Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01XX41 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ERIBULIN

Γραμμικό

Chemical structure of ERIBULIN

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-HALAVEN

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
ενδοφλέβια
Χορήγηση:
Ημέρα 1 και 8 του κάθε κύκλου διάρκειας 21 ημερών
Δόση έναρξης:
1,23 mg/m2
  • Ενήλικες
    Δόση1,23 mg/m2
    Ενδοφλεβίως για 2 έως 5 λεπτά την Ημέρα 1 και 8 του κάθε κύκλου διάρκειας 21 ημερών.
  • Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A)
    Δόση0,97 mg/m2
    Χορηγούμενη ενδοφλεβίως για 2 έως 5 λεπτά την Ημέρα 1 και 8 ενός κύκλου διάρκειας 21 ημερών.
  • Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Β)
    Δόση0,62 mg/m2
    Χορηγούμενη ενδοφλεβίως για 2 έως 5 λεπτά την Ημέρα 1 και 8 ενός κύκλου διάρκειας 21 ημερών.
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C)
    Δεν έχει μελετηθεί αλλά αναμένεται ότι μια εντονότερη μείωση της δόσης είναι απαραίτητη εάν το eribulin χρησιμοποιηθεί σε αυτούς τους ασθενείς.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία λόγω κίρρωσης
    Δεν έχει μελετηθεί. Οι δόσεις για ήπια και μέτρια δυσλειτουργία μπορούν να χρησιμοποιηθούν αλλά συνιστάται στενή παρακολούθηση καθώς οι δόσεις μπορεί να χρειαστούν αναπροσαρμογή.
  • Ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <50 ml/min)
    Μπορεί να χρειαστούν μείωση της δόσης. Συνιστάται προσοχή και στενή παρακολούθηση ασφάλειας (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    Δεν συνιστώνται ειδικές δοσολογικές προσαρμογές βάσει της ηλικίας του ασθενούς (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Δεν υπάρχει σχετική χρήση του HALAVEN σε παιδιά και εφήβους για την ένδειξη του καρκίνου του μαστού. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του HALAVEN σε παιδιά από τη γέννηση έως την ηλικία των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί στο σάρκωμα μαλακών μορίων. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-HALAVEN

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Θηλασμός
warning
SPC-HALAVEN

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Μυελοκαταστολή (Ουδετεροπενία, εμπύρετη ουδετεροπενία, θρομβοπενία)
    Θανατηφόρα περιστατικά εμπύρετης ουδετεροπενίας, ουδετεροπενικής σηψαιμίας, σηψαιμίας και σηπτικής καταπληξίας έχουν αναφερθεί.
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Θεραπεία με eribulin να ξεκινά μόνο σε ασθενείς με τιμές ANC ≥ 1,5 x 10^9/l και τιμές αιμοπεταλίων > 100 x 10^9/l. Αντιμετώπιση εμπύρετης ουδετεροπενίας, σοβαρής ουδετεροπενίας ή θρομβοπενίας σύμφωνα με τις συστάσεις (βλ. Δοσολογία). Χρήση του παράγοντα διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων (G-CSF) ή ισοδύναμου για σοβαρή ουδετεροπενία.
  • Υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας Βαθμού 4 και εμπύρετης ουδετεροπενίας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ALT ή AST > 3 x ULN ή χολερυθρίνη > 1,5 x ULN
  • Περιφερική νευροπάθεια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Στενή παρακολούθηση για σημεία κινητικής και αισθητικής περιφερικής νευροπάθειας. Ανάπτυξη σοβαρής περιφερικής νευροτοξικότητας απαιτεί καθυστέρηση ή μείωση της δόσης (βλ. Δοσολογία).
  • Παράταση του διαστήματος QT
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυαρρυθμίες, ή ταυτόχρονη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT (συμπεριλαμβανομένων των αντιαρρυθμικών κατηγορίας Ia και III) και ανωμαλίες ηλεκτρολυτών. Ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT διαστήματος.
    Διόρθωση υποκαλιαιμίας, υπασβεστιαιμίας ή υπομαγνησιαιμίας πριν την έναρξη της θεραπείας. Αποφυγή eribulin σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT διαστήματος.
  • Έκδοχα (αιθανόλη)
    Περιέχει μικρές ποσότητες αιθανόλης (αλκοόλη), λιγότερο από 100 mg ανά δόση.
swap_horiz
SPC-HALAVEN

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Αναστολείς, επαγωγείς του CYP3A4 (κετοκοναζόλη, ριφαμπικίνη)
    Η έκθεση του eribulin (AUC και Cmax) παρέμεινε ανεπηρέαστη. Δεν αναμένεται αλληλεπίδραση φαρμάκου-φαρμάκου.
  • Ουσίες με στενό θεραπευτικό εύρος που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A4 (αλφαιντανίλη, κυκλοσπορίνη, εργοταμίνη, φαιντανύλη, πιμοζίδη, κινιδίνη, σιρόλιμους, τακρόλιμους)
    προσοχή
    Το eribulin αποτελεί έναν ήπιο αναστολέα του CYP3A4 (in vitro δεδομένα).
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση θα πρέπει να γίνεται με προσοχή και συνιστάται η παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες.
sick
SPC-HALAVEN

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Ουρολοίμωξη
  • Πνευμονία
  • Καντιντίαση του στόματος
  • Στοματικός έρπης
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
  • Έρπης ζωστήρας
  • Σηψαιμία
  • Ουδετεροπενική σηψαιμία
  • Σηπτική καταπληξία
Αναπνευστικό
  • Ρινίτιδα
  • Πνευμονική εμβολή
  • Δύσπνοια
  • Βήχας
  • Στοματοφαρυγγικό άλγος
  • Επίσταξη
  • Ρινόρροια
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
Αίμα
  • Διάχυτη ενδαγγειακή πήξη
  • Ουδετεροπενία
  • Λευκοπενία
  • Αναιμία
  • Λεμφοπενία
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
  • Θρομβοπενία
Αγγειακές
  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
  • Εξάψεις
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπομαγνησιαιμία
  • Αφυδάτωση
  • Υπεργλυκαιμία
  • Υποφωσφαταιμία
  • Υπασβεστιαιμία
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
  • Κατάθλιψη
Νευρικό
  • Δυσγευσία
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Υπαισθησία
  • Λήθαργος
  • Νευροτοξικότητα
  • Ίλιγγος
Οφθαλμικές
  • Αυξημένη δακρύρροια
  • Επιπεφυκίτιδα
Αυτί
  • Εμβοές
Καρδιά
  • Ταχυκαρδία
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Στοματίτιδα
  • Ξηροστομία
  • Δυσπεψία
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
  • Διάταση κοιλίας
  • Εξέλκωση στόματος
  • Παγκρεατίτιδα
  • Φλεγμονή βλεννογόνου
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
  • Αυξημένη γάμμα-γλουταμυλτρανσφεράση
Ήπαρ
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
  • Υπερχολερυθριναιμία
  • Ηπατοτοξικότητα
Δέρμα
  • Αλωπεκία
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Διαταραχή όνυχα
  • Νυχτερινοί ιδρώτες
  • Ξηροδερμία
  • Ερύθημα
  • Υπερίδρωση
  • Παλαμο-πελματιαία ερυθροδυσαισθησία
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Αγγειοοίδημα
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Μυαλγία
  • Οσφυαλγία
  • Πόνος των άκρων
  • Οστικό άλγος
  • Μυϊκοί σπασμοί
  • Μυοσκελετικό άλγος
  • Μυοσκελετικό άλγος θώρακα
  • Μυϊκή αδυναμία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Δυσουρία
  • Αιματουρία
  • Πρωτεϊνουρία
  • Νεφρική ανεπάρκεια
Γενικές
  • Κόπωση
  • Εξασθένιση
  • Πυρεξία
  • Περιφερικό οίδημα
  • Άλγος
  • Ρίγη
  • Θωρακικό άλγος
  • Γριπώδης συνδρομή
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Πόνος των άκρων
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Άλγος
    Γενικές
    Συχνές
  • Έρπης ζωστήρας
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Αιματουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη γάμμα-γλουταμυλτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη δακρύρροια
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Γριπώδης συνδρομή
    Γενικές
    Συχνές
  • Διάταση κοιλίας
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διαταραχή όνυχα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Δυσουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εμβοές
    Αυτί
    Συχνές
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Συχνές
  • Καντιντίαση του στόματος
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Λήθαργος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Λεμφοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Μυοσκελετικό άλγος
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυοσκελετικό άλγος θώρακα
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Νευροτοξικότητα
    Νευρικό
    Συχνές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Νυχτερινοί ιδρώτες
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ξηροδερμία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Οστικό άλγος
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Παλαμο-πελματιαία ερυθροδυσαισθησία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Πνευμονική εμβολή
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Πρωτεϊνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Ρινόρροια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Στοματικός έρπης
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Στοματοφαρυγγικό άλγος
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπερίδρωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υπερχολερυθριναιμία
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Φλεγμονή βλεννογόνου
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αφυδάτωση
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Διάχυτη ενδαγγειακή πήξη
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Εξέλκωση στόματος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ηπατοτοξικότητα
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ουδετεροπενική σηψαιμία
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Σηπτική καταπληξία
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Σηψαιμία
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Υπασβεστιαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπομαγνησιαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υποφωσφαταιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
    Αγγειακές
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-HALAVEN

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Το HALAVEN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς αναγκαίο και μετά από μια προσεκτική εξέταση των αναγκών της μητέρας και του κινδύνου για το έμβρυο.
    Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση του eribulin σε έγκυο γυναίκα. Το eribulin είναι εμβρυοτοξικό και τερατογόνο σε αρουραίους. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη ενώ οι ίδιες ή οι άρρενες σύντροφοί τους λαμβάνουν HALAVEN και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 3 μήνες μετά τη θεραπεία.
  • Θηλασμός
    Το HALAVEN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
    Δεν είναι γνωστό εάν το eribulin/ οι μεταβολίτες απεκκρίνεται (-ονται) στο ανθρώπινο ή το ζωικό μητρικό γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/ βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Γονιμότητα
    Οι άρρενες ασθενείς πρέπει να αναζητήσουν συμβουλές σχετικά με τη συντήρηση του σπέρματος πριν από τη θεραπεία.
    Τοξικότητα των όρχεων έχει παρατηρηθεί σε αρουραίους και σκύλους (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Υπάρχει πιθανότητα μόνιμης στειρότητας μετά από τη θεραπεία με HALAVEN.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η εριμπουλίνη αναστέλλει την αναπτυξιακή φάση των μικροσωληνιδίων χωρίς να επηρεάζει τη φάση βράχυνσης και απομονώνει την τουμπουλίνη σε μη παραγωγικά συσσωματώματα. Η εριμπουλίνη ασκεί τις επιδράσεις της μέσω ενός μηχανισμού αντιαντιμυτωτικής δράσης…
monitor_heart
SPC-HALAVEN

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XX41 Το eribulin mesilate είναι ένας αναστολέας της δυναμικής ισορροπίας των μικροσωληνίσκων που ανήκει στην κατηγορία των αντινεοπλασματικών παραγόντων του halichondrin….
biotech
SPC-HALAVEN

Φαρμακοκινητική

expand_more

Κατανομή Η φαρμακοκινητική του eribulin χαρακτηρίζεται από μια φάση ταχείας κατανομής που ακολουθείται από μια φάση παρατεταμένης απομάκρυνσης, με μέσο τελικό χρόνο ημιζωής περίπου 40 ώρες. Έχει μεγάλο όγκο κατανομής (εύρος μέσων τιμών 43 έως 114 l/m2)….

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Δεν υπάρχουν σημαντικοί ανθρώπινοι μεταβολίτες της εριμπουλίνης, ο CYP3A4 μεταβολίζει αμελητέα την εριμπουλίνη in vitro.
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Η εριμπουλίνη απεκκρίνεται κυρίως στα κόπρανα αμετάβλητη. 43 L/m2 έως 114 L/m2 1.16 L/hr/m2 έως 2.42 L/hr/m2 (εύρος δόσης 0.25 mg/m2 έως 4.0 mg/m2). [FDA]

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Κάλιο ορού (K⁺) · Τακτικά
  • Ασβέστιο ορού (Ca) · Τακτικά
  • Μαγνήσιο ορού (Mg) · Τακτικά
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αιμοπετάλια bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Πριν από κάθε δόση
Απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Πριν από κάθε δόση
Γενική αίματος (CBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Πριν από κάθε δόση
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Νευρολογική εξέταση neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος Στενή παρακολούθηση
cardiology

ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) Ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυαρρυθμίες, θεραπεία με φάρμακα που παρατείνουν το QT, και ανωμαλίες ηλεκτρολυτών
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-HALAVEN
expand_more

Το HALAVEN πρέπει να χορηγείται μόνο υπό την επίβλεψη ενός ειδικού γιατρού πεπειραμένου στην κατάλληλη χρήση κυτταροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων.

Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση του eribulin ως έτοιμο προς χρήση διάλυμα είναι 1,23 mg/m2 η οποία πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως για 2 έως 5 λεπτά την Ημέρα 1 και 8 του κάθε κύκλου διάρκειας 21 ημερών.

Παρακαλούμε σημειώστε: Στην ΕΕ η συνιστώμενη δόση αναφέρεται στη βάση της δραστικής ουσίας (eribulin). Ο υπολογισμός της ατομικής δόσης προς χορήγηση σε ένα ασθενή πρέπει να βασίζεται στην περιεκτικότητα του έτοιμου προς χρήση διαλύματος που περιέχει 0,44 mg/ml eribulin και τη σύσταση δόσης 1,23 mg/m2. Οι συστάσεις μείωσης της δόσης που παρουσιάζονται παρακάτω παρουσιάζονται επίσης ως η δόση του eribulin προς χορήγηση που βασίζεται στην περιεκτικότητα του έτοιμου προς χρήση διαλύματος. Στις βασικές δοκιμές, τις αντίστοιχες δημοσιεύσεις και σε ορισμένες άλλες περιοχές, π.χ. τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ελβετία, η συνιστώμενη δόση βασίζεται στη μορφή του άλατος (eribulin mesilate).

Οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν ναυτία ή έμετο. Θα πρέπει να μελετάται το ενδεχόμενο χορήγησης αντιεμετικής προφυλακτικής αγωγής που να περιλαμβάνει κορτικοστεροειδή.

Καθυστερήσεις της δόσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας

Η χορήγηση του HALAVEN την Ημέρα 1 ή 8 πρέπει να καθυστερήσει για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

  • Απόλυτο αριθμό ουδετεροφίλων (ANC) < 1 x 10^9/l
  • Αιμοπετάλια < 75 x 10^9/l
  • Βαθμού 3 ή 4 μη αιματολογικές τοξικότητες.

Μείωση της δόσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας

Συστάσεις μείωσης της δόσης για επαναθεραπεία επιδεικνύονται στον παρακάτω πίνακα.

Συστάσεις μείωσης της δόσης

Ανεπιθύμητη αντίδραση μετά από προηγούμενη χορήγηση Συνιστώμενη δόση του HALAVEN eribulin
Αιματολογική: ANC < 0,5 x 10^9/l διάρκειας μεγαλύτερης από 7 ημέρες 0,97 mg/m^2
Ουδετεροπενία με ANC < 1 x 10^9/l που περιπλέκεται από πυρετό ή λοίμωξη 0,97 mg/m^2
Θρομβοπενία με αριθμό αιμοπεταλίων < 25 x 10^9/l 0,97 mg/m^2
Θρομβοπενία με αριθμό αιμοπεταλίων < 50 x 10^9/l που περιπλέκεται από αιμορραγία ή που απαιτεί μετάγγιση αίματος ή αιμοπεταλίων 0,97 mg/m^2
Μη αιματολογική: Οποιαδήποτε Βαθμού 3 ή 4 κατά τον προηγούμενο κύκλο 0,97 mg/m^2
Επανεμφάνιση τυχόν αιματολογικών ή μη αιματολογικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων, όπως προσδιορίζεται ανωτέρω 0,62 mg/m^2
Παρά τη μείωση σε 0,97 mg/m^2 0,62 mg/m^2
Παρά τη μείωση σε 0,62 mg/m^2 Εξετάστε διακοπή της θεραπείας

Η δόση του eribulin δεν θα πρέπει να αυξάνεται κλιμακωτά εκ νέου μετά τη μείωσή της.

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία

Μείωση της ηπατικής λειτουργίας λόγω των μεταστάσεων Η συνιστώμενη δόση του eribulin σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A) είναι 0,97 mg/m2 χορηγούμενη ενδοφλεβίως για 2 έως 5 λεπτά την Ημέρα 1 και 8 ενός κύκλου διάρκειας 21 ημερών. Η συνιστώμενη δόση του eribulin σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Β) είναι 0,62 mg/m2 χορηγούμενη ενδοφλεβίως για 2 έως 5 λεπτά την Ημέρα 1 και 8 ενός κύκλου διάρκειας 21 ημερών.

Η σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C) δεν έχει μελετηθεί αλλά αναμένεται ότι μια εντονότερη μείωση της δόσης είναι απαραίτητη εάν το eribulin χρησιμοποιηθεί σε αυτούς τους ασθενείς.

Μείωση της ηπατικής λειτουργίας λόγω της κίρρωσης Αυτή η ομάδα ασθενών δεν έχει μελετηθεί. Οι παραπάνω δόσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ήπια και μέτρια δυσλειτουργία αλλά συνιστάται στενή παρακολούθηση καθώς οι δόσεις μπορεί να χρειαστούν αναπροσαρμογή.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία

Ορισμένοι ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή μείωση της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης <50 ml/min) μπορεί να έχουν αυξημένη έκθεση του eribulin και μπορεί να χρειαστούν μείωση της δόσης. Για όλους τους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, συνιστάται προσοχή και στενή παρακολούθηση ασφάλειας (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Ηλικιωμένοι ασθενείς

Δεν συνιστώνται ειδικές δοσολογικές προσαρμογές βάσει της ηλικίας του ασθενούς (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν υπάρχει σχετική χρήση του HALAVEN σε παιδιά και εφήβους για την ένδειξη του καρκίνου του μαστού. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του HALAVEN σε παιδιά από τη γέννηση έως την ηλικία των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί στο σάρκωμα μαλακών μορίων. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης

Το HALAVEN προορίζεται για ενδοφλέβια χρήση. Η δόση μπορεί να αραιωθεί σε έως και 100 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%). Δεν πρέπει να αραιώνεται σε διάλυμα προς έγχυση γλυκόζης 5%. Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6. Πριν από τη χορήγηση θα πρέπει να διασφαλίζεται καλή περιφερική φλεβική προσπέλαση ή μια ανοιχτή κεντρική γραμμή. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι το eribulin mesilate είναι φλυκταινογόνο ή ερεθιστικό. Σε περίπτωση εξαγγείωσης, η θεραπεία θα πρέπει να είναι συμπτωματική. Για πληροφορίες σχετικά με το χειρισμό των κυτταροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων, βλ. παράγραφο 6.6.

block

Αντενδείξεις

SPC-HALAVEN
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Θηλασμός
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-HALAVEN
expand_more

Αιματολογία

Η μυελοκαταστολή είναι δοσοεξαρτώμενη και εκδηλώνεται κυρίως ως ουδετεροπενία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε όλους τους ασθενείς πριν από κάθε δόση του eribulin θα πρέπει να διενεργείται παρακολούθηση των γενικών εξετάσεων αίματος. Η θεραπεία με eribulin θα πρέπει να ξεκινά μόνο σε ασθενείς με τιμές ANC ≥ 1,5 x 10^9/l και τιμές αιμοπεταλίων > 100 x 10^9/l.

Εμπύρετη ουδετεροπενία εμφανίστηκε στο < 5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με eribulin. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν εμπύρετη ουδετεροπενία, σοβαρή ουδετεροπενία ή θρομβοπενία πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία σύμφωνα με τις συστάσεις στην (βλ. Δοσολογία).

Ασθενείς με αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) ή ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) > 3 x το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN) παρουσίασαν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας Βαθμού 4 και εμπύρετης ουδετεροπενίας. Παρόλο που τα στοιχεία είναι περιορισμένα, οι ασθενείς με χολερυθρίνη > 1,5 x ULN έχουν επίσης υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας Βαθμού 4 και εμπύρετης ουδετεροπενίας.

Έχουν αναφερθεί θανατηφόρα περιστατικά εμπύρετης ουδετεροπενίας, ουδετεροπενικής σηψαιμίας, σηψαιμίας και σηπτικής καταπληξίας.

Η σοβαρή ουδετεροπενία μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη χρήση του παράγοντα διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων (G-CSF) ή ισοδύναμου κατά την κρίση του γιατρού σύμφωνα με τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Περιφερική νευροπάθεια

Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία κινητικής και αισθητικής περιφερικής νευροπάθειας. Η ανάπτυξη σοβαρής περιφερικής νευροτοξικότητας απαιτεί καθυστέρηση ή μείωση της δόσης (βλ. Δοσολογία).

Στις κλινικές δοκιμές, οι ασθενείς με προϋπάρχουσα νευροπάθεια Βαθμού μεγαλύτερου από 2 αποκλείστηκαν. Ωστόσο, οι ασθενείς με προϋπάρχουσα νευροπάθεια Βαθμού 1 ή 2 δεν ήταν πιο πιθανό να αναπτύξουν νέα συμπτώματα ή συμπτώματα επιδείνωσης από εκείνους που συμμετείχαν στη μελέτη χωρίς τη νόσο.

Παράταση του διαστήματος QT

Σε μία μη ελεγχόμενη, ανοικτή μελέτη ΗΚΓ/τος σε 26 ασθενείς, παρατηρήθηκε παράταση του διαστήματος QT την Ημέρα 8, ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση του eribulin, με καμία παρατηρηθείσα παράταση του διαστήματος QT την Ημέρα 1. Συνιστάται παρακολούθηση ΗΚΓ/τος εάν η θεραπεία ξεκινά σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυαρρυθμίες, ή ταυτόχρονη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT, συμπεριλαμβανομένων των αντιαρρυθμικών κατηγορίας Ιa και III και ανωμαλίες ηλεκτρολυτών. Η υποκαλιαιμία, υπασβεστιαιμία ή η υπομαγνησιαιμία θα πρέπει να διορθωθούν πριν την έναρξη της θεραπείας με HALAVEN και οι ηλεκτρολύτες αυτοί θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Το eribulin θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT διαστήματος.

Έκδοχα

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει μικρές ποσότητες αιθανόλης (αλκοόλη), λιγότερο από 100 mg ανά δόση.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-HALAVEN
expand_more

Το eribulin απεκκρίνεται κυρίως (έως και 70%) με χολική απέκκριση. Ο πρωτεϊνικός μεταφορέας που συμμετέχει σε αυτήν τη διαδικασία είναι άγνωστος. Το eribulin δεν αποτελεί υπόστρωμα των μεταφορέων της πρωτεΐνης αντίστασης καρκίνου του μαστού (BCRP), των οργανικών ανιόντων (OAT1, OAT3, OATP1B1, OATP1B3), των πρωτεϊνών ανθεκτικών σε πολλά φάρμακα (MRP2, MRP4) και της αντίας εξαγωγής χολικών αλάτων (BSEP).

Δεν αναμένεται αλληλεπίδραση φαρμάκου-φαρμάκου με αναστολείς και επαγωγείς του CYP3A4. Η έκθεση του eribulin (AUC και Cmax) παρέμεινε ανεπηρέαστη από την κετοκοναζόλη, έναν αναστολέα του CYP3A4 και της P-γλυκοπρωτεΐνης (Pgp), και τη ριφαμπικίνη, έναν επαγωγέα του CYP3A4.

Επιδράσεις του eribulin στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμάκων

Τα δεδομένα in vitro υποδεικνύουν ότι το eribulin αποτελεί έναν ήπιο αναστολέα του σημαντικού ενζύμου μεταβολισμού των φαρμάκων CYP3A4. Δεδομένα in vivo δεν είναι διαθέσιμα. Η συγχορήγηση με ουσίες που έχουν στενό θεραπευτικό εύρος κι οι οποίες αποβάλλονται κυρίως μέσω μεταβολισμού από το CYP3A4 (π.χ. αλφαιντανίλη, κυκλοσπορίνη, εργοταμίνη, φαιντανύλη, πιμοζίδη, κινιδίνη, σιρόλιμους, τακρόλιμους) θα πρέπει να γίνεται με προσοχή και συνιστάται η παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες.

Το eribulin δεν αναστέλλει τα ένζυμα CYP1A2, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19, 2D6 ή 2E1 στις σχετικές κλινικές συγκεντρώσεις. Σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις, το eribulin δεν ανέστειλε τη μεσολαβούμενη μέσω μεταφορέα δραστηριότητα των BCRP, OCT1, OCT2, OAT1, OAT3, OATP1B1 και OATP1B3.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-HALAVEN
expand_more

Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετικά με το HALAVEN είναι η καταστολή του μυελού των οστών η οποία εκδηλώνεται ως ουδετεροπενία, λευκοπενία, αναιμία, θρομβοπενία με συνοδούς λοιμώξεις. Αναφέρθηκε επίσης η νέα εκδήλωση ή επιδείνωση προϋπάρχουσας περιφερικής νευροπάθειας. Μεταξύ των ανεπιθύμητων ενεργειών έχουν αναφερθεί κι οι γαστρεντερικές τοξικότητες που εκδηλώνονται ως ανορεξία, ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα και στοματίτιδα. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν την κόπωση, την αλωπεκία, τα αυξημένα ηπατικά ένζυμα, τη σηψαιμία και το σύνδρομο μυοσκελετικού άλγους.

Κατάλογος ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε μορφή πίνακα Εκτός και εάν αναφέρεται διαφορετικά, ο πίνακας δείχνει τα ποσοστά επίπτωσης των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού και σάρκωμα μαλακών μορίων που έλαβαν τη συνιστώμενη δόση σε μελέτες Φάσης 2 και Φάσης 3.

Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) και πολύ σπάνιες (< 1/10.000). Εντός κάθε κατηγοριοποίησης συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά μειωμένης συχνότητας. Όπου οι αντιδράσεις Βαθμού 3 ή 4 εμφανίστηκαν, παρατίθενται η πραγματική συνολική συχνότητα και η συχνότητα των αντιδράσεων Βαθμού 3 ή 4.

Kατηγορία/οργανικό σύστημα Πολύ συχνές (Συχνότητα%) Συχνές (Συχνότητα%) Όχι συχνές (Συχνότητα%) Σπάνιες ή μη γνωστές
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Ουρολοίμωξη (8,5%) (Β3/4: 0,7%)Πνευμονία (1,6%) (Β3/4: 1,0%)Καντιντίαση του στόματοςΣτοματικός έρπηςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΡινοφαρυγγίτιδαΡινίτιδαΈρπης ζωστήρας Σηψαιμία (0,5%) (Β3/4: 0,5%)αΟυδετεροπενική σηψαιμία (0,2%) (Β3/4: 0,2%)αΣηπτική καταπληξία (0,2%) (Β3/4: 0,2%)αΔιάχυτη ενδαγγειακή πήξηβ Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση*
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Ουδετεροπενία (53,6%) (Β3/4: 46,0%)Λευκοπενία (27,9%) (Β3/4: 17,0%)Αναιμία (21,8%) (Β3/4: 3,0%) Λεμφοπενία (5,7%) (Β3/4: 2,1%)Εμπύρετη ουδετεροπενία (4,5%) (Β3/4: 4,4%)αΘρομβοπενία (4,2%) (Β3/4: 0,7%)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Μειωμένη όρεξη (22,5%) (Β3/4: 0,7%)δ ΑϋπνίαΚατάθλιψηΔυσγευσία Υποκαλιαιμία (6,8%) (Β3/4: 2,0%)Υπομαγνησιαιμία (2,8%) (Β3/4: 0,3%)Αφυδάτωση (2,8%) (Β3/4: 0,5%)δΥπεργλυκαιμίαΥποφωσφαταιμίαΥπασβεστιαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Περιφερική νευροπάθειαγ (35,9%) (Β3/4: 7,3%)Κεφαλαλγία (17,5%) (Β3/4: 0,7%) Ζάλη (9,0%) (Β3/4: 0,4%)δΥπαισθησίαΛήθαργοςΝευροτοξικότητα
Οφθαλμικές διαταραχές Αυξημένη δακρύρροια (5,8%) (Β3/4: 0,1%)δΕπιπεφυκίτιδα
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου ΊλιγγοςΕμβοές
Καρδιακές διαταραχές Ταχυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές ΕξάψειςΠνευμονική εμβολή (1,3%) (Β3/4: 1,1%)α
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Δύσπνοια (15,2%)α (Β3/4: 3,5%)αΒήχας (15,0%) (Β3/4: 0,5%)δ Στοματοφαρυγγικό άλγοςΕπίσταξηΡινόρροια Διάμεση πνευμονοπάθεια (0,2%) (Β3/4: 0,1%)
Διαταραχές του γαστρεντερικού Ναυτία (35,7%) (Β3/4: 1,1%)δΔυσκοιλιότητα (22,3%) (Β3/4: 0,7%)δΔιάρροια (18,7%) (Β3/4: 0,8%)Έμετος (18,1%) (Β3/4: 1,0%)Στοματίτιδα (11,1%) (Β3/4: 1,0%)δ Κοιλιακό άλγοςΞηροστομίαΔυσπεψία (6,5%) (Β3/4: 0,3%)δΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΔιάταση της κοιλίας Εξέλκωση του στόματοςΠαγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (7,7%) (Β3/4: 1,4%)δΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (7,6%) (Β3/4: 1,9%)δΑυξημένη γάμμα γλουταμυλτρανσφεράση (1,7%) (Β3/4: 0,9%)δΥπερχολερυθριναιμία (1,4%) (Β3/4: 0,4%) Ηπατοτοξικότητα (0,8%) (Β3/4: 0,6%)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Αλωπεκία Εξάνθημα (4,9%) (G3/4: 0,1%)Κνησμός (3,9%) (Β3/4: 0,1%)δΔιαταραχή όνυχαΝυχτερινοί ιδρώτεςΞηροδερμίαΕρύθημαΥπερίδρωσηΠαλαμο-πελματιαία ερυθροδυσαισθησία (1,0%) (G3/4: 0,1%)δ Σύνδρομο Stevens-Johnson/Τοξική επιδερμική νεκρόλυση**
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Αρθραλγία και μυαλγία (20,4%) (Β3/4: 1,0%)Οσφυαλγία (12,8%) (Β3/4: 1,5%)Πόνος των άκρων (10,0%) (Β3/4: 0,7%)δ Οστικό άλγος (6,7%) (Β3/4: 1,2%)Μυϊκοί σπασμοί (5,3%) (Β3/4: 0,1%)δΜυοσκελετικό άλγοςΜυοσκελετικό άλγος του θώρακαΜυϊκή αδυναμία Αγγειοοίδημα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών ΔυσουρίαΑιματουρίαΠρωτεϊνουρίαΝεφρική ανεπάρκεια
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Κόπωση/Εξασθένιση (53,2%) (Β3/4: 7,7%)Πυρεξία (21,8%) (Β3/4: 0,7%) Φλεγμονή Βλεννογόνου (6,4%) (Β3/4: 0,9%)δΠεριφερικό ΟίδημαΆλγοςΡίγηΘωρακικό άλγοςΓριπώδης συνδρομή Μειωμένο σωματικό βάρος (11,4%) (Β3/4: 0,4%)δ
Παρακλινικές εξετάσεις

α Περιλαμβάνει συμβάντα Βαθμού 5. β Από αυθόρμητες αναφορές γ Περιλαμβάνει τους προτιμώμενους όρους της περιφερικής νευροπάθειας, της κινητικής περιφερικής νευροπάθειας, της πολυνευροπάθειας, της παραισθησίας, της περιφερικής αισθητηριακής νευροπάθειας, της αισθητικοκινητικής περιφερικής νευροπάθειας και της απομυελινωτικής πολυνευροπάθειας δ Κανένα συμβάν Βαθμού 4.

  • Σπάνιες ** Μη γνωστή συχνότητα

Συνολικά, τα προφίλ ασφάλειας σε πληθυσμούς ασθενών με καρκίνο του μαστού και σάρκωμα μαλακών μορίων ήταν παρόμοια.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Ουδετεροπενία Η ουδετεροπενία που παρατηρήθηκε ήταν αναστρέψιμη και μη αθροιστική, ο μέσος χρόνος για το ναδίρ ήταν 13 ημέρες και ο μέσος χρόνος ανάκαμψης από σοβαρή ουδετεροπενία (< 0,5 x 10^9/l) ήταν 8 ημέρες. Αριθμοί ουδετερόφιλων < 0,5 x 10^9/l που διαρκούν για περισσότερο από 7 ημέρες παρουσιάστηκαν στο 13% των ασθενών με καρκίνο του μαστού που έλαβαν θεραπεία με eribulin στη μελέτη EMBRACE. Ουδεροπενία αναφέρθηκε ως ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη θεραπεία (TEAE) σε 151/404 (37,4% για όλους τους βαθμούς) στον πληθυσμό του σαρκώματος, σε σύγκριση με 902/1.559 (57,9% για όλους τους βαθμούς) στον πληθυσμό του καρκίνου του μαστού. Οι συχνότητες των συνδυασμένων ομαδοποιημένων TEAE και των διαταραχών ουδετεροφίλων σε εργαστηριακές εξετάσεις ήταν 307/404 (76,0%) και 1.314/1.559 (84,3%), αντίστοιχα. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν 12,0 εβδομάδες για ασθενείς με σάρκωμα και 15,9 εβδομάδες για ασθενείς με καρκίνο του μαστού. Έχουν αναφερθεί θανατηφόρα περιστατικά εμπύρετης ουδετεροπενίας, ουδετεροπενικής σηψαιμίας, σηψαιμίας και σηπτικής καταπληξίας. Εκ των 1.963 ασθενών με καρκίνο του μαστού και σάρκωμα μαλακών μορίων που έλαβαν eribulin στη συνιστώμενη δόση σε κλινικές δοκιμές, υπήρξε ένα θανατηφόρο συμβάν τόσο για την ουδετεροπενική σηψαιμία (0,1%) όσο και την εμπύρετη ουδετεροπενία (0,1%). Επιπλέον, υπήρξαν 3 θανατηφόρα συμβάντα σηψαιμίας (0,2%) και ένα σηπτικής καταπληξίας (0,1%). Η σοβαρή ουδετεροπενία μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη χρήση του G-CSF ή ισοδύναμου κατά την κρίση του γιατρού σύμφωνα με τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές. Το 18% και το 13% των ασθενών υπό αγωγή με eribulin έλαβαν G-CSF σε δύο φάσης 3 μελέτες καρκίνου του μαστού (Μελέτες 305 και 301, αντίστοιχα). Στη φάσης 3 μελέτη σαρκώματος (Μελέτη 309), το 26% των ασθενών υπό αγωγή με eribulin έλαβε G-CSF. Η ουδετεροπενία οδήγησε σε διακοπή της θεραπείας σε ποσοστό < 1% των ασθενών που λάμβαναν eribulin.

Διάχυτη ενδαγγειακή πήξη Έχουν αναφερθεί περιστατικά διάχυτης ενδαγγειακής πήξης, συνήθως σε συνδυασμό με ουδετεροπενία και/ή σηψαιμία.

Περιφερική νευροπάθεια Στους 1.559 ασθενείς με καρκίνο του μαστού η πιο συχνή ανεπιθύμητη αντίδραση, που είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της θεραπείας με eribulin, ήταν η περιφερική νευροπάθεια (3,4%). Ο διάμεσος χρόνος για την περιφερική νευροπάθεια Βαθμού 2 ήταν 12,6 εβδομάδες (μετά από 4 κύκλους). Εκ των 404 ασθενών με σάρκωμα, 2 ασθενείς διέκοψαν τη θεραπεία με eribulin λόγω περιφερικής νευροπάθειας. Ο διάμεσος χρόνος για την περιφερική νευροπάθεια Βαθμού 2 ήταν 18,4 εβδομάδες. Ανάπτυξη περιφερικής νευροπάθειας Βαθμού 3 ή 4 παρουσιάστηκε στο 7,4% των ασθενών με καρκίνο του μαστού και το 3,5% των ασθενών με σάρκωμα. Στις κλινικές δοκιμές, οι ασθενείς με προϋπάρχουσα νευροπάθεια ήταν το ίδιο πιθανό να αναπτύξουν νέα συμπτώματα ή συμπτώματα επιδείνωσης με εκείνους που συμμετείχαν στη μελέτη χωρίς τη νόσο. Στους ασθενείς με καρκίνο του μαστού με προϋπάρχουσα περιφερική νευροπάθεια Βαθμού 1 ή 2 η συχνότητα εμφάνισης περιφερικής νευροπάθειας Βαθμού 3 η οποία εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της θεραπείας ήταν 14%.

Ηπατοτοξικότητα Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων έχουν αναφερθεί κατά την έναρξη της θεραπείας με eribulin σε ορισμένους ασθενείς με φυσιολογικά/μη φυσιολογικά ηπατικά ένζυμα πριν από τη θεραπεία με eribulin. Στην πλειοψηφία των εν λόγω ασθενών η αύξηση αυτή εμφανίστηκε σε πρώιμο στάδιο της θεραπείας με eribulin στους κύκλους 1 - 2 και παρόλο που θεωρείτο ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο προσαρμογής του ήπατος στη θεραπεία με eribulin κι όχι για ένα σημείο σημαντικής τοξικότητας του, στις περισσότερες περιπτώσεις ασθενών έχει αναφερθεί κι ηπατοτοξικότητα.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι ασθενείς Στις μελέτες 1.559 ασθενών με καρκίνο του μαστού που έλαβαν θεραπεία με τη συνιστώμενη δόση eribulin, 283 ασθενείς (18,2%) ήταν ηλικίας ≥ 65 ετών. Στον πληθυσμό 404 ασθενών με σάρκωμα, 90 ασθενείς (22,3%) που έλαβαν θεραπεία με eribulin ήταν ηλικίας ≥ 65 ετών. Το προφίλ ασφαλείας του eribulin σε ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας ≥ 65 ετών) ήταν παρόμοιο με εκείνο των ασθενών ηλικίας <65 ετών, εκτός από την εξασθένιση/κόπωση που παρουσίασαν αυξητική τάση με την ηλικία. Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης για τον πληθυσμό των ηλικιωμένων ασθενών.

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Ασθενείς με ALT ή AST > 3 x ULN παρουσίασαν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας Bαθμού 4 και εμπύρετης ουδετεροπενίας. Παρόλο που τα στοιχεία είναι περιορισμένα, οι ασθενείς με χολερυθρίνη > 1,5 x ULN έχουν επίσης υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας Βαθμού 4 και εμπύρετης ουδετεροπενίας (βλ. επίσης Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-HALAVEN
expand_more

Κύηση

Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση του eribulin σε έγκυο γυναίκα. Το eribulin είναι εμβρυοτοξικό και τερατογόνο σε αρουραίους. Το HALAVEN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς αναγκαίο και μετά από μια προσεκτική εξέταση των αναγκών της μητέρας και του κινδύνου για το έμβρυο.

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη ενώ οι ίδιες ή οι άρρενες σύντροφοί τους λαμβάνουν HALAVEN και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 3 μήνες μετά τη θεραπεία.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν το eribulin / οι μεταβολίτες απεκκρίνεται (-ονται) στο ανθρώπινο ή το ζωικό μητρικό γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/ βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί και συνεπώς το HALAVEN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Αντενδείξεις).

Γονιμότητα

Τοξικότητα των όρχεων έχει παρατηρηθεί σε αρουραίους και σκύλους (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Οι άρρενες ασθενείς πρέπει να αναζητήσουν συμβουλές σχετικά με τη συντήρηση του σπέρματος πριν από τη θεραπεία λόγω της πιθανότητας μόνιμης στειρότητας μετά από τη θεραπεία με HALAVEN.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-HALAVEN
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XX41

Το eribulin mesilate είναι ένας αναστολέας της δυναμικής ισορροπίας των μικροσωληνίσκων που ανήκει στην κατηγορία των αντινεοπλασματικών παραγόντων του halichondrin. Είναι ένα δομικά απλουστευμένο συνθετικό ανάλογο του halichondrin B, ενός φυσικού προϊόντος που απομονώθηκε από το θαλάσσιο σπόγγο Halichondria okadai.

Το eribulin αναστέλλει τη φάση ανάπτυξης των μικροσωληνίσκων, χωρίς να επηρεάζει τη φάση της βράχυνσης, και δεσμεύει την τουμπουλίνη σε μη παραγωγικά συσσωματώματα. Το eribulin ασκεί τις επιδράσεις του μέσω ενός αντιμιτωτικού μηχανισμού που βασίζεται στην τουμπουλίνη ο οποίος οδηγεί σε αναστολή του κυτταρικού κύκλου στην φάση G2/M, σε διαταραχή των μιτωτικών ατράκτων και τελικά σε αποπτωτικό κυτταρικό θάνατο μετά από παρατεταμένη και μη αναστρέψιμη μιτωτική παρεμπόδιση.

Κλινική αποτελεσματικότητα

Καρκίνος του μαστού Η αποτελεσματικότητα του HALAVEN στον καρκίνο του μαστού υποστηρίζεται κυρίως από δύο τυχαιοποιημένες συγκριτικές μελέτες Φάσης 3. Οι 762 ασθενείς, στη βασική μελέτη Φάσης 3 EMBRACE (Μελέτη 305), είχαν τοπικώς υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού και είχαν λάβει προηγουμένως τουλάχιστον δύο έως και κατά μέγιστο πέντε χημειοθεραπευτικά σχήματα, συμπεριλαμβανομένης μίας ανθρακυκλίνης και μίας ταξάνης (εκτός σε περίπτωση αντένδειξης). Η νόσος θα πρέπει να είχε εξελιχθεί εντός 6 μηνών από το τελευταίο χημειοθεραπευτικό σχήμα των ασθενών. Η κατάσταση HER2 των ασθενών ήταν: 16,1% θετική, 74,2% αρνητική και 9,7% άγνωστη, ενώ στο 18,9% των ασθενών ήταν τριπλά αρνητική. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 2:1 για να λάβουν είτε θεραπεία με HALAVEN ή θεραπεία επιλογής του γιατρού (TPC), που συνίστατο σε 97% χημειοθεραπεία (26% βινορελβίνη, 18% γεμσιταβίνη, 18% καπεσιταβίνη, 16% ταξάνη, 9% ανθρακυκλίνη, 10% άλλη χημειοθεραπεία), ή 3% ορμονική θεραπεία. Η μελέτη πέτυχε το κύριο τελικό σημείο της με αποτέλεσμα συνολικής επιβίωσης (OS) που ήταν στατιστικά σημαντικά καλύτερο στην ομάδα eribulin σε σύγκριση με την ομάδα TPC στο 55% των περιστατικών. Αυτό το αποτέλεσμα επιβεβαιώθηκε με μια ενημερωμένη ανάλυση συνολικής επιβίωσης που διεξήχθη στο 77% των περιστατικών.

Μελέτη 305- Ενημερωμένη Συνολική Επιβίωση (στον πληθυσμό ITT)

ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

HALAVEN

TPC

ΧΡΟΝΟΣ (μήνες) ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΣΘΕΝΩΝ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ: HALAVEN 508 406 274 142 54 11 0 TPC 254 178 106 61 26 5 0

Παράμετρος Αποτελεσματικότητας HALAVEN (n=508) Θεραπεία Επιλογής του Γιατρού (TPC) (n=254)
Αριθμός Περιστατικών 386 203
Διάμεση τιμή (μήνες) 13,2 10,5
Αναλογία κινδύνου (95% CI)α 0,805 (0,677, 0,958)
Ονομαστική τιμή p (λογαριθμική κατάταξη)β 0,014

α παλινδρόμηση αναλογικών κίνδυνων του Cox β Στρωματοποιημένη ανά γεωγραφική περιοχή, κατάσταση HER2/neu και πριν από τη θεραπεία με καπεσιταβίνη

Κατά την ανεξάρτητη αξιολόγηση, η διάμεση τιμή επιβίωσης ελεύθερης επιδείνωσης (PFS) ήταν 3,7 μήνες για το eribulin συγκριτικά με 2,2 μήνες του σκέλους TPC (αναλογία κινδύνου HR 0,865, 95% CI: 0,714, 1,048, p=0,137). Στους ανταποκρινόμενους αξιολογήσιμους ασθενείς, ο αντικειμενικός βαθμός ανταπόκρισης σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST ήταν 12,2% (95% CI: 9,4%, 15,5%) κατά την ανεξάρτητη αξιολόγηση του σκέλους eribulin συγκριτικά με το 4,7% (95% CI: 2,3%, 8,4%) του σκέλους TPC.

Η θετική επίδραση στη συνολική επιβίωση (OS) παρατηρήθηκε τόσο στις ανταποκρινόμενες στην ταξάνη ομάδες ασθενών όσο και τις μη ανταποκρινόμενες στην ταξάνη ομάδες ασθενών. Στην ενημέρωση του OS, η αναλογία κινδύνου (HR) για την ομάδα του eribulin έναντι της ομάδας TPC ήταν κατά 0,90 (95%: CI 0,71, 1,14) μεγαλύτερη για τους ανταποκρινόμενους στην ταξάνη ασθενείς και κατά 0,73 (95% CI: 0,56, 0,96) για τους μη ανταποκρινόμενους στην ταξάνη ασθενείς.

Η θετική επίδραση στο OS παρατηρήθηκε τόσο στην ομάδα ασθενών χωρίς προηγούμενη θεραπεία με καπεσιταβίνη όσο και στην ομάδα ασθενών με προηγούμενη θεραπεία με καπεσιταβίνη. Η ανάλυση του ενημερωμένου OS υπέδειξε όφελος επιβίωσης για την ομάδα του eribulin σε σύγκριση με την ομάδα TPC τόσο στους ασθενείς με προηγούμενη θεραπεία με καπεσιταβίνη με HR 0,787 (95% CI 0,645, 0,961), όσο και για τους ασθενείς χωρίς προηγούμενη θεραπεία με καπεσιταβίνη με ένα αντίστοιχο HR 0,865 (95% CI 0,606, 1,233).

Η δεύτερη μελέτη Φάσης 3 σε προηγούμενης γραμμής μεταστατικό καρκίνο του μαστού, η μελέτη 301, ήταν μια τυχαιοποιημένη ανοιχτή μελέτη σε ασθενείς (n =1.102) με τοπικώς προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού για την εξέταση της αποτελεσματικότητας της μονοθεραπείας με HALAVEN συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με καπεσιταβίνη αναφορικά με το OS και το PFS ως δεύτερο κύριο τελικό σημείο. Οι ασθενείς είχαν λάβει προηγουμένως κατά μέγιστο τρία χημειοθεραπευτικά σχήματα, συμπεριλαμβανομένης μίας ανθρακυκλίνης και μίας ταξάνης και κατά μέγιστο δύο για προχωρημένη νόσο, ενώ το ποσοστό εκείνων που είχαν λάβει προηγουμένως 0, 1 ή 2 χημειοθεραπείες για μεταστατικό καρκίνο του μαστού ήταν 20,0%, 52,0% ή 27,2% αντίστοιχα. Η κατάσταση HER2 των ασθενών ήταν: 15,3% θετική, 68,5% αρνητική και 16,2% άγνωστη, ενώ στο 25,8% των ασθενών ήταν τριπλά αρνητική.

Μελέτη 301- Συνολική Επιβίωση (στον πληθυσμό ITT)

ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

HALAVEN

Καπεσιταβίνη

ΧΡΟΝΟΣ (μήνες) ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΣΘΕΝΩΝ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ: HALAVEN 554 530 505 464 423 378 349 320 268 243 214 193 173 151 133 119 99 77 52 38 32 26 22 15 13 9 7 2 2 0 Καπεσιταβίνη 548 513 466 426 391 352 308 277 242 214 191 175 155 135 122 108 81 62 42 33 27 23 17 13 12 10 7 2 1 0

Παράμετρος Αποτελεσματικότητας HALAVEN (n=554) Καπεσιταβίνη (n=548)
Αριθμός Περιστατικών 446 459
Διάμεση τιμή (μήνες) 15,9 14,5
Αναλογία κινδύνου (95% CI)α 0,879 (0,770, 1,003)
τιμή p (λογαριθμική κατάταξη)β 0,056

α παλινδρόμηση αναλογικών κίνδυνων του Cox β Στρωματοποιημένη ανά γεωγραφική περιοχή, κατάσταση HER2/neu

Η αξιολόγηση της ανάλυσης της επιβίωσης ελεύθερης νόσου από ανεξάρτητο παράγοντα ήταν παρόμοια ανάμεσα στο eribulin και την καπεσιταβίνη με διάμεσες τιμές της τάξεως των 4,1 μηνών έναντι 4,2 μηνών (αναλογία κινδύνου HR 1,08%, [95% CI: 0,932, 1,250]) αντίστοιχα. Η αξιολόγηση του αντικειμενικού βαθμού ανταπόκρισης από ανεξάρτητο παράγοντα ήταν επίσης παρόμοια ανάμεσα στο eribulin και την καπεσιταβίνη, 11,0% (95% CI: 8,5, 13,9) στην ομάδα του eribulin και 11,5% (95% CI: 8,9, 14,5) στην ομάδα της καπεσιταβίνης.

Η συνολική επιβίωση στους ασθενείς αρνητικής HER2 και τους ασθενείς θετικής HER2 στις ομάδες του eribulin και τις ομάδες ελέγχου στη μελέτη 305 και τη μελέτη 302 παρουσιάζονται παρακάτω:

Παράμετρος Αποτελεσματικότητας Μελέτη 305 Ενημερωμένη Ανάλυση Συνολικής Επιβίωσης στον πληθυσμό του ITT
HER2 Αρνητική
HALAVEN (n = 373)
Αριθμός Περιστατικών 285
Διάμεσοι μήνες 13,4
Αναλογία κινδύνου (95% CI) 0,849 (0,695, 1,036)
τιμή p (λογαριθμική κατάταξη) 0,106
Παράμετρος Αποτελεσματικότητας Μελέτη 301 Συνολική Επιβίωση στον πληθυσμό του ITT
HER2 Αρνητική
HALAVEN (n = 375)
Αριθμός Περιστατικών 296
Διάμεσοι μήνες 15,9
Αναλογία κινδύνου (95% CI) 0,838 (0,715, 0,983)
τιμή p (λογαριθμική κατάταξη) 0,030

Σημείωση: Η ταυτόχρονη θεραπεία αντι-HER2 δεν συμπεριλήφθηκε στη Μελέτη 305 και τη Μελέτη 301.

Λιποσάρκωμα Η αποτελεσματικότητα του eribulin σε λιποσάρκωμα υποστηρίζεται από τη βασική Φάσης 3 μελέτη σαρκώματος (Μελέτη 309). Οι ασθενείς σε αυτή τη μελέτη (n=452) είχαν τοπικώς υποτροπιάζον, ανεγχείρητο ή/και μεταστατικό σάρκωμα μαλακών μορίων ενός εκ των δύο υποτύπων - λειομυοσάρκωμα ή λιποσάρκωμα. Οι ασθενείς είχαν λάβει τουλάχιστον δύο προηγούμενα χημειοθεραπευτικά σχήματα, ένα εκ των οποίων έπρεπε να ήταν μια ανθρακυκλίνη (εκτός εάν αντενδεικνυόταν). Οι ασθενείς έπρεπε να έχουν παρουσιάσει εξέλιξη της νόσου εντός 6 μηνών από το τελευταίο χημειοθεραπευτικό σχήμα τους. Τυχαιοποιήθηκαν 1:1 για να λάβουν είτε eribulin 1,23 mg/m2 την ημέρα 1 και 8 ενός κύκλου 21 ημερών ή δακαρβαζίνη 850 mg/m2, 1.000 mg/m2 ή 1.200 mg/m2 (δόση που καθορίστηκε από τον ερευνητή πριν την τυχαιοποίηση), κάθε 21 ημέρες. Στη Μελέτη 309, παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική βελτίωση στο OS σε ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο σκέλος του eribulin σε σύγκριση με το σκέλος ελέγχου. Αυτό μεταφράστηκε σε βελτίωση 2 μηνών στο διάμεσο OS (13,5 μήνες για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με eribulin έναντι 11,5 μηνών για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με δακαρβαζίνη). Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στο ποσοστό επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου ή συνολικής ανταπόκρισης μεταξύ των σκελών θεραπείας στον συνολικό πληθυσμό. Οι επιδράσεις της θεραπείας με eribulin περιορίστηκαν σε ασθενείς με λιποσάρκωμα (45% αποδιαφοροποιημένο, 37% μυξοειδές/από στρογγυλοκύτταρα και 18% πλειόμορφο στη Μελέτη 309) βάσει προσχεδιασμένων αναλύσεων υποομάδων των OS και PFS. Δεν υπήρξε διαφορά στην αποτελεσματικότητα μεταξύ eribulin και δακαρβαζίνης σε ασθενείς με προχωρημένο ή μεταστατικό λειομυοσάρκωμα.

Μελέτη 309

Υποομάδα λιποσαρκώματος Υποομάδα λειομυοσαρκώματος Πληθυσμός ITT
HALAVEN (n=71) Δακαρβαζίνη (n=72) HALAVEN (n=157)
Συνολική επιβίωση
Αριθμός Περιστατικών 52 63 124
Διάμεσοι μήνες 15,6 8,4 12,7
Αναλογία κινδύνου (95% CI) 0,511 (0,346, 0,753) 0,927 (0,714, 1,203) 0,768 (0,618, 0,954)
Ονομαστική τιμή p 0,0006 0,5730 0,0169
Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου
Αριθμός Περιστατικών 57 59 140
Διάμεσοι μήνες 2,9 1,7 2,2
Αναλογία κινδύνου (95% CI) 0,521 (0,346, 0,784) 1,072 (0,835, 1,375) 0,877 (0,710, 1,085)
Ονομαστική τιμή p 0,0015 0,5848 0,2287

Μελέτη 309 - Συνολική Επιβίωση στην Υποομάδα Λιποσαρκώματος

ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

HALAVEN

Δακαρβαζίνη

Χρόνος (μήνες) ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΣΘΕΝΩΝ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ: HALAVEN 71 63 51 43 39 34 30 20 15 12 7

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-HALAVEN
expand_more

Κατανομή

Η φαρμακοκινητική του eribulin χαρακτηρίζεται από μια φάση ταχείας κατανομής που ακολουθείται από μια φάση παρατεταμένης απομάκρυνσης, με μέσο τελικό χρόνο ημιζωής περίπου 40 ώρες. Έχει μεγάλο όγκο κατανομής (εύρος μέσων τιμών 43 έως 114 l/m2).

Το eribulin δεσμεύεται ασθενώς με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η δέσμευση του eribulin με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (100-1000 ng/ml) κυμάνθηκε από 49% έως 65% στο ανθρώπινο πλάσμα.

Βιομετασχηματισμός

Το αμετάβλητο eribulin ήταν η βασική μορφή που κυκλοφορούσε στο πλάσμα μετά από χορήγηση 14C-eribulin στους ασθενείς. Οι συγκεντρώσεις μεταβολιτών αντιπροσώπευαν ένα ποσοστό < 0,6% της μητρικής ένωσης, επιβεβαιώνοντας ότι δεν υπάρχουν βασικοί ανθρώπινοι μεταβολίτες του eribulin.

Αποβολή

Το Eribulin έχει χαμηλή κάθαρση (εύρος μέσων τιμών 1,16 έως 2,42 l/h/m2). Δεν παρατηρήθηκε σημαντική συσσώρευση του eribulin σε εβδομαδιαία χορήγηση. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες δεν είναι δοσοεξαρτώμενες ή χρονοεξαρτώμενες στο εύρος δόσεων του eribulin 0,22 έως 3,53 mg/m2.

Το Eribulin απεκκρίνεται κυρίως με χολική απέκκριση. Ο πρωτεϊνικός μεταφορέας που συμμετέχει στην απέκκριση δεν είναι αυτή τη στιγμή γνωστός. Προκλινικές in vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι το eribulin μεταφέρεται από την Pgp. Ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις το eribulin δεν είναι αναστολέας της Pgp in vitro. Επιπρόσθετα, in vivo, η συγχορήγηση κετοκοναζόλης, ενός αναστολέα της Pgp, δεν έχει καμία επίδραση στην έκθεση του eribulin (AUC και Cmax). In vitro μελέτες έχουν επίσης υποδείξει ότι το eribulin δεν αποτελεί υπόστρωμα για το μεταφορέα 1 οργανικού κατιόντος (OCT1).

Μετά τη χορήγηση του 14C-eribulin στους ασθενείς, περίπου το 82% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα και το 9% στα ούρα υποδεικνύοντας ότι η νεφρική κάθαρση δεν αποτελεί σημαντική οδός απέκκρισης του eribulin. Το αμετάβλητο eribulin αποτελούσε το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής ραδιενέργειας στα κόπρανα και τα ούρα.

Ηπατική δυσλειτουργία

Μια μελέτη αξιολόγησε τη φαρμακοκινητική του eribulin σε ασθενείς με ήπια (Child-Pugh A, n=7) και μέτρια (Child-Pugh B, n=4) ηπατική δυσλειτουργία λόγω ηπατικών μεταστάσεων. Σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (n=6), η έκθεση του eribulin αυξήθηκε κατά 1,8 φορές και 3 φορές σε ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Η χορήγηση του HALAVEN σε δόση 0,97 mg/m2 σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία και σε δόση 0,62 mg/m2 σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία οδήγησε σε κάπως υψηλότερη έκθεση από ό,τι μετά από μία δόση 1,23 mg/m2 σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Το HALAVEN δεν μελετήθηκε σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C). Δεν υπάρχει μελέτη για ασθενείς µε ηπατική δυσλειτουργία λόγω κίρρωσης. Βλ. Δοσολογία για δοσολογικές συστάσεις.

Νεφρική δυσλειτουργία

Παρατηρήθηκε αυξημένη έκθεση του eribulin σε ορισμένους ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή μείωση της νεφρικής λειτουργίας, με υψηλή μεταβλητότητα μεταξύ ατόμων. Η φαρμακοκινητική του eribulin αξιολογήθηκαν σε μια Φάσης 1 μελέτη σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (Κάθαρση κρεατινίνης: ≥ 80 ml/min, n = 6), μέτρια (30-50 ml/min, n = 7) ή σοβαρή (15-<30 ml/min, n = 6) νεφρική δυσλειτουργία. Η κάθαρση κρεατινίνης υπολογίστηκε με τον τύπο Cockcroft-Gault. Παρατηρήθηκε μια υψηλότερη κατά 1,5 φορές (90% CI: 0,9-2,5) κανονικοποιημένη ως προς τη δόση AUC(0-inf) σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Βλ. Δοσολογία για δοσολογικές συστάσεις.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

40 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

49% έως 65%
PubChem

Απέκκριση

Κόπρανα
PubChem
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
11354606
Μοριακός τύπος
C40H59NO11
Μοριακό βάρος
729.9
IUPAC
(1S,3S,6S,9S,12S,14R,16R,18S,20R,21R,22S,26R,29S,31R,32S,33R,35R,36S)-20-[(2S)-3-amino-2-hydroxypropyl]-21-methoxy-14-methyl-8,15-dimethylidene-2,19,30,34,37,39,40,41-octaoxanonacyclo[24.9.2.13,32.13,33.16,9.112,16.018,22.029,36.031,35]hentetracontan-24-one
InChIKey
UFNVPOGXISZXJD-JBQZKEIOSA-N
Κατάταξη MeSH

LR24G6354G

ERIBULIN

Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE] - Αναστολή Μικροσωληνιδίων

Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μικροσωληνιδίων

Η εριμπουλίνη είναι Αναστολέας Μικροσωληνιδίων. Η φυσιολογική επίδραση της εριμπουλίνης γίνεται μέσω Αναστολής Μικροσωληνιδίων.