DIPYRIDAMOLE
Διπυριδαμόλη
Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής αναστέλλουν τη συνάθροιση (συγκόλληση) των αιμοπεταλίων και, έτσι, το σχηματισμό του λευκού θρόμβου, που αποτελεί την πρώτη φάση στη διαδικασία της πήξης, ιδίως στο αρτηριακό σκέλος της κυκλοφορίας όπου τα αντιπηκτικά έχουν πολύ μικρή επίδραση. …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-PERSANTIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Στοματική
- Χορήγηση: 3 φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 75mg, 3 φορές την ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόση75mg, 3 φορές την ημέραΜέγ. δόση225mg/ημέραΤουλάχιστον μία ώρα πριν από τα γεύματα.
-
ΠαιδιάΔόση5-10 mg/kg βάρους σώματοςΟλική ημερήσια δόση.
block
SPC-PERSANTIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Βαριές υποτασικές καταστάσεις
warning
SPC-PERSANTIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αγγειοδιασταλτική δράσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με βαρειά στεφανιαία νόσο, ασταθή στηθάγχη, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, υποβαλβιδική αορτική στένωση ή αιμοδυναμική αστάθεια (π.χ. μη-αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια)Να χορηγείται με προσοχή
-
Συμπληρωματική χορήγησηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν τακτικές δόσεις διπυριδαμόλης από του στόματοςΝα μην λαμβάνουν επιπλέον διπυριδαμόλη ενδοφλεβίως
-
Διαταραχές της πηκτικότηταςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχές της πηκτικότηταςΝα χορηγείται με προσοχή
-
ΜυασθένειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με βαριά μυασθένειαΊσως απαιτηθεί τροποποίηση της αγωγής
swap_horiz
SPC-PERSANTIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων πλάσματος και των καρδιαγγειακών επιδράσεων της αδενοσίνης.ΣύστασηΘα πρέπει να εξετάζεται ρύθμιση της δοσολογίας της αδενοσίνης.
-
Αντιπηκτικά, ακετυλοσαλικυλικό οξύπαρακολούθησηΑυξημένη έκθεση σε δυσανεξία και κινδύνους.ΣύστασηΗ έκθεση σε δυσανεξία και κινδύνους για αυτά τα προϊόντα θα πρέπει να παρακολουθείται. Η προσθήκη διπυριδαμόλης στο ακετυλοσαλικυλικό οξύ δεν αυξάνει τη συχνότητα των αιμορραγικών επεισοδίων.
-
Δεν παρατηρήθηκαν περισσότερες ή βαρύτερες αιμορραγίες από ότι όταν η βαρφαρίνη χορηγήθηκε ως μονοθεραπεία.
-
Φάρμακα που ελαττώνουν την αρτηριακή πίεσηπροσοχήΕνίσχυση της υποτασικής δράσης.
-
Αναστολείς της χολινεστεράσηςπροσοχήΑνταγωνισμός της αντιχολινεστερασικής δράσης, πιθανή έξαρση των συμπτωμάτων της βαριάς μυασθένειας.
-
προσοχήΑναστέλλει την αγγειοδιασταλτική δράση της διπυριδαμόλης στα στεφανιαία.
sick
SPC-PERSANTIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Έμετος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Γαστρεντερικές διαταραχές
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Λιποθυμία
- Ίλιγγος
- Μυαλγία
- Υπόταση
- Εξάψεις
- Ταχυκαρδία
- Επιδείνωση συμπτωμάτων στεφανιαίας νόσου
- Επιδείνωση στηθάγχης
- Δερματικό εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Βρογχόσπασμος (σοβαρού βαθμού)
- Αυξημένη αιμορραγία κατά ή μετά την εγχείρηση
- Θρομβοκυττοπενία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη αιμορραγία κατά ή μετά την εγχείρησηΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοκυττοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμος (σοβαρού βαθμού)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Μη γνωστέςΓαστρεντερικές διαταραχέςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση στηθάγχηςΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση συμπτωμάτων στεφανιαίας νόσουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΛιποθυμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
pregnant_woman
SPC-PERSANTIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΘα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εφόσον είναι απολύτως απαραίτητο.
-
ΓαλουχίαΘα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εφόσον είναι απολύτως απαραίτητο.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-PERSANTIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης Η διπυριδαμόλη αναστέλλει την πρόσληψη αδενοσίνης από τα ερυθροκύτταρα, αιμοπετάλια και ενδοθηλιακά κύτταρα in vitro και in vivo, η αναστολή φθάνει το 80% κατά μέγιστο και εμφανίζεται δοσοεξαρτώμενη σε θεραπευτικές…
biotech
SPC-PERSANTIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PERSANTIN
expand_more
Δοσολογία
Αν δεν υπάρξει διαφορετική οδηγία από τον ιατρό χορηγούνται:
Χορήγηση από του στόματος
Ένα σακχαρόπηκτο Persantin 75mg, 3 φορές την ημέρα (225mg/ημέρα) τουλάχιστον μία ώρα πριν από τα γεύματα.
Χρήση σε παιδιά
Γενικώς συστήνεται ολική ημερήσια δόση 5-10 mg/kg βάρους σώματος.
block
Αντενδείξεις
SPC-PERSANTIN
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
- Βαριές υποτασικές καταστάσεις (λόγω της περιφερικής αγγειοδιασταλτικής δράσης του).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PERSANTIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η διπυριδαμόλη δρα ως αγγειοδιασταλτικό. Θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με βαρειά στεφανιαία νόσο, περιλαμβανομένης της ασταθούς στηθάγχης και του πρόσφατου εμφράγματος του μυοκαρδίου, υποβαλβιδική αορτική στένωση ή αιμοδυναμική αστάθεια (π.χ. μη-αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια).
Οι ασθενείς που λαμβάνουν τακτικές δόσεις διπυριδαμόλης από του στόματος δεν θα πρέπει να λαμβάνουν επιπλέον διπυριδαμόλη ενδοφλεβίως.
Να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραχές της πηκτικότητας. Σε ασθενείς με βαριά μυασθένεια ίσως απαιτηθεί τροποποίηση της αγωγής κατά τη διάρκεια θεραπείας με διπυριδαμόλη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Έχει αναφερθεί ένας μικρός αριθμός περιπτώσεων στις οποίες δείχθηκε ότι ασύζευκτος διπυριδαμόλη είχε ενσωματωθεί σε χοληφόρους σε κυμαινόμενο ποσοστό (έως και 70% του ξηρού βάρους του λίθου). Αυτοί οι ασθενείς ήταν όλοι ηλικιωμένοι, είχαν ενδείξεις ανιούσας χολαγγειΐτιδας και ελάμβαναν από του στόματος διπυριδαμόλη επί σειρά ετών. Δεν υπάρχει κάποια απόδειξη ότι η διπυριδαμόλη ήταν ο αιτιολογικός παράγων για τη δημιουργία χολολίθων σε αυτούς τους ασθενείς. Είναι πιθανόν η βακτηριακή απογλυκουρωνιδίωση της συζευγμένης διπυριδαμόλης στη χολή να είναι ο υπεύθυνος μηχανισμός για την παρουσία διπυριδαμόλης στους χολόλιθους.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PERSANTIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η διπυριδαμόλη αυξάνει τα επίπεδα πλάσματος και τις καρδιαγγειακές επιδράσεις της αδενοσίνης. Θα πρέπει να εξετάζεται ρύθμιση της δοσολογίας της αδενοσίνης. Όταν η διπυριδαμόλη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αντιπηκτικά και ακετυλοσαλικυλικό οξύ, η έκθεση σε δυσανεξία και κινδύνους για αυτά τα προϊόντα θα πρέπει να παρακολουθείται. Η προσθήκη διπυριδαμόλης στο ακετυλοσαλικυλικό οξύ δεν αυξάνει τη συχνότητα των αιμορραγικών επεισοδίων. Όταν η διπυριδαμόλη συγχορηγήθηκε με βαρφαρίνη, δεν παρατηρήθηκαν περισσότερες ή βαρύτερες αιμορραγίες από ότι όταν η βαρφαρίνη χορηγήθηκε ως μονοθεραπεία.
Η διπυριδαμόλη μπορεί να ενισχύσει την υποτασική δράση των φαρμάκων, που ελαττώνουν την αρτηριακή πίεση και μπορεί να ανταγωνιστεί την αντιχολινεστερασική δράση των αναστολέων της χολινεστεράσης και ως εκ τούτου μπορεί να προκαλέσει έξαρση των συμπτωμάτων της βαριάς μυασθένειας.
Η θεοφυλλίνη αναστέλλει την αγγειοδιασταλτική δράση της διπυριδαμόλης στα στεφανιαία.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PERSANTIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στα συνήθη θεραπευτικά δοσολογικά σχήματα είναι συνήθως ήπιες και παροδικές. Έχουν αναφερθεί, έμετος, διάρροια, και συμπτώματα όπως ζάλη, ναυτία, κεφαλαλγία και μυαλγία. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα συμπτώματα αυτά εξαφανίζονται με την μακροχρόνια χορήγηση διπυριδαμόλης.
Έχουν αναφερθεί, κυρίως μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, λιποθυμία, ίλιγγοι, διάρροια και γαστρεντερικές διαταραχές.
Λόγω των αγγειοδιασταλτικών του ιδιοτήτων, η διπυριδαμόλη μπορεί να προκαλέσει υπόταση, εξάψεις και ταχυκαρδία. Έχει παρατηρηθεί επιδείνωση των συμπτωμάτων της στεφανιαίας νόσου.
Μπορεί να επιδεινώσει τη στηθάγχη γιατί προκαλεί το φαινόμενο της υποκλοπής.
Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως δερματικό εξάνθημα, κνίδωση, σοβαρού βαθμού βρογχόσπασμος και αγγειοοίδημα.
Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί αυξημένη αιμορραγία κατά ή μετά την εγχείρηση.
Μεμονωμένες περιπτώσεις θρομβοκυττοπενίας έχουν αναφερθεί σε συνδυασμό με θεραπεία με διπυριδαμόλη.
Η διπυριδαμόλη έχει δειχθεί ότι ενσωματώνεται σε χοληφόρους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PERSANTIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PERSANTIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης
Η διπυριδαμόλη αναστέλλει την πρόσληψη αδενοσίνης από τα ερυθροκύτταρα, αιμοπετάλια και ενδοθηλιακά κύτταρα in vitro και in vivo, η αναστολή φθάνει το 80% κατά μέγιστο και εμφανίζεται δοσοεξαρτώμενη σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις (0.5 - 2 μg/ml). Συνεπώς, υπάρχει αυξημένη συγκέντρωση αδενοσίνης τοπικά, η οποία επιδρά στον υποδοχέα Α2 των αιμοπεταλίων, και διεγείρει την αδενιλική κυκλάση των αιμοπεταλίων, αυξάνοντας με αυτό τον τρόπο τα επίπεδα του cAMP των αιμοπεταλίων. Έτσι, η αιμοπεταλιακή συσσώρευση ως απάντηση σε διάφορα ερεθίσματα όπως ο PAF, το κολλαγόνο και το ADP αναστέλλεται. Η μειωμένη συσσώρευση αιμοπεταλίων μειώνει την κατανάλωση αιμοπεταλίων προς τα φυσιολογικά επίπεδα.
Η διπυριδαμόλη αναστέλλει τη φωσφοδιεστεράση (PDE) σε διάφορους ιστούς. Ενώ η αναστολή της φωσφοδιεστεράσης του cAMP (cAMP - PDE) είναι ασθενής σε θεραπευτικά επίπεδα, αναστέλλεται η φωσφοδιεστεράση του cGMP που παράγεται από τον EDRF (χαλαρωτικός παράγων του ενδοθηλίου, αναγνωρίστηκε ως μονοξείδιο του αζώτου).
Η διπυριδαμόλη επίσης διεγείρει τη βιοσύνθεση και απελευθέρωση προστακυκλίνης από το ενδοθήλιο.
Η διπυριδαμόλη μειώνει τη θρομβογονικότητα του ενδοθηλίου μέσω αύξησης της συγκέντρωσης του προστατευτικού μεσολαβητή 13-HOED (υδροξυοκταδεκαδιενοϊκό οξύ).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PERSANTIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
(Τα περισσότερα φαρμακοκινητικά δεδομένα αναφέρονται σε υγιείς εθελοντές).
Η διπυριδαμόλη παρουσιάζει γραμμική κινητική για όλες τις θεραπευτικές δόσεις.
Απορρόφηση
Μετά τη χορήγηση από του στόματος δισκίων διπυριδαμόλης, τα επίπεδα στο πλάσμα αυξάνονται μετά από μία χρονική καθυστέρηση περίπου 10 - 15 λεπτών, που οφείλεται στη διάλυση του δισκίου και στην κένωση του στομάχου. Κατόπιν, η διπυριδαμόλη απορροφάται ταχέως και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται μετά από 1 ώρα. Η γεωμετρική μέση κορυφή (εύρος) των συγκεντρώσεων στο πλάσμα, στη σταθεροποιημένη κατάσταση, μετά από χορήγηση 75 mg t.d.s., ήταν 1,86 μg/ml (1,23 - 3,27μg/ml) και η ελάχιστη συγκέντρωση ήταν 0,13 μg/ml (0.06 - 0,26 μg/ml). Η αντίστοιχη μέγιστη συγκέντρωση, μετά από χορήγηση 75 mg q.i.d. ήταν 1,54 μg/ml (0,975 - 2,17 μg/ml) και η ελάχιστη συγκέντρωση ήταν 0,269 μg/ml (0.168 - 0,547 μg/ml). Μετά από χορήγηση 100 mg q.i.d. η αντίστοιχη μέγιστη συγκέντρωση ήταν 2,36 μg/ml (1,13 - 3,81 μg/ml) και η ελάχιστη συγκέντρωση ήταν 0,432 μg/ml (0,186 - 1,38 μg/ml).
Τα φαρμακοκινητικά συμπεράσματα καθώς και τα πειραματικά αποτελέσματα σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης υποδεικνύουν ότι ενδείκνυται t.i.d. ή q.i.d. δοσολογικά σχήματα.
Η θεραπεία με δισκία διπυριδαμόλης στην σταθεροποιημένη κατάσταση παρέχει βιοδιαθεσιμότητα περίπου 60% και σχετική βιοδιαθεσιμότητα περίπου 95% σε σχέση με τη χορήγηση διαλύματος από το στόμα. Αυτό αφενός οφείλεται στη μεταβολισμό πρώτης διόδου από το ήπαρ, ο οποίος απομακρύνει το 1/3 της δόσης και αφετέρου στην ελλιπή απορρόφηση.
Κατανομή
Η φάση κατανομής, που παρατηρείται με ενδοφλέβια χορήγηση δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη χορήγηση από το στόμα. Ο χρόνος ημιζωής είναι 40 min όπως στην περίπτωση της ενδοφλέβιας χορήγησης.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής του κεντρικού διαμερίσματος (V c) είναι περίπου 5L (παρόμοιος με τον όγκο του πλάσματος). Ο φαινόμενος όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση είναι περίπου 100L, υποδηλώνοντας κατανομή σε διάφορα διαμερίσματα. Η ολική κάθαρση είναι περίπου 250ml/min και ο μέσος χρόνος παραμονής είναι περίπου 8 ώρες (ως αποτέλεσμα ενός εγγενούς μέσου χρόνου παραμονής περίπου 6,4 ωρών και του μέσου χρόνου απορρόφησης 1,4 ωρών).
Λόγω της υψηλής λιποφιλίας της, logP=3.92 (n-octanol / 0,1N NaOH), η διπυριδαμόλη κατανέμεται σε πολλά όργανα.
Στα πειραματόζωα, η διπυριδαμόλη κατανέμεται επιλεκτικά στο ήπαρ και κατόπιν στους πνεύμονες, νεφρούς, σπλήνα και καρδιά.
Το φάρμακο δε διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό σε σημαντικό βαθμό.
Η πρωτεϊνική δέσμευση της διπυριδαμόλης είναι περίπου 97 - 99%, δεσμεύεται κυρίως στην άλφα 1-γλυκοπρωτεΐνη και την αλβουμίνη.
Απομάκρυνση
Όπως και στην ενδοφλέβια χορήγηση παρατηρείται παρατεταμένος χρόνος ημιζωής για την απομάκρυνση, ο οποίος ανέρχεται περίπου στις 13 ώρες. Αυτή η τελική φάση της απομάκρυνσης είναι σχετικά μικρής σημασίας υπό την έννοια ότι αντιπροσωπεύει ένα μικρό ποσοστό της ολικής βιοδιαθεσιμότητας (AUC), όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται μέσα σε 2 ημέρες με αμφότερα τα δοσολογικά σχήματα μετά τη χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων.
Η απέκκριση στα ούρα της μητρικής ουσίας είναι αμελητέα (<0,5%). Η απέκκριση από τα ούρα του γλυκουρονικού μεταβολίτη είναι μικρή (5%). Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως (περίπου 95%) μέσω της χολής στα κόπρανα, πιθανών λόγω εντεροηπατικής επανακυκλοφορίας.
Μεταβολισμός διπυριδαμόλης
Ο μεταβολισμός της διπυριδαμόλης γίνεται από το ήπαρ. Η διπυριδαμόλη μεταβολίζεται δια συζεύξεως με το γλυκουρονικό οξύ για να σχηματίσει κυρίως ένα μονογλυκουρονίδιο και μόνο μικρές ποσότητες γλυκουρονιδίου. Στο πλάσμα, μετά από χορήγηση από το στόμα, περίπου το 80% της μητρικής ουσίας ανιχνεύεται αναλλοίωτο, ενώ το 20% είναι μονογλυκουρονίδιο.
Κινητική σε ηλικιωμένα άτομα
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα (όπως καθορίζονται από την AUC) στα ηλικιωμένα άτομα (>65 ετών) είναι περίπου 50% υψηλότερες για θεραπεία με δισκία από ότι σε νέα (<55 ετών) άτομα. Παρόμοια αύξηση στις συγκεντρώσεις του πλάσματος παρατηρήθηκε και σε ηλικιωμένους ασθενείς στη μελέτη ESPS2.
Κινητική σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια δεν εμφανίζουν αλλαγή στις συγκεντρώσεις διπυριδαμόλης στο πλάσμα, αλλά μία αύξηση των γλυκουρονιδίων (φαρμακοδυναμικά ανενεργός). Συνιστάται η χορήγηση διπυριδαμόλης χωρίς περιορισμό στη δόση, εφόσον δεν υπάρχουν κλινικές ενδείξεις ηπατικής ανεπάρκειας.
Κινητική σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
Εφόσον η απέκκριση από τα νεφρά είναι πολύ μικρή (5%), δεν αναμένεται αλλαγή των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της διπυριδαμόλης σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας. Στη μελέτη ESPS2, δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές στη φαρμακοκινητική της διπυριδαμόλης ή του γλυκουρονιδικού μεταβολίτη της σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης από περίπου 15ml/min μέχρι >100ml/min, αν τα δεδομένα διορθωθούν βάση των διαφορών στην ηλικία.
ΕΟΦ · 2.9
Αντιαιμοπεταλιακά
expand_more
Αντιαιμοπεταλιακά
Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής αναστέλλουν τη συνάθροιση (συγκόλληση) των αιμοπεταλίων και, έτσι, το σχηματισμό του λευκού θρόμβου, που αποτελεί την πρώτη φάση στη διαδικασία της πήξης, ιδίως στο αρτηριακό σκέλος της κυκλοφορίας όπου τα αντιπηκτικά έχουν πολύ μικρή επίδραση.
Υπάρχουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα από τη χρησιμοποίηση 100-300 mg ασπιρίνης ημερησίως για τη δευτεροπαθή πρόληψη των θρομβωτικών αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων και διαφόρων καρδιακών συμβαμάτων. Επίσης, έχει δειχθεί ελάττωση της θνητότητας στο έμφραγμα του μυοκαρδίου τον πρώτο μήνα όταν δοθεί αμέσως με την είσοδο του ασθενούς στη στεφανιαία μονάδα.
Η διπυριδαμόλη αναστέλλει επίσης τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων και συνιστάται κυρίως στην προφύλαξη από θρομβοεμβολικά επεισόδια σε προσθετικές βαλβίδες καρδιάς σε συνδυασμό με αντιπηκτικά.
Ισχυρή αντισυσσωρευτική δράση έχει και η τικλοπιδίνη, έχει όμως κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (λευκοπενία, διάρροια, εξάνθημα).
Όμοια δράση εμφανίζει και η νεώτερη ουσία κλοπιδρογέλη.
Σήμερα, ο συνηθέστερα χρησιμοποιούμενος συνδυασμός αντιαιμοπεταλιακών είναι το ακετυλοσαλικυλικό οξύ με ή χωρίς διπυριδαμόλη.
Οι αναστολείς της γλυκοπρωτεΐνης IΙb/IIIa αναστέλλουν τη συγκόλληση των αιμοπεταλίων αποκλείοντας στα αιμοπετάλια τους υποδοχείς του ινωδογόνου. Η αμπσιξιμάμπη είναι μονοκλωνικό αντίσωμα το οποίο αναστέλλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων και τη δημιουργία θρόμβου. Η χρήση της ενδείκνυται ως επικουρικού σκευάσματος στην αγωγή με ηπαρίνη και ασπιρίνη κατά τη διάρκεια διαδερμικής αγγειοπλαστικής σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Η επαναχορήγηση αμπσιξιμάμπης δεν συνιστάται.
H τιροφιβάνη και η επτιφιβατίδη έχουν εισαχθεί πρόσφατα στη θεραπευτική. Πρόκειται για αναστολείς (μη πεπτιδικούς ή πεπτιδικούς αντίστοιχα) του υποδοχέα GP IIb/IIIa των αιμοπεταλίων των οποίων εμποδίζουν τη συσσώρευση. Χρησιμοποιούνται μαζί με ηπαρίνη και ακετυλοσαλικυλικό οξύ (εκτός εάν αντενδείκνυνται) για την πρόληψη του πρώιμου εμφράγματος του μυοκαρδίου σε ασταθή στηθάγχη ή σε έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς Q. Δεν έχει μελετηθεί η χορήγησή τους με ηπαρίνες ΧΜΒ.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή:
- Dipyridamole, ένας αναστολέας φωσφοδιεστεράσης που εμποδίζει τη λήψη και τον μεταβολισμό της αδενοσίνης από ερυθροκύτταρα και αγγειακά ενδοθηλιακά κύτταρα.
- Επιπλέον, η διπιριδαμόλη ενισχύει την αντιαιμοπεταλιακή δράση της προστακυκλίνης.
- (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σελ. 752).
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη:
- Χρήση ως συμπληρωματικό σε κουμαρινικά αντιπηκτικά στην πρόληψη μετεγχειρητικών θρομβοεμβολικών επιπλοκών της αντικατάστασης καρδιακής βαλβίδας.
- Επίσης χρησιμοποιείται στην πρόληψη της στηθάγχης.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία (Pharmacology):
- Η διπιριδαμόλη, μη νιτρικό αγγειοδιασταλτικό της στεφανιαίας αγωγής που εμποδίζει επίσης τη συγκόλληση αιμοπεταλίων, συνδυάζεται με άλλα αντιπηκτικά φάρμακα, όπως η κουμαρίνη, για την πρόληψη θρόμβωσης σε ασθενείς με βαλβιδοπάθειες ή αγγειοπάθειες. Η διπιριδαμόλη χρησιμοποιείται επίσης στην απεικόνιση αιμάτωσης μυοκαρδίου, ως αντιαιμοπεταλιακός παράγοντας, και σε συνδυασμό με ασπιρίνη για την πρόληψη εγκεφαλικού επεισοδίου.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης:
- Πιθανώς αναστέλλει τόσο την αδενοσίνης αφυδαμινάση όσο και τη φωσφοδιεστεράση, αποτρέποντας τη διάσπαση του cAMP, το οποίο αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα της λειτουργίας των αιμοπεταλίων.
- Αυτή η αύξηση του cAMP εμποδίζει την απελευθέρωση αραχιδονικού οξέος από μεμβρανικά φωσφολιπίδια και μειώνει τη δραστικότητα θρομβοξάνης Α2.
- Η διπιριδαμόλη διεγείρει άμεσα την απελευθέρωση προστακυκυκλίνης, η οποία διεγείρει την αδενυλική κυκλάση, αυξάνοντας τη συγκέντρωση cAMP εντός των αιμοπεταλίων και επιπλέον εμποδίζει τη συγκόλληση των αιμοπεταλίων.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα / Υπερδοσολογία:
- Υπόταση, εάν εμφανιστεί, πιθανόν βραχείας διάρκειας, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί αγγειοτονικός παράγοντας εάν χρειαστεί.
- Η από του στόματος LD50 σε αρουραίους είναι μεγαλύτερη από 6.000 mg/kg, ενώ στους σκύλους είναι περίπου 400 mg/kg.
- LD50 = 8.4 g/kg (δια της από του στόματος οδού σε αρουραίους).
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η διπυριδαμόλη, ένας μη-νιτρικός αγγειοδιαστολέας των στεφανιαίων που αναστέλλει επίσης τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων, συνδυάζεται με άλλα αντιπηκτικά φάρμακα, όπως η βαρφαρίνη, για την πρόληψη θρόμβωσης σε ασθενείς με βαλβιδικές ή αγγειακές διαταραχές. Η διπυριδαμόλη χρησιμοποιείται επίσης στην απεικόνιση μυοκαρδιακής αιμάτωσης, ως αντιαιμοπεταλιακός παράγοντας και σε συνδυασμό με την ασπιρίνη για την πρόληψη εγκεφαλικού επεισοδίου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η διπυριδαμόλη πιθανότατα αναστέλλει τόσο την αδενοσινο-δεαμινάση όσο και τη φωσφοδιεστεράση, εμποδίζοντας την αποδόμηση του cAMP, ενός αναστολέα της λειτουργίας των αιμοπεταλίων. Αυτή η αύξηση του cAMP εμποδίζει την απελευθέρωση αραχιδονικού οξέος από τους μεμβρανικούς φωσφολιπιδικούς εστέρες και μειώνει τη δραστηριότητα της θρομβοξάνης Α2. Η διπυριδαμόλη διεγείρει επίσης άμεσα την απελευθέρωση προστακυκλίνης, η οποία προκαλεί δραστηριότητα της αδενυλικής κυκλάσης, αυξάνοντας έτσι τη συγκέντρωση cAMP εντός των αιμοπεταλίων και αναστέλλοντας περαιτέρω τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- 70%
- Η διπυριδαμόλη μεταβολίζεται στο ήπαρ στον γλυκουρονικό συζυγή και απεκκρίνεται με τη χολή.
- 1 έως 2.5 L/kg
- 2.3-3.5 mL/min/kg
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
- 99%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
- Ηπατικός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
- 40 λεπτά
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις των φωσφοδιεστερασών.
- Φάρμακα ή παράγοντες που ανταγωνίζονται ή βλάπτουν οποιονδήποτε μηχανισμό που οδηγεί σε συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγlandi-θρομβοξάνης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αγγειοδιαστολής.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- 64ALC7F90C
- DIPYRIDAMOLE
- Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE] - Μειωμένη Συσσωμάτωση Αιμοπεταλίων
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Συσσωμάτωσης Αιμοπεταλίων
- Η διπυριδαμόλη είναι Αναστολέας Συσσωμάτωσης Αιμοπεταλίων. Η φυσιολογική επίπτωση της διπυριδαμόλης είναι μέσω της Μειωμένης Συσσωμάτωσης Αιμοπεταλίων.
- DIPYRIDAMOLE
- Μειωμένη Συσσωμάτωση Αιμοπεταλίων [PE]; Αναστολέας Συσσωμάτωσης Αιμοπεταλίων [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις των φωσφοδιεστερασών.
- Φάρμακα ή παράγοντες που ανταγωνίζονται ή βλάπτουν οποιονδήποτε μηχανισμό που οδηγεί σε συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγlandi-θρομβοξάνης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αγγειοδιαστολής.