FUROSEMIDE
Φουροσεμίδη
Ισχυρά διουρητικά που εμποδίζουν την επαναρρόφηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle. Δρουν ταχέως (σε μια ώρα περίπου από το στόμα, και μισή ώρα ενδοφλεβίως) και η δράση τους διαρκεί περί τις 6 ώρες. Κυριότερη ένδειξη είναι το οξύ πνευμονικό …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-DEMEFUR
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Παρεντερική (ενδοφλέβια, ενδομυϊκή)
- Χορήγηση: Μία ή δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 20-40 mg DEMEFUR παρεντερικώς
- Τιτλοποίηση: Ανά 2ωρο επανάληψη της δόσης 20 mg, αύξηση της δόσης σε 80 mg ενδοφλεβίως (για οξύ πνευμονικό οίδημα), αύξηση της δόσης κατά 20 mg ανά διαστήματα δύο ωρών (για CHF, κίρρωση, νεφρική βλάβη)
-
Ενήλικες και νεαρά άτομα άνω των 15 ετώνΔόση20-40 mgΜέγ. δόση1500 mgΑρχική δόση παρεντερικώς. Επανάληψη 20 mg ανά 2ωρο μέχρι επιθυμητό αποτέλεσμα. Μία ή δύο φορές την ημέρα.
-
Ενήλικες με οξύ πνευμονικό οίδημαΔόση40 mgΜέγ. δόση80 mgΑρχικά 40 mg βραδέως ενδοφλεβίως. Αν δεν υπάρχει ικανοποιητικό αποτέλεσμα εντός 1 ώρας, αύξηση σε 80 mg ενδοφλεβίως.
-
Ενήλικες με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση ήπατος ή νεφρική βλάβη (όταν η χορήγηση από το στόμα δεν είναι δυνατή)Δόση20-40 mgΜέγ. δόση1500 mgΕνδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως. Αύξηση της δόσης κατά 20 mg ανά διαστήματα δύο ωρών, ωσότου επιτευχθεί η επιθυμητή διούρηση. Εφάπαξ ή σε δύο διαιρεμένες ημερήσιες δόσεις.
-
Βρέφη, παιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 15 ετώνΔόση1 mg/kg βάρους σώματοςΜέγ. δόση20 mgΓενικά από το στόμα. Παρεντερική χορήγηση μόνο σε επικίνδυνες για τη ζωή περιπτώσεις. Η μετάταξη σε από του στόματος αγωγή πρέπει να συντομεύεται.
-
Ασθενείς με σοβαρού βαθμού νεφρική ανεπάρκεια (κρεατινίνη ορού > 5 mg/dl)Ο ρυθμός έγχυσης να μην υπερβαίνει τα 2,5 mg φουροσεμίδης το λεπτό.
block
SPC-DEMEFUR
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη φουροσεμίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Υποογκαιμία ή αφυδάτωση
-
Ανουρία λόγω νεφρικής ανεπάρκειαςΠληθυσμόςΟι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στη φουροσεμίδη
-
Σοβαρή υποκαλιαιμία
-
Σοβαρή υπονατριαιμία
-
Κωματώδης και προκωματώδης κατάστασηΠληθυσμόςΠου έχει σχέση με ηπατική εγκεφαλοπάθεια
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΕξαιτίας της δηλητηρίασης από ηπατοτοξικά ή νεφροτοξικά φάρμακα
-
Θηλάζουσες
warning
SPC-DEMEFUR
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Απόφραξη της αποβολής των ούρωνΠληθυσμόςΑσθενείς με μερική απόφραξη της αποβολής των ούρων (π.χ. σε ασθενείς με διαταραχές κένωσης της ουροδόχου κύστης, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθρας)Να διασφαλίζεται η αποβολή των ούρων. Απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση, ειδικότερα κατά τα αρχικά στάδια της αγωγής.
-
Γενική παρακολούθησηΗ αγωγή με φουροσεμίδη απαιτεί τακτική ιατρική παρακολούθηση.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με υπότασηΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
Έντονη πτώση της αρτηριακής πιέσεωςΠληθυσμόςΑσθενείς σε ιδιαίτερο κίνδυνο λόγω έντονης πτώσης της αρτηριακής πιέσεως (π.χ. με σημαντική στένωση στεφανιαίων αρτηριών ή αγγείων εγκεφάλου)Ιδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
Σακχαρώδης διαβήτηςΠληθυσμόςΑσθενείς με λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτηΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
Ουρική αρθρίτιδαΠληθυσμόςΑσθενείς με ουρική αρθρίτιδαΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
Ηπατική ανεπάρκεια ή ηπατονεφρικό σύνδρομοΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική ανεπάρκεια ή ηπατονεφρικό σύνδρομο (π.χ. νεφρική βλάβη λειτουργικής αιτιολογίας συνοδευόμενη από βαριάς μορφής νόσο του ήπατος)Ιδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
ΥποπρωτεϊναιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με υποπρωτεϊναιμία συνοδευόμενη π.χ. από νεφρωσικό σύνδρομοΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση. Απαιτείται προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης (λόγω εξασθένησης δράσης φουροσεμίδης και ενίσχυσης ωτοτοξικότητας).
-
Νεφρασβέστωση / νεφρολιθίασηΠληθυσμόςΠρόωρα νεογνάΙδιαίτερη προσοχή ή/και μείωση της δόσης.
-
Συμπτωματική υπότασηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν υπόταση και ασθενείς με άλλες παθήσεις που συνιστούν κίνδυνο υπότασηςΙδιαίτερη προσοχή ή/και μείωση της δόσης.
-
Ανοιχτός αρτηριακός πόρος (PDA) και σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειαςΠληθυσμόςΝεογνάΗ φουροσεμίδη αυξάνει τη συχνότητα παραμονής ανοικτού του αρτηριακού πόρου (PDA) και επιπλέκει το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των νεογνών.
-
Διαταραχές ηλεκτρολυτών ή απώλεια υγρώνΠληθυσμόςΑσθενείς σε υψηλό κίνδυνο να εκδηλώσουν διαταραχές στην ισορροπία των ηλεκτρολυτών ή σε περίπτωση σημαντικής επιπλέον απώλειας υγρών (π.χ. λόγω εμέτων, διάρροιας ή έντονης εφίδρωσης)Απαιτείται ιδιαίτερα συχνός έλεγχος. Πρέπει να γίνεται αποκατάσταση της υποογκαιμίας ή της αφυδάτωσης, καθώς και οποιασδήποτε σημαντικής διαταραχής των ηλεκτρολυτών και της οξεοβασικής ισορροπίας. Αυτό δυνατόν να απαιτήσει παροδική διακοπή της φουροσεμίδης.
-
Παράλληλη χρήση με ρισπεριδόνηπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοια στους οποίους χορηγούνταν φουροσεμίδη και ρισπεριδόνηΘα πρέπει να δίνεται προσοχή και να εξετάζονται οι κίνδυνοι και τα οφέλη αυτού του συνδυασμού ή της συνθεραπείας με άλλα ισχυρά διουρητικά πριν την απόφαση για τη χρήση. Να αποφεύγεται η αφυδάτωση.
-
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΠιθανότητα παρόξυνσης ή ενεργοποίησης.
swap_horiz
SPC-DEMEFUR
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ένυδρη χλωράληαντένδειξηΑίσθημα καύσου, εφίδρωση, ανησυχία, ναυτία, αύξηση της αρτηριακής πίεσης, ταχυκαρδίαΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση
-
Αμινογλυκοσίδες και άλλα ωτοτοξικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΕνίσχυση ωτοτοξικότητας, μη ανατάξιμη βλάβηΣύστασηΝα χορηγούνται μόνο εφόσον επιβάλλεται από ιατρικής πλευράς
-
προσοχήΚίνδυνος ωτοτοξικής επίδρασης, ενίσχυση νεφροτοξικότηταςΣύστασηΦουροσεμίδη σε χαμηλές δόσεις (π.χ. 40 mg σε φυσιολογική νεφρική λειτουργία) και με θετικό ισοζύγιο υγρών
-
Άλατα λιθίουπαρακολούθησηΕλάττωση αποβολής λιθίου, αυξημένα επίπεδα λιθίου στον ορό, αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας (καρδιοτοξική και νευροτοξική επίδραση)ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση επιπέδων λιθίου
-
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (αναστολείς του ΜΕΑ)προσοχήΒαριάς μορφής υπόταση, επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας (συμπ. νεφρική ανεπάρκεια)ΣύστασηΔιακοπή χορήγησης φουροσεμίδης παροδικά ή μείωση δόσης για 3 ημέρες πριν την έναρξη/αύξηση δόσης αναστολέα ΜΕΑ
-
Ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙπροσοχήΒαριάς μορφής υπόταση, επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας (συμπ. νεφρική ανεπάρκεια)ΣύστασηΔιακοπή χορήγησης φουροσεμίδης παροδικά ή μείωση δόσης για 3 ημέρες πριν την έναρξη/αύξηση δόσης ανταγωνιστή υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ
-
προσοχήΑυξημένη θνησιμότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοιαΣύστασηΝα εξετάζονται οι κίνδυνοι και τα οφέλη του συνδυασμού
-
ΛεβοθυροξίνηπαρακολούθησηΑναστολή δέσμευσης θυρεοειδικών ορμονών στις πρωτεΐνες φορείς, αρχική παροδική αύξηση ελεύθερων θυρεοειδικών ορμονών, ακολουθούμενη από μείωση συνολικών θυρεοειδικών ορμονώνΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων θυρεοειδικής ορμόνης
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (συμπ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ)προσοχήΜείωση δράσης φουροσεμίδης. Σε αφυδάτωση/υποογκαιμία, οξεία νεφρική βλάβη
-
ΣαλικυλικάπροσοχήΑύξηση τοξικότητας σαλικυλικών
-
προσοχήΕξασθένηση δράσης φουροσεμίδης
-
προσοχήΑύξηση κινδύνου υποκαλιαιμίας
-
Σκευάσματα δακτυλίτιδαςπροσοχήΕνίσχυση τοξικότητας λόγω αλλαγών ηλεκτρολυτών (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία)
-
Φάρμακα που προκαλούν σύνδρομο παράτασης του διαστήματος QTπροσοχήΕνίσχυση τοξικότητας λόγω αλλαγών ηλεκτρολυτών (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία)
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες, διουρητικά ή άλλα φάρμακα με δυνατότητα μείωσης της αρτηριακής πίεσηςπροσοχήΠιο έντονη πτώση της αρτηριακής πίεσης
-
προσοχήΜείωση δράσης φουροσεμίδης. Η φουροσεμίδη μπορεί να μειώσει την αποβολή τους, αυξημένα επίπεδα στον ορό και αυξημένος κίνδυνος ανεπιθυμήτων ενεργειών
-
Αντιδιαβητικά φάρμακαπροσοχήΜείωση δράσης αντιδιαβητικών φαρμάκων
-
Συμπαθητικομιμητικά που αυξάνουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη)προσοχήΜείωση δράσης συμπαθητικομιμητικών
-
Μυοχαλαρωτικά τύπου κουραρίουπροσοχήΗ φουροσεμίδη ανταγωνίζεται τη δράση τους
-
ΣουκινυλχολίνηπροσοχήΗ φουροσεμίδη ενισχύει τη δράση της
-
προσοχήΗ φουροσεμίδη αυξάνει τις φαρμακολογικές ενέργειες της
-
Νεφροτοξικά φάρμακαπροσοχήΑύξηση της βλαπτικής επίδρασης στο νεφρό
-
Υψηλές δόσεις συγκεκριμένων κεφαλοσπορινώνπροσοχήΝεφρική δυσλειτουργία
-
Κυκλοσπορίνη ΑπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ουρικής αρθρίτιδας, δυσλειτουργία στην αποβολή ουρικού οξέος
-
ΡαδιοσκιαγραφικάπροσοχήΜεγαλύτερο ποσοστό επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς υψηλού κινδύνου που λάμβαναν φουροσεμίδη
-
προσοχήΣυνεργική δράση, έντονη διούρηση
-
Αλκοόλη, βαρβιτουρικά, ναρκωτικάπροσοχήΑύξηση κινδύνου πρόκλησης ορθοστατικής υπότασης
sick
SPC-DEMEFUR
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Διαταραχές των ηλεκτρολυτών (περιλαμβανομένων των συμπτωματικών) (Πολύ συχνές)
- Υποογκαιμία (Πολύ συχνές)
- Αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στο αίμα (Πολύ συχνές)
- Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων στο αίμα (Πολύ συχνές)
- Υποχλωραιμία (Συχνές)
- Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα (Συχνές)
- Αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα (Συχνές)
- Κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας (Συχνές)
- Μείωση της ανοχής στη γλυκόζη (Όχι συχνές)
- Έκδηλος λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης (Όχι συχνές)
- Υπασβεστιαιμία (Μη γνωστές)
- Αυξημένα επίπεδα ουρίας στο αίμα (Μη γνωστές)
- Μεταβολική αλκάλωση (Μη γνωστές)
- Ψευδο-σύνδρομο Bartter (Μη γνωστές)
- Αφυδάτωση
- Υπονατριαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Υπόταση (περιλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης) (Πολύ συχνές)
- Αγγειίτιδα (Σπάνιες)
- Θρόμβωση (Μη γνωστές)
- Αυξημένος όγκος ούρων (Συχνές)
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων (Σπάνιες)
- Αυξημένα επίπεδα νατρίου στα ούρα (Μη γνωστές)
- Αυξημένα επίπεδα χλωριδίου στα ούρα (Μη γνωστές)
- Κατακράτηση ούρων (Μη γνωστές)
- Νεφρασβέστωση/νεφρολιθίαση στα πρόωρα νεογνά (Μη γνωστές)
- Νεφρική βλάβη (Μη γνωστές)
- Ναυτία
- Διάρροια
- Εμετός (Σπάνιες)
- Οξεία παγκρεατίτιδα (Πολύ σπάνιες)
- Χολόσταση (Πολύ σπάνιες)
- Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών (Πολύ σπάνιες)
- Διαταραχές της ακοής (Όχι συχνές)
- Κώφωση (μερικές φορές μη αναστρέψιμη) (Όχι συχνές)
- Εμβοές των ώτων (Σπάνιες)
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Πομφολυγώδης δερματίτιδα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Πεμφιγοειδές
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Πορφύρα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- Εξανθήματα (Όχι συχνές)
- Αντίδραση από φωτοευαισθησία (Όχι συχνές)
- Σύνδρομο DRESS
- Σοβαρές αναφυλακτικές ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις (π.χ. με καταπληξία) (Σπάνιες)
- Παρόξυνση ή ενεργοποίηση του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου (Μη γνωστές)
- Ηπατική εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια (Συχνές)
- Λιποθυμία ή απώλεια της συνείδησης (Μη γνωστές)
- Παραισθησία
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Αιμοσυμπύκνωση (Συχνές)
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Ηωσινοφιλία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Απλαστική αναιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- Ραβδομυόλυση
- Αυξημένος κίνδυνος παραμονής ανοικτού αρτηριακού πόρου (στα πρόωρα νεογνά) (Μη γνωστές)
- Πυρετός
- Τοπικές αντιδράσεις (όπως άλγος) μετά την ενδομυϊκή ένεση (Μη γνωστές)
- Ξανθοψία (Μη γνωστές)
- Θρομβοφλεβίτις (Μη γνωστές)
- Υπεουριχαιμία (Μη γνωστές)
- Αζωθαιμία (Μη γνωστές)
- Αφυδάτωση (ιδιαίτερα σε υπερήλικες και τους καλοκαιρινούς μήνες) (Μη γνωστές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στο αίμαΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων στο αίμαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχές των ηλεκτρολυτών (περιλαμβανομένων των συμπτωματικών)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΥποογκαιμίαΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑιμοσυμπύκνωσηΑίμα
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα ουρικού οξέοςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένος όγκος ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΗπατική εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με ηπατοκυτταρική ανεπάρκειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚρίσεις ουρικής αρθρίτιδαςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποχλωραιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΈκδηλος λανθάνων σακχαρώδης διαβήτηςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ακοήςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξανθήματαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚώφωσηΑυτί
-
Όχι συχνέςΜείωση ανοχής στη γλυκόζηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεμφιγοειδέςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠομφολυγώδης δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕμβοές ώτωνΑυτί
-
ΣπάνιεςΕμετόςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠυρετόςΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένα επίπεδα τρανσαμινασώνΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΧολόστασηΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑζωθαιμίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑπώλεια συνείδησηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα νατρίου στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα ουρίαςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα χλωριδίου στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένος κίνδυνος παραμονής ανοικτού αρτηριακού πόρου (στα πρόωρα νεογνά)Συγγενείς και οικογενείς/γενετικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑφυδάτωση (ιδιαίτερα σε υπερήλικες και τους καλοκαιρινούς μήνες)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΘρόμβωσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΛιποθυμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜεταβολική αλκάλωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΝεφρασβέστωση/νεφρολιθίαση στα πρόωρα νεογνάΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΝεφρική βλάβηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΞανθοψίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠαρόξυνση συστηματικού ερυθηματώδους λύκουΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοπικές αντιδράσεις (όπως άλγος) μετά την ενδομυϊκή ένεσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΦαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΨευδοσύνδρομο BartterΜεταβολισμός
pregnant_woman
SPC-DEMEFUR
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση, εκτός και αν συντρέχουν σοβαροί ιατρικοί λόγοι και για μικρό χρονικό διάστημα. Η χρήση της φουροσεμίδης για τη θεραπεία του φυσιολογικού οιδήματος πρέπει να αποφεύγεται.Η φουροσεμίδη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα. Ενδέχεται να προκαλέσει εμβρυοπλακουντική ισχαιμία με κίνδυνο εμβρυϊκής υποτροφίας. Η αγωγή κατά την κύηση απαιτεί παρακολούθηση της ανάπτυξης του εμβρύου.
-
ΓαλουχίαΟι γυναίκες στις οποίες χορηγείται φουροσεμίδη, δεν θα πρέπει να θηλάζουν.Η φουροσεμίδη περνά στο μητρικό γάλα και είναι δυνατόν να αναστείλει τη γαλουχία.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-DEMEFUR
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-DEMEFUR
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | Τακτικός | — |
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | Πρόωρα νεογνά |
| Ουρία αίματος | water_dropΝεφρική λειτουργία | Τακτικός | — |
| Ασβέστιο ορού (Ca) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Τακτικός | Κατά τη διάρκεια θεραπείας, σε ασθενείς με κίνδυνο διαταραχών ηλεκτρολυτών ή απώλειας υγρών |
| Διττανθρακικά ορού (HCO₃⁻) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Τακτικός | Κατά τη διάρκεια θεραπείας, σε ασθενείς με κίνδυνο διαταραχών ηλεκτρολυτών ή απώλειας υγρών |
| Ισοζύγιο υγρών | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Τακτικός | Κατά τη διάρκεια θεραπείας, σε ασθενείς με κίνδυνο διαταραχών ηλεκτρολυτών ή απώλειας υγρών |
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Τακτικός | Κατά τη διάρκεια θεραπείας, σε ασθενείς με κίνδυνο διαταραχών ηλεκτρολυτών ή απώλειας υγρών |
| Χλώριο ορού (Cl⁻) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Τακτικός | Κατά τη διάρκεια θεραπείας, σε ασθενείς με κίνδυνο διαταραχών ηλεκτρολυτών ή απώλειας υγρών |
| Μεταβολισμός υδατανθράκων | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Τακτικός | — |
Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Υπερηχογράφημα νεφρών | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | — | Πρόωρα νεογνά |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-DEMEFUR
expand_more
Δοσολογία
Πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος. Η δόση πρέπει να καθορίζεται ατομικά με βάση την απόκριση του ασθενούς. Για να επιτευχθεί η καλύτερη αποτελεσματικότητα και για να κατασταλεί η αντιρρύθμιση, γενικά, προτιμάται η συνεχής έγχυση φουροσεμίδης συγκριτικά με τις επαναλαμβανόμενες ενέσεις εφόδου. Πριν την έναρξη της χορήγησης της φουροσεμίδης, η υπογκοαιμία, η υπόταση και οι οξεοβασικές και ηλεκτρολυτικές ανισορροπίες πρέπει να διορθωθούν.
Ενήλικες και νεαρά άτομα άνω των 15 ετών
Αν δεν υπάρχει συγκεκριμένη οδηγία, χορηγούνται αρχικά 20-40 mg DEMEFUR παρεντερικώς. Αν η διουρητική ανταπόκριση μετά τη χορήγηση των 20-40 mg DEMEFUR δεν είναι ικανοποιητική, επιτρέπεται η ανά 2ωρο επανάληψη της δόσης 20 mg, ωσότου επιτευχθεί το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Αυτή η εξατομικευμένα καθορισμένη δόση μπορεί να χορηγείται μία ή δύο φορές την ημέρα.
- Οξύ πνευμονικό οίδημα: Αρχικά χορηγούνται 40 mg DEMEFUR βραδέως ενδοφλεβίως. Αν δεν υπάρξει ικανοποιητικό αποτέλεσμα εντός μίας ώρας, αύξηση της δόσης σε 80 mg DEMEFUR ενδοφλεβίως.
- Θεραπεία συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, κίρρωσης ήπατος ή νεφρικής βλάβης, που συνοδεύονται από κατακράτηση υγρών όταν η χορήγηση από του στόματος δεν είναι δυνατή: 20-40 mg DEMEFUR ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως. Αύξηση της δόσης κατά 20 mg ανά διαστήματα δύο ωρών, ωσότου επιτευχθεί η επιθυμητή διούρηση. Η δόση αυτή χορηγείται εν συνεχεία εφάπαξ ή σε δύο διαιρεμένες ημερήσιες δόσεις.
Σε ενήλικες, η συνιστώμενη μέγιστη ημερήσια δόση χορήγησης της φουροσεμίδης είναι 1500 mg. Υψηλές δόσεις χορηγούνται υπό μορφή εγχύσεως με ρυθμό όχι μεγαλύτερο από 4 mg/min. Η συνέχιση της αγωγής εξαρτάται από την αποβολή και την υποκατάσταση υγρών καθώς και των ηλεκτρολυτικών απωλειών. Σε δηλητηριάσεις με οξέα ή βάσεις, η αλκαλοποίηση ή η οξινοποίηση των ούρων μπορεί να επαυξήσει τη διούρηση.
Βρέφη, παιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 15 ετών
Γενικά θα πρέπει να χορηγηθεί φουροσεμίδη από του στόματος. Η παρεντερική χορήγηση (στάγδην έγχυση) επιτρέπεται μόνον σε επικίνδυνες για τη ζωή περιπτώσεις. Για την παρεντερική χορήγηση ισχύει ο δοσολογικός κανόνας 1 mg/kg βάρους σώματος μέχρι τη μέγιστη ημερήσια δόση των 20 mg DEMEFUR. Η μετάταξη σε από του στόματος αγωγή πρέπει να συντομεύεται κατά το δυνατό.
Τρόπος χορήγησης
Η παρεντερική χορήγηση του DEMEFUR ενδείκνυται στις περιπτώσεις, στις οποίες η εντερική απορρόφηση είναι μειωμένη ή όταν επιδιώκεται η ταχεία αποβολή υγρών. Κατά την ενδοφλέβια χορήγηση DEMEFUR πρέπει να γίνεται η ένεση αργά, δεν επιτρέπεται η ταχύτητα χορήγησης να υπερβεί τα 4 mg ανά λεπτό. Σε ασθενείς με σοβαρού βαθμού νεφρική ανεπάρκεια (επίπεδα κρεατινίνης ορού > 5 mg/dl) συνιστάται ο ρυθμός έγχυσης να μην υπερβαίνει τα 2,5 mg φουροσεμίδης το λεπτό. Η ενδομυϊκή χορήγηση πρέπει να περιορίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου δεν είναι εφικτή ούτε η από του στόματος ούτε η ενδοφλέβια χορήγηση. Επισημαίνεται ότι η ενδομυϊκή ένεση δεν συνιστάται για την αγωγή οξέων καταστάσεων, όπως είναι το πνευμονικό οίδημα. Η διάρκεια της αγωγής καθορίζεται από τον ιατρό ανάλογα με το είδος και τη βαρύτητα της νόσου.
block
Αντενδείξεις
SPC-DEMEFUR
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
Η φουροσεμίδη δεν πρέπει να χορηγείται σε:
- Ασθενείς υπερευαίσθητους στη φουροσεμίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1). Ασθενείς αλλεργικοί στις σουλφοναμίδες (π.χ. σουλφοναμιδικά αντιμικροβιακά ή σουλφονυλουρίες) και γενικά στις θειαζίδες μπορεί να εμφανίσουν διασταυρούμενη ευαισθησία στη φουροσεμίδη.
- Ασθενείς με υποογκαιμία ή αφυδάτωση.
- Ασθενείς με ανουρία λόγω νεφρικής ανεπάρκειας οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στη φουροσεμίδη.
- Ασθενείς με σοβαρή υποκαλιαιμία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
- Ασθενείς με σοβαρή υπονατριαιμία.
- Ασθενείς σε κωματώδη και προκωματώδη κατάσταση που έχει σχέση με ηπατική εγκεφαλοπάθεια.
- Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια εξαιτίας της δηλητηρίασης από ηπατοτοξικά ή νεφροτοξικά φάρμακα.
- Θηλάζουσες.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-DEMEFUR
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις
Θα πρέπει να διασφαλίζεται η αποβολή των ούρων. Σε ασθενείς με μερική απόφραξη της αποβολής των ούρων (π.χ. σε ασθενείς με διαταραχές κένωσης της ουροδόχου κύστης, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθρας) η αυξημένη απέκκριση των ούρων μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει τα ενοχλήματα. Γι’ αυτό, απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών και ειδικότερα κατά τα αρχικά στάδια της αγωγής.
Η αγωγή με φουροσεμίδη απαιτεί τακτική ιατρική παρακολούθηση. Ιδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση απαιτείται σε:
- Ασθενείς με υπόταση.
- Ασθενείς οι οποίοι βρίσκονται σε ιδιαίτερο κίνδυνο λόγω έντονης πτώσης της αρτηριακής πιέσεως, π.χ. ασθενείς με σημαντική στένωση των στεφανιαίων αρτηριών ή των αιμοφόρων αγγείων που εφοδιάζουν τον εγκέφαλο.
- Ασθενείς με λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτη.
- Ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα.
- Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια ή ηπατονεφρικό σύνδρομο, π.χ. νεφρική βλάβη λειτουργικής αιτιολογίας συνοδευόμενη από βαριάς μορφής νόσο του ήπατος.
- Ασθενείς με υποπρωτεϊναιμία συνοδευόμενη π.χ. από νεφρωσικό σύνδρομο (δυνατόν να εξασθενήσει η δράση της φουροσεμίδης και να ενισχυθεί η ωτοτοξικότητά της). Απαιτείται προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης.
- Πρόωρα νεογνά (πιθανή εμφάνιση νεφρασβέστωσης/νεφρολιθίασης· θα πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία και να διεξάγεται υπερηχογράφημα των νεφρών).
Ιδιαίτερη προσοχή ή/και μείωση της δόσης απαιτείται σε:
- Συμπτωματική υπόταση που επιφέρει ζάλη, λιποθυμία ή απώλεια της συνείδησης μπορεί να εμφανιστεί σε ηλικιωμένους, ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν υπόταση και ασθενείς με άλλες παθήσεις που συνιστούν κίνδυνο υπότασης.
Επίσης αυξάνει τη συχνότητα παραμονής ανοικτού του αρτηριακού πόρου (PDA) και επιπλέκει το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των νεογνών.
Στη διάρκεια της θεραπείας συνιστάται ο προσεκτικός και τακτικός έλεγχος των ηλεκτρολυτών και ιδιαίτερα του καλίου, του ασβεστίου, των χλωριδίων, του δικαρβονικού και του ισοζυγίου υγρών. Ακόμη είναι απαραίτητος ο τακτικός έλεγχος κρεατινίνης και ουρίας στο αίμα. Πρέπει επίσης να ελέγχεται ο μεταβολισμός των υδατανθράκων.
Ιδιαίτερα συχνός έλεγχος απαιτείται σε ασθενείς που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο να εκδηλώσουν διαταραχές στην ισορροπία των ηλεκτρολυτών ή ακόμη σε περίπτωση σημαντικής επιπλέον απώλειας υγρών (π.χ. λόγω εμέτων, διάρροιας ή έντονης εφίδρωσης). Πρέπει να γίνεται αποκατάσταση της υποογκαιμίας ή της αφυδάτωσης, καθώς και οποιασδήποτε σημαντικής διαταραχής των ηλεκτρολυτών και της οξεοβασικής ισορροπίας. Αυτό δυνατόν να απαιτήσει παροδική διακοπή της φουροσεμίδης.
Παράλληλη χρήση με τη ρισπεριδόνη
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες της ρισπεριδόνης σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια, παρατηρήθηκε υψηλότερη θνησιμότητα σε ασθενείς στους οποίους χορηγούνταν φουροσεμίδη και ρισπεριδόνη. Παράλληλη χρήση της ρισπεριδόνης με άλλα διουρητικά (κυρίως θειαζιδικά διουρητικά σε χαμηλή δόση) δεν συσχετίστηκε με παρόμοια ευρήματα. Δεν έχει αναγνωριστεί παθοφυσιολογικός μηχανισμός ο οποίος να εξηγεί αυτό το εύρημα, και δεν παρατηρήθηκαν σταθερά ευρήματα ως προς την αιτία θανάτου. Εν τούτοις, θα πρέπει να δίνεται προσοχή και θα πρέπει να εξετάζονται οι κίνδυνοι και τα οφέλη αυτού του συνδυασμού ή της συνθεραπείας με άλλα ισχυρά διουρητικά πριν την απόφαση για τη χρήση. Δεν υπήρξε αυξημένη συχνότητα της θνησιμότητας σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα διουρητικά ως παράλληλη θεραπεία με τη ρισπεριδόνη. Ανεξάρτητα από τη θεραπεία, η αφυδάτωση ήταν ένας συνολικός παράγοντας κινδύνου για τη θνησιμότητα και θα πρέπει συνεπώς να αποφεύγεται σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια (βλ. Αντενδείξεις).
Υπάρχει πιθανότητα παρόξυνσης ή ενεργοποίησης του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου.
Φύσιγγες των 2 ml, 4 ml, 5 ml: Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φύσιγγα, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Φιαλίδιο των 25 ml: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει έως 93,25 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 4,67% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-DEMEFUR
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί
Σε μεμονωμένες περιπτώσεις μετά από ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης και εντός 24 ωρών από τη λήψη ένυδρης χλωράλης μπορεί να εμφανισθούν αίσθημα καύσου, εφίδρωση, ανησυχία, ναυτία, αύξηση της αρτηριακής πίεσης και ταχυκαρδία. Συνεπώς, δεν συνιστάται η συγχορήγηση φουροσεμίδης με ένυδρη χλωράλη. Η φουροσεμίδη είναι δυνατόν να ενισχύσει την ωτοτοξικότητα των αμινογλυκοσιδών και των άλλων ωτοτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων. Επειδή μπορεί να προκληθεί μη ανατάξιμη βλάβη, τα φάρμακα αυτά πρέπει να χορηγούνται με τη φουροσεμίδη μόνο εφόσον επιβάλλεται από ιατρικής πλευράς.
Προφυλάξεις κατά τη χρήση
Κατά τη συγχορήγηση της φουροσεμίδης με σισπλατίνη υπάρχει κίνδυνος ωτοτοξικής επίδρασης. Επιπλέον είναι δυνατόν να ενισχυθεί η νεφροτοξικότητα της σισπλατίνης στην περίπτωση που η φουροσεμίδη δεν χορηγείται σε χαμηλές δόσεις (π.χ. 40 mg σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία) και με θετικό ισοζύγιο υγρών όταν χορηγείται για να επιτευχθεί έντονη διούρηση κατά τη διάρκεια της αγωγής με σισπλατίνη. Η φουροσεμίδη ελαττώνει την αποβολή των αλάτων λιθίου και πιθανόν να προκαλέσει αυξημένα επίπεδα λιθίου στον ορό, καταλήγοντας σε αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας από το λίθιο, περιλαμβανομένου του αυξημένου κινδύνου καρδιοτοξικής και νευροτοξικής επίδρασης του λιθίου. Γι’ αυτό συνιστάται όπως παρακολουθούνται προσεκτικά τα επίπεδα λιθίου των ασθενών οι οποίοι λαμβάνουν το συνδυασμό. Σε ασθενείς στους οποίους χορηγούνται διουρητικά μπορεί να εμφανισθεί βαριάς μορφής υπόταση και επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, περιλαμβανομένων περιπτώσεων νεφρικής ανεπάρκειας, ειδικότερα όταν χορηγηθεί για πρώτη φορά αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (αναστολέας του ΜΕΑ) ή ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ ή για πρώτη φορά αυξημένη δόση. Είναι σκόπιμο να εξεταστεί η διακοπή της χορήγησης της φουροσεμίδης παροδικά ή τουλάχιστον η μείωση της δόσης για 3 ημέρες πριν από την έναρξη της αγωγής με κάποιο αναστολέα του ΜΕΑ ή κάποιο υποδοχέα της αγγειοτασίνης ΙΙ ή την αύξηση της δόσης αυτών. Ρισπεριδόνη: Θα πρέπει να δίνεται προσοχή και να εξετάζονται οι κίνδυνοι και τα οφέλη του συνδυασμού ή της συν-θεραπείας με φουροσεμίδη ή με άλλα ισχυρά διουρητικά πριν την απόφαση για τη χρήση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) σχετικά με την αυξημένη θνησιμότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια οι οποίοι λαμβάνουν παράλληλα ρισπεριδόνη. Λεβοθυροξίνη: Υψηλές δόσεις φουροσεμίδης μπορεί να αναστείλουν τη δέσμευση των θυρεοειδικών ορμονών στις πρωτεΐνες φορείς και ως εκ τούτου να οδηγήσουν σε μια αρχική παροδική αύξηση των ελεύθερων θυρεοειδικών ορμονών, ακολουθούμενη από μια ολική μείωση στα επίπεδα των συνολικών θυρεοειδικών ορμονών. Τα επίπεδα θυρεοειδικής ορμόνης πρέπει να παρακολουθούνται.
Να λαμβάνονται υπόψη
Η ταυτόχρονη χορήγηση με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, περιλαμβανομένου του ακετυλοσαλικυλικού οξέος, μπορεί να μειώσει τη δράση της φουροσεμίδης. Σε ασθενείς με αφυδάτωση ή υποογκαιμία τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα είναι δυνατόν να προκαλέσουν οξεία νεφρική βλάβη. Η τοξικότητα των σαλικυλικών είναι δυνατόν να αυξηθεί από τη φουροσεμίδη. Κατά τη συγχορήγηση με φαινυτοΐνη παρατηρήθηκε εξασθένηση της δράσης της φουροσεμίδης. Τα κορτικοστεροειδή, η καρβενοξολόνη, η γλυκύρριζα σε μεγάλη ποσότητα, καθώς και η παρατεταμένη χρήση καθαρτικών πιθανόν να αυξήσει τον κίνδυνο υποκαλιαιμίας. Η τοξικότητα ορισμένων άλλων φαρμάκων (π.χ. σκευάσματα δακτυλίτιδας και φάρμακα που προκαλούν σύνδρομο παράτασης του διαστήματος QT) μπορεί να ενισχυθεί από αλλαγές στις συγκεντρώσεις ηλεκτρολυτών (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία). Εάν αντιυπερτασικοί παράγοντες, διουρητικά ή άλλα φάρμακα με δυνατότητα μείωσης της αρτηριακής πίεσης χορηγούνται ταυτόχρονα με φουροσεμίδη, πρέπει να αναμένεται πιο έντονη πτώση της αρτηριακής πίεσης. Η προβενεσίδη, η μεθοτρεξάτη και άλλες ουσίες, όπως η φουροσεμίδη, που υφίστανται σημαντική απέκκριση από τα νεφρικά σωληνάρια πιθανόν να μειώνουν τη δράση της φουροσεμίδης. Αντιθέτως, η φουροσεμίδη μπορεί να μειώσει την αποβολή αυτών των φαρμάκων από τους νεφρούς. Σε περίπτωση αγωγής με υψηλές δόσεις (ιδιαίτερα κατά τη συγχορήγηση φουροσεμίδης με τα άλλα φάρμακα) μπορεί να προκληθούν αυξημένα επίπεδα στον ορό και αυξημένος κίνδυνος ανεπιθυμήτων ενεργειών λόγω της φουροσεμίδης ή εξαιτίας της συγχορηγούμενης αγωγής. Η δράση των αντιδιαβητικών φαρμάκων και των συμπαθητικομιμητικών που αυξάνουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη) μπορεί να μειωθεί. Η φουροσεμίδη ανταγωνίζεται τη δράση των μυοχαλαρωτικών τύπου κουραρίου και ενισχύει τη δράση της σουκινυλχολίνης. Επίσης αυξάνει τις φαρμακολογικές ενέργειες της θεοφυλλίνης. Η βλαπτική επίδραση των νεφροτοξικών φαρμάκων στο νεφρό μπορεί να αυξηθεί. Νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να εμφανιστεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αγωγή φουροσεμίδης με υψηλές δόσεις συγκεκριμένων κεφαλοσπορινών. Η συγχορήγηση κυκλοσπορίνης Α με φουροσεμίδη συνοδεύεται από αυξημένο κίνδυνο ουρικής αρθρίτιδας, δευτεροπαθώς της υπεουριχαιμίας που προκαλείται από τη φουροσεμίδη, καθώς και δυσλειτουργία στην αποβολή ουρικού οξέος από τους νεφρούς λόγω της κυκλοσπορίνης. Ασθενείς που είχαν αυξημένο κίνδυνο νεφροπάθειας από ραδιοσκιαγραφικά και αντιμετωπίζονταν θεραπευτικά με φουροσεμίδη εμφάνισαν μεγαλύτερο ποσοστό επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας αφότου έλαβαν ραδιοσκιαγραφικό υλικό έναντι των ασθενών υψηλού κινδύνου στους οποίους χορηγήθηκε ενδοφλεβίως μόνο ενυδάτωση πριν από τη λήψη ραδιοσκιαγραφικών. Η μετολαζόνη δρα συνεργικά με τη φουροσεμίδη και μπορεί να προκαλέσει έντονη διούρηση σε ασθενείς, που δεν ανταποκρίνονται στη φουροσεμίδη μόνη της. Ο κίνδυνος πρόκλησης ορθοστατικής υπότασης αυξάνει με σύγχρονη χορήγηση αλκοόλης, βαρβιτουρικών και ναρκωτικών.
Απουσία φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης φαρμάκου
Καμιά πληροφορία μέχρι σήμερα δεν θεωρήθηκε απαραίτητη.
Αλληλεπίδραση με εργαστηριακούς ή διαγνωστικούς ελέγχους
Καμιά πληροφορία μέχρι σήμερα δεν θεωρήθηκε απαραίτητη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-DEMEFUR
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι συχνότητες προέρχονται από βιβλιογραφικά δεδομένα μελετών όπου η φουροσεμίδη χρησιμοποιήθηκε συνολικά σε 1.387 ασθενείς, σε οποιαδήποτε δόση και ένδειξη. Στην περίπτωση κατά την οποία η κατηγορία συχνότητας για την ίδια ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν διαφορετική, επιλέχθηκε η κατηγορία υψηλότερης συχνότητας. Η ακόλουθη συχνότητα CIOMS χρησιμοποιήθηκε κατά περίπτωση: Πολύ συχνές ≥ 1/10, συχνές ≥ 1/100 έως < 1/10, όχι συχνές ≥ 1/1.000 έως < 1/100, σπάνιες ≥ 1/10.000 έως < 1/1.000, πολύ σπάνιες < 1/10.000, μη γνωστές: η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Πολύ συχνές: διαταραχές των ηλεκτρολυτών (περιλαμβανομένων των συμπτωματικών), αφυδάτωση και υποογκαιμία, ειδικότερα σε ηλικιωμένους ασθενείς, αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης και τριγλυκεριδίων στο αίμα.
- Συχνές: υπονατριαιμία, υποχλωραιμία, υποκαλιαιμία, αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα, αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα και κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας.
- Όχι συχνές: μείωση της ανοχής στη γλυκόζη. Ο λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να καταστεί έκδηλος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Μη γνωστές: υπασβεστιαιμία, υπομαγνησιαιμία, αυξημένα επίπεδα ουρίας στο αίμα, μεταβολική αλκάλωση, ψευδο-σύνδρομο Bartter στα πλαίσια κακής χρήσης ή/και μακροχρόνιας χρήσης της φουροσεμίδης.
Αγγειακές διαταραχές
- Πολύ συχνές (για την ενδοφλέβια έγχυση): Υπόταση, περιλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Σπάνιες: αγγειίτιδα.
- Μη γνωστές: θρόμβωση.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Συχνές: αυξημένος όγκος ούρων.
- Σπάνιες: διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων.
- Μη γνωστές:
- αυξημένα επίπεδα νατρίου στα ούρα, αυξημένα επίπεδα χλωριδίου στα ούρα, κατακράτηση ούρων (σε ασθενείς με μερική απόφραξη εκροής των ούρων, βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- νεφρασβέστωση/νεφρολιθίαση στα πρόωρα νεογνά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- νεφρική βλάβη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Όχι συχνές: ναυτία.
- Σπάνιες: εμετός, διάρροια.
- Πολύ σπάνιες: οξεία παγκρεατίτιδα.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Πολύ σπάνιες: χολόσταση, αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών.
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
- Όχι συχνές: διαταραχές της ακοής, παρ’ όλο που συνήθως είναι παροδικές, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική βλάβη, υποπρωτεϊναιμία (π.χ. σε νεφρωσικό σύνδρομο) και/ή όταν η ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης γίνεται πολύ γρήγορα. Περιπτώσεις κώφωσης, μερικές φορές μη αναστρέψιμες έχουν αναφερθεί μετά τη χορήγηση φουροσεμίδης από το στόμα ή ενδοφλεβίως.
- Σπάνιες: εμβοές των ώτων.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Όχι συχνές: κνησμός, κνίδωση, εξανθήματα, πομφολυγώδης δερματίτιδα, πολύμορφο ερύθημα, πεμφιγοειδές, αποφολιδωτική δερματίτιδα, πορφύρα, αντίδραση από φωτοευαισθησία.
- Μη γνωστές: σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) και φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS).
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Σπάνιες: σοβαρές αναφυλακτικές ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις (π.χ. με καταπληξία).
- Μη γνωστές: παρόξυνση ή ενεργοποίηση του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές: ηπατική εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια (βλ. Αντενδείξεις).
- Σπάνιες: παραισθησία. Γι’ αυτό επιβάλλεται τακτική παρακολούθηση της διούρησης και των ηλεκτρολυτών και ανάλογη διόρθωση τυχόν διαταραχών.
- Μη γνωστές: ζάλη, λιποθυμία ή απώλεια της συνείδησης, κεφαλαλγία.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Συχνές: αιμοσυμπύκνωση.
- Όχι συχνές: θρομβοπενία.
- Σπάνιες: λευκοπενία, ηωσινοφιλία.
- Πολύ σπάνιες: ακοκκιοκυτταραιμία, απλαστική αναιμία ή αιμολυτική αναιμία.
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Μη γνωστές: περιπτώσεις ραβδομυόλυσης έχουν αναφερθεί, συχνά στο πλαίσιο σοβαρής υποκαλιαιμίας (βλ. Αντενδείξεις).
Συγγενείς και οικογενείς/γενετικές διαταραχές
- Μη γνωστές: αυξημένος κίνδυνος παραμονής ανοικτού αρτηριακού πόρου στην περίπτωση που η φουροσεμίδη χορηγηθεί στα πρόωρα νεογνά κατά τις πρώτες εβδομάδες της ζωής τους.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Σπάνιες: πυρετός.
- Μη γνωστές: μετά την ενδομυϊκή ένεση, τοπικές αντιδράσεις όπως άλγος. Ξανθοψία, θρομβοφλεβίτις, υπεουριχαιμία, αζωθαιμία. Επίσης συχνή, ιδιαίτερα στους υπερήλικες και τους καλοκαιρινούς μήνες, είναι η αφυδάτωση.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-DEMEFUR
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η φουροσεμίδη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα. Η χρήση της φουροσεμίδης για τη θεραπεία του φυσιολογικού οιδήματος πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης καθώς ενδέχεται να προκαλέσει εμβρυοπλακουντική ισχαιμία με κίνδυνο εμβρυϊκής υποτροφίας. Δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση, εκτός και αν συντρέχουν σοβαροί ιατρικοί λόγοι και για μικρό χρονικό διάστημα. Η αγωγή κατά την κύηση απαιτεί παρακολούθηση της ανάπτυξης του εμβρύου.
Θηλασμός
Η φουροσεμίδη περνά στο μητρικό γάλα και είναι δυνατόν να αναστείλει τη γαλουχία. Οι γυναίκες στις οποίες χορηγείται φουροσεμίδη, δεν θα πρέπει να θηλάζουν.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-DEMEFUR
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: διουρητικά υψηλής οροφής (διουρητικά της αγκύλης), σουλφοναμίδες, απλές. Κωδικός ATC: C03CA01
Μηχανισμός δράσης
Η φουροσεμίδη {χημική ονομασία: 5-(αμινοσουλφονυλ)-4-χλωρο-2-[(2-φουρανυλμεθυλ) αμινο] βενζοϊκό οξύ; 4-χλωρο-N-φουρφουρυλ-5-σουλφαμυλ-ανθρανιλικό οξύ} είναι ένα διουρητικό της αγκύλης που δημιουργεί μια συγκριτικά ισχυρή και βραχείας διάρκειας διούρηση με ταχεία έναρξη. Η φουροσεμίδη παρεμποδίζει το σύστημα συν-μεταφοράς του Na+, K+ και 2Cl-, το οποίο είναι παρόν στην κυτταρική μεμβράνη του αυλού στο ευρύ ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle. Ως εκ τούτου η αποτελεσματικότητα της αλατοδιουρητικής δράσης της φουροσεμίδης εξαρτάται από τη συγκέντρωση της ουσίας που φθάνει στον αυλό του σωληνάριου μέσω της αντλίας οργανικών οξέων. Η διουρητική δράση επιτυγχάνεται με αναστολή της επαναπορρόφησης χλωριούχου νατρίου σε αυτό το τμήμα της αγκύλης του Henle. Ως επακόλουθο αυτού, η κλασματική αποβολή νατρίου μπορεί να φθάσει στο 35% της σπειραματικής διήθησης νατρίου. Τα δευτεροπαθή αποτελέσματα της αυξημένης αποβολής νατρίου είναι η αυξημένη απέκκριση ούρων (λόγω του ωσμωτικά δεσμευμένου ύδατος) και η αυξημένη απέκκριση καλίου από το αθροιστικό σωληνάριο. Επίσης αυξημένη είναι και η αποβολή ιόντων ασβεστίου και μαγνησίου. Η φουροσεμίδη διακόπτει το μηχανισμό παλίνδρομης αλληλορύθμισης του σπειράματος στο εγγύς εσπειραμένο σωληνάριο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει εξασθένηση της αλατοδιουρητικής δραστηριότητας. Η φουροσεμίδη προκαλεί δοσοεξαρτώμενη διέγερση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε καρδιακή ανεπάρκεια, η φουροσεμίδη προκαλεί άμεση μείωση του προφορτίου της καρδιάς μέσω διαστολής των φλεβών. Αυτή η πρώιμη αγγειακή δράση φαίνεται ότι έχει σχέση με τις προσταγλανδίνες και προϋποθέτει επαρκή νεφρική λειτουργία με δραστηριοποίηση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης και δεν επηρεάζεται η σύνθεση προσταγλανδινών. Επιπλέον η φουροσεμίδη λόγω της νατριουρητικής της δράσης ελαττώνει την αγγειακή αντιδραστικότητα στις κατεχολαμίνες, που εμφανίζεται αυξημένη στους υπερτασικούς ασθενείς. Το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα της φουροσεμίδης αποδίδεται στην αυξημένη αποβολή νατρίου, στον ελαττωμένο όγκο αίματος και στη μειωμένη ανταπόκριση των λείων μυϊκών ινών των αγγείων στα αγγειοσυσταλτικά ερεθίσματα.
Φαρμακοδυναμικά χαρακτηριστικά
Η έναρξη της διούρησης μετά την ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης επέρχεται εντός 15 λεπτών και μετά την από του στόματος χορήγηση εμφανίζεται εντός 1 ώρας. Σε υγιή άτομα που έλαβαν φουροσεμίδη (δόσεις μεταξύ 10-100 mg) εντοπίσθηκε δοσοεξαρτώμενη αύξηση στη διούρηση και νατριούρηση. Η διάρκεια δράσης είναι περίπου 3 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 20 mg φουροσεμίδης ενώ μετά από του στόματος χορήγηση 40 mg σε υγιή άτομα είναι 3-6 ώρες. Σε ασθενείς, η σχέση των ενδοσωληναριακών συγκεντρώσεων της αδέσμευτης (ελεύθερης) φουροσεμίδης (προσδιορίζεται χρησιμοποιώντας το ρυθμό απέκκρισης της φουροσεμίδης με τα ούρα) με το νατριουρητικό του αποτέλεσμα έχει τη μορφή καμπύλης τύπου S με ελάχιστο ρυθμό αποτελεσματικής απέκκρισης της φουροσεμίδης περίπου 10 mcg ανά λεπτό. Γι’ αυτό, η συνεχής έγχυση φουροσεμίδης είναι πιο αποτελεσματική από ό,τι οι επαναλαμβανόμενες ενέσεις εφόδου. Επιπλέον, πέρα από τη συγκεκριμένη δόση εφόδου του φαρμάκου, δεν υπάρχει σημαντική αύξηση στο αποτέλεσμα. Η δράση της φουροσεμίδης μειώνεται, εφόσον είναι μειωμένη η σωληναριακή απέκκριση ή η ενδοσωληναριακή δέσμευση του φαρμάκου με τη λευκωματίνη.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-DEMEFUR
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου στους ασθενείς προσδιορίζεται από διάφορους παράγοντες συμπεριλαμβανομένων και των συνοδών νόσων και μπορεί να μειωθεί σε ποσοστό μικρότερο από 30% (π.χ. σε νεφρωσικό σύνδρομο). Ο όγκος κατανομής της φουροσεμίδης είναι 0,1-0,2 1/kg βάρους σώματος. Ο όγκος κατανομής μπορεί να είναι μεγαλύτερος σε σχέση με το συνοδό νόσημα. Η φουροσεμίδη συνδέεται εκτεταμένα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό μεγαλύτερο από 98% και κυρίως με τη λευκωματίνη. Η φουροσεμίδη αποβάλλεται βασικά αναλλοίωτη, αρχικά μέσω απέκκρισης από το εγγύς σωληνάριο. Μετά από την ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης ποσοστό 60-70% της δόσης εκκρίνεται με τον ίδιο τρόπο. Ο γλυκουρονικός μεταβολίτης της φουροσεμίδης ο οποίος ανιχνεύεται στα ούρα ανέρχεται σε ποσοστό περίπου 10-20%. Η εναπομείνασα δόση αποβάλλεται με τα κόπρανα, πιθανώς μετά από χολική έκκριση. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της φουροσεμίδης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ανέρχεται περίπου σε 1-1,5 ώρα. Η φουροσεμίδη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η φουροσεμίδη διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό και μεταφέρεται αργά στο έμβρυο. Στο έμβρυο ή στο νεογνό ανευρίσκεται στις ίδιες συγκεντρώσεις όπως και στη μητέρα.
Νεφρική νόσος
Σε νεφρική ανεπάρκεια, η αποβολή της φουροσεμίδης επιβραδύνεται και ο χρόνος ημιζωής επιμηκύνεται. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής σε ασθενείς με βαριάς μορφής νεφρική ανεπάρκεια ανέρχεται μέχρι και 24 ώρες. Σε νεφρωσικό σύνδρομο οι μειωμένες συγκεντρώσεις πρωτεΐνης στο πλάσμα οδηγούν σε αυξημένες συγκεντρώσεις αδέσμευτης (ελεύθερης) φουροσεμίδης. Από την άλλη πλευρά, η δραστικότητα της φουροσεμίδης μειώνεται σε αυτούς τους ασθενείς λόγω δέσμευσης με την ενδοσωληναριακή λευκωματίνη και την ελαττωμένη σωληναριακή απέκκριση. Η φουροσεμίδη απομακρύνεται ελάχιστα μέσω αιμοδιύλισης, περιτοναϊκής διύλισης και CAPD (Continuous Ambulatory Peritoneal Dialysis).
Ηπατική ανεπάρκεια
Σε ηπατική ανεπάρκεια, ο χρόνος ημίσειας ζωής της φουροσεμίδης αυξάνεται σε ποσοστό 30-90%, βασικά λόγω του μεγαλύτερου όγκου κατανομής. Επιπλέον, σε αυτή την ομάδα ασθενών υπάρχει ευρεία παρέκκλιση σε όλες τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους.
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βαριάς μορφής υπέρταση, ηλικιωμένοι
Η αποβολή της φουροσεμίδης επιβραδύνεται λόγω της μειωμένης νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βαριάς μορφής υπέρταση ή σε ηλικιωμένους.
Πρόωρα και πλήρους κυήσεως νεογνά
Η αποβολή της φουροσεμίδης είναι δυνατόν να επιβραδυνθεί σε εξάρτηση με την ωρίμανση των νεφρών. Ο μεταβολισμός του φαρμάκου μειώνεται επίσης στην περίπτωση που είναι μειωμένη η ικανότητα γλουκουρογένεσης του εμβρύου. Στα βρέφη, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι λιγότερο από 12 ώρες σε ηλικία μεγαλύτερη των 33 εβδομάδων μετά τη γονιμοποίηση. Σε βρέφη ηλικίας 2 μηνών και μεγαλύτερα, η τελική κάθαρση είναι η ίδια με αυτή των ενηλίκων.
ΕΟΦ · 2.2.2
Διουρητικά της αγκύλης
expand_more
Διουρητικά της αγκύλης
Ισχυρά διουρητικά που εμποδίζουν την επαναρρόφηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle.
Δρουν ταχέως (σε μια ώρα περίπου από το στόμα, και μισή ώρα ενδοφλεβίως) και η δράση τους διαρκεί περί τις 6 ώρες.
Κυριότερη ένδειξη είναι το οξύ πνευμονικό οίδημα. Επίσης οιδήματα που δεν ανταποκρίνονται σε ηπιότερα διουρητικά. Χορηγούνται συνήθως διαλειπόντως. Η διούρηση που προκαλούν είναι συνάρτηση της δόσης τους. Σε νεφρική ανεπάρκεια ενδέχεται να απαιτηθούν δόσεις ως και 10πλάσιες από τις συνηθισμένες.
Οι συνηθέστερες ανεπιθύμητες ενέργειες των διουρητικών της αγκύλης είναι όμοιες με των θειαζιδικών: αφυδάτωση, υπονατριαιμία, υποκαλιαιμία, ουραιμία, υπερουριχαιμία, υπεργλυκαιμία. Είναι δυνατόν να προκαλέσουν επίσχεση ούρων σε ασθενείς με υπερτροφία προστάτου. Τούτο είναι λιγότερο πιθανό να συμβεί όταν χορηγούνται λιγότερο δραστικά διουρητικά.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η φουροσεμίδη αντιμετωπίζει την υπέρταση και το οίδημα που σχετίζονται με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση και νεφρική νόσο, συμπεριλαμβανομένου του νεφρωτικού συνδρόμου. Η φουροσεμίδη είναι ένα ισχυρό διουρητικό της αγκύλης που αυξάνει την απέκκριση Na+ και νερού από τους νεφρούς, αναστέλλοντας την επαναρρόφησή τους από τα εγγύς και άπω σωληνάρια, καθώς και από την αγκύλη του Henle. Δρα άμεσα στα κύτταρα του νεφρώνα και τροποποιεί έμμεσα το περιεχόμενο του νεφρικού διηθήματος. Τελικά, η φουροσεμίδη αυξάνει την διούρηση από τον νεφρό. Η πρωτεϊνικά συνδεδεμένη φουροσεμίδη φτάνει στον τόπο δράσης της στα νεφρά και απεκκρίνεται μέσω ενεργού έκκρισης από μη ειδικούς οργανικούς μεταφορείς που εκφράζονται στην αυλική πλευρά του τόπου δράσης.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η έναρξη της διουρητικής δράσης είναι περίπου 1 έως 1,5 ώρα, και η μέγιστη δράση επιτυγχάνεται εντός των πρώτων 2 ωρών. Η διάρκεια δράσης μετά από από του στόματος χορήγηση είναι περίπου 4-6 ώρες, αλλά μπορεί να διαρκέσει έως 8 ώρες. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η έναρξη της δράσης είναι εντός 5 λεπτών και η μέγιστη δράση επιτυγχάνεται εντός 30 λεπτών. Η διάρκεια δράσης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι περίπου 2 ώρες. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, η έναρξη της δράσης είναι κάπως καθυστερημένη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η φουροσεμίδη προάγει τη διούρηση αναστέλλοντας την σωληνική επαναρρόφηση νατρίου και χλωρίου στα εγγύς και άπω σωληνάρια, καθώς και στην παχιά ανιούσα αγκύλη του Henle. Αυτή η διουρητική δράση επιτυγχάνεται μέσω ανταγωνιστικής αναστολής των συν-μεταφορέων νατρίου-καλίου-χλωρίου (NKCC2) που εκφράζονται κατά μήκος αυτών των σωληναρίων στο νεφρώνα, εμποδίζοντας τη μεταφορά ιόντων νατρίου από την αυλική πλευρά προς τη βασολατερική πλευρά για επαναρρόφηση. Αυτή η αναστολή οδηγεί σε αυξημένη απέκκριση νερού μαζί με ιόντα νατρίου, χλωρίου, μαγνησίου, ασβεστίου, υδρογόνου και καλίου. Όπως και με άλλα διουρητικά της αγκύλης, η φουροσεμίδη μειώνει την απέκκριση ουρικού οξέος.
Η φουροσεμίδη ασκεί άμεσες αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις, οι οποίες οδηγούν στη θεραπευτική της αποτελεσματικότητα στη θεραπεία της οξείας πνευμονικής οιδήματος. Η αγγειοδιαστολή οδηγεί σε μειωμένη ανταπόκριση σε αγγειοσυσπαστικά, όπως η αγγειοτενσίνη ΙΙ και η νοραδρεναλίνη, και μειωμένη παραγωγή ενδογενών νατριουρητικών ορμονών με αγγειοσυσπαστικές ιδιότητες. Οδηγεί επίσης σε αυξημένη παραγωγή προσταγλανδινών με αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες. Η φουροσεμίδη μπορεί επίσης να ανοίξει τους διαύλους καλίου σε αρτηρίες αντίστασης. Ο κύριος μηχανισμός δράσης της φουροσεμίδης είναι ανεξάρτητος από την ανασταλτική της δράση στην ανθρακική ανυδράση και την αλδοστερόνη.
Αν και τόσο in vivo όσο και in vitro μελέτες έχουν δείξει αντισπασμωδική δράση του διουρητικού της αγκύλης φουροσεμίδης, ο ακριβής μηχανισμός πίσω από αυτήν τη δράση παραμένει αντικείμενο συζήτησης. Η τρέχουσα μελέτη διερευνά την επίδραση της φουροσεμίδης στην επαγόμενη από Cs επιληπτομορφική δραστηριότητα (Cs-FP) που προκαλείται στην περιοχή CA1 τομών ιππόκαμπου αρουραίου παρουσία Cs+ (5mM) και ανταγωνιστών ιονοτροπικών γλουταμινεργικών και GABAεργικών υποδοχέων. Δεδομένου ότι αυτό το μοντέλο αποκλίνει σε αρκετές πτυχές από άλλα μοντέλα επιληψίας, μπορεί να προσφέρει νέα κατανόηση του μηχανισμού πίσω από την αντισπασμωδική δράση της φουροσεμίδης. Η παρούσα μελέτη δείχνει ότι η φουροσεμίδη καταστέλλει την Cs-FP με δοσοεξαρτώμενο τρόπο, με σχεδόν πλήρη αναστολή σε συγκεντρώσεις = 1,25 mM. Δεδομένου ότι η φουροσεμίδη στοχεύει σε διάφορους τύπους ιοντικών μεταφορέων, εξετάσαμε την επίδραση πιο εκλεκτικών ανταγωνιστών. Η Μπουμετανίδη (20 μM), η οποία αναστέλλει εκλεκτικά τον συν-μεταφορέα Na-K-2Cl (NKCC1), δεν είχε σημαντική επίδραση στην Cs-FP. Η VU0240551 (10 μM), ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής του συν-μεταφορέα K-Cl (KCC2), μείωσε τη φάση της κρίσης κατά 51,73 ± 8,5% χωρίς να επηρεάσει τη φάση μεταξύ των κρίσεων της Cs-FP. Η DIDS (50 μM), ένας μη εκλεκτικός ανταγωνιστής των ανταλλαγέων Cl-/HCO3-, των συν-μεταφορέων Na+-HCO3-, των διαύλων χλωρίου και του KCC2, κατέστειλε τη φάση της κρίσης κατά 60,8 ± 8,1% χωρίς να επηρεάσει τη φάση μεταξύ των κρίσεων. Στα 500 μM, η DIDS κατέστειλε πλήρως την Cs-FP. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, προτείνουμε ότι η αντισπασμωδική δράση της φουροσεμίδης στο μοντέλο Cs+ ασκείται μέσω αναστολής του νευρωνικού KCC2 και του Na+-ανεξάρτητου Cl-/HCO3–ανταλλαγέα (AE3), οδηγώντας σε σταθεροποίηση της επαγόμενης από τη δραστηριότητα ενδοκυττάριας οξίνισης σε πυραμιδικά νευρωνικά κύτταρα CA1.
Η επαναρρόφηση χλωριούχου νατρίου στο παχύ ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle μεσολαβείται από τον συν-μεταφορέα Na(+)-K(+)-2Cl(-) (NKCC2). Το διουρητικό της αγκύλης φουροσεμίδη είναι ισχυρός αναστολέας του NKCC2. Ωστόσο, λιγότερα είναι γνωστά για τον μηχανισμό που ρυθμίζει τον ηλεκτρολυτικό μεταφορέα. Λαμβάνοντας υπόψη τις καλά εδραιωμένες επιδράσεις του μονοξειδίου του αζώτου στη δραστηριότητα του NKCC2, το cGMP είναι πιθανό να εμπλέκεται σε αυτήν τη ρύθμιση. Η εξαρτώμενη από το cGMP πρωτεϊνική κινάση Ι (cGKI; PKGI) είναι μια πρωτεΐνη-στόχος του cGMP που φωσφορυλιώνει διάφορα υποστρώματα μετά την ενεργοποίηση μέσω cGMP. Διερευνήσαμε την πιθανή συσχέτιση μεταξύ της οδού cGMP/cGKI και της ρύθμισης του NKCC2. Θεραπεύσαμε άγριου τύπου (wt) και cGKIa-rescue ποντίκια με φουροσεμίδη. Τα cGKIa-rescue ποντίκια εξέφραζαν cGKIa μόνο υπό τον έλεγχο του προαγωγέα που είναι ειδικός για τους λείους μύες (SM22) σε έλλειμματικό υπόβαθρο cGKI. Η θεραπεία με φουροσεμίδη αύξησε την απέκκριση νατρίου και χλωρίου στα cGKIa-rescue ποντίκια σε σύγκριση με τα wt ποντίκια. Αναλύσαμε τη φωσφορυλίωση του NKCC2 με western blotting και ανοσοϊστοχημεία χρησιμοποιώντας το φωσφο-ειδικό αντίσωμα R5. Η χορήγηση φουροσεμίδης αύξησε σημαντικά το φωσφορυλιωμένο σήμα NKCC2 σε wt αλλά όχι σε cGKIa-rescue ποντίκια. Η ενεργοποίηση του NKCC2 οδήγησε στη φωσφορυλίωσή του και στην μεταφορά του στην κυτταρική μεμβράνη. Για να εξετάσουμε αν το cGKI εμπλέκεται σε αυτή τη διαδικασία, αναλύσαμε την φωσφορυλίωση του διεγερτή από αγγειοδιασταλτικό φωσφο-πεπτιδίου, η οποία φωσφορυλιώνεται από το cGKI. Η ένεση φουροσεμίδης οδήγησε σε αυξημένη φωσφορυλίωση του διεγερτή από αγγειοδιασταλτικό φωσφο-πεπτιδίου σε wt ποντίκια. Υποθέτουμε ότι η χορήγηση φουροσεμίδης ενεργοποίησε το cGKI, οδηγώντας σε φωσφορυλίωση του NKCC2 και μεταφορά στην κυτταρική μεμβράνη. Αυτή η οδός που μεσολαβείται από το cGKI θα μπορούσε να είναι ένας μηχανισμός για την αντιστάθμιση της ανασταλτικής επίδρασης της φουροσεμίδης στο NKCC2.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η φουροσεμίδη απορροφάται από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Παρουσιάζει μεταβλητή βιοδιαθεσιμότητα από από του στόματος μορφές δοσολογίας, κυμαινόμενη από 10% έως 90%. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της φουροσεμίδης από δισκία ή πόσιμο διάλυμα είναι περίπου 64% και 60%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με αυτήν μιας ενδοφλέβιας ένεσης του φαρμάκου.
Οι νεφροί είναι υπεύθυνοι για το 85% της συνολικής κάθαρσης της φουροσεμίδης, όπου περίπου το 43% του φαρμάκου υφίσταται νεφρική απέκκριση. Σημαντικά μεγαλύτερη ποσότητα φουροσεμίδης απεκκρίνεται στα ούρα μετά από ενδοφλέβια ένεση από ό,τι μετά από δισκίο ή πόσιμο διάλυμα. Περίπου το 50% της δόσης φουροσεμίδης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα, και το υπόλοιπο μεταβολίζεται σε γλυκουρονίδιο στον νεφρό.
Ο όγκος κατανομής μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 40 mg φουροσεμίδης ήταν 0,181 L/kg σε υγιείς εθελοντές και 0,140 L/kg σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 400 mg φουροσεμίδης, η κάθαρση πλάσματος ήταν 1,23 mL/kg/min σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και 2,34 mL/kg/min σε υγιείς εθελοντές, αντίστοιχα.
Σημαντικά μεγαλύτερη ποσότητα φουροσεμίδης απεκκρίνεται στα ούρα μετά από ενδοφλέβια ένεση από ό,τι μετά από δισκίο ή πόσιμο διάλυμα. Δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο από του στόματος σκευασμάτων στην ποσότητα του αμετάβλητου φαρμάκου που απεκκρίνεται στα ούρα.
Μετά από από του στόματος χορήγηση φουροσεμίδης σε 18 έγκυες γυναίκες την ημέρα του τοκετού, ανιχνεύθηκαν σημαντικές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα της ομφαλικής φλέβας, καθώς και στο αμνιακό υγρό. Ο λόγος μεταξύ των συγκεντρώσεων φουροσεμίδης στο πλάσμα της μητρικής φλέβας και στο πλάσμα της ομφαλικής φλέβας αυξήθηκε με τον χρόνο και προσέγγισε τη μονάδα 8 έως 10 ώρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Ο χρόνος ημιζωής φουροσεμίδης στο πλάσμα φάνηκε να είναι μεγαλύτερος στις μητέρες παρά σε μη έγκυες υγιείς εθελόντριες. Σε μία ασθενή, το επίπεδο φουροσεμίδης στο πλάσμα ήταν σταθερό κατά τη διάρκεια 5 ωρών παρακολούθησης.
Σε μία μελέτη σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, περίπου το 60% μιας μεμονωμένης δόσης 80 mg φουροσεμίδης από του στόματος απορροφήθηκε από το ΓΕΣ. Όταν χορηγήθηκε σε νηστικούς ενήλικες σε αυτήν τη δοσολογία, το φάρμακο εμφανίστηκε στον ορό εντός 10 λεπτών, έφτασε μέγιστη συγκέντρωση 2,3 μg/mL σε 60-70 λεπτά, και απομακρύνθηκε σχεδόν πλήρως από τον ορό σε 4 ώρες. Όταν η ίδια δόση χορηγήθηκε μετά από γεύμα, οι συγκεντρώσεις στον ορό φουροσεμίδης αυξήθηκαν αργά σε μέγιστο περίπου 1 μg/mL μετά από 2 ώρες και παρόμοιες συγκεντρώσεις υπήρχαν 4 ώρες μετά την κατάποση. Ωστόσο, παρόμοια διουρητική απόκριση παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από το αν το φάρμακο χορηγήθηκε με τροφή ή σε νηστικούς ασθενείς. Σε άλλη μελέτη, ο ρυθμός και η έκταση της απορρόφησης διέφεραν σημαντικά όταν 1 g φουροσεμίδης χορηγήθηκε από του στόματος σε ουραιμικούς ασθενείς. Μέσος όρος 76% της δόσης απορροφήθηκε, και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτεύχθηκαν εντός 2-9 ωρών (μέσος όρος 4,4 ώρες). Οι συγκεντρώσεις στον ορό που απαιτούνται για μέγιστη διούρηση δεν είναι γνωστές, και έχει αναφερθεί ότι το μέγεθος της απόκρισης δεν συσχετίζεται ούτε με τη μέγιστη ούτε με τη μέση συγκέντρωση στον ορό.
Η διουρητική δράση της από του στόματος χορηγούμενης φουροσεμίδης είναι εμφανής εντός 30 λεπτών έως 1 ώρας και είναι μέγιστη την πρώτη ή δεύτερη ώρα. Η διάρκεια δράσης είναι συνήθως 6-8 ώρες. Η μέγιστη υποτασική δράση μπορεί να μην είναι εμφανής παρά μόνο αρκετές ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας με φουροσεμίδη. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης, η διούρηση εμφανίζεται εντός 5 λεπτών, φτάνει στο μέγιστο εντός 20-60 λεπτών και διαρκεί περίπου 2 ώρες. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 30 λεπτών· η έναρξη της διούρησης εμφανίζεται κάπως αργότερα από ό,τι μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η διουρητική απόκριση μπορεί να είναι παρατεταμένη.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Φουροσεμίδη (15 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα που κυμαίνονται από 1 έως 400 mcg/mL συνδέονται περίπου κατά 91-99% σε υγιή άτομα. Το μη συνδεδεμένο κλάσμα είναι περίπου 2,3-4,1% σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Η φουροσεμίδη συνδέεται κυρίως με την αλβουμίνη του ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο μεταβολισμός της φουροσεμίδης συμβαίνει κυρίως στους νεφρούς και στο ήπαρ, σε μικρότερο βαθμό. Οι νεφροί είναι υπεύθυνοι για περίπου το 85% της συνολικής κάθαρσης της φουροσεμίδης, όπου περίπου το 40% περιλαμβάνει βιομετατροπή. Δύο κύριοι μεταβολίτες της φουροσεμίδης είναι η φουροσεμίδη-γλυκουρονίδη, η οποία είναι φαρμακολογικά ενεργή, και η σαλουαμίνη (CSA) ή 4-χλωρο-5-σουλφαμοϋλανθρανιλικό οξύ.
Φαίνεται ότι η φρουσεμίδη-γλυκουρονίδη είναι ο μόνος ή τουλάχιστον ο κύριος μεταβολίτης βιομετατροπής στον άνθρωπο. Το 2-αμινο-4-χλωρο-5-σουλφαμοϋλανθρανιλικό οξύ έχει αναφερθεί σε ορισμένες μελέτες αλλά όχι σε άλλες· και θεωρείται αναλυτικό τεχνούργημα.
Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, μικρή ποσότητα φουροσεμίδης μεταβολίζεται στο ήπαρ στο αποφουρφουρυλιωμένο παράγωγο, 4-χλωρο-5-σουλφαμοϋλανθρανιλικό οξύ. …
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο χρόνος ημιζωής από τη δόση των 40 mg φουροσεμίδης ήταν 4 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση και 4,5 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της φουροσεμίδης είναι περίπου 2 ώρες μετά από παρεντερική χορήγηση. Ο τελικός χρόνος ημιζωής μπορεί να αυξηθεί έως και 24 ώρες σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
Για να μελετηθούν οι φαρμακοκινητικές της φουροσεμίδης (φρουσεμίδη· Lasix) και του ακετυλογλυκουρονιδίου της και να αναλυθεί η φαρμακοδυναμική απόκριση, διεξήχθη μελέτη σε 7 υγιείς εθελοντές, μέσης ηλικίας 34 ετών, οι οποίοι έλαβαν μία μεμονωμένη από του στόματος δόση 80 mg φουροσεμίδης σε μορφή δισκίου. Διακρίθηκαν δύο χρόνοι ημιζωής στην αποβολή φουροσεμίδης και του συζεύγματος από το πλάσμα, με τιμές 1,25 και 30,4 ώρες για τη φουροσεμίδη και 1,31 και 33,2 ώρες για το σύζευγμα. …
Σε σκύλους, … ο χρόνος ημιζωής αποβολής /είναι/ περίπου 1-1,5 ώρες.
Διάφοροι ερευνητές έχουν αναφέρει ένα ευρύ φάσμα χρόνων ημιζωής αποβολής για τη φουροσεμίδη. Σε μία μελέτη, ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν περίπου 30 λεπτά σε υγιείς ασθενείς που έλαβαν 20-120 mg του φαρμάκου IV. Σε άλλη μελέτη, ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν 9,7 ώρες σε ασθενείς με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια που έλαβαν 1 g φουροσεμίδης IV. Ο χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν πιο παρατεταμένος σε 1 ασθενή με συνυπάρχουσα ηπατική νόσο.
Ο χρόνος ημιζωής στον ορό σε θεραπευτικές δόσεις είναι 92 λεπτά· αυξάνεται σε ασθενείς με ουραιμία· καρδιακή ανεπάρκεια και κίρρωση, καθώς και σε νεογνά, και ηλικιωμένους ασθενείς. Σε τέτοιους ασθενείς ο χρόνος ημιζωής μπορεί να παραταθεί έως και 20 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH
Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.
Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΝ-ΜΕΤΑΦΟΡΕΙΣ ΝΑΤΡΙΟΥ-ΚΑΛΙΟΥ-ΧΛΩΡΙΟΥ οι οποίοι συγκεντρώνονται στο παχύ ανιόν σκέλος στη συμβολή της ΑΓΚΥΛΗΣ ΤΟΥ HENLE και των ΝΕΦΡΙΚΩΝ ΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ, ΑΠΩ. Λειτουργούν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ και ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΑ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατηγοριοποίηση FDA
7LXU5N7ZO5
ΦΟΥΡΟΣΕΜΙΔΗ
Φυσιολογική Επίδραση [PE] - Αυξημένη Διούρηση στην Αγκύλη του Henle
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Διουρητικό της Αγκύλης
Η Φουροσεμίδη είναι Διουρητικό της Αγκύλης. Η φυσιολογική επίδραση της φουροσεμίδης είναι μέσω Αυξημένης Διούρησης στην Αγκύλη του Henle.
ΦΟΥΡΟΣΕΜΙΔΗ
Διουρητικό της Αγκύλης [EPC]· Αυξημένη Διούρηση στην Αγκύλη του Henle [PE]
ΕΝΕΣΗ ΦΟΥΡΟΣΕΜΙΔΗΣ 80 MG/ 10 ML
Αυξημένη Διούρηση στην Αγκύλη του Henle [PE]· Διουρητικό της Αγκύλης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ HFrEF-Foundation C03CA01HFrEF — Τέσσερις βασικές κατηγορίες (4 pillars)ΚΕ ≤ 40% — όλοι οι ασθενείς. Ταυτόχρονη έναρξη και τιτλοποίησηΔοσολογία: Τιτλοποίηση βάσει συμφόρησης · Όσο υπάρχει συμφόρηση
-
ΒΗΜΑ HFmrEF C03CA01HFmrEF — Μέτρια μειωμένο κλάσμα εξώθησης (41–49%)ΚΕ 41–49%Δοσολογία: Συμπτωματικά · Όσο υπάρχει συμφόρηση
-
ΒΗΜΑ HFpEF C03CA01HFpEF — Διατηρημένο κλάσμα εξώθησης (≥ 50%)ΚΕ ≥ 50% — δομική νόσος + αυξημένα νατριουρητικά πεπτίδιαΔοσολογία: Τιτλοποίηση · Όσο υπάρχει συμφόρηση
-
ΒΗΜΑ AHF-Diuretic C03CA01Οξεία ΚΑ — Διουρητικά (συμφόρηση/υπερφόρτωση)Οξεία ΚΑ με σημεία/συμπτώματα υπερφόρτωσης υγρώνΔοσολογία: Επαρκείς δόσεις (αρχ. 40 mg IV ή 2.5× χρόνια PO δόση) · Έως απουσία συμφόρησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 3 C03CA01ΒΗΜΑ 3 — Ανθεκτική υπέρταση
- Αρρύθμιστη ΑΠ υπό τριπλή θεραπεία πλήρων δόσεων (συμπεριλαμβανομένου διουρητικού) — ~5%
- Αφού αποκλειστούν υπέρταση λευκής μπλούζας & δευτεροπαθής υπέρταση
Δοσολογία: — · Συνεχής
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατηγοριοποίηση MeSH
Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.
Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΝ-ΜΕΤΑΦΟΡΕΙΣ ΝΑΤΡΙΟΥ-ΚΑΛΙΟΥ-ΧΛΩΡΙΟΥ οι οποίοι συγκεντρώνονται στο παχύ ανιόν σκέλος στη συμβολή της ΑΓΚΥΛΗΣ ΤΟΥ HENLE και των ΝΕΦΡΙΚΩΝ ΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ, ΑΠΩ. Λειτουργούν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ και ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΑ.