδύνου για το έμβρυο. Εάν μια γυναίκα μείνει έγκυος ενώ παίρνει φινερενόνη, θα πρέπει να ενημερωθεί για τους δυνητικούς κινδύνους για το έμβρυο. Στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συνιστάται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φινερενόνη. Στις γυναίκες πρέπει να συνιστάται να μην θηλάζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φινερενόνη (βλ. Κύηση και γαλουχία και Προκλινικά δεδομένα).

Πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα

Το Kerendia περιέχει λακτόζη Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Το Kerendia περιέχει νάτριο Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-KERENDIA
expand_more

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Η φινερενόνη αποβάλλεται σχεδόν αποκλειστικά μέσω μεσολαβούμενου από το κυτόχρωμα P450 (CYP) οξειδωτικού μεταβολισμού [κυρίως CYP3A4 (90%) με μικρή συνεισφορά του CYP2C8 (10%)].

Η ταυτόχρονη χρήση αντενδείκνυται

  • Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 Η ταυτόχρονη χρήση του Kerendia με ιτρακοναζόλη, κλαριθρομυκίνη και άλλους ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (π.χ., κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, κομπισιστάτη, τελιθρομυκίνη ή νεφαζοδόνη) αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις), καθώς αναμένεται σημαντική αύξηση της έκθεσης της φινερενόνης.

Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται

  • Ισχυροί και μέτριοι επαγωγείς του CYP3A4 Το Kerendia δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με ριφαμπικίνη και άλλους ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 [π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, υπερικό (St. John’s Wort)] ή με εφαβιρένζη και άλλους μέτριους επαγωγείς του CYP3A4. Αυτοί οι επαγωγείς του CYP3A4 αναμένεται να μειώσουν σημαντικά τη συγκέντρωση της φινερενόνης στο πλάσμα και να οδηγήσουν σε μειωμένη θεραπευτική επίδραση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν το κάλιο ορού Το Kerendia δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με καλιοσυντηρητικά διουρητικά (π.χ. αμιλορίδη, τριαµτερένη) και άλλους MRAs (π.χ. επλερενόνη, εσαξερενόνη, σπειρονολακτόνη, κανρενόνη). Αναμένεται ότι αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα αυξάνουν τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
  • Γκρέιπφρουτ Γκρέιπφρουτ ή χυμός γκρέιπφρουτ δεν πρέπει να καταναλώνεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φινερενόνη, καθώς αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της φινερενόνης στο πλάσμα μέσω αναστολής του CYP3A4 (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ταυτόχρονη χρήση με προφυλάξεις

  • Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 Σε μια κλινική μελέτη, η ταυτόχρονη χρήση ερυθρομυκίνης (500 mg τρεις φορές την ημέρα) οδήγησε σε αύξηση κατά 3,5 φορές στην AUC της φινερενόνης και αύξηση κατά 1,9 φορές στην Cmax αυτής. Σε μια άλλη κλινική μελέτη, η βεραπαμίλη (240 mg δισκίο ελεγχόμενης αποδέσμευσης μία φορά την ημέρα) οδήγησε σε αύξηση κατά 2,7 φορές και κατά 2,2 φορές στην AUC και στην Cmax της φινερενόνης, αντίστοιχα. Το κάλιο ορού μπορεί να αυξηθεί και, ως εκ τούτου, συνιστάται η παρακολούθηση του καλίου ορού, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της έναρξης ή αλλαγών της δοσολόγησης της φινερενόνης ή του αναστολέα CYP3A4 (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ασθενείς αναστολείς του CYP3A4 Οι προσομοιώσεις PBPK υποδεικνύουν ότι η φλουβοξαμίνη (100 mg δύο φορές την ημέρα) αυξάνει την AUC (1,6 φορές) και την Cmax (1,4 φορές) της φινερενόνης. Το κάλιο ορού μπορεί να αυξηθεί και, ως εκ τούτου, συνιστάται η παρακολούθηση του καλίου ορού, ιδιαίτερα κατά την έναρξη ή σε αλλαγές της δοσολόγησης της φινερενόνης ή του αναστολέα CYP3A4 (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν το κάλιο ορού (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) Η ταυτόχρονη χρήση του Kerendia με συμπληρώματα καλίου και τριμεθοπρίμη ή τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας. Απαιτείται παρακολούθηση του καλίου ορού. Η προσωρινή διακοπή του Kerendia κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τριμεθοπρίμη ή τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη μπορεί να είναι απαραίτητη.
  • Αντιυπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα Ο κίνδυνος για υπόταση αυξάνεται με την ταυτόχρονη χρήση περισσότερων από ένα, άλλων αντιυπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.

Κλινικές μελέτες χωρίς σχετικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ φαρμάκων

Η ταυτόχρονη χρήση γεμφιβροζίλης (600 mg δύο φορές την ημέρα), ένας ισχυρός αναστολέας του CYP2C8, αύξησε τη μέση AUC και Cmax της φινερενόνης κατά 1,1 φορές και 1,2 φορές, αντίστοιχα. Αυτό δεν θεωρείται ως κλινικά σχετικό. Η προηγούμενη και η ταυτόχρονη θεραπεία με τον αναστολέα της αντλίας πρωτονίων ομεπραζόλη (40 mg μία φορά την ημέρα) δεν είχε καμία επίδραση στη μέση AUC και στη μέση Cmax της φινερενόνης. Η ταυτόχρονη χρήση αντιόξυ του υδροξειδίου του αργιλίου και υδροξειδίου του μαγνησίου (70 mVal) δεν είχε καμία επίδραση στη μέση AUC της φινερενόνης και μείωσε τη μέση Cmax αυτής κατά 19%. Αυτό δεν θεωρείται ως κλινικά σχετικό. In vivo, ένα σχήμα πολλαπλών δόσεων 20 mg φινερενόνης χορηγούμενης μία φορά την ημέρα για 10 ημέρες δεν είχε σχετική επίδραση στην AUC του υποστρώματος ανιχνευτή του CYP3A4 μιδαζολάμη. Συνεπώς, μια κλινικά σχετική αναστολή ή επαγωγή του CYP3A4 από τη φινερενόνη μπορεί να αποκλειστεί. Μια εφάπαξ δόση 20 mg φινερενόνης επίσης δεν είχε κλινικά σχετική επίδραση στην AUC και Cmax του υποστρώματος ανιχνευτή του CYP2C8 ρεπαγλινίδη. Συνεπώς, η φινερενόνη δεν αναστέλλει το CYP2C8. Απουσία αμοιβαίας φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης καταδείχθηκε μεταξύ της φινερενόνης και του υποστρώματος του CYP2C9 βαρφαρίνη και μεταξύ της φινερενόνης και του υποστρώματος της P-gp διγοξίνη.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-KERENDIA
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τη φινερενόνη ήταν η υπερκαλιαιμία (18,3%). (Βλ. παρακάτω «Περιγραφή ανεπιθύμητων ενεργειών, Υπερκαλιαιμία» και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Η ασφάλεια της φινερενόνης σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ) και διαβήτη τύπου 2 (T2D) αξιολογήθηκε στη βασική μελέτη φάσης ΙΙΙ FIDELIO-DKD (διαβητική νεφρική νόσος). Σε αυτήν τη μελέτη, 2.827 ασθενείς έλαβαν φινερενόνη (10 ή 20 mg μία φορά την ημέρα) με μέση διάρκεια θεραπείας 2,2 έτη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν παρατίθενται στον πίνακα 3. Είναι ταξινομημένες ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων και τον κανόνα συχνότητας εμφάνισης MedDRA. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ομαδοποιούνται σύμφωνα με τη συχνότητα εμφάνισής τους κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Οι συχνότητες καθορίζονται ως εξής:

  • Πολύ συχνές (≥1/10)
  • Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
  • Όχι συχνές (≥1/1 000 έως <1/100)
  • Σπάνιες (≥1/10 000 έως <1/1 000)
  • Πολύ σπάνιες (<1/10 000)
  • Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πίνακας 3: Ανεπιθύμητες ενέργειες

Κατηγορία/οργανικό σύστημα (MedDRA) Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Υπερκαλιαιμία Υπονατριαιμία
Αγγειακές διαταραχές Υπόταση
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Κνησμός
Παρακλινικές εξετάσεις Ρυθμός σπειραματικής διήθησης μειωμένος, Αιμοσφαιρίνη μειωμένη

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Υπερκαλιαιμία

Στη μελέτη FIDELIO-DKD, συμβάντα υπερκαλιαιμίας αναφέρθηκαν στο 18,3% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με φινερενόνη σε σύγκριση με το 9,0% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φινερενόνη, η πλειονότητα των συμβάντων υπερκαλιαιμίας ήταν ήπια έως μέτρια και υποχώρησαν πλήρως. Σοβαρά συμβάντα υπερκαλιαιμίας αναφέρθηκαν συχνότερα για τη φινερενόνη (1,6%) από ό,τι για το εικονικό φάρμακο (0,4%). Συγκεντρώσεις καλίου ορού >5,5 mmol/L και >6,0 mmol/L αναφέρθηκαν στο 21,7% και στο 4,5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με φινερενόνη και στο 9,8% και στο 1,4% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα. Η υπερκαλιαιμία που οδήγησε σε οριστική διακοπή σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν φινερενόνη ήταν 2,3% έναντι 0,9% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Η νοσηλεία λόγω υπερκαλιαιμίας στην ομάδα της φινερενόνης ήταν 1,4% έναντι 0,3% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Παρατηρήθηκε αύξηση στη μέση τιμή καλίου ορού κατά τον πρώτο μήνα θεραπείας με φινερενόνη σε σχέση με τις αρχικές τιμές σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, και μια μέγιστη διαφορά 0,23 mmol/L μεταξύ των ομάδων τον μήνα 4. Η διαφορά στο κάλιο ορού μεταξύ φινερενόνης και εικονικού φαρμάκου παρέμεινε σταθερή στη συνέχεια. Για ειδικές συστάσεις, ανατρέξτε στις (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Υπόταση

Στη μελέτη FIDELIO-DKD, συμβάντα υπότασης αναφέρθηκαν στο 4,8% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με φινερενόνη σε σύγκριση με το 3,4% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φινερενόνη, η πλειονότητα των συμβάντων υπότασης ήταν ήπια ή μέτρια και υποχώρησαν πλήρως. Σε έναν ασθενή (<0,1%), η θεραπεία με φινερενόνη διακόπηκε οριστικά λόγω υπότασης. Η νοσηλεία λόγω υπότασης στην ομάδα της φινερενόνης ήταν 0,2% έναντι 0,2% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φινερενόνη, η μέση συστολική αρτηριακή πίεση μειώθηκε κατά 2-4 mm Hg και η μέση διαστολική αρτηριακή πίεση μειώθηκε κατά 1 - 2 mm Hg τον μήνα 1, παραμένοντας σταθερή στη συνέχεια.

Ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) μειωμένος

Στη μελέτη FIDELIO-DKD, συμβάντα μειωμένου GFR αναφέρθηκαν στο 6,3% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με φινερενόνη σε σύγκριση με το 4,7% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φινερενόνη, η πλειονότητα των συμβάντων μειωμένου ρυθμού GFR ήταν ήπια ή μέτρια και υποχώρησαν πλήρως. Τα συμβάντα μειωμένου ρυθμού GFR που οδήγησαν σε οριστική διακοπή σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν φινερενόνη ήταν 0,2% έναντι 0,3% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Η νοσηλεία λόγω μειωμένου ρυθμού διήθησης GFR στην ομάδα της φινερενόνης ήταν 0,1% έναντι 0,1% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Οι ασθενείς που έλαβαν φινερενόνη παρουσίασαν αρχική μείωση του eGFR (μέση τιμή 2 mL/min/1,73 m2) που εξασθένησε στην πορεία του χρόνου σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Αυτή η μείωση φάνηκε να είναι αναστρέψιμη κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης θεραπείας.

Αιμοσφαιρίνη μειωμένη

Μετά από 4 μήνες θεραπείας, η φινερενόνη συσχετίστηκε με διορθωμένη με εικονικό φάρμακο απόλυτη μείωση της μέσης αιμοσφαιρίνης κατά 0,14 g/dl και του μέσου αιματοκρίτη κατά 0,46%. Οι αλλαγές στην αιμοσφαιρίνη και στον αιματοκρίτη ήταν παροδικές και έφτασαν σε συγκρίσιμα επίπεδα με αυτά που παρατηρήθηκαν στην ομάδα που έλαβε εικονικό φάρμακο μετά από περίπου 24 μήνες. Η αναιμία ήταν ελαφρώς αυξημένη στους ασθενείς που έλαβαν φινερενόνη (7,4%) σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (6,7%). Η συχνότητα των σοβαρών συμβάντων αναιμίας ήταν χαμηλή και ισορροπημένη (0,5% σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φινερενόνη έναντι 0,7% σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-KERENDIA
expand_more

Αντισύλληψη σε γυναίκες

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φινερενόνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Κύηση

Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση φινερενόνης σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Kerendia δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με φινερενόνη. Εάν η γυναίκα μείνει έγκυος ενώ παίρνει φινερενόνη, θα πρέπει να ενημερωθεί για τους δυνητικούς κινδύνους για το έμβρυο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η φινερενόνη/οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της φινερενόνης και των μεταβολιτών της στο γάλα. Τα νεογνά αρουραίων που εκτέθηκαν μέσω αυτής της οδού παρουσίασαν ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/ θα αποφευχθεί η θεραπεία με το Kerendia, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση της φινερενόνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει μειωμένη γονιμότητα των θηλυκών σε εκθέσεις που θεωρούνται ότι υπερβαίνουν τη μέγιστη ανθρώπινη έκθεση, υποδεικνύοντας χαμηλή κλινική συνάφεια (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-KERENDIA
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: διουρητικά, ανταγωνιστές αλδοστερόνης, κωδικός ATC: C03DA05

Μηχανισμός δράσης

Η φινερενόνη είναι ένας μη στεροειδικός, εκλεκτικός ανταγωνιστής του υποδοχέα των αλατοκορτικοειδών (MR), ο οποίος ενεργοποιείται από την αλδοστερόνη και την κορτιζόλη και ρυθμίζει τη γονιδιακή μεταγραφή. Η σύνδεσή της στον MR οδηγεί σε ένα ειδικό σύμπλεγμα υποδοχέα-συνδέτη το οποίο αποκλείει τη στράτευση μεταγραφικών συν-ενεργοποιητών που εμπλέφονται στην έκφραση προφλεγμονωδών και προϊνωτικών μεσολαβητών.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Στην FIDELIO-DKD, μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη φάσης III σε ενήλικες ασθενείς με ΧΝΝ και T2D, η διορθωμένη ως προς το εικονικό φάρμακο σχετική μείωση του λόγου λευκωματίνης προς κρεατινίνη ούρων (UACR) σε ασθενείς τυχαιοποιημένους στη φινερενόνη ήταν 31% τον 4ο μήνα. Στην ARTS-DN, μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη φάσης IIb σε ενήλικες ασθενείς με ΧΝΝ και T2D, η διορθωμένη ως προς το εικονικό φάρμακο σχετική μείωση του UACR την Ημέρα 90 ήταν 25% και 38% σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φινερενόνη 10 mg και 20 mg μία φορά την ημέρα, αντίστοιχα.

Καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία

Μια μελέτη ειδικά για το QT σε 57 υγιείς συμμετέχοντες έδειξε ότι η φινερενόνη δεν έχει καμία επίδραση στην καρδιακή επαναπόλωση. Δεν υπήρξε ένδειξη δράσης παράτασης του QT/QTc της φινερενόνης μετά από εφάπαξ δόσεις 20 mg (θεραπευτικές) ή 80 mg (υπερθεραπευτικές).

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η μελέτη FIDELIO-DKD διερεύνησε την επίδραση της φινερενόνης σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο στις νεφρικές και καρδιαγγειακές (CV) εκβάσεις σε ενήλικες ασθενείς με ΧΝΝ και T2D. Οι ασθενείς ήταν επιλέξιμοι βάσει ενδείξεων εμμένουσας λευκωματινουρίας (> 30 mg/g έως 5.000 mg/g), eGFR 25 έως 75 mL/min/1,73 m2, καλίου ορού ≤ 4,8 mmol/L κατά τον προκαταρκτικό έλεγχο, και όφειλαν να λαμβάνουν την καθιερωμένη φροντίδα, συμπεριλαμβανομένης της μέγιστης ανεκτής εγκεκριμένης δόσης ενός αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (αναστολέα ΜΕΑ) ή αποκλειστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης (ARB). Οι ασθενείς με διαγνωσμένη καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης και ταξινόμηση κατά New York Heart Association (Καρδιολογική Εταιρεία Νέας Υόρκης) II-IV αποκλείστηκαν λόγω σύστασης 1A για θεραπεία με MRA. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ένα σύνθετο του χρόνου μέχρι το πρώτο συμβάν νεφρικής ανεπάρκειας (που ορίζεται ως χρόνια αιμοκάθαρση ή μεταμόσχευση νεφρού ή εμμένουσα μείωση του eGFR σε < 15 mL/min/1,73 m2 για διάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδων), εμμένουσας μείωσης του eGFR 40% ή περισσότερο σε σύγκριση με την έναρξη για διάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδων, ή θανάτου νεφρικής αιτιολογίας. Το βασικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν ένα σύνθετο του χρόνου μέχρι το πρώτο συμβάν θανάτου CV αιτιολογίας, μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου (MI), μη θανατηφόρου εγκεφαλικού επεισοδίου ή νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια. Ένα σύνολο από 5.674 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε φινερενόνη (N = 2.833) είτε εικονικό φάρμακο (N = 2.841), και συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση. Η διάμεση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 2,6 έτη. Η δόση της φινερενόνης ή του εικονικού φαρμάκου μπορούσε να προσαρμοστεί μεταξύ 10 mg και 20 mg μία φορά την ημέρα κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της μελέτης, με βάση κυρίως τη συγκέντρωση καλίου στον ορό. Κατά τον μήνα 24, από τους συμμετέχοντες που έλαβαν θεραπεία με φινερενόνη, 67% λάμβαναν θεραπεία με 20 mg μία φορά την ημέρα, 30% με 10 mg μία φορά την ημέρα και 3% ήταν σε διακοπή θεραπείας. Μετά το τέλος της μελέτης, η πληροφόρηση για το εάν είναι ζωντανοί ή όχι ελήφθη για το 99,7% των ασθενών. Ο πληθυσμός της μελέτης ήταν 63% Λευκοί, 25% Ασιάτες και 5% Μαύροι. Η μέση ηλικία κατά την ένταξη ήταν τα 66 έτη και 70% των ασθενών ήταν άνδρες. Κατά την έναρξη, ο μέσος eGFR ήταν 44,3 mL/min/1,73 m2, με 55% των ασθενών να έχουν eGFR < 45 mL/min/1,73 m2, ο διάμεσος UACR ήταν 852 mg/g και η μέση γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη A1c (HbA1c) ήταν 7,7%, 46% είχαν ιστορικό αθηροσκληρωτικής CV νόσου, 30% ιστορικό στεφανιαίας νόσου, 8% ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, και η μέση αρτηριακή πίεση ήταν 138/76 mm Hg. Η μέση διάρκεια του T2D κατά την έναρξη ήταν 16,6 έτη, ενώ ιστορικό διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας και διαβητικής νευροπάθειας αναφέρθηκε στο 47% και 26% των ασθενών κατά την έναρξη, αντίστοιχα. Κατά την έναρξη, σχεδόν όλοι οι ασθενείς λάμβαναν αναστολέα ΜΕΑ (34%) ή ARB (66%), και 97% των ασθενών χρησιμοποιούσαν μία ή περισσότερες αντιδιαβητικές φαρμακευτικές αγωγές [ινσουλίνη (64%), διγουανίδια (44%), αγωνιστές του υποδοχέα του ομοιάζοντος με γλυκαγόνη πεπτιδίου-1 (GLP-1) (7%), αναστολείς του συμμεταφορέα νατρίου-γλυκόζης 2 (SGLT2) (5%)]. Οι άλλες πιο συχνές φαρμακευτικές αγωγές που λαμβάνονταν κατά την έναρξη ήταν στατίνες (74%) και αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (63%). Μια στατιστικά σημαντική διαφορά υπέρ της φινερενόνης καταδείχθηκε για το πρωτεύον σύνθετο καταληκτικό σημείο και το βασικό δευτερεύον σύνθετο καταληκτικό σημείο (βλ. σχήμα 1/πίνακας 4 παρακάτω). Για το δευτερεύον καταληκτικό σημείο της μεταβολής στον UACR από την έναρξη έως τον μήνα 4, παρατηρήθηκε σχετική μείωση 31,2% στην ομάδα της φινερενόνης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η επίδραση της θεραπείας για το πρωτεύον και το δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν γενικά συνεπής μεταξύ των υποομάδων, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής, του eGFR, του UACR, της συστολικής αρτηριακής πίεσης (BP) και της HbA1c κατά την έναρξη.

Πίνακας 4: Ανάλυση του πρωτεύοντος και του δευτερεύοντος καταληκτικού σημείου χρόνου μέχρι το συμβάν (και των επιμέρους συνιστωσών τους) στη μελέτη φάσης III FIDELIO-DKD

Καταληκτικό σημείο Kerendia* (N = 2.833) Συμβάντα/100-pyr Εικονικό φάρμακο (N = 2.841) Συμβάντα/100-pyr Επίδραση της θεραπείας HR (95% CI)
Πρωτεύον νεφρικό σύνθετο καταληκτικό σημείο και οι συνιστώσες του
Σύνθετο της νεφρικής ανεπάρκειας, της εμμένουσας μείωσης του eGFR ≥ 40% ή του θανάτου νεφρικής αιτιολογίας 504 (17,8) 7,59 600 (21,1) 9,08 0,82 (0,73, 0,93) p = 0,0014
Νεφρική ανεπάρκεια 208 (7,3) 2,99 235 (8,3) 3,39 0,87 (0,72, 1,05)
Εμμένουσα μείωση του eGFR ≥ 40% 479 (16,9) 7,21 577 (20,3) 8,73 0,81 (0,72, 0,92)
Θάνατος νεφρικής αιτιολογίας 2 (< 0,1) - 2 (< 0,1) - -
Βασικό δευτερεύον CV σύνθετο καταληκτικό σημείο και οι συνιστώσες του
Σύνθετο του θανάτου CV αιτιολογίας, μη θανατηφόρου MI, μη θανατηφόρου εγκεφαλικού επεισοδίου ή νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια 367 (13,0) 5,11 420 (14,8) 5,92 0,86 (0,75, 0,99) p = 0,0339
Θάνατος CV αιτιολογίας 128 (4,5) 1,69 150 (5,3) 1,99 0,86 (0,68, 1,08)
Μη θανατηφόρο MI 70 (2,5) 0,94 87 (3,1) 1,17 0,80 (0,58, 1,09)
Μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο 90 (3,2) 1,21 87 (3,1) 1,18 1,03 (0,76, 1,38)
Νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια 139 (4,9) 1,89 162 (5,7) 2,21 0,86 (0,68, 1,08)
Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας
Θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας 219 (7,7) 2,90 244 (8,6) 3,23 0,90 (0,75, 1,07)**
Νοσηλεία κάθε αιτιολογίας 1.263 (44,6) 22,56 1.321 (46,5) 23,87 0,95 (0,88, 1,02)**
Nεφρική ανεπάρκεια, εμμένουσα μείωση του eGFR ≥ 57% ή θάνατος νεφρικής αιτιολογίας 252 (8,9) 3,64 326 (11,5) 4,74 0,76 (0,65, 0,90)**
*Θεραπεία με 10 ή 20 mg μία φορά την ημέρα επιπρόσθετα στις μέγιστες ανεκτές εγκεκριμένες δόσεις αναστολέων ΜΕΑ ή ARB.
** p= δεν είναι στατιστικά σημαντικό μετά την προσαρμογή για πολλαπλότητα
CI: Διάστημα εμπιστοσύνης
HR: Λόγος κινδύνου
pyr: ανθρωποέτη ασθενών

Εικόνα 1: Χρόνος μέχρι το πρώτο συμβάν νεφρικής ανεπάρκειας, εμμένουσας μείωσης του eGFR ≥ 40% από την έναρξη ή θανάτου νεφρικής αιτιολογίας στη μελέτη FIDELIO-DKD [Αθροιστική επίπτωση του συμβάντος κατά Kaplan-Meier. Γραφική αναπαράσταση.]

Αριθμός συμμετεχόντων σε κίνδυνο Χρόνος μέχρι το πρώτο συμβάν (μήνες)

  1. Φινερενόνη (N=2.833): 2833, 2705, 2607, 2397, 1808, 1274, 787, 441, 83
  2. Εικονικό φάρμακο (N=2.841): 2841, 2724, 2586, 2379, 1759, 1248, 792, 453, 82

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Kerendia σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία της χρόνιας νεφρικής νόσου (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-KERENDIA
expand_more

Απορρόφηση

Η φινερενόνη απορροφάται σχεδόν πλήρως μετά την από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση είναι ταχεία με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) να εμφανίζονται μεταξύ 0,5 και 1,25 ωρών μετά την πρόσληψη του δισκίου στην κατάσταση νηστείας. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της φινερενόνης είναι 43,5% λόγω του μεταβολισμού πρώτης διόδου στο τοίχωμα του εντέρου και στο ήπαρ. Η φινερενόνη είναι υπόστρωμα του μεταφορέα εκροής P-γλυκοπρωτεΐνη in vitro, το οποίο ωστόσο δεν θεωρείται σχετικό για την απορρόφησή της in vivo λόγω της υψηλής διαπερατότητας της φινερενόνης.

Επίδραση της τροφής

Η πρόσληψη με τροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και θερμίδες αύξησε την AUC έκθεσης της φινερενόνης κατά 21%, μείωσε την Cmax κατά 19% και παράτεινε τον χρόνο μέχρι την επίτευξη της Cmax σε 2,5 ώρες. Δεδομένου ότι αυτό δεν θεωρείται κλινικά σχετικό, η φινερενόνη μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.

Κατανομή

Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση (Vss) της φινερενόνης είναι 52,6 L. Η σύνδεση της φινερενόνης με πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος in vitro είναι 91,7%, με τη λευκωματίνη ορού να αποτελεί την κύρια πρωτεΐνη σύνδεσης.

Βιομετασχηματισμός

Περίπου 90% του μεταβολισμού μεσολαβείται από το CYP3A4 και 10% από το CYP2C8. Τέσσερις μείζονες μεταβολίτες εντοπίστηκαν στο πλάσμα. Όλοι οι μεταβολίτες είναι φαρμακολογικά ανενεργοί.

Αποβολή

Η αποβολή της φινερενόνης από το πλάσμα είναι ταχεία με ημίσεια ζωή αποβολής (t½) περίπου 2 έως 3 ώρες. Η συστηματική κάθαρση της φινερενόνης από το αίμα είναι περίπου 25 L/h. Περίπου 80% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίθηκε μέσω των ούρων και περίπου 20% της δόσης απεκκρίθηκε μέσω των κοπράνων. Η απέκκριση ήταν σχεδόν αποκλειστικά με τη μορφή μεταβολιτών, ενώ η απέκκριση της αμετάβλητης φινερενόνης αποτελεί ελάσσονα οδό (< 1% της δόσης στα ούρα λόγω σπειραματικής διήθησης, < 0,2% στα κόπρανα).

Γραμμικότητα

Η φαρμακοκινητική της φινερενόνης είναι γραμμική σε όλο το εξεταζόμενο δοσολογικό εύρος από 1,25 έως 80 mg χορηγούμενα ως δισκία εφάπαξ δόσης.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Από τους 2.827 που έλαβαν φινερενόνη στη μελέτη FIDELIO-DKD, το 58% των ασθενών ήταν 65 ετών και άνω και το 15% ήταν 75 ετών και άνω. Δεν παρατηρήθηκαν γενικά διαφορές στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα μεταξύ αυτών των ασθενών και νεότερων ασθενών. Σε μια μελέτη φάσης I (N = 48), οι ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας ≥ 65 ετών) έδειξαν υψηλότερες συγκεντρώσεις της φινερενόνης στο πλάσμα από τους νεότερους ασθενείς (ηλικίας ≤ 45 ετών), με τις μέσες τιμές AUC και Cmax να είναι κατά 34% και 51% υψηλότερες στους ηλικιωμένους (βλ. Δοσολογία). Οι φαρμακοκινητικές αναλύσεις πληθυσμού δεν αναγνώρισαν την ηλικία ως συμμεταβλητή για την AUC ή τη Cmax της φινερενόνης.

Νεφρική δυσλειτουργία

Η ήπια νεφρική δυσλειτουργία [κάθαρση κρεατινίνης (CLCR) 60 έως < 90 mL/min] δεν επηρέασε την AUC και τη Cmax της φινερενόνης. Σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (CLCR ≥ 90 mL/min), η επίδραση της μέτριας (CLCR 30 έως < 60 mL/min) ή της σοβαρής (CLCR < 30 mL/min) νεφρικής δυσλειτουργίας στην AUC της φινερενόνης ήταν παρόμοια με αυξήσεις κατά 34-36%. Η μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία δεν είχε καμία επίδραση στην Cmax (βλ. Δοσολογία). Λόγω της υψηλής σύνδεσης με πρωτεΐνες του πλάσματος, η φινερενόνη δεν αναμένεται ότι μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοκάθαρση.

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν υπήρξε καμία μεταβολή στην έκθεση της φινερενόνης σε κιρρωτικούς ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία). Σε κιρρωτικούς ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, η AUC ολικής και αδέσμευτης φινερενόνης ήταν αυξημένη κατά 38% και 55%, αντίστοιχα, ενώ δεν παρατηρήθηκε καμία μεταβολή στην Cmax σε σύγκριση με υγιείς συμμετέχοντες-μάρτυρες (βλ. Δοσολογία). Δεν υπάρχουν δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).

Σωματικό βάρος

Οι φαρμακοκινητικές αναλύσεις πληθυσμού αναγνώρισαν το σωματικό βάρος ως συμμεταβλητή για τη Cmax της φινερενόνης. Η Cmax ενός συμμετέχοντα με σωματικό βάρος 50 kg εκτιμήθηκε ότι είναι κατά 43% έως 51% υψηλότερη σε σύγκριση με έναν συμμετέχοντα 100 kg. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης με βάση το σωματικό βάρος (βλ. Δοσολογία).

Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις

Η σχέση συγκέντρωσης-επίδρασης διαχρονικά για τον UACR χαρακτηρίστηκε από ένα μοντέλο μέγιστης επίδρασης υποδεικνύοντας κορεσμό σε υψηλές εκθέσεις. Ο προβλεπόμενος από το μοντέλο χρόνος μέχρι την επίτευξη της πλήρους (99%) επίδρασης του φαρμάκου σταθερής κατάστασης στον UACR ήταν 138 ημέρες. Η φαρμακοκινητική (ΦΚ) ημίσεια ζωή ήταν 2 - 3 ώρες και η ΦΚ σταθερή κατάσταση επετεύχθη μετά από 2 ημέρες, υποδεικνύοντας έμμεση και καθυστερημένη επίδραση στις φαρμακοδυναμικές αποκρίσεις.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

2-3 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

92%
PubChem

Απέκκριση

Κόπρανα
PubChem
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Καρδιακή Ανεπάρκεια Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Finerenone C03DA05
    Finerenone — ΧΝΝ + ΣΔ2
    Χρόνια νεφρική νόσος + Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 ± καρδιακή ανεπάρκεια
    Δοσολογία: 10 mg ×1 → στόχος 20 mg ×1 · Δια βίου

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
60150535
Μοριακός τύπος
C21H22N4O3
Μοριακό βάρος
378.4
IUPAC
(4S)-4-(4-cyano-2-methoxyphenyl)-5-ethoxy-2,8-dimethyl-1,4-dihydro-1,6-naphthyridine-3-carboxamide
InChIKey
BTBHLEZXCOBLCY-QGZVFWFLSA-N