BARICITINIB
Μπαρισιτινίμπη
**Φαρμακοδυναμική** Η μπαρισιτινίμπη είναι ένα αντιρρευματικό φάρμακο που τροποποιεί τη νόσο (DMARD) που χρησιμοποιείται για τη βελτίωση των συμπτωμάτων και την επιβράδυνση της εξέλιξης της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Σε ζωικά μοντέλα φλεγμονώδους αρθρίτιδας, η μπαρισιτινίμπη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-OLUMIANT
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως με ή χωρίς τροφή, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας
- Δόση έναρξης: 4 mg άπαξ ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Το ενδεχόμενο χορήγησης μίας δόσης 2 mg άπαξ ημερησίως μπορεί να εξεταστεί για ασθενείς που έχουν επιτύχει διατηρούμενο έλεγχο της ενεργότητας της νόσου με μία δόση 4 mg άπαξ ημερησίως και πληρούν τις προϋποθέσεις για σταδιακή μείωση της δόσης (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Ενήλικες (Ρευματοειδής Αρθρίτιδα)Δόση4 mg άπαξ ημερησίωςΜία δόση 2 mg άπαξ ημερησίως είναι κατάλληλη για ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω, ενώ μπορεί να είναι κατάλληλη για ασθενείς με ιστορικό χρόνιων ή υποτροπιαζουσών λοιμώξεων. Το ενδεχόμενο χορήγησης μίας δόσης 2 mg άπαξ ημερησίως μπορεί επίσης να εξεταστεί για ασθενείς που έχουν επιτύχει διατηρούμενο έλεγχο της ενεργότητας της νόσου με μία δόση 4 mg άπαξ ημερησίως και πληρούν τις προϋποθέσεις για σταδιακή μείωση της δόσης (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Ενήλικες (Ατοπική Δερματίτιδα)Δόση4 mg άπαξ ημερησίωςΜία δόση 2 mg άπαξ ημερησίως είναι κατάλληλη για ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω και μπορεί να είναι κατάλληλη για ασθενείς με ιστορικό χρόνιων ή υποτροπιαζουσών λοιμώξεων. Μία δόση 2 mg άπαξ ημερησίως θα πρέπει να εξετάζεται για ασθενείς που έχουν επιτύχει διατηρούμενο έλεγχο της ενεργότητας της νόμου με δόση 4 mg άπαξ ημερησίως και είναι κατάλληλοι για σταδιακή μείωση της δόσης (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Μπορεί να χρησιμοποιείται με ή χωρίς τοπικά κορτικοστεροειδή. Τοπικοί αναστολείς καλσινευρίνης μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ευαίσθητες περιοχές. Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας σε ασθενείς που δεν παρουσιάζουν θεραπευτικό όφελος μετά από 8 εβδομάδες.
-
Ασθενείς (Έναρξη θεραπείας)Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς με ALC < 0,5 x 10^9 κύτταρα/l, ANC < 1 x 10^9 κύτταρα/l, ή τιμή αιμοσφαιρίνης < 8 g/dl. Μπορεί να ξεκινήσει αφού οι τιμές βελτιωθούν πάνω από αυτά τα όρια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-60 ml/min)Δόση2 mg άπαξ ημερησίως
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min)Το Olumiant δεν συνιστάται για χρήση (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν είναι απαραίτητη η ρύθμιση της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΤο Olumiant δεν συνιστάται για χρήση (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς OAT3 με ισχυρό ανασταλτικό δυναμικό (π.χ. προβενεσίδη)Δόση2 mg άπαξ ημερησίως
-
Ηλικιωμένοι (≥ 75 ετών)Δόση2 mgΔόση έναρξης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (0-18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-OLUMIANT
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Εγκυμοσύνη
warning
SPC-OLUMIANT
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΛοιμώξειςΠληθυσμόςασθενείς με ενεργές, χρόνιες ή υποτροπιάζουσες λοιμώξειςΟι κίνδυνοι και τα οφέλη πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά πριν την έναρξη της θεραπείας. Εάν προκύψει λοίμωξη, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά. Διακοπή της θεραπείας προσωρινά εάν ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη συνήθη θεραπεία. Επανέναρξη μόνο μετά την ίαση της λοίμωξης.
-
ΦυματίωσηΔιαγνωστικός έλεγχος για φυματίωση πριν την έναρξη της θεραπείας. Να μην χορηγείται σε ασθενείς με ενεργό φυματίωση. Εξέταση χορήγησης αντι-φυματικής θεραπείας πριν την έναρξη σε ασθενείς με μη αντιμετωπισθείσα λανθάνουσα φυματίωση.
-
Αιματολογικές ανωμαλίεςΝα μην ξεκινά ή να διακόπτεται προσωρινά η θεραπεία σε ασθενείς με ANC < 1 x 10^9 κύτταρα/l, ALC < 0,5 x 10^9 κύτταρα/l ή αιμοσφαιρίνη < 8 g/dl.
-
Επανενεργοποίηση ιού (Έρπης ζωστήρας)Εάν ο ασθενής αναπτύξει έρπητα ζωστήρα, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί προσωρινά έως την υποχώρηση του επεισοδίου.
-
Επανενεργοποίηση ιού (Ιογενής ηπατίτιδα)Διαγνωστικός έλεγχος για ιογενή ηπατίτιδα πριν την έναρξη της θεραπείας. Οι ασθενείς με HBV θα πρέπει να παρακολουθούνται για την έκφραση του DNA του ιού της ηπατίτιδας Β. Σε περίπτωση ανίχνευσης DNA του HBV, να ζητηθεί συμβουλή ειδικού ηπατολόγου για ενδεχόμενη διακοπή της θεραπείας.
-
ΕμβολιασμόςΗ χρήση ζώντων, εξασθενημένων εμβολίων κατά τη διάρκεια ή αμέσως πριν τη θεραπεία δεν συνιστάται. Οι ασθενείς πρέπει να έχουν ολοκληρώσει τους προβλεπόμενους εμβολιασμούς πριν την έναρξη της θεραπείας.
-
ΛιπίδιαΟι λιπιδαιμικές παράμετροι πρέπει να αξιολογούνται περίπου 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια οι ασθενείς να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις διεθνείς κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες για την υπερλιπιδαιμία.
-
Αυξήσεις ηπατικών τρανσαμινασώνΕάν παρατηρηθούν αυξήσεις της ALT ή της AST και υπάρχει υποψία φαρμακοεπαγόμενης ηπατικής βλάβης, η χορήγηση του Olumiant πρέπει να διακόπτεται προσωρινά έως τον αποκλεισμό της διάγνωσης.
-
ΚακοήθειαΠληθυσμόςασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδαΤα ανοσορρυθμιστικά φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης κακοηθειών, συμπεριλαμβανομένου του λεμφώματος.
-
Φλεβική θρομβοεμβολήΠληθυσμόςασθενείς με παράγοντες κινδύνου για DVT/PE (μεγάλη ηλικία, παχυσαρκία, ιατρικό ιστορικό για DVT/PE, χειρουργική επέμβαση, ακινησία)Το Olumiant πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Εάν εμφανιστούν κλινικά χαρακτηριστικά DVT/PE, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται, να εκτιμηθεί άμεσα η κατάσταση του ασθενή και να ακολουθήσει κατάλληλη θεραπεία.
-
Ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόνταΟ συνδυασμός με βιολογικά DMARDs, βιολογικούς ανοσορρυθμιστικούς παράγοντες ή άλλους αναστολείς JAK δεν συνιστάται. Συστήνεται προσοχή κατά τη χρήση με δραστικά ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα στη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Στην ατοπική δερματίτιδα, ο συνδυασμός με κυκλοσπορίνη ή άλλους ισχυρούς ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες δεν συνιστάται.
-
ΥπερευαισθησίαΕάν εμφανιστεί οποιαδήποτε σοβαρή αλλεργική ή αναφυλακτική αντίδραση, η μπαρισιτινίμπη πρέπει να διακόπτεται άμεσα.
-
ΕκκολπωματίτιδαΠληθυσμόςασθενείς με εκκολπωματική νόσο, ειδικά όσοι έχουν λάβει χρόνια θεραπεία με συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο για εκκολπωματίτιδαΝα χρησιμοποιείται με προσοχή. Οι ασθενείς που εμφανίζουν νέα σημεία και συμπτώματα στην κοιλιά πρέπει να αξιολογούνται άμεσα για πρώιμη αναγνώριση εκκολπωματίτιδας ή γαστρεντερικής διάτρησης.
-
ΈκδοχαΑυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
SPC-OLUMIANT
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Βιολογικά DMARDs, βιολογικοί ανοσορρυθμιστικοί παράγοντες ή άλλοι αναστολείς JAKπροσοχήΟ συνδυασμός δεν έχει μελετηθεί. Κίνδυνος σωρευτικής ανοσοκαταστολής.
-
προσοχήΠεριορισμένη χρήση στη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Δεν συνιστάται στην ατοπική δερματίτιδα.ΣύστασηΓια την ατοπική δερματίτιδα, δεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Προβενεσίδη (αναστολέας OAT3 με ισχυρό ανασταλτικό δυναμικό)προσοχήΑύξηση κατά περίπου 2 φορές της AUC(0-∞) της μπαρισιτινίμπης χωρίς μεταβολή στον tmax ή τη Cmax.ΣύστασηΗ συνιστώμενη δόση μπαρισιτινίμπης είναι 2 mg άπαξ ημερησίως (βλ. Δοσολογία).
-
Λεφλουνομίδη ή τεριφλουνομίδη (αδύναμος αναστολέας OAT3)προσοχήΕνδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση στην μπαρισιτινίμπη.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση.
-
Ιβουπροφαίνη, δικλοφενάκη (αναστολείς OAT3 με χαμηλότερο ανασταλτικό δυναμικό)αμελητέαΕνδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση στην μπαρισιτινίμπη, αλλά δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
-
Κυκλοσπορίνη (αναστολέας Pgp/BCRP)καμίαΔεν οδήγησε σε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην έκθεση στην μπαρισιτινίμπη.
-
Μεθοτρεξάτη (υπόστρωμα διάφορων μεταφορέων)καμίαΔεν οδήγησε σε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην έκθεση στην μπαρισιτινίμπη.
-
Κετοκοναζόλη (ισχυρός αναστολέας CYP3A)καμίαΔεν οδήγησε σε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της μπαρισιτινίμπης.
-
Φλουκοναζόλη (μέτριος αναστολέας CYP3A/CYP2C19/CYP2C9)καμίαΔεν οδήγησε σε κλινικά σημαντική μεταβολή της έκθεσης στην μπαρισιτινίμπη.
-
Ριφαμπικίνη (ισχυρός επαγωγέας CYP3A)καμίαΔεν οδήγησε σε κλινικά σημαντική μεταβολή της έκθεσης στην μπαρισιτινίμπη.
-
Ομεπραζόλη (αυξάνει το γαστρικό pH)καμίαΔεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση στην μπαρισιτινίμπη.
-
Διγοξίνη (υπόστρωμα Pgp)καμίαΔεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην έκθεση της διγοξίνης.
-
Σιμβαστατίνη, αιθινυλική οιστραδιόλη ή λεβονοργεστρέλη (υποστρώματα CYP3A)καμίαΔεν είχε ως αποτέλεσμα κλινικά σημαντική μεταβολή στη φαρμακοκινητική αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων.
sick
SPC-OLUMIANT
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοιμώξεις ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Έρπης ζωστήρας
- Έρπης απλός
- Γαστρεντερίτιδα
- Λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος
- Πνευμονία
- Εκκολπωματίτιδα
- Θρομβοκυττάρωση > 600 x 10^9 κύτταρα/l
- Ουδετεροπενία < 1 x 10^9 κύτταρα/l
- Υπερχοληστερολαιμία
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Κεφαλαλγία
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Αυξημένα επίπεδα ALT
- Αυξημένα επίπεδα AST
- Εξάνθημα
- Ακμή
- Κνίδωση
- Οίδημα προσώπου
- Πνευμονική εμβολή
- Εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση
- Αυξημένα επίπεδα κρεατινοφωσφοκινάσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΛοιμώξεις ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΥπερχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΈρπης απλόςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΈρπης ζωστήραςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα κρεατινοφωσφοκινάσηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΘρομβοκυττάρωση > 600 x 10^9 κύτταρα/lΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ουροποιητικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑκμήΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένα επίπεδα ALTΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑυξημένα επίπεδα ASTΉπαρ
-
Όχι συχνέςΕκκολπωματίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΕν τω βάθει φλεβοθρόμβωσηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενία < 1 x 10^9 κύτταρα/lΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
pregnant_woman
SPC-OLUMIANT
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΈχει καταδειχθεί ότι η οδός JAK/STAT ενέχεται στην κυτταρική προσκόλληση και την κυτταρική πολικότητα, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν την πρώιμη ανάπτυξη του εμβρύου. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της μπαρισιτινίμπης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η μπαρισιτινίμπη ήταν τερατογόνος σε αρουραίους και κουνέλια. Μελέτες σε πειραματόζωα υποδεικνύουν ότι η μπαρισιτινίμπη μπορεί να έχει ανεπιθύμητη επίδραση στην οστική ανάπτυξη in utero σε υψηλότερες δοσολογίες. Οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 1 εβδομάδα μετά τη διακοπή της θεραπείας. Εάν μία ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει το Olumiant, οι γονείς θα πρέπει να ενημερωθούν για τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιείταιΕίναι άγνωστο το κατά πόσον η μπαρισιτινίμπη/οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε πειραματόζωα έχουν καταδείξει απέκκριση της μπαρισιτινίμπης στο μητρικό γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η ύπαρξη κινδύνου για τα νεογνά/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Θα πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή εάν θα διακοπεί η θεραπεία με το Olumiant, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΜείωση της γονιμότητας των θηλυκών ζώωνΜελέτες σε πειραματόζωα υποδηλώνουν ότι η θεραπεία με μπαρισιτινίμπη έχει το δυναμικό να μειώσει τη γονιμότητα των θηλυκών ζώων κατά τη διάρκεια της θεραπείας, αλλά δεν υπήρξε οποιαδήποτε επίδραση στη σπερματογένεση των αρσενικών ζώων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-OLUMIANT
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-OLUMIANT
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Απόλυτος Αριθμός Ουδετερόφιλων (ANC)
· Πριν την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια σύμφωνα με τη συνήθη αντιμετώπιση των ασθενών
ANC < 1 x 10^9 κύτταρα/l
-
Απόλυτος Αριθμός Λεμφοκυττάρων (ALC)
· Πριν την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια σύμφωνα με τη συνήθη αντιμετώπιση των ασθενών
ALC < 0,5 x 10^9 κύτταρα/l
-
Αιμοσφαιρίνη (Hb)
· Πριν την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια σύμφωνα με τη συνήθη αντιμετώπιση των ασθενών
Hb < 8 g/dl
-
Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT)
· Πριν την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια σύμφωνα με τη συνήθη αντιμετώπιση των ασθενών
Υποψία φαρμακοεπαγόμενης ηπατικής βλάβης
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Λιπιδαιμικές παράμετροι | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια σύμφωνα με τις διεθνείς κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες για την υπερλιπιδαιμία | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-OLUMIANT
expand_more
Δοσολογία
Η επιλογή της θεραπείας θα πρέπει να γίνεται από γιατρούς με εμπειρία στη διάγνωση και τη θεραπεία των παθήσεων για τις οποίες ενδείκνυται το Olumiant.
Δοσολογία
Ρευματοειδής Αρθρίτιδα Η συνιστώμενη δόση του Olumiant είναι 4 mg άπαξ ημερησίως. Μία δόση 2 mg άπαξ ημερησίως είναι κατάλληλη για ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω, ενώ μπορεί να είναι κατάλληλη για ασθενείς με ιστορικό χρόνιων ή υποτροπιαζουσών λοιμώξεων. Το ενδεχόμενο χορήγησης μίας δόσης 2 mg άπαξ ημερησίως μπορεί επίσης να εξεταστεί για ασθενείς που έχουν επιτύχει διατηρούμενο έλεγχο της ενεργότητας της νόσου με μία δόση 4 mg άπαξ ημερησίως και πληρούν τις προϋποθέσεις για σταδιακή μείωση της δόσης (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Ατοπική Δερματίτιδα Η συνιστώμενη δόση του Olumiant είναι 4 mg άπαξ ημερησίως. Μία δόση 2 mg άπαξ ημερησίως είναι κατάλληλη για ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω και μπορεί να είναι κατάλληλη για ασθενείς με ιστορικό χρόνιων ή υποτροπιαζουσών λοιμώξεων. Μία δόση 2 mg άπαξ ημερησίως θα πρέπει να εξετάζεται για ασθενείς που έχουν επιτύχει διατηρούμενο έλεγχο της ενεργότητας της νόσου με δόση 4 mg άπαξ ημερησίως και είναι κατάλληλοι για σταδιακή μείωση της δόσης (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Το Olumiant μπορεί να χρησιμοποιείται με ή χωρίς τοπικά κορτικοστεροειδή. Η αποτελεσματικότητα του Olumiant μπορεί να ενισχυθεί όταν χορηγείται με τοπικά κορτικοστεροειδή (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Μπορούν να χρησιμοποιηθούν τοπικά αναστολείς καλσινευρίνης, αλλά θα πρέπει να περιορίζονται μόνο σε ευαίσθητες περιοχές, όπως το πρόσωπο, ο τράχηλος, οι πτυχές του δέρματος και οι περιοχές των γεννητικών οργάνων. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας σε ασθενείς που δεν παρουσιάζουν ενδείξεις θεραπευτικού οφέλους μετά από 8 εβδομάδες θεραπείας.
Έναρξη θεραπείας Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς με απόλυτο αριθμό λεμφοκυττάρων (Absolute Lymphocyte Count, ALC) κάτω από 0,5 x 10^9 κύτταρα/l, με απόλυτο αριθμό ουδετερόφιλων (Absolute Neutrophil Count, ANC) κάτω από 1 x 10^9 κύτταρα/l, ή με τιμή αιμοσφαιρίνης κάτω από 8 g/dl. Η θεραπεία θα μπορεί να ξεκινήσει αφού οι σχετικές τιμές βελτιωθούν και φθάσουν σε επίπεδα πάνω από τα προαναφερθέντα όρια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Νεφρική δυσλειτουργία Η συνιστώμενη δόση είναι 2 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 και 60 ml/min. Το Olumiant δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν είναι απαραίτητη η ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Το Olumiant δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Συγχορήγηση με αναστολείς OAT3 Η συνιστώμενη δόση είναι 2 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του Μεταφορέα Οργανικών Ανιόντων 3 (Organic Anion Transporter 3, OAT3) με ισχυρό ανασταλτικό δυναμικό, όπως η προβενεσίδη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Ηλικιωμένοι Η κλινική εμπειρία σε ασθενείς ηλικίας ≥ 75 ετών είναι πολύ περιορισμένη και για αυτούς τους ασθενείς είναι κατάλληλη μία δόση έναρξης των 2 mg.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Olumiant σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 0 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Από του στόματος χορήγηση Το Olumiant θα πρέπει να λαμβάνεται άπαξ ημερησίως με ή χωρίς τροφή και μπορεί να λαμβάνεται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας.
block
Αντενδείξεις
SPC-OLUMIANT
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
- Εγκυμοσύνη (βλ. Κύηση και γαλουχία)
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-OLUMIANT
expand_more
Προειδοποιήσεις
Λοιμώξεις
Η θεραπεία με την μπαρισιτινίμπη σχετίζεται με αυξημένο ποσοστό εμφάνισης λοιμώξεων, όπως οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Στις κλινικές μελέτες ρευματοειδούς αρθρίτιδας, σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία κατά το παρελθόν, ο συνδυασμός με μεθοτρεξάτη οδήγησε σε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης λοιμώξεων σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία μπαρισιτινίμπης.
Οι κίνδυνοι και τα οφέλη από τη θεραπεία με το Olumiant θα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά πριν από την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς με ενεργές, χρόνιες ή υποτροπιάζουσες λοιμώξεις (βλ. Δοσολογία). Εάν προκύψει μία λοίμωξη, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά και η θεραπεία με το Olumiant θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά εάν ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη συνήθη θεραπεία. Η επανέναρξη της θεραπείας με το Olumiant δεν θα πρέπει να γίνεται παρά μόνο μετά την ίαση της λοίμωξης.
Φυματίωση
Οι ασθενείς θα πρέπει να υποβάλλονται σε διαγνωστικό έλεγχο για φυματίωση πριν από την έναρξη της θεραπείας με το Olumiant. Το Olumiant δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ενεργό φυματίωση. Το ενδεχόμενο χορήγησης αντι-φυματικής θεραπείας θα πρέπει να εξετάζεται πριν την έναρξη χορήγησης του Olumiant σε ασθενείς με μη αντιμετωπισθείσα λανθάνουσα φυματίωση.
Αιματολογικές ανωμαλίες
Απόλυτος Αριθμός Ουδετερόφιλων (ANC) < 1 x 10^9 κύτταρα/l και Απόλυτος Αριθμός Λεμφοκυττάρων (ALC) < 0,5 x 10^9 κύτταρα/l αναφέρθηκαν σε λιγότερους από το 1% των ασθενών σε κλινικές δοκιμές. Αιμοσφαιρίνη < 8 g/dl αναφέρθηκε σε λιγότερο από 1% των ασθενών στις κλινικές δοκιμές ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινά, ή θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά, σε ασθενείς με παρατηρηθείσες τιμές ANC < 1 x 10^9 κύτταρα/l, ALC < 0,5 x 10^9 κύτταρα/l ή αιμοσφαιρίνης < 8 g/dl κατά τη διάρκεια της συνήθους αντιμετώπισης των ασθενών (βλ. Δοσολογία). Ο κίνδυνος λεμφοκυττάρωσης είναι αυξημένος σε ηλικιωμένους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά λεμφοϋπερπλαστικών διαταραχών.
Επανενεργοποίηση ιού
Περιστατικά επανενεργοποίησης ιού, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων επανενεργοποίησης του ιού του έρπητα (π.χ. έρπης ζωστήρας, απλός έρπης), αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Στις κλινικές μελέτες ρευματοειδούς αρθρίτιδας, ο έρπης ζωστήρας αναφέρθηκε πιο συχνά σε ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών, οι οποίοι πριν είχαν λάβει θεραπεία τόσο με βιολογικά όσο και με συμβατικά DMARDs. Εάν ένας ασθενής αναπτύξει έρπητα ζωστήρα, η θεραπεία με το Olumiant θα πρέπει να διακοπεί προσωρινά έως την υποχώρηση του επεισοδίου. Διαγνωστικός έλεγχος για ιογενή ηπατίτιδα θα πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες πριν την έναρξη της θεραπείας με το Olumiant. Ασθενείς με ενδείξεις λοίμωξης ενεργού ηπατίτιδας B ή C αποκλείστηκαν από τις κλινικές δοκιμές. Η συμμετοχή επιτράπηκε σε ασθενείς που ήταν θετικοί σε έλεγχο για αντίσωμα ηπατίτιδας C αλλά αρνητικοί σε έλεγχο για RNA του ιού της ηπατίτιδας C. Η συμμετοχή επιτράπηκε επίσης σε ασθενείς με αντίσωμα κατά του επιφανειακού αντιγόνου του ιού της ηπατίτιδας Β και με αντίσωμα κατά του πυρηνικού αντιγόνου του ιού της ηπατίτιδας Β, χωρίς επιφανειακό αντιγόνο του ιού της ηπατίτιδας Β. Οι ασθενείς αυτοί θα έπρεπε να παρακολουθούνται για την έκφραση του DNA του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV). Σε περίπτωση ανίχνευσης DNA του HBV, θα έπρεπε να ζητηθεί η συμβουλή ειδικού ηπατολόγου για το κατά πόσον είναι απαραίτητη η διακοπή της θεραπείας.
Εμβολιασμός
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την ανταπόκριση στον εμβολιασμό με ζώντα εμβόλια για τους ασθενείς που λαμβάνουν μπαρισιτινίμπη. Η χρήση ζώντων, εξασθενημένων εμβολίων κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή αμέσως πριν από τη θεραπεία με το Olumiant δεν συνιστάται. Πριν την έναρξη του Olumiant, συστήνεται όλοι οι ασθενείς να έχουν ολοκληρώσει τους προβλεπόμενους εμβολιασμούς τους, σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες εμβολιασμού.
Λιπίδια
Δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις των λιπιδαιμικών παραμέτρων αναφέρθηκαν σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με μπαρισιτινίμπη σε σύγκριση με εκείνους που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι αυξημένες τιμές της LDL χοληστερόλης υποχώρησαν στα επίπεδα πριν από την έναρξη της θεραπείας σε ανταπόκριση στη θεραπεία με στατίνη. Οι λιπιδαιμικές παράμετροι θα πρέπει να αξιολογούνται περίπου 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με το Olumiant και στη συνέχεια οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις διεθνείς κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες για την υπερλιπιδαιμία. Η επίδραση αυτών των αυξημένων λιπιδαιμικών παραμέτρων στην καρδιαγγειακή νοσηρότητα και θνησιμότητα δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί.
Αυξήσεις ηπατικών τρανσαμινασών
Δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις ως προς την δραστικότητα της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT) και της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST) του αίματος αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με μπαρισιτινίμπη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αυξήσεις της ALT και της AST σε ≥ 5 και ≥ 10 φορές το άνω όριο του φυσιολογικού εύρους (ULN), αναφέρθηκαν σε λιγότερο από 1% των ασθενών σε κλινικές δοκιμές. Στις κλινικές μελέτες ρευματοειδούς αρθρίτιδας, σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία κατά το παρελθόν, ο συνδυασμός με μεθοτρεξάτη οδήγησε σε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης αυξημένων τιμών των ηπατικών τρανσαμινασών σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία μπαρισιτινίμπης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Εάν παρατηρηθούν αυξήσεις της ALT ή της AST κατά τη διάρκεια της συνήθους αντιμετώπισης των ασθενών και υπάρχει υποψία φαρμακοεπαγόμενης ηπατικής βλάβης, η χορήγηση του Olumiant θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά έως τον αποκλεισμό της συγκεκριμένης διάγνωσης.
Κακοήθεια
Ο κίνδυνος εμφάνισης κακοηθειών, συμπεριλαμβανομένου του λεμφώματος, είναι αυξημένος σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Τα ανοσορρυθμιστικά φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης κακοηθειών, συμπεριλαμβανομένου του λεμφώματος. Τα κλινικά δεδομένα είναι ανεπαρκή για την αξιολόγηση της πιθανής επίπτωσης κακοηθειών μετά την έκθεση στην μπαρισιτινίμπη. Αξιολογήσεις της μακροχρόνιας ασφάλειας βρίσκονται σε εξέλιξη.
Φλεβική θρομβοεμβολή
Επεισόδια εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης (deep venous thrombosis, DVT) και πνευμονικής εμβολής (pulmonary embolism, PE), έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν μπαρισιτινίμπη. Το Olumiant θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για DVT/PE, όπως μεγάλη ηλικία, παχυσαρκία, ιατρικό ιστορικό για DVT/PE ή ασθενείς που υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση και ακινησία. Εάν εμφανιστούν κλινικά χαρακτηριστικά των DVT/PE, η θεραπεία με Olumiant, πρέπει να διακόπτεται, να εκτιμηθεί άμεσα η κατάσταση του ασθενή και να ακολουθήσει κατάλληλη θεραπεία.
Εργαστηριακή παρακολούθηση
Πίνακας 1. Εργαστηριακές παράμετροι και οδηγίες παρακολούθησης
| Εργαστηριακή Παράμετρος | Οδηγία Παρακολούθησης |
|---|---|
| Λιπιδαιμικές παράμετροι | Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις διεθνείς κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες για την υπερλιπιδαιμία. Αξιολόγηση 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια σύμφωνα με τις διεθνείς κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες για την υπερλιπιδαιμία. |
| Απόλυτος Αριθμός Ουδετερόφιλων (ANC) | Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται εάν ANC < 1 x 10^9 κύτταρα/l και θα μπορεί να ξαναρχίσει αφού ο ANC επανέλθει σε επίπεδα πάνω από αυτή την τιμή. Παρακολούθηση πριν την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια σύμφωνα με τη συνήθη αντιμετώπιση των ασθενών. |
| Απόλυτος Αριθμός Λεμφοκυττάρων (ALC) | Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται εάν ALC < 0,5 x 10^9 κύτταρα/l και θα μπορεί να ξαναρχίσει αφού ο ALC επανέλθει σε επίπεδα πάνω από αυτή την τιμή. Παρακολούθηση πριν την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια σύμφωνα με τη συνήθη αντιμετώπιση των ασθενών. |
| Αιμοσφαιρίνη (Hb) | Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται εάν Hb < 8 g/dl και θα μπορεί να ξαναρχίσει αφού η Hb επανέλθει σε επίπεδα πάνω από αυτή την τιμή. Παρακολούθηση πριν την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια σύμφωνα με τη συνήθη αντιμετώπιση των ασθενών. |
| Ηπατικές τρανσαμινάσες | Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά εάν υπάρχει υποψία φαρμακοεπαγόμενης ηπατικής βλάβης. Παρακολούθηση πριν την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια σύμφωνα με τη συνήθη αντιμετώπιση των ασθενών. |
Ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα
Ο συνδυασμός με βιολογικά DMARDs, βιολογικούς ανοσορρυθμιστικούς παράγοντες ή άλλους αναστολείς κινασών Janus (JAK) δεν συνιστάται, καθώς ο κίνδυνος αθροιστικής ανοσοκαταστολής δεν μπορεί να αποκλειστεί. Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, τα δεδομένα που αφορούν στη χρήση μπαρισιτινίμπης μαζί με δραστικά ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. αζαθειοπρίνη, τακρόλιμους, κυκλοσπορίνη) είναι περιορισμένα και συστήνεται προσοχή κατά τη χρήση τέτοιων συνδυασμών (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Στην ατοπική δερματίτιδα, ο συνδυασμός με κυκλοσπορίνη ή άλλους ισχυρούς ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες δεν έχει μελετηθεί και δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Υπερευαισθησία
Mετά την κυκλοφορία του προϊόντος, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπερευαισθησίας στο φάρμακο που σχετίζονται με την χορήγηση μπαρισιτινίμπης. Εάν εμφανιστεί οποιαδήποτε σοβαρή αλλεργική ή αναφυλακτική αντίδραση, η μπαρισιτινίμπη θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα.
Εκκολπωματίτιδα
Έχουν αναφερθεί περιστατικά εκκολπωματίτιδας και γαστρεντερικής διάτρησης σε κλινικές δοκιμές και από πηγές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Η μπαρισιτινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με εκκολπωματική νόσο και ιδιαίτερα σε ασθενείς που έχουν λάβει χρόνια θεραπεία με συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο για εκκολπωματίτιδα: μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, κορτικοστεροειδή και οπιοειδή. Οι ασθενείς που εμφανίζουν νέα σημεία και συμπτώματα στην περιοχή της κοιλιάς θα πρέπει να αξιολογούνται άμεσα για πρώιμη αναγνώριση της εκκολπωματίτιδας ή της γαστρεντερικής διάτρησης.
Έκδοχα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-OLUMIANT
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
Ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα Ο συνδυασμός με βιολογικά DMARDs, βιολογικούς ανοσορρυθμιστικούς παράγοντες ή άλλους αναστολείς JAK δεν έχει μελετηθεί. Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, η χρήση της μπαρισιτινίμπης μαζί με ισχυρά ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως η αζαθειοπρίνη, το τακρόλιμους ή η κυκλοσπορίνη, ήταν περιορισμένη στις κλινικές μελέτες της μπαρισιτινίμπης. Η ύπαρξη κινδύνου σωρευτικής ανοσοκαταστολής δεν μπορεί να αποκλειστεί. Στην ατοπική δερματίτιδα, ο συνδυασμός με κυκλοσπορίνη ή άλλους ισχυρούς ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες δεν έχει μελετηθεί και δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ενδεχόμενο επίδρασης άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική της μπαρισιτινίμπης
Μεταφορείς In vitro, η μπαρισιτινίμπη είναι ένα υπόστρωμα για τον μεταφορέα οργανικών ανιόντων 3 (OAT3), την P-γλυκοπρωτεΐνη (Pgp), την πρωτεΐνη ανθεκτικότητας στον καρκίνο του μαστού (BCRP) και την πρωτεΐνη μεταφοράς εκτός κυττάρου πολλαπλών φαρμάκων και τοξινών (MATE)2-K. Σε μία μελέτη κλινικής φαρμακολογίας, η χορήγηση προβενεσίδης (αναστολέας του OAT3 με ισχυρό ανασταλτικό δυναμικό) οδήγησε σε αύξηση κατά περίπου 2 φορές της AUC(0-∞) χωρίς μεταβολή στον tmax ή τη Cmax της μπαρισιτινίμπης. Κατά συνέπεια, η συνιστώμενη δόση σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς OAT3 με ισχυρό ανασταλτικό δυναμικό, όπως η προβενεσίδη, είναι 2 mg άπαξ ημερησίως (βλ. Δοσολογία). Δεν έχει διεξαχθεί μελέτη κλινικής φαρμακολογίας με αναστολείς OAT3 με χαμηλότερο ανασταλτικό δυναμικό. Το προφάρμακο λεφλουνομίδη, μετατρέπεται ταχέως σε τεριφλουνομίδη η οποία είναι αδύναμος αναστολέας ΟΑΤ3 και επομένως ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση στην μπαρισιτινίμπη. Δεδομένου ότι δεν έχουν διεξαχθεί συγκεκριμένες μελέτες αλληλεπίδρασης, απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση λεφλουνομίδης ή τεριφλουνομίδης με μπαρισιτινίμπη. Η συγχορήγηση των αναστολέων OAT3 ιβουπροφαίνης και δικλοφενάκης ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση στην μπαρισιτινίμπη, ωστόσο το ΟΑΤ3 ανασταλτικό δυναμικό τους είναι χαμηλότερο συγκριτικά με την προβενεσίδη και ως εκ τούτου δεν αναμένεται κάποια σχετική κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση. Η συγχορήγηση μπαρισιτινίμπης με κυκλοσπορίνη (αναστολέας Pgp/BCRP) ή μεθοτρεξάτη (υπόστρωμα διάφορων μεταφορέων, συμπεριλαμβανομένων των OATP1B1, OAT1, OAT3, BCRP, MRP2, MRP3 και MRP4), δεν οδήγησε σε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην έκθεση στην μπαρισιτινίμπη.
Ένζυμα κυτοχρώματος Ρ450 In vitro, η μπαρισιτινίμπη είναι ένα υπόστρωμα του ενζύμου (CYP)3A4 του κυτοχρώματος P450, αν και λιγότερο από 10% της δόσης μεταβολίζεται μέσω οξείδωσης. Σε μελέτες κλινικής φαρμακολογίας, η συγχορήγηση της μπαρισιτινίμπης με κετοκοναζόλη (ισχυρός αναστολέας του CYP3A) δεν οδήγησε σε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της μπαρισιτινίμπης. Η συγχορήγηση της μπαρισιτινίμπης με φλουκοναζόλη (μέτριος αναστολέας των CYP3A/CYP2C19/CYP2C9) ή ριφαμπικίνη (ισχυρός επαγωγέας του CYP3A) δεν οδήγησε σε κλινικά σημαντική μεταβολή της έκθεσης στην μπαρισιτινίμπη.
Παράγοντες τροποποίησης του γαστρικού pH Η αύξηση του γαστρικού pH με την ομεπραζόλη δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση στην μπαρισιτινίμπη.
Ενδεχόμενο επίδρασης της μπαρισιτινίμπης στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
Μεταφορείς In vitro, η μπαρισιτινίμπη δεν αναστέλλει τους OAT1, ΟΑΤ2, OAT3, τον μεταφορέα οργανικών κατιόντων (OCT) 2, τους OATP1B1, OATP1B3, BCRP, MATE1 και MATE2-K, σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις. Η μπαρισιτινίμπη ενδέχεται να είναι κλινικά σημαντικός αναστολέας OCT1, ωστόσο μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν γνωστά εκλεκτικά OCT1 υποστρώματα, για τα οποία μπορούν να προβλεφθούν κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις. Σε μελέτες κλινικής φαρμακολογίας δεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην έκθεση, κατά τη συγχορήγηση της μπαρισιτινίμπης με διγοξίνη (υπόστρωμα της Pgp) ή μεθοτρεξάτη (υπόστρωμα διάφορων μεταφορέων).
Ένζυμα κυτοχρώματος Ρ450 Σε μελέτες κλινικής φαρμακολογίας, η συγχορήγηση της μπαρισιτινίμπης με τα υποστρώματα του CYP3A σιμβαστατίνη, αιθινυλική οιστραδιόλη ή λεβονοργεστρέλη δεν είχε ως αποτέλεσμα κλινικά σημαντική μεταβολή στη φαρμακοκινητική αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-OLUMIANT
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές ρευματοειδούς αρθρίτιδας, για έως και 16 εβδομάδες, οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο (adverse drug reactions, ADRs) που εμφανίστηκαν σε ≥ 2% των ασθενών που λάμβαναν το Olumiant ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με συμβατικά συνθετικά DMARDs ήταν η αυξημένη LDL χοληστερόλη (33,6%), οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού (14,7%) και η κεφαλαλγία (3,8%). Οι λοιμώξεις που αναφέρθηκαν κατά τη θεραπεία με το Olumiant περιλάμβαναν τον έρπητα ζωστήρα (1,4%). Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές ατοπικής δερματίτιδας, για έως και 16 εβδομάδες, οι συχνότερα αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο (ADRs) που εμφανίστηκαν σε ≥ 2% των ασθενών που λάμβαναν το Olumiant ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με τοπικά κορτικοστεροειδή ήταν παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στις δοκιμές της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, εκτός από την αυξημένη LDL-χοληστερόλη (13,2%) και απλό έρπητα (6,1%). Σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με μπαρισιτινίμπη στις κλινικές δοκιμές ατοπικής δερματίτιδας, η συχνότητα λοίμωξης από τον ιό του έρπητα ζωστήρα ήταν πολύ σπάνια.
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα
Εκτίμηση συχνότητας εμφάνισης: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000). Οι συχνότητες που παρέχονται στον Πίνακα 2 βασίζονται σε ενοποιημένα δεδομένα από τις ενδείξεις τόσο της ρευματοειδούς αρθρίτιδας όσο και της ατοπικής δερματίτιδας, εκτός εάν αναφέρεται κάτι διαφορετικό. Όπου παρατηρούνται αξιοσημείωτες διαφορές στη συχνότητα μόνο σε μία ένδειξη, αυτές παρουσιάζονται στις υποσημειώσεις κάτω από τον πίνακα.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Διαταραχές του γαστρεντερικού Στις κλινικές μελέτες ρευματοειδούς αρθρίτιδας, σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει στο παρελθόν θεραπεία, για έως και 52 εβδομάδες, η συχνότητα εμφάνισης ναυτίας ήταν μεγαλύτερη για τη συνδυαστική θεραπεία μεθοτρεξάτης και Olumiant (9,3%) σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία μεθοτρεξάτης (6,2%) ή τη μονοθεραπεία με Olumiant (4,4%). Ναυτία εμφανιζόταν συχνότερα κατά τη διάρκεια των πρώτων 2 εβδομάδων της θεραπείας. Στις κλινικές μελέτες ατοπικής δερματίτιδας, για έως και 16 εβδομάδες, η συχνότητα εμφάνισης ναυτίας με το Olumiant ήταν 0,8%. Στις ελεγχόμενες μελέτες ρευματοειδούς αρθρίτιδας, για έως και 16 εβδομάδες, κοιλιακό άλγος εμφανίστηκε στο 2,1% των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με Olumiant 4 mg και το 1,4% των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα εμφάνισης κοιλιακού άλγους στις κλινικές μελέτες ατοπικής δερματίτιδας ήταν παρόμοια. Τα περιστατικά ήταν συνήθως ήπια, παροδικά, μη σχετιζόμενα με λοιμώδεις ή φλεγμονώδεις γαστρεντερικές διαταραχές και δεν οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας.
Λοιμώξεις Ρευματοειδής Αρθρίτιδα Σε ελεγχόμενες μελέτες, για έως και 16 εβδομάδες, το ποσοστό επίπτωσης όλων των λοιμώξεων (ποσοστό των ασθενών με ≥ 1 συμβάν ανά 100 ασθενο-έτη έκθεσης) ήταν 101 με το Olumiant σε σύγκριση με 83, στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Οι περισσότερες λοιμώξεις ήταν ήπιας έως μέτριας βαρύτητας. Σε μελέτες στις οποίες είχαν συμπεριληφθεί και οι δύο δόσεις, λοιμώξεις αναφέρθηκαν σε 31,9%, 28,8% και 24,1% των ασθενών έως και τις 16 εβδομάδες στις ομάδες των 4 mg, των 2 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Τα ποσοστά αναφοράς για το Olumiant σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο για τις σχετιζόμενες με λοιμώξεις ADRs ήταν: Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (14,7% έναντι 11,7%), λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος (3,4% έναντι 2,7%), γαστρεντερίτιδα (1,6% έναντι 0,8%), απλός έρπης (1,8% έναντι 0,7%) και έρπης ζωστήρας (1,4% έναντι 0,4%). Σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει στο παρελθόν θεραπεία, για έως και 52 εβδομάδες, η συχνότητα εμφάνισης λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού ήταν μεγαλύτερη για τη συνδυαστική θεραπεία μεθοτρεξάτης και Olumiant (26,0%) σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία μεθοτρεξάτης (22,9%) ή τη μονοθεραπεία με Olumiant (22,0%). Το ποσοστό των σοβαρών λοιμώξεων με το Olumiant (1,1%) ήταν παρόμοιο με εκείνο του εικονικού φαρμάκου (1,2%). Για το Olumiant, οι πιο συχνές σοβαρές λοιμώξεις ήταν ο έρπης ζωστήρας και η κυτταρίτιδα. Το ποσοστό των σοβαρών λοιμώξεων παρέμεινε σταθερό κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας έκθεσης. Ο συνολικός δείκτης επίπτωσης σοβαρών λοιμώξεων στο πρόγραμμα κλινικών δοκιμών ήταν 3,2 ανά 100 ασθενο-έτη. Ατοπική Δερματίτιδα Σε ελεγχόμενες μελέτες, για έως και 16 εβδομάδες, το ποσοστό επίπτωσης όλων των λοιμώξεων (ποσοστό ασθενών με ≥ 1 συμβάν ανά 100 ασθενο-έτη έκθεσης) ήταν 155 με το Olumiant 4 mg σε σύγκριση με 118 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Οι περισσότερες λοιμώξεις ήταν ήπιες έως μέτριας σοβαρότητας. Λοιμώξεις αναφέρθηκαν στο 31,5%, το 29,8% και το 24,2% των ασθενών έως τις 16 εβδομάδες στις ομάδες των 4 mg, των 2 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Το ποσοστό των ασθενών που ανέφεραν σχετιζόμενες με λοίμωξη ADRs για το Olumiant 4 mg σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν: Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού (17,5% έναντι 14,1%), λοιμώξεις του ουροποιητικού (2,0% έναντι 0,8%), γαστρεντερίτιδα (1,2% έναντι 0,5%), απλός έρπης (6,1% έναντι 2,7%), έρπης ζωστήρας (0% έναντι 0,3%) και πνευμονία (0% έναντι 0,1%). Στις κλινικές μελέτες ατοπικής δερματίτιδας, η συχνότητα των λοιμώξεων ήταν γενικά παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε στους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, με εξαίρεση την πνευμονία, η οποία εμφανίστηκε όχι συχνά, καθώς και τον έρπητα ζωστήρα, ο οποίος εμφανίστηκε πολύ σπάνια. Λιγότερες δερματικές λοιμώξεις για τις οποίες χρειάστηκε αντιβιοτική θεραπεία παρατηρήθηκαν με το Olumiant 4 mg (3,4%) από ό,τι με το εικονικό φάρμακο (4,4%). Το ίδιο ποσοστό ασθενών με σοβαρές λοιμώξεις παρατηρήθηκε με το Olumiant 4 mg και το εικονικό φάρμακο (0,6%). Ο συνολικός δείκτης επίπτωσης σοβαρών λοιμώξεων με την μπαρισιτινίμπη στο πρόγραμμα κλινικών δοκιμών ατοπικής δερματίτιδας ήταν 2,1 ανά 100 ασθενο-έτη.
Αυξήσεις ηπατικών τρανσαμινασών Σε ελεγχόμενες μελέτες ρευματοειδούς αρθρίτιδας, για έως και 16 εβδομάδες, αυξήσεις της αλανινικής τρανσαμινάσης (ALT) και της ασπαρτικής τρανσαμινάσης (AST) ≥ 3 φορές το άνω όριο του φυσιολογικού εύρους (ULN) παρατηρήθηκαν σε 1,4% και 0,8% των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με το Olumiant, σε σύγκριση με 1,0% και 0,8%, αντίστοιχα, για τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει στο παρελθόν θεραπεία, ο συνδυασμός του Olumiant με δυνητικά ηπατοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως η μεθοτρεξάτη, οδήγησε σε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης αυτών των αυξημένων τιμών. Για έως και 52 εβδομάδες, η συχνότητα εμφάνισης αυξήσεων της ALT και της AST ≥ 3 φορές το ULN ήταν μεγαλύτερη για τη συνδυαστική θεραπεία μεθοτρεξάτης και Olumiant (7,5% και 3,8%) σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία μεθοτρεξάτης (2,9% και 0,5%) ή τη μονοθεραπεία με Olumiant (1,9% και 1,3%). Σε ελεγχόμενες μελέτες ατοπικής δερματίτιδας, για έως και 16 εβδομάδες, αυξήσεις των επιπέδων ALT και AST ≥ 3 φορές το ULN παρατηρήθηκαν όχι συχνά στο 0,2% και το 0,5% των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με Olumiant 4 mg, σε σύγκριση με 0,8% και 0,8%, αντίστοιχα, των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Σε όλες τις ενδείξεις, δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις της δραστικότητας των ALT και AST στο αίμα αναφέρθηκαν επίσης σε μελέτες που επεκτάθηκαν έως την εβδομάδα 16. Τα περισσότερα περιστατικά αύξησης των ηπατικών τρανσαμινασών ήταν ασυμπτωματικά και παροδικά. Το μοτίβο και η επίπτωση της αύξησης των επιπέδων ALT/AST παρέμειναν σταθερά με την πάροδο του χρόνου, συμπεριλαμβανομένης της μακροχρόνιας επέκτασης της μελέτης.
Αυξήσεις λιπιδαιμικών παραμέτρων Στις κλινικές μελέτες ρευματοειδούς αρθρίτιδας, η θεραπεία με μπαρισιτινίμπη σχετίστηκε με δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις των λιπιδαιμικών παραμέτρων, συμπεριλαμβανομένων της ολικής χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων, της LDL χοληστερόλης και της HDL χοληστερόλης. Δεν υπήρξε μεταβολή στο λόγο LDL/HDL. Οι αυξήσεις παρατηρήθηκαν στις 12 εβδομάδες και παρέμειναν σταθερές σε υψηλότερη τιμή από εκείνη κατά την έναρξη της θεραπείας, συμπεριλαμβανομένης της μελέτης μακροχρόνιας επέκτασης. Σε μελέτες που περιλάμβαναν και τις δύο δόσεις, παρατηρήθηκε δοσοεξαρτώμενη συσχέτιση με αύξηση ολικής χοληστερόλης ≥ 5,17 mmol/l, αναφερόμενη σε 48,8%, 34,7% και 17,8% των ασθενών στις ομάδες των 4 mg, των 2 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα έως και τις 16 εβδομάδες. Οι αυξημένες τιμές της LDL χοληστερόλης υποχώρησαν στα επίπεδα πριν από την έναρξη της θεραπείας σε ανταπόκριση στη θεραπεία με στατίνη. Στις κλινικές μελέτες ατοπικής δερματίτιδας, η θεραπεία με μπαρισιτινίμπη σχετίστηκε με αυξήσεις των λιπιδαιμικών παραμέτρων, συμπεριλαμβανομένων της ολικής χοληστερόλης, της LDL χοληστερόλης και της HDL χοληστερόλης. Αυξήσεις παρατηρήθηκαν στις 12 εβδομάδες και η μέση ολική και LDL χοληστερόλη αυξήθηκαν έως και την εβδομάδα 52. Δεν παρατηρήθηκε αύξηση του λόγου LDL/HDL. Στις ελεγχόμενες μελέτες, για έως και 16 εβδομάδες, δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τη δόση για την ολική χοληστερόλη, την LDL χοληστερόλη ή την HDL χοληστερόλη. Δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε αύξηση στα επίπεδα τριγλυκεριδίων. Σε ελεγχόμενες μελέτες, για έως και 16 εβδομάδες, παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα ποσοστά για το Olumiant 4 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου:
- Αύξηση ολικής χοληστερόλης ≥ 5,17 mmol/l:
- Ρευματοειδής Αρθρίτιδα: 49,1% έναντι 15,8%, αντίστοιχα
- Ατοπική Δερματίτιδα: 20,7% έναντι 10,0%, αντίστοιχα
- Αύξηση LDL χοληστερόλης ≥ 3,36 mmol/l:
- Ρευματοειδής Αρθρίτιδα: 33,6% έναντι 10,3%, αντίστοιχα
- Ατοπική Δερματίτιδα: 13,2% έναντι 6,3%, αντίστοιχα
- Αύξηση HDL χοληστερόλης ≥ 1,55 mmol/l:
- Ρευματοειδής Αρθρίτιδα: 42,7% έναντι 13,8%, αντίστοιχα
- Ατοπική Δερματίτιδα: 25,3% έναντι 14,7%, αντίστοιχα
- Αύξηση τριγλυκεριδίων ≥ 5,65 mmol/l:
- Ρευματοειδής Αρθρίτιδα: 0,4% έναντι 0,5%, αντίστοιχα
- Ατοπική Δερματίτιδα: 0,7% έναντι 0,8%, αντίστοιχα
Κρεατινική φωσφοκινάση (CPK) Σε ελεγχόμενες μελέτες ρευματοειδούς αρθρίτιδας, για έως και 16 εβδομάδες, οι αυξήσεις των τιμών της CPK ήταν όχι συχνές. Σημαντικές αυξήσεις (> 5 φορές το ULN) εμφανίστηκαν σε 0,8% των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με το Olumiant και στο 0,3% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Μία δοσοεξαρτώμενη σχέση παρατηρήθηκε για τις αυξημένες τιμές της CPK ≥ 5 φορές το ULN που αναφέρθηκαν σε 1,5%, 0,8% και 0,6% των ασθενών, στις ομάδες των 4 mg, των 2 mg και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα στις 16 εβδομάδες. Στις ελεγχόμενες μελέτες ατοπικής δερματίτιδας, για έως και 16 εβδομάδες, οι αυξήσεις των τιμών CPK ήταν συχνές και εμφανίστηκαν στο 3,3%, 2,5% και 1,9% των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με Olumiant 4 mg, 2 mg και εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα. Σε όλες τις ενδείξεις, τα περισσότερα περιστατικά ήταν παροδικά και δεν χρειάστηκαν διακοπή της θεραπείας. Στις κλινικές δοκιμές ρευματοειδούς αρθρίτιδας και ατοπικής δερματίτιδας, δεν υπήρξαν επιβεβαιωμένα περιστατικά ραβδομυόλυσης. Οι αυξήσεις της CPK παρατηρήθηκαν στις 4 εβδομάδες και παρέμειναν σταθερές σε υψηλότερη τιμή από εκείνη κατά την έναρξη της θεραπείας, συμπεριλαμβανομένης της μελέτης μακροχρόνιας επέκτασης.
Ουδετεροπενία Σε ελεγχόμενες μελέτες ρευματοειδούς αρθρίτιδας και ατοπικής δερματίτιδας, για έως και 16 εβδομάδες, μειώσεις του αριθμού των ουδετερόφιλων κάτω από 1 x 10^9 κύτταρα/l εμφανίστηκαν σε 0,2% των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με Olumiant σε σύγκριση με 0% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Δεν υπήρξε σαφής σχέση μεταξύ των μειώσεων στον αριθμό των ουδετερόφιλων και την εμφάνιση σοβαρών λοιμώξεων. Ωστόσο, σε κλινικές μελέτες, η θεραπεία διακόπηκε σε απάντηση της εμφάνισης ANC < 1 x 10^9 κύτταρα/l. Το πρότυπο και η επίπτωση των μειώσεων του αριθμού των ουδετερόφιλων παρέμειναν σταθερές σε χαμηλότερη τιμή από εκείνη κατά την έναρξη της μελέτης σε συνάρτηση με το χρόνο, συμπεριλαμβανομένης της μελέτης μακροχρόνιας επέκτασης.
Θρομβοκυττάρωση Σε ελεγχόμενες μελέτες ρευματοειδούς αρθρίτιδας, για έως και 16 εβδομάδες, αυξήσεις του αριθμού των αιμοπεταλίων πάνω από 600 x 10^9 κύτταρα/l εμφανίστηκαν σε 2,0% των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με Olumiant 4 mg και σε 1,1% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Στις ελεγχόμενες μελέτες ατοπικής δερματίτιδας, για έως και 16 εβδομάδες, αυξήσεις του αριθμού αιμοπεταλίων άνω των 600 x 10^9 κύτταρα/l εμφανίστηκαν στο 0,6% των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με Olumiant 4 mg και στο 0% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα εμφάνισης θρομβοκυττάρωσης στις μελέτες ατοπικής δερματίτιδας ήταν όχι συχνή και χαμηλότερη από εκείνη που παρατηρήθηκε στους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Δεν παρατηρήθηκε σχέση μεταξύ του αυξημένου αριθμού αιμοπεταλίων και των ανεπιθύμητων ενεργειών θρομβωτικής φύσης. Το πρότυπο και η επίπτωση των αυξήσεων του αριθμού των αιμοπεταλίων παρέμειναν σταθερά σε υψηλότερη τιμή από εκείνη κατά την έναρξη της μελέτης σε συνάρτηση με το χρόνο, συμπεριλαμβανομένης της μελέτης μακροχρόνιας επέκτασης.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-OLUMIANT
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Έχει καταδειχθεί ότι η οδός JAK/STAT ενέχεται στην κυτταρική προσκόλληση και την κυτταρική πολικότητα, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν την πρώιμη ανάπτυξη του εμβρύου. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της μπαρισιτινίμπης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η μπαρισιτινίμπη ήταν τερατογόνος σε αρουραίους και κουνέλια. Μελέτες σε πειραματόζωα υποδεικνύουν ότι η μπαρισιτινίμπη μπορεί να έχει ανεπιθύμητη επίδραση στην οστική ανάπτυξη in utero σε υψηλότερες δοσολογίες.
Το Olumiant αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ. Αντενδείξεις). Οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 1 εβδομάδα μετά τη διακοπή της θεραπείας. Εάν μία ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει το Olumiant, οι γονείς θα πρέπει να ενημερωθούν για τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
Θηλασμός
Είναι άγνωστο το κατά πόσον η μπαρισιτινίμπη/οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε πειραματόζωα έχουν καταδείξει απέκκριση της μπαρισιτινίμπης στο μητρικό γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Η ύπαρξη κινδύνου για τα νεογνά/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Το Olumiant δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Θα πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή εάν θα διακοπεί η θεραπεία με το Olumiant, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Μελέτες σε πειραματόζωα υποδηλώνουν ότι η θεραπεία με μπαρισιτινίμπη έχει το δυναμικό να μειώσει τη γονιμότητα των θηλυκών ζώων κατά τη διάρκεια της θεραπείας, αλλά δεν υπήρξε οποιαδήποτε επίδραση στη σπερματογένεση των αρσενικών ζώων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-OLUMIANT
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Εκλεκτικά ανοσοκατασταλτικά, Κωδικός ATC: L04AA37
Μηχανισμός δράσης
Η μπαρισιτινίμπη είναι ένας εκλεκτικός και αναστρέψιμος αναστολέας της JAK1 και της JAK2. Διαμορφώνει τις οδούς σηματοδότησης των JAKs μέσω της μερικής αναστολής της ενζυματικής δράσης των JAK1 και JAK2, μειώνοντας έτσι τη φωσφορυλίωση και την ενεργοποίηση των STATs.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Αναστολή της επαγόμενης από IL-6 φωσφορυλίωσης των STAT3 Η χορήγηση μπαρισιτινίμπης οδήγησε σε δοσοεξαρτώμενη αναστολή της επαγόμενης από IL-6 φωσφορυλίωσης των STAT3 στο ολικό αίμα σε υγιή άτομα, με τη μέγιστη αναστολή να παρατηρείται 2 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης, η οποία επέστρεψε σε επίπεδα κοντά σε εκείνα της έναρξης εντός 24 ωρών.
Ανοσοσφαιρίνες Οι μέσες τιμές των IgG, IgM και IgA στον ορό μειώθηκαν από τις 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με το Olumiant και παρέμειναν σταθερές σε χαμηλότερη τιμή από εκείνη κατά την έναρξη της μελέτης για έως και τουλάχιστον 104 εβδομάδες. Για τους περισσότερους ασθενείς, οι μεταβολές στις ανοσοσφαιρίνες ήταν εντός του φυσιολογικού εύρους αναφοράς.
Λεμφοκύτταρα Ο μέσος απόλυτος αριθμός λεμφοκυττάρων αυξήθηκε από την 1η εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας με το Olumiant, επανήλθε στα επίπεδα κατά την έναρξη της μελέτης έως την εβδομάδα 24 και στη συνέχεια παρέμεινε σταθερός για έως και τουλάχιστον 104 εβδομάδες. Για τους περισσότερους ασθενείς, οι μεταβολές του αριθμού των λεμφοκυττάρων ήταν εντός του φυσιολογικού εύρους αναφοράς.
C-αντιδρώσα πρωτεΐνη Σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, μειώσεις της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) στον ορό παρατηρήθηκαν ήδη 1 εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας με το Olumiant και διατηρήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της χορήγησης του φαρμάκου.
Κρεατινίνη Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, η μπαρισιτινίμπη προκάλεσε μία μέση αύξηση των επιπέδων κρεατινίνης στον ορό κατά 3,8 µmol/l μετά δύο εβδομάδες θεραπείας, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, ενώ τα επίπεδα αυτά παρέμειναν σταθερά στη συνέχεια κατά τη διάρκεια έως και 104 εβδομάδων θεραπείας. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην αναστολή της έκκρισης κρεατινίνης από την μπαρισιτινίμπη στα νεφρικά σωληνάρια. Κατά συνέπεια, οι εκτιμήσεις του ρυθμού σπειραματικής διήθησης με βάση την κρεατινίνη ορού μπορεί να είναι ελαφρώς μειωμένες, χωρίς πραγματική απώλεια της νεφρικής λειτουργίας ή εμφάνιση νεφρικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Παρόμοιες παρατηρήσεις έχουν γίνει στην ατοπική δερματίτιδα. Στην ατοπική δερματίτιδα, η μπαρισιτινίμπη σχετίστηκε με μείωση των επιπέδων κυστατίνης C (χρησιμοποιείται επίσης για την εκτίμηση του ρυθμού σπειραματικής διήθησης) κατά 0,1 mg/l την εβδομάδα 4, χωρίς να σημειωθεί περαιτέρω μείωση έως και την εβδομάδα 16.
In vitro δερματικά μοντέλα Σε ένα in-vitro ανθρώπινο δερματικό μοντέλο στο οποίο χορηγήθηκαν προφλεγμονώδεις κυτταροκίνες (δηλ. IL-4, IL-13, IL-31), η μπαρισιτινίμπη μείωσε την έκφραση του pSTAT3 στα επιδερμικά κερατινοκύτταρα και αύξησε την έκφραση της φιλαγγρίνης, μίας πρωτεΐνης που συμμετέχει στη λειτουργία του δερματικού φραγμού και την παθογένεια της ατοπικής δερματίτιδας.
Μελέτη εμβολιασμού Η επίδραση της μπαρισιτινίμπης στη χυμική απάντηση προς μη ζώντα εμβόλια, αξιολογήθηκε σε 106 ασθενείς με Ρευματοειδή Αρθρίτιδα (ΡΑ), υπό σταθερή θεραπεία με μπαρισιτινίμπη 2 ή 4 mg, οι οποίοι έλαβαν αδρανοποιημένα εμβόλια έναντι πνευμονιόκοκκου ή τετάνου. Η πλειοψηφία αυτών των ασθενών (n = 94) έλαβαν συγχρόνως μεθοτρεξάτη. Για το σύνολο του πληθυσμού, ο εμβολιασμός έναντι του πνευμονιόκοκκου οδήγησε σε ικανοποιητική IgG ανοσολογική απάντηση σε 68,0% (95% CI: 58,4%, 76,2%) των ασθενών. Σε 43,1% (95% CI: 34,0%, 52,8%) των ασθενών, επετεύχθη ικανοποιητική IgG ανοσολογική απάντηση στον εμβολιασμό έναντι του τετάνου.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-OLUMIANT
expand_more
Φαρμακοκινητική
Μετά την από του στόματος χορήγηση μπαρισιτινίμπης, μία αναλογική προς τη δόση αύξηση της συστηματικής έκθεσης παρατηρήθηκε εντός του εύρους θεραπευτικής δόσης. Η φαρμακοκινητική της μπαρισιτινίμπης είναι γραμμική ως προς τον χρόνο.
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η μπαρισιτινίμπη απορροφάται ταχέως με διάμεσο tmax περίπου 1 ώρας (εύρος 0,5 - 3,0 ώρες) και απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα περίπου 79% (CV = 3,94%). Η πρόσληψη τροφής οδήγησε σε μειωμένη έκθεση κατά έως και 14%, μείωση της Cmax κατά έως και 18% και καθυστερημένο tmax κατά 0,5 ώρες. Η χορήγηση μαζί με γεύματα δεν σχετίστηκε με κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση.
Κατανομή
Ο μέσος όγκος κατανομής μετά από χορήγηση ενδοφλέβιας έγχυσης ήταν 76 l, υποδεικνύοντας κατανομή της μπαρισιτινίμπης στους ιστούς. Η μπαρισιτινίμπη συνδέεται σε ποσοστό περίπου 50% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός της μπαρισιτινίμπης γίνεται μέσω του CYP3A4, με λιγότερο από 10% της δόσης να ταυτοποιείται ως υποβαλλόμενο σε βιομετασχηματισμό. Ουδείς από τους μεταβολίτες ήταν ποσοτικά προσδιορίσιμος στο πλάσμα. Σε μία μελέτη κλινικής φαρμακολογίας, η μπαρισιτινίμπη απεκκρινόταν κατά κύριο λόγο ως η αμετάβλητη δραστική ουσία στα ούρα (69%) και τα κόπρανα (15%), ενώ ταυτοποιήθηκαν μόνο 4 ελάσσονες οξειδωτικοί μεταβολίτες (3 στα ούρα και 1 στα κόπρανα), οι οποίοι αποτελούσαν περίπου το 5% και το 1% της δόσης, αντίστοιχα. In vitro, η μπαρισιτινίμπη είναι υπόστρωμα για τα CYP3A4, OAT3, Pgp, BCRP και MATE2-K και μπορεί να είναι κλινικά σημαντικός αναστολέας του μεταφορέα OCT1 (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η μπαρισιτινίμπη δεν είναι αναστολέας των μεταφορέων OAT1, OAT2, OAT3, OCT2, OATP1B1, OATP1B3, BCRP, MATE1 και MATE2-K, σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις.
Αποβολή
Η νεφρική αποβολή είναι ο κύριος μηχανισμός κάθαρσης της μπαρισιτινίμπης μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργητικής έκκρισης μέσω των OAT3, Pgp, BCRP και MATE2-K. Σε μία μελέτη κλινικής φαρμακολογίας, περίπου 75% της χορηγηθείσας δόσης αποβλήθηκε στα ούρα, ενώ περίπου 20% της δόσης αποβλήθηκε στα κόπρανα. Η μέση φαινομενική κάθαρση (CL/F) και ο χρόνος ημίσειας ζωής σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα ήταν 9,42 l/hr (CV = 34,3%) και 12,5 ώρες (CV = 27,4%), αντίστοιχα. Η Cmax και η AUC σε σταθερή κατάσταση ήταν κατά 1,4 φορές και κατά 2,0 φορές υψηλότερες, αντίστοιχα, στους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα σε σύγκριση με τα υγιή άτομα. Η μέση φαινομενική κάθαρση (CL/F) και ο χρόνος ημίσειας ζωής σε ασθενείς με ατοπική δερματίτιδα ήταν 11,2 l/hr (CV = 33,0%) και 12,9 ώρες (CV = 36,0%), αντίστοιχα. Η Cmax και η AUC σε σταθερή κατάσταση σε ασθενείς με ατοπική δερματίτιδα είναι 0,8 φορές οι τιμές που έχουν παρατηρηθεί στη ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Νεφρική Δυσλειτουργία
Η νεφρική λειτουργία βρέθηκε ότι επηρεάζει σημαντικά την έκθεση στην μπαρισιτινίμπη. Ο μέσος λόγος της AUC σε ασθενείς με ήπια και μέτρια νεφρική δυσλειτουργία προς εκείνη σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι 1,41 (90% CI: 1,15-1,74) και 2,22 (90% CI: 1,81-2,73), αντίστοιχα. Ο μέσος λόγος της Cmax σε ασθενείς με ήπια και μέτρια νεφρική δυσλειτουργία προς εκείνη σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι 1,16 (90% CI: 0,92-1,45) και 1,46 (90%CI: 1,17-1,83), αντίστοιχα. Βλ. Δοσολογία για δοσολογικές συστάσεις.
Ηπατική Δυσλειτουργία
Δεν παρουσιάστηκε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της μπαρισιτινίμπης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η χρήση της μπαρισιτινίμπης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Ηλικιωμένοι
Ηλικία ≥ 65 ετών ή ≥ 75 ετών δεν έχει επίδραση στην έκθεση στην μπαρισιτινίμπη (Cmax και AUC).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα και η φαρμακοκινητική της μπαρισιτινίμπης δεν έχουν ακόμη εδραιωθεί σε έναν παιδιατρικό πληθυσμό (βλ. Δοσολογία).
Άλλοι ενδογενείς παράγοντες
Το σωματικό βάρος, το φύλο, η φυλή και η εθνικότητα δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της μπαρισιτινίμπης. Οι μέσες επιδράσεις των ενδογενών παραγόντων στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους (AUC και Cmax) βρίσκονταν γενικά εντός των ορίων της φαρμακοκινητικής διακύμανσης της μπαρισιτινίμπης μεταξύ των ασθενών. Κατά συνέπεια, δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης με βάση αυτούς τους παράγοντες των ασθενών.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η μπαρισιτινίμπη είναι ένα αντιρρευματικό φάρμακο που τροποποιεί τη νόσο (DMARD) που χρησιμοποιείται για τη βελτίωση των συμπτωμάτων και την επιβράδυνση της εξέλιξης της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Σε ζωικά μοντέλα φλεγμονώδους αρθρίτιδας, η μπαρισιτινίμπη έδειξε σημαντικές αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις, αλλά οδήγησε επίσης στη διατήρηση του χόνδρου και των οστών, χωρίς ανιχνεύσιμη καταστολή της χυμικής ανοσίας ή ανεπιθύμητες αιματολογικές επιδράσεις. Η μπαρισιτινίμπη μείωσε τα επίπεδα των ανοσοσφαιρινών και της C-αντιδραστικής πρωτεΐνης ορού σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ως μέλη της οικογένειας των τυροσινικών κινασών, οι ιανουσικές κινάσες (JAKs) είναι ενδοκυτταρικά ένζυμα που ρυθμίζουν τα σήματα από τις κυτταροκίνες και τους υποδοχείς αυξητικών παραγόντων που εμπλέκονται στην αιμοποίηση, τη φλεγμονή και τη λειτουργία των κυττάρων του ανοσοποιητικού. Μετά τη σύνδεση εξωκυτταρικών κυτταροκινών και αυξητικών παραγόντων, οι JAKs φωσφορυλιώνουν και ενεργοποιούν τους Μεταγραφικούς Μεταλλάκτες και Ενεργοποιητές της Μεταγραφής (STATs). Οι STATs ρυθμίζουν την ενδοκυτταρική δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένης της γονιδιακής μεταγραφής φλεγμονωδών διαμεσολαβητών που προάγουν μια αυτοάνοση απόκριση, όπως IL-2, IL-6, IL-12, IL-15, IL-23, IFN-γ, GM-CSF και ιντερφερόνες.
Η οδός JAK-STAT έχει εμπλακεί στην παθοφυσιολογία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, καθώς σχετίζεται με υπερπαραγωγή φλεγμονωδών διαμεσολαβητών. Υπάρχουν τέσσερις πρωτεΐνες JAK: JAK 1, JAK 2, JAK 3 και TYK2. Οι JAKs σχηματίζουν ομοδιμερή ή ετεροδιμερή και συνδυάζονται διαφορετικά σε διαφορετικούς κυτταρικούς υποδοχείς για να μεταδώσουν τη σηματοδότηση των κυτταροκινών.
Η μπαρισιτινίμπη είναι ένας επιλεκτικός και αναστρέψιμος αναστολέας των JAK1 και JAK2 με μικρότερη συγγένεια για τις JAK3 και TYK2. Ωστόσο, η σημασία της αναστολής συγκεκριμένων ενζύμων JAK για τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα δεν είναι προς το παρόν γνωστή. Η μπαρισιτινίμπη αναστέλλει τη δραστηριότητα των πρωτεϊνών JAK και ρυθμίζει την οδό σηματοδότησης διαφόρων ιντερλευκινών, ιντερφερονών και αυξητικών παραγόντων. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι μειώνει τον πολλαπλασιασμό της έκφρασης JAK1/JAK2 σε μεταλλαγμένα κύτταρα και προκαλεί απόπτωση κυττάρων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της μπαρισιτινίμπης είναι περίπου 80%. Η Cmax επιτεύχθηκε μία ώρα μετά τη στοματική χορήγηση του φαρμάκου. Ένα γεύμα πλούσιο σε λιπαρά μείωσε τη μέση AUC και Cmax της μπαρισιτινίμπης κατά περίπου 11% και 18%, αντίστοιχα, και καθυστέρησε την Tmax κατά 0,5 ώρες.
Η μπαρισιτινίμπη απεκκρίνεται κυρίως μέσω νεφρικής κάθαρσης. Καθαρίζεται μέσω διήθησης και ενεργητικής έκκρισης. Περίπου το 75% της χορηγούμενης δόσης αποβλήθηκε στα ούρα, με το 20% αυτής της δόσης να είναι το αμετάβλητο φάρμακο. Περίπου το 20% της δόσης απεβλήθη στα κόπρανα, με το 15% αυτής της δόσης να είναι το αμετάβλητο φάρμακο.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο όγκος κατανομής ήταν 76 L, υποδεικνύοντας κατανομή στους ιστούς.
Η συνολική κάθαρση του σώματος της μπαρισιτινίμπης ήταν 8,9 L/h σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Η συνολική κάθαρση του σώματος και ο χρόνος ημίσειας ζωής της μπαρισιτινίμπης ήταν 14,2 L/h σε διασωληνωμένους ασθενείς με COVID-19 που έλαβαν μπαρισιτινίμπη μέσω ρινογαστρικού (NG) ή στοματογαστρικού (OG) σωλήνα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συνδεσιμότητα με Πρωτεΐνες
Η μπαρισιτινίμπη δεσμεύεται περίπου στο 50% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος και κατά 45% με τις πρωτεΐνες του ορού.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η μπαρισιτινίμπη μεταβολίζεται από το CYP3A4. Περίπου το 6% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης αναγνωρίστηκε ως μεταβολίτες στα ούρα και τα κόπρανα. Ωστόσο, κανένας μεταβολίτης της μπαρισιτινίμπης δεν ήταν ποσοτικοποιήσιμος στο πλάσμα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι περίπου 12 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν 10,8 ώρες σε διασωληνωμένους ασθενείς με COVID-19 που έλαβαν μπαρισιτινίμπη μέσω ρινογαστρικού (NG) ή στοματογαστρικού (OG) σωλήνα.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
ISP4442I3Y
BARICITINIB
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Ιανουσικής Κινάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Ιανουσικής Κινάσης
Η μπαρισιτινίμπη είναι ένας Αναστολέας Ιανουσικής Κινάσης. Ο μηχανισμός δράσης της μπαρισιτινίμπης είναι ως Αναστολέας Ιανουσικής Κινάσης.
BARICITINIB
Αναστολείς Ιανουσικής Κινάσης [MoA]; Αναστολέας Ιανουσικής Κινάσης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 2 L04AA37ΒΗΜΑ 2 — Αποτυχία 1ου csDMARD ή αδυναμία χορήγησης csDMARDs
- Αποτυχία μονοθεραπείας με csDMARD (DAS28-ΤΚΕ > 3,2 στους 3-6 μήνες)
- Ή αδυναμία χορήγησης csDMARDs
Δοσολογία: Baricitinib 4 mg PO/ημέρα (2 mg σε ειδικές ομάδες) · Filgotinib 200 mg PO/ημέρα · Tofacitinib 5 mg PO × 2 · Upadacitinib 15 mg PO/ημέρα · Συνεχής