CABAZITAXEL
Καμπαζιταξέλη
**Φαρμακοδυναμική** Η καμπασιταξέλη επιδεικνύει ευρύ φάσμα αντικαρκινικής δράσης έναντι προχωρημένων ανθρώπινων όγκων ξενoμοσχευμένων σε ποντίκια, συμπεριλαμβανομένων ενδοκρανιακών ανθρώπινων γλοιοβλαστωμάτων. Η καμπασιταξέλη έχει χαμηλή συγγένεια για την P-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp), …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-JEVTANA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Κάθε 3 εβδομάδες (διάρκεια έγχυσης 1 ώρα)
- Δόση έναρξης: 25 mg/m²
- Τιτλοποίηση: Μείωση της δόσης της καμπαζιταξέλης από 25 mg/m² σε 20 mg/m² σε περίπτωση παρατεταμένης ουδετεροπενίας βαθμού ≥3, εμπύρετης ουδετεροπενίας, ουδετεροπενικής λοίμωξης, διάρροιας βαθμού ≥3 ή περιφερικής νευροπάθειας βαθμού >2. Εάν οι αντιδράσεις επιμένουν στη δόση των 20 mg/m², περαιτέρω μείωση στα 15 mg/m² ή διακοπή. Σε περίπτωση συγχορήγησης με ισχυρό αναστολέα του CYP3A, μπορεί να εξεταστεί μείωση της δόσης κατά 25%.
-
ΕνήλικεςΔόση25 mg/m²Σε συνδυασμό με από του στόματος πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη 10 mg ημερησίως.
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη >1 έως ≤1,5 x ULN ή AST >1,5 x ULN)Δόση20 mg/m²Με προσοχή και στενή παρακολούθηση της ασφάλειας.
-
Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη >1,5 έως ≤3,0 x ULN)Δόση15 mg/m²Μέγ. δόση15 mg/m²Περιορισμένα δεδομένα αποτελεσματικότητας σε αυτή τη δόση.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη >3 x ULN)Δεν θα πρέπει να χορηγείται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης για ασθενείς που δεν χρειάζονται αιμοκάθαρση. Ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (CLCR < 15 mL/min/1,73 m²) θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και να παρακολουθούνται στενά.
-
ΗλικιωμένοιΔεν συνιστάται ειδική δοσολογική ρύθμιση.
-
Ασθενείς που συγχορηγούνται με ισχυρούς αναστολείς του CYP3AΕξετάστε μείωση της δόσης της καμπαζιταξέλης κατά 25%.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών.
swap_horiz
SPC-JEVTANA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A (κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, ινδιναβίρη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, τελιθρομυκίνη, βορικοναζόλη)προσοχήΑύξηση των συγκεντρώσεων της καμπαζιταξέλης στο πλάσμα (μείωση κατά 20% της κάθαρσης, αύξηση κατά 25% της AUC με κετοκοναζόλη).ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί, εξετάστε μείωση της δόσης της καμπαζιταξέλης κατά 25% και συχνή παρακολούθηση για τοξικότητα.
-
Ισχυροί επαγωγείς του CYP3A (φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπίνη, ριφαμπουτίνη, ριφαπεντίνη, φαινοβαρβιτάλη)προσοχήΜείωση των συγκεντρώσεων της καμπαζιταξέλης στο πλάσμα (αύξηση κατά 21% της κάθαρσης, μείωση κατά 17% της AUC με ριφαμπίνη).ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται. Αποφύγετε επίσης τη λήψη του βοτάνου St. John's Wort.
-
προσοχήΠιθανός κίνδυνος αλληλεπίδρασης, κυρίως κατά τη διάρκεια της έγχυσης και μέχρι 20 λεπτά μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης.ΣύστασηΣυστήνεται ένα χρονικό διάστημα 12 ωρών πριν την έγχυση και τουλάχιστον 3 ωρών μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης πριν τη χορήγηση των υποστρωμάτων OATP1B1.
-
Εμβόλια ζώντων ή ζώντων εξασθενημένων ιώναντένδειξηΣοβαρές ή θανατηφόρες λοιμώξεις σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται. Η απόκριση σε εμβόλια μη ζώντων ή απενεργοποιημένων ιών μπορεί να είναι μειωμένη.
sick
SPC-JEVTANA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Σηπτική καταπληξία
- Σηψαιμία
- Κυτταρίτιδα
- Ουρολοίμωξη
- Γρίπη
- Κυστίτιδα
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Έρπης ζωστήρας
- Καντιντίαση
- Πνευμονία
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Υπερευαισθησία
- Ανορεξία
- Αφυδάτωση
- Υπεργλυκαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Άγχος
- Συγχυτική κατάσταση
- Δυσγευσία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Περιφερική αισθητική νευροπάθεια
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Λήθαργος
- Υπαισθησία
- Ισχιαλγία
- Ίλιγγος
- Επιπεφυκίτιδα
- Αυξημένη δακρύρροια
- Εμβοές
- Κολπική μαρμαρυγή
- Ταχυκαρδία
- Υπόταση
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Υπέρταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Εξάψεις
- Ερυθρότητα
- Αλωπεκία
- Ξηροδερμία
- Ερύθημα
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Στοματοφαρυγγικός πόνος
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Διάμεση πνευμονία/πνευμονίτιδα
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Αιμορροΐδες
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Αιμορραγία από το ορθό
- Ξηροστομία
- Διάταση κοιλίας
- Κολίτιδα
- Εντεροκολίτιδα
- Γαστρίτιδα
- Ουδετεροπενική εντεροκολίτιδα
- Αιμορραγία γαστρεντερικού σωλήνα
- Διάτρηση
- Ειλεός
- Εντερική απόφραξη
- Οσφυαλγία
- Αρθραλγία
- Πόνος στα άκρα
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυαλγία
- Μυοσκελετικός πόνος θώρακα
- Πλευρικός πόνος
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Δυσουρία
- Κωλικός νεφρού
- Αιματουρία
- Πολλακιουρία
- Υδρονέφρωση
- Κατακράτηση ούρων
- Ακράτεια ούρων
- Απόφραξη ουρητήρα
- Μετακτινική κυστίτιδα
- Πόνος πυέλου
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Πυρεξία
- Περιφερικό οίδημα
- Φλεγμονή βλεννογόνου
- Πόνος
- Θωρακικό άλγος
- Οίδημα
- Ρίγη
- Αίσθημα κακουχίας
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένες τρανσαμινάσες
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈρπης ζωστήραςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣυχνέςΑιμορραγία από το ορθόΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑιμορροΐδεςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑπόφραξη ουρητήραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΕν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕρυθρότηταΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚυστίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚωλικός νεφρούΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνος θώρακαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερική αισθητική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠλευρικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠόνοςΓενικές
-
ΣυχνέςΠόνος πυέλουΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΣτοματοφαρυγγικός πόνοςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥδρονέφρωσηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεγμονή βλεννογόνουΓενικές
-
Όχι συχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσεςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΙσχιαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚαντιντίασηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜετακτινική κυστίτιδαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΠολλακιουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΣηπτική καταπληξίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονία/πνευμονίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔιάτρησηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕντερική απόφραξηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕντεροκολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΚολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενική εντεροκολίτιδαΓαστρεντερικό
pregnant_woman
SPC-JEVTANA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάταιΔεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση της καμπαζιταξέλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα σε δόσεις τοξικές για τη μητέρα (βλ. Προκλινικά δεδομένα), καθώς και ότι η καμπαζιταξέλη διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Όπως ισχύει με όλα τα κυτταροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα, η καμπαζιταξέλη μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκή βλάβη σε έγκυες γυναίκες που εκτίθενται σε αυτό. Η καμπαζιταξέλη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης, καθώς και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.
-
ΘηλασμόςΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιείταιΔιαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ζώα έχουν δείξει απέκκριση της καμπαζιταξέλης και των μεταβολιτών της στο μητρικό γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη κινδύνου για το παιδί που θηλάζει. Η καμπαζιταξέλη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΣυνιστάται αντισύλληψη και διατήρηση σπέρματοςΜελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι η καμπαζιταξέλη επηρέασε το αναπαραγωγικό σύστημα σε αρσενικούς αρουραίους και σκύλους χωρίς οποιαδήποτε λειτουργική επίδραση στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ωστόσο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη φαρμακολογική δράση των ταξανών, το γονοτοξικό τους δυναμικό και την επίδραση διάφορων ουσιών αυτής της κατηγορίας στη γονιμότητα σε μελέτες σε ζώα, δεν μπορεί να αποκλειστεί η επίδραση στην ανδρική γονιμότητα στον άνθρωπο. Λόγω των δυνητικών επιδράσεων στους αρσενικούς γαμέτες και της δυνητικής έκθεσης μέσω του σπερματικού υγρού, οι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με καμπαζιταξέλη θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας και συνιστάται να τη συνεχίζουν για έως και 6 μήνες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης της καμπαζιταξέλης. Λόγω της δυνητικής έκθεσης μέσω του σπερματικού υγρού, οι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με καμπαζιταξέλη θα πρέπει να προλαμβάνουν την επαφή κάποιου άλλου ατόμου με τα υγρά της εκσπερμάτισής τους σε ολόκληρη τη διάρκεια της θεραπείας. Στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με καμπαζιταξέλη συνιστάται να ζητήσουν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση του σπέρματος πριν από τη θεραπεία.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-JEVTANA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-JEVTANA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-JEVTANA
expand_more
Δοσολογία
Η χρήση του JEVTANA θα πρέπει να γίνεται μόνο σε μονάδες που εξειδικεύονται στη χορήγηση κυτταροτοξικών παραγόντων και θα πρέπει να χορηγείται μόνο υπό την επίβλεψη ενός γιατρού με εμπειρία στη χρήση αντικαρκινικής χημειοθεραπείας. Θα πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμες εγκαταστάσεις και εξοπλισμός για την αντιμετώπιση σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας όπως η υπόταση και ο βρογχόσπασμος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή
Το συνιστώμενο σχήμα προκαταρκτικής φαρμακευτικής αγωγής θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 30 λεπτά πριν από κάθε χορήγηση του JEVTANA με το ακόλουθο ενδοφλεβίως χορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης και της σοβαρότητας της υπερευαισθησίας:
- αντιισταμινικό (δεξτροχλωροφαινυραμίνη 5 mg ή διφαινυδραμίνη 25 mg ή ισοδύναμο)
- κορτικοστεροειδές (δεξαμεθαζόνη 8 mg ή ισοδύναμο) και
- ανταγωνιστή H2 (ρανιτιδίνη ή ισοδύναμο) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Συνιστάται η χορήγηση προφυλακτικής αντιεμετικής αγωγής, η οποία μπορεί να γίνει από του στόματος ή ενδοφλεβίως, ως απαιτείται.
Σε ολόκληρη τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να διασφαλίζεται η επαρκής ενυδάτωση του ασθενούς, προκειμένου να προλαμβάνονται επιπλοκές όπως η νεφρική ανεπάρκεια.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση του JEVTANA είναι 25 mg/m², χορηγούμενη με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 1 ώρας κάθε 3 εβδομάδες, σε συνδυασμό με από του στόματος πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη 10 mg, χορηγούμενη ημερησίως καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
Δοσολογικές ρυθμίσεις
Τροποποιήσεις της δόσης θα πρέπει να γίνονται εάν οι ασθενείς εμφανίσουν τις ακόλουθες ανεπιθύμητες αντιδράσεις (οι Βαθμοί αναφέρονται στα Κοινά Κριτήρια Ορολογίας για Ανεπιθύμητες Ενέργειες [CTCAE 4.0]):
Πίνακας 1 - Συνιστώμενες τροποποιήσεις της δόσης για ανεπιθύμητη αντίδραση σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με καμπαζιταξέλη
| Ανεπιθύμητες αντιδράσεις | Τροποποίηση της δόσης |
|---|---|
| Παρατεταμένη ουδετεροπενία βαθμού ≥3 (για περισσότερο από 1 εβδομάδα) παρά τη χορήγηση κατάλληλης θεραπείας, συμπεριλαμβανομένου G-CSF | Καθυστέρηση της θεραπείας έως ότου ο αριθμός ουδετεροφίλων είναι > 1.500 κύτταρα/mm³ και στη συνέχεια μείωση της δόσης της καμπαζιταξέλης από 25 mg/m² σε 20 mg/m². |
| Εμπύρετη ουδετεροπενία ή ουδετεροπενική λοίμωξη | Καθυστέρηση της θεραπείας έως την εμφάνιση βελτίωσης ή την υποχώρηση και έως ότου ο αριθμός ουδετεροφίλων είναι >1.500 κύτταρα/mm³, και στη συνέχεια μείωση της δόσης της καμπαζιταξέλης από 25 mg/m² σε 20 mg/m². |
| Διάρροια βαθμού ≥3 ή εμμένουσα διάρροια παρά την κατάλληλη θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης της αναπλήρωσης υγρών και ηλεκτρολυτών | Καθυστέρηση της θεραπείας έως την εμφάνιση βελτίωσης ή την υποχώρηση και στη συνέχεια μείωση της δόσης της καμπαζιταξέλης από 25 mg/m² σε 20 mg/m². |
| Περιφερική νευροπάθεια βαθμού > 2 | Καθυστέρηση της θεραπείας έως την εμφάνιση βελτίωσης και στη συνέχεια μείωση της δόσης της καμπαζιταξέλης από 25 mg/m² σε 20 mg/m². |
Εάν οι ασθενείς εξακολουθούν να εμφανίζουν οποιαδήποτε από αυτές τις αντιδράσεις στη δόση των 20 mg/m² μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο περαιτέρω μείωσης της δόσης στα 15 mg/m² ή διακοπής του JEVTANA. Τα δεδομένα σε ασθενείς που λαμβάνουν δόση κάτω των 20 mg/m² είναι περιορισμένα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Η καμπαζιταξέλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη >1 έως ≤1,5 φορά το Ανώτατο Όριο του Φυσιολογικού (ULN) ή AST >1,5 x ULN), η δόση καμπαζιταξέλης θα πρέπει να μειώνεται σε 20 mg/m². Η χορήγηση καμπαζιταξέλης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να γίνεται με προσοχή και στενή παρακολούθηση της ασφάλειας.
Σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη >1,5 έως ≤3,0 x ULN), η μέγιστη ανεκτή δόση (MTD) ήταν 15 mg/m². Εάν η θεραπεία προβλέπεται σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία η δόση της καμπαζιταξέλης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 15 mg/m². Ωστόσο, υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα αποτελεσματικότητας σε αυτή τη δόση. Η καμπαζιταξέλη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη >3 x ULN) (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Προκλινικά δεδομένα).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Η καμπαζιταξέλη απεκκρίνεται ελάχιστα μέσω των νεφρών. Δεν απαιτείται οποιαδήποτε ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, που δεν χρειάζονται αιμοκάθαρση. Ασθενείς που παρουσιάζουν νεφρική νόσο τελικού σταδίου (κάθαρση κρεατινίνης (CLCR < 15 mL/min/1,73 m²), από την κατάστασή τους και την περιορισμένη ποσότητα διαθέσιμων δεδομένων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Προκλινικά δεδομένα).
Ηλικιωμένοι Δεν συνιστάται ειδική δοσολογική ρύθμιση για τη χρήση καμπαζιταξέλης σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Προκλινικά δεδομένα).
Χρήση συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων Συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι ισχυροί επαγωγείς ή ισχυροί αναστολείς του CYP3A θα πρέπει να αποφεύγονται. Ωστόσο, εάν απαιτείται στους ασθενείς η συγχορήγηση ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A, θα πρέπει να εξεταστεί η μείωση της δόσης της καμπαζιταξέλης κατά 25% (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Jevtana στον παιδιατρικό πληθυσμό. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του JEVTANA σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Τρόπος χορήγησης
Για οδηγίες σχετικά με την παρασκευή και τη χορήγηση του προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.6. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σάκκοι έγχυσης από PVC και σετ έγχυσης από πολυουρεθάνη. Το JEVTANA δεν θα πρέπει να αναμιγνύεται με κανένα άλλο φαρμακευτικό προϊόν εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-JEVTANA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η καμπαζιταξέλη μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο μέσω του CYP3A (80% έως 90%) (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Αναστολείς του CYP3A
Επαναλαμβανόμενη χορήγηση κετοκοναζόλης (400 mg μία φορά ημερησίως), ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A, οδήγησε σε μείωση κατά 20% της κάθαρσης της καμπαζιταξέλης που αντιστοιχεί σε αύξηση κατά 25% της AUC. Κατά συνέπεια, η συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, ινδιναβίρη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, τελιθρομυκίνη, βορικοναζόλη) θα πρέπει να αποφεύγεται καθώς μία αύξηση των συγκεντρώσεων της καμπαζιταξέλης στο πλάσμα μπορεί να παρουσιαστεί (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Συγχορήγηση απρεπιτάντης, ενός μέτριου αναστολέα του CYP3A, δεν είχε καμία επίδραση στην κάθαρση της καμπαζιταξέλης.
Επαγωγείς του CYP3A
Επαναλαμβανόμενη χορήγηση ριφαμπίνης (600 mg μία φορά ημερησίως), ενός ισχυρού επαγωγέα του CYP3A, οδήγησε σε αύξηση κατά 21% της κάθαρσης της καμπαζιταξέλης που αντιστοιχεί σε μείωση κατά 17% της AUC. Κατά συνέπεια, η συγχορήγηση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A (π.χ. φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπίνη, ριφαμπουτίνη, ριφαπεντίνη, φαινοβαρβιτάλη) θα πρέπει να αποφεύγεται καθώς μία μείωση των συγκεντρώσεων της καμπαζιταξέλης στο πλάσμα μπορεί να παρουσιαστεί (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Επιπροσθέτως, οι ασθενείς θα πρέπει να αποφεύγουν επίσης να λαμβάνουν το βότανο St. John’s Wort.
OATP1B1
In vitro, η καμπαζιταξέλη έχει δείξει ότι αναστέλλει τις πρωτεΐνες μεταφορείς των Πολυπεπτίδιων Μεταφοράς Οργανικών Ανιόντων (Organic Anion Transport Polypeptides) OATP1B1. Ο κίνδυνος αλληλεπίδρασης με υποστρώματα OATP1B1 (π.χ. στατίνες, βαλσαρτάνη, ρεπαγλινίδη) είναι πιθανός, κυρίως κατά τη διάρκεια της έγχυσης (1 ώρα) και μέχρι 20 λεπτά μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης. Συστήνεται ένα χρονικό διάστημα 12 ωρών πριν την έγχυση και τουλάχιστον 3 ωρών μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης πριν τη χορήγηση των υποστρωμάτων OATP1B1.
Εμβολιασμοί
Χορήγηση εμβολίων ζώντων ή ζώντων εξασθενημένων ιών σε ασθενείς που είναι ήδη ανοσοκατεσταλμένοι από χημειοθεραπευτικούς παράγοντες μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ή θανατηφόρες λοιμώξεις. Εμβολιασμός με εμβόλιο ζώντων εξασθενημένων ιών θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν καμπαζιταξέλη. Εμβόλια μη ζώντων ή απενεργοποιημένων ιών μπορούν να χορηγηθούν, ωστόσο η απόκριση σε αυτά τα εμβόλια μπορεί να είναι μειωμένη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-JEVTANA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Η ασφάλεια του JEVTANA σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη αξιολογήθηκε σε 371 ασθενείς με μεταστατικό ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη που λάμβαναν θεραπεία με 25 mg/m² καμπαζιταξέλη μία φορά κάθε τρεις εβδομάδες σε μία τυχαιοποιημένη, ανοιχτή, ελεγχόμενη μελέτη φάσης III. Οι ασθενείς έλαβαν έναν διάμεσο αριθμό 6 κύκλων της καμπαζιταξέλης.
Οι πιο συχνά εμφανισθείσες (≥10%) ανεπιθύμητες αντιδράσεις όλων των βαθμών ήταν αναιμία (97,3%), λευκοπενία (95,7%), ουδετεροπενία (93,5%), θρομβοπενία (47,4%) και διάρροια (46,6%).
Οι πιο συχνά εμφανισθείσες (≥5%) ανεπιθύμητες αντιδράσεις βαθμού ≥ 3 στην ομάδα του JEVTANA ήταν η ουδετεροπενία (81,7%), λευκοπενία (68,2%), αναιμία (10,5%), εμπύρετη ουδετεροπενία (7,5%), διάρροια (6,2%).
Διακοπή της θεραπείας λόγω της εμφάνισης ανεπιθύμητων αντιδράσεων συνέβη σε 68 ασθενείς (18,3%) που λάμβαναν καμπαζιταξέλη. Η πιο συχνή ανεπιθύμητη αντίδραση που οδήγησε σε διακοπή της χορήγησης της καμπαζιταξέλης ήταν η ουδετεροπενία.
Κατάλογος των ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε πίνακα
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται στον πίνακα 2 σύμφωνα με την κατηγορία οργανικού συστήματος του MedDRA και τη συχνότητα εμφάνισης. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Η ένταση των ανεπιθύμητων αντιδράσεων βαθμολογείται σύμφωνα με τα CTCAE 4.0 (βαθμού ≥3 = Β≥3). Οι συχνότητες βασίζονται σε όλους τους βαθμούς και ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 2: Αναφερθείσες ανεπιθύμητες αντιδράσεις και αιματολογικές ανωμαλίες με την καμπαζιταξέλη σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη στη μελέτη TROPIC (n=371)
| Κατηγορίες οργανικού συστήματος του MedDRA | Ανεπιθύμητη αντίδραση | Όλοι οι βαθμοί n (%) | Συχνότητα |
|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Σηπτική καταπληξία | 4 (1,1) | Όχι συχνές |
| Σηψαιμία | 4 (1,1) | Όχι συχνές | |
| Κυτταρίτιδα | 6 (1,6) | Συχνές | |
| Ουρολοίμωξη | 27 (7,3) | Συχνές | |
| Γρίπη | 11 (3) | Συχνές | |
| Κυστίτιδα | 10 (2,7) | Συχνές | |
| Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος | 10 (2,7) | Συχνές | |
| Έρπης ζωστήρας | 5 (1,3) | Συχνές | |
| Καντιντίαση | 4 (1,1) | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ουδετεροπενία | 347 (93,5) | Πολύ συχνές |
| Αναιμία | 361 (97,3) | Πολύ συχνές | |
| Λευκοπενία | 355 (95,7) | Πολύ συχνές | |
| Θρομβοπενία | 176 (47,4) | Πολύ συχνές | |
| Εμπύρετη ουδετεροπενία | 28 (7,5) | Συχνές | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία | 5 (1,3) | Συχνές |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Ανορεξία | 59 (15,9) | Πολύ συχνές |
| Αφυδάτωση | 18 (4,9) | Συχνές | |
| Υπεργλυκαιμία | 4 (1,1) | Όχι συχνές | |
| Υποκαλιαιμία | 4 (1,1) | Όχι συχνές | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Άγχος | 11 (3) | Συχνές |
| Συγχυτική κατάσταση | 5 (1,3) | Συχνές | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Δυσγευσία | 41 (11,1) | Πολύ συχνές |
| Περιφερική νευροπάθεια | 30 (8,1) | Συχνές | |
| Περιφερική αισθητική νευροπάθεια | 28 (7,5) | Συχνές | |
| Ζάλη | 17 (4,6) | Συχνές | |
| Κεφαλαλγία | 5 (1,3) | Συχνές | |
| Παραισθησία | 5 (1,3) | Συχνές | |
| Λήθαργος | 4 (1,1) | Όχι συχνές | |
| Υπαισθησία | 4 (1,1) | Όχι συχνές | |
| Ισχιαλγία | 4 (1,1) | Όχι συχνές | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Επιπεφυκίτιδα | 5 (1,3) | Συχνές |
| Αυξημένη δακρύρροια | 5 (1,3) | Συχνές | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Εμβοές | 5 (1,3) | Συχνές |
| Ίλιγγος | 5 (1,3) | Συχνές | |
| Καρδιακές διαταραχές | Κολπική μαρμαρυγή | 4 (1,1) | Όχι συχνές |
| Ταχυκαρδία | 6 (1,6) | Συχνές | |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση | 20 (5,4) | Συχνές |
| Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση | 8 (2,2) | Συχνές | |
| Υπέρταση | 7 (1,9) | Συχνές | |
| Ορθοστατική υπόταση | 6 (1,6) | Συχνές | |
| Εξάψεις | 5 (1,3) | Συχνές | |
| Ερυθρότητα | 5 (1,3) | Συχνές | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Δύσπνοια | 25 (6,7) | Συχνές |
| Βήχας | 20 (5,4) | Συχνές | |
| Στοματοφαρυγγικός πόνος | 14 (3,8) | Συχνές | |
| Πνευμονία | 12 (3,2) | Συχνές | |
| Διάμεση πνευμονία/πνευμονίτιδα | Μη γνωστές | ||
| Διάμεση πνευμονοπάθεια | Μη γνωστές | ||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια | 173 (46,6) | Πολύ συχνές |
| Ναυτία | 127 (34,2) | Πολύ συχνές | |
| Έμετος | 84 (22,6) | Πολύ συχνές | |
| Δυσκοιλιότητα | 76 (20,5) | Πολύ συχνές | |
| Κοιλιακό άλγος | 43 (11,6) | Πολύ συχνές | |
| Δυσπεψία | 37 (10) | Πολύ συχνές | |
| Άλγος άνω κοιλιακής χώρας | 9 (2,4) | Συχνές | |
| Αιμορροΐδες | 8 (2,2) | Συχνές | |
| Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση | 8 (2,2) | Συχνές | |
| Αιμορραγία από το ορθό | 5 (1,3) | Συχνές | |
| Ξηροστομία | 5 (1,3) | Συχνές | |
| Διάταση της κοιλίας | 6 (1,6) | Συχνές | |
| Κολίτιδα | Μη γνωστές | ||
| Εντεροκολίτιδα | Μη γνωστές | ||
| Γαστρίτιδα | Μη γνωστές | ||
| Ουδετεροπενική εντεροκολίτιδα | Μη γνωστές | ||
| Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα | Μη γνωστές | ||
| Διάτρηση γαστρεντερικού | Μη γνωστές | ||
| Ειλεός | Μη γνωστές | ||
| Εντερική απόφραξη | Μη γνωστές | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αλωπεκία | 60 (16,2) | Πολύ συχνές |
| Ξηροδερμία | 39 (10,5) | Πολύ συχνές | |
| Ερύθημα | 30 (8,1) | Συχνές | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Οσφυαλγία | 27 (7,3) | Συχνές |
| Αρθραλγία | 14 (3,8) | Συχνές | |
| Πόνος στα άκρα | 11 (3) | Συχνές | |
| Μυϊκοί σπασμοί | 8 (2,2) | Συχνές | |
| Μυαλγία | 7 (1,9) | Συχνές | |
| Μυοσκελετικός πόνος του θώρακα | 7 (1,9) | Συχνές | |
| Πόνος στις πλευρές | 7 (1,9) | Συχνές | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Οξεία νεφρική ανεπάρκεια | 5 (1,3) | Συχνές |
| Νεφρική ανεπάρκεια | 6 (1,6) | Συχνές | |
| Δυσουρία | 25 (6,7) | Συχνές | |
| Κωλικός νεφρού | 13 (3,5) | Συχνές | |
| Αιματουρία | 2 (0,5) | Όχι συχνές | |
| Πολλακιουρία | 1 (0,3) | Όχι συχνές | |
| Υδρονέφρωση | 9 (2,4) | Συχνές | |
| Κατακράτηση ούρων | 9 (2,4) | Συχνές | |
| Ακράτεια ούρων | 7 (1,9) | Συχνές | |
| Απόφραξη ουρητήρα | 7 (1,9) | Συχνές | |
| Μετακτινική κυστίτιδα | Όχι συχνές | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πόνος πυέλου | 5 (1,3) | Συχνές |
| Κόπωση | 136 (36,7) | Πολύ συχνές | |
| Εξασθένιση | 76 (20,5) | Πολύ συχνές | |
| Πυρεξία | 45 (12,1) | Πολύ συχνές | |
| Περιφερικό οίδημα | 32 (8,6) | Συχνές | |
| Φλεγμονή βλεννογόνου | 18 (4,9) | Συχνές | |
| Πόνος | 17 (4,6) | Συχνές | |
| Θωρακικό άλγος | 9 (2,4) | Συχνές | |
| Οίδημα | 7 (1,9) | Συχνές | |
| Ρίγη | 6 (1,6) | Συχνές | |
| Αίσθημα κακουχίας | 5 (1,3) | Συχνές | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μειωμένο σωματικό βάρος | 4 (1,1) | Όχι συχνές |
| Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση | 2 (0,5) | Όχι συχνές | |
| Αυξημένες τρανσαμινάσες | 1 (0,3) | Όχι συχνές |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων
Ουδετεροπενία και σχετιζόμενα κλινικά συμβάματα Η επίπτωση της ουδετεροπενίας βαθμού ≥3 με βάση τα εργαστηριακά δεδομένα ήταν 81,7%. Η επίπτωση των ανεπιθύμητων αντιδράσεων της κλινικής ουδετεροπενίας και της εμπύρετης ουδετεροπενίας βαθμού ≥3 ήταν 21,3% και 7,5%, αντίστοιχα. Η ουδετεροπενία ήταν η πιο συχνή ανεπιθύμητη αντίδραση που οδήγησε σε διακοπή της χορήγησης του φαρμακευτικού προϊόντος (2,4%). Οι ουδετεροπενικές επιπλοκές περιλάμβαναν τις ουδετεροπενικές λοιμώξεις (0,5%), την ουδετεροπενική σηψαιμία (0,8%) και τη σηπτική καταπληξία (1,1%), οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις οδήγησαν σε θανατηφόρο έκβαση. Η χρήση G-CSF έχει καταδειχθεί ότι περιορίζει την επίπτωση και τη σοβαρότητα της ουδετεροπενίας (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Καρδιακές διαταραχές και αρρυθμίες Τα συμβάματα κάθε βαθμού που συγκαταλέγονταν στις καρδιακές διαταραχές ήταν πιο συχνά με την καμπαζιταξέλη, με την οποία 6 ασθενείς (1,6%) είχαν καρδιακές αρρυθμίες βαθμού ≥3. Η επίπτωση της ταχυκαρδίας με την καμπαζιταξέλη ήταν 1,6%. Κανένα από τα περιστατικά δεν ήταν Βαθμού ≥3. Η επίπτωση της κολπικής μαρμαρυγής ήταν 1,1% στην ομάδα της καμπαζιταξέλης. Τα συμβάματα καρδιακής ανεπάρκειας ήταν πιο συχνά με την καμπαζιταξέλη, με αναφορά αυτού του συμβάματος σε 2 ασθενείς (0,5%). Ένας ασθενής στην ομάδα της καμπαζιταξέλης πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια. Θανατηφόρος κοιλιακή μαρμαρυγή αναφέρθηκε σε 1 ασθενή (0,3%) και καρδιακή ανακοπή αναφέρθηκε σε 2 ασθενείς (0,5%). Κανένα από αυτά τα συμβάματα δεν θεωρήθηκε σχετιζόμενο με την καμπαζιταξέλη από τον ερευνητή.
Αιματουρία Αιματουρία όλων των βαθμών παρατηρήθηκε στο 20,8% στα 25 mg/m² στη μελέτη EFC11785 (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Σχεδόν στα δύο τρίτα των περιπτώσεων εντοπίστηκαν συγχυτικοί παράγοντες όπως εξέλιξη της νόσου, χρήση οργάνων, λοιμώξεις ή θεραπεία με αντιπηκτικά/ΜΣΑΦ/ασπιρίνη.
Άλλες εργαστηριακές παθολογικές τιμές Η επίπτωση αναιμίας βαθμού ≥3, αυξημένων AST, ALT και χολερυθρίνης με βάση παθολογικές εργαστηριακές τιμές ήταν 10,5%, 0,7%, 0,9% και 0,6%, αντίστοιχα.
Διαταραχές του γαστρεντερικού Έχουν παρατηρηθεί κολίτιδα, εντεροκολίτιδα, γαστρίτιδα, ουδετεροπενική εντεροκολίτιδα. Έχουν επίσης αναφερθεί αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα και διάτρηση, ειλεός και εντερική απόφραξη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Διαταραχές του αναπνευστικού Περιπτώσεις διάμεσης πνευμονίας/πνευμονίτιδας και διάμεσης πνευμονοπάθειας, μερικές φορές θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί με μη γνωστή συχνότητα (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Μετακτινική κυστίτιδα λόγω προηγηθείσας ακτινοθεραπείας στην ουροδόχο κύστη, συμπεριλαμβανομένης της αιμορραγικής κυστίτιδας, έχει αναφερθεί όχι συχνά.
Παιδιατρικός πληθυσμός
βλ. Δοσολογία
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι ασθενείς Μεταξύ των 371 ασθενών που έλαβαν θεραπεία με JEVTANA στη μελέτη του καρκίνου του προστάτη, 240 ασθενείς ήταν 65 ετών και άνω, συμπεριλαμβανομένων 70 ασθενών ηλικίας άνω των 75 ετών. Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν σε ποσοστά κατά ≥5% υψηλότερα σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω σε σύγκριση με τους νεότερους ασθενείς ήταν κόπωση (40,4% έναντι 29,8%), κλινική ουδετεροπενία (24,2% έναντι 17,6%), εξασθένιση (23,8% έναντι 14,5%), πυρεξία (14,6% έναντι 7,6%), ζάλη (10,0% έναντι 4,6%), ουρολοίμωξη (9,6% έναντι 3,1%) και αφυδάτωση (6,7% έναντι 1,5%), αντίστοιχα. Η επίπτωση των ακόλουθων ανεπιθύμητων αντιδράσεων βαθμού ≥3 ήταν υψηλότερη σε ασθενείς ηλικίας ≥65 ετών σε σύγκριση με τους νεότερους ασθενείς: ουδετεροπενία με βάση εργαστηριακά παθολογικά αποτελέσματα (86,3% έναντι 73,3%), κλινική ουδετεροπενία (23,8% έναντι 16,8%) και εμπύρετη ουδετεροπενία (8,3% έναντι 6,1%) (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Από τους 595 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με καμπαζιταξέλη στα 25 mg/m² στη μελέτη του καρκίνου του προστάτη EFC 11785, οι 420 ασθενείς ήταν ηλικίας 65 ετών ή άνω. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών ή άνω σε ποσοστά κατά τουλάχιστον 5% υψηλότερα σε σύγκριση με τους νεότερους ασθενείς ήταν διάρροια (42,9% έναντι 32,6%), κόπωση (30,2% έναντι 19,4%), εξασθένιση (22,4% έναντι 13,1%), δυσκοιλιότητα (20,2% έναντι 12,6%), κλινική ουδετεροπενία (12,9% έναντι 6,3%), εμπύρετη ουδετεροπενία (11,2% έναντι 4,6%) και δύσπνοια (9,5% έναντι 3,4%).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-JEVTANA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση της καμπαζιταξέλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα σε δόσεις τοξικές για τη μητέρα (βλ. Προκλινικά δεδομένα), καθώς και ότι η καμπαζιταξέλη διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Όπως ισχύει με όλα τα κυτταροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα, η καμπαζιταξέλη μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκή βλάβη σε έγκυες γυναίκες που εκτίθενται σε αυτό.
Η καμπαζιταξέλη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης, καθώς και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.
Θηλασμός
Διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ζώα έχουν δείξει απέκκριση της καμπαζιταξέλης και των μεταβολιτών της στο μητρικό γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη κινδύνου για το παιδί που θηλάζει.
Η καμπαζιταξέλη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι η καμπαζιταξέλη επηρέασε το αναπαραγωγικό σύστημα σε αρσενικούς αρουραίους και σκύλους χωρίς οποιαδήποτε λειτουργική επίδραση στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ωστόσο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη φαρμακολογική δράση των ταξανών, το γονοτοξικό τους δυναμικό και την επίδραση διάφορων ουσιών αυτής της κατηγορίας στη γονιμότητα σε μελέτες σε ζώα, δεν μπορεί να αποκλειστεί η επίδραση στην ανδρική γονιμότητα στον άνθρωπο.
Λόγω των δυνητικών επιδράσεων στους αρσενικούς γαμέτες και της δυνητικής έκθεσης μέσω του σπερματικού υγρού, οι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με καμπαζιταξέλη θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας και συνιστάται να τη συνεχίζουν για έως και 6 μήνες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης της καμπαζιταξέλης. Λόγω της δυνητικής έκθεσης μέσω του σπερματικού υγρού, οι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με καμπαζιταξέλη θα πρέπει να προλαμβάνουν την επαφή κάποιου άλλου ατόμου με τα υγρά της εκσπερμάτισής τους σε ολόκληρη τη διάρκεια της θεραπείας. Στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με καμπαζιταξέλη συνιστάται να ζητήσουν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση του σπέρματος πριν από τη θεραπεία.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-JEVTANA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, ταξάνες, κωδικός ATC: L01CD04
Μηχανισμός δράσης
Η καμπαζιταξέλη είναι ένας αντινεοπλασματικός παράγοντας που δρα παρεμβαίνοντας στο δίκτυο των μικροσωληνίσκων στα κύτταρα. Η καμπαζιταξέλη δεσμεύεται στην τουμπουλίνη και προάγει τη σύνθεση της τουμπουλίνης σε μικροσωληνίσκους, ενώ παράλληλα αναστέλλει την αποικοδόμησή τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη σταθεροποίηση των μικροσωληνίσκων, η οποία προκαλεί την αναστολή των κυτταρικών λειτουργιών της μίτωσης και της μεσόφασης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η καμπαζιταξέλη επέδειξε ένα ευρύ φάσμα αντικαρκινικής δραστικότητας έναντι προχωρημένων ανθρώπινων καρκίνων που είχαν μεταμοσχευθεί σε ποντίκια. Η καμπαζιταξέλη είναι δραστική σε όγκους ευαίσθητους στην ντοσεταξέλη. Επιπροσθέτως, η καμπαζιταξέλη επέδειξε δραστικότητα σε μοντέλα όγκων χωρίς ευαισθησία στη χημειοθεραπεία, συμπεριλαμβανομένης της ντοσεταξέλης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του JEVTANA σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη αξιολογήθηκαν σε μία τυχαιοποιημένη, ανοικτή, διεθνή, πολυκεντρική μελέτη φάσης ΙΙΙ (μελέτη EFC6193) σε ασθενείς με μεταστατικό ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη που είχαν λάβει στο παρελθόν θεραπεία με ένα σχήμα που περιείχε ντοσεταξέλη.
Η συνολική επιβίωση (OS) ήταν το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας της μελέτης. Στα δευτερεύοντα τελικά σημεία περιλαμβάνονταν η Επιβίωση Ελεύθερη Εξέλιξης της Νόσου [PFS (ορίζεται ως ο χρόνος από την τυχαιοποίηση έως την εξέλιξη του όγκου, την αύξηση των επιπέδων του Ειδικού Προστατικού Αντιγόνου (PSA), την εξέλιξη του πόνου ή τον θάνατο κάθε αιτιολογίας, όποιο συνέβη πρώτο], το Ποσοστό Ανταπόκρισης του Όγκου με βάση τα Κριτήρια Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης επί Συμπαγών Όγκων (RECIST), η Αύξηση των Επιπέδων του PSA (ορίζεται ως αύξηση κατά ≥25% ή >50% σε μη ανταποκριθέντες ή ανταποκριθέντες ως προς το PSA, αντίστοιχα), η ανταπόκριση ως προς το PSA (μειώσεις στα επίπεδα PSA ορού κατά τουλάχιστον 50%), η εξέλιξη του πόνου [αξιολογούμενη με τη χρήση της κλίμακας Παρούσας Έντασης Άλγους (PPI) από το ερωτηματολόγιο των McGill-Melzack και μίας Βαθμολογίας Χρήσης Αναλγητικών (AS)] και η ανταπόκριση του πόνου (ορίζεται ως μείωση μεγαλύτερη των 2 βαθμών από τη διάμεση PPI αναφοράς χωρίς ταυτόχρονη αύξηση της AS ή μείωση κατά ≥50% στη χρήση αναλγητικών από τη μέση AS αναφοράς χωρίς ταυτόχρονη αύξηση του πόνου).
Συνολικά 755 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε JEVTANA 25 mg/m² ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες για ένα μέγιστο διάστημα 10 κύκλων με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη 10 mg ημερησίως από του στόματος (n=378) είτε μιτοξαντρόνη 12 mg/m² ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες για ένα μέγιστο διάστημα 10 κύκλων με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη 10 mg ημερησίως από του στόματος (n=377).
Στη μελέτη αυτή εντάχθηκαν ασθενείς ηλικίας άνω των 18 ετών με μεταστατικό ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη είτε μετρήσιμο μέσω των κριτηρίων RECIST είτε μη μετρήσιμο με αυξανόμενα επίπεδα PSA ή εμφάνιση νέων βλαβών, και με λειτουργική ικανότητα 0 έως 2 με βάση τη Συνεργατική Ογκολογική Ομάδα των Ανατολικών Πολιτειών (ECOG) των ΗΠΑ. Οι ασθενείς θα έπρεπε να έχουν επίπεδα ουδετεροφίλων >1.500/mm³, αιμοπεταλίων >100.000/mm³, αιμοσφαιρίνης >10 g/dl, κρεατινίνης <1,5 x ULN, ολικής χολερυθρίνης <1 x ULN, AST και ALT <1,5 x ULN. Ασθενείς με ιστορικό συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας ή εμφράγματος του μυοκαρδίου εντός των τελευταίων 6 μηνών ή ασθενείς με μη ελεγχόμενη καρδιακή αρρυθμία, στηθάγχη ή/και υπέρταση δεν εντάχθηκαν στη μελέτη.
Τα δημογραφικά δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων της ηλικίας, της φυλής και της λειτουργικής ικανότητας κατά ECOG (0 έως 2), ήταν ισορροπημένα μεταξύ των θεραπευτικών σκελών. Στην ομάδα του JEVTANA, η μέση ηλικία ήταν τα 68 έτη, εύρος (46-92) και η φυλετική κατανομή ήταν 83,9% Καυκάσιοι, 6,9% Ασιάτες/Ανατολίτες, 5,3% Μαύροι και 4% Άλλες φυλές.
Ο διάμεσος αριθμός κύκλων ήταν 6 στην ομάδα του JEVTANA και 4 στην ομάδα της μιτοξαντρόνης. Ο αριθμός των ασθενών που ολοκλήρωσαν τη θεραπεία της μελέτης (10 κύκλοι) ήταν αντίστοιχα 29,4% και 13,5% στην ομάδα του JEVTANA και στην ομάδα του συγκριτικού παράγοντα.
Η συνολική επιβίωση ήταν σημαντικά μεγαλύτερη με το JEVTANA σε σύγκριση με τη μιτοξαντρόνη (15,1 μήνες έναντι 12,7 μηνών, αντίστοιχα), με μία μείωση κατά 30% ως προς τον κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με τη μιτοξαντρόνη (βλ. πίνακα 3 και εικόνα 1).
Μία υποκατηγορία 59 ασθενών έλαβαν προηγουμένως αθροιστική δόση ντοσεταξέλης <225 mg/m² (29 ασθενείς στο σκέλος του JEVTANA, 30 ασθενείς στο σκέλος της μιτοξαντρόνης). Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στη συνολική επιβίωση σε αυτή την ομάδα ασθενών (HR (95%CI) 0,96 (0,49-1,86)).
Πίνακας 3 - Αποτελεσματικότητα του JEVTANA στη μελέτη EFC6193 για τη θεραπεία ασθενών με μεταστατικό ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη
| JEVTANA + πρεδνιζόνη n=378 | μιτοξαντρόνη + πρεδνιζόνη n=377 | |
|---|---|---|
| Συνολική επιβίωση | ||
| Αριθμός ασθενών που κατέληξαν (%) | 234 (61,9%) | 279 (74%) |
| Διάμεση επιβίωση (μήνες) (95% CI) | 15,1 (14,1-16,3) | 12,7 (11,6-13,7) |
| Αναλογία Κινδύνου (HR)¹ (95% CI) | 0,70 (0,59-0,83) | |
| τιμή p (p-value) | <0,0001 |
¹ Εκτίμηση του HR με τη χρήση του μοντέλου Cox, αναλογία κινδύνου κάτω του 1 ευνοεί το JEVTANA
Εικόνα 1: Καμπύλες συνολικής επιβίωσης κατά Kaplan Meier (EFC6193) [Αδύνατη ανάγνωση - εικόνα]
Υπήρξε μία βελτίωση στην PFS στο σκέλος του JEVTANA σε σύγκριση με το σκέλος της μιτοξαντρόνης, 2,8 (2,4-3,0) μήνες έναντι 1,4 (1,4-1,7) μηνών, αντίστοιχα, HR (95%CI): 0,74 (0,64-0,86), p<0,0001.
Υπήρξε ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ανταπόκρισης του όγκου 14,4% (95%CI: 9,6-19,3) στους ασθενείς στο σκέλος του JEVTANA σε σύγκριση με 4,4% (95%CI: 1,6-7,2) για τους ασθενείς στο σκέλος της μιτοξαντρόνης, p=0,0005.
Τα δευτερεύοντα τελικά σημεία σε σχέση με το PSA ήταν θετικά στο σκέλος του JEVTANA. Υπήρξε μία διάμεση αύξηση του PSA 6,4 μηνών (95%CI: 5,1-7,3) για τους ασθενείς στο σκέλος του JEVTANA σε σύγκριση με 3,1 μήνες (95%CI: 2,2-4,4) στο σκέλος της μιτοξαντρόνης, HR 0,75 μήνες (95%CI: 0,63-0,90), p=0,0010. Η ανταπόκριση του PSA ήταν 39,2% στους ασθενείς στο σκέλος του JEVTANA (95%CI: 33,9-44,5) έναντι 17,8% των ασθενών που λάμβαναν μιτοξαντρόνη (95%CI: 13,7-22,0), p=0,0002.
Δεν υπήρξε οποιαδήποτε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο θεραπευτικών σκελών ως προς την εξέλιξη του πόνου και την ανταπόκριση του πόνου.
Σε μία πολυκεντρική, πολυεθνική, τυχαιοποιημένη, ανοικτής σήμανσης, φάσης ΙΙΙ μελέτη μη κατωτερότητας (μελέτη EFC11785), 1.200 ασθενείς με μεταστατικό, ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη, οι οποίοι είχαν λάβει στο παρελθόν θεραπεία με σχήμα που περιείχε δοσεταξέλη, τυχαιοποιήθηκαν σε καμπαζιταξέλη είτε στη δόση των 25 mg/m² (n=602) ή των 20 mg/m² (n=598). Η συνολική επιβίωση (OS) ήταν το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας.
Η μελέτη πέτυχε τον κύριο στόχο της που ήταν να καταδείξει τη μη κατωτερότητα της καμπαζιταξέλης στα 20 mg/m² σε σύγκριση με τα 25 mg/m² (βλ. πίνακα 4). Ένα στατιστικά σημαντικά υψηλότερο ποσοστό (p<0,001) ασθενών εμφάνισαν ανταπόκριση του PSA στην ομάδα των 25 mg/m² (42,9%) σε σύγκριση με την ομάδα των 20 mg/m² (29,5%). Παρατηρήθηκε ένας στατιστικά σημαντικά υψηλότερος κίνδυνος εξέλιξης του PSA σε ασθενείς με τη δόση των 20 mg/m² σε σύγκριση με τη δόση των 25 mg/m² (HR 1,195, 95%CI: 1,025 έως 1,393). Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά όσον αφορά στα άλλα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία (PFS, ανταπόκριση του όγκου και του άλγους, εξέλιξη του όγκου και του άλγους και τέσσερις υποκατηγορίες της FACT-P).
Πίνακας 4 – Συνολική επιβίωση στη μελέτη EFC11785 στο σκέλος της καμπαζιταξέλης στη δόση των 25 mg/m² έναντι του σκέλους της καμπαζιταξέλης στη δόση των 20 mg/m² (Ανάλυση του πληθυσμού με πρόθεση θεραπείας) - Κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας
| CBZ20+PRED n=598 | CBZ25+PRED n=602 | |
|---|---|---|
| Συνολική Επιβίωση | ||
| Αριθμός θανάτων, n (%) | 497 (83,1%) | 501 (83,2%) |
| Διάμεση επιβίωση (95% CI) (μήνες) | 13,4 (12,19 έως 14,88) | 14,5 (13,47 έως 15,28) |
| Αναλογία κινδύνου α έναντι CBZ25+PRED | 1,024 | |
| 1-sided 98,89% UCI | 1,184 | |
| 1-sided 95% LCI | 0,922 |
CBZ20=Καμπαζιταξέλη 20 mg/m², CBZ25=Καμπαζιταξέλη 25 mg/m², PRED=Πρεδνιζόνη/Πρεδνιζολόνη CI=διάστημα εμπιστοσύνης, LCI=κατώτερο όριο του διαστήματος εμπιστοσύνης, UCI=ανώτερο όριο του διαστήματος εμπιστοσύνης α Η αναλογία κινδύνου εκτιμάται με χρήση τη χρήση μοντέλου παλινδρόμησης αναλογικών κινδύνων Cox. Αναλογία κινδύνου < 1 υποδηλώνει χαμηλότερο κίνδυνο για την καμπαζιταξέλη στα 20 mg/m² σε σύγκριση με τα 25 mg/m².
Το προφίλ ασφάλειας της καμπαζιταξέλης 25 mg/m² που παρατηρήθηκε στη μελέτη EFC11785 ήταν ποιοτικά και ποσοτικά παρόμοιο με το προφίλ που παρατηρήθηκε στη μελέτη EFC6193. Η μελέτη EFC11785 κατέδειξε καλύτερο προφίλ ασφάλειας για την καμπαζιταξέλη στη δόση των 20 mg/m².
Πίνακας 5 – Σύνοψη των δεδομένων ασφάλειας για το σκέλος της καμπαζιταξέλης 25 mg/m² σε σύγκριση με το σκέλος της καμπαζιταξέλης 20 mg/m² στη μελέτη EFC11785
| CBZ20+PRED n=580 | CBZ25+PRED n=595 | |
|---|---|---|
| Διάμεσος αριθμός κύκλων/διάμεση διάρκεια της θεραπείας | 6/ 18 εβδομάδες | 7/ 21 εβδομάδες |
| Αριθμός ασθενών με μείωση της δόσης, n (%) | Από 20 σε 15 mg/m²: 58 (10,0%) Από 15 σε 12 mg/m²: 9 (1,6%) | Από 25 σε 20 mg/m²: 128 (21,5%) Από 20 σε 15 mg/m²: 19 (3,2%) Από 15 σε 12 mg/m²: 1 (0,2%) |
| Ανεπιθύμητες ενέργειες όλων των βαθμών α (%) | ||
| Διάρροια | 30,7 | 39,8 |
| Ναυτία | 24,5 | 32,1 |
| Κόπωση | 24,7 | 27,1 |
| Αιματουρία | 14,1 | 20,8 |
| Εξασθένιση | 15,3 | 19,7 |
| Μειωμένη όρεξη | 13,1 | 18,5 |
| Έμετος | 14,5 | 18,2 |
| Δυσκοιλιότητα | 17,6 | 18,0 |
| Οσφυαλγία | 11,0 | 13,9 |
| Κλινική ουδετεροπενία | 3,1 | 10,9 |
| Ουρολοίμωξη | 6,9 | 10,8 |
| Περιφερική αισθητική νευροπάθεια | 6,6 | 10,6 |
| Δυσγευσία | 7,1 | 10,6 |
| Ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού≥3 (%) b | ||
| Κλινική ουδετεροπενία | 2,4 | 9,6 |
| Εμπύρετη ουδετεροπενία | 2,1 | 9,2 |
| Αιματολογικές διαταραχές c (%) | ||
| Ουδετεροπενία βαθμού ≥ 3 | 41,8 | 73,3 |
| Αναιμία βαθμού ≥ 3 | 9,9 | 13,7 |
| Θρομβοπενία βαθμού ≥ 3 | 2,6 | 4,2 |
α Ανεπιθύμητες ενέργειες όλων των βαθμών με επίπτωση >10% β Ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού ≥ 3 με επίπτωση >5% γ Βάσει εργαστηριακών τιμών
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το JEVTANA σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην ένδειξη του καρκίνου του προστάτη (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση). Το Jevtana αξιολογήθηκε σε μία ανοικτή, πολυκεντρική μελέτη φάσης 1/2 που διεξήχθη σε συνολικά 39 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας μεταξύ 4 έως 18 ετών για το μέρος φάσης 1 της μελέτης, και μεταξύ 3-16 ετών για το μέρος φάσης 2 της μελέτης). Το μέρος φάσης 2 δεν επέδειξε αποτελεσματικότητα της καμπαζιταξέλης ως μονοθεραπεία σε παιδιατρικό πληθυσμό με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό διάχυτο ενδογενές γλοίωμα γέφυρας (DIPG) και υψηλού βαθμού γλοίωμα (HGG) που έλαβαν αγωγή 30 mg/m².
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-JEVTANA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Μία φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού διεξήχθη σε 170 ασθενείς, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους (n=69), μεταστατικό καρκίνο του μαστού (n=34) και μεταστατικό καρκίνο του προστάτη (n=67). Αυτοί οι ασθενείς λάμβαναν καμπαζιταξέλη σε δόσεις από 10 έως 30 mg/m² κάθε εβδομάδα ή κάθε 3 εβδομάδες.
Απορρόφηση
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση καμπαζιταξέλης, διάρκειας 1 ώρας, σε δόση 25 mg/m² σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του προστάτη (n=67), η Cmax ήταν 226 ng/ml (Συντελεστής Διακύμανσης (CV): 107%) και επιτεύχθηκε κατά την ολοκλήρωση της 1 ώρας της έγχυσης (Tmax). Η μέση AUC ήταν 991 ng.h/ml (CV: 34%).
Δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε μείζονα απόκλιση ως προς την αναλογικότητα της δόσης από τα 10 έως τα 30 mg/m² σε ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους (n=126).
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής (Vss) ήταν 4870 l (2640 l/m² για έναν ασθενή με διάμεση BSA 1,84 m²) σε σταθερή κατάσταση.
In vitro, η σύνδεση της καμπαζιταξέλης με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού ήταν 89% - 92% και δεν παρουσίασε κορεσμό έως και τα 50.000 ng/ml, που καλύπτει τη μέγιστη συγκέντρωση που έχει παρατηρηθεί σε κλινικές μελέτες. Η καμπαζιταξέλη συνδέεται κατά κύριο λόγο με τη λευκωματίνη του ανθρώπινου ορού (82,0%) και τις λιποπρωτεΐνες (87,9% για την HDL, 69,8% για την LDL και 55,8% για τη VLDL). Οι in vitro αναλογίες συγκέντρωσης αίματος προς πλάσμα στο ανθρώπινο αίμα κυμαίνονταν από 0,90 έως 0,99, υποδεικνύοντας ότι η καμπαζιταξέλη ήταν ισοκατανεμημένη μεταξύ του αίματος και του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Η καμπαζιταξέλη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ (>95%), κατά κύριο λόγο από το ισοένζυμο CYP3A (80% έως 90%). Η καμπαζιταξέλη είναι το κύριο κυκλοφορούν σύμπλοκο στο ανθρώπινο πλάσμα. Επτά μεταβολίτες ανιχνεύθηκαν στο πλάσμα (συμπεριλαμβανομένων 3 δραστικών μεταβολιτών που προέρχονται από Ο-απομεθυλιώσεις), με τον κύριο μεταβολίτη να αναλογεί στο 5% της έκθεσης της καμπαζιταξέλης. Περίπου 20 μεταβολίτες της καμπαζιταξέλης απεκκρίνονται στα ανθρώπινα ούρα και τα κόπρανα.
Με βάση μελέτες in vitro, υπάρχει πιθανός κίνδυνος αναστολής από την καμπαζιταξέλη σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις έναντι φαρμακευτικών προϊόντων που αποτελούν κυρίως υποστρώματα του CYP3A. Ωστόσο, μία κλινική μελέτη έδειξε ότι η καμπαζιταξέλη (25 mg/m² χορηγούμενη ως εφάπαξ έγχυση μίας ώρας) δεν τροποποίησε τα επίπεδα μιδαζολάμης στο πλάσμα, ενός επισημασμένου υποστρώματος του CYP3A. Επομένως, σε θεραπευτικές δόσεις, η συγχορήγηση των υποστρωμάτων CYP3A με καμπαζιταξέλη σε ασθενείς δεν αναμένεται να έχει οποιαδήποτε κλινική επίπτωση.
Δεν υπάρχει δυνητικός κίνδυνος αναστολής των φαρμακευτικών προϊόντων που είναι υποστρώματα άλλων ενζύμων CYP (1A2, 2B6, 2C9, 2C8, 2C19, 2E1 και 2D6) ούτε δυνητικός κίνδυνος επαγωγής από την καμπαζιταξέλη φαρμακευτικών προϊόντων που είναι υποστρώματα του CYP1A, του CYP2C9 και του CYP3A. Η καμπαζιταξέλη δεν προκάλεσε αναστολή in vitro της μείζονος οδού βιομετασχηματισμού της βαρφαρίνης σε 7-υδροξυβαρφαρίνη, η οποία μεσολαβείται από το CYP2C9. Συνεπώς, δεν αναμένεται in vivo καμία φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση της καμπαζιταξέλης με τη βαρφαρίνη.
Η καμπαζιταξέλη in vitro δεν προκάλεσε αναστολή των Πρωτεϊνών Πολυφαρμακευτικής Αντοχής (MRP): MRP1 και MRP2 ή του Μεταφορέα Οργανικού Κατιόντος (Organic Cation Transporter, OCT1). Η καμπαζιταξέλη προκάλεσε αναστολή της μεταφοράς της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) (διγοξίνη, βινβλαστίνη), των Πρωτεϊνών Αντοχής στον Καρκίνο του Μαστού (BCRP) (μεθοτρεξάτη) και του Πολυπεπτίδιου Μεταφοράς Οργανικού Ανιόντος (Organic Anion Transporting Polypeptide) OATP1B3 (CCK8) σε συγκεντρώσεις τουλάχιστον 15 φορές υψηλότερες εκείνων που παρατηρούνται σε κλινικό πλαίσιο ενώ ανέστειλε τη μεταφορά του OATP1B1 (estradiol-17β-glucuronide) σε συγκεντρώσεις μόνο 5 φορές υψηλότερες εκείνων που παρατηρούνται σε κλινικό πλαίσιο. Συνεπώς, ο κίνδυνος αλληλεπίδρασης με τα υποστρώματα των MRP, OCT1, PgP, BCRP και OATP1B3 δεν είναι πιθανός in vivo σε δόση 25 mg/m². Ο κίνδυνος αλληλεπίδρασης με τον μεταφορέα OATP1B1 είναι πιθανός, κυρίως κατά τη διάρκεια της έγχυσης (1 ώρα) και μέχρι 20 λεπτά μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Απέκκριση
Μετά από ενδοφλέβια έγχυση 1 ώρας [14C]-καμπαζιταξέλης 25 mg/m² σε ασθενείς, περίπου 80% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίθηκε εντός 2 εβδομάδων. Η καμπαζιταξέλη απεκκρίνεται κατά κύριο λόγο στα κόπρανα με τη μορφή πολυάριθμων μεταβολιτών (76% της δόσης), ενώ η νεφρική απέκκριση της καμπαζιταξέλης και των μεταβολιτών αναλογεί σε λιγότερο από το 4% της δόσης (2,3% ως αμετάβλητο φαρμακευτικό προϊόν στα ούρα).
Η καμπαζιταξέλη έχει υψηλή κάθαρση στο πλάσμα 48,5 l/h (26,4 l/h/m² για έναν ασθενή με διάμεσο BSA 1,84 m²) και μεγάλο χρόνο τελικής ημίσειας ζωής 95 ωρών.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι ασθενείς Στη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε 70 ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω (57 ασθενείς από 65 έως 75 ετών και 13 ασθενείς άνω των 75 ετών), δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε επίδραση της ηλικίας στη φαρμακοκινητική της καμπαζιταξέλης.
Παιδιατρικοί ασθενείς Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του JEVTANA δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Ηπατική δυσλειτουργία Η καμπαζιταξέλη απεκκρίνεται κατά κύριο λόγο μέσω του ηπατικού μεταβολισμού. Μια ειδική μελέτη σε 43 ασθενείς με καρκίνο με ηπατική δυσλειτουργία δεν έδειξαν επίδραση της ήπιας (ολική χολερυθρίνη>1 έως ≤1,5 x ULN ή AST>1,5 x ULN) ή μέτριας (ολική χολερυθρίνη>1,5 έως ≤3,0 x ULN) ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της καμπαζιταξέλης. Η μέγιστη ανεκτή δόση (MTD) της καμπαζιταξέλης ήταν 20 και 15 mg/m², αντίστοιχα. Σε 3 ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη>3 ULN), παρατηρήθηκε μια μείωση κατά 39% στην κάθαρση σε σύγκριση με τους ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία, υποδεικνύοντας κάποια επίδραση της σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της καμπαζιταξέλης. Η MTD της καμπαζιταξέλης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν καθορίστηκε. Με βάση τα δεδομένα για την ασφάλεια και την ανοχή, η δόση της καμπαζιταξέλης θα πρέπει να μειώνεται σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις). Το Jevtana αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Αντενδείξεις).
Νεφρική δυσλειτουργία Η καμπαζιταξέλη απεκκρίνεται ελάχιστα μέσω των νεφρών (2,3% της δόσης). Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού η οποία διεξήχθη σε 170 ασθενείς που συμπεριλάμβανε 14 ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης στο εύρος από 30 έως 50 ml/min) και 59 ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης στο εύρος από 50 έως 80 ml/min) κατέδειξε ότι η ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία δεν είχε ουσιαστικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της καμπαζιταξέλης. Αυτό επιβεβαιώθηκε από μια ειδική συγκριτική φαρμακοκινητική μελέτη σε ασθενείς με συμπαγείς όγκους με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (8 ασθενείς), μέτρια (8 ασθενείς) και σοβαρή (9 ασθενείς) νεφρική δυσλειτουργία, οι οποίοι έλαβαν αρκετούς κύκλους της καμπαζιταξέλης σε εφάπαξ IV έγχυση έως και 25 mg/m².
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η καμπασιταξέλη επιδεικνύει ευρύ φάσμα αντικαρκινικής δράσης έναντι προχωρημένων ανθρώπινων όγκων ξενoμοσχευμένων σε ποντίκια, συμπεριλαμβανομένων ενδοκρανιακών ανθρώπινων γλοιοβλαστωμάτων. Η καμπασιταξέλη έχει χαμηλή συγγένεια για την P-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp), επιτρέποντάς της να διεισδύει στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό χωρίς να υπόκειται σε εκτεταμένη ενεργό εκροή μέσω P-gp. Η καμπασιταξέλη δρα έναντι όγκων ευαίσθητων στην ντοκεταξέλη και σε ογκολογικά μοντέλα ανθεκτικά στην ντοκεταξέλη και σε άλλα χημειοθεραπευτικά φάρμακα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Οι μικροσωληνίσκοι είναι πολυμερή του κυτταροσκελετού που ρυθμίζουν το σχήμα των κυττάρων, τη μεταφορά κυστιδίων, τη σηματοδότηση των κυττάρων και τη διαίρεση των κυττάρων. Αποτελούνται από ετεροδιμερή α-τubulin και β-tubulin. Οι μικροσωληνίσκοι εκτείνονται προς τον μιτωτικό ατράκτιο κατά τη διάρκεια της μίτωσης για να επιτρέψουν τον διαχωρισμό και την κατανομή των χρωμοσωμάτων κατά τη διαίρεση των κυττάρων. Η καμπασιταξέλη συνδέεται με τα αμινοξέα στο N-άκρο της υπομονάδας β-tubulin και προάγει τον πολυμερισμό των μικροσωληνίσκων, ενώ ταυτόχρονα αναστέλλει την αποπολυμερισμό: αυτό οδηγεί στη σταθεροποίηση των μικροσωληνίσκων, αποτρέποντας τη διαίρεση των κυττάρων μέσω μικροσωληνίσκων. Η καμπασιταξέλη τελικά μπλοκάρει τις μιτωτικές και μεσοφασικές κυτταρικές λειτουργίες και τον πολλαπλασιασμό των όγκων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Με βάση την ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού, μετά από ενδοφλέβια δόση καμπασιταξέλης 25 mg/m2 κάθε τρεις εβδομάδες, η μέση Cmax σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του προστάτη ήταν 226 ng/mL (CV 107%) και επετεύχθη στο τέλος της μιας ώρας έγχυσης (Tmax). Η μέση AUC σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του προστάτη ήταν 991 ng x h/mL (CV 34%). Δεν παρατηρήθηκε σημαντική απόκλιση από την αναλογικότητα της δόσης από 10 έως 30 mg/m2 σε ασθενείς με προχωρημένες συμπαγείς κακοήθειες.
Μετά από μια ώρα ενδοφλέβιας έγχυσης [14C]-καμπασιταξέλης 25 mg/m2, περίπου το 80% της χορηγηθείσας δόσης αποβλήθηκε εντός δύο εβδομάδων. Η καμπασιταξέλη απεκκρίνεται κυρίως στα κόπρανα ως πολυάριθμοι μεταβολίτες (76% της δόσης), ενώ η νεφρική απέκκριση της καμπασιταξέλης και των μεταβολιτών της αντιστοιχεί στο 3,7% της δόσης (2,3% ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα). Περίπου 20 μεταβολίτες της καμπασιταξέλης απεκκρίνονται στα ανθρώπινα ούρα και κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση (Vss) ήταν 4.864 L (2.643 L/m2 για έναν ασθενή με διάμεση επιφάνεια σώματος BSA 1,84 m2).
Με βάση την ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού, η καμπασιταξέλη έχει κάθαρση πλάσματος 48,5 L/h (CV 39%; 26,4 L/h/m2 για έναν ασθενή με διάμεση BSA 1,84 m2) σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του προστάτη.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
In vitro, η σύνδεση της καμπασιταξέλης με ανθρώπινες πρωτεΐνες ορού ήταν 89% έως 92% και δεν ήταν κορεσμένη έως 50.000 ng/mL. Η καμπασιταξέλη συνδέεται κυρίως με την ανθρώπινη αλβουμίνη ορού (82%) και τις λιποπρωτεΐνες (88% για HDL, 70% για LDL και 56% για VLDL). Ο λόγος συγκέντρωσης αίματος προς πλάσμα in vitro σε ανθρώπινο αίμα κυμάνθηκε από 0,90 έως 0,99, υποδεικνύοντας ότι η καμπασιταξέλη κατανεμήθηκε εξίσου μεταξύ αίματος και πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Πάνω από το 95% της καμπασιταξέλης μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Οι CYP3A4 και CYP3A5 είναι υπεύθυνοι για το 80% έως 90% του μεταβολισμού του φαρμάκου, ενώ η CYP2C8 εμπλέκεται σε μικρότερο βαθμό. Ενώ η καμπασιταξέλη είναι η κύρια κυκλοφορούσα ουσία στο ανθρώπινο πλάσμα, έχουν ανιχνευθεί επτά μεταβολίτες στο πλάσμα, συμπεριλαμβανομένων τριών ενεργών μεταβολιτών που προκύπτουν από O-δεσμεθυλίωση - [ντοκεταξέλη], RPR112698 και RPR123142. Ο κύριος μεταβολίτης αντιστοιχεί στο 5% της συνολικής έκθεσης στην καμπασιταξέλη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Μετά από μια ώρα ενδοφλέβιας έγχυσης, οι συγκεντρώσεις της καμπασιταξέλης στο πλάσμα μπορούν να περιγραφούν από ένα φαρμακοκινητικό μοντέλο τριών διαμερισμάτων με χρόνους ημίσειας ζωής α-, β-, και γ- 4 λεπτών, 2 ωρών και 95 ωρών, αντίστοιχα.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
51F690397J
CABAZITAXEL
Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE] - Αναστολέας Μικροσωληνίσκων
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Αναστολέας Μικροσωληνίσκων
Η καμπασιταξέλη είναι Αναστολέας Μικροσωληνίσκων. Η φυσιολογική επίδραση της καμπασιταξέλης είναι μέσω Αναστολής Μικροσωληνίσκων.