Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01XX24 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

PEGASPARGASE

Πεγασπαργάση

Για τη θεραπεία της οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας

Chemical structure of PEGASPARGASE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
DrugBank

Ενδείξεις

expand_more
Για τη θεραπεία της οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας
medication
SPC-ONCASPAR

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδομυϊκή (ΕΜ) ένεση ή ενδοφλέβια (ΕΦ) έγχυση
Χορήγηση:
Κάθε 14 ημέρες
Δόση έναρξης:
2.000 U πεγασπαργάσης (2,67 ml Oncaspar)/m² ΕΕΣ κάθε 14 ημέρες
  • Παιδιατρικοί ασθενείς και ενήλικες (≤21 ετών) με ΕΕΣ ≥0,6 m²
    Δόση2.500 U πεγασπαργάσης (3,3 ml Oncaspar)/m² ΕΕΣ
    Κάθε 14 ημέρες
  • Παιδιατρικοί ασθενείς (<0,6 m² ΕΕΣ)
    Δόση82,5 U πεγασπαργάσης (0,1 ml Oncaspar)/kg βάρους σώματος
    Κάθε 14 ημέρες
  • Ενήλικες (>21 ετών)
    Δόση2.000 U πεγασπαργάσης (2,67 ml Oncaspar)/m² ΕΕΣ
    Κάθε 14 ημέρες
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ηλικιωμένοι (>65 ετών)
    Περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-ONCASPAR

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (χολερυθρίνη >3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο [ULN]· τρανσαμινάσες >10 φορές το ULN)
  • Ιστορικό σοβαρής θρόμβωσης με προηγούμενη θεραπεία με L-ασπαραγινάση
  • Ιστορικό παγκρεατίτιδας, συμπεριλαμβανομένης παγκρεατίτιδας που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με L-ασπαραγινάση
  • Ιστορικό σοβαρών αιμορραγικών συμβάντων με προηγούμενη θεραπεία με L-ασπαραγινάση
warning
SPC-ONCASPAR

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ιχνηλασιμότητα βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων
    το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια
  • Αντισώματα αντι-ασπαραγινάσης
    θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης διαφορετικού παρασκευάσματος ασπαραγινάσης
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (περιλαμβανομένης αναφυλαξίας)
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς
    Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για μία ώρα μετά τη χορήγηση. Θα πρέπει να διατίθεται εξοπλισμός αναζωογόνησης και λοιπά κατάλληλα μέσα για την αντιμετώπιση της αναφυλαξίας (επινεφρίνη, οξυγόνο, ενδοφλέβια στεροειδή, κ.λπ.). Το Oncaspar θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Ως ένα μέτρο αντιμετώπισης, ανάλογα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, ενδέχεται να ενδείκνυται η χορήγηση αντιισταμινικών, κορτικοστεροειδών και αγγειοσυσπαστικών.
  • Παγκρεατίτιδα
    Πληθυσμόςασθενείς
    Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα της παγκρεατίτιδας. Εάν υπάρχει υποψία παγκρεατίτιδας, το Oncaspar θα πρέπει να διακόπτεται, ενώ εάν η παγκρεατίτιδα επιβεβαιωθεί, η λήψη του Oncaspar δεν θα πρέπει να ξεκινάει εκ νέου.
  • Σοβαρά θρομβωτικά συμβάντα
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν πεγασπαργάση
    Το Oncaspar θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με σοβαρά θρομβωτικά συμβάντα.
  • Διαταραχές παραμέτρων πήξης (αυξημένες τιμές PT, PTT, υποϊνωδογοναιμία)
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν πεγασπαργάση
    Οι παράμετροι της πήξης θα πρέπει να ελεγχθούν στην αρχή της αγωγής και να παρακολουθούνται περιοδικά κατά τη διάρκεια και μετά την αγωγή. Όταν υπάρχει σημαντική μείωση των επιπέδων ινωδογόνου ή ανεπάρκεια αντιθρομβίνης III (ATIII), εξετάστε το ενδεχόμενο κατάλληλης θεραπείας υποκατάστασης.
  • Ηπατική τοξικότητα
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς
    Απαιτείται προσοχή όταν το Oncaspar χορηγείται σε συνδυασμό με ηπατοτοξικά προϊόντα, ειδικά εάν υφίσταται προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για αλλαγές στις παραμέτρους ηπατικής λειτουργίας. Ενδέχεται να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ηπατοτοξικότητας σε ασθενείς θετικούς για το χρωμόσωμα της Φιλαδέλφειας, κατά τη θεραπεία με αναστολείς της τυροσινικής κινάσης (π.χ. ιματινίμπη) σε συνδυασμό με θεραπεία με L-ασπαραγινάση. Αυτό το γεγονός θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ενδεχόμενο της χρήσης του Oncaspar σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών.
  • Υπερχολερυθριναιμία
    Συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων χολερυθρίνης.
  • Τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος (εγκεφαλοπάθεια, σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης λευκοεγκεφαλοπάθειας)
    Πληθυσμόςασθενείς
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τέτοια συμπτώματα, ειδικά εάν το Oncaspar χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με νευροτοξικά προϊόντα (όπως βινκριστίνη και μεθοτρεξάτη, βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Μυελοκαταστολή
    η χρήση του Oncaspar μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης λοιμώξεων.
  • Υπεραμμωνιαιμία
    Πληθυσμόςασθενείς
    Εάν υπάρχουν συμπτώματα υπεραμμωνιαιμίας, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά τα επίπεδα της αμμωνίας.
  • Αντισύλληψη
    Κατά τη διάρκεια της αγωγής με Oncaspar και για τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη διακοπή του Oncaspar, πρέπει να εφαρμόζεται μία αποτελεσματική μέθοδος αντισύλληψης που δεν περιλαμβάνει από του στόματος αντισυλληπτικά. Καθώς μια έμμεση αλληλεπίδραση μεταξύ των από του στόματος αντισυλληπτικών και της πεγασπαργάσης δεν μπορεί να αποκλειστεί, η χρήση από του στόματος αντισυλληπτικών δεν θεωρείται αποδεκτή μέθοδος αντισύλληψης (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Κύηση και γαλουχία).
  • Περιεχόμενο σε νάτριο
    Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, που μπορεί να ειπωθεί ότι είναι στην πραγματικότητα «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
SPC-ONCASPAR

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που δεσμεύονται από τις πρωτεΐνες
    προσοχή
    Αύξηση τοξικότητας
  • Ουσίες που έχουν ανάγκη την κυτταρική διαίρεση για να είναι αποτελεσματικές (π.χ. μεθοτρεξάτη)
    προσοχή
    Διαταραχή μηχανισμού δράσης
    ΣύστασηΠροηγούμενη χορήγηση: συνεργική αύξηση δράσης πεγασπαργάσης. Μεταγενέστερη χορήγηση: ανταγωνιστική αποδυνάμωση δράσης πεγασπαργάσης.
  • Αντιπηκτικά (κουμαρίνη, ηπαρίνη, διπυριδαμόλη, ακετυλοσαλικυλικό οξύ, ΜΣΑΦ) ή σχήμα χημειοθεραπείας με μεθοτρεξάτη, δαουνορουβικίνη, κορτικοστεροειδή
    προσοχή
    Αυξημένη τάση για αιμορραγία ή/και θρόμβωση
    ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση.
  • Γλυκοκορτικοειδή (π.χ. πρεδνιζόνη)
    προσοχή
    Πιο έντονες μεταβολές στις παραμέτρους της πήξης (πτώση ινωδογόνου, ανεπάρκεια αντιθρομβίνης ΙΙΙ)
  • προσοχή
    Αύξηση νευροτοξικότητας βινκριστίνης
    ΣύστασηΗ βινκριστίνη θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 12 ώρες πριν από το Oncaspar.
  • Αντισυλληπτικά από του στόματος
    αντένδειξη
    Πιθανή παρεμπόδιση ηπατικής κάθαρσης αντισυλληπτικών, μείωση αποτελεσματικότητας
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιούν διαφορετική μέθοδο αντισύλληψης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).
  • Εμβόλια που περιέχουν ζώντες μικροοργανισμούς
    αντένδειξη
    Αύξηση κινδύνου σοβαρών λοιμώξεων λόγω ανοσοκατασταλτικής δράσης
    ΣύστασηΔεν θα πρέπει να πραγματοποιείται εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια προτού παρέλθει ένα χρονικό διάστημα 3 μηνών μετά την περάτωση ολόκληρης της αντιλευχαιμικής αγωγής.
sick
SPC-ONCASPAR

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Λοιμώξεις
  • Σήψη
  • Παρωτίτιδα
Αίμα
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
  • Αναιμία
  • Διαταραχές πηκτικότητας
  • Ανεπάρκεια μυελού των οστών
  • Παρατεταμένος χρόνος προθρομβίνης
  • Υποϊνωδογοναιμία
  • Μειωμένος αριθμός ουδετεροφίλων
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία
  • Αναφυλακτική αντίδραση
  • Αναφυλακτική καταπληξία
Δέρμα
  • Κνίδωση
  • Εξάνθημα
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
  • Υπεργλυκαιμία
  • Υπερλιπιδαιμία
  • Υπερχοληστερολαιμία
  • Διαβητική κετοξέωση
  • Υπογλυκαιμία
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
  • Υπολευκωματιναιμία
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπεραμμωνιαιμία
Ψυχιατρικές
  • Συγχυτική κατάσταση
Νευρικό
  • Επιληπτική κρίση
  • Περιφερική κινητική νευροπάθεια
  • Συγκοπή
  • Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης λευκοεγκεφαλοπάθειας
  • Υπνηλία
  • Τρόμος
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
Αγγειακές
  • Εμβολή
  • Θρόμβωση
  • Αιμορραγία
  • Θρόμβωση άνω οβελιαίου κόλπου
Αναπνευστικό
  • Υποξία
Γαστρεντερικό
  • Παγκρεατίτιδα
  • Διάρροια
  • Κοιλιακό άλγος
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Στοματίτιδα
  • Ασκίτης
  • Νεκρωτική παγκρεατίτιδα
  • Αιμορραγική παγκρεατίτιδα
  • Ψευδοκύστη παγκρέατος
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Hπατοτοξικότητα
  • Hπατική νέκρωση
  • Hπατική ανεπάρκεια
Ήπαρ
  • Λιπώδες ήπαρ
  • Ίκτερος
  • Χολόσταση
  • Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
Μυοσκελετικό
  • Άλγος στα άκρα
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Γενικές
  • Πυρεξία
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
  • Μειωμένο ινωδογόνο αίματος
  • Αυξημένη λιπάση
  • Αυξημένη αμυλάση
  • Παρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης
  • Αυξημένο διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο
  • Αυξημένη χοληστερόλη αίματος
  • Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
  • Αυξημένη ουρία αίματος
  • Αντισώματα εναντίον πεγασπαργάσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη αμυλάση
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη λιπάση
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
    Ήπαρ
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Εμβολή
    Αγγειακές
    Πολύ συχνές
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένο ινωδογόνο αίματος
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Παρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ συχνές
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υπολευκωματιναιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Hπατοτοξικότητα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • Άλγος στα άκρα
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Συχνές
  • Ασκίτης
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη χοληστερόλη αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένο διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Διαταραχές πηκτικότητας
    Αίμα
    Συχνές
  • Επιληπτική κρίση
    Νευρικό
    Συχνές
  • Θρόμβωση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Λιπώδες ήπαρ
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Λοιμώξεις
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Παρατεταμένος χρόνος προθρομβίνης
    Αίμα
    Συχνές
  • Περιφερική κινητική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Συχνές
  • Σήψη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπερλιπιδαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπερχοληστερολαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υποξία
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Υποϊνωδογοναιμία
    Αίμα
    Συχνές
  • Hπατική ανεπάρκεια
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Hπατική νέκρωση
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Ίκτερος
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Αιμορραγική παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Νεκρωτική παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης λευκοεγκεφαλοπάθειας
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Χολόσταση
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Αιμορραγία
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Αναφυλακτική καταπληξία
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Ανεπάρκεια μυελού των οστών
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Αντισώματα εναντίον πεγασπαργάσης
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη ουρία αίματος
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Διαβητική κετοξέωση
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Θρόμβωση άνω οβελιαίου κόλπου
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Μειωμένος αριθμός ουδετεροφίλων
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Παρωτίτιδα
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Συγχυτική κατάσταση
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Υπεραμμωνιαιμία
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Υπογλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Ψευδοκύστη παγκρέατος
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-ONCASPAR

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Αντισύλληψη
    Πρέπει να εφαρμόζεται αποτελεσματική αντισύλληψη
    Κατά τη διάρκεια της αγωγής με Oncaspar και για τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη διακοπή του, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες πρέπει να εφαρμόζουν αποτελεσματική αντισύλληψη. Καθώς μια έμμεση αλληλεπίδραση μεταξύ του από του στόματος αντισυλληπτικού και της πεγασπαργάσης δεν μπορεί να αποκλειστεί, τα αντισυλληπτικά από του στόματος δεν θεωρούνται επαρκώς ασφαλή σε μια τέτοια κλινική κατάσταση. Στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιείται μια μέθοδος διαφορετική από τα από του στόματος αντισυλληπτικά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται
    Είναι περιορισμένα τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της L-ασπαραγινάσης, ενώ δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Oncaspar, σε έγκυες γυναίκες. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα με την πεγασπαργάση, αλλά μελέτες σε ζώα με την L-ασπαραγινάση κατέδειξαν τερατογένεση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Κατά συνέπεια και λόγω των φαρμακευτικών του ιδιοτήτων, το Oncaspar δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με πεγασπαργάση.
  • Θηλασμός
    Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται
    Δεν είναι γνωστό εάν η πεγασπαργάση απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Βάσει των φαρμακολογικών της ιδιοτήτων, κανένας κίνδυνος για τα θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ως μέτρο προφύλαξης, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Oncaspar και δεν πρέπει να συνεχίζεται παρά μόνο μετά τη διακοπή του Oncaspar.
  • Γονιμότητα
    Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες
    Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες που να ερευνούν την επίδραση της πεγασπαργάσης στη γονιμότητα.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η πεγασπαργάση, πιο αποτελεσματική από την ασπαραγινάση, μετατρέπει την ασπαραγίνη σε ασπαρτικό οξύ και αμμωνία. Διευκολύνει την παραγωγή οξαλοξικού οξέος που είναι απαραίτητο για τον γενικό κυτταρικό μεταβολισμό. Ορισμένα κακοήθη κύτταρα χάνουν την…
monitor_heart
SPC-ONCASPAR

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί και ανοσοτροποποιητικοί παράγοντες, άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XX24 ### Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης της L-ασπαραγινάσης είναι η ενζυματική διάσπαση του αμινοξέος…
biotech
SPC-ONCASPAR

Φαρμακοκινητική

expand_more
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Oncaspar βασίστηκαν στη δραστικότητα της ασπαραγινάσης που μετρήθηκε με έναν ενζυματικό προσδιορισμό μετά από ενδομυϊκή (CCG-1962) και ενδοφλέβια (AALL07P4, DFCI 11-001) χορήγηση. Στη μελέτη CCG-1962, η μέγιστη τιμή του 1…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αμμωνία ορού gastroenterologyΗπατική λειτουργία στενά Συμπτώματα υπεραμμωνιαιμίας
Ηπατική λειτουργία gastroenterologyΗπατική λειτουργία Συγχορήγηση Oncaspar με ηπατοτοξικά προϊόντα
Χολερυθρίνη gastroenterologyΗπατική λειτουργία κατά την έναρξη της αγωγής και πριν από κάθε δόση
Γενική αίματος (CBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος στενά
Γλυκόζη αίματος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης Μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη από συγχορήγηση με πρεδνιζόνη
Παράμετροι πήξης water_dropΠηκτικότητα αίματος στην αρχή της αγωγής και περιοδικά κατά τη διάρκεια και μετά την αγωγή Συγχορήγηση με αντιπηκτικά ή χημειοθεραπεία
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αμυλάση ορού more_horizΆλλο / λοιπά συχνά Αναγνώριση πρώιμων σημείων φλεγμονής παγκρέατος
Ασπαραγινάση ορού/πλάσματος more_horizΆλλο / λοιπά Επιταχυνόμενη μείωση δραστηριότητας ασπαραγινάσης
Λιπάση ορού more_horizΆλλο / λοιπά συχνά Αναγνώριση πρώιμων σημείων φλεγμονής παγκρέατος
Μυελός των οστών more_horizΆλλο / λοιπά στενά
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-ONCASPAR
expand_more

Το Oncaspar θα πρέπει να συνταγογραφείται και να χορηγείται από ιατρούς ή/και υγειονομικό προσωπικό με εμπειρία στη χρήση αντινεοπλασματικών προϊόντων. Θα πρέπει να χορηγείται αποκλειστικά σε νοσοκομειακό περιβάλλον, όπου είναι διαθέσιμος ο κατάλληλος εξοπλισμός αναζωογόνησης. Απαιτείται στενή παρακολούθηση των ασθενών για τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου χορήγησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Το Oncaspar χορηγείται συνήθως στο πλαίσιο πρωτοκόλλων συνδυασμένης χημειοθεραπείας με άλλους αντινεοπλασματικούς παράγοντες (βλ. επίσης Αλληλεπιδράσεις).

Παιδιατρικοί ασθενείς και ενήλικες ηλικίας ≤21 ετών

Η συνιστώμενη δόση σε ασθενείς με εμβαδόν επιφάνειας σώματος (ΕΕΣ) ≥0,6 m² και ηλικίας ≤21 ετών είναι 2.500 U πεγασπαργάσης (που ισοδυναμούν με 3,3 ml Oncaspar)/m² εμβαδού επιφάνειας σώματος κάθε 14 ημέρες.

Τα παιδιά με εμβαδόν επιφάνειας σώματος <0,6 m² θα πρέπει να λαμβάνουν 82,5 U πεγασπαργάσης (που ισοδυναμούν με 0,1 ml Oncaspar)/kg βάρους σώματος κάθε 14 ημέρες.

Ενήλικες ηλικίας >21 ετών

Εφόσον δεν έχει συνταγογραφηθεί διαφορετικά, η συνιστώμενη δοσολογία σε ενήλικες ηλικίας >21 ετών είναι 2.000 U πεγασπαργάσης (ισοδυναμεί με 2,67 ml Oncaspar/m² εμβαδού επιφάνειας σώματος κάθε 14 ημέρες.

Η θεραπεία μπορεί να παρακολουθείται βάσει της ελάχιστης δραστηριότητας της ασπαραγινάσης στον ορό που μετράται πριν από την επόμενη χορήγηση πεγασπαργάσης. Εάν οι τιμές της δραστηριότητας της ασπαραγινάσης δεν φτάσουν τα στοχευόμενα επίπεδα, θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο χρήσης διαφορετικού παρασκευάσματος ασπαραγινάσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ειδικοί πληθυσμοί

Νεφρική δυσλειτουργία Καθώς η πεγασπαργάση είναι μια πρωτεΐνη υψηλού μοριακού βάρους, δεν απεκκρίνεται από τους νεφρούς και δεν είναι απαραίτητη καμία προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

Ηπατική δυσλειτουργία Δεν είναι απαραίτητη καμία προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Ηλικιωμένοι Τα διαθέσιμα δεδομένα για τους ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών είναι περιορισμένα.

Τρόπος χορήγησης

Το Oncaspar μπορεί να χορηγηθεί μέσω ενδομυϊκής (ΕΜ) ένεσης ή ενδοφλέβιας (ΕΦ) έγχυσης. Για μικρότερους όγμους, η προτιμούμενη οδός χορήγησης είναι η ενδομυϊκή. Όταν το Oncaspar χορηγείται με ενδομυϊκή ένεση, ο όγκος που ενίεται σε μία θέση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 2 ml σε παιδιά και εφήβους, και τα 3 ml σε ενήλικες. Εάν χορηγείται ένας μεγαλύτερος όγκος, η δόση θα πρέπει να μοιράζεται και να χορηγείται σε αρκετές θέσεις ένεσης.

Η ενδοφλέβια έγχυση του Oncaspar χορηγείται συνήθως κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου 1 έως 2 ωρών, σε 100 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) ή διαλύματος γλυκόζης 5%. Το αραιωμένο διάλυμα μπορεί να χορηγηθεί ταυτόχρονα με ήδη χορηγούμενη έγχυση χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml ή γλυκόζης 5%. Μην εγχύετε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα στην ίδια ενδοφλέβια γραμμή κατά τη διάρκεια της χορήγησης του Oncaspar.

block

Αντενδείξεις

SPC-ONCASPAR
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (χολερυθρίνη >3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο [ULN]· τρανσαμινάσες >10 φορές το ULN).
  • Ιστορικό σοβαρής θρόμβωσης με προηγούμενη θεραπεία με L-ασπαραγινάση.
  • Ιστορικό παγκρεατίτιδας, συμπεριλαμβανομένης παγκρεατίτιδας που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με L-ασπαραγινάση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ιστορικό σοβαρών αιμορραγικών συμβάντων με προηγούμενη θεραπεία με L-ασπαραγινάση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-ONCASPAR
expand_more

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Αντισώματα κατά της ασπαραγινάσης

Η παρουσία αντισωμάτων αντι-ασπαραγινάσης μπορεί να σχετίζεται με χαμηλά επίπεδα δραστηριότητας της ασπαραγινάσης λόγω δυνητικής δράσης εξουδετέρωσης αυτών των αντισωμάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης διαφορετικού παρασκευάσματος ασπαραγινάσης. Η μέτρηση του επιπέδου δραστηριότητας της ασπαραγινάσης στον ορό ή στο πλάσμα μπορεί να πραγματοποιείται για τον αποκλεισμό του ενδεχομένου επιταχυνόμενης μείωσης της δραστηριότητας της ασπαραγινάσης.

Υπερευαισθησία

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, μπορούν να εκδηλωθούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην πεγασπαργάση, περιλαμβανομένης της απειλητικής για τη ζωή αναφυλαξίας, συμπεριλαμβανομένων ασθενών με γνωστή υπερευαισθησία σε σκευάσματα ασπαραγινάσης που προέρχονται από E. Coli. Αλλες αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορούν να περιλαμβάνουν αγγειοοίδημα, οίδημα στα χείλη, οίδημα στους οφθαλμούς, ερύθημα, μειωμένη αρτηριακή πίεση, βρογχόσπασμο, δύσπνοια, κνησμό και εξάνθημα (βλ. Αντενδείξεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ως τακτικό μέτρο προφύλαξης, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για μία ώρα μετά τη χορήγηση. Θα πρέπει να διατίθεται εξοπλισμός αναζωογόνησης και λοιπά κατάλληλα μέσα για την αντιμετώπιση της αναφυλαξίας (επινεφρίνη, οξυγόνο, ενδοφλέβια στεροειδή, κ.λπ.). Το Oncaspar θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλ. Αντενδείξεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ως ένα μέτρο αντιμετώπισης, ανάλογα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, ενδέχεται να ενδείκνυται η χορήγηση αντιισταμινικών, κορτικοστεροειδών και αγγειοσυσπαστικών.

Επιδράσεις στο πάγκρεας

Έχει αναφερθεί παγκρεατίτιδα, συμπεριλαμβανομένης της αιμορραγικής ή της νεκρωτικής παγκρεατίτιδας με θανατηφόρα έκβαση, σε ασθενείς που έλαβαν το Oncaspar (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα της παγκρεατίτιδας, η οποία εάν δεν αντιμετωπιστεί, μπορεί να αποβεί θανατηφόρα. Εάν υπάρχει υποψία παγκρεατίτιδας, το Oncaspar θα πρέπει να διακόπτεται, ενώ εάν η παγκρεατίτιδα επιβεβαιωθεί, η λήψη του Oncaspar δεν θα πρέπει να ξεκινάει εκ νέου. Τα επίπεδα της αμυλάσης ή/και της λιπάσης στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνά προκειμένου να αναγνωριστούν πρώιμα σημεία φλεγμονής του παγκρέατος. Θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, καθώς ενδέχεται να μειωθεί η ανοχή στη γλυκόζη από την ταυτόχρονη χρήση του Oncaspar με πρεδνιζόνη.

Διαταραχές πηκτικότητας

Στους ασθενείς που λαμβάνουν πεγασπαργάση μπορούν να εκδηλωθούν σοβαρά θρομβωτικά συμβάντα, συμπεριλαμβανομένης της θρόμβωσης του οβελιαίου κόλπου (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το Oncaspar θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με σοβαρά θρομβωτικά συμβάντα. Στους ασθενείς που λαμβάνουν πεγασπαργάση μπορούν να εμφανιστούν αυξημένες τιμές χρόνου προθρομβίνης (PT), αυξημένες τιμές χρόνου μερικής θρομβοπλαστίνης (PTT), καθώς και υποϊνωδογοναιμία. Οι παράμετροι της πήξης θα πρέπει να ελεγχθούν στην αρχή της αγωγής και να παρακολουθούνται περιοδικά κατά τη διάρκεια και μετά την αγωγή, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα άλλα φαρμακευτικά προϊόντα με αντιπηκτική δράση (όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα) (βλ. Αλληλεπιδράσεις), ή όταν χορηγείται ταυτόχρονα σχήμα χημειοθεραπείας που περιλαμβάνει μεθοτρεξάτη, δαουνορουβικίνη, κορτικοστεροειδή. Όταν υπάρχει σημαντική μείωση των επιπέδων ινωδογόνου ή ανεπάρκεια αντιθρομβίνης III (ATIII), εξετάστε το ενδεχόμενο κατάλληλης θεραπείας υποκατάστασης.

Επιδράσεις στο ήπαρ

Η θεραπεία συνδυασμού με Oncaspar και ηπατοτοξικά προϊόντα μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ηπατική τοξικότητα βαριάς μορφής. Απαιτείται προσοχή όταν το Oncaspar χορηγείται σε συνδυασμό με ηπατοτοξικά προϊόντα, ειδικά εάν υφίσταται προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για αλλαγές στις παραμέτρους ηπατικής λειτουργίας. Ενδέχεται να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ηπατοτοξικότητας σε ασθενείς θετικούς για το χρωμόσωμα της Φιλαδέλφειας, κατά τη θεραπεία με αναστολείς της τυροσινικής κινάσης (π.χ. ιματινίμπη) σε συνδυασμό με θεραπεία με L-ασπαραγινάση. Αυτό το γεγονός θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ενδεχόμενο της χρήσης του Oncaspar σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών. Λόγω του κινδύνου υπερχολερυθριναιμίας, συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων χολερυθρίνης κατά την έναρξη της αγωγής και πριν από κάθε δόση.

Επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα

Η θεραπεία συνδυασμού με Oncaspar μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος. Έχουν αναφερθεί περιστατικά εγκεφαλοπάθειας (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου οπίσθιας αναστρέψιμης λευκοεγκεφαλοπάθειας) (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το Oncaspar ενδέχεται να προκαλέσει σημεία και συμπτώματα στο κεντρικό νευρικό σύστημα που εκδηλώνονται ως υπνηλία, σύγχυση, σπασμοί. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τέτοια συμπτώματα, ειδικά εάν το Oncaspar χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με νευροτοξικά προϊόντα (όπως βινκριστίνη και μεθοτρεξάτη, βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Μυελοκαταστολή

Η πεγασπαργάση ενδέχεται να προκαλέσει μυελοκαταστολή, είτε άμεσα είτε έμμεσα (μεταβάλλοντας τις μυελοκατασταλτικές επιδράσεις άλλων παραγόντων, όπως της μεθοτρεξάτης ή της 6μερκαπτοπουρίνης). Ως εκ τούτου, η χρήση του Oncaspar μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης λοιμώξεων. Η μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοβλαστών είναι συχνά αρκετά σημαντική, ενώ κατά τις πρώτες ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας παρατηρούνται συχνά φυσιολογικοί ή υπερβολικά χαμηλοί αριθμοί λευκοκυττάρων. Αυτό μπορεί να συνοδευθεί από σημαντική αύξηση των επιπέδων του ουρικού οξέος στον ορό. Ενδέχεται να εκδηλωθεί νεφροπάθεια από ουρικό οξύ. Για την παρακολούθηση του θεραπευτικού αποτελέσματος, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά οι αριθμοί των κυττάρων του περιφερικού αίματος και ο μυελός των οστών του ασθενούς.

Υπεραμμωνιαιμία

Η ασπαραγινάση διευκολύνει την ταχεία μετατροπή της ασπαραγίνης και της γλουταμίνης σε ασπαρτικό οξύ και γλουταμικό οξύ, με την αμμωνία να αποτελεί το κοινό υποπροϊόν και των δύο αντιδράσεων (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Ως εκ τούτου, η ενδοφλέβια χορήγηση ασπαραγινάσης μπορεί να προκαλέσει την απότομη αύξηση των επιπέδων της αμμωνίας στον ορό μετά τη χορήγηση. Τα συμπτώματα της υπεραμμωνιαιμίας είναι συχνά παροδικά και μπορούν να περιλαμβάνουν: ναυτία, έμετο, κεφαλαλγία, ζάλη και εξάνθημα. Σε βαριές περιπτώσεις, μπορεί να εμφανιστεί εγκεφαλοπάθεια με ή χωρίς ηπατική δυσλειτουργία, ειδικά σε ηλικιωμένους ασθενείς, η οποία μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή ή θανατηφόρα. Εάν υπάρχουν συμπτώματα υπεραμμωνιαιμίας, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά τα επίπεδα της αμμωνίας.

Αντισύλληψη

Κατά τη διάρκεια της αγωγής με Oncaspar και για τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη διακοπή του Oncaspar, πρέπει να εφαρμόζεται μία αποτελεσματική μέθοδος αντισύλληψης που δεν περιλαμβάνει από του στόματος αντισυλληπτικά. Καθώς μια έμμεση αλληλεπίδραση μεταξύ των από του στόματος αντισυλληπτικών και της πεγασπαργάσης δεν μπορεί να αποκλειστεί, η χρήση από του στόματος αντισυλληπτικών δεν θεωρείται αποδεκτή μέθοδος αντισύλληψης (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Κύηση και γαλουχία).

Περιεχόμενο σε νάτριο

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, που μπορεί να ειπωθεί ότι είναι στην πραγματικότητα «ελεύθερο νατρίου».

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-ONCASPAR
expand_more

Η μείωση των επιπέδων των πρωτεϊνών του ορού που προκαλείται από την πεγασπαργάση μπορεί να αυξήσει την τοξικότητα άλλων φαρμακευτικών προϊόντων, τα οποία δεσμεύονται από τις πρωτεΐνες. Επιπλέον, μέσω της αναστολής της πρωτεϊνοσύνθεσης και της κυτταρικής διαίρεσης, η πεγασπαργάση μπορεί να διαταράξει τον μηχανισμό δράσης άλλων ουσιών, οι οποίες έχουν ανάγκη την κυτταρική διαίρεση προκειμένου να είναι αποτελεσματικές, π.χ. η μεθοτρεξάτη.

Η μεθοτρεξάτη και η κυταραβίνη μπορούν να αλληλεπιδράσουν με διαφορετικούς τρόπους με το Oncaspar: η προηγούμενη χορήγησή τους μπορεί να αυξήσει συνεργικά τη δράση της πεγασπαργάσης. Εάν οι ουσίες αυτές χορηγηθούν μετέπειτα, η δράση της πεγασπαργάσης μπορεί να αποδυναμωθεί ανταγωνιστικά.

Η πεγασπαργάση μπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό και την κάθαρση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων, βάσει των επιδράσεών της στην πρωτεϊνοσύνθεση και την ηπατική λειτουργία, καθώς και από τη χρήση της σε συνδυασμό με άλλα χημειοθεραπευτικά προϊόντα τα οποία είναι γνωστό ότι αλληλεπιδρούν με το ένζυμο CYP.

Η χρήση του Oncaspar μπορεί να οδηγήσει σε διακύμανση των επιπέδων των παραγόντων πήξης. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μια αυξημένη τάση για αιμορραγία και/ή για θρόμβωση. Απαιτείται, συνεπώς, προσοχή όταν συγχορηγούνται αντιπηκτικά όπως η κουμαρίνη, η ηπαρίνη, η διπυριδαμόλη, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα, ή όταν χορηγείται ταυτόχρονα σχήμα χημειοθεραπείας που περιλαμβάνει μεθοτρεξάτη, δαουνορουβικίνη, κορτικοστεροειδή.

Σε ταυτόχρονη χορήγηση γλυκοκορτικοειδών (π.χ. πρεδνιζόνης) και πεγασπαργάσης, οι μεταβολές στις παραμέτρους της πήξης [π.χ. πτώση των επιπέδων ινωδογόνου και ανεπάρκεια αντιθρομβίνης ΙΙΙ (ATIII)] μπορεί να είναι πιο έντονες.

Η άμεσα προηγηθείσα ή η ταυτόχρονη αγωγή με βινκριστίνη μπορεί να αυξήσει την τοξικότητα της πεγασπαργάσης. Η χορήγηση του Oncaspar πριν από τη βινκριστίνη μπορεί να αυξήσει τη νευροτοξικότητα της βινκριστίνης. Συνεπώς, η βινκριστίνη θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 12 ώρες πριν από τη χορήγηση του Oncaspar, ώστε να ελαχιστοποιείται η τοξικότητα.

Μια έμμεση αλληλεπίδραση μεταξύ της πεγασπαργάσης και των αντισυλληπτικών από του στόματος δεν μπορεί να αποκλειστεί, λόγω της ηπατοτοξικότητας της πεγασπαργάσης, η οποία ενδέχεται να παρεμποδίσει την ηπατική κάθαρση των αντισυλληπτικών από του στόματος. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση του Oncaspar με αντισυλληπτικά από του στόματος δεν συνιστάται. Στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιείται μια μέθοδος διαφορετική από την αντισύλληψη από του στόματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).

Ο ταυτόχρονος εμβολιασμός με εμβόλια που περιέχουν ζώντες μικροοργανισμούς ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο λοιμώξεων βαριάς μορφής, γεγονός που αποδίδεται στην ανοσοκατασταλτική δράση της πεγασπαργάσης, στην παρουσία υποκείμενης νόσου και σε χημειοθεραπεία συνδυασμού (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Ο εμβολιασμός με εμβόλια που περιέχουν ζώντες μικροοργανισμούς δεν θα πρέπει, συνεπώς, να πραγματοποιείται, προτού παρέλθει ένα χρονικό διάστημα 3 μηνών, μετά την περάτωση ολόκληρης της αντιλευχαιμικής αγωγής.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-ONCASPAR
expand_more

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που περιγράφονται στην παράγραφο αυτή έχουν προκύψει από δεδομένα μελετών και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του Oncaspar, σε ασθενείς που πάσχουν από ΟΛΛ. Το προφίλ ασφαλείας βασίζεται σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες, προοπτικές, ανοιχτές, πολυκεντρικές μελέτες στις οποίες χορηγείται ενδοφλεβίως το Oncaspar σε δόση 2.500 U/m² ως θεραπεία σύγκρισης (μελέτες DFCI 11-001 και AALL07P4). Επιπλέον, λήφθηκαν υπόψη μελέτες στις οποίες το Oncaspar χορηγήθηκε μέσω της ενδομυϊκής οδού (μελέτες CCG-1962 και CCG-1991) για τον προσδιορισμό του προφίλ ασφαλείας (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες με το Oncaspar (παρατηρήθηκαν σε τουλάχιστον 2 μελέτες με συχνότητα >10%) περιελάμβαναν: αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αυξημένη χολερυθρίνη αίματος, παρατεταμένο χρόνο ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης, υπερτριγλυκεριδαιμία, υπεργλυκαιμία και εμπύρετη ουδετεροπενία. Οι πιο συχνές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες με το Oncaspar (βαθμού 3 ή 4) που παρατηρήθηκαν στις μελέτες DFCI 11-001 και AALL07P4 με συχνότητα >5% περιελάμβαναν: αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αυξημένη χολερυθρίνη αίματος, εμπύρετη ουδετεροπενία, υπεργλυκαιμία, αυξημένη λιπάση και παγκρεατίτιδα.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες και οι συχνότητές τους αναφέρονται στον Πίνακα 1. Οι συχνότητες ορίζονται από την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Κατηγορία/οργανικό σύστημα κατά MedDRA Ανεπιθύμητη ενέργεια
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Συχνές: Λοιμώξεις, σήψη
Πολύ συχνές: Εμπύρετη ουδετεροπενία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Συχνές: Αναιμία, διαταραχές πηκτικότητας
Μη γνωστές: Ανεπάρκεια μυελού των οστών
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Πολύ συχνές: Υπερευαισθησία, κνίδωση, αναφυλακτική αντίδραση
Μη γνωστές: Αναφυλακτική καταπληξία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Πολύ συχνές: Όρεξη μειωμένη, υπεργλυκαιμία
Συχνές: Υπερλιπιδαιμία, υπερχοληστερολαιμία
Μη γνωστές: Διαβητική κετοξέωση, υπογλυκαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές Μη γνωστές: Συγχυτική κατάσταση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές: Επιληπτική κρίση, περιφερική κινητική νευροπάθεια, συγκοπή
Σπάνιες: Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης λευκοεγκεφαλοπάθειας
Μη γνωστές: Υπνηλία, τρόμος*
Αγγειακές διαταραχές Πολύ συχνές: Εμβολή**
Συχνές: Θρόμβωση***
Μη γνωστές: Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, αιμορραγία, θρόμβωση άνω οβελιαίου κόλπου
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Συχνές: Υποξία
Διαταραχές του γαστρεντερικού Πολύ συχνές: Παγκρεατίτιδα, διάρροια, κοιλιακό άλγος, ναυδία
Συχνές: Έμετος, στοματίτιδα, ασκίτης
Σπάνιες: Παγκρεατίτιδα νεκρωτική, παγκρεατίτιδα αιμορραγική
Μη γνωστές: Ψευδοκύστη του παγκρέατος, παρωτίτιδα*
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Συχνές: Hπατοτοξικότητα, λιπώδες ήπαρ
Σπάνιες: Hπατική νέκρωση, ίκτερος, χολόσταση, ηπατική ανεπάρκεια
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ συχνές: Εξάνθημα
Μη γνωστές: Τοξική επιδερμική νεκρόλυση*
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Συχνές: Άλγος στα άκρα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Μη γνωστές: Νεφρική ανεπάρκεια οξεία*
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Μη γνωστές: Πυρεξία
Παρακλινικές εξετάσεις Πολύ συχνές: Σωματικό βάρος μειωμένο, υπολευκωματιναιμία, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη, υπερτριγλυκεριδαιμία, ινωδογόνο αίματος μειωμένο, λιπάση αυξημένη, αμυλάση αυξημένη, χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης παρατεταμένος, χολερυθρίνη αίματος αυξημένη
Συχνές: Χρόνος προθρομβίνης παρατεταμένος, διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο αυξημένο, υποκαλιαιμία, χοληστερόλη αίματος αυξημένη, υποϊνωδογοναιμία, γ-γλουταμυλτρανσφεράση αυξημένη
Μη γνωστές: Ουρία αίματος αυξημένη, αντισώματα εναντίον της πεγασπαργάσης, αριθμός ουδετεροφίλων μειωμένος, αριθμός αιμοπεταλίων μειωμένος, υπεραμμωνιαιμία

*Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με άλλες ασπαραγινάσες στην κατηγορία **Περιστατικά πνευμονικής εμβολής, φλεβικής θρόμβωσης, φλεβικής θρόμβωσης κάτω άκρων και επιπολής θρομβοφλεβίτιδας παρατηρήθηκαν στη μελέτη DFCI 11-001 ***Υπόμνημα: θρόμβωση ΚΝΣ

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί σε συνδυασμό με θεραπεία με ασπαραγινάση. Παρόλο που δεν έχουν σχετιστεί ειδικά με τη χρήση πεγασπαργάσης, ενδέχεται να παρουσιαστούν με τη χρήση του Oncaspar:

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Το Oncaspar μπορεί να προκαλέσει ήπια έως μέτρια μυελοκαταστολή, ενώ μπορούν να επηρεαστούν και οι τρεις κυτταρικές σειρές του αίματος. Σχεδόν οι μισές από όλες τις σοβαρές αιμορραγίες και θρομβώσεις προσβάλουν αγγεία του εγκεφάλου και μπορούν να οδηγήσουν π.χ. σε αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, επιληπτική κρίση, κεφαλαλγία ή απώλεια συνείδησης.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος Το Oncaspar ενδέχεται να προκαλέσει δυσλειτουργίες του κεντρικού νευρικού συστήματος που εκδηλώνονται ως σπασμοί και, λιγότερο συχνά, ως συγχυτική κατάσταση και υπνηλία (ήπιου βαθμού έκπτωση του επιπέδου συνείδησης). Σε σπάνιες περιπτώσεις, ενδέχεται να παρουσιαστεί σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειας (RPLS). Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, έχει περιγραφεί ήπιος τρόμος των δακτύλων.

Διαταραχές του γαστρεντερικού Οι μισοί περίπου ασθενείς εκδηλώνουν αντιδράσεις του γαστρεντερικού ήπιας έως μέτριας μορφής, όπως απώλεια όρεξης, ναυτία, έμετο, κοιλιακές κράμπες, διάρροια και απώλεια βάρους. Οξεία παγκρεατίτιδα μπορεί να εμφανιστεί συχνά. Έχουν υπάρξει μεμονωμένες αναφορές σχηματισμού ψευδοκύστεων (έως και τέσσερις μήνες μετά την τελευταία θεραπεία). Αιμορραγική ή νεκρωτική παγκρεατίτιδα εμφανίζεται σπάνια. Έχει περιγραφεί ένα περιστατικό παγκρεατίτιδας με ταυτόχρονη οξεία παρωτίτιδα, σε αγωγή με L-ασπαραγινάση. Έχουν αναφερθεί μεμονωμένα περιστατικά αιμορραγικής ή νεκρωτικής παγκρεατίτιδας με θανατηφόρα έκβαση. Τα επίπεδα της αμυλάσης του ορού μπορούν να αυξηθούν κατά τη διάρκεια καθώς και μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας με Oncaspar.

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σχήματα που περιέχουν L-ασπαραγινάση ενδέχεται να εκδηλωθεί, σε σπάνιες περιπτώσεις, οξεία νεφρική ανεπάρκεια.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Μπορεί να υπάρξει εκδήλωση αλλεργικών αντιδράσεων στο δέρμα. Έχει περιγραφεί ένα περιστατικό τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (σύνδρομο Lyell) σε συνδυασμό με L-ασπαραγινάση.

Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Μεταβολές στην ενδοκρινή λειτουργία του παγκρέατος παρατηρούνται συχνά και εκφράζονται κυρίως με τη μορφή μη φυσιολογικού μεταβολισμού της γλυκόζης. Έχουν περιγραφεί τόσο διαβητική κετοοξέωση όσο και υπερωσμωτική υπεργλυκαιμία, οι οποίες γενικά ανταποκρίνονται στη χορήγηση ινσουλίνης.

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Έχει παρατηρηθεί μεταβολή στα επίπεδα των λιπιδίων στον ορό, ενώ οι αλλαγές στις τιμές των λιπιδίων στον ορό, χωρίς κλινικά συμπτώματα τις περισσότερες φορές, είναι πολύ συχνές. Εμφανίζεται τακτικά άνοδος των επιπέδων της ουρίας του ορού, η οποία είναι ανεξάρτητη της δόσης και σχεδόν πάντοτε αποτελεί σημείο προνεφρικής μεταβολικής διαταραχής.

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Μετά την ένεση μπορεί να εμφανιστεί πυρεξία, η οποία συνήθως υποχωρεί αυτόματα.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Έχουν ανιχνευθεί ειδικά αντισώματα εναντίον της πεγασπαργάσης, τα οποία έχουν συσχετιστεί, όχι συχνά, με αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Έχουν επίσης καταγραφεί αντισώματα εξουδετέρωσης που μειώνουν την κλινική αποτελεσματικότητα. Κατά τη διάρκεια της αγωγής με το Oncaspar μπορεί να εκδηλωθούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας, περιλαμβανομένης της απειλητικής για τη ζωή αναφυλαξίας, αγγειοοιδήματος, οιδήματος στα χείλη, οιδήματος στους οφθαλμούς, ερυθήματος, μειωμένης αρτηριακής πίεσης, βρογχόσπασμου, δύσπνοιας, κνησμού και εξανθήματος (βλέπε Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Η μεταβολή των παραμέτρων του ήπατος είναι συχνή. Παρατηρείται συχνά μια ανεξάρτητη από τη δόση άνοδος των τρανσαμινασών του ορού και της χολερυθρίνης του ορού. Πολύ συχνά μπορεί να παρατηρηθεί λιπώδες ήπαρ. Έχουν υπάρξει σπάνιες αναφορές χολόστασης, ίκτερου, ηπατικής κυτταρικής νέκρωσης και ηπατικής ανεπάρκειας με θανατηφόρα έκβαση. Η διαταραγμένη πρωτεϊνοσύνθεση μπορεί να οδηγήσει σε πτώση των πρωτεϊνών του ορού. Κατά τη διάρκεια της αγωγής παρατηρείται στην πλειονότητα των ασθενών μια ανεξάρτητη από τη δόση μείωση της αλβουμίνης στον ορό.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-ONCASPAR
expand_more

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες

Κατά τη διάρκεια της αγωγής με Oncaspar και για τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη διακοπή του, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες πρέπει να εφαρμόζουν αποτελεσματική αντισύλληψη. Καθώς μια έμμεση αλληλεπίδραση μεταξύ του από του στόματος αντισυλληπτικού και της πεγασπαργάσης δεν μπορεί να αποκλειστεί, τα αντισυλληπτικά από του στόματος δεν θεωρούνται επαρκώς ασφαλή σε μια τέτοια κλινική κατάσταση. Στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιείται μια μέθοδος διαφορετική από τα από του στόματος αντισυλληπτικά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).

Κύηση

Είναι περιορισμένα τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της L-ασπαραγινάσης, ενώ δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Oncaspar, σε έγκυες γυναίκες. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα με την πεγασπαργάση, αλλά μελέτες σε ζώα με την L-ασπαραγινάση κατέδειξαν τερατογένεση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Κατά συνέπεια και λόγω των φαρμακευτικών του ιδιοτήτων, το Oncaspar δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με πεγασπαργάση.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η πεγασπαργάση απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Βάσει των φαρμακολογικών της ιδιοτήτων, κανένας κίνδυνος για τα θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ως μέτρο προφύλαξης, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Oncaspar και δεν πρέπει να συνεχίζεται παρά μόνο μετά τη διακοπή του Oncaspar.

Γονιμότητα

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες που να ερευνούν την επίδραση της πεγασπαργάσης στη γονιμότητα.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-ONCASPAR
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί και ανοσοτροποποιητικοί παράγοντες, άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XX24

Μηχανισμός δράσης

Ο μηχανισμός δράσης της L-ασπαραγινάσης είναι η ενζυματική διάσπαση του αμινοξέος L-ασπαραγίνη σε ασπαρτικό οξύ και αμμωνία. Η εξάντληση της L-ασπαραγίνης στο αίμα έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της πρωτεϊνοσύνθεσης, της σύνθεσης του DNA και της σύνθεσης του RNA, ειδικά σε λευχαιμικούς βλάστες που αδυνατούν να συνθέσουν L-ασπαραγίνη, οπότε υφίστανται απόπτωση. Τα φυσιολογικά κύτταρα, αντιθέτως, έχουν την ικανότητα σύνθεσης L-ασπαραγίνης και επηρεάζονται λιγότερο από την ταχεία εξάντλησή της κατά τη διάρκεια θεραπείας με το ένζυμο L-ασπαραγινάση. Η πεγκυλίωση δεν μεταβάλλει τις ενζυματικές ιδιότητες της L-ασπαραγινάσης, αλλά επιδρά στη φαρμακοκινητική και ανοσογονικότητα του ενζύμου.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η αντιλευχαιμική δράση της L-ασπαραγινάσης σχετίζεται με την παρατεινόμενη εξάντληση της L-ασπαραγίνης στο αίμα και στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ). Η φαρμακοδυναμική (ΦΔ) επίδραση του Oncaspar αξιολογήθηκε μετά από ενδομυϊκή (μελέτη CCG-1962) και ενδοφλέβια χορήγηση (AALL07P4). Στη Μελέτη CCG-1962, η ΦΔ επίδραση του Oncaspar αξιολογήθηκε μέσω διαδοχικών μετρήσεων της ασπαραγίνης στον ορό (n=57) και στο ΕΝΥ (n=50) σε νεοδιαγνωσθέντες παιδιατρικούς ασθενείς με ΟΛΛ τυπικού κινδύνου, που έλαβαν τρεις ενδομυϊκές δόσεις Oncaspar (2.500 μονάδες/m² ΕΕΣ), μία κατά τη φάση επαγωγής της θεραπείας και από μία κατά τις δύο φάσεις όψιμης εντατικοποίησης της θεραπείας. Η μείωση της συγκέντρωσης της ασπαραγίνης στον ορό ήταν εμφανής την 4η ημέρα μετά την πρώτη δόση επαγωγής και η ελάχιστη τιμή επιτεύχθηκε την 10η ημέρα μετά τη δόση. Η συγκέντρωση ασπαραγίνης στον ορό περίπου σε 1 µM διατηρήθηκε για περίπου 3 εβδομάδες. Η συγκέντρωση της ασπαραγίνης μειώθηκε σε <3 µM όταν η δραστικότητα της ασπαραγινάσης ήταν >0,1 U/ml. Η ασπαραγίνη στο ΕΝΥ μειώθηκε από 2,3 µM πριν από τη θεραπεία σε 1,1 µM την Ημέρα 7 και σε 0,6 µM την Ημέρα 28 από την επαγωγή (βλ. Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια). Στη μελέτη AALL07P4, η ΦΔ επίδραση του Oncaspar αξιολογήθηκε σε 47 αξιολογήσιμους ασθενείς με πρόδρομη Β ΟΛΛ υψηλού κινδύνου, οι οποίοι έλαβαν ενδοφλέβιες δόσεις Oncaspar 2.500 U/m² ΕΕΣ κατά τη διάρκεια των φάσεων επαγωγής και εδραίωσης. Οι συγκεντρώσεις της L ασπαραγίνης εξαντλήθηκαν κάτω του ορίου ποσοτικού προσδιορισμού εντός 24 ωρών μετά την επαγωγή και την πρώτη δόση εδραίωσης του Oncaspar και η εξάντληση παρατάθηκε για περίπου δύο εβδομάδες. Οι συγκεντρώσεις της ασπαραγίνης στο ΕΝΥ μειώθηκαν την 4η ημέρα μετά τη δόση επαγωγής και παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό μη ανιχνεύσιμες τη 18η ημέρα μετά τη δοσολογία. Με βάση τα αποτελέσματα αυτών των δύο μελετών, η δόση των 2.500 U/m² ΕΕΣ του Oncaspar χορηγούμενη ενδομυϊκά (CCG-1962) και ενδοφλέβια (AALL07P4) συντηρεί την εξάντληση της Lασπαραγίνης για περίπου δύο εβδομάδες μετά τη δοσολογία.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-ONCASPAR
expand_more

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Oncaspar βασίστηκαν στη δραστικότητα της ασπαραγινάσης που μετρήθηκε με έναν ενζυματικό προσδιορισμό μετά από ενδομυϊκή (CCG-1962) και ενδοφλέβια (AALL07P4, DFCI 11-001) χορήγηση.

Στη μελέτη CCG-1962, η μέγιστη τιμή του 1 U/ml της μέσης δραστικότητας της ασπαραγινάσης επιτεύχθηκε την Ημέρα 5 μετά την ένεση. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής μετά την απορρόφηση από το σημείο της ένεσης ήταν 1,7 ημέρες και ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν 5,5 ημέρες. Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση και η κάθαρση υπολογίστηκαν σε 1,86 l/m² και 0,169 l/m² ανά ημέρα, αντίστοιχα.

Στη μελέτη AALL07P4, οι ΦΚ παράμετροι μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 2.500 U/m² κατά τη διάρκεια της Επαγωγής υπολογίστηκαν με μη διαμερισματική ΦΚ ανάλυση από διαδοχικά δείγματα πλάσματος και παρουσιάζονται στον Πίνακα 3 (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η Cmax και το AUC του Oncaspar έτειναν χαμηλότερα στους άνδρες, σε ασθενείς με μεγαλύτερο ΔΜΣ και σε ασθενείς ηλικίας >10 ετών. Κατά τη διάρκεια της Επαγωγής, μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση Oncaspar 2.500 U/m², η δραστικότητα της ασπαραγινάσης ≥0,1 U/ml παρατάθηκε για έως 18 ημέρες μετά τη δόση στο 95,3% των ασθενών.

Πίνακας 3: Φαρμακοκινητικές παράμετροι μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση Oncaspar 2.500 U/m² ΕΕΣ κατά τη διάρκεια της Επαγωγής (N=47, Μελέτη AALL07P4)

ΦΚ παράμετροι Αριθμητικός μέσος (SD)
Cmax (mU/ml)* 1638 (459,1)
Tmax (hr)* 1,25 (1,08, 5,33)†
AUC0-t (mUημέρα/ml)* 14810 (3555)
AUC0- (mUημέρα/ml)ǂ 16570 (4810)
t1/2 (ημέρα) 5,33 (2,33)
CL (l/ημέρα)ǂ 0,2152 (0,1214)
Vss (l)ǂ 1,95 (1,13)
  • N=47 αξιολογήσιμοι ασθενείς. † Διάμεση τιμή (10ο, 90ο εκατοστημόριο). ǂ N= 46 αξιολογήσιμοι ασθενείς.

Στη μελέτη DFCI 11-001, η αξιολόγηση της δραστικότητας της ασπαραγινάσης πραγματοποιήθηκε μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση Oncaspar 2.500 U/m² ΕΕΣ κατά τη διάρκεια της Επαγωγής, και κάθε δύο εβδομάδες μετά την Επαγωγή (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Κατά τη διάρκεια της Επαγωγής, η δραστικότητα της ασπαραγινάσης στο πλάσμα ≥0,1 U/ml παρατάθηκε στο 93,5% των ασθενών 18 ημέρες μετά τη χορήγηση. Κατά τη διάρκεια της φάσης μετά την Επαγωγή, η ελάχιστη δραστικότητα ασπαραγινάσης πάνω από 0,4 U/ml παρατάθηκε στο 100% των ασθενών από την Εβδομάδα 7 έως και την Εβδομάδα 25. Τα συγκεκριμένα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι, όταν χορηγείται Oncaspar 2.500 U/m² ΕΕΣ σε εφάπαξ και επαναλαμβανόμενες δόσεις κάθε δύο εβδομάδες, η κλινικά σημαντική δραστικότητα της ασπαραγινάσης παρατείνεται καθ’ όλο το διάστημα της δοσολογίας (δηλ. δύο εβδομάδες).

Οι ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα ΟΛΛ έλαβαν μία μοναδική ενδομϋική ένεση Oncaspar (2.500 U/m² ΕΕΣ) ή εγγενούς ασπαραγινάσης από E. coli (25.000 U/m² ΕΕΣ) ή από Erwinia (25.000 U/m² ΕΕΣ). Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του Oncaspar από το πλάσμα ήταν στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερος (5,7 ημέρες) από τους χρόνους ημίσειας ζωής αποβολής από το πλάσμα των εγγενών ασπαραγινασών από E. coli (1,3 ημέρες) και Erwinia (0,65 ημέρες). Ο άμεσος κυτταρικός θάνατος των λευχαιμικών κυττάρων in vivo, όπως μετρήθηκε με φθορισμό ροδαμίνης, ήταν ο ίδιος και για τα τρία παρασκευάσματα L-ασπαραγινάσης.

Οι ασθενείς με ΟΛΛ με αρκετές υποτροπές έλαβαν θεραπεία είτε με Oncaspar είτε με εγγενή ασπαραγινάση από E. coli στο πλαίσιο μιας θεραπείας επαγωγής. Το Oncaspar χορηγήθηκε ενδομυϊκά σε δόση 2.500 U/m² ΕΕΣ, τις ημέρες 1 και 15 της επαγωγής. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής του Oncaspar στο πλάσμα ήταν 8 ημέρες σε ασθενείς χωρίς υπερευαισθησία (AUC ίσο με 10,35 U/ml/ημέρα) και 2,7 ημέρες σε ασθενείς με υπερευαισθησία (AUC ίσο με 3,52 U/ml/ημέρα).

Ειδικοί πληθυσμοί

Οι ελεγχόμενες μελέτες δεν σχεδιάστηκαν για την επίσημη αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής του Oncaspar σε ειδικούς πληθυσμούς. Από τη φαρμακοκινητική αξιολόγηση του Oncaspar στον πληθυσμό βάσει των δεδομένων που λήφθηκαν από τις μελέτες AALL07P4 (ΕΦ), DFCI 11-001 (ΕΦ) και CCG-1962 (ΕΜ) διαπιστώθηκε ότι η κάθαρση (γραμμική και κορεσμένη) αυξήθηκε περίπου ανάλογα με την ΕΕΣ και ο όγκος της κατανομής αυξήθηκε λίγο περισσότερο ανάλογα με την ΕΕΣ. Δεν διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στα ΦΚ χαρακτηριστικά μεταξύ των ανδρών και των γυναικών ασθενών σε αυτή την ανάλυση. Δεν έχει αξιολογηθεί η επίδραση της νεφρικής και της ηπατικής δυσλειτουργίας στη ΦΚ του Oncaspar. Καθώς η πεγασπαργάση είναι μια πρωτεΐνη υψηλού μοριακού βάρους, δεν απεκκρίνεται από τους νεφρούς και δεν προβλέπεται καμία μεταβολή στη φαρμακοκινητική του Oncaspar για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Καθώς τα πρωτεολυτικά ένζυμα που είναι υπεύθυνα για τον μεταβολισμό του Oncaspar κατανέμονται άφθονα στους ιστούς, ο ακριβής ρόλος του ήπατος δεν είναι γνωστός: ωστόσο, οποιαδήποτε έκπτωση στην ηπατική λειτουργία δεν αναμένεται να δημιουργήσει κλινικά σημαντικά προβλήματα στη χρήση του Oncaspar. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τους ηλικιωμένους ασθενείς.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

parenteral

Μορφή

injectable

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

1
science