EMPAGLIFLOZIN
Εμπαγλιφλοζίνη
Η **εμπαγλιφλοζίνη** μειώνει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, αποτρέποντας την επαναρρόφηση της γλυκόζης στα νεφρά, αυξάνοντας έτσι την ποσότητα της γλυκόζης που απεκκρίνεται στα ούρα. Έχει σχετικά μεγάλη διάρκεια δράσης που απαιτεί μόνο μία ημερήσια δόση. Οι ασθενείς πρέπει να …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-SYNJARDY
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα με τα γεύματα
- Δόση έναρξης: εμπαγλιφλοζίνη 5 mg δύο φορές την ημέρα (10 mg ημερήσια δόση) και δόση μετφορμίνης παρόμοια με τη δόση που ήδη λαμβάνεται
- Τιτλοποίηση: η δόση μπορεί να αυξηθεί σε ολική ημερήσια δόση 25 mg εμπαγλιφλοζίνης
-
Ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (GFR ≥90 ml/min)Δόσηένα δισκίο δύο φορές την ημέραΜέγ. δόση10 mg ή 25 mg εμπαγλιφλοζίνης, χωρίς υπέρβαση της μέγιστης συνιστώμενης ημερήσιας δόσης μετφορμίνηςΗ δοσολογία θα πρέπει να εξατομικεύεται στη βάση του τρέχοντος δοσολογικού σχήματος του ασθενούς, της αποτελεσματικότητας και ανεκτικότητας.
-
Ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μετφορμίνη (είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία του διαβήτη)Δόσηεμπαγλιφλοζίνη 5 mg δύο φορές την ημέρα (10 mg ημερήσια δόση) και δόση μετφορμίνης παρόμοια με τη δόση που ήδη λαμβάνεταιΜέγ. δόση25 mg εμπαγλιφλοζίνης ολική ημερήσια δόσηΣε ασθενείς που ανέχονται ημερήσια δόση εμπαγλιφλοζίνης 10 mg και χρειάζονται αυστηρότερο γλυκαιμικό έλεγχο, η δόση μπορεί να αυξηθεί.
-
Σε συνδυασμό με σουλφονυλουρία και/ή ινσουλίνηΜπορεί να απαιτείται η χρήση μικρότερης δόσης σουλφονυλουρίας και/ή ινσουλίνης, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας.
-
Ασθενείς που αλλάζουν από ξεχωριστά δισκία εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνηςΔόσητην ίδια ημερήσια δόση εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης που ήδη λαμβάνεται ή την πλησιέστερη θεραπευτικά κατάλληλη δόση μετφορμίνης
-
Παράλειψη δόσηςΕάν παραλειφθεί μια δόση, αυτή θα πρέπει να ληφθεί αμέσως μόλις τη θυμηθεί ο ασθενής. Δεν θα πρέπει να λαμβάνεται διπλή δόση ταυτόχρονα. Σε αυτή την περίπτωση, η δόση που ξέχασε ο ασθενής θα πρέπει να παραλειφθεί.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (GFR 60-89 ml/min)Μέγ. δόσηΜετφορμίνη: 3.000 mg/ημέρα, Εμπαγλιφλοζίνη: 25 mg/ημέραΔε συνιστάται προσαρμογή της δόσης για ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Μείωση της δόσης μετφορμίνης μπορεί να εξετάζεται. Ο GFR πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη της θεραπείας και τουλάχιστον ετησίως.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (GFR 45-59 ml/min)ΔόσηΜετφορμίνη: δόση έναρξης το πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσηςΜέγ. δόσηΜετφορμίνη: 2.000 mg/ημέρα, Εμπαγλιφλοζίνη: 10 mg/ημέραΔεν θα πρέπει να γίνει έναρξη θεραπείας με εμπαγλιφλοζίνη. Θα πρέπει να γίνει προσαρμογή ή διατήρηση της δόσης εμπαγλιφλοζίνης.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (GFR 30-44 ml/min)ΔόσηΜετφορμίνη: δόση έναρξης το πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσηςΜέγ. δόσηΜετφορμίνη: 1.000 mg/ημέραΔεν συνιστάται η χρήση εμπαγλιφλοζίνης.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30 ml/min)Η μετφορμίνη αντενδείκνυται. Δεν συνιστάται η χρήση εμπαγλιφλοζίνης.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΑυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
-
ΗλικιωμένοιΧρήση με προσοχή. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας. Αυξημένος κίνδυνος μείωσης όγκου σε ασθενείς ≥75 ετών. Δεν συνιστάται η έναρξη θεραπείας σε ασθενείς ≥85 ετών.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (0-18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-SYNJARDY
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Οποιοσδήποτε τύπος οξείας μεταβολικής οξέωσης (όπως γαλακτική οξέωση, διαβητική κετοξέωση)
-
Διαβητικό προκώμα
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR < 30 ml/min)
-
Οξείες καταστάσεις με δυνατότητα μεταβολής της νεφρικής λειτουργίας (αφυδάτωση, βαριά λοίμωξη, καταπληξία)
-
Νόσος που μπορεί να προκαλέσει ιστική υποξία (μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, αναπνευστική ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, καταπληξία)
-
Ηπατική δυσλειτουργία
-
Οξεία δηλητηρίαση από αλκοόλ
-
Αλκοολισμός
warning
SPC-SYNJARDY
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γαλακτική οξέωσηΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς σε θεραπεία με μετφορμίνηΣε περίπτωση αφυδάτωσης, η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και συνιστάται η επικοινωνία με έναν επαγγελματία υγείας. Φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να επηρεάσουν έντονα τη νεφρική λειτουργία (όπως αντιυπερτασικά, διουρητικά και ΜΣΑΦ) πρέπει να αρχίζουν με προσοχή. Οι ασθενείς ή/και οι φροντιστές πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο. Εάν εμφανιστούν πιθανολογούμενα συμπτώματα, ο ασθενής πρέπει να σταματήσει να παίρνει μετφορμίνη και να ζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα.
-
Διαβητική κετοξέωση (ΔΚΟ)Απειλητική για τη ζωή και θανατηφόραΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αναστολείς SGLT2, συμπεριλαμβανομένης της εμπαγλιφλοζίνηςΟ κίνδυνος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε περίπτωση μη ειδικών συμπτωμάτων. Οι ασθενείς θα πρέπει να εκτιμηθούν για κετοξέωση αμέσως εάν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα, ανεξάρτητα από το επίπεδο της γλυκόζης αίματος. Σε ασθενείς στους οποίους υπάρχει υποψία ή έχει γίνει διάγνωση ΔΚΟ, η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως.
-
Διακοπή θεραπείας για ΔΚΟΠληθυσμόςΑσθενείς που νοσηλεύονται για μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις ή οξείες σοβαρές ιατρικές παθήσειςΗ θεραπεία πρέπει να διακόπτεται. Μπορεί να γίνει επανέναρξη της θεραπείας με εμπαγλιφλοζίνη αφού οι τιμές των κετονών έχουν ομαλοποιηθεί και η κατάσταση του ασθενούς έχει σταθεροποιηθεί.
-
Παράγοντες κινδύνου για ΔΚΟΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς πριν την έναρξη εμπαγλιφλοζίνης. Ασθενείς με χαμηλή λειτουργική εφεδρεία β-κυττάρων, σε συνθήκες περιορισμένης πρόσληψης τροφής ή βαριάς αφυδάτωσης, με μειωμένες δόσεις ινσουλίνης, με αυξημένες απαιτήσεις σε ινσουλίνη λόγω οξείας πάθησης, εγχείρησης ή κατάχρησης αλκοόλΘα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη παράγοντες στο ιστορικό του ασθενούς που μπορεί να προδιαθέτουν για κετοξέωση. Οι αναστολείς SGLT2 θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
-
Επανέναρξη θεραπείας μετά ΔΚΟΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφάνισαν προηγουμένως ΔΚΟ κατά τη θεραπεία με αναστολείς SGLT2Δε συνιστάται η επανέναρξη θεραπείας, εκτός εάν ένας ξεκάθαρος εκλυτικός παράγοντας έχει αναγνωριστεί και υποχωρήσει.
-
Χρήση σε διαβήτη τύπου 1ΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβήτη τύπου 1Το Synjardy δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Διαχείριση ιωδιωμένων σκιαγραφικών μέσωνΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν μετφορμίνηΗ μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται πριν από ή κατά τον χρόνο της διαδικασίας απεικόνισης και να μην αρχίσει ξανά μέχρι τουλάχιστον 48 ώρες μετά, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή.
-
Νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΟ GFR πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτά διαστήματα. Το Synjardy αντενδείκνυται σε ασθενείς με GFR <30 ml/min και πρέπει να διακόπτεται προσωρινά υπό την παρουσία συνθηκών που μεταβάλλουν τη νεφρική λειτουργία.
-
Καρδιακή λειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακή ανεπάρκειαΣε ασθενείς με σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, το Synjardy μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τακτική παρακολούθηση της καρδιακής και νεφρικής λειτουργίας. Για ασθενείς με οξεία και ασταθή καρδιακή ανεπάρκεια, το Synjardy αντενδείκνυται λόγω του συστατικού της μετφορμίνης.
-
Χειρουργική επέμβασηΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση υπό γενική, ραχιαία ή επισκληρίδιο αναισθησίαΗ μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται κατά τον χρόνο της χειρουργικής επέμβασης. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή.
-
Κίνδυνος μείωσης όγκουΠληθυσμόςΑσθενείς για τους οποίους η επαγόμενη από την εμπαγλιφλοζίνη μείωση της αρτηριακής πίεσης θα μπορούσε να αποτελέσει κίνδυνο (π.χ. με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο, σε αντιυπερτασική αγωγή με ιστορικό υπότασης, ηλικίας 75 ετών και άνω).Συνιστάται προσοχή. Σε περίπτωση παθήσεων που μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια υγρών, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της κατάστασης όγκου και των ηλεκτρολυτών. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής της θεραπείας με Synjardy, έως ότου διορθωθεί η απώλεια υγρών.
-
ΗλικιωμένοιΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας 75 ετών και άνωΣυνιστάται ιδιαίτερη προσοχή στην πρόσληψη υγρών σε περίπτωση συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση όγκου. Δε συνιστάται η έναρξη θεραπείας σε ασθενείς 85 ετών και άνω.
-
Λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματοςΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνηΠρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής της θεραπείας σε ασθενείς με επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος.
-
Νεκρωτική περιτονίτιδα του περινέου (γάγγραινα του Fournier)Σοβαρό και δυνητικά απειλητικό για τη ζωήΠληθυσμόςΓυναίκες και άνδρες ασθενείς που λάμβαναν αναστολείς SGLT2Συνιστάται στους ασθενείς να αναζητήσουν ιατρική βοήθεια εάν παρουσιάσουν συμπτώματα. Εάν υπάρχει υπόνοια γάγγραινας του Fournier, θα πρέπει να διακοπεί η χορήγηση του Synjardy και να προγραμματιστεί άμεση θεραπεία (συμπεριλαμβανομένων αντιβιοτικών και χειρουργικού καθαρισμού).
-
Ακρωτηριασμοί κάτω άκρωνΠληθυσμόςΌλοι οι διαβητικοί ασθενείςΠρέπει να ενημερώνεται ο ασθενής για τη σημασία της προληπτικής φροντίδας ρουτίνας των ποδιών.
-
Ηπατική βλάβηΠληθυσμόςΑσθενείς σε θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια τάξης I-II κατά NYHA. Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια τάξης III-IV κατά NYHA.Η εμπειρία σε τάξη I-II είναι περιορισμένη και δεν υπάρχει εμπειρία από κλινικές μελέτες σε τάξη III-IV.
-
Αυξημένος αιματοκρίτηςΠληθυσμόςΑσθενείς σε θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη
-
Εργαστηριακές εξετάσεις ούρωνΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν SynjardyΘα έχουν θετική δοκιμασία ανίχνευσης γλυκόζης ούρων.
-
Παρεμβολή στη δοκιμασία 1,5-ανυδρογλυκιτόλης (1,5-AG)ΠληθυσμόςΑσθενείς που παίρνουν αναστολείς του SGLT2Η παρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου με τη δοκιμασία 1,5-AG δεν συνιστάται. Συνιστάται η χρήση εναλλακτικών μεθόδων για την παρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου.
swap_horiz
SPC-SYNJARDY
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Διουρητικά (θειαζίδες και διουρητικά της αγκύλης)προσοχήΕνίσχυση της διουρητικής δράσης, αύξηση του κινδύνου αφυδάτωσης και υπότασης
-
ΙνσουλίνηπροσοχήΑύξηση του κινδύνου υπογλυκαιμίαςΣύστασηΕνδέχεται να χρειάζεται μικρότερη δόση ινσουλίνης.
-
Εκκριταγωγά της ινσουλίνης (σουλφονυλουρίες)προσοχήΑύξηση του κινδύνου υπογλυκαιμίαςΣύστασηΕνδέχεται να χρειάζεται μικρότερη δόση εκκριταγωγού της ινσουλίνης.
-
Επαγωγείς ενζύμων UGT (π.χ. ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη)προσοχήΠιθανός κίνδυνος μειωμένης αποτελεσματικότητας της εμπαγλιφλοζίνηςΣύστασηΔεν συνιστάται η χορήγηση. Εάν συγχορηγηθεί, παρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου.
-
ΟινοπνευματώδηαντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης, ιδίως σε περιπτώσεις νηστείας, υποσιτισμού ή ηπατικής δυσλειτουργίαςΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται.
-
Αναστολείς του OCT1 (π.χ. βεραπαμίλη)προσοχήΜείωση της αποτελεσματικότητας της μετφορμίνηςΣύστασηΜπορεί να εξεταστεί προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
-
Επαγωγείς του OCT1 (π.χ. ριφαμπικίνη)προσοχήΑύξηση της γαστρεντερικής απορρόφησης και της αποτελεσματικότητας της μετφορμίνηςΣύστασηΜπορεί να εξεταστεί προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
-
Αναστολείς του OCT2 (π.χ. σιμετιδίνη, ντολουτεγκραβίρη, ρανολαζίνη, τριμεθοπρίμη, βανδετανίμπη, ισαβουκοναζόλη)προσοχήΜείωση της νεφρικής αποβολής της μετφορμίνης, αύξηση της συγκέντρωσης της μετφορμίνης στο πλάσμαΣύστασηΜπορεί να εξεταστεί προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
-
προσοχήΜεταβολή της αποτελεσματικότητας και της νεφρικής αποβολής της μετφορμίνηςΣύστασηΜπορεί να εξεταστεί προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
-
Ιωδιωμένα σκιαγραφικά μέσαπροσοχήΚίνδυνος γαλακτικής οξέωσηςΣύστασηΔιακοπή μετφορμίνης πριν ή κατά την απεικόνιση και επανέναρξη όχι πριν 48 ώρες με σταθερή νεφρική λειτουργία.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν αρνητικά τη νεφρική λειτουργία (π.χ. ΜΣΑΦ, εκλεκτικοί αναστολείς COX II, αναστολείς ACE, ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, διουρητικά, ιδίως διουρητικά της αγκύλης)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσηςΣύστασηΣτενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Γλυκοκορτικοειδή (συστηματικά και τοπικά), βήτα-2-αγωνιστές, διουρητικάπροσοχήΕνδογενής υπεργλυκαιμική δραστικότηταΣύστασηΣυχνότερη παρακολούθηση γλυκόζης, προσαρμογή δόσης αντι-υπεργλυκαιμικού φαρμακευτικού προϊόντος.
sick
SPC-SYNJARDY
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κολπική μονιλίαση
- Βαλανίτιδα
- Λοιμώξεις γεννητικών οργάνων
- Λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος
- Πυελονεφρίτιδα
- Ουροσήψη
- Νεκρωτική περιτονίτιδα του περινέου
- Γάγγραινα του Fournier
- Αιδοιοκολπίτιδα
- Υπογλυκαιμία
- Διαβητική κετοξέωση
- Γαλακτική οξέωση
- Έλλειψη βιταμίνης B12
- Δίψα
- Διαταραχή γεύσης
- Μείωση όγκου
- Γαστρεντερικά συμπτώματα (ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος και ανορεξία)
- Ανωμαλίες δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας
- Ηπατίτιδα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Ερύθημα
- Αγγειοοίδημα
- Αύξηση διούρησης
- Δυσουρία
- Μειωμένος ρυθμός σπειραματικής διήθησης
- Αυξημένα λιπίδια ορού
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αυξημένος αιματοκρίτης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΓαστρεντερικά συμπτώματα (ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος και ανορεξία)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑιδοιοκολπίτιδαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΑυξημένα λιπίδια ορούΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση διούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΒαλανίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔίψαΓενικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚολπική μονιλίασηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη ουροποιητικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοιμώξεις γεννητικών οργάνωνΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜείωση όγκουΑγγειακές
-
ΣυχνέςΜειωμένος ρυθμός σπειραματικής διήθησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΟυροσήψηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠυελονεφρίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔιαβητική κετοξέωσηΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΈλλειψη βιταμίνης B12Μεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΓαλακτική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑνωμαλίες δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΓάγγραινα του FournierΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΕρύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΝεκρωτική περιτονίτιδα του περινέουΛοιμώξεις
pregnant_woman
SPC-SYNJARDY
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΣυνιστάται η θεραπεία του διαβήτη να μη γίνεται με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν αλλά να χρησιμοποιείται ινσουλίνη για τη διατήρηση των επιπέδων γλυκόζης αίματος όσο γίνεται πιο κοντά στο φυσιολογικό, για τη μείωση του κινδύνου διαμαρτιών του εμβρύου που σχετίζονται με μη φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης αίματος.Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος ή της εμπαγλιφλοζίνης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα καταδεικνύουν ότι η εμπαγλιφλοζίνη περνάει τον πλακούντα κατά την προχωρημένη κύηση σε πολύ περιορισμένο βαθμό αλλά δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις αναφορικά με την πρώιμη ανάπτυξη του εμβρύου. Ωστόσο, μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει ανεπιθύμητες επιδράσεις στη μεταγεννητική ανάπτυξη. Ένας περιορισμένος αριθμός δεδομένων καταδεικνύουν ότι η χρήση μετφορμίνης σε έγκυες γυναίκες δεν σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο συγγενών διαμαρτιών. Μελέτες σε ζώα με τον συνδυασμό εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης ή με μετφορμίνη μόνο κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα στις υψηλότερες δόσεις μετφορμίνης μόνο (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΑυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια του θηλασμού.Η μετφορμίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν έχει δειχθεί επίδρασή της στα θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη από γυναίκες που έχουν λάβει θεραπεία. Δεν υπάρχουν δεδομένα από ανθρώπους σχετικά με την απέκκριση της εμπαγλιφλοζίνης στο γάλα. Τα διαθέσιμα δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της εμπαγλιφλοζίνης και της μετφορμίνης στο γάλα. Ένας κίνδυνος στα νεογέννητα / βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΔεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με την επίδραση στην ανθρώπινη γονιμότητα για αυτό το φαρμακευτικό προϊόν ή την εμπαγλιφλοζίνη. Μελέτες σε ζώα με εμπαγλιφλοζίνη και μετφορμίνη δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες βλαβερές επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-SYNJARDY
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στο διαβήτη, συνδυασμοί των από του στόματος φαρμάκων που μειώνουν τη γλυκόζη του αίματος, κωδικός ATC: A10BD20 ### Μηχανισμός δράσης Το Synjardy συνδυάζει δύο αντιυπεργλυκαιμικά φαρμακευτικά…
biotech
SPC-SYNJARDY
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Synjardy Τα αποτελέσματα μελετών βιοϊσοδυναμίας σε υγιή άτομα κατέδειξαν ότι τα δισκία συνδυασμού Synjardy (εμπαγλιφλοζίνη/υδροχλωρική μετφορμίνη) 5 mg/850 mg, 5 mg/1.000 mg, 12,5 mg/850 mg και 12,5 mg/1.000 mg είναι βιοϊσοδύναμα με τη συγχορήγηση…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) · Πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτά διαστήματα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | Τακτικά | Σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια |
| Αιματοκρίτης (Hct) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Προσεκτικά | Παθήσεις που οδηγούν σε απώλεια υγρών |
| Ηλεκτρολύτες | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Προσεκτικά | Παθήσεις που οδηγούν σε απώλεια υγρών |
| Κετόνες αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | Νοσηλεία για μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις ή οξείες σοβαρές ιατρικές παθήσεις |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Προσεκτικά | Παθήσεις που οδηγούν σε απώλεια υγρών |
| Φυσική εξέταση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Προσεκτικά | Παθήσεις που οδηγούν σε απώλεια υγρών |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Καρδιακή λειτουργία | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Τακτικά | Σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-SYNJARDY
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (GFR ≥90 ml/min) Η συνιστώμενη δόση είναι ένα δισκίο δύο φορές την ημέρα. Η δοσολογία θα πρέπει να εξατομικεύεται στη βάση του τρέχοντος δοσολογικού σχήματος του ασθενούς, της αποτελεσματικότητας και ανεκτικότητας χρησιμοποιώντας τη συνιστώμενη ημερήσια δόση 10 mg ή 25 mg εμπαγλιφλοζίνης, χωρίς υπέρβαση της μέγιστης συνιστώμενης ημερήσιας δόσης μετφορμίνης.
Για ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μετφορμίνη (είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία του διαβήτη) Σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μετφορμίνη μόνο ή σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία του διαβήτη, η συνιστώμενη δόση έναρξης του Synjardy θα πρέπει να παρέχει εμπαγλιφλοζίνη 5 mg δύο φορές την ημέρα (10 mg ημερήσια δόση) και δόση μετφορμίνης παρόμοια με τη δόση που ήδη λαμβάνεται. Σε ασθενείς που ανέχονται ημερήσια δόση εμπαγλιφλοζίνης 10 mg και χρειάζονται αυστηρότερο γλυκαιμικό έλεγχο, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε ολική ημερήσια δόση 25 mg εμπαγλιφλοζίνης.
Όταν το Synjardy χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μια σουλφονυλουρία και/ή με ινσουλίνη, μπορεί να απαιτείται η χρήση μικρότερης δόσης σουλφονυλουρίας και/ή ινσουλίνης, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Για ασθενείς που αλλάζουν από ξεχωριστά δισκία εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης Οι ασθενείς που αλλάζουν από ξεχωριστά δισκία εμπαγλιφλοζίνης (10 mg ή 25 mg ολική ημερήσια δόση) και μετφορμίνης σε Synjardy θα πρέπει να λαμβάνουν την ίδια ημερήσια δόση εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης που ήδη λαμβάνεται ή την πλησιέστερη θεραπευτικά κατάλληλη δόση μετφορμίνης (για τις διαθέσιμες περιεκτικότητες, βλ. παράγραφο 2).
Παράλειψη δόσης Εάν παραλειφθεί μια δόση, αυτή θα πρέπει να ληφθεί αμέσως μόλις τη θυμηθεί ο ασθενής· ωστόσο, δεν θα πρέπει να λαμβάνεται διπλή δόση ταυτόχρονα. Σε αυτή την περίπτωση, η δόση που ξέχασε ο ασθενής θα πρέπει να παραλειφθεί.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία Δε συνιστάται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Ο GFR πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη της θεραπείας με προϊόντα που περιέχουν μετφορμίνη και τουλάχιστον ετησίως στη συνέχεια. Σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο περαιτέρω εξέλιξης της νεφρικής δυσλειτουργίας και στους ηλικιωμένους, η νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται πιο συχνά, π.χ. κάθε 3-6 μήνες.
Εάν δεν είναι διαθέσιμη επαρκής περιεκτικότητα του Synjardy, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα επιμέρους μονο-συστατικά αντί για τον συνδυασμό σταθερής δόσης.
Πίνακας 1: Δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
| GFR ml/min | Μετφορμίνη | Εμπαγλιφλοζίνη |
|---|---|---|
| 60-89 | Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 3.000 mg. Μείωση της δόσης μπορεί να εξετάζεται σε σχέση με την έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. | Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 25 mg. |
| 45-59 | Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 2.000 mg. Η δόση έναρξης είναι το πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσης. | Δεν θα πρέπει να γίνει έναρξη θεραπείας με εμπαγλιφλοζίνη. Θα πρέπει να γίνει προσαρμογή ή διατήρηση της δόσης σε μια μέγιστη ημερήσια δόση των 10 mg. |
| 30-44 | Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 1.000 mg. Η δόση έναρξης είναι το πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσης. | Δεν συνιστάται η χρήση εμπαγλιφλοζίνης. |
| <30 | Η μετφορμίνη αντενδείκνυται. | Δεν συνιστάται η χρήση εμπαγλιφλοζίνης. |
Ηπατική δυσλειτουργία Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Προκλινικά δεδομένα).
Ηλικιωμένοι Λόγω του μηχανισμού δράσης, η μειωμένη νεφρική λειτουργία θα οδηγήσει σε μειωμένη γλυκαιμική αποτελεσματικότητα της εμπαγλιφλοζίνης. Επειδή η μετφορμίνη απεκκρίνεται από το νεφρό και οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιο πιθανό να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, το Synjardy θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς. Η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας είναι απαραίτητη για την πρόληψη σχετιζόμενης με τη μετφορμίνη γαλακτικής οξέωσης, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ένας αυξημένος κίνδυνος μείωσης όγκου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Λόγω της περιορισμένης θεραπευτικής εμπειρίας με εμπαγλιφλοζίνη σε ασθενείς ηλικίας 85 ετών και άνω, δεν συνιστάται η έναρξη θεραπείας σε αυτόν τον πληθυσμό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Synjardy σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 0 έως 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Το Synjardy θα πρέπει να λαμβάνεται δύο φορές την ημέρα με τα γεύματα για να μειωθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό που συσχετίζονται με τη μετφορμίνη. Τα δισκία θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με νερό. Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να συνεχίσουν τη δίαιτά τους με κατάλληλη κατανομή της πρόσληψης υδατανθράκων κατά τη διάρκεια της ημέρας. Οι υπέρβαροι ασθενείς θα πρέπει να συνεχίσουν την υποθερμιδική τους δίαιτα.
block
Αντενδείξεις
SPC-SYNJARDY
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Οποιοσδήποτε τύπος οξείας μεταβολικής οξέωσης (όπως γαλακτική οξέωση, διαβητική κετοξέωση) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Διαβητικό προκώμα.
- Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR < 30 ml/min) (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Οξείες καταστάσεις με δυνατότητα μεταβολής της νεφρικής λειτουργίας όπως: αφυδάτωση, βαριά λοίμωξη, καταπληξία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
- Νόσος που μπορεί να προκαλέσει ιστική υποξία (ειδικότερα οξεία νόσος ή επιδείνωση χρόνιας νόσου) όπως: μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, αναπνευστική ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, καταπληξία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Ηπατική δυσλειτουργία, οξεία δηλητηρίαση από αλκοόλ, αλκοολισμός (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-SYNJARDY
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γαλακτική οξέωση
Η γαλακτική οξέωση, μια πολύ σπάνια, αλλά σοβαρή μεταβολική επιπλοκή, εμφανίζεται συχνότερα σε οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας ή καρδιοαναπνευστική νόσο ή σηψαιμία. Συσσώρευση μετφορμίνης συμβαίνει σε οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και αυξάνει τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Σε περίπτωση αφυδάτωσης (σοβαρή διάρροια ή έμετος, πυρετός ή μειωμένη πρόσληψη υγρών), η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και συνιστάται η επικοινωνία με έναν επαγγελματία υγείας. Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μπορούν να επηρεάσουν έντονα τη νεφρική λειτουργία (όπως αντιυπερτασικά, διουρητικά και ΜΣΑΦ) πρέπει να αρχίζουν με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη. Άλλοι παράγοντες κινδύνου για γαλακτική οξέωση είναι υπερβολική πρόσληψη οινοπνευματωδών, η ηπατική ανεπάρκεια, ανεπαρκώς ελεγχόμενος διαβήτης, κέτωση, παρατεταμένη νηστεία και οποιεσδήποτε καταστάσεις που συνδέονται με υποξία, καθώς και η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να προκαλέσουν γαλακτική οξέωση (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Οι ασθενείς ή/και οι φροντιστές πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Η γαλακτική οξέωση χαρακτηρίζεται από οξειδωτική δύσπνοια, κοιλιακό άλγος, μυϊκές κράμπες, εξασθένηση και υποθερμία συνοδευόμενη από κώμα. Σε περίπτωση πιθανολογούμενων συμπτωμάτων, ο ασθενής πρέπει να σταματήσει να παίρνει μετφορμίνη και να ζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα. Τα διαγνωστικά εργαστηριακά ευρήματα είναι μειωμένο pH του αίματος (<7,35), αυξημένα επίπεδα γαλακτικού στο πλάσμα (>5 mmol/l) και αυξημένο χάσμα ανιόντων και αναλογία γαλακτικού/ πυροσταφυλικού.
Διαβητική κετοξέωση
Σπάνιες περιπτώσεις διαβητικής κετοξέωσης (ΔΚΟ), συμπεριλαμβανομένων απειλητικών για τη ζωή και θανατηφόρων περιπτώσεων, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αναστολείς SGLT2, συμπεριλαμβανομένης της εμπαγλιφλοζίνης. Σε έναν αριθμό περιπτώσεων, η εκδήλωση της πάθησης ήταν άτυπη με μόνο μέτρια αυξημένες τιμές γλυκόζης του αίματος, κάτω των 14 mmol/l (250 mg/dl). Δεν είναι γνωστό εάν η ΔΚΟ είναι πιθανότερο να εκδηλωθεί με υψηλότερες δόσεις εμπαγλιφλοζίνης. Ο κίνδυνος διαβητικής κετοξέωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση μη ειδικών συμπτωμάτων, όπως: ναυτία, έμετος, ανορεξία, κοιλιακό άλγος, υπερβολική δίψα, δυσκολία στην αναπνοή, σύγχυση, ασυνήθιστη κόπωση ή υπνηλία. Οι ασθενείς θα πρέπει να εκτιμηθούν για κετοξέωση αμέσως εάν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα, ανεξάρτητα από το επίπεδο της γλυκόζης αίματος. Σε ασθενείς στους οποίους υπάρχει υποψία ή έχει γίνει διάγνωση ΔΚΟ, η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που νοσηλεύονται για μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις ή οξείες σοβαρές ιατρικές παθήσεις. Στην περίπτωση των ασθενών αυτών συνιστάται η παρακολούθηση των κετονών και δη μέσω του αίματος παρά μέσω των ούρων. Μπορεί να γίνει επανέναρξη της θεραπείας με εμπαγλιφλοζίνη αφού οι τιμές των κετονών έχουν ομαλοποιηθεί και η κατάσταση του ασθενούς έχει σταθεροποιηθεί. Πριν την έναρξη της εμπαγλιφλοζίνης, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη παράγοντες στο ιστορικό του ασθενούς που μπορεί να προδιαθέτουν για κετοξέωση. Στους ασθενείς που μπορεί να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο ΔΚΟ περιλαμβάνονται ασθενείς με χαμηλή λειτουργική εφεδρεία β-κυττάρων (π.χ. ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 με χαμηλό επίπεδο C-πεπτιδίου ή λανθάνοντα αυτοάνοσο διαβήτη ενηλίκων (LADA) ή ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας), ασθενείς σε συνθήκες που οδηγούν σε περιορισμένη πρόσληψη τροφής ή βαριά αφυδάτωση, ασθενείς για τους οποίους οι δόσεις ινσουλίνης είναι μειωμένες και ασθενείς με αυξημένες απαιτήσεις σε ινσουλίνη λόγω οξείας πάθησης, εγχείρησης ή κατάχρησης αλκοόλ. Οι αναστολείς SGLT2 θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς. Δε συνιστάται η επανέναρξη θεραπείας με αναστολέα SGLT2 σε ασθενείς που εμφάνισαν προηγουμένως ΔΚΟ κατά τη θεραπεία με αναστολείς SGLT2, εκτός εάν ένας ξεκάθαρος εκλυτικός παράγοντας έχει αναγνωριστεί και υποχωρήσει. Το Synjardy δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ασθενών με διαβήτη τύπου 1. Τα δεδομένα από ένα πρόγραμμα κλινικών δοκιμών σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 έδειξαν αυξημένη εμφάνιση ΔΚΟ με συχνή συχνότητα σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη 10 mg και 25 mg ως επικουρική της ινσουλίνης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Διαχείριση ιωδιωμένων σκιαγραφικών μέσων
Η ενδοαγγειακή χορήγηση ιωδιωμένων σκιαγραφικών μέσων μπορεί να οδηγήσει σε νεφροπάθεια επαγόμενη από σκιαγραφικό, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση μετφορμίνης και αυξημένο κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Η μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται πριν από ή κατά τον χρόνο της διαδικασίας απεικόνισης και να μην αρχίσει ξανά μέχρι τουλάχιστον 48 ώρες μετά, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).
Νεφρική λειτουργία
Λόγω του μηχανισμού δράσης, η μειωμένη νεφρική λειτουργία θα οδηγήσει σε μειωμένη γλυκαιμική αποτελεσματικότητα της εμπαγλιφλοζίνης. Ο GFR πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτά διαστήματα στη συνέχεια (βλ. Δοσολογία). Το Synjardy αντενδείκνυται σε ασθενείς με GFR <30 ml/min και πρέπει να διακόπτεται προσωρινά υπό την παρουσία συνθηκών που μεταβάλλουν τη νεφρική λειτουργία (βλ. Αντενδείξεις).
Καρδιακή λειτουργία
Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο υποξίας και νεφρικής δυσλειτουργίας. Σε ασθενείς με σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, το Synjardy μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τακτική παρακολούθηση της καρδιακής και νεφρικής λειτουργίας. Για ασθενείς με οξεία και ασταθή καρδιακή ανεπάρκεια, το Synjardy αντενδείκνυται λόγω του συστατικού της μετφορμίνης (βλ. Αντενδείξεις).
Χειρουργική επέμβαση
Η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται κατά τον χρόνο της χειρουργικής επέμβασης υπό γενική, ραχιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά τη χειρουργική επέμβαση ή τη συνέχιση της σίτισης από του στόματος και υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή.
Κίνδυνος μείωσης όγκου
Με βάση τον τρόπο δράσης των αναστολέων των συμμεταφορέων νατρίου και γλυκόζης υποτύπου 2 (SGLT2), η ωσμωτική διούρηση που συνοδεύει τη θεραπευτική γλυκοζουρία μπορεί να οδηγήσει σε μέτρια μείωση της αρτηριακής πίεσης (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Επομένως, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς για τους οποίους η επαγόμενη από την εμπαγλιφλοζίνη μείωση της αρτηριακής πίεσης θα μπορούσε να αποτελέσει κίνδυνο, όπως ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο, ασθενείς σε αντιυπερτασική αγωγή με ιστορικό υπότασης ή ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω. Σε περίπτωση παθήσεων που μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια υγρών (π.χ. γαστρεντερική νόσο), συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της κατάστασης όγκου (π.χ. φυσική εξέταση, μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης, εργαστηριακές εξετάσεις συμπεριλαμβανομένου του αιματοκρίτη) και των ηλεκτρολυτών σε ασθενείς που λαμβάνουν Synjardy. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής της θεραπείας με Synjardy, έως ότου διορθωθεί η απώλεια υγρών.
Ηλικιωμένοι
Η επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης στην αποβολή γλυκόζης στα ούρα σχετίζεται με ωσμωτική διούρηση, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει την κατάσταση ενυδάτωσης. Οι ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο μείωσης όγκου. Επομένως, συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή στην πρόσληψη υγρών τους σε περίπτωση συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση όγκου [π.χ. διουρητικά, αναστολείς ACE (ΑΜΕΑ)]. Η θεραπευτική εμπειρία σε ασθενείς ηλικίας 85 ετών και άνω είναι περιορισμένη. Δε συνιστάται η έναρξη θεραπείας σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών (βλ. Δοσολογία).
Λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
Περιπτώσεις επιπλεγμένων λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος συμπεριλαμβανομένης πυελονεφρίτιδας και ουροσήψης μετά την κυκλοφορία στην αγορά έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής της θεραπείας σε ασθενείς με επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος.
Νεκρωτική περιτονίτιδα του περινέου (γάγγραινα του Fournier)
Έχουν αναφερθεί περιστατικά νεκρωτικής περιτονίτιδας του περινέου (γνωστής και ως γάγγραινα του Fournier) μετά την κυκλοφορία στην αγορά, σε γυναίκες και άνδρες ασθενείς που λάμβαναν αναστολείς SGLT2. Πρόκειται για σπάνιο, αλλά σοβαρό και δυνητικά απειλητικό για τη ζωή συμβάν που χρήζει επείγουσας χειρουργικής επέμβασης και θεραπείας με αντιβιοτικά. Συνιστάται στους ασθενείς να αναζητήσουν ιατρική βοήθεια, εάν παρουσιάσουν συμπτώματα άλγους, ευαισθησίας, ερυθήματος ή οιδήματος στην περιοχή των γεννητικών οργάνων ή του περινέου σε συνδυασμό με πυρετό ή κακουχία. Να έχετε υπόψη σας ότι ενδέχεται να παρουσιαστεί λοίμωξη του ουρογεννητικού συστήματος ή απόστημα του περινέου πριν από τη νεκρωτική περιτονίτιδα. Εάν υπάρχει υπόνοια γάγγραινας του Fournier, θα πρέπει να διακοπεί η χορήγηση του Synjardy και να προγραμματιστεί άμεση θεραπεία (συμπεριλαμβανομένων αντιβιοτικών και χειρουργικού καθαρισμού).
Ακρωτηριασμοί κάτω άκρων
Μια αύξηση των περιστατικών ακρωτηριασμού των κάτω άκρων (που κυρίως αφορούν τα δάκτυλα των ποδιών) παρατηρήθηκε σε μακροχρόνιες κλινικές μελέτες με έναν άλλο αναστολέα SGLT2. Δεν είναι γνωστό εάν αυτό αποτελεί μια επίδραση της συγκεκριμένης κατηγορίας φαρμάκων. Όπως για όλους τους διαβητικούς ασθενείς, πρέπει να ενημερώνεται ο ασθενής για τη σημασία της προληπτικής φροντίδας ρουτίνας των ποδιών.
Ηπατική βλάβη
Περιστατικά ηπατικής βλάβης έχουν αναφερθεί με εμπαγλιφλοζίνη σε κλινικές δοκιμές. Δεν έχει ωστόσο τεκμηριωθεί αιτιολογική σχέση μεταξύ εμπαγλιφλοζίνης και ηπατικής βλάβης.
Καρδιακή ανεπάρκεια
Η εμπειρία σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια τάξης I-II κατά την Καρδιολογική Εταιρεία Νέας Υόρκης, (New York Heart Association, NYHA), είναι περιορισμένη και δεν υπάρχει εμπειρία από κλινικές μελέτες με την εμπαγλιφλοζίνη σε καρδιακή ανεπάρκεια τάξης III-IV κατά NYHA. Στη μελέτη EMPA-REG OUTCOME, αναφέρθηκε καρδιακή ανεπάρκεια κατά την αρχική εκτίμηση στο 10,1% των ασθενών. Η μείωση των καρδιαγγειακών θανάτων στους εν λόγω ασθενείς ήταν συνεπής με τον συνολικό πληθυσμό της μελέτης.
Αυξημένος αιματοκρίτης
Παρατηρήθηκε αυξημένος αιματοκρίτης με τη θεραπεία εμπαγλιφλοζίνης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Εργαστηριακές εξετάσεις ούρων
Λόγω του μηχανισμού δράσης του, οι ασθενείς που λαμβάνουν το Synjardy θα έχουν θετική δοκιμασία ανίχνευσης γλυκόζης ούρων.
Παρεμβολή στη δοκιμασία 1,5-ανυδρογλυκιτόλης (1,5-AG)
Η παρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου με τη δοκιμασία 1,5-AG δεν συνιστάται καθώς οι μετρήσεις της 1,5-AG είναι αναξιόπιστες στην αξιολόγηση του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς που παίρνουν αναστολείς του SGLT2. Συνιστάται η χρήση εναλλακτικών μεθόδων για την παρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-SYNJARDY
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης δεν αλλοιώνει σημαντικά τη φαρμακοκινητική ούτε της εμπαγλιφλοζίνης ούτε της μετφορμίνης σε υγιή άτομα. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων για το Synjardy. Οι ακόλουθες δηλώσεις αντανακλούν τις διαθέσιμες πληροφορίες για τις μεμονωμένες δραστικές ουσίες.
Εμπαγλιφλοζίνη
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
- Διουρητικά: Η εμπαγλιφλοζίνη μπορεί να ενισχύσει τη διουρητική δράση των θειαζιδών και των διουρητικών της αγκύλης και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αφυδάτωσης και υπότασης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Ινσουλίνη και εκκριταγωγά της ινσουλίνης: Η ινσουλίνη και τα εκκριταγωγά της ινσουλίνης, όπως οι σουλφονυλουρίες, μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Επομένως, ενδέχεται να χρειάζεται μικρότερη δόση ινσουλίνης ή εκκριταγωγού της ινσουλίνης, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας όταν αυτά χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με εμπαγλιφλοζίνη (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
- Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στην εμπαγλιφλοζίνη
In vitro δεδομένα υποδηλώνουν ότι η κύρια οδός μεταβολισμού της εμπαγλιφλοζίνης στους ανθρώπους είναι η γλυκουρονιδίωση μέσω 5’-διφωσφογλυκουρονοσυλτρανσφερασών UGT1A3, UGT1A8, UGT1A9 και UGT2B7. Η εμπαγλιφλοζίνη είναι ένα υπόστρωμα των ανθρώπινων μεταφορέων πρόσληψης OAT3, OATP1B1 και OATP1B3, αλλά όχι OAT1 και OCT2. Η εμπαγλιφλοζίνη είναι ένα υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) και της πρωτεΐνης αντοχής του καρκίνου του μαστού (BCRP).
- Η συγχορήγηση εμπαγλιφλοζίνης με προβενεσίδη, έναν αναστολέα των ενζύμων UGT και του OAT3, οδήγησε σε αύξηση κατά 26% των μέγιστων συγκεντρώσεων πλάσματος της εμπαγλιφλοζίνης (Cmax) και σε μια αύξηση κατά 53% στην περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC). Αυτές οι μεταβολές δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές.
- Η επίδραση της επαγωγής UGT (π.χ. επαγωγή από ριφαμπικίνη ή φαινυτοΐνη) στην εμπαγλιφλοζίνη δεν έχει μελετηθεί. Η χορήγηση θεραπείας μαζί με γνωστούς επαγωγείς ενζύμων UGT δεν συνιστάται λόγω του δυνητικού κινδύνου μειωμένης αποτελεσματικότητας. Εάν πρέπει να συγχορηγηθεί ένας επαγωγέας αυτών των ενζύμων UGT, ενδείκνυται παρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου για την αξιολόγηση της ανταπόκρισης στο Synjardy.
- Μια μελέτη αλληλεπίδρασης με γεμφιβροζίλη, έναν in vitro αναστολέα των μεταφορέων OAT3 και ΟATP1B1/1B3, κατέδειξε ότι η Cmax της εμπαγλιφλοζίνης αυξήθηκε κατά 15% και η AUC αυξήθηκε κατά 59% μετά από συγχορήγηση. Αυτές οι μεταβολές δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές.
- Η αναστολή των μεταφορέων OATP1B1/1B3 μέσω συγχορήγησης με ριφαμπικίνη οδήγησε σε αύξηση κατά 75% της Cmax και σε αύξηση κατά 35% της AUC της εμπαγλιφλοζίνης. Αυτές οι μεταβολές δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές.
- Η έκθεση σε εμπαγλιφλοζίνη ήταν παρόμοια με ή χωρίς συγχορήγηση με βεραπαμίλη, έναν αναστολέα της P-gp, κάτι που υποδεικνύει ότι η αναστολή της P-gp δεν έχει κλινικά σχετική επίδραση στην εμπαγλιφλοζίνη.
- Μελέτες αλληλεπίδρασης υποδηλώνουν ότι η φαρμακοκινητική της εμπαγλιφλοζίνης δεν επηρεάστηκε από τη συγχορήγηση με μετφορμίνη, γλιμεπιρίδη, πιογλιταζόνη, σιταγλιπτίνη, λιναγλιπτίνη, βαρφαρίνη, βεραπαμίλη, ραμιπρίλη, σιμβαστατίνη, τορασεμίδη και υδροχλωροθειαζίδη.
- Επιδράσεις εμπαγλιφλοζίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
- Με βάση μελέτες in vitro, η εμπαγλιφλοζίνη δε αναστέλλει, αδρανοποιεί ή επάγει ισομορφές του CYP450. Η εμπαγλιφλοζίνη δεν αναστέλλει τα UGT1A1, UGT1A3, UGT1A8, UGT1A9 ή UGT2B7. Αλληλεπιδράσεις τύπου φαρμάκου με φάρμακο που εμπλέκουν τις μείζονες ισομορφές CYP450 και UGT με εμπαγλιφλοζίνη και ταυτόχρονα χορηγούμενα υποστρώματα αυτών των ενζύμων θεωρούνται επομένως μη πιθανές.
- Η εμπαγλιφλοζίνη δεν αναστέλλει την P-gp σε θεραπευτικές δόσεις. Με βάση μελέτες in vitro, η εμπαγλιφλοζίνη δεν θεωρείται πιθανό να προκαλεί αλληλεπιδράσεις με δραστικές ουσίες που είναι υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp). Η συγχορήγηση διγοξίνης, ενός υποστρώματος της P-gp, με εμπαγλιφλοζίνη οδήγησε σε 6% αύξηση της AUC και 14% αύξηση της Cmax της διγοξίνης. Αυτές οι μεταβολές δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές.
- Η εμπαγλιφλοζίνη δεν αναστέλλει τους ανθρώπινους μεταφορείς πρόσληψης όπως OAT3, OATP1B1 και OATP1B3 in vitro σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις πλάσματος και, επομένως, αλληλεπιδράσεις τύπου φαρμάκου με φάρμακο με υποστρώματα αυτών των μεταφορέων πρόσληψης θεωρούνται μη πιθανές.
- Μελέτες αλληλεπίδρασης που πραγματοποιήθηκαν σε υγιείς εθελοντές υποδηλώνουν ότι η εμπαγλιφλοζίνη δεν είχε κλινικά συναφή επίδραση στη φαρμακοκινητική της μετφορμίνης, γλιμεπιρίδης, πιογλιταζόνης, σιταγλιπτίνης, λιναγλιπτίνης, σιμβαστατίνης, βαρφαρίνης, ραμιπρίλης, διγοξίνης, διουρητικών και από του στόματος αντισυλληπτικών.
Μετφορμίνη
Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται
- Οινοπνευματώδη: Η αλκοολική τοξίκωση σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης, ιδίως σε περιπτώσεις νηστείας, υποσιτισμού ή ηπατικής δυσλειτουργίας.
Οργανικοί κατιονικοί μεταφορείς (OCT) Η μετφορμίνη είναι υπόστρωμα τόσο του μεταφορέα OCT1 όσο και του OCT2. Η συγχορήγηση μετφορμίνης με:
-
Αναστολείς του OCT1 (όπως βεραπαμίλη) μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της μετφορμίνης.
-
Επαγωγείς του OCT1 (όπως ριφαμπικίνη) μπορεί να αυξήσει τη γαστρεντερική απορρόφηση και την αποτελεσματικότητα της μετφορμίνης.
-
Αναστολείς του OCT2 (όπως σιμετιδίνη, ντολουτεγκραβίρη, ρανολαζίνη, τριμεθοπρίμη, βανδετανίμπη, ισαβουκοναζόλη) μπορεί να μειώσει τη νεφρική αποβολή της μετφορμίνης και έτσι να οδηγήσει σε αύξηση της συγκέντρωσης της μετφορμίνης στο πλάσμα.
-
Αναστολείς τόσο του OCT1 όσο και του OCT2 (όπως κριζοτινίμπη, ολαπαρίμπη) μπορεί να μεταβάλει την αποτελεσματικότητα και τη νεφρική αποβολή της μετφορμίνης. Επομένως συνιστάται προσοχή, ιδίως σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, όταν αυτά τα φάρμακα συγχορηγούνται με μετφορμίνη, καθώς η συγκέντρωση της μετφορμίνης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθεί. Εάν χρειάζεται, μπορεί να εξεταστεί προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης καθώς οι αναστολείς/επαγωγείς του OCT μπορεί να μεταβάλουν την αποτελεσματικότητα της μετφορμίνης (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ιωδιωμένα σκιαγραφικά μέσα: Η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται πριν από ή κατά τον χρόνο της διαδικασίας απεικόνισης και να μην αρχίσει ξανά μέχρι τουλάχιστον 48 ώρες μετά, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Συνδυασμοί που απαιτούν προφυλάξεις κατά τη χρήση
- Ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη νεφρική λειτουργία, το οποίο ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης, π.χ. ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των επιλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης (COX) II, αναστολέων ACE, ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ και διουρητικών, ιδίως διουρητικών της αγκύλης. Κατά την έναρξη ή χρήση τέτοιων προϊόντων σε συνδυασμό με μετφορμίνη, είναι απαραίτητη η στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
- Τα γλυκοκορτικοειδή (χορηγούμενα μέσω συστηματικών και τοπικών οδών), οι βήτα-2-αγωνιστές και τα διουρητικά έχουν ενδογενή υπεργλυκαιμική δραστικότητα. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται και να κάνουν πιο συχνά παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας με τέτοια φαρμακευτικά προϊόντα. Εάν είναι απαραίτητο, η δόση του αντι-υπεργλυκαιμικού φαρμακευτικού προϊόντος θα πρέπει να προσαρμόζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και κατά τη διακοπή τους.
- Ινσουλίνη και εκκριταγωγά της ινσουλίνης: Η ινσουλίνη και τα εκκριταγωγά της ινσουλίνης, όπως οι σουλφονυλουρίες, μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Επομένως, ενδέχεται να χρειάζεται μικρότερη δόση ινσουλίνης ή εκκριταγωγού της ινσουλίνης, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας, όταν αυτά χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με μετφορμίνη (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-SYNJARDY
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες σε κλινικές δοκιμές ήταν η υπογλυκαιμία σε συνδυασμό με ινσουλίνη και/ή σουλφονυλουρία και γαστρεντερικά συμπτώματα όπως ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος και ανορεξία. Δεν παρατηρήθηκαν πρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες σε κλινικές δοκιμές με εμπαγλιφλοζίνη ως επιπρόσθετη θεραπεία στη μετφορμίνη σε σύγκριση με τις ανεπιθύμητες ενέργειες των μεμονωμένων συστατικών.
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίζονται ανά απόλυτη συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), ή πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 2: Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών (MedDRA) από ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά
| Kατηγορία/οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστές |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Κολπική μονιλίαση, αιδοιοκολπίτιδα, βαλανίτιδα και άλλες λοιμώξεις των γεννητικών οργάνων1, 2. Λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος (συμπεριλαμβανομένης πυελονεφρίτιδας και ουροσήψης)1 | Νεκρωτική περιτονίτιδα του περινέου (γάγγραινα του Fournier)a | ||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπογλυκαιμία (σε χρήση μαζί με σουλφονυλουρία ή ινσουλίνη)1 | Δίψα2 | Διαβητική κετοξέωση a | Γαλακτική οξέωση3. Έλλειψη της βιταμίνης B123, 4 | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Διαταραχές της γεύσης3 | |||||
| Αγγειακές διαταραχές | Μείωση όγκου1, 2 | |||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Γαστρεντερικά συμπτώματα3, 5 | |||||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Ανωμαλίες των δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας3. Ηπατίτιδα3 | |||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός (γενικευμένος)2,3. Εξάνθημα | Κνίδωση | Ερύθημα3. Αγγειοοίδημα | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Αύξηση της διούρησης1, 2. Δυσουρία2 | |||||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αυξημένα λιπίδια ορού2,b. Αυξημένη κρεατινίνη αίματος/Μειωμένος ρυθμός σπειραματικής διήθησης1. Αυξημένος αιματοκρίτης2,c |
1 Βλ. υποπαραγράφους παρακάτω για επιπρόσθετες πληροφορίες 2 Παρατηρηθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες μονοθεραπείας με εμπαγλιφλοζίνη 3 Παρατηρηθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες μονοθεραπείας με μετφορμίνη 4 Η μακροχρόνια θεραπεία με μετφορμίνη έχει συσχετιστεί με μείωση στην απορρόφηση της βιταμίνης B12 η οποία μπορεί πολύ σπάνια να οδηγήσει σε κλινικά σημαντική έλλειψη βιταμίνης B12 (π.χ. μεγαλοβλαστική αναιμία) 5 Γαστρεντερικά συμπτώματα όπως ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος και ανορεξία εμφανίζονται πιο συχνά κατά την έναρξη της θεραπείας και επιλύονται αυθόρμητα στις περισσότερες περιπτώσεις. a Βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις b Οι μέσες ποσοστιαίες αυξήσεις από την αρχική τιμή για την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg και 25 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα, ήταν συνολική χοληστερόλη 5,0% και 5,2% έναντι 3,7%, HDL χοληστερόλη 4,6% και 2,7% έναντι -0,5%, LDL χοληστερόλη 9,1% και 8,7% έναντι 7,8%, τριγλυκερίδια 5,4% και 10,8% έναντι 12,1%. c Οι μέσες μεταβολές από την αρχική τιμή στον αιματοκρίτη ήταν 3,6% και 4,0% για την εμπαγλιφλοζίνη 10 mg και 25 mg, αντίστοιχα, συγκριτικά με το 0% για το εικονικό φάρμακο. Στη μελέτη EMPA-REG Outcome, οι τιμές του αιματοκρίτη επανήλθαν στις αρχικές τιμές ύστερα από μια περίοδο παρακολούθησης διάρκειας 30 ημερών μετά από τη διακοπή της θεραπείας.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
- Υπογλυκαιμία: Η συχνότητα εμφάνισης υπογλυκαιμίας ήταν εξαρτώμενη από τη θεραπεία υποβάθρου. Αυξημένη συχνότητα παρατηρήθηκε σε χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης ως επιπρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη και μια σουλφονυλουρία (εμπαγλιφλοζίνη 10 mg: 16,1%, εμπαγλιφλοζίνη 25 mg: 11,5% και εικονικό φάρμακο: 8,4%) ή ως επιπρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη και ινσουλίνη (εμπαγλιφλοζίνη 10 mg: 31,3%, εμπαγλιφλοζίνη 25 mg: 36,2% και εικονικό φάρμακο: 34,7%).
- Μείζων υπογλυκαιμία (συμβάντα που χρειάζονται υποστήριξη): Η συνολική συχνότητα ασθενών με μείζονα υπογλυκαιμικά συμβάντα ήταν χαμηλή (< 1%) και παρόμοια για εμπαγλιφλοζίνη και εικονικό φάρμακο σε διάφορα θεραπευτικά σχήματα. Εμφανίστηκαν σε 0,5% (10 mg), 0% (25 mg) και 0,5% (εικονικό φάρμακο) των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη ως επιπρόσθετη αγωγή σε μετφορμίνη και ινσουλίνη. Κανένας ασθενής δεν είχε μείζον υπογλυκαιμικό συμβάν σε συνδυασμό με μετφορμίνη και σουλφονυλουρία ή με λιναγλιπτίνη και μετφορμίνη.
- Λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος: Η συνολική συχνότητα ήταν υψηλότερη με εμπαγλιφλοζίνη 10 mg (8,8%) σε σύγκριση με 25 mg (6,6%) ή εικονικό φάρμακο (7,8%). Συχνότερη σε ασθενείς με ιστορικό χρόνιων ή υποτροπιαζουσών λοιμώξεων. Η ένταση ήταν παρόμοια με του εικονικού φαρμάκου. Συχνότερη με 10 mg σε γυναίκες, αλλά όχι με 25 mg. Χαμηλές συχνότητες σε άνδρες.
- Κολπική μονιλίαση, αιδοιοκολπίτιδα, βαλανίτιδα και άλλες λοιμώξεις των γεννητικών οργάνων: Συχνότερες με εμπαγλιφλοζίνη 10 mg (4,0%) και 25 mg (3,9%) σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο (1,3%). Συχνότερες σε γυναίκες. Λιγότερο έντονη διαφορά σε άνδρες. Ήπιας ή μέτριας έντασης.
- Αύξηση της ούρησης: Παρατηρήθηκε σε υψηλότερες συχνότητες με εμπαγλιφλοζίνη 10 mg (3,0%) και 25 mg (2,9%) σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο (1,4%). Συνήθως ήπιας ή μέτριας έντασης. Συχνότητα νυκτουρίας συγκρίσιμη με εικονικό φάρμακο (< 1%).
- Μείωση όγκου: Συνολική συχνότητα χαμηλή: 0,6% για εμπαγλιφλοζίνη 10 mg, 0,3% για 25 mg και 0,1% για εικονικό φάρμακο. Η επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης στην αποβολή γλυκόζης σχετίζεται με ωσμωτική διούρηση, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει την κατάσταση ενυδάτωσης σε ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω. Σε ασθενείς ≥75 ετών, αναφέρθηκαν συμβάντα ένδειας όγκου σε έναν ασθενή που υποβλήθηκε σε θεραπεία με 25 mg εμπαγλιφλοζίνης.
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος/ Μειωμένος ρυθμός σπειραματικής διήθησης: Συνολική συχνότητα παρόμοια μεταξύ εμπαγλιφλοζίνης και εικονικού φαρμάκου. Οι αρχικές αυξήσεις της κρεατινίνης και οι αρχικές μειώσεις στους eGFR ήταν γενικά παροδικές ή αναστρέψιμες. Στη μελέτη EMPA-REG Outcome, οι ασθενείς που έλαβαν εμπαγλιφλοζίνη παρουσίασαν αρχική πτώση στον eGFR (μέση τιμή: 3 ml/min/1,73 m2), η οποία διατηρήθηκε και επέστρεψε στην αρχική τιμή μετά τη διακοπή της θεραπείας.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-SYNJARDY
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος ή της εμπαγλιφλοζίνης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα καταδεικνύουν ότι η εμπαγλιφλοζίνη περνάει τον πλακούντα κατά την προχωρημένη κύηση σε πολύ περιορισμένο βαθμό αλλά δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις αναφορικά με την πρώιμη ανάπτυξη του εμβρύου. Ωστόσο, μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει ανεπιθύμητες επιδράσεις στη μεταγεννητική ανάπτυξη. Ένας περιορισμένος αριθμός δεδομένων καταδεικνύουν ότι η χρήση μετφορμίνης σε έγκυες γυναίκες δεν σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο συγγενών διαμαρτιών. Μελέτες σε ζώα με τον συνδυασμό εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης ή με μετφορμίνη μόνο κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα στις υψηλότερες δόσεις μετφορμίνης μόνο (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Όταν η ασθενής σχεδιάζει να αποκτήσει παιδί, και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, συνιστάται η θεραπεία του διαβήτη να μη γίνεται με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν αλλά να χρησιμοποιείται ινσουλίνη για τη διατήρηση των επιπέδων γλυκόζης αίματος όσο γίνεται πιο κοντά στο φυσιολογικό, για τη μείωση του κινδύνου διαμαρτιών του εμβρύου που σχετίζονται με μη φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης αίματος.
Θηλασμός
Η μετφορμίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν έχει δειχθεί επίδρασή της στα θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη από γυναίκες που έχουν λάβει θεραπεία. Δεν υπάρχουν δεδομένα από ανθρώπους σχετικά με την απέκκριση της εμπαγλιφλοζίνης στο γάλα. Τα διαθέσιμα δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της εμπαγλιφλοζίνης και της μετφορμίνης στο γάλα. Ένας κίνδυνος στα νεογέννητα / βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με την επίδραση στην ανθρώπινη γονιμότητα για αυτό το φαρμακευτικό προϊόν ή την εμπαγλιφλοζίνη. Μελέτες σε ζώα με εμπαγλιφλοζίνη και μετφορμίνη δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες βλαβερές επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-SYNJARDY
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στο διαβήτη, συνδυασμοί των από του στόματος φαρμάκων που μειώνουν τη γλυκόζη του αίματος, κωδικός ATC: A10BD20
Μηχανισμός δράσης
Το Synjardy συνδυάζει δύο αντιυπεργλυκαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα με συμπληρωματικούς μηχανισμούς δράσης για τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2: την εμπαγλιφλοζίνη, έναν αναστολέα του συμμεταφορέα νατρίου-γλυκόζης 2 (sodium-glucose cotransporter 2, SGLT2), και την υδροχλωρική μετφορμίνη, ένα μέλος της κατηγορίας φαρμάκων που λέγονται διγουανίδια.
Εμπαγλιφλοζίνη Η εμπαγλιφλοζίνη είναι ένας αναστρέψιμος, πολύ ισχυρός (IC50 1,3 nmol) και εκλεκτικός ανταγωνιστικός αναστολέας του SGLT2. Η εμπαγλιφλοζίνη δεν αναστέλλει άλλους μεταφορείς γλυκόζης σημαντικούς για τη μεταφορά της γλυκόζης στους περιφερικούς ιστούς και εμφανίζει 5.000 φορές μεγαλύτερη εκλεκτικότητα για τον SGLT2 έναντι του SGLT1, του μείζονα μεταφορέα που ευθύνεται για την απορρόφηση της γλυκόζης στο έντερο. Ο SGLT2 έχει υψηλή έκφραση στον νεφρό, ενώ είναι πολύ χαμηλή ή δεν ανιχνεύεται έκφραση σε άλλους ιστούς. Αυτός είναι υπεύθυνος, ως ο επικρατής μεταφορέας, για την επαναρρόφηση της γλυκόζης από το σπειραματικό διήθημα πίσω στην κυκλοφορία. Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και υπεργλυκαιμία, ένα μεγαλύτερο ποσό γλυκόζης διηθείται και επαναρροφάται. Η εμπαγλιφλοζίνη βελτιώνει τον γλυκαιμικό έλεγχο σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 μειώνοντας τη νεφρική επαναρρόφηση της γλυκόζης. Η ποσότητα της γλυκόζης που απομακρύνεται από τον νεφρό μέσω αυτού του γλυκοζουρικού μηχανισμού εξαρτάται από τη συγκέντρωση της γλυκόζης στο αίμα και το ρυθμό σπειραματικής διήθησης (GFR). Η αναστολή του SGLT2 σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και υπεργλυκαιμία οδηγεί σε αυξημένη αποβολή γλυκόζης στα ούρα. Επιπρόσθετα, η έναρξη θεραπείας εμπαγλιφλοζίνης αυξάνει την αποβολή νατρίου που οδηγεί σε ωσμωτική διούρηση και μειωμένο ενδαγγειακό όγκο.
Μετφορμίνη Η μετφορμίνη είναι ένα διγουανίδιο με αντιυπεργλυκαιμικές δράσεις, που μειώνει τόσο τη βασική όσο και τη μεταγευματική γλυκόζη πλάσματος. Δε διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης και επομένως δεν προκαλεί υπογλυκαιμία.
Η μετφορμίνη δρα μέσω 3 μηχανισμών:
- μειώνοντας την παραγωγή ηπατικής γλυκόζης μέσω της αναστολής της γλυκονεογένεσης και της γλυκογονόλυσης,
- στους μυς, αυξάνοντας την ευαισθησία στην ινσουλίνη και, επομένως, βελτιώνοντας την περιφερική πρόσληψη γλυκόζης και τη χρήση αυτής,
- και επιβραδύνοντας την εντερική απορρόφηση γλυκόζης. Η μετφορμίνη διεγείρει την ενδοκυτταρική σύνθεση γλυκογόνου δρώντας επί της συνθετάσης του γλυκογόνου. Η μετφορμίνη αυξάνει την ικανότητα μεταφοράς όλων των γνωστών έως σήμερα τύπων μεμβρανικών μεταφορέων γλυκόζης (GLUT). Στον άνθρωπο, ανεξάρτητα από τη δράση της στη γλυκαιμία, η μετφορμίνη έχει ευνοϊκή επίδραση στον μεταβολισμό των λιπιδίων. Αυτό έχει αποδειχθεί με θεραπευτικές δόσεις σε ελεγχόμενες μεσαίας διάρκειας ή μακροχρόνιες κλινικές μελέτες: η μετφορμίνη μειώνει τα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης, της χοληστερόλης LDL και των τριγλυκεριδίων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
- Εμπαγλιφλοζίνη Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, η αποβολή γλυκόζης στα ούρα αυξήθηκε αμέσως μετά την πρώτη δόση εμπαγλιφλοζίνης και είναι συνεχής κατά τη διάρκεια του 24ώρου δοσολογικού μεσοδιαστήματος. Η αυξημένη αποβολή γλυκόζης στα ούρα διατηρήθηκε στο τέλος της περιόδου θεραπείας 4 εβδομάδων, με μέσο όρο κατά προσέγγιση 78 g/ημέρα με εμπαγλιφλοζίνη 25 mg. Η αυξημένη αποβολή της γλυκόζης στα ούρα οδήγησε σε άμεση μείωση στα επίπεδα γλυκόζης του πλάσματος σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Η εμπαγλιφλοζίνη βελτιώνει τόσο τα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος νηστείας όσο και τα μεταγευματικά επίπεδα γλυκόζης πλάσματος. Ο μηχανισμός δράσης της εμπαγλιφλοζίνης είναι ανεξάρτητος από τη λειτουργία των βήτα-κυττάρων και την οδό ινσουλίνης και αυτό συμβάλλει σε χαμηλό κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Παρατηρήθηκε βελτίωση των επιμέρους δεικτών της λειτουργίας των βήτα-κυττάρων, συμπεριλαμβανομένου του μοντέλου ομοιόστασης για την εκτίμηση της λειτουργίας των βήτα-κυττάρων (HOMA-β). Επιπρόσθετα, η αποβολή γλυκόζης στα ούρα, επάγει απώλεια θερμίδων, που σχετίζεται με απώλεια σωματικού λίπους και μείωση σωματικού βάρους. Η γλυκοζουρία που παρατηρείται με την εμπαγλιφλοζίνη συνοδεύεται από ήπια διούρηση που ενδέχεται να συμβάλλει σε σταθερή και μέτρια μείωση της αρτηριακής πίεσης. Η γλυκοζουρία, η νατριούρηση και η ωσμωτική διούρηση που παρατηρήθηκαν με την εμπαγλιφλοζίνη μπορεί να συμβάλλουν στη βελτίωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
- Γλυκαιμικός έλεγχος: Η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη σε συνδυασμό με μετφορμίνη, με ή χωρίς άλλα αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα (πιογλιταζόνη, σουλφονυλουρία, αναστολείς της DPP-4 και ινσουλίνη) οδήγησε σε κλινικά συναφείς βελτιώσεις της HbA1c, της γλυκόζης πλάσματος σε κατάσταση νηστείας (FPG), του σωματικού βάρους και της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης.
- Καρδιαγγειακή έκβαση: Η εμπαγλιφλοζίνη ήταν ανώτερη στην πρόληψη του κύριου σύνθετου καταληκτικού σημείου του καρδιαγγειακού θανάτου, του μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου, ή του μη θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Μείωσε τον κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας που απαιτεί νοσηλεία και βελτίωσε το χρόνο έως το πρώτο συμβάν νεφροπάθειας.
- Μετφορμίνη: Η προοπτική τυχαιοποιημένη μελέτη (UKPDS) τεκμηρίωσε μακροπρόθεσμο όφελος του εντατικού ελέγχου γλυκόζης αίματος σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, συμπεριλαμβανομένης σημαντικής μείωσης του απόλυτου κινδύνου για οποιαδήποτε οφειλόμενη στον διαβήτη επιπλοκή, θνησιμότητα και έμφραγμα του μυοκαρδίου σε υπέρβαρους ασθενείς.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-SYNJARDY
expand_more
Φαρμακοκινητική
Synjardy
Τα αποτελέσματα μελετών βιοϊσοδυναμίας σε υγιή άτομα κατέδειξαν ότι τα δισκία συνδυασμού Synjardy (εμπαγλιφλοζίνη/υδροχλωρική μετφορμίνη) 5 mg/850 mg, 5 mg/1.000 mg, 12,5 mg/850 mg και 12,5 mg/1.000 mg είναι βιοϊσοδύναμα με τη συγχορήγηση αντίστοιχων δόσεων εμπαγλιφλοζίνης και μετφορμίνης ως μεμονωμένων δισκίων. Χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης/μετφορμίνης 12,5 mg/1.000 mg υπό συνθήκες σίτισης οδήγησε σε 9% μείωση στην AUC και 28% μείωση στη Cmax της εμπαγλιφλοζίνης, σε σύγκριση με συνθήκες νηστείας. Για τη μετφορμίνη, η AUC μειώθηκε κατά 12% και η Cmax μειώθηκε κατά 26% σε σύγκριση με συνθήκες νηστείας. Η παρατηρούμενη επίδραση της τροφής στην εμπαγλιφλοζίνη και τη μετφορμίνη δεν θεωρήθηκε κλινικά συναφής. Ωστόσο, επειδή η μετφορμίνη συνιστάται να χορηγείται με τα γεύματα, το Synjardy προτείνεται επίσης να χορηγείται με τροφή. Οι ακόλουθες δηλώσεις αντανακλούν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες των μεμονωμένων δραστικών ουσιών του Synjardy.
Εμπαγλιφλοζίνη
Απορρόφηση Μετά από του στόματος χορήγηση, η εμπαγλιφλοζίνη απορροφήθηκε ταχέως, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος να επιτυγχάνονται σε διάμεσο χρόνο tmax 1,5 ώρα μετά τη χορήγηση της δόσης. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος έφθιναν με διφασικό τρόπο. Η σταθεροποιημένης κατάστασης μέση AUC πλάσματος και η Cmax ήταν 1870 nmol.h/l και 259 nmol/l με εμπαγλιφλοζίνη 10 mg και 4740 nmol.h/l και 687 nmol/l με εμπαγλιφλοζίνη 25 mg μία φορά την ημέρα. Η συστηματική έκθεση σε εμπαγλιφλοζίνη αυξήθηκε με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Οι παράμετροι φαρμακοκινητικής της εμπαγλιφλοζίνης εφάπαξ δόσης και σταθερής κατάστασης ήταν παρόμοιες, υποδηλώνοντας γραμμική φαρμακοκινητική σε σχέση με το χρόνο. Δεν υπήρχαν κλινικά σχετικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της εμπαγλιφλοζίνης μεταξύ υγιών εθελοντών και ασθενών με διαβήτη τύπου 2. Η φαρμακοκινητική της εμπαγλιφλοζίνης 5 mg χορηγούμενης δύο φορές την ημέρα και της εμπαγλιφλοζίνης 10 mg χορηγούμενης μία φορά την ημέρα συγκρίθηκαν σε υγιή άτομα. Η συνολική έκθεση (AUCss) σε εμπαγλιφλοζίνη σε χρονικό διάστημα 24 ωρών με εμπαγλιφλοζίνη 5 mg χορηγούμενη δύο φορές την ημέρα ήταν παρόμοια με αυτήν με εμπαγλιφλοζίνη 10 mg χορηγούμενη μία φορά την ημέρα. Όπως αναμένεται, η εμπαγλιφλοζίνη 5 mg χορηγούμενη δύο φορές την ημέρα σε σύγκριση με 10 mg εμπαγλιφλοζίνης χορηγούμενης μία φορά την ημέρα οδήγησε σε χαμηλότερη Cmax και υψηλότερες τιμές ελάχιστων συγκεντρώσεων εμπαγλιφλοζίνης (Cmin). Η χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης 25 mg μετά από τη λήψη ενός γεύματος υψηλών λιπαρών και υψηλών θερμίδων οδήγησε σε ελαφρά μικρότερη έκθεση. Η AUC μειώθηκε κατά 16% περίπου και η Cmax μειώθηκε κατά 37% περίπου σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας. Η παρατηρούμενη επίδραση της τροφής στη φαρμακοκινητική της εμπαγλιφλοζίνης δεν θεωρήθηκε κλινικά σχετική και η εμπαγλιφλοζίνη μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή. Παρόμοια αποτελέσματα λήφθηκαν όταν τα δισκία συνδυασμού Synjardy (εμπαγλιφλοζίνη/μετφορμίνη) χορηγήθηκαν με υπερθερμιδικό γεύμα με υψηλά λιπαρά.
Κατανομή Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση εκτιμήθηκε ότι είναι 73,8 l με βάση την ανάλυση της φαρμακοκινητικής του πληθυσμού. Μετά από τη χορήγηση από του στόματος διαλύματος [14C]-εμπαγλιφλοζίνης σε υγιείς εθελοντές, ο καταμερισμός ερυθροκυττάρων ήταν περίπου 37% και η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν 86%.
Βιομετασχηματισμός Δεν ανιχνεύτηκαν μείζονες μεταβολίτες της εμπαγλιφλοζίνης στο ανθρώπινο πλάσμα. Οι πιο διαδεδομένοι μεταβολίτες ήταν τρία συζυγή γλυκουρονίδια (2-, 3- και 6-O γλυκουρονίδιο). In vitro μελέτες υποδηλώνουν ότι η κύρια οδός μεταβολισμού της εμπαγλιφλοζίνης στον άνθρωπο είναι η γλυκουρονιδίωση μέσω των 5’-διφωσφογλυκουρονοσυλτρανσφερασών της ουριδίνης UGT2B7, UGT1A3, UGT1A8 και UGT1A9.
Αποβολή Με βάση την ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού, η φαινόμενη τελική ημίσεια ζωή αποβολής της εμπαγλιφλοζίνης εκτιμήθηκε ότι είναι 12,4 ώρες και η φαινόμενη κάθαρση μετά από χορήγηση από του στόματος ήταν 10,6 l/ώρα. Με δοσολογικό σχήμα άπαξ ημερησίως, σταθερής κατάστασης συγκεντρώσεις πλάσματος της εμπαγλιφλοζίνης επιτεύχθηκαν στην πέμπτη δόση. Έως και 22% συσσώρευση, αναφορικά με την AUC πλάσματος παρατηρήθηκε σε σταθερή κατάσταση. Μετά από του στόματος χορήγηση διαλύματος εμπαγλιφλοζίνης επισημασμένης με [14C] σε υγιείς εθελοντές, περίπου το 96% της χορηγηθείσας με το φάρμακο ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα κόπρανα (41%) ή τα ούρα (54%). Το μεγαλύτερο μέρος της σχετιζόμενης με το φάρμακο ραδιενέργειας που ανακτήθηκε στα κόπρανα ήταν αμετάβλητο μητρικό φάρμακο και περίπου η μισή σχετιζόμενη με το φάρμακο ραδιενέργεια που απεκκρίθηκε στα ούρα ήταν αμετάβλητο μητρικό φάρμακο.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Νεφρική δυσλειτουργία: Σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή βαριά νεφρική δυσλειτουργία και σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια/νεφροπάθεια τελικού σταδίου (ESRD), η AUC της εμπαγλιφλοζίνης αυξήθηκε κατά περίπου 18%, 20%, 66% και 48% αντίστοιχα, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η φαινόμενη κάθαρση της εμπαγλιφλοζίνης μετά από του στόματος χορήγηση μειώθηκε με μείωση της κάθαρσης κρεατινίνης.
- Ηπατική δυσλειτουργία: Σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή βαριά ηπατική δυσλειτουργία, η AUC της εμπαγλιφλοζίνης αυξήθηκε κατά περίπου 23%, 47% και 75% και η Cmax κατά περίπου 4%, 23% και 48% αντίστοιχα, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.
- Δείκτης μάζας σώματος: Δεν είχε καμία κλινικά σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της εμπαγλιφλοζίνης.
- Φύλο: Δεν είχε καμία κλινικά σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της εμπαγλιφλοζίνης.
- Φυλή: Στην φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, η AUC εκτιμήθηκε ότι είναι 13,5% υψηλότερη σε Ασιάτες σε σύγκριση με μη Ασιάτες.
- Ηλικιωμένοι: Η ηλικία δεν είχε κλινικά σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της εμπαγλιφλοζίνης.
- Παιδιατρικός πληθυσμός: Οι φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές αποκρίσεις της εμπαγλιφλοζίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας ≥ 10 έως < 18 ετών ήταν συμβατές με εκείνες που απαντώνται στα ενήλικα άτομα.
Μετφορμίνη
Απορρόφηση Μετά από του στόματος δόση μετφορμίνης, ο Tmax επιτυγχάνεται σε 2,5 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του δισκίου υδροχλωρικής μετφορμίνης 500 mg ή 850 mg είναι περίπου 50-60% σε υγιή άτομα. Μετά από μία δόση από του στόματος, το μη απορροφηθέν κλάσμα που ανακτήθηκε στα κόπρανα ήταν 20 - 30%. Η φαρμακοκινητική της απορρόφησης της μετφορμίνης είναι κορέσιμη και ατελής. Στις συνιστώμενες δόσεις, οι συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 24 έως 48 ωρών και είναι γενικά κάτω του 1 μικρογραμμαρίου/ml. Σε κλινικές δοκιμές, τα μέγιστα επίπεδα μετφορμίνης στο πλάσμα (Cmax) δεν υπερέβησαν τα 5 μικρογραμμάρια/ml. Η τροφή μειώνει τον βαθμό της απορρόφησης της μετφορμίνης και την καθυστερεί ελαφρώς. Κατόπιν χορήγησης μιας δόσης 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης, παρατηρήθηκαν 40% χαμηλότερη Cmax, 25% μείωση στην AUC και 35 λεπτών παράταση του χρόνου έως τη Cmax. Η κλινική συνάφεια αυτών των μειώσεων δεν είναι γνωστή.
Κατανομή Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι αμελητέα. Η μετφορμίνη κατανέμεται στα ερυθροκύτταρα. Ο μέσος όγκος κατανομής (Vd) κυμαινόταν μεταξύ 63 - 276 l.
Βιομετασχηματισμός Η μετφορμίνη απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα. Δεν έχουν αναγνωριστεί μεταβολίτες στον άνθρωπο.
Αποβολή Η νεφρική κάθαρση της μετφορμίνης είναι > 400 ml/min, γεγονός που υποδεικνύει ότι η μετφορμίνη απεκκρίνεται με σπειραματική διήθηση και σωληναριακή απέκκριση. Μετά από δόση από του στόματος, η φαινόμενη τελική ημιζωή της αποβολής είναι περίπου 6,5 ώρες. Όταν η νεφρική λειτουργία είναι μειωμένη, η νεφρική κάθαρση μειώνεται και η ημιζωή της αποβολής παρατείνεται, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα μετφορμίνης στο πλάσμα.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Παιδιατρικός πληθυσμός: Σε μελέτη μονής δόσης, οι παιδιατρικοί ασθενείς κατέδειξαν παρόμοιο προφίλ φαρμακοκινητικής με ενήλικες. Σε μελέτη πολλαπλής δόσης, η Cmax και η AUC0-t ήταν περίπου 33% και 40% χαμηλότερη, αντίστοιχα, σε παιδιατρικούς ασθενείς σε σύγκριση με διαβητικούς ενήλικες, αλλά αυτό έχει περιορισμένη κλινική συνάφεια λόγω της εξατομικευμένης τιτλοποίησης της δόσης.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση, οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται σε περίπου 1,5 ώρα (Tmax). Στην κατάσταση ισορροπίας, η πλασματική AUC και Cmax ήταν 1870 nmol·h/L και 259 nmol/L, αντίστοιχα, μετά από θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη 10mg ημερησίως και 4740 nmol·h/L και 687 nmol/L, αντίστοιχα, μετά από θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη 25mg ημερησίως. Η χορήγηση με τροφή δεν επηρεάζει σημαντικά την απορρόφηση της εμπαγλιφλοζίνης.
Μετά από από του στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένης εμπαγλιφλοζίνης, περίπου το 41,2% της χορηγηθείσας δόσης βρέθηκε να απεκκρίνεται στα κόπρανα και 54,4% να απεκκρίνεται στα ούρα. Η πλειοψηφία της ραδιενέργειας στα κόπρανα οφειλόταν σε αμετάβλητο μητρικό φάρμακο, ενώ περίπου το ήμισυ της ραδιενέργειας στα ούρα οφειλόταν σε αμετάβλητο μητρικό φάρμακο.
Ο εκτιμώμενος φαινομενικός όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας είναι 73,8 L.
Η φαινομενική από του στόματος κάθαρση βρέθηκε να είναι 10,6 L/h βάσει ανάλυσης φαρμακοκινητικής του πληθυσμού.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
HDC1R2M35U
EMPAGLIFLOZIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Αναστολέας Συμμεταφορέα Νατρίου-Γλυκόζης 2
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Συμμεταφορέα Νατρίου-Γλυκόζης 2
Η εμπαγλιφλοζίνη είναι ένας Αναστολέας Συμμεταφορέα Νατρίου-Γλυκόζης 2. Ο μηχανισμός δράσης της εμπαγλιφλοζίνης είναι ως Αναστολέας Συμμεταφορέα Νατρίου-Γλυκόζης 2.
EMPAGLIFLOZIN
Αναστολείς Συμμεταφορέα Νατρίου-Γλυκόζης 2 [MoA]; Αναστολέας Συμμεταφορέα Νατρίου-Γλυκόζης 2 [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Β A10BK03ΣΔ τύπου 2 — Με αθηροσκληρωτική ΚΑ νόσο / ΚΑ ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: μείωση καρδιονεφρικού κινδύνου — ανεξάρτητα από την HbA1c
Δοσολογία: — · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β A10BK03ΣΔ τύπου 2 — Με αθηροσκληρωτική ΚΑ νόσο / ΚΑ ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: μείωση καρδιονεφρικού κινδύνου — ανεξάρτητα από την HbA1c
Δοσολογία: Empagliflozin/Dapagliflozin 10 mg — έναρξη σε eGFR > 20 · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β A10BK03ΣΔ τύπου 2 — Με αθηροσκληρωτική ΚΑ νόσο / ΚΑ ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: μείωση καρδιονεφρικού κινδύνου — ανεξάρτητα από την HbA1c
Δοσολογία: — · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΠΑΙΔ A10BK03ΣΔ σε παιδιά & εφήβους
- ΣΔτ1 (> 90% του παιδικού/εφηβικού ΣΔ) ή ΣΔτ2
Δοσολογία: Add-on · Συνεχής⚠ Σουλφονυλουρίες ΟΧΙ στην εφηβική ηλικία.
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ HFrEF-Foundation A10BK03HFrEF — Τέσσερις βασικές κατηγορίες (4 pillars)ΚΕ ≤ 40% — όλοι οι ασθενείς. Ταυτόχρονη έναρξη και τιτλοποίησηΔοσολογία: 10 mg ×1 · Δια βίου
-
ΒΗΜΑ HFmrEF A10BK03HFmrEF — Μέτρια μειωμένο κλάσμα εξώθησης (41–49%)ΚΕ 41–49%Δοσολογία: 10 mg ×1 · Συνεχής
-
ΒΗΜΑ HFpEF A10BK03HFpEF — Διατηρημένο κλάσμα εξώθησης (≥ 50%)ΚΕ ≥ 50% — δομική νόσος + αυξημένα νατριουρητικά πεπτίδιαΔοσολογία: 10 mg ×1 · Συνεχής