Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ G04BD08 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

SOLIFENACIN

Σολιφενασίνη

**Ενδείξεις:** Για τη θεραπεία της υπερδραστήριας ουροδόχου κύστης με συμπτώματα ακράτειας επιτακτικής ούρησης, επιτακτικής ούρησης και συχνουρίας.

Chemical structure of SOLIFENACIN

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
DrugBank

Ενδείξεις

expand_more
Ενδείξεις: Για τη θεραπεία της υπερδραστήριας ουροδόχου κύστης με συμπτώματα ακράτειας επιτακτικής ούρησης, επιτακτικής ούρησης και συχνουρίας.
medication
SPC-VALIREM

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από το στόμα
Χορήγηση:
μία φορά την ημέρα
Δόση έναρξης:
Ένα δισκίο Valirem (6+0,4) mg
  • Ενήλικες άρρενες, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων
    ΔόσηΈνα δισκίο Valirem (6+0,4) mg
    Μέγ. δόσηένα δισκίο Valirem (6+0,4) mg
    Το δισκίο πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο, άθικτο, χωρίς να συνθλίβεται ή να καταπίνεται. Μην σπάτε (θρυμματίζετε) το δισκίο.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Μέγ. δόσηένα δισκίο Valirem (6+0,4) mg
    Το Valirem μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης > 30 mL/min). Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30 mL/min) πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η μέγιστη ημερήσια δόση σε αυτούς τους ασθενείς είναι ένα δισκίο Valirem (6+0,4) mg (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Μέγ. δόσηένα δισκίο Valirem (6+0,4) mg
    Το Valirem μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh ≤ 7). Οι ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh 7-9) πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η μέγιστη ημερήσια δόση σε αυτούς τους ασθενείς είναι ένα δισκίο Valirem (6+0,4) mg. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh > 9), η χρήση του Valirem αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα μέτριους ή ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4
    Μέγ. δόσηένα δισκίο (6+0,4) mg
    Η μέγιστη ημερήσια δόση Valirem πρέπει να περιορίζεται σε ένα δισκίο (6+0,4) mg. Το Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα μέτριους ή ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, π.χ. βεραπαμίλη, κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, ιτρακοναζόλη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Δεν υπάρχει σχετική ένδειξη για χρήση του Valirem σε παιδιά και εφήβους.
block
SPC-VALIREM

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ες) ουσία(ες) ή κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Αιμοδιύλιση (βλ. Φαρμακοκινητικές)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και ταυτόχρονη λήψη ισχυρού αναστολέα του κυτοχρώματος P450 (CYP) 3A4, π.χ., κετοκοναζόλη (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και ταυτόχρονη λήψη ισχυρού αναστολέα του κυτοχρώματος CYP3A4, π.χ., κετοκοναζόλη (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Σοβαρές γαστρεντερικές παθήσεις (συμπεριλαμβανομένου του τοξικού μεγάκολου), μυασθένεια gravis ή γλαύκωμα κλειστής γωνίας ή κίνδυνος εμφάνισης αυτών των παθήσεων
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Ιστορικό ορθοστατικής υπότασης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
SPC-VALIREM

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Χρήση με προσοχή
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
    Το Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Χρήση με προσοχή
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κίνδυνο επίσχεσης ούρων
    Το Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Χρήση με προσοχή
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με αποφρακτικές γαστρεντερικές διαταραχές
    Το Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Χρήση με προσοχή
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κίνδυνο ελαττωμένης γαστρεντερικής κινητικότητας
    Το Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Χρήση με προσοχή
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κήλη οισοφαγικού τρήματος / γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση ή/και ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα (όπως διφωσφονικά) που μπορούν να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν οισοφαγίτιδα
    Το Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Χρήση με προσοχή
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με αυτόνομη νευροπάθεια
    Το Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Διάγνωση παθήσεων με παρόμοια συμπτώματα BPH
    Παρακολούθηση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Πρέπει να εξετάζονται ώστε να αποκλειστεί η παρουσία άλλων παθήσεων, που μπορεί να προκαλέσουν παρόμοια συμπτώματα με εκείνα της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη.
  • Άλλες αιτίες συχνής ούρησης
    Παρακολούθηση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτώματα συχνής ούρησης
    Άλλες αιτίες συχνής ούρησης (καρδιακή ανεπάρκεια ή νεφροπάθεια) πρέπει να αξιολογούνται πριν να ξεκινήσει η θεραπεία με Valirem.
  • Λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος
    Παρακολούθηση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος
    Αν μια λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος είναι παρούσα, κατάλληλη αντιβακτηριακή θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει.
  • Παράταση του διαστήματος QT και κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες κινδύνου, όπως προϋπάρχον σύνδρομο παρατεταμένου διαστήματος QT και υποκαλιαιμία, οι οποίοι υποβάλλονται σε θεραπεία με ηλεκτρική σολιφενασίνη.
    Έχουν παρατηρηθεί.
  • Αγγειοοίδημα με απόφραξη των αεραγωγών
    Σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λάμβαναν ηλεκτρική σολιφενασίνη και ταμσουλοσίνη.
    Εάν εμφανιστεί, το Valirem πρέπει να διακόπτεται και να μην επαναχορηγείται. Πρέπει να ληφθούν κατάλληλη θεραπεία ή/και μέτρα.
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με ηλεκτρική σολιφενασίνη.
    Σε ασθενείς που αναπτύσσουν αναφυλακτικές αντιδράσεις, το Valirem πρέπει να διακόπτεται και η κατάλληλη θεραπεία ή/και μέτρα πρέπει να ληφθούν.
  • Ορθοστατική υπόταση
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που αρχίζουν θεραπεία με Valirem
    Πρέπει να προειδοποιούνται να κάθονται ή να ξαπλώνουν με τα πρώτα σημεία της ορθοστατικής υπότασης (ζάλη, αδυναμία), έως ότου τα συμπτώματα εξαφανιστούν.
  • Διεγχειρητικό Σύνδρομο Χαλαρής Ίριδας (IFIS)
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση καταρράκτη ή γλαυκώματος και λαμβάνουν ή έχουν λάβει θεραπεία με υδροχλωρική ταμσουλοσίνη.
    Δεν συνιστάται έναρξη θεραπείας με Valirem σε ασθενείς για τους οποίους η χειρουργική επέμβαση καταρράκτη ή γλαυκώματος είναι προγραμματισμένη. Κατά τη διάρκεια της προεγχειρητικής αξιολόγησης, ο χειρούργος οφθαλμίατρος και η ομάδα οφθαλμιάτρων πρέπει να εξετάσουν εάν οι ασθενείς λαμβάνουν ή έχουν λάβει θεραπεία με Valirem προκειμένου να διασφαλιστεί ότι θα έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα για τη διαχείριση του IFIS κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης. Ανεπίσημα θεωρείται χρήσιμη η διακοπή της θεραπείας με Valirem 1-2 εβδομάδες πριν από τη χειρουργική επέμβαση, αλλά το όφελος δεν έχει τεκμηριωθεί.
  • Αλληλεπιδράσεις με αναστολείς CYP3A4 και CYP2D6
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Το Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με μέτριους και ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, π.χ., κετοκοναζόλη, σε ασθενείς με φτωχό μεταβολισμό του CYP2D6 ή που χρησιμοποιούν ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6, π.χ., παροξετίνη.
swap_horiz
SPC-VALIREM

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Άλλα φαρμακευτικά προϊόντα με αντιχολινεργικές ιδιότητες
    προσοχή
    πιο έντονες θεραπευτικές επιδράσεις και ανεπιθύμητες ενέργειες
    ΣύστασηΠρέπει να μεσολαβήσει ένα μεσοδιάστημα μιας περίπου εβδομάδας μετά τη διακοπή της θεραπείας με το Valirem, πριν την έναρξη οποιασδήποτε άλλης αντιχολινεργικής θεραπείας.
  • Αγωνιστές των χολινεργικών υποδοχέων
    προσοχή
    Η θεραπευτική επίδραση της σολιφενασίνης είναι δυνατόν να μειωθεί
  • Κετοκοναζόλη (ισχυρός αναστολέας του CYP3A4)
    προσοχή
    αύξηση κατά 1,4-και 2,0-φορές της Cmax και της AUC της σολιφενασίνης (200 mg/ημέρα) και αύξηση κατά 1,5-και 2,8-φορές της Cmax και της AUC της σολιφενασίνης (400 mg/ημέρα). Αύξηση κατά 2,2-και 2,8-φορές της Cmax και της AUC της ταμσουλοσίνης (400 mg/ημέρα).
    ΣύστασηΤο Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4.
  • Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, ιτρακοναζόλη)
    προσοχή
    αυξημένη έκθεση τόσο σε σολιφενασίνη όσο και σε ταμσουλοσίνη
    ΣύστασηΤο Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4.
  • Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 σε ασθενείς με φτωχό μεταβολισμό του CYP2D6 ή που χρησιμοποιούν ήδη ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6
    αντένδειξη
    αυξημένη έκθεση τόσο σε σολιφενασίνη όσο και σε ταμσουλοσίνη
    ΣύστασηΤο Valirem δεν πρέπει να χορηγείται σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 σε ασθενείς με φτωχό μεταβολισμό του CYP2D6 ή που χρησιμοποιούν ήδη ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6.
  • Βεραπαμίλη (μέτριος αναστολέας του CYP3A4)
    προσοχή
    αύξηση κατά περίπου 2,2-φορές της Cmax και της AUC της ταμσουλοσίνης και αύξηση κατά περίπου 1,6-φορές της Cmax και της AUC της σολιφενασίνης
    ΣύστασηΤο Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με μέτριους αναστολείς του CYP3A4.
  • Σιμετιδίνη (ασθενής αναστολέας του CYP3A4)
    αποδεκτή
    αύξηση κατά 1,44-φορές στην AUC της ταμσουλοσίνης, η Cmax δεν μεταβλήθηκε σημαντικά
    ΣύστασηΤο Valirem μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασθενείς αναστολείς του CYP3A4.
  • Παροξετίνη (ισχυρός αναστολέας του CYP2D6)
    αποδεκτή
    αύξηση στην Cmax και AUC της ταμσουλοσίνης κατά 1,3-και 1,6-φορές, αντίστοιχα
    ΣύστασηΤο Valirem μπορεί να χρησιμοποιηθεί με αναστολείς του CYP2D6.
  • Επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη)
    προσοχή
    μπορεί να μειώσει τη συγκέντρωση στο πλάσμα της σολιφενασίνης και της ταμσουλοσίνης
  • Η σολιφενασίνη μπορεί να μειώσει την επίδραση των φαρμακευτικών προϊόντων που διεγείρουν την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα
  • Φάρμακα που μεταβολίζονται από CYP1A1/2, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 ή 3Α4
    κανένα
    δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις μεταξύ σολιφενασίνης και φαρμάκων
  • R-βαρφαρίνη ή S-βαρφαρίνη
    κανένα
    Η πρόσληψη σολιφενασίνης δεν μετέβαλε τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της R-βαρφαρίνης ή της S-βαρφαρίνης ή την επίδρασή τους στο χρόνο προθρομβίνης.
  • κανένα
    Η πρόσληψη σολιφενασίνης δεν έδειξε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της διγοξίνης.
  • Άλλοι ανταγωνιστές των α1-αδρενεργικών υποδοχέων
    προσοχή
    θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποτασικές επιδράσεις
  • Διαζεπάμη, προπρανολόλη, τριχλωρομεθειαζίδιο, χλωρμαδινόνη, αμιτριπτυλίνη, δικλοφενάκη, γλιβενκλαμίδη, σιμβαστατίνη ή βαρφαρίνη
    κανένα
    το ελεύθερο κλάσμα της ταμσουλοσίνης στο ανθρώπινο πλάσμα δεν άλλαξε
  • Δικλοφενάκη και βαρφαρίνη (με ταμσουλοσίνη)
    προσοχή
    μπορεί να αυξήσουν το ρυθμό απομάκρυνσης της ταμσουλοσίνης
  • αποδεκτή
    προκαλεί πτώση των επιπέδων της ταμσουλοσίνης στο πλάσμα, αλλά καθώς τα επίπεδα παραμένουν εντός των φυσιολογικών ορίων
    Σύστασηη ταυτόχρονη χρήση είναι αποδεκτή.
  • Φάρμακα που μεταβολίζονται από CYP1A2, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 ή 3Α4
    κανένα
    δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις μεταξύ ταμσουλοσίνης και φαρμάκων
  • Ατενολόλη, εναλαπρίλη ή θεοφυλλίνη
    κανένα
    Δεν έχουν παρατηρηθεί αλληλεπιδράσεις
sick
SPC-VALIREM

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Ουρολοίμωξη
  • Κυστίτιδα
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλακτική αντίδραση
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
  • Υπερκαλιαιμία
Ψυχιατρικές
  • Ψευδαίσθηση
  • Συγχυτική κατάσταση
  • Παραλήρημα
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Υπνηλία
  • Δυσγευσία
  • Κεφαλαλγία
  • Συγκοπή
Οφθαλμικές
  • Θολή όραση
  • Διεγχειρητικό σύνδρομο χαλαρής ίριδας
  • Ξηροφθαλμία
  • Γλαύκωμα
  • Οπτική δυσλειτουργία
Καρδιά
  • Αίσθημα παλμών
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
  • Torsade de Pointes
  • Παράταση διαστήματος QT στο ΗΚΓ
  • Κολπική μαρμαρυγή
  • Αρρυθμία
  • Ταχυκαρδία
Αγγειακές
  • Ορθοστατική υπόταση
Αναπνευστικό
  • Ρινίτιδα
  • Ρινικό οίδημα
  • Δύσπνοια
  • Δυσφωνία
  • Επίσταξη
  • Ξηρότητα φάρυγγα
Γαστρεντερικό
  • Ξηροστομία
  • Δυσπεψία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ναυτία
  • Κοιλιακό άλγος
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Απόφραξη παχέος εντέρου
  • Ενσφήνωση κοπράνων
  • Ειλεός
  • Κοιλιακή δυσφορία
Ήπαρ
  • Διαταραχή ήπατος
Εργαστηριακές
  • Μη φυσιολογικές τιμές ηπατικής λειτουργίας
Δέρμα
  • Κνησμός
  • Ξηροδερμία
  • Εξάνθημα
  • Κνίδωση
  • Αγγειοοίδημα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
Μυοσκελετικό
  • Μυϊκή αδυναμία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Επίσχεση ούρων
  • Δυσκολία στην ούρηση
  • Νεφρική δυσλειτουργία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Διαταραχές εκσπερμάτισης, συμπεριλαμβανομένων παλίνδρομης εκσπερμάτωσης και αποτυχία εκσπερμάτωσης
Αναπαραγωγικό
  • Πριαπισμός
Γενικές
  • Κόπωση
  • Περιφερικό οίδημα
  • Εξασθένιση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Διαταραχές εκσπερμάτισης, συμπεριλαμβανομένων παλίνδρομης εκσπερμάτωσης και αποτυχία εκσπερμάτωσης
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Θολή όραση
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Δυσκολία στην ούρηση
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Επίσχεση ούρων
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κυστίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Ξηροδερμία
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ξηροφθαλμία
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ξηρότητα φάρυγγα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ρινικό οίδημα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Απόφραξη παχέος εντέρου
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Ενσφήνωση κοπράνων
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Πριαπισμός
    Αναπαραγωγικό
    Πολύ σπάνιες
  • Συγχυτική κατάσταση
    Ψυχιατρικές
    Πολύ σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Ψευδαίσθηση
    Ψυχιατρικές
    Πολύ σπάνιες
  • Torsade de Pointes
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Γλαύκωμα
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Διαταραχή ήπατος
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Διεγχειρητικό σύνδρομο χαλαρής ίριδας
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Δυσφωνία
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Ειλεός
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Κοιλιακή δυσφορία
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Κολπική μαρμαρυγή
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Μη φυσιολογικές τιμές ηπατικής λειτουργίας
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Οπτική δυσλειτουργία
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Παράταση διαστήματος QT στο ΗΚΓ
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Παραλήρημα
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Υπερκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-VALIREM

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Γονιμότητα
    Δεν έχει τεκμηριωθεί η επίδραση
    Μελέτες σε πειραματόζωα με σολιφενασίνη ή ταμσουλοσίνη δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιδράσεις στη γονιμότητα και την πρώιμη εμβρυϊκή ανάπτυξη. Έχουν παρατηρηθεί διαταραχές εκσπερμάτωσης σε βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες κλινικές μελέτες με ταμσουλοσίνη. Έχουν αναφερθεί συμβάματα διαταραχής εκσπερμάτωσης, παλίνδρομης εκσπερμάτωσης και αποτυχίας εκσπερμάτωσης στη μετεγκριτική φάση.
  • Κύηση
    Δεν ενδείκνυται
    Το Valirem δεν ενδείκνυται για χρήση σε γυναίκες.
  • Γαλουχία
    Δεν ενδείκνυται
    Το Valirem δεν ενδείκνυται για χρήση σε γυναίκες.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης: Η σολιφενακίνη είναι ανταγωνιστής των μουσκαρινικών υποδοχέων ακετυλοχολίνης. Η σύνδεση της ακετυλοχολίνης με αυτούς τους υποδοχείς, ιδιαίτερα με τον υποτύπο Μ3, παίζει κρίσιμο ρόλο στη συστολή του λείου μυός. Αποτρέποντας τη σύνδεση…
monitor_heart
SPC-VALIREM

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία ανταγωνιστές των α-αδρενεργικών υποδοχέων, κωδικός ATC: G04CA53 ### Μηχανισμός δράσης Το Valirem είναι ένα δισκίο συνδυασμού σταθερών δόσεων που περιέχει δύο δραστικές ουσίες, σολιφενασίνη και ταμσουλοσίνη. Τα φάρμακα αυτά…

biotech
SPC-VALIREM

Φαρμακοκινητική

expand_more

Συνδυασμός ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης Οι παρακάτω πληροφορίες παρουσιάζουν τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μετά από πολλαπλές δόσεις του συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης. Μία πολλαπλή δόση σε…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η σολιφενακίνη υφίσταται Ν-οξείδωση στον δακτύλιο της κινουκλιδίνης μέσω του κυτοχρώματος P450, αν και τα ακριβή ένζυμα δεν αποκαλύπτονται στη βιβλιογραφία. Ο τετραϋδροϊσοκινολονικός δακτύλιος υφίσταται 4R-υδροξυλίωση από τα CYP3A4, CYP1A1…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Οδός Απέκκρισης: Η κύρια οδός απέκκρισης είναι μέσω του CYP3A4· ωστόσο, υπάρχουν εναλλακτικές μεταβολικές οδοί.

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Καρδιακή λειτουργία · Πριν την έναρξη της θεραπείας
    Συχνή ούρηση
  • Νεφρική λειτουργία · Πριν την έναρξη της θεραπείας
    Συχνή ούρηση
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Διαφορική διάγνωση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Συμπτώματα BPH
Διαχείριση IFIS stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Προεγχειρητικά Προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση καταρράκτη ή γλαυκώματος με λήψη Valirem
Προεγχειρητική αξιολόγηση (Valirem) stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Προεγχειρητικά Προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση καταρράκτη ή γλαυκώματος με λήψη Valirem
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-VALIREM
expand_more

Ενήλικες άρρενες, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων

Ένα δισκίο Valirem (6+0,4) mg μία φορά την ημέρα από το στόμα με ή χωρίς τροφή. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι ένα δισκίο Valirem (6+0,4) mg. Το δισκίο πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο, άθικτο, χωρίς να συνθλίβεται ή να καταπίνεται. Μην σπάτε (θρυμματίζετε) το δισκίο.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία

Δεν έχει μελετηθεί η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης. Ωστόσο, η επίδραση στη φαρμακοκινητική των μεμονωμένων δραστικών ουσιών είναι γνωστή (βλ. Φαρμακοκινητικές). Το Valirem μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης > 30 mL/min). Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30 mL/min) πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η μέγιστη ημερήσια δόση σε αυτούς τους ασθενείς είναι ένα δισκίο Valirem (6+0,4) mg (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία

Δεν έχει μελετηθεί η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης. Ωστόσο, η επίδραση στη φαρμακοκινητική των μεμονωμένων δραστικών ουσιών είναι γνωστή (βλ. Φαρμακοκινητικές). Το Valirem μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh ≤ 7). Οι ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh 7-9) πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η μέγιστη ημερήσια δόση σε αυτούς τους ασθενείς είναι ένα δισκίο Valirem (6+0,4) mg. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh > 9), η χρήση του Valirem αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).

Μέτριοι και ισχυροί αναστολείς του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4

Η μέγιστη ημερήσια δόση Valirem πρέπει να περιορίζεται σε ένα δισκίο (6+0,4) mg. Το Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα μέτριους ή ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, π.χ. βεραπαμίλη, κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, ιτρακοναζόλη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν υπάρχει σχετική ένδειξη για χρήση του Valirem σε παιδιά και εφήβους.

block

Αντενδείξεις

SPC-VALIREM
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ες) ουσία(ες) ή κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
  • Ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία οι οποίοι, επίσης, λαμβάνουν ένα ισχυρό αναστολέα του CYP3A4, π.χ., κετοκοναζόλη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Οι ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία οι οποίοι επίσης λαμβάνουν ένα ισχυρό αναστολέα του CYP3A4, π.χ., κετοκοναζόλη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Ασθενείς με σοβαρές γαστρεντερικές παθήσεις (συμπεριλαμβανομένου του τοξικού μεγάκολου), μυασθένεια gravis ή γλαύκωμα κλειστής γωνίας και ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο να εμφανίσουν αυτές τις παθήσεις.
  • Ασθενείς με ιστορικό ορθοστατικής υπότασης.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-VALIREM
expand_more

Το Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με:

  • σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
  • κίνδυνο επίσχεσης ούρων
  • αποφρακτικές γαστρεντερικές διαταραχές
  • κίνδυνο ελαττωμένης γαστρεντερικής κινητικότητας
  • κήλη οισοφαγικού τρήματος / γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση ή/και ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα (όπως διφωσφονικά) που μπορούν να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν οισοφαγίτιδα
  • αυτόνομη νευροπάθεια

Ο ασθενής πρέπει να εξετάζεται ώστε να αποκλειστεί η παρουσία άλλων παθήσεων, που μπορεί να προκαλέσουν παρόμοια συμπτώματα με εκείνα της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη.

Άλλες αιτίες συχνής ούρησης (καρδιακή ανεπάρκεια ή νεφροπάθεια) πρέπει να αξιολογούνται πριν να ξεκινήσει η θεραπεία με Valirem. Αν μια λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος είναι παρούσα, κατάλληλη αντιβακτηριακή θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει.

Καρδιακές διαταραχές

Παράταση του διαστήματος QT και κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου, όπως προϋπάρχον σύνδρομο παρατεταμένου διαστήματος QT και υποκαλιαιμία, οι οποίοι υποβάλλονται σε θεραπεία με ηλεκτρική σολιφενασίνη.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

Αγγειοοίδημα με απόφραξη των αεραγωγών έχει αναφερθεί σε μερικούς ασθενείς που λάμβαναν ηλεκτρική σολιφενασίνη και ταμσουλοσίνη. Εάν εμφανιστεί αγγειοοίδημα, το Valirem πρέπει να διακόπτεται και να μην επαναχορηγείται. Κατάλληλη θεραπεία ή/και μέτρα πρέπει να ληφθούν.

Αναφυλακτική αντίδραση έχει αναφερθεί σε μερικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ηλεκτρική σολιφενασίνη. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν αναφυλακτικές αντιδράσεις, το Valirem πρέπει να διακόπτεται και η κατάλληλη θεραπεία ή/και μέτρα πρέπει να ληφθούν.

Ορθοστατική υπόταση

Όπως και με άλλους ανταγωνιστές των α1-αδρενεργικών υποδοχέων, μπορεί να συμβεί μείωση στην αρτηριακή πίεση σε μεμονωμένες περιπτώσεις κατά τη θεραπεία με ταμσουλοσίνη, ως αποτέλεσμα της οποίας μπορεί, σπάνια, να συμβεί συγκοπή. Οι ασθενείς που αρχίζουν θεραπεία με Valirem πρέπει να προειδοποιούνται να κάθονται ή να ξαπλώνουν με τα πρώτα σημεία της ορθοστατικής υπότασης (ζάλη, αδυναμία), έως ότου τα συμπτώματα εξαφανιστούν.

Χειρουργική επέμβαση καταρράκτη και γλαυκώματος

Το «Διεγχειρητικό Σύνδρομο Χαλαρής Ίριδας» (IFIS), μια παραλλαγή του συνδρόμου μικρής κόρης, έχει παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης καταρράκτη και γλαυκώματος σε μερικούς ασθενείς που είτε λάμβαναν είτε είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία με υδροχλωρική ταμσουλοσίνη. Το IFIS μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επιπλοκών στα μάτια κατά τη διάρκεια και μετά τη χειρουργική επέμβαση. Ως εκ τούτου, δεν συνιστάται έναρξη θεραπείας με Valirem σε ασθενείς για τους οποίους η χειρουργική επέμβαση καταρράκτη ή γλαυκώματος είναι προγραμματισμένη. Ανεπίσημα θεωρείται χρήσιμη η διακοπή της θεραπείας με Valirem 1-2 εβδομάδες πριν από τη χειρουργική επέμβαση καταρράκτη ή γλαυκώματος, αλλά το όφελος από τη διακοπή της θεραπείας δεν έχει τεκμηριωθεί. Κατά τη διάρκεια της προεγχειρητικής αξιολόγησης, ο χειρούργος οφθαλμίατρος και η ομάδα οφθαλμιάτρων πρέπει να εξετάσουν εάν οι ασθενείς που είναι προγραμματισμένοι για χειρουργική επέμβαση καταρράκτη ή γλαυκώματος λαμβάνουν ή έχουν λάβει θεραπεία με Valirem προκειμένου να διασφαλιστεί ότι θα έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα για τη διαχείριση του IFIS κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης.

Αλληλεπιδράσεις

Το Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με μέτριους και ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις) και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, π.χ., κετοκοναζόλη, σε ασθενείς με φτωχό μεταβολισμό του CYP2D6 ή που χρησιμοποιούν ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6, π.χ., παροξετίνη.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-VALIREM
expand_more

Η ταυτόχρονη χορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα με αντιχολινεργικές ιδιότητες μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα πιο έντονες θεραπευτικές επιδράσεις και ανεπιθύμητες ενέργειες. Πρέπει να μεσολαβήσει ένα μεσοδιάστημα μιας περίπου εβδομάδας μετά τη διακοπή της θεραπείας με το Valirem, πριν την έναρξη οποιασδήποτε άλλης αντιχολινεργικής θεραπείας. Η θεραπευτική επίδραση της σολιφενασίνης είναι δυνατόν να μειωθεί με ταυτόχρονη χορήγηση αγωνιστών των χολινεργικών υποδοχέων.

Αλληλεπιδράσεις με αναστολείς των CYP3A4 και CYP2D6

Η ταυτόχρονη χορήγηση της σολιφενασίνης με κετοκοναζόλη (έναν ισχυρό αναστολέα του CYP3A4) (200 mg/ημέρα) οδήγησε σε αύξηση κατά 1,4-και 2,0-φορές της Cmax και της περιοχής κάτω από την καμπύλη (AUC) της σολιφενασίνης, ενώ η κετοκοναζόλη σε δόση των 400 mg/ημέρα οδήγησε σε αύξηση κατά 1,5-και 2,8-φορές της Cmax και της AUC της σολιφενασίνης. Η ταυτόχρονη χορήγηση της ταμσουλοσίνης με κετοκοναζόλη σε δόση των 400 mg/ημέρα οδήγησε σε αύξηση κατά 2,2-και 2,8-φορές της Cmax και της AUC της ταμσουλοσίνης, αντίστοιχα. Δεδομένου ότι η συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, όπως η κετοκοναζόλη, η ριτοναβίρη, η νελφιναβίρη και η ιτρακοναζόλη μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση τόσο σε σολιφενασίνη όσο και σε ταμσουλοσίνη, το Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4. Το Valirem δεν πρέπει να χορηγείται σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 σε ασθενείς με φτωχό μεταβολισμό του CYP2D6 ή που χρησιμοποιούν ήδη ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6. Η ταυτόχρονη χορήγηση του Valirem με βεραπαμίλη (έναν μέτριο αναστολέα του CYP3A4) οδήγησε σε αύξηση κατά περίπου 2,2-φορές της Cmax και της AUC της ταμσουλοσίνης και σε αύξηση κατά περίπου 1,6-φορές της Cmax και της AUC της σολιφενασίνης. Το Valirem πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με μέτριους αναστολείς του CYP3A4. Η ταυτόχρονη χορήγηση της ταμσουλοσίνης με τον ασθενή αναστολέα του CYP3A4, τη σιμετιδίνη (400 mg κάθε 6 ώρες) οδήγησε σε αύξηση κατά 1,44-φορές στην AUC της ταμσουλοσίνης, ενώ η Cmax δεν μεταβλήθηκε σημαντικά. Το Valirem μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασθενείς αναστολείς του CYP3A4. Η ταυτόχρονη χορήγηση της ταμσουλοσίνης με τον ισχυρό αναστολέα του CYP2D6, την παροξετίνη, (20 mg/ημέρα) είχε ως αποτέλεσμα μια αύξηση στην Cmax και AUC της ταμσουλοσίνης κατά 1,3-και 1,6-φορές, αντίστοιχα. Το Valirem μπορεί να χρησιμοποιηθεί με αναστολείς του CYP2D6. Δεν έχει μελετηθεί η επίδραση της ενζυμικής επαγωγής στη φαρμακοκινητική της σολιφενασίνης και της ταμσουλοσίνης. Με δεδομένο ότι η σολιφενασίνη και η ταμσουλοσίνη μεταβολίζονται από το CYP3A4, οι φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις είναι δυνατές με επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη), γεγονός που μπορεί να μειώσει τη συγκέντρωση στο πλάσμα της σολιφενασίνης και της ταμσουλοσίνης.

Άλλες αλληλεπιδράσεις

Οι παρακάτω αναφορές αντικατοπτρίζουν τις διαθέσιμες πληροφορίες για τις επιμέρους δραστικές ουσίες.

  • Σολιφενασίνη

    • Η σολιφενασίνη μπορεί να μειώσει την επίδραση των φαρμακευτικών προϊόντων που διεγείρουν την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα, όπως η μετοκλοπραμίδη και η σισαπρίδη.
    • In vitro μελέτες με σολιφενασίνη έχουν δείξει ότι, σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις, η σολιφενασίνη δεν αναστέλλει τα κυτοχρώματα CYP1A1/2, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 ή 3Α4. Ως εκ τούτου, δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις μεταξύ σολιφενασίνης και φαρμάκων που μεταβολίζονται από αυτά τα ένζυμα του κυτοχρώματος CYP.
    • Η πρόσληψη σολιφενασίνης δεν μετέβαλε τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της R-βαρφαρίνης ή της S-βαρφαρίνης ή την επίδρασή τους στο χρόνο προθρομβίνης.
    • Η πρόσληψη σολιφενασίνης δεν έδειξε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της διγοξίνης.
  • Ταμσουλοσίνη

    • Η συγχορήγηση με άλλους ανταγωνιστές των α1-αδρενεργικών υποδοχέων θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποτασικές επιδράσεις.
    • In vitro, το ελεύθερο κλάσμα της ταμσουλοσίνης στο ανθρώπινο πλάσμα δεν άλλαξε με διαζεπάμη, προπρανολόλη, τριχλωρομεθειαζίδιο, χλωρμαδινόνη, αμιτριπτυλίνη, δικλοφενάκη, γλιβενκλαμίδη, σιμβαστατίνη ή βαρφαρίνη. Η ταμσουλοσίνη δεν αλλάζει το ελεύθερο κλάσμα της διαζεπάμης, προπρανολόλης, τριχλωρομεθειαζιδίου ή χλωρμαδινόνης. Η δικλοφενάκη και η βαρφαρίνη, ωστόσο, μπορεί να αυξήσουν το ρυθμό απομάκρυνσης της ταμσουλοσίνης.
    • Η συγχορήγηση με φουροσεμίδη προκαλεί πτώση των επιπέδων της ταμσουλοσίνης στο πλάσμα, αλλά καθώς τα επίπεδα παραμένουν εντός των φυσιολογικών ορίων, η ταυτόχρονη χρήση είναι αποδεκτή.
    • In vitro μελέτες με ταμσουλοσίνη έχουν δείξει ότι, σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις, η ταμσουλοσίνη δεν αναστέλλει τα κυτοχρώματα CYP1A2, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 ή 3Α4. Ως εκ τούτου, δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις μεταξύ ταμσουλοσίνης και φαρμάκων που μεταβολίζονται από αυτά τα ένζυμα του κυτοχρώματος CYP.
    • Δεν έχουν παρατηρηθεί αλληλεπιδράσεις όταν η ταμσουλοσίνη χορηγήθηκε ταυτόχρονα με ατενολόλη, εναλαπρίλη ή θεοφυλλίνη.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-VALIREM
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Γενικά, το Valirem μπορεί να προκαλέσει αντιχολινεργικές ανεπιθύμητες ενέργειες ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά την διάρκεια των κλινικών μελετών που πραγματοποιήθηκαν για την ανάπτυξη του συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης ήταν η ξηροστομία (9,5%), ακολουθούμενη από τη δυσκοιλιότητα (3,2%) και τη δυσπεψία (συμπεριλαμβανομένου του κοιλιακού άλγους, 2,4%). Άλλες συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η ζάλη (συμπεριλαμβανομένου του ιλίγγου, 1,4%), θολή όραση (1,2%), κόπωση (1,2%), και διαταραχές εκσπερμάτωσης (συμπεριλαμβανομένης της παλίνδρομης εκσπερμάτωσης, 1,5%). Η οξεία επίσχεση ούρων (0,3%, όχι συχνές) είναι η πιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια που έχει παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ηλεκτρική σολιφενασίνη/ υδροχλωρική ταμσουλοσίνη, σε κλινικές μελέτες.

Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών

Στον παρακάτω πίνακα η στήλη «Συχνότητα ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης» αντικατοπτρίζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια των διπλά τυφλών κλινικών μελετών που πραγματοποιήθηκαν για την ανάπτυξη του συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης (με βάση τις εκθέσεις των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τη θεραπεία που έχουν αναφερθεί από τουλάχιστον δύο ασθενείς και εμφανίστηκαν με συχνότητα μεγαλύτερη από ό, τι για το εικονικό φάρμακο σε διπλά τυφλές μελέτες).

Οι στήλες «Συχνότητα σολιφενασίνης» και «Συχνότητα ταμσουλοσίνης» αντικατοπτρίζουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που έχουν αναφερθεί στο παρελθόν με ένα από τα μεμονωμένα συστατικά (όπως παρουσιάζονται στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της σολιφενασίνης 5 mg και 10 mg και στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της ταμσουλοσίνης 0,4 mg αντίστοιχα), που μπορεί επίσης να προκύψουν κατά τη χορήγηση του συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης (μερικές από αυτές δεν έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης του συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης).

Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών ορίζεται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία οργάνου συστήματος (System Organ Class, SOC) /Προτιμώμενος όρος (Preferred Term, PT) Συχνότητα ΑΕ που παρατηρήθηκαν κατά την ανάπτυξη του ηλεκτρικής σολιφενασίνης/υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Ουρολοίμωξη Όχι συχνές
Κυστίτιδα Όχι συχνές
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Αναφυλακτική αντίδραση Μη γνωστές*
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Μειωμένη όρεξη Μη γνωστές*
Υπερκαλιαιμία Μη γνωστές*
Ψυχιατρικές διαταραχές
Ψευδαίσθηση Πολύ σπάνιες*
Συγχυτική κατάσταση Πολύ σπάνιες*
Παραλήρημα Μη γνωστές*
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Ζάλη Συχνές
Υπνηλία Όχι συχνές
Δυσγευσία Όχι συχνές
Κεφαλαλγία Σπάνιες*
Συγκοπή Όχι συχνές
Οφθαλμικές διαταραχές
Θολή όραση Συχνές
Διεγχειρητικό Σύνδρομο Χαλαρής Ίριδας (IFIS) Μη γνωστές**
Ξηροφθαλμία Όχι συχνές
Γλαύκωμα Μη γνωστές*
Οπτική δυσλειτουργία Μη γνωστές*
Καρδιακές διαταραχές
Αίσθημα παλμών Μη γνωστές*
Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsade de Pointes) Μη γνωστές*
Ηλεκτροκαρδιογράφημα, παράταση του διαστήματος QT Μη γνωστές*
Κολπική μαρμαρυγή Μη γνωστές*
Αρρυθμία Μη γνωστές*
Ταχυκαρδία Μη γνωστές*
Αγγειακές διαταραχές
Ορθοστατική υπόταση Όχι συχνές
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
Ρινίτιδα Όχι συχνές
Ρινικό οίδημα Όχι συχνές
Δύσπνοια Όχι συχνές
Δυσφωνία Μη γνωστές*
Επίσταξη Μη γνωστές*
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Ξηροστομία Συχνές
Δυσπεψία Συχνές
Δυσκοιλιότητα Συχνές
Ναυτία Συχνές
Κοιλιακό άλγος Συχνές
Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση Όχι συχνές
Διάρροια Όχι συχνές
Ξηρότητα του φάρυγγα Όχι συχνές
Έμετος Σπάνιες*
Απόφραξη του παχέος εντέρου Σπάνιες
Ενσφήνωση κοπράνων Σπάνιες
Ειλεός Μη γνωστές*
Κοιλιακή δυσφορία Μη γνωστές*
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Διαταραχή ήπατος Μη γνωστές*
Μη φυσιολογικές τιμές σε δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας Μη γνωστές*
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Κνησμός Όχι συχνές
Ξηροδερμία Όχι συχνές
Εξάνθημα Όχι συχνές
Κνίδωση Σπάνιες
Αγγειοοίδημα Πολύ σπάνιες
Σύνδρομο Stevens-Johnson Πολύ σπάνιες
Πολύμορφο ερύθημα Πολύ σπάνιες*
Αποφολιδωτική δερματίτιδα Μη γνωστές*
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Μυική αδυναμία Μη γνωστές*
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Επίσχεση ούρων*** Όχι συχνές
Δυσκολία στην ούρηση Όχι συχνές
Νεφρική δυσλειτουργία Μη γνωστές*
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Διαταραχές εκσπερμάτισης, συμπεριλαμβανομένων παλίνδρομης εκσπερμάτωσης και αποτυχία εκσπερμάτωσης Συχνές
Πριαπισμός Πολύ σπάνιες
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Κόπωση Συχνές
Περιφερικό οίδημα Όχι συχνές
Εξασθένιση Όχι συχνές
  • : Από αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Επειδή αυτά τα αυθόρμητα καταγεγραμμένα συμβάματα είναι από την παγκόσμια εμπειρία μετά την κυκλοφορία, η συχνότητα των συμβάντων και ο ρόλος της σολιφενασίνης ή ταμσουλοσίνης και η αιτιώδη συνάφειά τους δεν μπορεί να εκτιμηθούν με αξιοπιστία. ** : Από αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης καταρράκτη και γλαυκώματος. *** : Βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις.

Μακροπρόθεσμη ασφάλεια του συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης

Το προφίλ των ανεπιθύμητων επιδράσεων που παρατηρήθηκαν με τη θεραπεία έως 1 χρόνο ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στις μελέτες διάρκειας 12 εβδομάδων. Ο συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης είναι καλά ανεκτός και δεν έχουν συσχετιστεί ανεπιθύμητες ενέργειες με τη μακροχρόνια χρήση.

Περιγραφή των επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Για επίσχεση ούρων βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις.

Ηλικιωμένοι

Η θεραπευτική ένδειξη του Valirem, μέτρια έως σοβαρά συμπτώματα αποθήκευσης (επιτακτικότητα, συχνουρία) και ούρησης σχετιζόμενα με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη (BPH), είναι μια νόσος που επηρεάζει τους ηλικιωμένους άνδρες. Η κλινική ανάπτυξη του συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης έχει πραγματοποιηθεί σε ασθενείς 45-91 ετών, με μέσο όρο ηλικίας 65 ετών. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στον ηλικιωμένο πληθυσμό ήταν παρόμοιες με το νεότερο σε ηλικία πληθυσμό.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-VALIREM
expand_more

Γονιμότητα

Δεν έχει τεκμηριωθεί η επίδραση του Valirem στη γονιμότητα. Μελέτες σε πειραματόζωα με σολιφενασίνη ή ταμσουλοσίνη δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιδράσεις στη γονιμότητα και την πρώιμη εμβρυϊκή ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Έχουν παρατηρηθεί διαταραχές εκσπερμάτωσης σε βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες κλινικές μελέτες με ταμσουλοσίνη. Έχουν αναφερθεί συμβάματα διαταραχής εκσπερμάτωσης, παλίνδρομης εκσπερμάτωσης και αποτυχίας εκσπερμάτωσης στη μετεγκριτική φάση.

Εγκυμοσύνη και γαλουχία

Το Valirem δεν ενδείκνυται για χρήση σε γυναίκες.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-VALIREM
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

ανταγωνιστές των α-αδρενεργικών υποδοχέων, κωδικός ATC: G04CA53

Μηχανισμός δράσης

Το Valirem είναι ένα δισκίο συνδυασμού σταθερών δόσεων που περιέχει δύο δραστικές ουσίες, σολιφενασίνη και ταμσουλοσίνη. Τα φάρμακα αυτά έχουν ανεξάρτητους και συμπληρωματικούς μηχανισμούς δράσης στη θεραπεία των συμπτωμάτων από το κατώτερο ουροποιητικό (LUTS) που σχετίζονται με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη (BPH) και με συμπτώματα αποθήκευσης. Η σολιφενασίνη είναι ένας ανταγωνιστικός και εκλεκτικός ανταγωνιστής των μουσκαρινικών υποδοχέων και δεν έχει σχετική συγγένεια με διάφορους άλλους υποδοχείς, ένζυμα και με τους διαύλους ιόντων που εξετάστηκαν. Η σολιφενασίνη έχει την υψηλότερη συγγένεια με τους μουσκαρινικούς Μ3-υποδοχείς, ακολουθούμενη από εκείνη με τους μουσκαρινικούς Μ1- και Μ2-υποδοχείς. Η ταμσουλοσίνη είναι ένας ανταγωνιστής των α1-αδρενεργικών υποδοχέων (AR). Συνδέεται εκλεκτικά και ανταγωνιστικά με τους μετασυναπτικούς α1-αδρενεργικούς υποδοχείς, ειδικότερα στους υποτύπους α1A και α1D και είναι ένας ισχυρός ανταγωνιστής των ιστών του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Τα δισκία Valirem αποτελούνται από δύο δραστικές ουσίες με ανεξάρτητες και συμπληρωματικές επιδράσεις στα συμπτώματα από το κατώτερο ουροποιητικό (LUTS) που σχετίζονται με καλοήγη υπερπλασία του προστάτη (BPH) και με συμπτώματα αποθήκευσης:

  • Η σολιφενασίνη βελτιώνει προβλήματα στη λειτουργία της αποθήκευσης που σχετίζονται με μη-νευρωνικούς ενεργοποιημένους M3-υποδοχείς της ελεύθερης ακετυλοχολίνης στην κύστη. Η μη νευρωνική ελεύθερη ακετυλοχολίνη ευαισθητοποιεί την ουροθηλική αισθητήρια λειτουργία και εκδηλώνεται ως έπειξη για ούρηση και συχνοουρία.
  • Η ταμσουλοσίνη βελτιώνει τα συμπτώματα ούρησης (αυξάνει τον μέγιστο ρυθμό ροής ούρων), ανακουφίζοντας την απόφραξη μέσω χαλάρωσης του λείου μυός στον προστάτη, του αυχένα της κύστης και της ουρήθρας. Επίσης, βελτιώνει τα συμπτώματα αποθήκευσης.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης αποδείχθηκε σε μια πιλοτική μελέτη φάσης 3 σε ασθενείς με συμπτώματα από το κατώτερο ουροποιητικό (LUTS) που σχετίζονται με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη (BPH) και με συμπτώματα ούρησης (αποφρακτικά) και που βρίσκονται τουλάχιστον στο επόμενο επίπεδο συμπτωμάτων αποθήκευσης (ερεθιστικά): ≥ 8 ουρήσεις ανά 24 ώρες και ≥ 2 επεισόδια επιτακτικότητας ανά 24 ώρες.

Ο συνδυασμός ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης έδειξε στατιστικά σημαντικές βελτιώσεις από την αρχή έως το τέλος της μελέτης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε δύο κύρια τελικά σημεία, το συνολικό International Prostate Symptom Score (IPSS) και το Total Urgency και Frequency Score, και στα δευτερεύοντα τελικά σημεία της επιτακτικότητας, της συχνότητας ούρησης, του μέσου αποβαλλόμενου όγκου ούρων ανά ούρηση, της νυκτουρίας, την επιμέρους βαθμολογία του IPSS ούρησης, την επιμέρους βαθμολογία του IPSS αποθήκευσης, το IPSS ποιότητας ζωής (QoL), τη βαθμολογία Overactive Bladder questionnaire (OAB-q) και τη βαθμολογία OAB-q Health Related Quality of Life (HRQoL), συμπεριλαμβανομένων όλων των επιμέρους βαθμολογιών (την αντιμετώπιση, την ανησυχία, τον ύπνο και την κοινωνικότητα).

Ο συνδυασμός ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης έδειξε μεγαλύτερη βελτίωση συγκρινόμενο με τα δισκία ταμσουλοσίνης (Omnic Tocas) στη συνολική βαθμολογία επιτακτικότητας και συχνότητας ούρησης (Total Urgency και Frequency Score), καθώς και στη συχνότητα ούρησης, το μέσο αποβαλλόμενο όγκο ούρων ανά ούρηση και την επιμέρους βαθμολογία του IPSS αποθήκευσης. Αυτό συνοδεύτηκε από σημαντικές βελτιώσεις στα IPSS QoL και τη συνολική βαθμολογία περιλαμβανομένων όλων των υποβαθμολογιών των OAB-Q HRQoL. Επιπλέον, ο συνδυασμός ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης ήταν μη κατώτερος των δισκίων ταμσουλοσίνης (Omnic Tocas) επί του συνόλου IPSS (p <0,001), όπως αναμενόταν.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-VALIREM
expand_more

Συνδυασμός ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης

Οι παρακάτω πληροφορίες παρουσιάζουν τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μετά από πολλαπλές δόσεις του συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης. Μία πολλαπλή δόση σε σχετική μελέτη βιοδιαθεσιμότητας έδειξε ότι η χορήγηση συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης έχει ως αποτέλεσμα ανάλογη έκθεση με εκείνη της συγχορήγησης των ξεχωριστών δισκίων σολιφενασίνης και ταμσουλοσίνης (Omnic Tocas) της ίδιας δόσης.

Απορρόφηση

Μετά από πολλαπλές δόσεις του συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης, ο tmax της σολιφενασίνης κυμάνθηκε μεταξύ 4,27 ώρες και 4,76 ώρες σε διαφορετικές μελέτες, ο tmax της ταμσουλοσίνης κυμάνθηκε μεταξύ 3,47 ώρες και 5,65 ώρες. Οι αντίστοιχες τιμές Cmax της σολιφενασίνης κυμάνθηκαν μεταξύ 26,5 ng/mL και 32,0 ng/mL, ενώ η Cmax της ταμσουλοσίνης κυμάνθηκε μεταξύ 6,56 ng/mL και 13,3 ng/mL. Οι τιμές AUC της σολιφενασίνης κυμάνθηκαν μεταξύ 528 ng.h/mL και 601 ng.h/mL, και της ταμσουλοσίνης μεταξύ 97,1 ng.h/mL και 222 ng.h/mL. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της σολιφενασίνης είναι περίπου 90%, ενώ για την ταμσουλοσίνη υπολογίζεται να απορροφηθεί το 70% έως 79%. Σε μία μελέτη για την επίδραση της τροφής που χορηγήθηκε εφάπαξ δόση του συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης υπό συνθήκες νηστείας, μετά από ένα χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και χαμηλής θερμιδικής αξίας πρωινό και μετά από ένα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και υψηλής θερμιδικής αξίας πρωινό. Μετά από ένα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και υψηλής θερμιδικής αξίας πρωινό, παρατηρήθηκε μία αύξηση 54% στη Cmax για το συστατικό ταμσουλοσίνη του συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας, ενώ η AUC αυξήθηκε κατά 33%. Μια χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και χαμηλής θερμιδικής αξίας πρωινό δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της ταμσουλοσίνης. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του συστατικού σολιφενασίνη δεν επηρεάστηκαν ούτε από ένα χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και χαμηλής θερμιδικής αξίας πρωινό, ούτε από ένα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και υψηλής θερμιδικής αξίας πρωινό. Η ταυτόχρονη χορήγηση σολιφενασίνης και δισκίων ταμσουλοσίνης (Omnic Tocas) οδήγησε σε αύξηση 1,19-φορές της Cmax και σε αύξηση 1,24-φορές της AUC της ταμσουλοσίνης σε σύγκριση με την AUC των δισκίων ταμσουλοσίνης (Omnic Tocas) όταν χορηγήθηκαν ξεχωριστά. Δεν υπήρξε καμία ένδειξη για την επίδραση της ταμσουλοσίνης στη φαρμακοκινητική της σολιφενασίνης.

Αποβολή

Μετά από μια εφάπαξ χορήγηση του συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης, ο t1/2 της σολιφενασίνης κυμάνθηκε από 49,5 ώρες σε 53,0 ώρες και ο t1/2 της ταμσουλοσίνης από 12,8 ώρες σε 14,0 ώρες. Πολλαπλές δόσεις βεραπαμίλης 240 mg q.d. συγχορηγήθηκαν με τον συνδυασμό ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης με αποτέλεσμα μια αύξηση 60% στη Cmax και 63% στην AUC για τη σολιφενασίνη, ενώ για την ταμσουλοσίνη η Cmax αυξήθηκε κατά 115% και η AUC κατά 122%. Οι αλλαγές στη Cmax και την AUC δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση των δεδομένων της φάσης 3 έδειξε ότι η διακύμανση μεταξύ των ατόμων στη φαρμακοκινητική της ταμσουλοσίνης σχετίστηκε με τις διαφορές στην ηλικία, το ύψος και τις συγκεντρώσεις της α1-όξινης γλυκοπρωτεΐνης στο πλάσμα. Μια αύξηση στην ηλικία και την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη συσχετίστηκε με μία αύξηση στην AUC, ενώ μια αύξηση στο ύψος συσχετίστηκε με μία μείωση στην AUC. Οι ίδιοι παράγοντες οδήγησαν σε παρόμοιες αλλαγές στη φαρμακοκινητική της σολιφενασίνης. Επιπλέον, οι αυξήσεις στην γ-γλουταμυλοτρανσπεπτιδάση σχετίστηκαν με υψηλότερες τιμές AUC. Αυτές οι αλλαγές στην AUC δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Οι πληροφορίες από τις επιμέρους δραστικές ουσίες που χρησιμοποιούνται ως ενιαία οντότητα προϊόντων, ολοκληρώνουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Valirem:

  • Σολιφενασίνη

    Απορρόφηση

    Για τα δισκία σολιφενασίνης, ο tmax είναι ανεξάρτητος από τη δόση και εμφανίζεται 3 έως 8 ώρες μετά από πολλαπλές δόσεις. Η αύξηση των Cmax και AUC σε αναλογία με τη δόση κυμαίνεται μεταξύ 5 έως 40 mg. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 90%.

    Κατανομή

    Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της σολιφενασίνης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι περίπου 600 L. Περίπου το 98% τής σολιφενασίνης δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.

    Βιομετασχηματισμός

    Η σολιφενασίνη έχει χαμηλό φαινόμενο πρώτης διόδου, εφόσον μεταβολίζεται αργά. Η σολιφενασίνη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ, κυρίως από το CYP3A4. Ωστόσο, υπάρχουν εναλλακτικές μεταβολικές οδοί που μπορούν να συμβάλλουν στον μεταβολισμό της σολιφενασίνης. Η συστηματική κάθαρση της σολιφενασίνης είναι περίπου 9,5 L/h. Κατόπιν της από του στόματος χορήγησης της δόσης, ένας φαρμακολογικά δραστικός μεταβολίτης (4R-υδροξυ σολιφενασίνη) και τρεις ανενεργοί μεταβολίτες (N-γλυκουρονίδιο, Ν-οξείδιο και 4R-υδροξυλο-Ν-οξείδιο της σολιφενασίνης) έχουν ταυτοποιηθεί στο πλάσμα εκτός από τη σολιφενασίνη.

    Αποβολή

    Μετά από εφάπαξ χορήγηση 10 mg [14C-επισημασμένης]-σολιφενασίνης, περίπου το 70% της ραδιενέργειας ανιχνεύθηκε στα ούρα και το 23% στα κόπρανα, σε διάστημα 26 ημερών. Στα ούρα, περίπου το 11% της ραδιενέργειας ανακτάται ως αμετάβλητη δραστική ουσία, περίπου το 18% ως Ν-οξείδιο μεταβολίτης, το 9% ως 4R-υδροξυ-Ν-οξείδιο μεταβολίτης και το 8% ως 4R-υδροξυ μεταβολίτης (ενεργός μεταβολίτης).

  • Ταμσουλοσίνη

    Απορρόφηση

    Για δισκία ταμσουλοσίνης (Omnic Tocas), ο tmax επιτυγχάνεται 4 έως 6 ώρες μετά από πολλαπλές δόσεις των 0,4 mg/ημέρα. Οι Cmax και AUC αυξάνουν ανάλογα με τη δόση μεταξύ 0,4 και 1,2 mg. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα υπολογίζεται ότι είναι περίπου 57%.

    Κατανομή

    Ο όγκος κατανομής της ταμσουλοσίνης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι περίπου 16 L. Περίπου το 99% της ταμσουλοσίνης δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.

    Βιομετασχηματισμός

    Η ταμσουλοσίνη έχει χαμηλό φαινόμενο πρώτης διόδου, εφόσον μεταβολίζεται αργά. Η ταμσουλοσίνη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ, κυρίως από τα CYP3A4 και CYP2D6. Η συστηματική κάθαρση της ταμσουλοσίνης είναι περίπου 2,9 L/h. Η περισσότερη ταμσουλοσίνη είναι παρούσα στο πλάσμα, με τη μορφή αμετάβλητης δραστικής ουσία. Κανένας από τους μεταβολίτες δεν ήταν περισσότερο ενεργός από το αρχικό συστατικό.

    Αποβολή

    Μετά από μία εφάπαξ δόση 0,2 mg [14C-επισημασμένης]-ταμσουλοσίνης, μετά από 1 εβδομάδα περίπου το 76% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα και το 21% στα κόπρανα. Στα ούρα, περίπου το 9% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε ως αμετάβλητη ταμσουλοσίνη, περίπου το 16% ως θειικό άλας της ο-απομεθυλιωμένης ταμσουλοσίνης, και το 8% ως ο-αιθοξυφαινοξυ οξικό οξύ.

Χαρακτηριστικά σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών

Ηλικιωμένοι

Σε κλινικές φαρμακολογικές και βιοφαρμακευτικές μελέτες, η ηλικία των ατόμων κυμαινόταν μεταξύ 19 και 79 ετών. Μετά τη χορήγηση του συνδυασμού ηλεκτρικής σολιφενασίνης/ υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης, οι υψηλότερες μέσες τιμές έκθεσης βρέθηκαν σε ηλικιωμένα άτομα, αν και υπήρξε μια σχεδόν πλήρης επικάλυψη με μεμονωμένες τιμές που βρέθηκαν σε νεότερα άτομα. Αυτό επιβεβαιώθηκε από τα πληθυσμιακά δεδομένα της φαρμακοκινητικής ανάλυσης στη φάση 2 και 3. Το Valirem μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Νεφρική δυσλειτουργία

  • Valirem Το Valirem μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, αλλά πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική του Valirem δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Οι παρακάτω αναφορές αντικατοπτρίζουν τις διαθέσιμες πληροφορίες των μεμονωμένων συστατικών σχετικά με τη νεφρική δυσλειτουργία.

  • Σολιφενασίνη Οι AUC και Cmax της σολιφενασίνης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία δεν ήταν σημαντικά διαφορετικές από αυτές των υγιών εθελοντών. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30 ml/min), η έκθεση σε σολιφενασίνη ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από ό, τι στους ελέγχους, με αυξήσεις στη Cmax της τάξης του 30%, στην AUC πάνω από 100% και στον t1/2 πάνω από 60%. Μια στατιστικά σημαντική σχέση παρατηρήθηκε ανάμεσα στην κάθαρση της κρεατινίνης και στην κάθαρση της σολιφενασίνης. Η φαρμακοκινητική σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση δεν έχει μελετηθεί.

  • Ταμσουλοσίνη Η φαρμακοκινητική της ταμσουλοσίνης έχει συγκριθεί σε 6 ασθενείς με ήπια έως μέτρια (30 ≤ CrCl < 70 mL/min/1,73 m2) ή σοβαρή (< 30 mL/min/1,73 m2) νεφρική δυσλειτουργία και σε 6 υγιή άτομα (CrCl > 90 mL/min/1,73 m2). Ενώ μια αλλαγή στη συνολική συγκέντρωση της ταμσουλοσίνης στο πλάσμα παρατηρήθηκε ως αποτέλεσμα της μεταβαλλόμενης δέσμευσης με την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη, η συγκέντρωση της μη δεσμευμένης υδροχλωρικής ταμσουλοσίνης (δραστική), καθώς και η εγγενής κάθαρση, παρέμειναν σχετικά σταθερές. Ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου (CrCl < 10 mL/min/1,73 m2) δεν έχουν μελετηθεί.

Ηπατική δυσλειτουργία

  • Valirem Το Valirem μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, αλλά αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική του Valirem δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Οι παρακάτω αναφορές αντικατοπτρίζουν τις διαθέσιμες πληροφορίες των μεμονωμένων συστατικών σχετικά με την ηπατική δυσλειτουργία.

  • Σολιφενασίνη Σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh 7 έως 9), η Cmax δεν επηρεάστηκε, η AUC αυξήθηκε κατά 60% και ο t½ διπλασιάστηκε. Η φαρμακοκινητική της σολιφενασίνης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν έχει μελετηθεί.

  • Ταμσουλοσίνη Η φαρμακοκινητική της ταμσουλοσίνης έχει συγκριθεί σε 8 άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh 7 έως 9) και σε 8 υγιείς εθελοντές. Ενώ παρατηρήθηκε μια αλλαγή στη συνολική συγκέντρωση της ταμσουλοσίνης στο πλάσμα ως αποτέλεσμα της μεταβαλλόμενης δέσμευσης με την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη, η συγκέντρωση της μη δεσμευμένης ταμσουλοσίνης (δραστική) δεν μεταβλήθηκε σημαντικά με μόνο μια μέτρια (32%) αλλαγή στην εγγενή κάθαρση της μη δεσμευμένης ταμσουλοσίνης. Η ταμσουλοσίνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

45-68 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

98%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

90%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Κόπρανα
PubChem
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
154059
Μοριακός τύπος
C23H26N2O2
Μοριακό βάρος
362.5
IUPAC
[(3R)-1-azabicyclo[2.2.2]octan-3-yl] (1S)-1-phenyl-3,4-dihydro-1H-isoquinoline-2-carboxylate
InChIKey
FBOUYBDGKBSUES-VXKWHMMOSA-N
Κατάταξη MeSH

Κατηγοριοποίηση MeSH

Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ΑΚΕΤΥΛΧΟΛΙΝΗΣ ή εξωγενών αγωνιστών. Οι μουσκαρινικοί ανταγωνιστές έχουν εκτεταμένες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων των δράσεων στην ίριδα και τον ακτινωτό μυ του οφθαλμού, την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία, τις εκκρίσεις της αναπνευστικής οδού, το ΓΕΣ, και τους σιελογόνους αδένες, την κινητικότητα του ΓΕΣ, τον τόνο της ουροδόχου κύστης και το κεντρικό νευρικό σύστημα.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.