ENFORTUMAB VEDOTIN
Ενφορτουμάμπη βεδοτίνη
Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-PADCEV
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Ημέρες 1, 8 και 15 ενός κύκλου 28 ημερών
- Δόση έναρξης: 1,25 mg/kg
- Τιτλοποίηση: Μείωση δόσης: Πρώτη μείωση δόσης 1,0 mg/kg έως 100 mg. Δεύτερη μείωση δόσης 0,75 mg/kg έως 75 mg. Τρίτη μείωση δόσης 0,5 mg/kg έως 50 mg. Τροποποιήσεις βάσει ανεπιθύμητων ενεργειών όπως δερματικές αντιδράσεις (SJS/TEN/πομφολυγώδεις βλάβες), υπεργλυκαιμία, περιφερική νευροπάθεια.
-
ΕνήλικεςΔόση1,25 mg/kgΜέγ. δόση125 mgχορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση σε διάρκεια 30 λεπτών κατά τις Ημέρες 1, 8 και 15 ενός κύκλου 28 ημερών, έως την εξέλιξη της νόσου ή μη αποδεκτής τοξικότητας.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ηλικίας ≥65 ετών.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια (CrCL >60-90 ml/min), μέτρια (CrCL 30-60 ml/min) ή σοβαρή (CrCL 15-30 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία. Το enfortumab vedotin δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (CrCL <15 ml/min).
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Το enfortumab vedotin έχει αξιολογηθεί μόνο σε περιορισμένο αριθμό ασθενών με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και δεν έχει εξεταστεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση του enfortumab vedotin στον παιδιατρικό πληθυσμό για την ένδειξη του τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού ουροθηλιακού καρκίνου.
block
SPC-PADCEV
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-PADCEV
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΙχνηλασιμότηταΤο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
-
Δερματικές αντιδράσειςΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται από τον πρώτο κύκλο και καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας για δερματικές αντιδράσεις. Μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης κατάλληλης θεραπείας, όπως τοπικά κορτικοστεροειδή και αντιισταμινικά, για δερματικές αντιδράσεις ήπιας έως μέτριας βαρύτητας. Για πιθανολογούμενο SJS ή ΤΕΝ, ή σε περίπτωση εμφάνισης πομφολυγώδων βλαβών, διακόψτε τη χορήγηση της θεραπείας άμεσα και παραπέμψτε σε εξειδικευμένη φροντίδα. Η ιστολογική επιβεβαίωση, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης πολλαπλών βιοψιών, είναι κρίσιμη για την έγκαιρη αναγνώριση. Διακόψτε οριστικά το Padcev για επιβεβαιωμένο SJS ή TEN, Βαθμού 4 ή υποτροπιάζουσες σοβαρές δερματικές αντιδράσεις. Για Βαθμού 2 επιδείνωση, Βαθμού 2 με πυρετό ή δερματικές αντιδράσεις Βαθμού 3, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται έως ότου επιτευχθεί ο Βαθμός ≤1 και θα πρέπει να εξεταστεί η παραπομπή σε εξειδικευμένη φροντίδα. Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί στο ίδιο επίπεδο δόσης ή να εξεταστεί η μείωση της δόσης κατά ένα επίπεδο (βλ. Δοσολογία).
-
ΥπεργλυκαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με και χωρίς προϋπάρχοντα σακχαρώδη διαβήτηΕάν η γλυκόζη αίματος είναι αυξημένη >13,9 mmol/l (>250 mg/dl), το Padcev θα πρέπει να διακοπεί έως ότου η γλυκόζη αίματος μειωθεί σε ≤13,9 mmol/l (≤250 mg/dl) και χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία (βλ. Δοσολογία).
-
Περιφερική νευροπάθειαΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα νέας ή επιδεινούμενης περιφερικής νευροπάθειας, καθώς οι ασθενείς αυτοί μπορεί να απαιτούν καθυστέρηση, μείωση ή διακοπή της δόσης του enfortumab vedotin. Το Padcev θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε περιπτώσεις περιφερικής νευροπάθειας Βαθμού ≥3 (βλ. Δοσολογία).
-
Οφθαλμικές διαταραχέςΕξετάστε τη χορήγηση τεχνητών δακρύων για την προφύλαξη από την ξηροφθαλμία και την παραπομπή για οφθαλμολογική αξιολόγηση σε περίπτωση κατά την οποία τα οφθαλμικά συμπτώματα δεν υποχωρούν ή επιδεινώνονται.
-
Εξαγγείωση στο σημείο έγχυσηςΔιασφαλίστε καλή φλεβική πρόσβαση πριν από την έναρξη του Padcev και παρακολουθήστε για πιθανή εξαγγείωση στο σημείο της έγχυσης κατά τη χορήγηση. Εάν παρουσιαστεί εξαγγείωση, διακόψτε την έγχυση και παρακολουθήστε για ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
-
Εμβρυϊκή τοξικότηταΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκεςΟι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνονται για τον πιθανό κίνδυνο στο έμβρυο (βλ. Κύηση και γαλουχία και Προκλινικά δεδομένα).
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΟι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να διενεργούν τεστ εγκυμοσύνης εντός 7 ημερών πριν από την έναρξη της θεραπείας με enfortumab vedotin, να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 12 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας.
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΆνδρεςΟι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με enfortumab vedotin συνιστάται να μην κάνουν παιδί κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως και 9 μήνες έπειτα από την τελευταία δόση του Padcev.
swap_horiz
SPC-PADCEV
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη)προσοχήΑύξηση Cmax και AUC του μη συζευγμένου MMAEΣύστασηΣτενότερη παρακολούθηση για σημεία τοξικότητας
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (π.χ. μποσεπρεβίρη, κλαριθρομυκίνη, κομπισιστάτη, ινδιναβίρη, ιτρακοναζόλη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, ποσακοναζόλη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, τελαπρεβίρη, τελιθρομυκίνη, βορικοναζόλη)προσοχήΑύξηση Cmax και AUC του μη συζευγμένου MMAEΣύστασηΣτενότερη παρακολούθηση για σημεία τοξικότητας
-
Υποστρώματα CYP3A4 (π.χ. μιδαζολάμη)αμελητέαΔεν αναμένεται μεταβολή στην AUC των συγχορηγούμενων φαρμάκων
-
Ισχυροί επαγωγείς CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum))προσοχήΜείωση της έκθεσης του μη συζευγμένου MMAE
sick
SPC-PADCEV
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Ουδετεροπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων
- Υπεργλυκαιμία
- Μειωμένη όρεξη
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Περιφερική αισθητική νευροπάθεια
- Δυσγευσία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Περιφερική κινητική νευροπάθεια
- Περιφερική αισθητικοκινητική νευροπάθεια
- Παραισθησία
- Υπαισθησία
- Διαταραχή βάδισης
- Απομυελινωτική πολυνευροπάθεια
- Πολυνευροπάθεια
- Νευροτοξικότητα
- Κινητική δυσλειτουργία
- Δυσαισθησία
- Νευραλγία
- Παράλυση περονιαίου νεύρου
- Απώλεια αισθητικότητας
- Αίσθηση καύσου
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυϊκή ατροφία
- Αίσθηση καύσου του δέρματος
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Ξηροδερμία
- Φαρμακευτικό εξάνθημα
- Απολέπιση δέρματος
- Πομφολυγώδης δερματίτιδα
- Φλύκταινες
- Σύνδρομο ερυθροδυσαισθησίας παλαμών-πελμάτων
- Έκζεμα
- Ερύθημα
- Ερυθηματώδες εξάνθημα
- Κηλιδώδες εξάνθημα
- Βλατιδώδες εξάνθημα
- Κνησμώδες εξάνθημα
- Φυσαλιδώδες εξάνθημα
- Γενικευμένη αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αποφολιδωτικό εξάνθημα
- Πεμφιγοειδές
- Κηλιδοφυσαλιδώδες εξάνθημα
- Δερματίτιδα
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Δερματίτιδα εξ επαφής
- Παράτριμμα
- Ερεθισμός δέρματος
- Δερματίτιδα από στάση
- Φλύκταινα με αιματηρό υγρό
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Επιδερμική νέκρωση
- Φαρμακευτικό λειχηνοειδές εξάνθημα
- Ξηροφθαλμία
- Επιπεφυκίτιδα
- Διάρροια
- Έμετος
- Ναυτία
- Στοματίτιδα
- Κόπωση
- Εξαγγείωση στο σημείο έγχυσης
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνηςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΠεριφερική αισθητική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑπολέπιση δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΒλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιαταραχή βάδισηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΕξαγγείωση στο σημείο έγχυσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚηλιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερική αισθητικοκινητική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερική κινητική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠομφολυγώδης δερματίτιδαΔέρμα
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣύνδρομο ερυθροδυσαισθησίας παλαμών-πελμάτωνΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΦαρμακευτικό εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΦλύκταινεςΔέρμα
-
ΣυχνέςΦυσαλιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑίσθηση καύσουΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθηση καύσου του δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑλλεργική δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑπομυελινωτική πολυνευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑποφολιδωτικό εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑπώλεια αισθητικότηταςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΓενικευμένη αποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδα από στάσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδα εξ επαφήςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔυσαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚηλιδοφυσαλιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚινητική δυσλειτουργίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή ατροφίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝευραλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΝευροτοξικότηταΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαράλυση περονιαίου νεύρουΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαράτριμμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠεμφιγοειδέςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠολυνευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΦλύκταινα με αιματηρό υγρόΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΕπιδερμική νέκρωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένος αριθμός ουδετερόφιλωνΑίμα
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΦαρμακευτικό λειχηνοειδές εξάνθημαΔέρμα
pregnant_woman
SPC-PADCEV
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΤο Padcev δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς και σε γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς την χρήση αντισύλληψης.Το Padcev μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο έμβρυο με βάση ευρήματα από μελέτες σε ζώα. Μελέτες εμβρυϊκής ανάπτυξης σε θηλυκούς αρουραίους κατέδειξαν ότι η ενδοφλέβια χορήγηση του enfortumab vedotin οδήγησε σε μειωμένους αριθμούς βιώσιμων εμβρύων, μειωμένος αριθμός απογόνων και αυξημένες πρώιμες απορροφήσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Padcev και για τουλάχιστον 6 μήνες μετά την τελευταία δόση.Δεν είναι γνωστό εάν το enfortumab vedotin απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα βρέφη που θηλάζουν δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΣτους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν συνιστάται να καταψύξουν και να αποθηκεύσουν δείγματα σπέρματος πριν από τη θεραπεία.Σε αρουραίους η χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων enfortumab vedotin, οδήγησε σε τοξικότητα στους όρχεις και μπορεί να προκαλέσει μεταβολές στην ανδρική γονιμότητα. Το MMAE έχει καταδειχθεί ότι έχει ανευγενικές ιδιότητες (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση του Padcev στη γονιμότητα στον άνθρωπο.
neurology
SPC-PADCEV
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, μονοκλωνικά αντισώματα, κωδικός ATC: L01FX13 ### Μηχανισμός δράσης Το enfortumab vedotin είναι μια συζευγμένη ένωση αντισώματος-φαρμάκου (ADC) που στοχεύει…
monitor_heart
SPC-PADCEV
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, μονοκλωνικά αντισώματα, κωδικός ATC: L01FX13 ### Μηχανισμός δράσης Το enfortumab vedotin είναι μια συζευγμένη ένωση αντισώματος-φαρμάκου (ADC) που στοχεύει…
biotech
SPC-PADCEV
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Κατανομή Η εκτιμώμενη μέση τιμή του όγκου κατανομής του ADC σε σταθερή κατάσταση ήταν 12,8 L μετά από χορήγηση 1,25 mg/kg enfortumab vedotin. In vitro, η δέσμευση του MMAE στις πρωτεΐνες του πλάσματος στον άνθρωπο κυμαινόταν από 68% έως 82%. Το MMAE δεν…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | πριν από τη χορήγηση και περιοδικά καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται κλινικά | Σακχαρώδης διαβήτης ή κίνδυνος υπεργλυκαιμίας |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Συμπτώματα περιφερικής νευροπάθειας | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | — | — |
| Οφθαλμολογική εξέταση | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | — | — |
| Δερματολογικός έλεγχος | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | από τον πρώτο κύκλο και καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Εξαγγείωση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | κατά τη χορήγηση | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PADCEV
expand_more
Δοσολογία
Η έναρξη και η επίβλεψη της θεραπείας με το Padcev θα πρέπει να διενεργείται από ιατρό με εμπειρία στη χρήση αντικαρκινικών θεραπειών. Διασφαλίστε καλή φλεβική πρόσβαση πριν από την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση του enfortumab vedotin είναι 1,25 mg/kg (έως μέγιστη τιμή 125 mg για ασθενείς ≥100 kg), χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση σε διάρκεια 30 λεπτών κατά τις Ημέρες 1, 8 και 15 ενός κύκλου 28 ημερών, έως την εξέλιξη της νόσου ή μη αποδεκτής τοξικότητας.
Πίνακας 1. Συνιστώμενες μειώσεις της δόσης για ανεπιθύμητες ενέργειες
| Επίπεδο δόσης | Δόση |
|---|---|
| Δόση έναρξης | 1,25 mg/kg έως 125 mg |
| Πρώτη μείωση δόσης | 1,0 mg/kg έως 100 mg |
| Δεύτερη μείωση δόσης | 0,75 mg/kg έως 75 mg |
| Τρίτη μείωση δόσης | 0,5 mg/kg έως 50 mg |
Τροποποιήσεις της δόσης
Πίνακας 2. Προσωρινή διακοπή, μείωση της δόσης και οριστική διακοπή σε ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό ουροθηλιακό καρκίνο
| Ανεπιθύμητη ενέργεια | Βαρύτητα* | Τροποποίηση της δόσης* |
|---|---|---|
| Δερματικές αντιδράσεις | Πιθανολογούμενο σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) ή τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) ή πομφολυγώδεις βλάβες | Διακόψτε άμεσα και παραπέμψτε σε εξειδικευμένη φροντίδα. |
| Επιβεβαιωμένο SJS ή TEN, Βαθμού 4 ή υποτροπιάζον Βαθμού 3 | Διακόψτε οριστικά. | |
| Βαθμού 2 επιδείνωση | - Διακόψτε έως ότου γίνει Βαθμού ≤1 - Θα πρέπει να εξεταστεί η παραπομπή σε εξειδικευμένη φροντίδα - Συνεχίστε με το ίδιο επίπεδο δόσης ή εξετάστε τη μείωση της δόσης κατά ένα επίπεδο (βλ. Πίνακα 1) | |
| Υπεργλυκαιμία | Γλυκόζη αίματος >13,9 mmol/l (>250 mg/dl) | - Διακόψτε έως ότου η αυξημένη γλυκόζη αίματος βελτιωθεί σε ≤13,9 mmol/l (≤250 mg/dl) - Συνεχίστε τη θεραπεία με το ίδιο επίπεδο δόσης |
| Περιφερική νευροπάθεια | Βαθμού 2 | - Για την πρώτη εκδήλωση, συνεχίστε τη θεραπεία με το ίδιο επίπεδο δόσης - Για υποτροπή, διακόψτε έως ότου γίνει Βαθμού ≤1 και, στη συνέχεια, συνεχίστε τη θεραπεία μειωμένη κατά ένα επίπεδο δόσης (βλ. Πίνακα 1) |
| Βαθμού ≥3 | Διακόψτε οριστικά. |
*Η τοξικότητα βαθμολογήθηκε σύμφωνα με τα κριτήρια Common Terminology Criteria for Adverse Events Version 5.0 (Κοινά κριτήρια ορολογίας για τις Ανεπιθύμητες Ενέργειες Έκδοση 5.0, NCI-CTCAE v5.0) του National Cancer Institute (Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου) όπου ο Βαθμός 1 είναι ήπιας βαρύτητας, ο Βαθμός 2 είναι μέτριας βαρύτητας, ο Βαθμός 3 είναι μεγάλης βαρύτητας και ο Βαθμός 4 είναι απειλητικός για τη ζωή.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ηλικίας ≥65 ετών (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια [κάθαρση κρεατινίνης (CrCL) >60-90 ml/min], μέτρια (CrCL 30-60 ml/min) ή σοβαρή (CrCL 15-30 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία. Το enfortumab vedotin δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (CrCL <15 ml/min) (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία [ολική χολερυθρίνη 1 έως 1,5 × άνω όριο του φυσιολογικού εύρους (ULN) και οποιαδήποτε AST ή ολική χολερυθρίνη ≤ ULN και AST > ULN]. Το enfortumab vedotin έχει αξιολογηθεί μόνο σε περιορισμένο αριθμό ασθενών με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και δεν έχει εξεταστεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του enfortumab vedotin στον παιδιατρικό πληθυσμό για την ένδειξη του τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού ουροθηλιακού καρκίνου.
Τρόπος χορήγησης
Το Padcev προορίζεται για ενδοφλέβια χρήση. Η συνιστώμενη δόση πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση σε διάρκεια 30 λεπτών. Το enfortumab vedotin δεν πρέπει να χορηγείται ως ενδοφλέβια ταχεία ή bolus ένεση. Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-PADCEV
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PADCEV
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Δερματικές αντιδράσεις
Οι δερματικές αντιδράσεις σχετίζονται με το enfortumab vedotin ως αποτέλεσμα της δέσμευσης του enfortumab vedotin με τη Νεκτίνη-4 που εκφράζεται στο δέρμα. Ο πυρετός ή τα συμπτώματα που μοιάζουν με γρίπη μπορεί να είναι το πρώτο σημάδι μιας σοβαρής δερματικής αντίδρασης και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται, εάν αυτό συμβεί.
Έχουν αναφερθεί δερματικές αντιδράσεις ήπιας έως μέτριας βαρύτητας, κυρίως κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με enfortumab vedotin, κυρίως κατά τον πρώτο κύκλο θεραπείας, έχουν επίσης εκδηλωθεί σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις, περιλαμβανομένων του SJS και της TEN, με θανατηφόρο έκβαση. Σε κλινικές δοκιμές, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη σοβαρών δερματικών αντιδράσεων ήταν 0,6 μήνες (εύρος: 0,1 έως 6,4).
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται από τον πρώτο κύκλο και καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας για δερματικές αντιδράσεις. Μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης κατάλληλης θεραπείας, όπως τοπικά κορτικοστεροειδή και αντιισταμινικά, για δερματικές αντιδράσεις ήπιας έως μέτριας βαρύτητας. Για πιθανολογούμενο SJS ή ΤΕΝ, ή σε περίπτωση εμφάνισης πομφολυγώδων βλαβών, διακόψτε τη χορήγηση της θεραπείας άμεσα και παραπέμψτε σε εξειδικευμένη φροντίδα. Η ιστολογική επιβεβαίωση, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης πολλαπλών βιοψιών, είναι κρίσιμη για την έγκαιρη αναγνώριση, καθώς η διάγνωση και η παρέμβαση μπορούν να βελτιώσουν την πρόγνωση. Διακόψτε οριστικά το Padcev για επιβεβαιωμένο SJS ή TEN, Βαθμού 4 ή υποτροπιάζουσες σοβαρές δερματικές αντιδράσεις. Για Βαθμού 2 επιδείνωση, Βαθμού 2 με πυρετό ή δερματικές αντιδράσεις Βαθμού 3, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται έως ότου επιτευχθεί ο Βαθμός ≤1 και θα πρέπει να εξεταστεί η παραπομπή σε εξειδικευμένη φροντίδα. Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί στο ίδιο επίπεδο δόσης ή να εξεταστεί η μείωση της δόσης κατά ένα επίπεδο (βλ. Δοσολογία).
Υπεργλυκαιμία
Σε ασθενείς με και χωρίς προϋπάρχοντα σακχαρώδη διαβήτη που έλαβαν θεραπεία με enfortumab vedotin παρουσιάστηκε υπεργλυκαιμία και διαβητική κετοξέωση (ΔΚΟ), περιλαμβανομένων και θανατηφόρων συμβάντων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
H υπεργλυκαιμία παρουσιάστηκε πιο συχνά σε ασθενείς με προϋπάρχουσα υπεργλυκαιμία ή υψηλό δείκτη μάζας σώματος (≥30 kg/m2). Οι ασθενείς με HbA1c ≥8% κατά την αρχική αξιολόγηση αποκλείστηκαν από τις κλινικές δοκιμές. Τα επίπεδα της γλυκόζης αίματος θα πρέπει να παρακολουθούνται πριν από τη χορήγηση και περιοδικά καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται κλινικά, σε ασθενείς που πάσχουν ή διατρέχουν κίνδυνο για σακχαρώδη διαβήτη ή υπεργλυκαιμία. Εάν η γλυκόζη αίματος είναι αυξημένη >13,9 mmol/l (>250 mg/dl), το Padcev θα πρέπει να διακοπεί έως ότου η γλυκόζη αίματος μειωθεί σε ≤13,9 mmol/l (≤250 mg/dl) και χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία (βλ. Δοσολογία).
Περιφερική νευροπάθεια
Περιφερική νευροπάθεια, ιδιαίτερα περιφερική αισθητική νευροπάθεια, έχει παρουσιαστεί με το enfortumab vedotin, περιλαμβανομένων αντιδράσεων Βαθμού ≥3 (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα περιφερική νευροπάθεια Βαθμού ≥2 αποκλείστηκαν από τις κλινικές δοκιμές. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα νέας ή επιδεινούμενης περιφερικής νευροπάθειας, καθώς οι ασθενείς αυτοί μπορεί να απαιτούν καθυστέρηση, μείωση ή διακοπή της δόσης του enfortumab vedotin (βλ. Πίνακα 1). Το Padcev θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε περιπτώσεις περιφερικής νευροπάθειας Βαθμού ≥3 (βλ. Δοσολογία).
Οφθαλμικές διαταραχές
Οφθαλμικές διαταραχές, κυρίως ξηροφθαλμία, έχουν παρουσιαστεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με enfortumab vedotin (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για οφθαλμικές διαταραχές. Εξετάστε τη χορήγηση τεχνητών δακρύων για την προφύλαξη από την ξηροφθαλμία και την παραπομπή για οφθαλμολογική αξιολόγηση σε περίπτωση κατά την οποία τα οφθαλμικά συμπτώματα δεν υποχωρούν ή επιδεινώνονται.
Εξαγγείωση στο σημείο έγχυσης
Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες συνέβη εξαγγείωση κατά τη χορήγηση του enfortumab vedotin παρατηρήθηκε βλάβη του δέρματος και των μαλακών ιστών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Διασφαλίστε καλή φλεβική πρόσβαση πριν από την έναρξη του Padcev και παρακολουθήστε για πιθανή εξαγγείωση στο σημείο της έγχυσης κατά τη χορήγηση. Εάν παρουσιαστεί εξαγγείωση, διακόψτε την έγχυση και παρακολουθήστε για ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
Εμβρυϊκή τοξικότητα και αντισύλληψη
Οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνονται για τον πιθανό κίνδυνο στο έμβρυο (βλ. Κύηση και γαλουχία και Προκλινικά δεδομένα). Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να διενεργούν τεστ εγκυμοσύνης εντός 7 ημερών πριν από την έναρξη της θεραπείας με enfortumab vedotin, να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 12 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Οι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με enfortumab vedotin συνιστάται να μην κάνουν παιδί κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως και 9 μήνες έπειτα από την τελευταία δόση του Padcev.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PADCEV
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν έχουν διενεργηθεί επίσημες μελέτες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων με το enfortumab vedotin. Η συγχορήγηση enfortumab vedotin και φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 (υποστρώματα), δεν παρουσιάζει κλινικά σημαντικό κίνδυνο πρόκλησης φαρμακοκινητικών αλληλεπιδράσεων (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στο enfortumab vedotin
Αναστολείς, υποστρώματα ή επαγωγείς του CYP3A4
Με βάση τη μελέτη μοντέλου φαρμακοκινητικής βασισμένη στη φυσιολογία (PBPK), η ταυτόχρονη χρήση του enfortumab vedotin με κετοκοναζόλη (συνδυασμός αναστολέα της P-gp και ισχυρού αναστολέα του CYP3A) προβλέπεται να αυξήσει τη Cmax του μη συζευγμένου MMAE και την έκθεση στο AUC σε μικρό βαθμό, χωρίς μεταβολή της έκθεσης στο ADC. Συνιστάται προσοχή σε περίπτωση συγχορηγούμενης θεραπείας με αναστολείς του CYP3A4. Οι ασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. μποσεπρεβίρη, κλαριθρομυκίνη, κομπισιστάτη, ινδιναβίρη, ιτρακοναζόλη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, ποσακοναζόλη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, τελαπρεβίρη, τελιθρομυκίνη, βορικοναζόλη) θα πρέπει να παρακολουθούνται πιο στενά για σημεία τοξικότητας. Το μη συζευγμένο MMAE δεν προβλέπεται να μεταβάλλει την AUC των συγχορηγούμενων φαρμάκων που είναι υποστρώματα του CYP3A4 (π.χ. μιδαζολάμη). Οι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 [π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum)] μπορεί να μειώσουν την έκθεση του μη συζευγμένου MMAE σε μέτριο βαθμό (βλ. Φαρμακοκινητικές).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PADCEV
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες με το enfortumab vedotin ήταν αλωπεκία (48,8%), κόπωση (46,8%), μειωμένη όρεξη (44,9%), περιφερική αισθητική νευροπάθεια (38,7%), διάρροια (37,6%), ναυτία (36%), κνησμός (33,4%), δυσγευσία (29,9%), αναιμία (26,5%), σωματικό βάρος μειωμένο (23,4%), εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες (22,9%), ξηροδερμία (21,6%), έμετος (18,4%), ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη (15,3%), υπεργλυκαιμία, (13,1%), ξηροφθαλμία (12,8%), αμινοτρανσφεράση αλανίνης αυξημένη (12,1%) και εξάνθημα (10,4%). Οι πιο συχνές σοβερές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν διάρροια (2%) και υπεργλυκαιμία (2%). Το εννιά τοις εκατό των ασθενών διέκοψε οριστικά το enfortumab vedotin εξαιτίας της εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών. Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια (≥2%) που οδήγησε σε διακοπή της δόσης ήταν η περιφερική αισθητική νευροπάθεια (4%). Ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε διακοπή της δόσης εμφανίστηκαν στο 44% των ασθενών. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (≥2%) που οδήγησαν σε διακοπή της δόσης ήταν περιφερική αισθητική νευροπάθεια (15%), κόπωση (7%), εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες (4%), ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη (4%), αμινοτρανσφεράση αλανίνης αυξημένη (4%), αναιμία (3%), διάρροια (3%) και υπεργλυκαιμία (3%). Το τριάντα τοις εκατό των ασθενών χρειάστηκαν μείωση της δόσης λόγω της εμφάνισης ανεπιθύμητης ενέργειας. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (≥2%) που οδήγησαν σε μείωση της δόσης ήταν η περιφερική αισθητική νευροπάθεια (10%), η κόπωση (5%), εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες (4%) και η μειωμένη όρεξη (2%).
Σύνοψη ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Η ασφάλεια του enfortumab vedotin ως μονοθεραπεία έχει αξιολογηθεί σε 680 ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό ουροθηλιακό καρκίνο που λάμβαναν 1,25 mg/kg τις Ημέρες 1, 8 και 15 εντός κύκλου 28 ημερών σε κλινικές μελέτες (βλ. Πίνακα 3). Οι ασθενείς εκτέθηκαν στο enfortumab vedotin για διάμεση διάρκεια 4,7 μηνών (εύρος: 0,3 έως 34,8 μήνες). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες παρατίθενται σε αυτή την παράγραφο ανά κατηγορία συχνότητας. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1 000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10 000 έως < 1/1 000), πολύ σπάνιες (< 1/10 000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Σε κάθε ομάδα συχνοτήτων, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται σε σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Πίνακας 3. Ανεπιθύμητες αντιδράσεις
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
|---|---|
| Πολύ συχνές | Αναιμία |
| Μη γνωστές | Ουδετεροπενία, εμπύρετη ουδετεροπενία, αριθμός ουδετερόφιλων μειωμένος |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
|---|---|
| Πολύ συχνές | Υπεργλυκαιμία, μειωμένη όρεξη |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
|---|---|
| Πολύ συχνές | Περιφερική αισθητική νευροπάθεια, δυσγευσία |
| Συχνές | Νευροπάθεια περιφερική, περιφερική κινητική νευροπάθεια, περιφερική αισθητικοκινητική νευροπάθεια, παραισθησία, υπαισθησία, διαταραχές βάδισης, μυϊκή αδυναμία |
| Όχι συχνές | Απομυελινωτική πολυνευροπάθεια, πολυνευροπάθεια, νευροτοξικότητα, κινητική δυσλειτουργία, δυσαισθησία, μυϊκή ατροφία, νευραλγία, παράλυση περονιαίου νεύρου, απώλεια αισθητικότητας, αίσθηση καύσου του δέρματος, αίσθηση καύσου |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
|---|---|
| Πολύ συχνές | Ξηροφθαλμία |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |
|---|---|
| Πολύ συχνές | Διάρροια, έμετος, ναυτία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
|---|---|
| Πολύ συχνές | Αλωπεκία, κνησμός, εξάνθημα, εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες, ξηροδερμία |
| Συχνές | Φαρμακευτικό εξάνθημα, απολέπιση δέρματος, επιπεφυκίτιδα, δερματίτιδα πομφολυγώδης, φλύκταινες, στοματίτιδα, σύνδρομο ερυθροδυσαισθησίας παλαμών-πελμάτων, έκζεμα, ερύθημα, εξάνθημα ερυθηματώδες, εξάνθημα κηλιδώδες, εξάνθημα βλατιδώδες, εξάνθημα κνησμώδες, εξάνθημα φυσαλιδώδες |
| Όχι συχνές | Δερματίτιδα αποφολιδωτική γενικευμένη, πολύμορφο ερύθημα, αποφολιδωτικό εξάνθημα, πεμφιγοειδές, εξάνθημα κηλιδοφυσαλιδώδες, δερματίτιδα, δερματίτιδα αλλεργική, δερματίτιδα από επαφή, παράτριμμα, ερεθισμός δέρματος, δερματίτιδα από στάση, φλύκταινα με αιματηρό υγρό |
| Μη γνωστές | Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson, επιδερμική νέκρωση, εκτεταμένο φαρμακευτικό λειχηνοειδές εξάνθημα |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
|---|---|
| Πολύ συχνές | Κόπωση |
| Συχνές | Εξαγγείωση στο σημείο έγχυσης |
| Παρακλινικές εξετάσεις | |
|---|---|
| Πολύ συχνές | Αμινοτρανσφεράση αλανίνης αυξημένη, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη, σωματικό βάρος μειωμένο |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων
Ανοσογονικότητα
Συνολικά 590 ασθενείς ελέγχθηκαν για ανοσογονικότητα με το enfortumab vedotin 1,25 mg/kg. 15 ασθενείς επιβεβαιώθηκε ότι ήταν θετικοί κατά την αρχική αξιολόγηση για αντισώματα κατά του φαρμάκου (ADA) και στους ασθενείς που ήταν αρνητικοί κατά την αρχική αξιολόγηση (N=575), συνολικά 16 ασθενείς (2,8%) ήταν θετικοί μετά από την αρχική αξιολόγηση (13 παροδικά και 3 μόνιμα). Λόγω του περιορισμένου αριθμού ασθενών με αντισώματα έναντι του Padcev, δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με την πιθανή επίδραση της ανοσογονικότητας στην αποτελεσματικότητα, στην ασφάλεια ή στη φαρμακοκινητική.
Δερματικές αντιδράσεις
Σε κλινικές μελέτες, οι δερματικές αντιδράσεις παρουσιάστηκαν σε 55% (375) από τους 680 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με enfortumab vedotin 1,25 mg/kg. Σοβαρές (Βαθμού 3 ή 4) δερματικές αντιδράσεις παρουσιάστηκαν σε 13% (85) από τους ασθενείς και η πλειονότητα αυτών των αντιδράσεων περιλάμβανε κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, εξάνθημα ερυθηματώδες, εξάνθημα ή φαρμακευτικό εξάνθημα. Ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη σοβαρών δερματικών αντιδράσεων ήταν 0,62 μήνες (εύρος: 0,1 έως 6,4 μήνες). Σοβερές δερματικές αντιδράσεις εμφανίστηκαν στο 3,8% (26) των ασθενών. Στην κλινική μελέτη EV-201 (N=214), από τους ασθενείς που παρουσίασαν δερματικές αντιδράσεις, 75% είχαν πλήρη υποχώρηση και 14% είχαν μερική βελτίωση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Υπεργλυκαιμία
Σε κλινικές μελέτες, υπεργλυκαιμία (γλυκόζη αίματος >13,9 mmol/l) παρουσιάστηκε σε 14% (98) από τους 680 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με enfortumab vedotin 1,25 mg/kg. Σοβαρά συμβάντα υπεργλυκαιμίας σημειώθηκαν στο 2,2% των ασθενών, 7% των ασθενών ανέπτυξαν σοβαρή υπεργλυκαιμία (Βαθμού 3-4) και 0,3% των ασθενών παρουσίασαν θανατηφόρα συμβάντα, ένα συμβάν με υπεργλυκαιμία και ένα με διαβητική κετοξέωση. Η επίπτωση υπεργλυκαιμίας Βαθμού 3-4 ήταν σταθερά αυξημένη σε ασθενείς με υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος και σε ασθενείς με υψηλότερη αιμοσφαιρίνη A1C (HbA1c) κατά την έναρξη. Ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη υπεργλυκαιμίας ήταν 0,6 μήνες (εύρος: 0,1 έως 20,3). Στην κλινική μελέτη EV-201 (N=214), κατά τον χρόνο της τελευταίας αξιολόγησης, το 61% των ασθενών είχε πλήρη υποχώρηση και το 19% των ασθενών είχε μερική βελτίωση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Περιφερική νευροπάθεια
Σε κλινικές μελέτες, η περιφερική νευροπάθεια παρουσιάστηκε σε 52% (352) από τους 680 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με enfortumab vedotin 1,25 mg/kg. Τέσσερα τοις εκατό των ασθενών παρουσίασαν σοβαρή (Βαθμού 3-4) περιφερική νευροπάθεια, περιλαμβανομένων αισθητηριακών και κινητικών συμβάντων. Ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη Βαθμού ≥2 ήταν 4,6 μήνες (εύρος: 0,1 έως 15,8). Στην κλινική μελέτη EV-201 (N=214), κατά τον χρόνο της τελευταίας αξιολόγησης, το 19% των ασθενών είχε πλήρη υποχώρηση και το 39% των ασθενών είχε μερική βελτίωση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οφθαλμικές διαταραχές
Σε κλινικές μελέτες, το 30% των ασθενών εμφάνισαν ξηροφθαλμία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με enfortumab vedotin 1,25 mg/kg. Η θεραπεία διακόπηκε στο 1,3% των ασθενών και το 0,1% των ασθενών διέκοψαν οριστικά τη θεραπεία λόγω ξηροφθαλμίας. Σοβαρή (Βαθμού 3) ξηροφθαλμία εμφανίστηκε μόνο σε 3 ασθενείς (0,4%). Ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη της ξηροφθαλμίας ήταν 1,7 μήνες (εύρος: 0 έως 19,1 μήνες) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PADCEV
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
Συνιστάται η διενέργεια τεστ εγκυμοσύνης σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία εντός 7 ημερών πριν από την έναρξη της θεραπείας. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 12 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Οι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με enfortumab vedotin συνιστάται να μην κάνουν παιδί κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως και 9 μήνες έπειτα από την τελευταία δόση του Padcev.
Κύηση
Το Padcev μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυες γυναίκες, με βάση ευρήματα από μελέτες σε ζώα. Μελέτες εμβρυϊκής ανάπτυξης σε θηλυκούς αρουραίους κατέδειξαν ότι η ενδοφλέβια χορήγηση του enfortumab vedotin οδήγησε σε μειωμένους αριθμούς βιώσιμων εμβρύων, μειωμένος αριθμός απογόνων και αυξημένες πρώιμες απορροφήσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Padcev δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς και σε γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς την χρήση αντισύλληψης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν το enfortumab vedotin απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα βρέφη που θηλάζουν δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Padcev και για τουλάχιστον 6 μήνες μετά την τελευταία δόση.
Γονιμότητα
Σε αρουραίους η χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων enfortumab vedotin, οδήγησε σε τοξικότητα στους όρχεις και μπορεί να προκαλέσει μεταβολές στην ανδρική γονιμότητα. Το MMAE έχει καταδειχθεί ότι έχει ανευγενικές ιδιότητες (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Επομένως, στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν συνιστάται να καταψύξουν και να αποθηκεύσουν δείγματα σπέρματος πριν από τη θεραπεία. Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση του Padcev στη γονιμότητα στον άνθρωπο.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PADCEV
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, μονοκλωνικά αντισώματα, κωδικός ATC: L01FX13
Μηχανισμός δράσης
Το enfortumab vedotin είναι μια συζευγμένη ένωση αντισώματος-φαρμάκου (ADC) που στοχεύει στη Νεκτίνη-4, μια πρωτεΐνη συγκόλλησης που βρίσκεται στην επιφάνεια των κυττάρων του καρκίνου του ουροθηλίου. Αποτελείται από ένα πλήρως ανθρώπινο αντίσωμα IgG1-κ, συζευγμένο με τον παράγοντα αναστολής μικροσωληνίσκων MMAE, μέσω ενός συνδέτη μαλεϊμιδοκαπρόυλο-βαλίνης-κιτρουλλίνης που μπορεί να διασπαστεί με πρωτεάση. Μη κλινικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι η αντικαρκινική δράση του enfortumab vedotin οφείλεται στη δέσμευση του ADC σε κύτταρα που εκφράζουν τη Νεκτίνη-4, την οποία ακολουθεί η είσοδος του συμπλέγματος ADC-Νεκτίνης-4 στο εσωτερικό του κυττάρου και η απελευθέρωση του MMAE μέσω πρωτεολυτικής διάσπασης. Η απελευθέρωση του MMAE αποδιοργανώνει το δίκτυο μικροσωληνίσκων μέσα στο κύτταρο, οδηγώντας κατά συνέπεια σε αναστολή του κυτταρικού κύκλου και σε κυτταρικό θάνατο με απόπτωση. Το MMAE που απελευθερώνεται από τα κύτταρα στα οποία στοχεύει το enfortumab vedotin μπορεί να διαχυθεί σε γειτονικά κύτταρα με χαμηλή έκφραση σε Νεκτίνη-4 οδηγώντας σε κυτταροτοξικό κυτταρικό θάνατο.
Καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία
Στη συνιστώμενη δόση 1,25 mg/kg, το enfortumab vedotin δεν παρέτεινε το μέσο διάστημα QTc σε κλινικά σημαντικό βαθμό με βάση δεδομένα ΗΚΓ από μια μελέτη σε ασθενείς με προχωρημένο ουροθηλιακό καρκίνο.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Μεταστατικός ουροθηλιακός καρκίνος
EV-301
Η αποτελεσματικότητα του Padcev αξιολογήθηκε στη μελέτη EV-301, μια ανοικτής επισήμανσης, τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη φάσης 3, στην οποία εντάχθηκαν 608 ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό ουροθηλιακό καρκίνο, οι οποίοι είχαν λάβει προηγουμένως χημειοθεραπεία που περιείχε πλατίνα και αναστολέα υποδοχέα προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου 1 (PD-1) ή συνδέτη προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου 1 (PD-L1). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η συνολική επιβίωση (OS) και τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία συμπεριλάμβαναν την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) και το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR) [τα PFS και ORR αξιολογήθηκαν με την εκτίμηση του ερευνητή χρησιμοποιώντας τα RECIST v1.1]. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 ώστε να λάβουν είτε enfortumab vedotin 1,25 mg/kg κατά τις Ημέρες 1, 8 και 15 ενός κύκλου 28 ημερών, είτε μία από τις ακόλουθες χημειοθεραπείες, σύμφωνα με απόφαση του ερευνητή: δοσεταξέλη 75 mg/m2 (38%), πακλιταξέλη 175 mg/m2 (36%) ή βινφλουνίνη 320 mg/m2 (25%) κατά την Ημέρα 1 ενός κύκλου 21 ημερών. Οι ασθενείς αποκλείονταν από τη μελέτη εάν είχαν ενεργές μεταστάσεις στο ΚΝΣ, εξελισσόμενη αισθητική ή κινητική νευροπάθεια Βαθμού ≥ 2, γνωστό ιστορικό λοίμωξης από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV 1 ή 2), ενεργό ηπατίτιδα Β ή C, ή μη ελεγχόμενο διαβήτη, όπως ορίζεται από HbA1c ≥8% ή HbA1c ≥7% με σχετιζόμενα συμπτώματα διαβήτη. Η διάμεση ηλικία ήταν 68 έτη (εύρος: 30 έως 88 ετών), 77% ήταν άνδρες και οι περισσότεροι ασθενείς ήταν λευκοί (52%) ή Ασιάτες (33%). Όλοι οι ασθενείς είχαν αρχική κατάσταση λειτουργικότητας κατά τη Συνεργαζόμενη Ογκολογική Ομάδα της Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ (ECOG) 0 (40%) ή 1 (60%). Το ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) των ασθενών είχαν μεταστατική νόσο και το 5% είχαν τοπικά προχωρημένη νόσο. Ογδόντα τοις εκατό των ασθενών είχαν σπλαγχνικές μεταστάσεις, περιλαμβανομένου 31% με ηπατικές μεταστάσεις. Εβδομήντα έξι τοις εκατό των ασθενών είχαν ιστολογικά χαρακτηριστικά ουροθηλιακού καρκινώματος/καρκινώματος μεταβατικών κυττάρων (TCC), το 14% είχαν καρκίνωμα μεταβατικών κυττάρων σε συνδυασμό με κύτταρα άλλων ιστολογικών χαρακτηριστικών, και περίπου το 10% είχαν άλλες ιστολογικές παραλλαγές. Συνολικά 76 (13%) ασθενείς έλαβαν ≥3 γραμμές προηγούμενης συστηματικής θεραπείας. Πενήντα δύο τοις εκατό (314) των ασθενών έλαβαν προηγούμενο αναστολέα PD-1, 47% (284) έλαβαν προηγούμενο αναστολέα PD-L1 και ένα πρόσθετο 1% (9) των ασθενών έλαβαν και τους δύο αναστολείς PD-1 και PD-L1. Μόνο 18% (111) των ασθενών παρουσίασαν ανταπόκριση σε προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα PD-1 ή PD-L1. Εξήντα-τρία τοις εκατό (383) των ασθενών έλαβαν προηγούμενα σχήματα με βάση την σισπλατίνη, 26% (159) έλαβαν προηγούμενα σχήματα με βάση την καρβοπλατίνη, ενώ ένα πρόσθετο 11% (65) έλαβαν σχήματα με βάση και την σισπλατίνη και την καρβοπλατίνη. Ο Πίνακας 4 συνοψίζει τα στοιχεία αποτελεσματικότητας της μελέτης EV-301, μετά από διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 11,1 μηνών (95% CI: 10,6 έως 11,6).
Πίνακας 4. Αποτελέσματα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα στη μελέτη EV-301
| Καταληκτικό σημείο | Padcev N=301 | Χημειοθεραπεία N=307 |
|---|---|---|
| Συνολική επιβίωση | ||
| Αριθμός ασθενών με συμβάντα (%) | 134 (44,5) | 167 (54,4) |
| Διάμεση τιμή σε μήνες (95% CI) | 12,9 (10,6, 15,2) | 9,0 (8,1, 10,7) |
| Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 0,702 (0,556, 0,886) | |
| Μονόπλευρη τιμή p | 0,00142* | |
| Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου† | ||
| Αριθμός ασθενών με συμβάντα (%) | 201 (66,8) | 231 (75,2) |
| Διάμεση τιμή σε μήνες (95% CI) | 5,6 (5,3, 5,8) | 3,7 (3,5, 3,9) |
| Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 0,615 (0,505, 0,748) | |
| Μονόπλευρη τιμή p | <0,00001‡ | |
| Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (CR + PR)† | ||
| ORR (%) (95% CI) | 40,6 (35,0, 46,5) | 17,9 (13,7, 22,8) |
| Μονόπλευρη τιμή p | <0,001 | |
| Ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης (%) | 4,9 | 2,7 |
| Ποσοστό μερικής ανταπόκρισης (%) | 35,8 | 15,2 |
| Διάρκεια ανταπόκρισης στα άτομα που παρουσίασαν ανταπόκριση | ||
| Διάμεση τιμή σε μήνες (95% CI) | 7,4 (5,6, 9,5) | 8,1 (5,7, 9,6) |
*προκαθορισμένο όριο αποτελεσματικότητας = 0,00679, μονόπλευρο (προσαρμοσμένο σύμφωνα με τους παρατηρούμενους θανάτους 301 ασθενών) †αξιολογήθηκε με εκτίμηση από τον ερευνητή με χρήση των κριτηρίων RECIST v. 1.1 ‡προκαθορισμένο όριο αποτελεσματικότητας = 0,02189, μονόπλευρο (προσαρμοσμένο σύμφωνα με παρατηρούμενα συμβάντα PFS1 432 ασθενών) ‡προκαθορισμένο όριο αποτελεσματικότητας = 0,025, μονόπλευρο (προσαρμοσμένο σύμφωνα με κλάσμα 100% των πληροφοριών)
Εικόνα 1. Διάγραμμα συνολικής επιβίωσης Kaplan Meier
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με enfortumab vedotin σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στον ουροθηλιακό καρκίνο (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PADCEV
expand_more
Φαρμακοκινητική
Κατανομή
Η εκτιμώμενη μέση τιμή του όγκου κατανομής του ADC σε σταθερή κατάσταση ήταν 12,8 L μετά από χορήγηση 1,25 mg/kg enfortumab vedotin. In vitro, η δέσμευση του MMAE στις πρωτεΐνες του πλάσματος στον άνθρωπο κυμαινόταν από 68% έως 82%. Το MMAE δεν ήταν πιθανό να εκτοπίσει ή να εκτοπιστεί από φαρμακευτικά προϊόντα με υψηλή δέσμευση στις πρωτεΐνες. In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι το MMAE είναι υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης.
Βιομετασχηματισμός
Ένα μικρό κλάσμα του MMAE που απελευθερώνεται από το enfortumab vedotin μεταβολίζεται. Δεδομένα in vitro υποδεικνύουν ότι ο μεταβολισμός του MMAE πραγματοποιείται κυρίως μέσω οξείδωσης από το CYP3A4.
Αποβολή
Η μέση κάθαρση του ADC και του μη συζευγμένου MMAE σε ασθενείς ήταν 0,11 L/h και 2,11 L/h, αντίστοιχα. Η αποβολή του ADC παρουσίασε πολυεκθετική μείωση με χρόνο ημιζωής 3,6 ημερών. Η αποβολή του MMAE φαίνεται ότι περιορίζεται από τον ρυθμό απελευθέρωσής του από το enfortumab vedotin. Η αποβολή του MMAE παρουσίασε πολυεκθετική μείωση με χρόνο ημιζωής 2,6 ημερών.
Απέκκριση
Το MMAE απεκκρίνεται κυρίως στα κόπρανα και σε ένα μικρότερο ποσοστό στα ούρα. Μετά από εφάπαξ δόση άλλου ADC που περιείχε MMAE, περίπου το 24% της συνολικής χορηγηθείσας ποσότητας του MMAE ανακτήθηκε στα κόπρανα και τα ούρα ως αμετάβλητο MMAE στη διάρκεια 1 εβδομάδας. Η πλειονότητα του ανακτηθέντος MMAE απεκκρίθηκε στα κόπρανα (72%). Παρόμοιο προφίλ απέκκρισης αναμένεται για το MMAE μετά από τη χορήγηση του enfortumab vedotin.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Η ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού υποδεικνύει ότι η ηλικία [εύρος: 24 έως 90 ετών, 60% (450/748) >65 ετών, 19% (143/748) >75 ετών] δεν έχει κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του enfortumab vedotin.
Φυλή και φύλο
Με βάση την ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού, η φυλή [69% (519/748) λευκοί, 21% (158/748) Ασιάτες, 1% (10/748) μαύροι και 8% (61/748) άλλο ή μη γνωστό] και το φύλο [73% (544/748) άνδρες] δεν έχουν κλινικά σημαντική επίδραση στην φαρμακοκινητική του enfortumab vedotin.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική του ADC και του μη συζευγμένου MMAE αξιολογήθηκε μετά τη χορήγηση 1,25 mg/kg enfortumab vedotin σε ασθενείς με ήπια (CrCL >60-90 ml/min, N=272), μέτρια (CrCL 30-60 ml/min, n=315) και σοβαρή (CrCL 15-<30 ml/min, N=25) νεφρική δυσλειτουργία. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στην έκθεση AUC του ADC ή του μη συζευγμένου MMAE σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Το enfortumab vedotin δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (CrCL < 15 ml/min).
Ηπατική δυσλειτουργία
Με βάση την ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού στην οποία χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από κλινικές μελέτες σε ασθενείς με μεταστατικό ουροθηλιακό καρκίνο, δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στην έκθεση του ADC, ενώ παρατηρήθηκε αύξηση κατά 37% του μη συζευγμένου MMAE AUC σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη 1 έως 1,5 × ULN και οποιαδήποτε AST ή ολική χολερυθρίνη ≤ ULN και AST > ULN, N=65), σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Το enfortumab vedotin έχει μελετηθεί μόνο σε περιορισμένο αριθμό ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (n=3) και δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η επίδραση της μέτριας ή της σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας (ολική χολερυθρίνη >1,5 x ULN και οποιαδήποτε AST) ή της μεταμόσχευσης ήπατος στην φαρμακοκινητική του ADC ή του μη συζευγμένου MMAE δεν είναι γνωστή.
Προβλέψεις μοντέλου φαρμακοκινητικής με βάση τη φυσιολογία
Η ταυτόχρονη χρήση του enfortumab vedotin με κετοκοναζόλη (συνδυασμός αναστολέα της P-gp και ισχυρού αναστολέα του CYP3A) προβλέπεται να αυξήσει τη Cmax του μη συζευγμένου MMAE και την έκθεση στην AUC σε μικρό βαθμό, χωρίς μεταβολή της έκθεσης στο ADC. Η ταυτόχρονη χρήση του enfortumab vedotin με ριφαμπίνη (συνδυασμός επαγωγέα της P-gp και ισχυρού επαγωγέα του CYP3A) προβλέπεται να μειώσει τη Cmax του μη συζευγμένου MMAE και την έκθεση στην AUC σε μέτριο βαθμό, χωρίς μεταβολή της έκθεσης στο ADC. Η πλήρης επίδραση της ριφαμπίνης στο Cmax του MMAE ενδέχεται να υποτιμηθεί στο μοντέλο φαρμακοκινητικής με βάση τη φυσιολογία (PBPK). Η ταυτόχρονη χρήση του enfortumab vedotin αναμένεται να μην επηρεάσει την έκθεση στη μιδαζολάμη (ευαίσθητο υπόστρωμα του CYP3A). In vitro μελέτες που χρησιμοποίησαν ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα υποδεικνύουν ότι το MMAE αναστέλλει το CYP3A4/5, αλλά όχι άλλες ισομορφές του CYP450. Το MMAE δεν προκάλεσε επαγωγή σε μείζονα ένζυμα του CYP450 στα ανθρώπινα ηπατικά κύτταρα.
In vitro μελέτες
In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι το MMAE είναι υπόστρωμα και όχι αναστολέας της μεταφορικής πρωτεΐνης εκροής P-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp). In vitro μελέτες έχουν προσδιορίσει ότι το MMAE δεν είναι υπόστρωμα της πρωτεΐνης αντοχής στον καρκίνο του μαστού (BCRP), της πρωτεΐνης 2 που σχετίζεται με αντοχή σε πολλαπλά φάρμακα (MRP2), του μεταφορικού πολυπεπτιδίου οργανικού ανιόντος 1B1 ή 1B3 (OATP1B1 ή OATP1B3), του μεταφορέα οργανικού κατιόντος 2 (OCT2) ή του μεταφορέα οργανικού ανιόντος 1 ή 3 (OAT1 ή OAT3). Το MMAE δεν ήταν αναστολέας της αντλίας εξαγωγής χολικών αλάτων (BSEP), της P-gp, των BCRP, MRP2, OCT1, OCT2, OAT1, OAT3, OATP1B1 ή του OATP1B3 σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις.