Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ H01CB05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

PASIREOTIDE

Πασιρεοτίδη

**Φαρμακοδυναμική** Το Signifor® είναι ένα ανάλογο της σωματοστατίνης που προκαλεί μειωμένα επίπεδα έκκρισης κορτιζόλης σε ασθενείς με νόσο Cushing.

Chemical structure of PASIREOTIDE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-SIGNIFOR

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
υποδορίως
Χορήγηση:
δύο φορές την ημέρα
Δόση έναρξης:
0,6 mg πασιρεοτίδης δύο φορές την ημέρα
Τιτλοποίηση:
Μια αύξηση της δοσολογίας σε 0,9 mg μπορεί να εξετασθεί με βάση το βαθμό ανταπόκρισης στη θεραπεία, εφόσον η δόση των 0,6 mg είναι καλά ανεκτή. Συνιστάται μείωση της δόσης κατά 0,3 mg δύο φορές την ημέρα για την αντιμετώπιση πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Ενήλικες
    Δόση0,6 mg
    Μέγ. δόση0,9 mg
    Αύξηση της δοσολογίας σε 0,9 mg μπορεί να εξετασθεί με βάση το βαθμό ανταπόκρισης στη θεραπεία, εφόσον η δόση των 0,6 mg είναι καλά ανεκτή. Μείωση της δόσης κατά 0,3 mg δύο φορές την ημέρα για αντιμετώπιση ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Signifor σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 0 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥65 ετών)
    Δεν υπάρχουν ενδείξεις που να υποδεικνύουν ότι απαιτείται τροποποίηση της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A)
    Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B)
    Δόση0,3 mg δύο φορές την ημέρα
    Μέγ. δόση0,6 mg δύο φορές την ημέρα
  • Ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C)
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
block
SPC-SIGNIFOR

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C)
warning
SPC-SIGNIFOR

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Μεταβολισμός γλυκόζης
    Εκτίμηση γλυκαιμικής κατάστασης (FPG/HbA1c) πριν την έναρξη θεραπείας. Παρακολούθηση FPG/HbA1c σύμφωνα με καθιερωμένες κατευθυντήριες γραμμές. Εβδομαδιαία αυτοπαρακολούθηση γλυκόζης αίματος και/ή FPG για τους πρώτους 2-3 μήνες και κατόπιν περιοδικά, καθώς και 2-4 εβδομάδες μετά κάθε αύξηση δόσης. Παρακολούθηση FPG και HbA1c 4 εβδομάδες και 3 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας. Έναρξη ή τροποποίηση αντιδιαβητικής αγωγής εάν αναπτυχθεί υπεργλυκαιμία. Μείωση δόσης ή οριστική διακοπή του Signifor εάν η μη ελεγχόμενη υπεργλυκαιμία επιμένει. Εκτίμηση για κετοξέωση σε ασθενείς με σημεία και συμπτώματα σοβαρής μεταβολικής οξέωσης. Εντατικοποίηση χειρισμού και παρακολούθησης διαβήτη σε ασθενείς με ανεπαρκή γλυκαιμικό έλεγχο (HbA1c >8%).
  • Ηπατικοί έλεγχοι
    Συνιστάται παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας πριν τη θεραπεία, μετά 1, 2, 4, 8 και 12 εβδομάδες κατά τη διάρκεια της θεραπείας, και κατόπιν κλινικά. Εάν εμφανιστούν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών, πραγματοποιείται δεύτερος ηπατικός έλεγχος. Εάν επιβεβαιωθεί, ο ασθενής παρακολουθείται με συχνούς ηπατικούς ελέγχους. Διακοπή της θεραπείας εάν ο ασθενής εμφανίσει ίκτερο ή άλλα σημεία κλινικά σημαντικής ηπατικής δυσλειτουργίας, σταθερή αύξηση AST ή ALT ≥5 x ULN, ή αυξήσεις ALT ή AST >3 x ULN ταυτόχρονα με αυξήσεις χολερυθρίνης >2 x ULN. Μετά τη διακοπή, οι ασθενείς παρακολουθούνται μέχρι την επαναφορά. Η θεραπεία δεν πρέπει να επαναρχίσει.
  • Καρδιαγγειακά συμβάματα
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακή νόσο και/ή παράγοντες κινδύνου για βραδυκαρδία (ιστορικό κλινικά σημαντικής βραδυκαρδίας, οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, υψηλού βαθμού καρδιακού αποκλεισμού, συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (Κατηγορία III ή IV κατά NYHA), ασταθούς στηθάγχης, μόνιμης κοιλιακής ταχυκαρδίας, κοιλιακής μαρμαρυγής). Ασθενείς που διατρέχουν σημαντικό κίνδυνο για εμφάνιση παράτασης του διαστήματος QT (με συγγενές σύνδρομο μακρού QT, με μη ελεγχόμενη ή σοβαρή καρδιακή νόσο, με λήψη αντιαρρυθμικών ή άλλων ουσιών που οδηγούν σε παράταση του QT, με υποκαλιαιμία και/ή υπομαγνησιαιμία).
    Προσεκτική παρακολούθηση. Μπορεί να χρειάζεται τροποποίηση της δόσης βήτα αναστολέων, αναστολέων διαύλων ασβεστίου ή φαρμακευτικών προϊόντων που ρυθμίζουν το ισοζύγιο ηλεκτρολυτών. Χρήση με προσοχή και αξιολόγηση κινδύνου/οφέλους. Αποκατάσταση υποκαλιαιμίας και/ή υπομαγνησιαιμίας πριν τη χορήγηση.
  • Ανεπαρκή επίπεδα κορτιζόλης στο αίμα
    Παρακολούθηση και καθοδήγηση των ασθενών σχετικά με σημεία και συμπτώματα ανεπαρκών επιπέδων κορτιζόλης στο αίμα (π.χ. αδυναμία, κόπωση, ανορεξία, ναυτία, έμετο, υπόταση, υπερκαλιαιμία, υπονατριαιμία, υπογλυκαιμία). Σε περίπτωση τεκμηριωμένων ανεπαρκών επιπέδων κορτιζόλης, μπορεί να χρειαστεί προσωρινή θεραπεία υποκατάστασης με εξωγενή στεροειδή και/ή μείωση της δόσης ή διακοπή του Signifor.
  • Συμβάματα που σχετίζονται με τη χοληδόχο κύστη
    Εξέταση της χοληδόχου κύστης με υπέρηχο πριν από τη θεραπεία και κάθε 6-12 μήνες κατά τη διάρκειά της. Αντιμετώπιση συμπτωματικών λίθων σύμφωνα με την κλινική πρακτική.
  • Ορμόνες της υπόφυσης
    Εξέταση παρακολούθησης της υποφυσιακής λειτουργίας (π.χ. TSH/ελεύθερη T4, GH/IGF-1) πριν από τη θεραπεία και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται κλινικά.
  • Επίδραση στη γονιμότητα της γυναίκας
    ΠληθυσμόςΓυναίκες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία
    Πρέπει να χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια θεραπείας.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου
    Χρήση με προσοχή.
swap_horiz
SPC-SIGNIFOR

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
sick
SPC-SIGNIFOR

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αίμα
  • Αναιμία
Ενδοκρινικό
  • Επινεφριδιακή ανεπάρκεια
Μεταβολισμός
  • Υπεργλυκαιμία
  • Σακχαρώδης διαβήτης
  • Μειωμένη όρεξη
  • Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2
  • Διαταραχή ανοχής στη λακτόζη
  • Διαβητική κετοξέωση
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
Καρδιά
  • Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
  • Παράταση QT
Αγγειακές
  • Υπόταση
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Κοιλιακό άλγος
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
Ήπαρ
  • Χολολιθίαση
  • Χολοκυστίτιδα
  • Χολόσταση
Δέρμα
  • Αλωπεκία
  • Κνησμός
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
  • Αρθραλγία
Γενικές
  • Αντίδραση στη θέση ένεσης
  • Κόπωση
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αύξηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης
Εργαστηριακές
  • Αύξηση γάμμα-γλουταμυλοτρανσφεράσης
  • Αύξηση αμινοτρανσφεράσης αλανίνης
  • Αύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης
  • Αύξηση λιπάσης
  • Αύξηση γλυκόζης αίματος
  • Αύξηση αμυλάσης αίματος
  • Παρατεταμένος χρόνος προθρομβίνης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αντίδραση στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αύξηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Σακχαρώδης διαβήτης
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Χολολιθίαση
    Ήπαρ
    Πολύ συχνές
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αύξηση αμινοτρανσφεράσης αλανίνης
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αύξηση αμυλάσης αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αύξηση γάμμα-γλουταμυλοτρανσφεράσης
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αύξηση γλυκόζης αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αύξηση λιπάσης
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Διαταραχή ανοχής στη λακτόζη
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Επινεφριδιακή ανεπάρκεια
    Ενδοκρινικό
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Παράταση QT
    Καρδιά
    Συχνές
  • Παρατεταμένος χρόνος προθρομβίνης
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Χολοκυστίτιδα
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Διαβητική κετοξέωση
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Χολόσταση
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-SIGNIFOR

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται
    Η πασιρεοτίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και σε γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς τη χρήση αντισύλληψης. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα.
  • Γαλουχία
    Πρέπει να διακόπτεται
    Δεν είναι γνωστό εάν η πασιρεοτίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Signifor.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστη κλινική σημασία
    Μελέτες σε αρουραίους έχουν δείξει επιδράσεις σε παραμέτρους αναπαραγωγής των θηλυκών. Η κλινική σημασία των αποτελεσμάτων αυτών στους ανθρώπους είναι άγνωστη.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η πασιρεοτίδη ενεργοποιεί ένα ευρύ φάσμα υποδοχέων σωματοστατίνης, παρουσιάζοντας in vitro πολύ υψηλότερη συγγένεια σύνδεσης για τους υποδοχείς σωματοστατίνης 1, 3 και 5 από την οκτρεοτίδη, καθώς και συγκρίσιμη συγγένεια σύνδεσης για…
monitor_heart
SPC-SIGNIFOR

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ορμόνες της υπόφυσης και του υποθαλάμου και ανάλογα, σωματοστατίνη και ανάλογα, κωδικός ATC: H01CB05 ### Μηχανισμός δράσης Η πασιρεοτίδη είναι ένα καινοτόμο κυκλοεξαπεπτιδικό, ενέσιμο ανάλογο σωματοστατίνης. Όπως οι φυσικές…

biotech
SPC-SIGNIFOR

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Σε υγιείς εθελοντές, η πασιρεοτίδη απορροφάται ταχέως και η μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος επιτυγχάνεται εντός 0,25-0,5 ωρών. Η Cmax και η AUC είναι κατά προσέγγιση αναλογικές προς τη δόση μετά τη χορήγηση εφάπαξ ή πολλαπλών δόσεων. Δεν…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ο μεταβολισμός είναι ελάχιστος.
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση της πασιρεοτίδης παρατηρείται σε 0,25-0,5 ώρες. Μετά τη χορήγηση εφάπαξ και πολλαπλών δόσεων, παρατηρούνται αναλογικές της δόσης αυξήσεις στην Cmax και την AUC. Η πασιρεοτίδη αποβάλλεται…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Αμινοτρανσφεράσες · πριν τη θεραπεία, μετά από 1, 2, 4, 8 και 12 εβδομάδες κατά τη διάρκεια της θεραπείας, κατόπιν σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις
  • Χολερυθρίνη · πριν τη θεραπεία, μετά από 1, 2, 4, 8 και 12 εβδομάδες κατά τη διάρκεια της θεραπείας, κατόπιν σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Κάλιο ορού (K⁺) scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά πριν από την χορήγηση, περιοδικά στη διάρκεια της θεραπείας
Μαγνήσιο ορού (Mg²⁺) scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά πριν από την χορήγηση, περιοδικά στη διάρκεια της θεραπείας
Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης πριν από την έναρξη θεραπείας, εβδομαδιαίως για τους πρώτους δύο με τρεις μήνες, κατόπιν περιοδικά όπως ενδείκνυται κλινικά, κατά τις πρώτες δύο έως τέσσερις εβδομάδες μετά από οποιαδήποτε αύξηση της δόσης, 4 εβδομάδες και 3 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας
Γλυκόζη πλάσματος νηστείας (FPG) glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης πριν από την έναρξη θεραπείας, εβδομαδιαίως για τους πρώτους δύο με τρεις μήνες, κατόπιν περιοδικά όπως ενδείκνυται κλινικά, κατά τις πρώτες δύο έως τέσσερις εβδομάδες μετά από οποιαδήποτε αύξηση της δόσης, 4 εβδομάδες και 3 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας
Κετοξέωση glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης όταν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα Σημεία και συμπτώματα σοβαρής μεταβολικής οξέωσης
Αυξητική ορμόνη (GH) endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες πριν από τη θεραπεία και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται κλινικά
Αυξητικός παράγοντας ινσουλίνης 1 (IGF-1) endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες πριν από τη θεραπεία και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται κλινικά
Ελεύθερη θυροξίνη (fT4) endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες πριν από τη θεραπεία και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται κλινικά
Θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH) endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες πριν από τη θεραπεία και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται κλινικά
Κορτιζόλη ορού endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες περιοδικά
Λειτουργία υπόφυσης endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες πριν από τη θεραπεία και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται κλινικά
cardiology

ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Διορθωμένο διάστημα QT (QTc) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) πριν από την έναρξη της θεραπείας, μία εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας, και σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις στην συνέχεια
Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) πριν από την έναρξη της θεραπείας, μία εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας, και σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις στην συνέχεια
radiology

Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Υπέρηχος χοληδόχου κύστης radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος πριν από τη θεραπεία και κάθε 6 με 12 μήνες κατά τη διάρκεια της θεραπείας
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-SIGNIFOR
expand_more

Δοσολογία

Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 0,6 mg πασιρεοτίδης χορηγούμενη με υποδόρια ένεση δύο φορές την ημέρα.

Δύο μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας με Signifor, θα πρέπει να αξιολογείται το κλινικό όφελος για τους ασθενείς. Ασθενείς που εμφανίζουν σημαντική μείωση του επιπέδου ελεύθερης κορτιζόλης στα ούρα (UFC) θα πρέπει να συνεχίζουν τη λήψη Signifor για όσο διάστημα αυτό είναι ωφέλιμο. Μια αύξηση της δοσολογίας σε 0,9 mg μπορεί να εξετασθεί με βάση το βαθμό ανταπόκρισης στη θεραπεία, εφόσον η δόση των 0,6 mg είναι καλά ανεκτή από τον ασθενή. Για ασθενείς χωρίς ανταπόκριση στο Signifor έπειτα από δύο μήνες θεραπείας, θα εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής.

Για την αντιμετώπιση πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, χρειάζεται ενδεχομένως προσωρινή μείωση της δόσης του Signifor. Συνιστάται μείωση της δόσης κατά 0,3 mg δύο φορές την ημέρα. Εάν παραλειφθεί μια δόση του Signifor, η επόμενη ένεση πρέπει να γίνει κατά την προγραμματισμένη ώρα. Οι δόσεις δεν θα πρέπει να διπλασιαστούν για να αναπληρώσετε τυχόν προηγούµενη δόση.

Μετάβαση από ενδομυϊκή σε υποδόρια μορφή

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη μετάβαση από ενδομυϊκή σε υποδόρια μορφή πασιρεοτίδης. Εάν απαιτείται τέτοια μετάβαση, συνιστάται να διατηρηθεί ένα διάστημα τουλάχιστον 28 ημερών μεταξύ της τελευταίας ενδομυϊκής ένεσης και της πρώτης υποδόριας ένεσης και να γίνεται έναρξη των υποδόριων ενέσεων σε δόση 0,6 mg πασιρεοτίδης δύο φορές την ημέρα. Θα πρέπει να παρακολουθείται η ανταπόκριση και η ανεκτικότητα του ασθενούς και μπορεί να χρειαστούν αναπροσαρμογές της δόσης.

Ειδικοί πληθυσμοί

  • Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Signifor σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 0 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥65 ετών) Τα στοιχεία για τη χρήση Signifor σε ασθενείς άνω των 65 ετών είναι περιορισμένα, αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις που να υποδεικνύουν ότι απαιτείται τροποποίηση της δόσης σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης σε ασθενείς με ήπια διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας (Child-Pugh A). Η συνιστώμενη αρχική δόση για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Β) είναι 0,3 mg δύο φορές την ημέρα (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η μέγιστη συνιστώμενη δοσολογία για αυτούς τους ασθενείς είναι 0,6 mg δύο φορές την ημέρα. Το Signifor δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C) (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Τρόπος χορήγησης

Το Signifor χορηγείται υποδορίως με ένεση από τον ίδιο τον ασθενή. Οι ασθενείς θα λαμβάνουν οδηγίες από τον γιατρό ή από επαγγελματίες του τομέα υγειονομικής περίθαλψης σχετικά με τον τρόπο χορήγησης της ένεσης Signifor υποδορίως. Δεν συνιστάται η χρήση του ίδιου σημείου ένεσης για δύο διαδοχικές ενέσεις. Σημεία που εμφανίζουν ενδείξεις φλεγμονής ή ερεθισμού θα πρέπει να αποφεύγονται. Τα προτιμώμενα σημεία ένεσης για υποδόριες ενέσεις είναι το άνω μέρος του μηρού και η κοιλία (εξαιρουμένου του αφαλού ή της περιφέρειας της μέσης). Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον χειρισμό, βλ. παράγραφο 6.6.

block

Αντενδείξεις

SPC-SIGNIFOR
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-SIGNIFOR
expand_more

Μεταβολισμός γλυκόζης

Έχουν γίνει συχνά αναφορές μεταβολών στα επίπεδα γλυκόζης αίματος σε υγιείς εθελοντές και σε ασθενείς που έλαβαν πασιρεοτίδη. Υπεργλυκαιμία και, λιγότερο συχνά, υπογλυκαιμία παρατηρήθηκαν σε συμμετέχοντες σε κλινικές μελέτες με πασιρεοτίδη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ο βαθμός υπεργλυκαιμίας φαίνεται ότι είναι υψηλότερος σε ασθενείς με προ-διαβητικές καταστάσεις ή επιβεβαιωμένο σακχαρώδη διαβήτη. Στη βασική μελέτη, τα επίπεδα HbA1c αυξήθηκαν σημαντικά και σταθεροποιήθηκαν, αλλά δεν επέστρεψαν στις αρχικές τιμές (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι περισσότερες περιπτώσεις διακοπής και υψηλότερου βαθμού αναφοράς σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών λόγω υπεργλυκαιμίας υπήρξαν σε ασθενείς οι οποίοι έκαναν θεραπεία με τη δόση των 0,9 mg δύο φορές την ημέρα. Η ανάπτυξη υπεργλυκαιμίας φαίνεται ότι σχετίζεται με μειωμένη έκκριση ινσουλίνης (ιδίως κατά την περίοδο μετά τη δόση) και ινκρετινών (δηλ. του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 [GLP-1] και του γλυκοζοεξαρτώμενου ινσουλινοτροπικού πολυπεπτιδίου [GIP]). Η γλυκαιμική κατάσταση (γλυκόζη νηστείας πλάσματος /αιμοσφαιρίνη A1c [FPG/HbA1c]) θα πρέπει να εκτιμάται πριν από την έναρξη θεραπείας με πασιρεοτίδη. Τα επίπεδα FPG/HbA1c κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα παρακολουθούνται σύμφωνα με τις καθιερωμένες κατευθυντήριες γραμμές. Η αυτοπαρακολούθηση της γλυκόζης αίματος και/ή οι αξιολογήσεις της FPG θα πρέπει να πραγματοποιούνται εβδομαδιαίως για τους πρώτους δύο με τρεις μήνες και κατόπιν περιοδικά, όπως ενδείκνυται κλινικά, όπως επίσης κατά τις πρώτες δύο έως τέσσερις εβδομάδες μετά από οποιαδήποτε αύξηση της δόσης. Επιπλέον, πρέπει να γίνεται παρακολούθηση της FPG και της HbA1c 4 εβδομάδες και 3 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας, αντίστοιχα. Αν αναπτυχθεί υπεργλυκαιμία σε ασθενή που λαμβάνει αγωγή με Signifor, συνιστάται έναρξη ή τροποποίηση αντιδιαβητικής αγωγής, ακολουθώντας τις καθιερωμένες κατευθυντήριες γραμμές για την αντιμετώπιση της υπεργλυκαιμίας. Αν η μη ελεγχόμενη υπεργλυκαιμία επιμένει παρά την κατάλληλη ιατρική αντιμετώπιση, η δόση του Signifor θα πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί οριστικά η θεραπεία με Signifor (βλ. επίσης Αλληλεπιδράσεις). Έχουν αναφερθεί περιστατικά κετοξέωσης με το Signifor μετά την κυκλοφορία του προϊόντος σε ασθενείς με ή χωρίς ιστορικό διαβήτη. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν σημεία και συμπτώματα που συνάδουν με σοβαρή μεταβολική οξέωση θα πρέπει να εκτιμώνται για κετοξέωση ασχέτως ιστορικού διαβήτη. Σε ασθενείς με ανεπαρκή γλυκαιμικό έλεγχο (οριζόμενο ως τιμές HbA1c >8% κατά τη λήψη αντιδιαβητικής θεραπείας), ο χειρισμός και η παρακολούθηση του διαβήτη θα πρέπει να εντατικοποιηθούν πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πασιρεοτίδη.

Ηπατικοί έλεγχοι

Ήπιες παροδικές αυξήσεις στις αμινοτρανσφεράσες παρατηρούνται συχνά σε ασθενείς που λαμβάνουν πασιρεοτίδη. Έχουν επίσης αναφερθεί σπάνια περιστατικά ταυτόχρονων αυξήσεων στην ALT (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης) πέραν των 3 x ULN και χολερυθρίνης πέραν των 2 x ULN (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Συνιστάται η παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας πριν τη θεραπεία με πασιρεοτίδη και μετά από μια, δύο, τέσσερεις, οκτώ και δώδεκα εβδομάδες κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Κατόπιν, η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις. Σε ασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών θα πρέπει να πραγματοποιείται ένας δεύτερος ηπατικός έλεγχος για επιβεβαίωση του ευρήματος. Εάν το εύρημα επιβεβαιωθεί, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται με συχνούς ηπατικούς ελέγχους έως ότου οι τιμές επανέλθουν στα επίπεδα προ της θεραπείας. Η θεραπεία με πασιρεοτίδη πρέπει να διακοπεί εάν ο ασθενής εμφανίσει ίκτερο ή άλλα σημεία τα οποία να υποδηλώνουν κλινικά σημαντική ηπατική δυσλειτουργία, σε περίπτωση σταθερής αύξησης της AST (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση) ή ALT 5 x ULN ή μεγαλύτερη, ή εάν εμφανισθούν αυξήσεις της ALT ή AST μεγαλύτερες από 3 x ULN ταυτόχρονα με αυξήσεις της χολερυθρίνης πέραν των 2 x ULN. Μετά τη διακοπή της θεραπείας με πασιρεοτίδη, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρι την επαναφορά. Η θεραπεία δεν πρέπει να επαναρχίσει.

Καρδιαγγειακά συμβάματα

Έχει αναφερθεί βραδυκαρδία με τη χρήση πασιρεοτίδης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών με καρδιακή νόσο και/ή παράγοντες κινδύνου για βραδυκαρδία, όπως ιστορικό κλινικά σημαντικής βραδυκαρδίας ή οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, υψηλού βαθμού καρδιακού αποκλεισμού, συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (Κατηγορία III ή IV κατά NYHA), ασταθούς στηθάγχης, μόνιμης κοιλιακής ταχυκαρδίας, κοιλιακής μαρμαρυγής. Μπορεί να χρειάζεται τροποποίηση της δόσης φαρμακευτικών προϊόντων όπως είναι οι βήτα αναστολείς, οι αναστολείς διαύλων ασβεστίου ή φαρμακευτικών προϊόντων που ρυθμίζουν το ισοζύγιο ηλεκτρολυτών (βλ. επίσης Αλληλεπιδράσεις). Σε δύο μελέτες αποκλειστικά σε υγιείς εθελοντές, καταδείχθηκε ότι η πασιρεοτίδη παρατείνει το διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ). Η κλινική σημασία αυτής της παράτασης είναι άγνωστη. Σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς με νόσο του Cushing, παρατηρήθηκε QTcF >500 msec σε δύο από τους 201 ασθενείς. Τα επεισόδια αυτά ήταν σποραδικά και εμφανίστηκαν μία φορά, χωρίς να παρατηρηθούν κλινικές συνέπειες. Δεν παρατηρήθηκαν επεισόδια κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsade de pointes) στις συγκεκριμένες μελέτες ή σε κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν σε άλλους πληθυσμούς ασθενών. Η πασιρεοτίδη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και ο κίνδυνος και το όφελος να αξιολογηθούν προσεκτικά σε ασθενείς που διατρέχουν σημαντικό κίνδυνο για εμφάνιση παράτασης του διαστήματος QT, όπως σε εκείνους:

  • με συγγενές σύνδρομο μακρού QT
  • με μη ελεγχόμενη ή σοβαρή καρδιακή νόσο, περιλαμβανομένου του πρόσφατου εμφράγματος του μυοκαρδίου, της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, της ασταθούς στηθάγχης ή της κλινικά σημαντικής βραδυκαρδίας
  • οι οποίοι λαμβάνουν αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα ή άλλες ουσίες που είναι γνωστό ότι οδηγούν σε παράταση του QT (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
  • με υποκαλιαιμία και/ή υπομαγνησιαιμία Πρέπει να γίνεται παρακολούθηση για τυχόν επίδραση στο διάστημα QTc και διενέργεια ΗΚΓ πριν από την έναρξη της θεραπείας με Signifor, μία εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας και σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις στην συνέχεια. Η υποκαλιαιμία και/ή η υπομαγνησιαιμία πρέπει να αποκαθίστανται πριν από την χορήγηση Signifor και να παρακολουθούνται περιοδικά στη διάρκεια της θεραπείας.

Ανεπαρκή επίπεδα κορτιζόλης στο αίμα

Η θεραπεία με Signifor οδηγεί σε ταχεία καταστολή της έκκρισης ACTH (αδρενοκορτικοτρόπος ορμόνη) σε ασθενείς με νόσο του Cushing. Η ταχεία, πλήρης ή σχεδόν πλήρης καταστολή της ACTH μπορεί να προκαλέσει μείωση των επιπέδων κορτιζόλης στην κυκλοφορία και ενδεχομένως παροδικά ανεπαρκή επίπεδα κορτιζόλης στο αίμα/επινεφριδιακή ανεπάρκεια. Είναι επομένως αναγκαίο οι ασθενείς να παρακολουθούνται και να καθοδηγούνται σχετικά με τα σημεία και τα συμπτώματα που σχετίζονται με ανεπαρκή επίπεδα κορτιζόλης στο αίμα (π.χ. αδυναμία, κόπωση, ανορεξία, ναυτία, έμετο, υπόταση, υπερκαλιαιμία, υπονατριαιμία, υπογλυκαιμία). Σε περίπτωση τεκμηριωμένων ανεπαρκών επιπέδων κορτιζόλης στο αίμα, χρειάζεται πιθανώς προσωρινή θεραπεία υποκατάστασης με εξωγενή στεροειδή (γλυκοκορτικοειδή) και/ή μείωση της δόσης ή διακοπή του Signifor.

Συμβάματα που σχετίζονται με τη χοληδόχο κύστη

Η χολολιθίαση (χολόλιθοι) είναι μια αναγνωρισμένη ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετίζεται με τη μακροχρόνια χρήση αναλόγων σωματοστατίνης και έχει αναφερθεί συχνά σε κλινικές μελέτες με πασιρεοτίδη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Έχουν αναφερθεί περιστατικά χολαγγειίτιδας σε ασθενείς που λαμβάνουν Signifor μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, κατά την πλειοψηφία των οποίων έγινε αναφορά ως μια επιπλοκή χολόλιθων. Συνιστάται, επομένως, εξέταση της χοληδόχου κύστης με υπέρηχο πριν από τη θεραπεία και κάθε 6 με 12 μήνες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Signifor. Η παρουσία χολόλιθων σε ασθενείς που λαμβάνουν Signifor είναι συνήθως ασυμπτωματική. Οι συμπτωματικοί λίθοι θα αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την κλινική πρακτική.

Ορμόνες της υπόφυσης

Καθώς η φαρμακολογική δράση της πασιρεοτίδης μιμείται εκείνη της σωματοστατίνης, δε μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αναστολής και άλλων ορμονών της υπόφυσης εκτός της ACTH. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εξετάζεται η παρακολούθηση της υποφυσιακής λειτουργίας (π.χ. TSH/ελεύθερη T4, GH/IGF-1) πριν από τη θεραπεία και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Signifor, όπως ενδείκνυται κλινικά.

Επίδραση στη γονιμότητα της γυναίκας

Τα θεραπευτικά οφέλη της μείωσης ή εξομάλυνσης των επιπέδων κορτιζόλης στον ορό σε γυναίκες ασθενείς με νόσο του Cushing θα μπορούσε να αποκαταστήσει τη γονιμότητα. Γυναίκες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια θεραπείας με το Signifor (βλ. Κύηση και γαλουχία).

Νεφρική δυσλειτουργία

Λόγω της αύξησης σε μη δεσμευμένη έκθεση στο φάρμακο, το Signifor θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Περιεκτικότητα σε νάτριο

Το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νατρίου ανά δόση, δηλ. είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-SIGNIFOR
expand_more

Αναμενόμενες φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις που οδηγούν σε επιδράσεις επί της πασιρεοτίδης

Η επίδραση του P-gp αναστολέα βεραπαμίλη στην φαρμακοκινητική της υποδόριας πασιρεοτίδης ελέγχθηκε σε μια μελέτη αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμάκων σε υγιείς εθελοντές. Δεν παρατηρήθηκε καμία αλλαγή στην φαρμακοκινητική (ρυθμός και έκταση έκθεσης) της πασιρεοτίδης.

Αναμενόμενες φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις που οδηγούν σε επιδράσεις επί άλλων φαρμακευτικών προϊόντων

Η πασιρεοτίδη μπορεί να μειώσει τη σχετική βιοδιαθεσιμότητα της κυκλοσπορίνης. Σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης πασιρεοτίδης και κυκλοσπορίνης, απαιτείται πιθανώς τροποποίηση της δόσης της κυκλοσπορίνης για τη διατήρηση θεραπευτικών επιπέδων.

Αναμενόμενες φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις

  • Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία παρατείνουν το διάστημα QT Η πασιρεοτίδη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία παρατείνουν το διάστημα QT, όπως αντιαρρυθμικά κατηγορίας Ia (π.χ. κινιδίνη, προκαϊναμίδη, δισοπυραμίδη), αντιαρρυθμικά κατηγορίας III (π.χ. αμιοδαρόνη, δρονεδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιβουτιλίδη), συγκεκριμένα αντιβακτηριακά (ενδοφλέβια ερυθρομυκίνη, ένεση πενταμιδίνης, κλαριθρομυκίνη, μοξιφλοξασίνη), ορισμένα αντιψυχωσικά (π.χ. χλωροπρομαζίνη, θειοριδαζίνη, φλουφαιναζίνη, πιμοζίδη, αλοπεριδόλη, τιαπρίδη, αμισουλπρίδη, σερτινδόλη, μεθαδόνη), ορισμένα αντιισταμινικά (π.χ. τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, μιζολαστίνη), ανθελονοσιακά (π.χ. χλωροκίνη, αλοφαντρίνη, λουμεφαντρίνη), συγκεκριμένα ανιμυκητιασικά (κετοκοναζόλη, εκτός σε σαμπουάν) (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Φαρμακευτικά προϊόντα για τη βραδυκαρδία Κλινική παρακολούθηση του καρδιακού ρυθμού, ιδίως στην αρχή της θεραπείας, συνιστάται σε ασθενείς που λαμβάνουν πασιρεοτίδη ταυτόχρονα με φαρμακευτικά προϊόντα για τη βραδυκαρδία, όπως βήτα αναστολείς (π.χ. μετοπρολόλη, καρτεολόλη, προπρανολόλη, σοταλόλη), αναστολείς ακετυλοχολινεστεράσης (π.χ. ριβαστιγμίνη, φυσοστιγμίνη), ορισμένοι αναστολείς διαύλων ασβεστίου (π.χ. βεραπαμίλη, διλτιαζέμη, βεπριδίλη), ορισμένα αντιαρρυθμικά (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ινσουλίνη και αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα Μπορεί να χρειάζονται τροποποιήσεις της δόσης (μείωση ή αύξηση) της ινσουλίνης και αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων (π.χ. μετφορμίνη, λιραγλουτίδη, βιλδαγλιπτίνη, νατεγλινίδη) όταν χορηγούνται ταυτόχρονα με πασιρεοτίδη (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις).
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-SIGNIFOR
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Συνολικά, 201 ασθενείς με νόσο του Cushing έλαβαν Signifor σε μελέτες φάσης II και III. Το προφίλ ασφάλειας του Signifor συνάδει με την κατηγορία των αναλόγων σωματοστατίνης, με την εξαίρεση της εμφάνισης υποκορτιζολισμού και του βαθμού υπεργλυκαιμίας.

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (συχνότητα εμφάνισης ≥10%) ήταν διάρροια, ναυτία, κοιλιακό άλγος, χολολιθίαση, αντιδράσεις στη θέση ένεσης, υπεργλυκαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κόπωση και αύξηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.

Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν παρατίθενται σύμφωνα με την κύρια κατηγορία οργάνου συστήματος κατά MedDRA. Σε κάθε κατηγορία οργάνου συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται με βάση τη συχνότητα εμφάνισης. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας. Οι συχνότητες ορίστηκαν ως εξής: Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100).

Κατηγορία/Οργανικό σύστημα Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Αναιμία
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Επινεφριδιακή ανεπάρκεια
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Υπεργλυκαιμία, σακχαρώδης διαβήτης Μειωμένη όρεξη, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, διαταραχή της ανοχής στην λακτόζη Διαβητική κετοξέωση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία, ζάλη
Καρδιακές διαταραχές Φλεβοκομβική βραδυκαρδία, παράταση QT
Αγγειακές διαταραχές Υπόταση
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Διάρροια, κοιλιακό άλγος, ναυτία Έμετος, άλγος άνω κοιλιακής χώρας
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Χολολιθίαση Χολοκυστίτιδα* Χολόσταση
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Αλωπεκία, κνησμός
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Μυαλγία, αρθραλγία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Αντίδραση της θέσης ένεσης, κόπωση
Παρακλινικές εξετάσεις Αύξηση γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης Αύξηση γ-γλουταμυλοτρανσφεράσης, αύξηση αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης, αύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης, αύξηση λιπάσης, αύξηση γλυκόζης αίματος, αύξηση αμυλάσης αίματος, παρατεταμένος χρόνος προθρομβίνης
  • Η χολοκυστίτιδα συμπεριλαμβάνει και την οξεία χολοκυστίτιδα

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

  • Διαταραχές του μεταβολισμού της γλυκόζης Η αυξημένη γλυκόζη ήταν η πιο συχνά αναφερθείσα Βαθμού 3 εργαστηριακή ανωμαλία (23,2% των ασθενών) στη μελέτη φάσης III σε ασθενείς με νόσο του Cushing. Οι μέσες αυξήσεις HbA1c ήταν λιγότερο έντονες σε ασθενείς με κανονική γλυκαιμία (n=62 συνολικά) κατά την ένταξη στη μελέτη (5,29% και 5,22% στην έναρξη και 6,50% και 6,75% τον 6ο μήνα για τις ομάδες δόσης 0,6 και 0,9 mg δις ημερησίως, αντίστοιχα) σε σχέση με τους προ-διαβητικούς ασθενείς (n=38 συνολικά, 5,77% και 5,71% στην έναρξη και 7,45% και 7,13% τον 6 μήνα) ή τους διαβητικούς ασθενείς (n=54 συνολικά, 6,50% και 6,42% στην έναρξη και 7,95% και 8,30% τον 6ο μήνα). Τα μέσα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος νηστείας αυξήθηκαν συνήθως τον πρώτο μήνα θεραπείας, ενώ μειώθηκαν και σταθεροποιήθηκαν τους επόμενους μήνες. Οι τιμές γλυκόζης πλάσματος νηστείας και HbA1c γενικά μειώθηκαν μέσα σε 28 ημέρες μετά τη διακοπή της πασιρεοτίδης, ωστόσο, παρέμειναν πάνω από τις αρχικές τιμές. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα μακροχρόνια στοιχεία παρακολούθησης. Οι ασθενείς με αρχική HbA1c ≥7% ή οι οποίοι ελάμβαναν αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα πριν από την τυχαιοποίηση, είχαν τάση για υψηλότερες μέσες μεταβολές της γλυκόζης πλάσματος νηστείας και της HbA1c σε σχέση με άλλους ασθενείς. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες της υπεργλυκαιμίας και του σακχαρώδους διαβήτη οδήγησαν σε διακοπή της συμμετοχής στη μελέτη 5 (3,1%) και 4 (2,5%) ασθενών, αντίστοιχα. Ένα περιστατικό κέτωσης και ένα κετοξέωσης έχουν αναφερθεί κατά την παρηγορητική χρήση του Signifor. Συνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης αίματος σε ασθενείς που λαμβάνουν Signifor (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Αναφέρθηκαν συχνά διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος με Signifor. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συνήθως χαμηλού βαθμού, δεν χρειάστηκαν παρέμβαση και βελτιώθηκαν με συνέχιση της θεραπείας.
  • Αντιδράσεις της θέσης ένεσης Αντιδράσεις της θέσης ένεσης αναφέρθηκαν στο 13,6% των ασθενών που εντάχθηκαν στη μελέτη φάσης III για τη νόσο του Cushing. Αντιδράσεις της θέσης ένεσης αναφέρθηκαν επίσης σε κλινικές μελέτες σε άλλους πληθυσμούς. Οι αντιδράσεις που αναφέρθηκαν συχνότερα ήταν τοπικό άλγος, ερύθημα, αιμάτωμα, αιμορραγία και κνησμός. Οι αντιδράσεις αυτές απέδραμαν αυτόματα και δεν χρειάστηκαν παρέμβαση.
  • Ηπατικά ένζυμα Παροδικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων έχουν αναφερθεί με τη χρήση αναλόγων σωματοστατίνης και παρατηρήθηκαν επίσης σε ασθενείς που ελάμβαναν πασιρεοτίδη σε κλινικές μελέτες. Οι αυξήσεις ήταν κυρίως ασυμπτωματικές, χαμηλού βαθμού και αντιστρέψιμες με συνέχιση της θεραπείας. Έχουν παρατηρηθεί σπάνιες περιπτώσεις ταυτόχρονων αυξήσεων της ALT πέραν των 3 x ULN και της χολερυθρίνης πέραν των 2 x ULN. Όλες οι περιπτώσεις ταυτόχρονων αυξήσεων είχαν εντοπισθεί εντός δέκα ημερών από την έναρξη της θεραπείας με Signifor. Οι ασθενείς ανέρρωσαν χωρίς κλινική συνέχεια και τα αποτελέσματα των ελέγχων της ηπατικής λειτουργίας επανήλθαν στις αρχικές τιμές μετά τον τερματισμό της θεραπείας. Συνιστάται παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων πριν από την έναρξη της θεραπείας και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Signifor (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), όπως ενδείκνυται κλινικά.
  • Παγκρεατικά ένζυμα Ασυμπτωματικές αυξήσεις της λιπάσης και της αμυλάσης παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που ελάμβαναν πασιρεοτίδη σε κλινικές μελέτες. Οι αυξήσεις ήταν ως επί το πλείστον χαμηλού βαθμού και αντιστρέψιμες με συνέχιση της θεραπείας. Η παγκρεατίτιδα είναι μια πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετίζεται με τη χρήση αναλόγων σωματοστατίνης, λόγω της σχέσης μεταξύ χολολιθίασης και οξείας παγκρεατίτιδας.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-SIGNIFOR
expand_more

Κύηση

Υπάρχει περιορισμένος αριθμός δεδομένων σχετικά με τη χρήση της πασιρεοτίδης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η πασιρεοτίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και σε γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς τη χρήση αντισύλληψης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η πασιρεοτίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα δεδομένα σε αρουραίους έδειξαν απέκκριση της πασιρεοτίδης στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Signifor.

Γονιμότητα

Μελέτες σε αρουραίους έχουν δείξει επιδράσεις σε παραμέτρους αναπαραγωγής των θηλυκών (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η κλινική σημασία των αποτελεσμάτων αυτών στους ανθρώπους είναι άγνωστη.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-SIGNIFOR
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Ορμόνες της υπόφυσης και του υποθαλάμου και ανάλογα, σωματοστατίνη και ανάλογα, κωδικός ATC: H01CB05

Μηχανισμός δράσης

Η πασιρεοτίδη είναι ένα καινοτόμο κυκλοεξαπεπτιδικό, ενέσιμο ανάλογο σωματοστατίνης. Όπως οι φυσικές πεπτιδικές ορμόνες σωματοστατίνη-14 και σωματοστατίνη-28 (γνωστή και ως παράγοντας αναστολής της έκκρισης σωματοτροπίνης [SRIF]) και άλλα ανάλογα σωματοστατίνης, η πασιρεοτίδη ασκεί τη φαρμακολογική της δράση μέσω σύνδεσης σε υποδοχείς σωματοστατίνης. Είναι γνωστοί πέντε υποτύποι υποδοχέα σωματοστατίνης στον άνθρωπο: οι hsst1, 2, 3, 4 και 5. Αυτοί οι υποτύποι υποδοχέα σωματοστατίνης εκφράζονται σε διαφορετικούς ιστούς υπό φυσιολογικές συνθήκες. Τα ανάλογα σωματοστατίνης συνδέονται σε υποδοχείς hsst με διαφορετική ισχύ (βλ. Πίνακα 2). Η πασιρεοτίδη συνδέεται με υψηλή συγγένεια σε τέσσερις από τους πέντε hssts.

Πίνακας 2 Συγγένεια σύνδεσης σωματοστατίνης (SRIF-14), πασιρεοτίδης, οκτρεοτίδης και λανρεοτίδης στους πέντε ανθρώπινους υποτύπους υποδοχέα σωματοστατίνης (hsst1-5)

Ένωση hsst1 hsst2 hsst3 hsst4 hsst5
Σωματοστατίνη (SRIF-14) 0,93±0,12 0,15±0,02 0,56±0,17 1,5±0,4 0,29±0,04
Πασιρεοτίδη 9,3±0,1 1,0±0,1 1,5±0,3 >1.000 0,16±0,01
Οκτρεοτίδη 280±80 0,38±0,08 7,1±1,4 230±40 6,3±1,0
Λανρεοτίδη 180±20 0,54±0,08 14±9 >1.000 17±5

Τα αποτελέσματα είναι οι μέσες τιμές±SEM IC50 εκφρασμένες σε nmol/l.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Οι υποδοχείς σωματοστατίνης εκφράζονται σε πολλούς ιστούς, ιδίως σε νευροενδοκρινικούς όγκους στους οποίους εκκρίνονται υπερβολικές ποσότητες ορμονών, συμπεριλαμβανομένης της ACTH στη νόσο του Cushing. Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι τα κορτικοτρόπα καρκινικά κύτταρα από ασθενείς με νόσο του Cushing παρουσιάζουν ισχυρή έκφραση των hsst5, ενώ οι άλλοι υποτύποι υποδοχέων είτε δεν εκφράζονται καθόλου είτε εκφράζονται σε σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο. Η πασιρεοτίδη συνδέεται και ενεργοποιεί τέσσερις από τους πέντε hssts, κυρίως τον hsst5, σε κορτικοτρόπα κύτταρα αδενωμάτων που παράγουν ACTH, οδηγώντας σε αναστολή της έκκρισης ACTH.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Διεξήχθη μια φάσης III, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη μελέτη για να εκτιμηθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα διαφορετικών επιπέδων δόσης του Signifor σε περίοδο θεραπείας δώδεκα μηνών σε ασθενείς με νόσο του Cushing που είχαν εμμένουσα ή υποτροπιάζουσα νόσο ή de novo ασθενείς για τους οποίους η χειρουργική επέμβαση αντενδείκνυτο ή οι οποίοι αρνήθηκαν να χειρουργηθούν. Στη μελέτη εντάχθηκαν 162 ασθενείς με αρχική UFC >1,5 x ULN, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν 1:1 σε υποδόρια δόση 0,6 mg ή 0,9 mg Signifor δις ημερησίως. Έπειτα από τρεις μήνες θεραπείας, οι ασθενείς με μέση UFC 24ώρου ≤2 x ULN και κατώτερη ή ίση με την αρχική τιμή συνέχισαν την τυφλή θεραπεία στη δόση τυχαιοποίησης μέχρι τον 6ο μήνα. Για ασθενείς που δεν ικανοποιούσαν αυτά τα κριτήρια, έγινε άρση της τυφλοποίησης και η δόση αυξήθηκε κατά 0,3 mg δις ημερησίως. Μετά τους πρώτους 6 μήνες στη μελέτη, οι ασθενείς εισήλθαν σε περίοδο ανοικτής θεραπείας 6 μηνών. Εάν δεν υπήρχε ανταπόκριση τον 6ο μήνα ή εάν η ανταπόκριση δεν διατηρήθηκε στη διάρκεια της περιόδου ανοικτής θεραπείας, η δοσολογία μπορούσε να αυξηθεί κατά 0,3 mg δις ημερησίως. Η δόση μπορούσε να μειωθεί κατά 0,3 mg δις ημερησίως ανά πάσα στιγμή στη διάρκεια της μελέτης για λόγους δυσανεξίας.

Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν το ποσοστό των ασθενών σε κάθε σκέλος που είχαν κανονικοποίηση του μέσου επιπέδου UFC 24ώρου (UFC ≤ULN) έπειτα από 6 μήνες θεραπείας και των οποίων η δόση δεν αυξήθηκε (σε σχέση με τη δόση τυχαιοποίησης) κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, μεταβολές σε σχέση με την έναρξη της μελέτης σε: UFC 24ώρου, ACTH πλάσματος, επίπεδα κορτιζόλης ορού και κλινικά σημεία και συμπτώματα της νόσου του Cushing. Όλες οι αναλύσεις πραγματοποιήθηκαν βάσει των ομάδων δόσης τυχαιοποίησης. Τα δημογραφικά στοιχεία αναφοράς ήταν καλά ισορροπημένα μεταξύ των δύο ομάδων δόσης τυχαιοποίησης και σύμφωνα με την επιδημιολογία της νόσου. Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν περίπου 40 έτη και η πλειοψηφία των ασθενών (77,8%) ήταν γυναίκες. Οι περισσότεροι ασθενείς (83,3%) είχαν εμμένουσα ή υποτροπιάζουσα νόσο του Cushing και λίγοι ασθενείς (≤5%) σε κάθε ομάδα θεραπείας είχαν αντιμετωπιστεί στο παρελθόν με ακτινοβόληση της υπόφυσης. Τα χαρακτηριστικά αναφοράς ήταν ισορροπημένα μεταξύ των δύο ομάδων δόσης τυχαιοποίησης, με την εξαίρεση αισθητών διαφορών στη μέση τιμή UFC 24ώρου στην έναρξη της μελέτης (1156 nmol/24 ώρες για την ομάδα 0,6 mg δις ημερησίως και 782 nmol/24 ώρες για την ομάδα 0,9 mg δις ημερησίως, φυσιολογικό εύρος 30-145 nmol/24 ώρες).

Αποτελέσματα

Τον 6ο μήνα, κανονικοποίηση του μέσου επιπέδου UFC παρατηρήθηκε στο 14,6% (95% CI 7,0-22,3) και στο 26,3% (95% CI 16,6-35,9) των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν σε πασιρεοτίδη 0,6 mg και 0,9 mg δις ημερησίως, αντίστοιχα. Η μελέτη εκπλήρωσε τον κύριο στόχο αποτελεσματικότητας για την ομάδα δόσης 0,9 mg δις ημερησίως, καθώς το κατώτερο όριο του 95% CI είναι μεγαλύτερο από το όριο 15% που είχε προκαθοριστεί. Η ανταπόκριση στο σκέλος δόσης 0,9 mg φάνηκε ότι είναι μεγαλύτερη για ασθενείς με χαμηλότερη μέση UFC στην έναρξη της θεραπείας. Το ποσοστό ανταπόκρισης το 12ο μήνα ήταν συγκρίσιμο με του 6ου μήνα, με 13,4% και 25,0% στις ομάδες 0,6 mg και 0,9 mg δις ημερησίως, αντίστοιχα.

Διεξήχθη μια υποστηρικτική ανάλυση αποτελεσματικότητας, στην οποία οι ασθενείς ταξινομήθηκαν περαιτέρω σε 3 κατηγορίες ανταπόκρισης ανεξάρτητα από την προς τα άνω τιτλοποίηση τον 3ο μήνα: Πλήρως ελεγχόμενοι (UFC ≤1,0 x ULN), μερικώς ελεγχόμενοι (UFC >1,0 x ULN, αλλά με μείωση της UFC ≥50% σε σχέση με την έναρξη) ή μη ελεγχόμενοι (μείωση στην UFC <50%). Η συνολική αναλογία των ασθενών με είτε πλήρη είτε μερικό μέσο έλεγχο της UFC στον 6ο μήνα ήταν 34% και 41% επί των τυχαιοποιημένων ασθενών στην δοσολογία των 0,6 mg και 0,9 mg, αντίστοιχα. Οι ασθενείς οι οποίοι δεν ελέγχονται τον 1ο και το 2ο μήνα, είναι πιθανό (90%) να παραμένουν μη ελεγχόμενοι τον 6ο και το 12ο μήνα.

Και στις δύο ομάδες δόσης, το Signifor οδήγησε σε μείωση της μέσης UFC έπειτα από 1 μήνα θεραπείας, η οποία διατηρήθηκε συν τω χρόνω.

Μειώσεις καταδείχθηκαν επίσης από το συνολικό ποσοστό μεταβολής του μέσου και διάμεσου επιπέδου UFC τον 6ο και το 12ο μήνα σε σχέση με τις αρχικές τιμές (βλ. Πίνακα 3). Μειώσεις των επιπέδων ACTH πλάσματος παρατηρήθηκαν επίσης σε κάθε χρονικό σημείο για κάθε ομάδα δόσης.

Πίνακας 3 Ποσοστιαία μεταβολή στο μέσο και διάμεσο επίπεδο UFC ανά ομάδα δόσης τυχαιοποίησης τον 6ο και το 12ο μήνα σε σύγκριση με τις αρχικές τιμές

Πασιρεοτίδη 0,6 mg δις ημερησίως Πασιρεοτίδη 0,9 mg δις ημερησίως
% μεταβολή (n)
Μέση μεταβολή UFC
6ος μήνας -27,5* (52) -48,4 (51)
12ος μήνας -41,3 (37) -54,5 (35)
Διάμεση μεταβολή UFC
6ος μήνας -47,9 (52) -47,9 (51)
12ος μήνας -67,6 (37) -62,4 (35)

*Συμπεριλαμβάνεται ένας ασθενής με σημαντικά ακραία αποτελέσματα, που είχε ποσοστιαία μεταβολή από την αρχική τιμή +542,2%.

Μειώσεις στη συστολική και στη διαστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση, στο δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) και στην ολική χοληστερόλη παρατηρήθηκαν και στις δύο ομάδες δόσης τον 6ο μήνα. Οι συνολικές μειώσεις αυτών των παραμέτρων παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με πλήρη και μερικό έλεγχο της μέσης UFC αλλά έτειναν να είναι μεγαλύτερες σε ασθενείς με κανονικοποιημένη UFC. Παρόμοιες τάσεις παρατηρήθηκαν και το 12ο μήνα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Signifor σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην εξαρτώμενη από την υπόφυση νόσο του Cushing, στην υπερπαραγωγή υποφυσιακής ACTH και στην εξαρτώμενη από την υπόφυση υπερδραστηριότητα του φλοιού των επινεφριδίων (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-SIGNIFOR
expand_more

Απορρόφηση

Σε υγιείς εθελοντές, η πασιρεοτίδη απορροφάται ταχέως και η μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος επιτυγχάνεται εντός 0,25-0,5 ωρών. Η Cmax και η AUC είναι κατά προσέγγιση αναλογικές προς τη δόση μετά τη χορήγηση εφάπαξ ή πολλαπλών δόσεων. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για την εκτίμηση της βιοδιαθεσιμότητας της πασιρεοτίδης στον άνθρωπο.

Κατανομή

Σε υγιείς εθελοντές, η πασιρεοτίδη κατανέμεται εκτεταμένα με υψηλό φαινόμενο όγκο κατανομής (Vz/F >100 λίτρα). Η κατανομή μεταξύ κυττάρων αίματος και πλάσματος εξαρτάται από τη συγκέντρωση και δείχνει ότι η πασιρεοτίδη εντοπίζεται κυρίως στο πλάσμα (91%). Ο βαθμός σύνδεσης με πρωτεΐνες πλάσματος είναι μέτριος (88%) και δεν εξαρτάται από τη συγκέντρωση. Με βάση in vitro δεδομένα, η πασιρεοτίδη φαίνεται ότι είναι υπόστρωμα μεταφορέα εκροής P-gp (P-γλυκοπρωτεΐνη). Με βάση in vitro δεδομένα, η πασιρεοτίδη δεν είναι υπόστρωμα του μεταφορέα εκροής BCRP (πρωτεΐνη αντοχής στον καρκίνο του μαστού) ούτε των μεταφορέων εισροής OCT1 (μεταφορέας οργανικών κατιόντων 1), OATP (πολυπεπτίδιο μεταφοράς οργανικών ανιόντων) 1B1, 1B3 ή 2B1. Στα θεραπευτικά δοσολογικά επίπεδα η πασιρεοτίδη δεν είναι αναστολέας των UGT1A1, OATP, 1B1 ή 1B3, P-gP, BCRP, MRP2 και BSEP.

Βιομετασχηματισμός

Η πασιρεοτίδη είναι μεταβολικά εξαιρετικά σταθερή και in vitro δεδομένα δείχνουν οτι η πασιρεοτίδη δεν αποτελεί υπόστρωμα, αναστολέα ή επαγωγέα μειζόνων ενζύμων του CYP450. Σε υγιείς εθελοντές, η πασιρεοτίδη ανευρίσκεται ως επί το πλείστον αναλλοίωτη στο πλάσμα, στα ούρα και στα κόπρανα.

Αποβολή

Η πασιρεοτίδη αποβάλλεται κυρίως δια ηπατικής κάθαρσης (έκκριση χολής), με μικρή συμβολή της νεφρικής οδού. Στη μελέτη σε ανθρώπους ADME, 55,9±6,63% της ραδιενεργού δόσης ανακτήθηκε τις πρώτες 10 ημέρες μετά τη χορήγηση, συμπεριλαμβανομένου 48,3±8,16% της ραδιενέργειας στα κόπρανα και 7,63±2,03% στα ούρα. Ο ρυθμός κάθαρσης της πασιρεοτίδης είναι χαμηλός (CL/F ~7,6 λίτρα/ώρα για υγιείς εθελοντές και ~3,8 λίτρα/ώρα για ασθενείς με νόσο του Cushing). Με βάση την αναλογία συσσώρευσης της AUC, η υπολογιζόμενη αποτελεσματική ημιπερίοδος ζωής (t1/2,eff) σε υγιείς εθελοντές ήταν περίπου 12 ώρες.

Γραμμικότητα και εξάρτηση από το χρόνο

Σε ασθενείς με νόσο του Cushing, η φαρμακοκινητική της πασιρεοτίδης είναι γραμμική και χρονοεξαρτώμενη σε εύρος δόσης από 0,3 mg έως 1,2 mg δις ημερησίως. Η ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού υποδεικνύει ότι βάσει της Cmax και της AUC, το 90% σταθερής κατάστασης σε ασθενείς με νόσο του Cushing επιτυγχάνεται έπειτα από 1,5 και 15 ημέρες περίπου, αντίστοιχα.

Ειδικοί πληθυσμοί

  • Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία H συμβολή της νεφρικής κάθαρσης στην αποβολή της πασιρεοτίδης στον άνθρωπο είναι αμελητέα. Σε μια κλινική μελέτη με εφάπαξ υποδόρια δόση των 900 µg πασιρεοτίδης σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική ανεπάρκεια ήπιας, μέτριας ή σοβαρής μορφής ή νεφρική ανεπάρκεια στο τελικό στάδιο (ESRD) δεν είχε σημαντικές επιπτώσεις στη συνολική έκθεση πασιρεοτίδης στο πλάσμα. Η μη δεσμευμένη έκθεση πασιρεοτίδης στο πλάσμα (AUCinf,u) αυξήθηκε στα άτομα με νεφρική δυσλειτουργία (ήπια: 33%, μέτρια: 25%, σοβαρή: 99%, ESRD: 143%) σε σύγκριση με τα άτομα στην ομάδα ελέγχου.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Σε μια κλινική μελέτη σε άτομα με διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας (Child-Pugh A, B και C), διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές σε άτομα με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B και C). Σε άτομα με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η AUCinf ήταν αυξημένη 60% και 79%, η Cmax ήταν αυξημένη 67% και 69% και η CL/F ήταν μειωμένη 37% και 44%, αντίστοιχα.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥65 ετών) Η ηλικία διαπιστώθηκε ότι είναι μια συμμεταβλητή στην ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού ασθενών με νόσο του Cushing. Μειωμένη ολική κάθαρση από τον οργανισμό και αυξημένη φαρμακοκινητική έκθεση παρατηρήθηκαν με αυξανόμενη ηλικία. Στην υπό μελέτη ηλικιακή ομάδα 18-73 ετών, η περιοχή κάτω από την καμπύλη σε σταθερή κατάσταση για διάστημα μεταξύ δόσεων 12 ωρών (AUCss) προβλέπεται να κυμαίνεται από 86% έως 111% σε σχέση με αυτή του τυπικού ασθενή των 41 ετών. Η μεταβολή αυτή είναι μέτρια και θεωρείται ελάσσονος σημασίας, λαμβάνοντας υπόψη το ευρύ φάσμα ηλικιών στο οποίο παρατηρήθηκε η επίδραση. Δεδομένα σε ασθενείς με νόσο του Cushing ηλικίας πέραν των 65 ετών είναι περιορισμένα αλλά δεν υποδηλώνουν κλινικά σημαντικές διαφορές στην ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα σε σχέση με τους νεότερους ασθενείς.
  • Δημογραφικά στοιχεία Αναλύσεις φαρμακοκινητικής πληθυσμού του Signifor δείχνουν ότι η φυλή και το φύλο δεν επηρεάζουν τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους. Το σωματικό βάρος διαπιστώθηκε ότι είναι μια συμμεταβλητή στην ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού ασθενών με νόσο του Cushing. Για ένα εύρος 60-100 κιλών, η μείωση της AUCss με αυξανόμενο βάρος προβλέπεται να είναι κατά προσέγγιση 27%, η οποία θεωρείται μέτρια και ελάσσονος κλινικής σημασίας.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

12 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

88%
PubChem

Απέκκριση

Ήπαρ
PubChem
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
9941444
Μοριακός τύπος
C58H66N10O9
Μοριακό βάρος
1047.2
IUPAC
[(3S,6S,9S,12R,15S,18S,20R)-9-(4-aminobutyl)-3-benzyl-12-(1H-indol-3-ylmethyl)-2,5,8,11,14,17-hexaoxo-15-phenyl-6-[(4-phenylmethoxyphenyl)methyl]-1,4,7,10,13,16-hexazabicyclo[16.3.0]henicosan-20-yl] N-(2-aminoethyl)carbamate
InChIKey
VMZMNAABQBOLAK-DBILLSOUSA-N
Κατάταξη MeSH

Κατάταξη MeSH

Φαρμακολογική ταξινόμηση: Χημικές ουσίες που έχουν ειδική ρυθμιστική επίδραση στην δραστηριότητα ενός ή περισσοτέρων οργάνων. Ο όρος αρχικά εφαρμόστηκε σε ουσίες που εκκρίνονται από τους διάφορους ΕΝΔΟΚΡΙΝΕΙΣ ΑΔΕΝΕΣ και μεταφέρονται μέσω της κυκλοφορίας του αίματος στους ιστούς-στόχους. Μερικές φορές επεκτείνεται για να περιλάβει ουσίες που δεν παράγονται από τους ενδοκρινείς αδένες, αλλά έχουν παρόμοια δράση.