LEVOMEPROMAZINE
Λεβομεπρομαζίνη
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-NOZINAN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: τρεις φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 12,5 mg
-
ΕνήλικεςΔόση12,5 - 50 mg τρεις φορές την ημέρα
-
Παιδιά από 2 ετών και άνωΔόση0,1 - 0,2 mg/kgτην ημέρα
block
SPC-NOZINAN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη λεβομεπρομαζίνη και γενικότερα στις φαινοθειαζίνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Παθήσεις του ήπατος
-
Κίνδυνος γλαυκώματος κλειστής γωνίας
-
Κίνδυνος επίσχεσης ούρων που σχετίζεται με διαταραχές της ουρήθρας ή του προστάτη
-
Υπερευαισθησία ή δυσανεξία στο γλουτένιο λόγω της παρουσίας αμύλου σίτου (γλουτένιο)
-
Ιστορικό ακοκκιοκυτταραιμίας
-
Σε συνδυασμό με Σουλτοπρίδη
-
Σε συνδυασμό με Ντοπαμινεργικούς αγωνιστές, εκτός της λεβοντόπα (αμανταδίνη, απομορφίνη, βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, εντακαπόνη, λισουρίδη, περγολίδη, πιριβεδίλη, πραμιπεξόλη, κιναγολίδη, ροπινιρόλη) με την εξαίρεση των παρκινσονικών ασθενών (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
-
Συγγενής γαλακτοζαιμία, σύνδρομο κακής απορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή έλλειψη λακτάσηςΠληθυσμόςασθενείς με αυτές τις καταστάσεις (λόγω παρουσίας λακτόζης)
warning
SPC-NOZINAN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Λοίμωξη / Αιματολογικές μεταβολέςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΣε περίπτωση πυρετού, πονόλαιμου ή άλλης λοίμωξης, άμεση ειδοποίηση ιατρού και πλήρες αιμοδιάγραμμα. Σε σαφείς μεταβολές (υπερλευκοκυττάρωση, κοκκιοκυτταροπενία), διακοπή θεραπείας.
-
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΣε περίπτωση ανεξήγητης υπερθερμίας, επιτακτική διακοπή θεραπείας. Προσοχή σε ωχρότητα, υπερθερμία, διαταραχές αυτόνομου νευρικού συστήματος, διαταραχές συνείδησης, μυϊκή δυσκαμψία.
-
Εγκεφαλικό επεισόδιοΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιοΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Δοσολογία σε ευάλωτους πληθυσμούςΠληθυσμόςΓεροντικά άτομα και παιδιάΣυνιστώνται μικρότερες δόσεις.
-
Αυξημένος κίνδυνος θανάτουΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοιαΛαμβάνετε υπόψη τον αυξημένο κίνδυνο θανάτου (καρδιαγγειακή/λοιμώδης φύση).
-
Φλεβική θρομβοεμβολήΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολήΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ευαισθησία σε υψηλές θερμοκρασίεςΠληθυσμόςΆτομα εκτεθειμένα σε υψηλές θερμοκρασίεςΠροσοχή / Αποφυγή έκθεσης.
-
Αλληλεπιδράσεις (οινόπνευμα, φαινυλοβουταζόνη)Αποφυγή της λήψης οινοπνεύματος και φαρμάκων (π.χ. φαινυλοβουταζόνη) που μπορεί να περιορίσουν την παραγωγή λευκοκυττάρων.
-
Συμπτώματα από ΚΝΣΠληθυσμόςΑσθενείς με θυρεοτοξίκωσηΠροσοχή, μπορεί να προκαλέσει έντονα συμπτώματα από το ΚΝΣ.
-
Ορθοστατική υπότασηΠροσοχή, κίνδυνος σοβαρής ορθοστατικής υπότασης στην αρχή της θεραπείας.
-
Μεγάλες δόσεις / Αντιχολινεργικές ιδιότητες / Ορθοστατική υπότασηΠληθυσμόςΗλικιωμένα άτομαΧορήγηση δόσεων >75mg με προσοχή λόγω αντιχολινεργικών ιδιοτήτων και κινδύνου ορθοστατικής υπότασης.
-
Παιδιατρική χρήσηΠληθυσμόςΠαιδιά κάτω των 2 ετώνΝα μη χρησιμοποιείται.
-
Παράταση διαστήματος QT / Κοιλιακές αρρυθμίεςΠροσοχή στον κίνδυνο παράτασης QT, σοβαρών κοιλιακών αρρυθμιών (torsade de pointes). Επιβάρυνση σε βραδυκαρδία, υποκαλιαιμία, συγγενή/επίκτητη παράταση QT.
-
Νόσος του ParkinsonΠληθυσμόςΑσθενείς με νόσο του ParkinsonΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται, εκτός από ειδικές περιπτώσεις.
-
Παραλυτικός ειλεόςΣε εμφάνιση παραλυτικού ειλεού (κοιλιακή διάταση, άλγη), λήψη επειγόντων μέτρων.
-
Νεκρωτική εντεροκολίτιδαΠροσοχή, έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις δυνητικά θανατηφόρου νεκρωτικής εντεροκολίτιδας.
-
Επιληψία / Επιληπτικές κρίσειςΠληθυσμόςΕπιληπτικοί ασθενείςΠαρακολούθηση πρέπει να ενισχύεται λόγω μείωσης επιληπτογόνου ουδού. Σε εμφάνιση κρίσεων, διακοπή θεραπείας.
-
Ευαισθησία / Παρενέργειες σε ηλικιωμένουςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείςΠαρακολούθηση πρέπει να ενισχύεται λόγω μεγαλύτερης ευαισθησίας σε ορθοστατική υπόταση, καταστολή, εξωπυραμιδικές επιδράσεις, κίνδυνο παραλυτικού ειλεού (χρόνια δυσκοιλιότητα), και ενδεχόμενη υπερτροφία προστάτη.
-
Καρδιαγγειακές παθήσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με ορισμένες καρδιαγγειακές παθήσειςΠαρακολούθηση πρέπει να ενισχύεται λόγω επιδράσεων που προκαλούν ταχυκαρδία και υπόταση.
-
Ηπατική / Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική ή/και νεφρική ανεπάρκειαΠαρακολούθηση πρέπει να ενισχύεται λόγω κινδύνου συσσώρευσης του φαρμάκου.
-
Υπεργλυκαιμία / Δυσανεξία στη γλυκόζη / ΔιαβήτηςΠληθυσμόςΑσθενείς με τεκμηριωμένη διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη ή με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη διαβήτηΠρέπει να έχουν κατάλληλη παρακολούθηση του σακχάρου αίματος κατά τη διάρκεια της αγωγής.
swap_horiz
SPC-NOZINAN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ντοπαμινεργικοί αγωνιστές (εκτός λεβοντόπα)αντένδειξηΑντίστροφος ανταγωνισμός του ντοπαμινεργικού αγωνιστή και των νευροληπτικώνΣύστασηΣε επαγόμενο από νευροληπτικά εξωπυραμιδικό σύνδρομο, να χρησιμοποιείται αντιχολινεργικός παράγοντας αντί ντοπαμινεργικού αγωνιστή.
-
αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος από διαταραχές του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
-
Φάρμακα που ενδέχεται να προκαλέσουν ταχυκαρδία δίκην ραπιδίου (π.χ. αντιαρρυθμικά τάξης Ιa, ΙII, ορισμένα νευροληπτικά, βεπριδίλη, σισαπρίδη, ερυθρομυκίνη ενδοφλέβια, σπαρφλοξασίνη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίουΣύστασηΕάν είναι δυνατό, διακοπή του μη αντιλοιμώδους αρρυθμιογόνου φαρμάκου. Εάν ο συνδυασμός δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται προκαταρκτικός έλεγχος του QT και παρακολούθηση των ΗΚΓ καταγραφών.
-
ΟινόπνευμαπροσοχήΑύξηση της κατασταλτικής δράσης των νευροληπτικώνΣύστασηΑποφυγή λήψης αλκοολούχων ποτών και φαρμάκων που περιέχουν οινόπνευμα.
-
προσοχήΑντίστροφος ανταγωνισμός της λεβοντόπα και των νευροληπτικώνΣύστασηΓια τους παρκινσονικούς ασθενείς να χρησιμοποιούνται οι ελάχιστες αποτελεσματικές δόσεις του κάθε φαρμάκου.
-
Ντοπαμινεργικοί αγωνιστές εκτός της λεβοντόπα (για παρκινσονικούς ασθενείς)προσοχήΑντίστροφος ανταγωνισμός, ο ντοπαμινεργικός αγωνιστής μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει τις ψυχωσικές διαταραχέςΣύστασηΣε ανάγκη χορήγησης νευροληπτικών, οι αγωνιστές πρέπει να μειωθούν προοδευτικά έως τη διακοπή τους.
-
Τοπικώς δρώντα στο γαστρεντερικό σύστημα (Άλατα, οξείδια και υδροξείδια Mg, Al, Ca)προσοχήΜείωση της πεπτικής απορρόφησης των φαινοθειαζιδικών νευροληπτικώνΣύστασηΛήψη με χρονική απόσταση από τα φαινοθειαζιδικά νευροληπτικά (περισσότερο από 2 ώρες, εάν είναι δυνατό).
-
Φάρμακα που προκαλούν βραδυκαρδία (π.χ. Διλτιαζέμη, βεραπαμίλη, βήτα-αποκλειστές, κλονιδίνη, δακτυλίτιδα, αντιχοληνεστερασικά)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίουΣύστασηΑπαιτείται κλινική και ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση.
-
Φάρμακα που προκαλούν υποκαλιαιμία (π.χ. διουρητικά, διεγερτικά υπακτικά, αμφοτερικίνη Β, γλυκο-αλατοκορτικοειδή)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίουΣύστασηΑπαιτείται πλήρης διόρθωση της υποκαλιαιμίας πριν από τη χορήγηση του προϊόντος και παρακολούθηση της κλινικής, ηλεκτρολυτικής και ηλεκτροκαρδιογραφικής κατάστασης.
-
ΑντιυπερτασικάπαρακολούθησηΥπερτασική δράση και αυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική δράση)
-
παρακολούθησηΑγγειοδιασταλτική δράση και αυξημένος κίνδυνος υπότασης, ιδιαίτερα ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική δράση)
-
Ατροπίνη, άλλες ατροπινικές ουσίες (π.χ. ιμιπραμινικά αντικαταθλιπτικά, αντιϊσταμινικά αντιχολινεργικά, αντιπαρκινσονικά αντιχολινεργικά, δισοπυραμίδη)παρακολούθησηΠροσθήκη ανεπιθύμητων ατροπινικών δράσεων (επίσχεση ούρων, δυσκοιλιότητα, ξηροστομία)
-
Άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (π.χ. οπιοειδή, βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες, υπνωτικά, ηρεμιστικά αντικαταθλιπτικά, κατασταλτικά αντιϊσταμινικά, βακλοφαίνη, θαλιδομίδη, νευροληπτικά)παρακολούθησηΑύξηση της καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος. Οι διαταραχές της εγρήγορσης μπορεί να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση οχημάτων και το χειρισμό μηχανών.
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται από το κυτόχρωμα P450 2D6παρακολούθησηΗ λεβομεπρομαζίνη αναστέλλει το CYP2D6, μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα αυτών των φαρμάκων στο πλάσμα
sick
SPC-NOZINAN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπνηλία
- Καταστολή
- Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
- Δυστονικές αντιδράσεις
- Παρκινσονισμός
- Ακαθησία
- Όψιμη δυσκινησία
- Επιληπτικές κρίσεις
- Εγκεφαλικό οίδημα
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
- Απάθεια
- Αγχώδεις αντιδράσεις
- Διακυμάνσεις θυμικού
- Διαταραχές θερμορύθμισης
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Δυσανεξία στη γλυκόζη
- Υπεργλυκαιμία
- Υποθερμία
- Πυρετός
- Υπερπυρεξία
- Αιφνίδιος θάνατος
- Ψυχρότητα
- Περιφερικό οίδημα
- Ορθοστατική υπόταση
- Υποτασικές κρίσεις
- Φλεβική θρομβοεμβολή
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Διαταραχές καρδιακού ρυθμού
- Ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Παράταση διαστήματος QT
- Ηλεκτροκαρδιογραφικές ανωμαλίες
- Ξηρότητα στόματος
- Δυσκοιλιότητα
- Ειλεός
- Νεκρωτική εντεροκολίτιδα
- Διαταραχές προσαρμογής οφθαλμών
- Συμφόρηση ρινικού βλεννογόνου
- Πνευμονική εμβολή
- Κατακράτηση ούρων
- Γλυκοζουρία
- Μεταβολές στη libido
- Επιβράδυνση της εκσπερμάτωσης
- Ανικανότητα
- Διόγκωση μαστών
- Γαλακτόρροια
- Αναστολή εμμηνορρυσίας
- Πριαπισμός
- Ψευδώς θετικό τεστ εγκυμοσύνης στα ούρα
- Ίκτερος
- Ενδοηπατική χολόσταση
- Χολοστατικός ίκτερος
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
- Αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Θρομβοπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Παγκυτταροπενία
- Λευκοπενία
- Μελάγχρωση του δέρματος και του αμφιβληστροειδούς
- Θετικοποίηση των αντιπυρηνικών αντισωμάτων χωρίς κλινικό ερυθηματώδη λύκο
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΚαταστολήΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΝεκρωτική εντεροκολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΌψιμη δυσκινησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑγχώδεις αντιδράσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑιφνίδιος θάνατος (πιθανόν καρδιακής προέλευσης)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑλλεργικές δερματικές αντιδράσειςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναστολή εμμηνορρυσίαςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑπάθειαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΓλυκοζουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΔιακυμάνσεις θυμικούΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές καρδιακού ρυθμούΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές προσαρμογής οφθαλμώνΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές της θερμορύθμισης (υποθερμία, πυρετός, υπερπυρεξία)Διαταραχές μεταβολισμού και διατροφής
-
Μη γνωστέςΔιόγκωση μαστώνΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔυσανεξία στη γλυκόζηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλικό οίδημαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΕνδοηπατική χολόστασηΉπαρ
-
Μη γνωστέςΕξωπυραμιδικά συμπτώματα (δυστονικές αντιδράσεις, παρκινσονισμός, ακαθησία)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΕπιβράδυνση της εκσπερμάτωσηςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΕπιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΗλεκτροκαρδιογραφικές ανωμαλίεςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΘετικοποίηση των αντιπυρηνικών αντισωμάτων χωρίς κλινικό ερυθηματώδη λύκοΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΜελάγχρωση του δέρματος και του αμφιβληστροειδούς (μετά από μακροχρόνια χορήγηση μεγάλων δόσεων)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΜεταβολές στη libidoΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΞηρότητα στόματοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΠαγκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠαράταση διαστήματος QTΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣυμφόρηση ρινικού βλεννογόνουΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥποτασικές κρίσειςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΦλεβική θρομβοεμβολήΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΨευδώς θετικό τεστ εγκυμοσύνης στα ούραΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΨυχρότητα (σεξουαλική)Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-NOZINAN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΣτο πρώτο τρίμηνο της κύησης πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση του φαρμάκου ή να σταθμίζεται με τη θεραπευτική αναγκαιότητα.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΚατά το θηλασμό πρέπει, επίσης, να αποφεύγεται η χορήγηση του φαρμάκου ή να σταθμίζεται με τη θεραπευτική αναγκαιότητα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-NOZINAN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιψυχωσικό, κωδικός ATC: Ν05 AA02. Η λεβομεπρομαζίνη είναι νευροληπτικό παράγωγο της φαινοθειαζίνης με αντιψυχωσικές, ηρεμιστικές, αγχολυτικές, κατευναστικές και αναλγητικές ιδιότητες. Ασκεί…
biotech
SPC-NOZINAN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται κατά μέσο όρο 1 έως 3 ώρες από τη λήψη. Η βιολογική ημιπερίοδος ζωής της λεβομεπρομαζίνης είναι περίπου 30 ώρες. Η λεβομεπρομαζίνη απεκκρίνεται συγχρόνως από τα κόπρανα με τη…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) · Κατά την αρχική αξιολόγηση των ασθενών πριν από τη θεραπεία
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γενική αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Άμεση διενέργεια | Πυρετός, πονόλαιμος ή άλλη λοίμωξη |
| Σάκχαρο αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Κατά τη διάρκεια της αγωγής | Σακχαρώδης διαβήτης ή παράγοντες κινδύνου για διαβήτη |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Παράγοντες κινδύνου παράτασης QT | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Πριν από την έναρξη και, αν θεωρείται αναγκαίο, κατά τη διάρκεια της αγωγής | Εμμένουσα κλινική κατάσταση |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-NOZINAN
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
- Ενήλικες: 12,5 - 50 mg τρεις φορές την ημέρα, από το στόμα.
- Παιδιά από 2 ετών και άνω: 0,1 - 0,2 mg/kg την ημέρα.
block
Αντενδείξεις
SPC-NOZINAN
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη λεβομεπρομαζίνη και γενικότερα στις φαινοθειαζίνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
- Παθήσεις του ήπατος
- Κίνδυνος γλαυκώματος κλειστής γωνίας
- Κίνδυνος επίσχεσης ούρων που σχετίζεται με διαταραχές της ουρήθρας ή του προστάτη
- Υπερευαισθησία ή δυσανεξία στο γλουτένιο λόγω της παρουσίας αμύλου σίτου (γλουτένιο)
- Ιστορικό ακοκκιοκυτταραιμίας
- Σε συνδυασμό με Σουλτοπρίδη
- Σε συνδυασμό με Ντοπαμινεργικούς αγωνιστές, εκτός της λεβοντόπα (αμανταδίνη, απομορφίνη, βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, εντακαπόνη, λισουρίδη, περγολίδη, πιριβεδίλη, πραμιπεξόλη, κιναγολίδη, ροπινιρόλη) με την εξαίρεση των παρκινσονικών ασθενών (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
- Συγγενής γαλακτοζαιμία, σύνδρομο κακής απορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή έλλειψη λακτάσης (λόγω παρουσίας λακτόζης)
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-NOZINAN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικές προειδοποιήσεις
- Λοίμωξη / Αιματολογικές μεταβολές: Όλοι οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν ότι η εμφάνιση πυρετού, πονόλαιμου ή άλλης λοίμωξης επιβάλλει την άμεση ειδοποίηση του θεράποντα ιατρού και την άμεση διενέργεια πλήρους αιμοδιαγράμματος. Σε περίπτωση σαφών μεταβολών στο αιμοδιάγραμμα (υπερλευκοκυττάρωση, κοκκιοκυτταροπενία), η χορήγηση αυτής της θεραπείας διακόπτεται.
- Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο: Σε περίπτωση ανεξήγητης υπερθερμίας, είναι επιτακτική η διακοπή της θεραπείας, επειδή αυτό το σημείο μπορεί να αποτελεί ένα από τα στοιχεία του κακοήθους συνδρόμου που οφείλεται στη χρήση νευροληπτικών (ωχρότητα, υπερθερμία, διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος, διαταραχές συνείδησης, μυϊκή δυσκαμψία). Τα σημεία δυσλειτουργίας του αυτόνομου νευρικού, όπως εφίδρωση και αρτηριακή αστάθεια, μπορούν να προηγηθούν της εμφάνισης υπερθερμίας και να αποτελέσουν, κατά συνέπεια, πρώιμα προειδοποιητικά σημεία. Παράγοντες κινδύνου: αφυδάτωση ή οργανικές εγκεφαλικές διαταραχές.
- Εγκεφαλικό επεισόδιο: Σε τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες έναντι placebo σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια και συγκεκριμένα άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα, παρατηρήθηκε τριπλάσια αύξηση του κινδύνου εμφάνισης αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων. Ο μηχανισμός δεν είναι γνωστός. Το Nozinan πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο.
- Αυξημένος κίνδυνος θανάτου σε ηλικιωμένους με άνοια: Οι ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση, η οποία σχετίζεται με άνοια και που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με αντιψυχωσικά φάρμακα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου (κυρίως καρδιαγγειακής ή λοιμώδους φύσης).
- Φλεβική θρομβοεμβολή: Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής, ενίοτε θανατηφόρου, με τα αντιψυχωσικά φάρμακα. Το Nozinan πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
- Ευαισθησία σε υψηλές θερμοκρασίες: Προσοχή σε άτομα εκτεθειμένα σε υψηλές θερμοκρασίες.
- Αλληλεπιδράσεις (οινόπνευμα, φαινυλοβουταζόνη): Κατά τη διάρκεια της θεραπείας αποφυγή της λήψης οινοπνεύματος και φαρμάκων, όπως η φαινυλοβουταζόνη, που μπορεί να περιορίσουν την παραγωγή λευκοκυττάρων.
- Συμπτώματα από ΚΝΣ: Σε ασθενείς με θυρεοτοξίκωση μπορεί να προκαλέσει έντονα συμπτώματα από το ΚΝΣ.
- Ορθοστατική υπόταση: Στην αρχή της θεραπείας υπάρχει κίνδυνος σοβαρής ορθοστατικής υπότασης.
- Παράταση διαστήματος QT / Κοιλιακές αρρυθμίες: Τα νευροληπτικά τύπου φαινοθειαζίνης ενδέχεται να ενισχύσουν την παράταση του διαστήματος QT που αυξάνει τον κίνδυνο έναρξης σοβαρών κοιλιακών αρρυθμιών τύπου torsade de pointes, οι οποίες μπορεί να είναι θανατηφόρες. Η παράταση του QT επιδεινώνεται ειδικότερα παρουσία βραδυκαρδίας, υποκαλιαιμίας και συγγενούς ή επίκτητης (π.χ. προκαλούμενης από φάρμακα) παράτασης του QT (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
- Νόσος του Parkinson: Εκτός από ειδικές περιπτώσεις, αυτό το φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από ασθενείς με νόσο του Parkinson.
- Παραλυτικός ειλεός: Η εμφάνιση παραλυτικού ειλεού που μπορεί να αποκαλυφθεί από κοιλιακή διάταση και κοιλιακά άλγη, επιβάλλει τη λήψη επειγόντων μέτρων.
- Νεκρωτική εντεροκολίτιδα: Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις δυνητικά θανατηφόρου νεκρωτικής εντεροκολίτιδας.
- Υπεργλυκαιμία / Δυσανεξία στη γλυκόζη / Διαβήτης: Υπεργλυκαιμία ή δυσανεξία στη γλυκόζη έχει αναφερθεί σε ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με Nozinan.
Προφυλάξεις
Η παρακολούθηση της θεραπείας με λεβομεπρομαζίνη πρέπει να ενισχύεται σε:
- Επιληπτικούς ασθενείς: Λόγω της πιθανότητας μείωσης της επιληπτογόνου ουδού. Η εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων επιβάλλει τη διακοπή της θεραπείας.
- Ηλικιωμένους ασθενείς: Που παρουσιάζουν μεγαλύτερη ευαισθησία στην ορθοστατική υπόταση, στην καταστολή και σε εξωπυραμιδικές επιδράσεις, χρόνια δυσκοιλιότητα (κίνδυνος παραλυτικού ειλεού) και ενδεχόμενη υπερτροφία του προστάτη.
- Ασθενείς με ορισμένες καρδιαγγειακές παθήσεις: Λόγω των επιδράσεων της κινιδίνης, οι οποίες προκαλούν ταχυκαρδία και υπόταση.
- Σοβαρή ηπατική ή/και νεφρική ανεπάρκεια: Λόγω του κινδύνου συσσώρευσης του φαρμάκου.
Δοσολογία σε ειδικούς πληθυσμούς
- Γεροντικά άτομα και παιδιά: Συνιστώνται μικρότερες δόσεις.
- Παιδιά κάτω των 2 ετών: Να μη χρησιμοποιείται, επειδή η ασφάλεια του προϊόντος δεν έχει εξακριβωθεί για ασθενείς αυτής της ηλικίας.
- Ηλικιωμένα άτομα (>75mg): Η χορήγηση μεγάλων δόσεων πάνω από 75 mg πρέπει να γίνεται με προσοχή λόγω των αντιχολινεργικών ιδιοτήτων του φαρμάκου και του κινδύνου ορθοστατικής υπότασης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-NOZINAN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται
- Ντοπαμινεργικοί αγωνιστές, εκτός της λεβοντόπα (αμανταδίνη, απομορφίνη, βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, εντακαπόνη, λισουρίδη, περγολίδη, πιριβεδίλη, πραμιπεξόλη, κιναγολίδη, ροπινιρόλη), με την εξαίρεση των παρκινσονικών ασθενών: Αντίστροφος ανταγωνισμός του ντοπαμινεργικού αγωνιστή και των νευροληπτικών. Σε περίπτωση επαγόμενου από τα νευροληπτικά εξωπυραμιδικού συνδρόμου, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με έναν ντοπαμινεργικό αγωνιστή, αλλά να χρησιμοποιείται ένας αντιχολινεργικός παράγοντας.
- Σουλτοπρίδη (νευροληπτικό βενζαμίδιο): Αυξημένος κίνδυνος από διαταραχές του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα από ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου.
Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί
- Φάρμακα που ενδέχεται να προκαλέσουν ταχυκαρδία δίκην ραπιδίου: Αντιαρρυθμικά της τάξης Ιa (κινιδίνη, υδροκινιδίνη, δισοπυραμίδη) και της τάξης ΙΙΙ (αμιωδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιβουτιλίδη), ορισμένα νευροληπτικά (θειοριδαζίνη, χλωροπρομαζίνη, τριφθοριοπεραζίνη, κυαμεμαζίνη, σουλπιρίδη, αμισουλπιρίδη, τιαπρίδη, πιμοζίδη, αλοπεριδόλη, δροπεριδόλη) και άλλα φάρμακα, όπως βεπριδίλη, σισαπρίδη, διφαιμανίλη, ενδοφλέβια ερυθρομυκίνη, μιζολαστίνη, ενδοφλέβια βινκαμίνη, αλοφαντρίνη, πενταμιδίνη, σπαρφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη, ενδοφλέβια σπιραμυκίνη: Αυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα της ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου. Εάν είναι δυνατό, διακοπή του μη αντιλοιμώδους αρρυθμιογόνου φαρμάκου. Εάν ο συνδυασμός δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται προκαταρκτικός έλεγχος του QT και παρακολούθηση των ΗΚΓ καταγραφών.
- Οινόπνευμα: Αύξηση της κατασταλτικής δράσης των νευροληπτικών από το οινόπνευμα. Οι διαταραχές της εγρήγορσης μπορούν να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση οχημάτων και το χειρισμό μηχανών. Αποφυγή λήψης αλκοολούχων ποτών και φαρμάκων που περιέχουν οινόπνευμα.
- Λεβοντόπα: Αντίστροφος ανταγωνισμός της λεβοντόπα και των νευροληπτικών. Για τους παρκινσονικούς ασθενείς να χρησιμοποιούνται οι ελάχιστες αποτελεσματικές δόσεις του κάθε φαρμάκου.
- Ντοπαμινεργικοί αγωνιστές εκτός της λεβοντόπα (αμανταδίνη, απομορφίνη, βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, εντακαπόνη, λισουρίδη, περγολίδη, πιριβεδίλη, πραμιπεξόλη, κιναγολίδη, ροπινιρόλη) για τους παρκινσονικούς ασθενείς: Αντίστροφος ανταγωνισμός του ντοπαμινεργικού αγωνιστή και των νευροληπτικών. Ο ντοπαμινεργικός αγωνιστής μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει τις ψυχωσικές διαταραχές. Σε περίπτωση ανάγκης χορήγησης θεραπείας με νευροληπτικά σε παρκινσονικούς ασθενείς που αντιμετωπίζονται με ντοπαμινεργικούς αγωνιστές, οι τελευταίοι πρέπει να μειωθούν προοδευτικά έως τη διακοπή τους (η απότομη διακοπή των ντοπαμινεργικών παραγόντων εκθέτει σε κίνδυνο εμφάνισης «κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου»).
Συνδυασμοί που αποτελούν αντικείμενο των προφυλάξεων κατά τη χρήση
- Τοπικώς δρώντα στο γαστρεντερικό σύστημα: Άλατα, οξείδια και υδροξείδια του μαγνησίου, του αργιλίου και του ασβεστίου: Μείωση της πεπτικής απορρόφησης των φαινοθειαζιδικών νευροληπτικών. Tα φάρμακα με τοπική δράση στο γαστρεντερικό πρέπει να λαμβάνονται με χρονική απόσταση από τα φαινοθειαζιδικά νευροληπτικά (περισσότερο από 2 ώρες, εάν είναι δυνατό).
- Φάρμακα που προκαλούν βραδυκαρδία (ανταγωνιστές του ασβεστίου που προκαλούν βραδυκαρδία: Διλτιαζέμη, βεραπαμίλη, βήτα-αποκλειστές εκτός της σοταλόλης, κλονιδίνη, γουανφασίνη, μεφλοκίνη, δακτυλίτιδα, αντιχοληνεστερασικά, όπως δονεζεπίλη, ριβαστιγμίνη, τακρίνη, αμπεμόνιο, γαλανταμίνη, πυριδοστιγμίνη, νεοστιγμίνη): Αυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα της ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου. Απαιτείται κλινική και ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση.
- Φάρμακα που προκαλούν υποκαλιαιμία (διουρητικά που προκαλούν υποκαλιαιμία, διεγερτικά υπακτικά, αμφοτερικίνη Β (ενδοφλέβια οδός), γλυκο-αλατοκορτικοειδή, τετρακοσακτίδη): Αυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα της ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου. Απαιτείται πλήρης διόρθωση της υποκαλιαιμίας πριν από τη χορήγηση του προϊόντος και παρακολούθηση της κλινικής, ηλεκτρολυτικής και ηλεκτροκαρδιογραφικής κατάστασης.
Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
- Αντιυπερτασικά: Υπερτασική δράση και αυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική δράση).
- Βήτα αποκλειστές σε καρδιακή ανεπάρκεια (βισοπρολόλη, καρβεδιλόλη, μετοπρολόλη): Αγγειοδιασταλτική δράση και αυξημένος κίνδυνος υπότασης, ιδιαίτερα ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική δράση).
- Ατροπίνη και άλλες ατροπινικές ουσίες: Ιμιπραμινικά αντικαταθλιπτικά, αντιϊσταμινικά αντιχολινεργικά, αντιπαρκινσονικά αντιχολινεργικά, ατροπινικά σπασμολυτικά, δισοπυραμίδη: Προσθήκη ανεπιθύμητων ατροπινικών δράσεων, όπως της επίσχεσης ούρων, της δυσκοιλιότητας, της ξηροστομίας.
- Άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος: Οπιοειδή παράγωγα (αναλγητικά, αντιβηχικά και θεραπείες υποκατάστασης), βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες και άλλα αγχολυτικά εκτός των βενζοδιαζεπινών, υπνωτικά, ηρεμιστικά αντικαταθλιπτικά (αμιτριπτυλίνη, δοξεπίνη, μιανσερίνη, μιρταζαπίνη, τριμιπραμίνη), κατασταλτικά αντιϊσταμινικά, κεντρικώς δρώντα αντιυπερτασικά, βακλοφαίνη, θαλιδομίδη, πιζοτιφαίνη, νευροληπτικά: Αύξηση της καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος. Οι διαταραχές της εγρήγορσης μπορεί να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση οχημάτων και το χειρισμό μηχανών.
- Μεταβολισμός του κυτοχρώματος P450 2D6: Έχει αναφερθεί ότι η λεβομεπρομαζίνη και οι μη υδροξυλιωμένοι μεταβολίτες της αναστέλλουν το κυτόχρωμα P450 2D6. Η συγχορήγηση της λεβομεπρομαζίνης με φάρμακα που πρωταρχικά μεταβολίζονται από το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος P450 2D6 μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα αυτών των φαρμάκων στο πλάσμα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-NOZINAN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Υπνηλία ή καταστολή, περισσότερο έντονες κατά την έναρξη της θεραπείας, απάθεια, αγχώδεις αντιδράσεις, διακυμάνσεις της κατάστασης του θυμικού, εξωπυραμιδικά συμπτώματα, όπως δυστονικές αντιδράσεις, παρκινσονισμός και ακαθησία. Όψιμη δυσκινησία που εκδηλώνεται κυρίως σε παρατεταμένη θεραπεία. Αυτή η όψιμη δυσκινησία εμφανίζεται ορισμένες φορές με τη διακοπή του νευροληπτικού παράγοντα και εξαφανίζεται με την επαναχορήγησή του ή με την αύξηση της δοσολογίας. Τα αντιπαρκινσονικά αντιχοληνεργικά είναι μη δραστικά ή μπορούν να οδηγήσουν σε επιδείνωση. Διαταραχές της θερμορύθμισης (υποθερμία, επικίνδυνη σε ηλικιωμένα άτομα, σπανιότερα πυρετός ή και υπερπυρεξία). Έχουν ακόμη αναφερθεί επιληπτικές κρίσεις και εγκεφαλικό οίδημα.
- Από το αυτόνομο νευρικό σύστημα: Ορθοστατική υπόταση, υποτασικές κρίσεις, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους. Διαταραχές του καρδιακού ρυθμού (ταχυκαρδία, σπανιότερα βραδυκαρδία), παράταση του διαστήματος QT, ηλεκτροκαρδιογραφικές ανωμαλίες, ξηρότητα του στόματος, δυσκοιλιότητα που μπορεί να οδηγήσει σε ειλεό, διαταραχές προσαρμογής των οφθαλμών, συμφόρηση του ρινικού βλεννογόνου και κατακράτηση ούρων. Τα συμπτώματα αυτά εξαφανίζονται συχνά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Υπήρξαν μεμονωμένες αναφορές αιφνίδιου θανάτου, πιθανόν καρδιακής προέλευσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) καθώς επίσης και περιπτώσεις ανεξήγητου αιφνίδιου θανάτου σε ασθενείς που έλαβαν νευροληπτικά τύπου φαινοθειαζίνης.
-
Από τους ενδοκρινείς αδένες: Μεταβολές στη libido, επιβράδυνση της εκσπερμάτωσης, ανικανότητα, ψυχρότητα, διόγκωση μαστών, γαλακτόρροια, αναστολή της εμμηνορρυσίας, ψευδώς θετικό τεστ εγκυμοσύνης στα ούρα, γλυκοζουρία και αύξηση του σωματικού βάρους.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας: Ίκτερος (ενδοηπατική χολόσταση), αντιδράσεις φωτοευαισθησίας και αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις. Ακοκκιοκυτταραιμία (λιγότερο από 0,01%), θρομβοπενία, αιμολυτική αναιμία, παγκυττοπενία, λευκοπενία έχουν αναφερθεί. Συνιστάται η τακτική διενέργεια πλήρους αιματολογικού ελέγχου.
Δυσανεξία στη γλυκόζη, υπεργλυκαιμία (βλ. υποκεφάλαιο «Προφυλάξεις» στο Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες: Περιφερικό οίδημα, ζάλη, ίλιγγος και μετά από μακροχρόνια χορήγηση μεγάλων δόσεων μελάγχρωση του δέρματος και του αμφιβληστροειδούς. Ιδιαίτερα έντονες είναι η υπνηλία, ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα. Επιπλέον παρατηρήθηκε θετικοποίηση των αντιπυρηνικών αντισωμάτων χωρίς κλινικό ερυθηματώδη λύκο, κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), πιθανότητα χολοστατικού ίκτερου.
Νεκρωτική εντεροκολίτιδα η οποία μπορεί να αποβεί θανατηφόρα, αναφέρθηκε πολύ σπάνια σε ασθενείς που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με λεβομεπρομαζίνη. Επίσης σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις αναφέρθηκε πριαπισμός.
Με τα αντιψυχωσικά φάρμακα έχουν αναφερθεί περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων πνευμονικής εμβολής, ενίοτε θανατηφόρου, καθώς και περιπτώσεις εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-NOZINAN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Χρήση κατά την κύηση
Στο πρώτο τρίμηνο της κύησης πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση του φαρμάκου ή να σταθμίζεται με τη θεραπευτική αναγκαιότητα.
Χρήση κατά τη διάρκεια της γαλoυχίας
Κατά το θηλασμό πρέπει, επίσης, να αποφεύγεται η χορήγηση του φαρμάκου ή να σταθμίζεται με τη θεραπευτική αναγκαιότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-NOZINAN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιψυχωσικό, κωδικός ATC: Ν05 AA02.
Η λεβομεπρομαζίνη είναι νευροληπτικό παράγωγο της φαινοθειαζίνης με αντιψυχωσικές, ηρεμιστικές, αγχολυτικές, κατευναστικές και αναλγητικές ιδιότητες. Ασκεί επίσης μια ισχυρή επίδραση τύπου αντι-απομορφίνης, μια υποθερμική δράση τρεις φορές πιο ισχυρή από ό,τι η χλωροπρομαζίνη και ισχυρή αντισπασμωδική και αντιϊσταμινική δράση.
Η λεβομεπρομαζίνη μπορεί να αντιστρέψει την υπέρταση που προκαλείται από την επινεφρίνη αλλά είναι πρακτικά αδρανής σε αυτή που προκαλείται από τη νορεπινεφρίνη και την ακετυλοχολίνη.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-NOZINAN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται κατά μέσο όρο 1 έως 3 ώρες από τη λήψη. Η βιολογική ημιπερίοδος ζωής της λεβομεπρομαζίνης είναι περίπου 30 ώρες. Η λεβομεπρομαζίνη απεκκρίνεται συγχρόνως από τα κόπρανα με τη μορφή οξειδωμένης λεβομεπρομαζίνης.
ΕΟΦ · 4.2
Aντιψυχωσικά φάρμακα
expand_more
Aντιψυχωσικά φάρμακα
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνεται το πρότυπο άτυπο κλοζαπίνη και τα νεώτερα αντιψυχωσικά ολανζαπίνη και κουετιαπίνη. Η ρισπεριδόνη έχει χαρακτηριστικά και των δύο κατηγοριών.
H κυριότερη ένδειξη είναι η σχιζοφρενική ψύχωση. Άλλες ενδείξεις χορήγησης είναι μανία, οξύ ψυχωσικό επεισόδιο, παραληρητικές μορφές κατάθλιψης (με ταυτόχρονη χορήγηση αντικαταθλιπτικού), οργανικές ψυχώσεις (οφειλόμενες σε οργανική πάθηση). Λιγότερο αποτελεσματικά είναι στις χρόνιες παραληρητικές διαταραχές. H συστηματική χορήγηση αντιψυχωσικών σε αγχώδεις διαταραχές ή ψυχοσωματικά νοσήματα πρέπει να αποφεύγεται, γιατί έχουν πολύ περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από τα αγχολυτικά.
Tα αντιψυχωσικά βελτιώνουν τις διαταραχές της σκέψης, της αντίληψης, του συναισθήματος, την υπερκινητική συμπεριφορά και επηρεάζουν θετικά την επανασύνδεση του σχιζοφρενούς με το περιβάλλον του. H χορήγηση των αντιψυχωσικών επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο των οξέων σχιζοφρενικών επεισοδίων και των υποτροπών της νόσου. H μακροχρόνια συνέχιση της χορήγησης των αντιψυχωσικών μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων, συχνά σε μειωμένες δόσεις συντήρησης, αποβλέπει στην πρόληψη των υποτροπών που εμφανίζονται εβδομάδες ή και μήνες μετά τη διακοπή των φαρμάκων. Για τη περίπτωση αυτή υπάρχουν μορφές παρατεταμένης δράσεως.
Πιο πιθανός τρόπος δράσεως θεωρείται ο αποκλεισμός των υποδοχέων D2 της ντοπαμίνης. H ιδιότητα αυτή φαίνεται να συσχετίζεται θετικά με τη θεραπευτική τους αποτελεσματικότητα. Ωστόσο το άτυπο αντιψυχωσικό κλοζαπίνη δεσμεύει σε μικρότερο βαθμό τους D2 υποδοχείς, αλλά δεσμεύει ταυτόχρονα σε σημαντικό βαθμό τους υποδοχείς τύπου 2 της σεροτονίνης (5HT2), σε αντίθεση με τα κλασικά αντιψυχωσικά. Aκόμη, η εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και η αύξηση της προλακτίνης οφείλεται στην αντιντοπαμινεργική τους δράση. Eπίσης τα αντιψυχωσικά αποκλείουν, σε άλλοτε άλλο βαθμό, τους αδρενεργικούς, χολινεργικούς, ισταμινεργικούς και άλλους σεροτονινεργικούς υποδοχείς, ιδιότητες που συνδέονται με ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα κ.ά. (βλ. και Πίνακα 4.2).
t4.2.jpg:
Tα αντιψυχωσικά έχουν την ίδια αντιψυχωσική ισχύ και το καθένα μπορεί να αντικατασταθεί με ισοδύναμες δόσεις άλλου φαρμάκου. Eξαίρεση αποτελούν η κλοζαπίνη, η οποία είναι δυνατόν να έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε ανθεκτικές μορφές σχιζοφρένειας καθώς και η προμαζίνη και η λεβοπρομαζίνη, οι οποίες έχουν ασθενέστερη δράση και χορηγούνται σαν συμπληρωματικά της κύριας αντιψυχωσικής αγωγής φάρμακα.
H επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου εξαρτάται από το αν είναι επιθυμητό μικρότερο ή μεγαλύτερο κατασταλτικό αποτέλεσμα, καθώς και από την ευαισθησία του ασθενούς στις εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα νεότερα άτυπα αντιψυχωσικά, σε αντίθεση με τα κλασικά νευροληπτικά, πλεονεκτούν σημαντικά από πλευράς ανεπιθύμητων ενεργειών καθώς και στην αντιμετώπιση των αρνητικών συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας. H απάντηση στη θεραπεία και η ανοχή στις ανεπιθύμητες ενέργειες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ασθενών. H χορήγηση περισσότερων του ενός αντιψυχωσικών στον ασθενή πρέπει να αποφεύγεται, καθότι δεν έχει τεκμηριωθεί ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιορίζονται. Aσθενής με καλή ανταπόκριση σε ένα αντιψυχωσικό στο παρελθόν είναι αρκετά πιθανό να απαντήσει πάλι εξίσου καλά. Aντίθετα, αντιψυχωσικά που στο παρελθόν έχουν προκαλέσει έντονα εξωπυραμιδικά συμπτώματα πρέπει να αποφεύγονται ως πρώτη επιλογή. Για ειδικές κατηγορίες ασθενών, π.χ. ασθενείς με ιστορικό αποπειρών αυτοκαταστροφής, πρέπει να χορηγούνται αντιψυχωσικά που είναι περισσότερο ασφαλή. Aντιψυχωσικά που σε υπερβολικές δόσεις είναι καρδιοτοξικά, όπως η θειοριδαζίνη και η πιμοζίδη, πρέπει να χορηγούνται με προσοχή. Σε ασθενείς με γλαύκωμα, υπερτροφία του προστάτη ή άλλες αντενδείξεις σε αντιχολινεργικά φάρμακα, πρέπει να αποφεύγονται φαινοθειαζίνες ή θειοξανθένια με αυξημένες αντίστοιχες ιδιότητες, όπως η θειοριδαζίνη. H ηρεμιστική κατασταλτική δράση των αντιψυχωσικών εμφανίζεται 1 εβδομάδα πριν από την απάντηση των ψυχωσικών συμπτωμάτων, όπως οι παραληρητικές ιδέες και οι ψευδαισθήσεις. Συνεπώς η αύξηση της δόσης πριν από την παρέλευση χρονικού διαστήματος πρέπει να αποφεύγεται γιατί οδηγεί σε υπερδοσολογία, η οποία δεν προσφέρει καλύτερα αποτελέσματα και δημιουργεί κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Eφόσον ο ασθενής είναι διεγερτικός χορηγούνται προσωρινά μεγαλύτερες δόσεις κατά προτίμηση σε ενδομυϊκές μορφές.
H ασφαλής και αποτελεσματική χορήγηση σκευασμάτων παρατεταμένης δράσεως προϋποθέτει τα ακόλουθα:
o Έναρξη με χαμηλή δόση, π.χ. 1 ml αλοπεριδόλης δοκιμαστικά για τον έλεγχο ανεπιθύμητων ενεργειών.
o Mε τις αρχικές χαμηλές δόσεις μπορεί να είναι αναγκαία η συγχορήγηση αντιψυχωσικού από του στόματος.
o Oι ασθενείς πρέπει να ελεγχθούν για ακινητικά συμπτώματα και συμπτώματα που προσομοιάζουν με κατάθλιψη. Στην περίπτωση αυτή, επειδή οφείλονται στο φάρμακο, οι δόσεις πρέπει να μειωθούν.
o Tυπικά παρκινσονικά συμπτώματα και ακαθισία εμφανίζονται συχνά και αντιμετωπίζονται με αντιχολινεργικά αντιπαρκινσονικά.
o H ανάγκη για συνέχιση της αντιπαρκινσονικής θεραπείας πρέπει να επανεκτιμάται ανά διαστήματα. H οξεία δυστονία (έντονη, ασύμμετρη σύσπαση μυικών ομάδων με συνέπεια παραμορφωτικές στάσεις κεφαλής, κάτω γνάθου, γλώσσας, οφθαλμικών βολβών, άκρων ή και κορμού) παρουσιάζεται στην αρχή της θεραπείας. Για την άμεση αντιμετώπισή της χρησιμοποιούνται ενέσιμα αντιπαρκινσονικά.
H χορήγηση κλοζαπίνης είναι δυνατόν να προκαλέσει ουδετεροπενία έως και ακοκκιοκυτταραιμία. Γι αυτό είναι απαραίτητος ο έλεγχος του αίματος πριν από την έναρξη της θεραπείας, κάθε εβδομάδα τις πρώτες 18 εβδομάδες θεραπείας, και μετά κάθε μήνα όσο διαρκεί η θεραπεία. Aν διαπιστωθεί διαταραχή η χορήγηση διακόπτεται.
Yπάρχει ο κίνδυνος μετά από μακρόχρονη χορήγηση αντιψυχωσικών να εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια ή μετά τη διακοπή της θεραπείας όψιμη δυσκινησία. Πρόκειται για ένα σύνδρομο ανώμαλων κινήσεων που συνήθως αφορά τους περιστοματικούς μυς, τους μυς της παρειάς και της γλώσσας. Kινήσεις των άκρων και του κορμού είναι πιο σπάνιες. Για την εμφάνιση όψιμης δυσκινησίας απαιτούνται κατά κανόνα μήνες και χρόνια. Hλικιωμένα άτομα, γυναίκες, ασθενείς με οργανικές εγκεφαλικές βλάβες και ασθενείς που λαμβάνουν μεγάλες δόσεις νευροληπτικών έχουν περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν όψιμη δυσκινησία χωρίς όμως κάτι τέτοιο να αποκλεισθεί για άλλα άτομα. H κατά το δυνατό μειωμένη δόση συντήρησης φαίνεται ότι περιορίζει τις πιθανότητες εμφάνισης της όψιμης δυσκινησίας.
Tα αντιψυχωσικά δεν προκαλούν εξάρτηση.
Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο είναι μια εξαιρετικά σοβαρή ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση στα αντιψυχωσικά φάρμακα. Tα κυριότερα συμπτώματα είναι δυσκαμψία, πυρετός, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος (υπόταση ή υπέρταση, ταχυκαρδία, ωχρότητα) και εγκεφαλοπάθεια. Aναπτύσσονται σε 24-32 ώρες και η δυσκαμψία προηγείται των άλλων. O πυρετός μπορεί να είναι υψηλός με θερμοκρασίες 41° C και υψηλότερες, ενώ ο μυϊκός τόνος είναι αυξημένος και σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε νέκρωση του μυϊκού ιστού με κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας από μυοσφαιρινουρία. Παρατηρούνται ακόμη καρδιακή αρρυθμία, ακινησία, τρόμος και ακούσιες κινήσεις. O ασθενής είναι συνήθως συγχυτικός και αμίλητος. Tο επίπεδο συνειδήσεως παρουσιάζει μεταβολές και ο ασθενής εκδηλώνει διέγερση ή βρίσκεται μέχρι και σε εμβροντησία. Aυξημένη είναι η δραστικότητα της κρεατινοφωσφοκινάσης και των ηπατικών ενζύμων (τρανσαμινάσες και γαλακτική αφυδρογονάση). Aν και όλα τα νευροληπτικά έχουν συνδυασθεί με το κακοήθες σύνδρομο, σε υψηλές δόσεις αυτών που έχουν μεγαλύτερη ισχύ ο κίνδυνος αυξάνεται. Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο αποβαίνει θανατηφόρο σε ποσοστό 20%. Aντιμετώπιση: Άμεση διακοπή χορήγησης αντιψυχωσικών, ενυδάτωση του ασθενούς, παρακολούθηση της καρδιακής, αναπνευστικής και νεφρικής λειτουργίας, χρήση ψυχρών επιθεμάτων και χορήγηση συνδυασμού μυοχαλαρωτικών (νατριούχος δανδρολένη 1-3 mg/kg ημερησίως από του στόματος ή ενδοφλεβίως), βενζοδιαζεπινών και βρωμοκρυπτίνης 5-10 mg ημερησίως.
Αλλες χρήσεις: Mερικά αντιψυχωτικά φάρμακα, κυρίως η χλωροπρομαζίνη και η αλοπεριδόλη, χρησιμοποιούνται σε μικρές δόσεις για την καταπολέμηση του επίμονου λόξυγγα, της ναυτίας και του εμέτου. Eπίσης η αλοπεριδόλη σε διάφορες υπερκινησίες, όπως η χορεία του Huntington, τα τικς, το σύνδρομο Gilles de la Tourette, κ.ά.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική δράση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ; γεροντική άνοια; παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση; ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ; κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση για πρόκληση νευρολογικών παρενεργειών, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά έναντι ναυτίας, εμέτου και κνησμού.
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΩΝ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
Μια υποκατηγορία αναλγητικών παραγόντων που συνήθως δεν δεσμεύονται στους ΟΠΙΟΕΙΔΕΙΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ και δεν προκαλούν εθισμό. Πολλά μη ναρκωτικά αναλγητικά διατίθενται ως ΜΗ ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ.
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική δράση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ; γεροντική άνοια; παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση; ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ; κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση για πρόκληση νευρολογικών παρενεργειών, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά έναντι ναυτίας, εμέτου και κνησμού.
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΩΝ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
Μια υποκατηγορία αναλγητικών παραγόντων που συνήθως δεν δεσμεύονται στους ΟΠΙΟΕΙΔΕΙΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ και δεν προκαλούν εθισμό. Πολλά μη ναρκωτικά αναλγητικά διατίθενται ως ΜΗ ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΟΥΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ.