Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ A10BH05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

LINAGLIPTIN

Λιναγλιπτίνη

**Φαρμακοδυναμική** Μια από του στόματος δόση 5mg λιναγλιπτίνης οδηγεί σε >80% αναστολή της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης 4 (DPP-4) για ≥24 ώρες. Η αναστολή της DPP-4 αυξάνει τη συγκέντρωση του πεπτιδίου-1 που μοιάζει με γλυκαγόνη (GLP-1), οδηγώντας σε μειωμένη γλυκοζυλιωμένη …

Chemical structure of LINAGLIPTIN

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-JENTADUETO

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
Δύο φορές την ημέρα με τα γεύματα
Δόση έναρξης:
2,5 mg λιναγλιπτίνης δύο φορές την ημέρα (5 mg ημερησίως) συν την ήδη λαμβανόμενη δόση μετφορμίνης.
  • Ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (GFR ≥90 ml/min)
    Μέγ. δόση5 mg λιναγλιπτίνης συν 2.000 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης
    Η δόση εξατομικεύεται με βάση την τρέχουσα αγωγή, αποτελεσματικότητα και ανοχή.
  • Ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με τη μέγιστη ανεκτή δόση μετφορμίνης ως μονοθεραπεία
    Δόση2,5 mg λιναγλιπτίνης δύο φορές την ημέρα (συνολική ημερήσια δόση 5 mg) συν την ήδη λαμβανόμενη δόση μετφορμίνης
  • Ασθενείς που αλλάζουν αγωγή από συγχορήγηση λιναγλιπτίνης και μετφορμίνης
    Έναρξη με τη δόση της λιναγλιπτίνης και της μετφορμίνης που ήδη λαμβάνεται.
  • Ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με θεραπεία διπλού συνδυασμού με τη μέγιστη ανεκτή δόση μετφορμίνης και μία σουλφονυλουρία
    Δόση2,5 mg λιναγλιπτίνης δύο φορές την ημέρα (συνολική ημερήσια δόση 5 mg) συν την ήδη λαμβανόμενη δόση μετφορμίνης
    Μπορεί να χρειαστεί χαμηλότερη δόση σουλφονυλουρίας για μείωση κινδύνου υπογλυκαιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με θεραπεία διπλού συνδυασμού με ινσουλίνη και με τη μέγιστη ανεκτή δόση μετφορμίνης
    Δόση2,5 mg λιναγλιπτίνης δύο φορές την ημέρα (συνολική ημερήσια δόση 5 mg) συν την ήδη λαμβανόμενη δόση μετφορμίνης
    Μπορεί να χρειαστεί χαμηλότερη δόση ινσουλίνης για μείωση κινδύνου υπογλυκαιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ηλικιωμένοι
    Χρήση με προσοχή. Απαραίτητη παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας για αποφυγή γαλακτικής οξέωσης. Περιορισμένη κλινική εμπειρία σε ασθενείς > 80 ετών.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (GFR 60-89 ml/min)
    Μέγ. δόση3.000 mg μετφορμίνης
    Μείωση δόσης μετφορμίνης μπορεί να εξετάζεται. Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης λιναγλιπτίνης.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (GFR 45-59 ml/min)
    ΔόσηΤο πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσης μετφορμίνης ως δόση έναρξης
    Μέγ. δόση2.000 mg μετφορμίνης
    Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης λιναγλιπτίνης.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (GFR 30-44 ml/min)
    ΔόσηΤο πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσης μετφορμίνης ως δόση έναρξης
    Μέγ. δόση1.000 mg μετφορμίνης
    Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης λιναγλιπτίνης.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30 ml/min)
    Η μετφορμίνη αντενδείκνυται. Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης λιναγλιπτίνης.
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Δε συνιστάται λόγω της μετφορμίνης. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (0-18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-JENTADUETO

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Οποιοσδήποτε τύπος οξείας μεταβολικής οξέωσης (όπως γαλακτική οξέωση, διαβητική κετοξέωση)
  • Διαβητικό προ-κώμα
  • Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
    Πληθυσμόςασθενείς με GFR <30 ml/min
  • Οξείες καταστάσεις με πιθανότητα μεταβολής της νεφρικής λειτουργίας
    Πληθυσμόςασθενείς με αφυδάτωση, σοβαρή λοίμωξη, καταπληξία
  • Νόσος, η οποία μπορεί να προκαλέσει ιστική υποξία (ειδικότερα οξεία νόσος ή επιδείνωση χρόνιας νόσου)
    Πληθυσμόςασθενείς με μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, αναπνευστική ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, καταπληξία
  • Ηπατική ανεπάρκεια
  • Οξεία δηλητηρίαση από οινόπνευμα
  • Αλκοολισμός
warning
SPC-JENTADUETO

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Διαβήτης τύπου 1
    Πληθυσμόςασθενείς με διαβήτη τύπου 1
    Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται
  • Υπογλυκαιμία
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν Jentadueto σε συνδυασμό με σουλφονυλουρία και/ή ινσουλίνη
    Συνιστάται προσοχή. Μείωση δόσης σουλφονυλουρίας ή ινσουλίνης μπορεί να ληφθεί υπ’ όψιν (βλ. Δοσολογία).
  • Γαλακτική οξέωση
    σοβαρή
    Πληθυσμόςγενικός πληθυσμός, ειδικά σε οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, καρδιοαναπνευστική νόσο, σηψαιμία
    Σε αφυδάτωση (σοβαρή διάρροια ή έμετος, πυρετός ή μειωμένη πρόσληψη υγρών), η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και συνιστάται η επικοινωνία με έναν επαγγελματία υγείας. Οι ασθενείς ή/και οι φροντιστές πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Σε περίπτωση πιθανολογούμενων συμπτωμάτων, ο ασθενής πρέπει να σταματήσει να παίρνει μετφορμίνη και να ζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη
    Να αρχίζουν με προσοχή (αντιυπερτασικά, διουρητικά και ΜΣΑΦ)
  • Διαχείριση ιωδιωμένων σκιαγραφικών μέσων
    υψηλός κίνδυνος
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν μετφορμίνη
    Η μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται πριν από ή κατά τον χρόνο της διαδικασίας απεικόνισης και να μην αρχίσει ξανά μέχρι τουλάχιστον 48 ώρες μετά, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).
  • Νεφρική λειτουργία
    κρίσιμη
    Πληθυσμόςόλοι οι ασθενείς
    Η μετφορμίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με GFR <30 ml/min και πρέπει να διακόπτεται προσωρινά υπό την παρουσία συνθηκών που μεταβάλλουν τη νεφρική λειτουργία (βλ. Αντενδείξεις).
  • Καρδιακή λειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
    Το Jentadueto μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τακτική παρακολούθηση της καρδιακής και νεφρικής λειτουργίας. Για ασθενείς με οξεία και ασταθή καρδιακή ανεπάρκεια, το Jentadueto αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Χειρουργική επέμβαση
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση υπό γενική, ραχιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία
    Η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται κατά τον χρόνο της χειρουργικής επέμβασης. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά τη χειρουργική επέμβαση ή τη συνέχιση της σίτισης από του στόματος και υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή.
  • Ηλικιωμένοι
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς ηλικίας 80 ετών και άνω
    Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή (βλ. Δοσολογία).
  • Μεταβολές στην κλινική κατάσταση ασθενών με προηγουμένως ελεγχόμενο διαβήτη τύπου 2
    σοβαρή
    Πληθυσμόςασθενείς με προηγουμένως καλά ρυθμισμένο διαβήτη τύπου 2 με το Jentadueto, οι οποίοι εμφανίζουν εργαστηριακές ανωμαλίες ή κλινική ασθένεια
    Εσπευσμένη αξιολόγηση για κετοξέωση ή γαλακτική οξέωση. Εάν συμβεί οξέωση οποιασδήποτε μορφής, το Jentadueto θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ξεκινήσουν άλλα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα.
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
    σοβαρή
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν λιναγλιπτίνη
    Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της οξείας παγκρεατίτιδας. Εάν υπάρχει υποψία παγκρεατίτιδας, το Jentadueto θα πρέπει να διακοπεί. Εάν επιβεβαιωθεί η οξεία παγκρεατίτιδα, δεν θα πρέπει να ξεκινήσει ξανά η λήψη του Jentadueto. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας.
  • Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές
    σοβαρή
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν λιναγλιπτίνη
    Εάν υπάρχει υποψία πομφολυγώδους πεμφιγοειδούς, το Jentadueto θα πρέπει να διακοπεί.
swap_horiz
SPC-JENTADUETO

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Μετφορμίνη (επίδραση στη λιναγλιπτίνη)
    προσοχή
    Δεν μεταβάλλει κλινικώς σημαντικά τη φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης
  • Σουλφονυλουρίες (γλιβενκλαμίδη) (επίδραση στη λιναγλιπτίνη)
    προσοχή
    Δεν μεταβάλλει τη φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης
  • Ριτοναβίρη (αναστολέας P-gp και CYP3A4)
    προσοχή
    Αύξηση AUC και Cmax της λιναγλιπτίνης (περίπου 2-3 φορές), αύξηση μη συνδεδεμένης λιναγλιπτίνης (4-5 φορές). Δεν θεωρούνται κλινικά σχετικές μεταβολές.
  • Ριφαμπικίνη (επαγωγέας P-gp και CYP3A4)
    προσοχή
    Μείωση AUC και Cmax της λιναγλιπτίνης κατά 39,6% και 43,8% αντίστοιχα, μείωση αναστολής DPP-4 κατά 30%.
    ΣύστασηΠλήρης αποτελεσματικότητα της λιναγλιπτίνης μπορεί να μην επιτευχθεί, ειδικά σε μακροχρόνια χορήγηση.
  • Καρβαμαζεπίνη, Φαινοβαρβιτάλη, Φαινυτοΐνη (ισχυροί επαγωγείς P-gp, CYP3A4)
    προσοχή
    Πιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα λιναγλιπτίνης (δεν έχει μελετηθεί, αλλά αναμένονται παρόμοια αποτελέσματα με τη ριφαμπικίνη)
    ΣύστασηΠλήρης αποτελεσματικότητα της λιναγλιπτίνης μπορεί να μην επιτευχθεί, ειδικά σε μακροχρόνια χορήγηση.
  • Μετφορμίνη (επίδραση από λιναγλιπτίνη)
    προσοχή
    Δεν έχει σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της μετφορμίνης.
  • Σουλφονυλουρίες (γλιβενκλαμίδη, γλιπιζίδη, τολβουταμίδη, γλιμεπιρίδη) (επίδραση από λιναγλιπτίνη)
    προσοχή
    Κλινικά μη σχετική μείωση AUC και Cmax της γλιβενκλαμίδης κατά 14%. Δεν αναμένονται σημαντικές αλληλεπιδράσεις με άλλες σουλφονυλουρίες.
  • Διγοξίνη (επίδραση από λιναγλιπτίνη)
    προσοχή
    Δεν έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της διγοξίνης.
  • Βαρφαρίνη (επίδραση από λιναγλιπτίνη)
    προσοχή
    Δεν μεταβάλλει τη φαρμακοκινητική της βαρφαρίνης.
  • Σιμβαστατίνη (επίδραση από λιναγλιπτίνη)
    προσοχή
    Ελάχιστη επίδραση στη φαρμακοκινητική της σιμβαστατίνης (AUC αυξήθηκε κατά 34%, Cmax κατά 10% με υπερθεραπευτική δόση λιναγλιπτίνης).
  • Από του στόματος αντισυλληπτικά (επίδραση από λιναγλιπτίνη)
    προσοχή
    Δεν μεταβάλλει τη φαρμακοκινητική της λεβονοργεστρέλης ή της αιθυνυλοιστραδιόλης.
  • Γλυκοκορτικοειδή, Βήτα-2-αγωνιστές, Διουρητικά (επίδραση στη μετφορμίνη)
    προσοχή
    Έχουν υπεργλυκαιμική δραστικότητα, πιθανή αύξηση γλυκόζης αίματος.
    ΣύστασηΠιο συχνή παρακολούθηση γλυκόζης αίματος, προσαρμογή δόσης αντι-υπεργλυκαιμικού φαρμάκου εάν χρειάζεται.
  • Φάρμακα που επηρεάζουν αρνητικά τη νεφρική λειτουργία (ΜΣΑΦ, εκλεκτικοί αναστολείς COX II, αναστολείς ACE, ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ, διουρητικά της αγκύλης) (επίδραση στη μετφορμίνη)
    προσοχή
    Αύξηση κινδύνου γαλακτικής οξέωσης.
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
  • Αναστολείς OCT1 (βεραπαμίλη) (επίδραση στη μετφορμίνη)
    προσοχή
    Μείωση της αποτελεσματικότητας της μετφορμίνης.
    ΣύστασηΠροσοχή, ειδικά σε νεφρική δυσλειτουργία. Μπορεί να εξεταστεί προσαρμογή δόσης μετφορμίνης.
  • Επαγωγείς OCT1 (ριφαμπικίνη) (επίδραση στη μετφορμίνη)
    προσοχή
    Αύξηση της γαστρεντερικής απορρόφησης και της αποτελεσματικότητας της μετφορμίνης.
    ΣύστασηΠροσοχή, ειδικά σε νεφρική δυσλειτουργία. Μπορεί να εξεταστεί προσαρμογή δόσης μετφορμίνης.
  • Αναστολείς OCT2 (σιμετιδίνη, ντολουτεγκραβίρη, ρανολαζίνη, τριμεθοπρίμη, βανδετανίμπη, ισαβουκοναζόλη) (επίδραση στη μετφορμίνη)
    προσοχή
    Μείωση της νεφρικής αποβολής της μετφορμίνης, αύξηση συγκέντρωσης μετφορμίνης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΠροσοχή, ειδικά σε νεφρική δυσλειτουργία. Μπορεί να εξεταστεί προσαρμογή δόσης μετφορμίνης.
  • Αναστολείς OCT1 και OCT2 (κριζοτινίμπη, ολαπαρίμπη) (επίδραση στη μετφορμίνη)
    προσοχή
    Μεταβολή της αποτελεσματικότητας και της νεφρικής αποβολής της μετφορμίνης.
    ΣύστασηΠροσοχή, ειδικά σε νεφρική δυσλειτουργία. Μπορεί να εξεταστεί προσαρμογή δόσης μετφορμίνης.
  • Οινοπνευματώδη (επίδραση στη μετφορμίνη)
    αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται.
  • Ιωδιωμένα σκιαγραφικά μέσα (επίδραση στη μετφορμίνη)
    αντένδειξη
    Κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης.
    ΣύστασηΔιακοπή μετφορμίνης πριν ή κατά τη διαδικασία απεικόνισης. Επανέναρξη όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά, εφόσον η νεφρική λειτουργία είναι σταθερή (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
sick
SPC-JENTADUETO

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία
Αναπνευστικό
  • Βρογχική υπεραντιδραστικότητα
  • Βήχας
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Υπογλυκαιμία (όταν χορηγείται με σουλφονυλουρία ή ινσουλίνη)
  • Γαλακτική οξέωση (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία)
  • Έλλειψη βιταμίνης B12 (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Διαταραχή της γεύσης (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία)
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Μειωμένη όρεξη (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία)
  • Δυσκοιλιότητα (αναφέρθηκε σε συνδυασμό με ινσουλίνη)
  • Κοιλιακό άλγος (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία)
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Παγκρεατίτιδα
  • Έμετος
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας (αναφέρθηκε σε συνδυασμό με ινσουλίνη)
  • Ηπατίτιδα (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία)
Δέρμα
  • Αγγειοοίδημα
  • Κνίδωση
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Ερύθημα (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία)
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη αμυλάση
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Λιπάση αυξημένη (>3xULN)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Διαταραχή της γεύσης (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Κοιλιακό άλγος (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Πολύ συχνές
  • Υπογλυκαιμία (όταν χορηγείται με σουλφονυλουρία ή ινσουλίνη)
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Λιπάση αυξημένη (>3xULN)
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Μειωμένη όρεξη (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη αμυλάση
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Βρογχική υπεραντιδραστικότητα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας (αναφέρθηκε σε συνδυασμό με ινσουλίνη)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • Δυσκοιλιότητα (αναφέρθηκε σε συνδυασμό με ινσουλίνη)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Έλλειψη βιταμίνης B12 (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία)
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Πολύ σπάνιες
  • Γαλακτική οξέωση (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία)
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Πολύ σπάνιες
  • Ερύθημα (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Ηπατίτιδα (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Πολύ σπάνιες
pregnant_woman
SPC-JENTADUETO

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Το Jentadueto δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εάν η ασθενής σχεδιάζει να μείνει έγκυος, ή αν παρουσιαστεί εγκυμοσύνη, η αγωγή με το Jentadueto θα πρέπει να διακοπεί και να αλλάξει σε αγωγή με ινσουλίνη όσο το δυνατό συντομότερα προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος δυσπλασιών στο έμβρυο που σχετίζονται με μη φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης αίματος.
    Η χρήση της λιναγλιπτίνης δεν έχει μελετηθεί σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έχουν δείξει άμεσες ή έμμεσες βλαπτικές επιδράσεις σε σχέση με την αναπαραγωγική τοξικότητα. Περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η χρήση της μετφορμίνης σε έγκυες γυναίκες δε συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εκ γενετής δυσπλασιών. Μελέτες σε πειραματόζωα με μετφορμίνη δεν υποδεικνύουν βλαπτικές επιδράσεις σε σχέση με την αναπαραγωγική τοξικότητα. Μη κλινικές μελέτες αναπαραγωγής δεν έχουν δείξει πρόσθετη τερατογόνο επίδραση που να αποδίδεται στη συγχορήγηση λιναγλιπτίνης και μετφορμίνης.
  • Θηλασμός
    Θα πρέπει να ληφθεί απόφαση εάν θα πρέπει να διακοπεί ο θηλασμός ή να διακοπεί/ αποφευχθεί η θεραπεία με Jentadueto, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
    Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει έκκριση τόσο της μετφορμίνης όσο και της λιναγλιπτίνης στο γάλα σε θηλάζοντες επίμυες. Η μετφορμίνη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν είναι γνωστό εάν η λιναγλιπτίνη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
  • Γονιμότητα
    Δεν έχουν παρουσιαστεί ανεπιθύμητες ενέργειες της λιναγλιπτίνης στη γονιμότητα σε αρσενικούς ή θηλυκούς επίμυες.
    Η επίδραση του Jentadueto στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν έχει μελετηθεί.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η λιναγλιπτίνη είναι ένας ανταγωνιστικός, αναστρέψιμος αναστολέας της DPP-4. Η αναστολή αυτού του ενζύμου επιβραδύνει τη διάσπαση του GLP-1 και της γλυκοζοεξαρτώμενης ινσουλινοτροπικής πολυπεπτιδικής ουσίας (GIP). Τα GLP-1 και GIP…
monitor_heart
SPC-JENTADUETO

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στο διαβήτη, συνδυασμοί των από του στόματος φαρμάκων που μειώνουν τη γλυκόζη του αίματος, κωδικός ATC: A10BD11 Το Jentadueto συνδυάζει δύο αντιυπεργλυκαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα με…
biotech
SPC-JENTADUETO

Φαρμακοκινητική

expand_more
Μελέτες βιοϊσοδυναμίας σε υγιή άτομα έδειξαν ότι το Jentadueto (λιναγλιπτίνη/υδροχλωρική μετφορμίνη) δισκία συνδυασμού είναι βιοϊσοδύναμο με τη συγχορήγηση λιναγλιπτίνης και μετφορμίνης ως μεμονωμένα δισκία. Η χορήγηση του Jentadueto 2,5/1.000 mg με την…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Μια από του στόματος δόση λιναγλιπτίνης απεκκρίνεται κυρίως στα κόπρανα. Το 90% μιας από του στόματος δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα και στα κόπρανα. Ο κύριος μεταβολίτης στο πλάσμα είναι ο CD1790 και ο κύριος μεταβολίτης που…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της λιναγλιπτίνης είναι 30%. Το 84,7% της λιναγλιπτίνης απεκκρίνεται στα κόπρανα και το 5,4% απεκκρίνεται στα ούρα. Μια εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 5mg οδηγεί σε όγκο κατανομής 1110L….

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) · πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτά διαστήματα στη συνέχεια
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Νεφρική λειτουργία water_dropΝεφρική λειτουργία τακτικά Σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
Πριν την επανέναρξη μετφορμίνης μετά από ιωδιούχα σκιαγραφικά ή χειρουργική επέμβαση
pH αίματος scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Πιθανολογούμενα συμπτώματα γαλακτικής οξέωσης
Διαβήτης τύπου 2 με εργαστηριακές ανωμαλίες ή κλινική ασθένεια
Αναλογία γαλακτικού/πυροσταφυλικού scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Πιθανολογούμενα συμπτώματα γαλακτικής οξέωσης
Γαλακτικό οξύ scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Διαβήτης τύπου 2 με εργαστηριακές ανωμαλίες ή κλινική ασθένεια
Γαλακτικό οξύ πλάσματος scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Πιθανολογούμενα συμπτώματα γαλακτικής οξέωσης
Ηλεκτρολύτες ορού scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Διαβήτης τύπου 2 με εργαστηριακές ανωμαλίες ή κλινική ασθένεια
Κετόνες ορού scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Διαβήτης τύπου 2 με εργαστηριακές ανωμαλίες ή κλινική ασθένεια
Πυροσταφυλικό οξύ scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Διαβήτης τύπου 2 με εργαστηριακές ανωμαλίες ή κλινική ασθένεια
Χάσμα ανιόντων scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Πιθανολογούμενα συμπτώματα γαλακτικής οξέωσης
Γλυκόζη αίματος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης Διαβήτης τύπου 2 με εργαστηριακές ανωμαλίες ή κλινική ασθένεια
Επίπεδα μετφορμίνης medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) Διαβήτης τύπου 2 με εργαστηριακές ανωμαλίες ή κλινική ασθένεια
cardiology

ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Καρδιακή λειτουργία cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) τακτικά Σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-JENTADUETO
expand_more

Δοσολογία

Ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (GFR ≥90 ml/min) Η δόση της αντιυπεργλυκαιμικής θεραπείας με το Jentadueto θα πρέπει να εξατομικευθεί με βάση την τρέχουσα αγωγή του ασθενούς, την αποτελεσματικότητα και την ανοχή, ενώ δε θα πρέπει να υπερβαίνει τη μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση των 5 mg λιναγλιπτίνης συν 2.000 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης.

  • Ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με τη μέγιστη ανεκτή δόση μετφορμίνης ως μονοθεραπεία Για ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με τη μετφορμίνη μόνο, η συνήθης δόση έναρξης του Jentadueto θα πρέπει να παρέχει λιναγλιπτίνη χορηγούμενη ως 2,5 mg δύο φορές την ημέρα (συνολική ημερήσια δόση 5 mg) συν την ήδη λαμβανόμενη δόση μετφορμίνης.

  • Ασθενείς που αλλάζουν αγωγή από συγχορήγηση λιναγλιπτίνης και μετφορμίνης Για ασθενείς που αλλάζουν αγωγή από συγχορήγηση λιναγλιπτίνης και μετφορμίνης, το Jentadueto θα πρέπει να ξεκινήσει με τη δόση της λιναγλιπτίνης και της μετφορμίνης που ήδη λαμβάνεται.

  • Ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με θεραπεία διπλού συνδυασμού με τη μέγιστη ανεκτή δόση μετφορμίνης και μία σουλφονυλουρία Η δόση του Jentadueto θα πρέπει να παρέχει λιναγλιπτίνη χορηγούμενη ως 2,5 mg δύο φορές την ημέρα (συνολική ημερήσια δόση 5 mg) και μία δόση μετφορμίνης όμοια με τη δόση που ήδη λαμβάνεται. Όταν η λιναγλιπτίνη συν την υδροχλωρική μετφορμίνη χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με μία σουλφονυλουρία, μπορεί να χρειασθεί μία χαμηλότερη δόση της σουλφονυλουρίας ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

  • Ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με θεραπεία διπλού συνδυασμού με ινσουλίνη και με τη μέγιστη ανεκτή δόση μετφορμίνης Η δόση του Jentadueto θα πρέπει να παρέχει λιναγλιπτίνη χορηγούμενη ως 2,5 mg δύο φορές την ημέρα (συνολική ημερήσια δόση 5 mg) και μία δόση μετφορμίνης όμοια με τη δόση που ήδη λαμβάνεται. Όταν η λιναγλιπτίνη συν την υδροχλωρική μετφορμίνη χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με ινσουλίνη, μπορεί να χρειασθεί μία χαμηλότερη δόση της ινσουλίνης ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Για τις διαφορετικές δόσεις της μετφορμίνης, το Jentadueto είναι διαθέσιμο σε περιεκτικότητες των 2,5 mg λιναγλιπτίνης συν 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης και 2,5 mg λιναγλιπτίνης συν 1.000 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης.

Ειδικοί πληθυσμοί

  • Ηλικιωμένοι Καθώς η μετφορμίνη απεκκρίνεται από τους νεφρούς, το Jentadueto θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή καθώς η ηλικία αυξάνεται. Η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας είναι απαραίτητη ώστε να συμβάλλει στην αποφυγή της σχετιζόμενης με τη μετφορμίνη γαλακτικής οξέωσης, ειδικά στους ηλικιωμένους (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Η κλινική εμπειρία σε ασθενείς ηλικίας > 80 ετών είναι περιορισμένη και θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όταν χορηγείται το φάρμακο σε αυτόν τον πληθυσμό.

  • Νεφρική δυσλειτουργία Ο GFR πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη της θεραπείας με προϊόντα που περιέχουν μετφορμίνη και τουλάχιστον ετησίως στη συνέχεια. Σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο περαιτέρω εξέλιξης της νεφρικής δυσλειτουργίας και στους ηλικιωμένους, η νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται πιο συχνά, π.χ. κάθε 3-6 μήνες. Οι παράγοντες που ενδέχεται να αυξάνουν τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) πρέπει να ανασκοπούνται πριν εξεταστεί η έναρξη της μετφορμίνης σε ασθενείς με GFR <60 ml/min. Εάν δεν είναι διαθέσιμη επαρκής περιεκτικότητα του Jentadueto, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα επιμέρους μονο-συστατικά αντί για τον συνδυασμό σταθερής δόσης.

Πίνακας 1: Δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία

GFR ml/min Μετφορμίνη Λιναγλιπτίνη
60-89 Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 3.000 mg. Μείωση της δόσης μπορεί να εξετάζεται σε σχέση με την έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης
45-59 Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 2.000 mg. Η δόση έναρξης είναι το πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσης. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης
30-44 Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 1.000 mg. Η δόση έναρξης είναι το πολύ το ήμισυ της μέγιστης δόσης. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης
<30 Η μετφορμίνη αντενδείκνυται. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης
  • Ηπατική ανεπάρκεια Το Jentadueto δε συνιστάται σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια λόγω της δραστικής ουσίας μετφορμίνη (βλ. Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία με το Jentadueto σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.

  • Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Jentadueto σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 0 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης Το Jentadueto θα πρέπει να λαμβάνεται δύο φορές την ημέρα με τα γεύματα ώστε να μειωθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό που σχετίζονται με τη μετφορμίνη.

Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να συνεχίσουν τη δίαιτά τους με επαρκή καταμερισμό της λήψης υδατανθράκων κατά τη διάρκεια της ημέρας. Οι υπέρβαροι ασθενείς θα πρέπει να συνεχίσουν τη δίαιτά τους με μειωμένες θερμίδες.

Εάν παραληφθεί μία δόση, θα πρέπει να ληφθεί αμέσως μόλις ο ασθενής το θυμηθεί. Ωστόσο, μία διπλή δόση δε θα πρέπει να λαμβάνεται την ίδια ώρα. Σε αυτή την περίπτωση η χαμένη δόση θα πρέπει να παραλειφθεί.

block

Αντενδείξεις

SPC-JENTADUETO
expand_more
  • Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Οποιοσδήποτε τύπος οξείας μεταβολικής οξέωσης (όπως γαλακτική οξέωση, διαβητική κετοξέωση).
  • Διαβητικό προ-κώμα.
  • Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR <30 ml/min).
  • Οξείες καταστάσεις με πιθανότητα μεταβολής της νεφρικής λειτουργίας όπως: αφυδάτωση, σοβαρή λοίμωξη, καταπληξία.
  • Νόσος, η οποία μπορεί να προκαλέσει ιστική υποξία (ειδικότερα οξεία νόσος ή επιδείνωση χρόνιας νόσου) όπως: μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, αναπνευστική ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, καταπληξία.
  • Ηπατική ανεπάρκεια, οξεία δηλητηρίαση από οινόπνευμα, αλκοολισμός (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-JENTADUETO
expand_more

Γενικά

Το Jentadueto δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1.

Υπογλυκαιμία

Όταν η λιναγλιπτίνη προστέθηκε σε μια σουλφονυλουρία σε υπόβαθρο μετφορμίνης, η επίπτωση της υπογλυκαιμίας αυξήθηκε περισσότερο από αυτή του εικονικού φαρμάκου.

Οι σουλφονυλουρίες και η ινσουλίνη είναι γνωστό ότι προκαλούν υπογλυκαιμία. Ως εκ τούτου, συνιστάται προσοχή όταν το Jentadueto χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μία σουλφονυλουρία και/ή ινσουλίνη. Μία μείωση της δόσης της σουλφονυλουρίας ή της ινσουλίνης μπορεί να ληφθεί υπ’ όψιν (βλ. Δοσολογία).

Η υπογλυκαιμία δεν αναγνωρίζεται ως ανεπιθύμητη ενέργεια για τη λιναγλιπτίνη, τη μετφορμίνη ή για τη λιναγλιπτίνη συν τη μετφορμίνη. Σε κλινικές μελέτες, τα ποσοστά επίπτωσης της υπογλυκαιμίας ήταν συγκρίσιμα χαμηλά σε ασθενείς που λάμβαναν λιναγλιπτίνη σε συνδυασμό με μετφορμίνη ή μόνο μετφορμίνη.

Γαλακτική οξέωση

Η γαλακτική οξέωση, μια πολύ σπάνια αλλά σοβαρή μεταβολική επιπλοκή, εμφανίζεται συχνότερα σε οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας ή καρδιοαναπνευστική νόσο ή σηψαιμία. Συσσώρευση μετφορμίνης συμβαίνει σε οξεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και αυξάνει τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης.

Σε περίπτωση αφυδάτωσης (σοβαρή διάρροια ή έμετος, πυρετός ή μειωμένη πρόσληψη υγρών), η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και συνιστάται η επικοινωνία με έναν επαγγελματία υγείας.

Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μπορούν να επηρεάσουν έντονα τη νεφρική λειτουργία (όπως αντιυπερτασικά, διουρητικά και ΜΣΑΦ) πρέπει να αρχίζουν με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη. Άλλοι παράγοντες κινδύνου για γαλακτική οξέωση είναι υπερβολική πρόσληψη οινοπνευματωδών, ηπατική ανεπάρκεια, ανεπαρκώς ελεγχόμενος διαβήτης, κέτωση, παρατεταμένη νηστεία και οποιεσδήποτε καταστάσεις που συνδέονται με υποξία, καθώς και η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να προκαλέσουν γαλακτική οξέωση (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).

Οι ασθενείς ή/και οι φροντιστές πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Η γαλακτική οξέωση χαρακτηρίζεται από οξειδωτική δύσπνοια, κοιλιακό πόνο, μυϊκές κράμπες, εξασθένηση και υποθερμία συνοδευόμενη από κώμα. Σε περίπτωση πιθανολογούμενων συμπτωμάτων, ο ασθενής πρέπει να σταματήσει να παίρνει μετφορμίνη και να ζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα. Τα διαγνωστικά εργαστηριακά ευρήματα είναι μειωμένο pH του αίματος (<7,35), αυξημένα επίπεδα γαλακτικού στο πλάσμα (>5 mmol/l) και αυξημένο χάσμα ανιόντων και αναλογία γαλακτικού/πυροσταφυλικού.

Διαχείριση ιωδιωμένων σκιαγραφικών μέσων

Η ενδοαγγειακή χορήγηση ιωδιωμένων σκιαγραφικών μέσων μπορεί να οδηγήσει σε νεφροπάθεια επαγόμενη από σκιαγραφικό, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση μετφορμίνης και αυξημένο κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Η μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται πριν από ή κατά τον χρόνο της διαδικασίας απεικόνισης και να μην αρχίσει ξανά μέχρι τουλάχιστον 48 ώρες μετά, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).

Νεφρική λειτουργία

Ο GFR πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτά διαστήματα στη συνέχεια (βλ. Δοσολογία). Η μετφορμίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με GFR <30 ml/min και πρέπει να διακόπτεται προσωρινά υπό την παρουσία συνθηκών που μεταβάλλουν τη νεφρική λειτουργία (βλ. Αντενδείξεις).

Καρδιακή λειτουργία

Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο υποξίας και νεφρικής δυσλειτουργίας. Σε ασθενείς με σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, το Jentadueto μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τακτική παρακολούθηση της καρδιακής και νεφρικής λειτουργίας. Για ασθενείς με οξεία και ασταθή καρδιακή ανεπάρκεια, το Jentadueto αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).

Χειρουργική επέμβαση

Η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται κατά τον χρόνο της χειρουργικής επέμβασης υπό γενική, ραχιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά τη χειρουργική επέμβαση ή τη συνέχιση της σίτισης από του στόματος και υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή.

Ηλικιωμένοι

Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όταν χορηγείται σε ασθενείς ηλικίας 80 ετών και άνω (βλ. Δοσολογία).

Μεταβολές στην κλινική κατάσταση ασθενών με προηγουμένως ελεγχόμενο διαβήτη τύπου 2

Καθώς το Jentadueto περιέχει μετφορμίνη, ένας ασθενής με προηγουμένως καλά ρυθμισμένο διαβήτη τύπου 2 με το Jentadueto, ο οποίος εμφανίζει εργαστηριακές ανωμαλίες ή κλινική ασθένεια (ιδιαίτερα ασαφή και πτωχά προσδιοριζόμενη ασθένεια) θα πρέπει εσπευσμένα να αξιολογηθεί για κετοξέωση ή γαλακτική οξέωση. Η αξιολόγηση θα πρέπει να περιλαμβάνει ηλεκτρολύτες ορού και κετόνες, γλυκόζη αίματος και, εάν ενδείκνυται, pH αίματος, επίπεδα γαλακτικού, πυροσταφυλικού και μετφορμίνης. Εάν συμβεί οξέωση οποιασδήποτε μορφής, το Jentadueto θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ξεκινήσουν άλλα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα.

Οξεία παγκρεατίτιδα

Η χρήση αναστολέων της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης 4 (DPP-4) έχει συσχετιστεί με κίνδυνο εκδήλωσης οξείας παγκρεατίτιδας. Οξεία παγκρεατίτιδα έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν λιναγλιπτίνη. Σε μια μελέτη καρδιαγγειακής και νεφρικής ασφάλειας (CARMELINA) με διάμεση περίοδο παρατήρησης 2,2 έτη, αξιολογημένη οξεία παγκρεατίτιδα αναφέρθηκε στο 0,3% των ασθενών που λάμβαναν αγωγή με λιναγλιπτίνη και στο 0,1% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της οξείας παγκρεατίτιδας. Εάν υπάρχει υποψία παγκρεατίτιδας, το Jentadueto θα πρέπει να διακοπεί. Εάν επιβεβαιωθεί η οξεία παγκρεατίτιδα, δεν θα πρέπει να ξεκινήσει ξανά η λήψη του Jentadueto. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας.

Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές

Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν λιναγλιπτίνη. Στη μελέτη CARMELINA, πομφολυγώδες πεμφιγοειδές αναφέρθηκε στο 0,2% των ασθενών που λάμβαναν αγωγή με λιναγλιπτίνη και δεν αναφέρθηκε σε κανέναν ασθενή που λάμβανε εικονικό φάρμακο. Εάν υπάρχει υποψία πομφολυγώδους πεμφιγοειδούς, το Jentadueto θα πρέπει να διακοπεί.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-JENTADUETO
expand_more

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων. Ωστόσο, τέτοιες μελέτες έχουν λάβει χώρα με τα μεμονωμένα συστατικά, δηλαδή λιναγλιπτίνη και μετφορμίνη. Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων λιναγλιπτίνης και μετφορμίνης δε μετέβαλε σημαντικά τη φαρμακοκινητική είτε της λιναγλιπτίνης είτε της μετφορμίνης σε υγιείς εθελοντές και σε ασθενείς.

Λιναγλιπτίνη

In vitro εκτίμηση των αλληλεπιδράσεων Η λιναγλιπτίνη είναι ένας ασθενής ανταγωνιστικός και ένας ασθενής έως μέτριος αναστολέας με βάση το μηχανισμό του CYP ισοενζύμου, CYP3A4, αλλά δεν αναστέλλει άλλα CYP ισοένζυμα. Δεν είναι επαγωγέας των CYP ισοενζύμων. Η λιναγλιπτίνη είναι ένα υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης, και αναστέλλει τη μεταφορά της διγοξίνης μέσω της P-γλυκοπρωτεΐνης με χαμηλή ισχύ. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα και μελέτες αλληλεπίδρασης φαρμάκου in vivo, η λιναγλιπτίνη δε θεωρείται πιθανόν να προκαλεί αλληλεπιδράσεις με άλλα υποστρώματα της P-gp.

In vivo εκτίμηση των αλληλεπιδράσεων Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη λιναγλιπτίνη Τα κλινικά δεδομένα που περιγράφονται παρακάτω υποδεικνύουν ότι ο κίνδυνος για κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις από συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα είναι χαμηλός.

  • Μετφορμίνη: Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων τρεις φορές την ημέρα 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης με 10 mg λιναγλιπτίνης μία φορά την ημέρα δε μετέβαλε κλινικώς σημαντικά τη φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης σε υγιή άτομα.

  • Σουλφονυλουρίες: Η φαρμακοκινητική σταθεροποιημένης κατάστασης 5 mg λιναγλιπτίνης δε μεταβλήθηκε από ταυτόχρονη χορήγηση εφάπαξ δόσης 1,75 mg γλιβενκλαμίδης (γλυβουρίδη).

  • Ριτοναβίρη: Η συγχορήγηση εφάπαξ από του στόματος δόσης 5 mg λιναγλιπτίνης και πολλαπλών από του στόματος δόσεων 200 mg ριτοναβίρης, ενός ισχυρού αναστολέα της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης και του CYP3A4, αύξησε την AUC και τη Cmax της λιναγλιπτίνης περίπου δύο και τρεις φορές, αντίστοιχα. Οι συγκεντρώσεις της μη συνδεδεμένης ουσίας, οι οποίες είναι συνήθως κάτω του 1% στη θεραπευτική δόση της λιναγλιπτίνης, αυξήθηκαν 4-5 φορές μετά από συγχορήγηση με ριτοναβίρη. Προσομοιώσεις συγκεντρώσεων σταθεροποιημένης κατάστασης της λιναγλιπτίνης με και χωρίς ριτοναβίρη έδειξαν ότι η αύξηση στην έκθεση δε θα συσχετισθεί με αυξημένη συσσώρευση. Αυτές οι μεταβολές στη φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης δε θεωρήθηκαν κλινικά σχετικές. Ως εκ τούτου, κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις δε θα αναμένονταν με άλλους αναστολείς της P-γλυκοπρωτεΐνης / CYP3A4.

  • Ριφαμπικίνη: Πολλαπλή συγχορήγηση 5 mg λιναγλιπτίνης με ριφαμπικίνη, ενός ισχυρού επαγωγέα της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης και του CYP3A4, είχε ως αποτέλεσμα μείωση της AUC και της Cmax της λιναγλιπτίνης στη σταθεροποιημένη κατάσταση κατά 39,6% και 43,8% αντίστοιχα και περίπου 30% μείωση στην αναστολή της διπεπτιδυλπεπτιδάσης-4 (DPP-4) στην κατώτερη τιμή. Ως εκ τούτου, πλήρης αποτελεσματικότητα της λιναγλιπτίνης σε συνδυασμό με ισχυρούς επαγωγείς της P-γλυκοπρωτεΐνης μπορεί να μην επιτευχθεί, ειδικά εάν αυτοί χορηγούνται μακροχρόνια. Η συγχορήγηση με άλλους ισχυρούς επαγωγείς της P-γλυκοπρωτεΐνης και του CYP3A4, όπως η καρβαμαζεπίνη, η φαινοβαρβιτάλη και η φαινυτοΐνη δεν έχει μελετηθεί.

Επιδράσεις της λιναγλιπτίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Σε κλινικές μελέτες, όπως περιγράφεται κατωτέρω, η λιναγλιπτίνη δεν είχε κλινικά σχετικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της μετφορμίνης, γλυβουρίδης, σιμβαστατίνης, βαρφαρίνης, διγοξίνης ή των από του στόματος αντισυλληπτικών παρέχοντας in vivo ένδειξη χαμηλής τάσης για πρόκληση αλληλεπιδράσεων φαρμακευτικών προϊόντων με υποστρώματα των CYP3A4, CYP2C9, CYP2C8, P-γλυκοπρωτεΐνης και του οργανικού κατιονικού μεταφορέα (OCT).

  • Μετφορμίνη: Η συγχορήγηση πολλαπλών ημερήσιων δόσεων 10 mg λιναγλιπτίνης με 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης, που είναι υπόστρωμα του οργανικού κατιονικού μεταφορέα (OCT), δεν είχε σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της μετφορμίνης σε υγιείς εθελοντές. Ως εκ τούτου, η λιναγλιπτίνη δεν είναι αναστολέας της επαγόμενης μέσω του OCT μεταφοράς.

  • Σουλφονυλουρίες: Η συγχορήγηση πολλαπλών από του στόματος δόσεων 5 mg λιναγλιπτίνης και εφάπαξ από του στόματος δόσης 1,75 mg γλιβενκλαμίδης (γλυβουρίδη) είχε ως αποτέλεσμα κλινικά μη σχετική μείωση κατά 14% τόσο της AUC όσο και της Cmax της γλιβενκλαμίδης. Εξαιτίας του ότι η γλιβενκλαμίδη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP2C9, αυτά τα δεδομένα επίσης υποστηρίζουν το συμπέρασμα ότι η λιναγλιπτίνη δεν είναι αναστολέας του CYP2C9. Κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις δεν θα αναμένονταν με άλλες σουλφονυλουρίες (π.χ. γλιπιζίδη, τολβουταμίδη και γλιμεπιρίδη) οι οποίες, όπως η γλιβενκλαμίδη, αποβάλλονται κυρίως από το CYP2C9.

  • Διγοξίνη: Η συγχορήγηση πολλαπλών ημερησίων δόσεων 5 mg λιναγλιπτίνης με πολλαπλές δόσεις 0,25 mg διγοξίνης δεν είχε επίδραση στη φαρμακοκινητική της διγοξίνης σε υγιή άτομα. Ως εκ τούτου, η λιναγλιπτίνη δεν είναι αναστολέας της μεσολαβούμενης από P-γλυκοπρωτεΐνη μεταφοράς in vivo.

  • Βαρφαρίνη: Πολλαπλές ημερήσιες δόσεις 5 mg λιναγλιπτίνης δε μετέβαλαν τη φαρμακοκινητική της S(-) ή της R(+) βαρφαρίνης, ενός υποστρώματος του CYP2C9, χορηγούμενης ως μία δόση.

  • Σιμβαστατίνη: Πολλαπλές ημερήσιες δόσεις της λιναγλιπτίνης είχαν ελάχιστη επίδραση στη φαρμακοκινητική σταθεροποιημένης κατάστασης της σιμβαστατίνης, ενός ευαίσθητου υποστρώματος του CYP3A4, σε υγιή άτομα. Μετά από χορήγηση υπερθεραπευτικής δόσης 10 mg λιναγλιπτίνης ταυτόχρονα με 40 mg σιμβαστατίνης ημερησίως, για 6 ημέρες, η AUC πλάσματος της σιμβαστατίνης αυξήθηκε κατά 34% και η Cmax πλάσματος κατά 10%.

  • Από του στόματος αντισυλληπτικά: Η συγχορήγηση με 5 mg λιναγλιπτίνης δε μετέβαλε τη φαρμακοκινητική στη σταθεροποιημένη κατάσταση της λεβονοργεστρέλης ή της αιθυνυλοιστραδιόλης.

Μετφορμίνη

Συνδυασμοί που απαιτούν προσοχή στη χρήση

  • Τα γλυκοκορτικοειδή (χορηγούμενα μέσω συστηματικών και τοπικών οδών), οι βήτα-2-αγωνιστές και τα διουρητικά έχουν ενδογενή υπεργλυκαιμική δραστικότητα. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται και να κάνουν πιο συχνά παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας με τέτοια φαρμακευτικά προϊόντα. Εάν είναι απαραίτητο, η δόση του αντι-υπεργλυκαιμικού φαρμακευτικού προϊόντος θα πρέπει να προσαρμόζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και κατά τη διακοπή τους.

  • Ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη νεφρική λειτουργία, το οποίο ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης, π.χ. ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των επιλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης (COX) II, αναστολέων ACE, ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ και διουρητικών, ιδίως διουρητικών της αγκύλης. Κατά την έναρξη ή χρήση τέτοιων προϊόντων σε συνδυασμό με μετφορμίνη, είναι απαραίτητη η στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.

  • Οργανικοί κατιονικοί μεταφορείς (OCT) Η μετφορμίνη είναι υπόστρωμα τόσο του μεταφορέα OCT1 όσο και του OCT2. Η συγχορήγηση μετφορμίνης με:

    • Αναστολείς του OCT1 (όπως βεραπαμίλη) μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της μετφορμίνης.
    • Επαγωγείς του OCT1 (όπως ριφαμπικίνη) μπορεί να αυξήσει τη γαστρεντερική απορρόφηση και την αποτελεσματικότητα της μετφορμίνης.
    • Αναστολείς του OCT2 (όπως σιμετιδίνη, ντολουτεγκραβίρη, ρανολαζίνη, τριμεθοπρίμη, βανδετανίμπη, ισαβουκοναζόλη) μπορεί να μειώσει τη νεφρική αποβολή της μετφορμίνης και έτσι να οδηγήσει σε αύξηση της συγκέντρωσης της μετφορμίνης στο πλάσμα.
    • Αναστολείς τόσο του OCT1 όσο και του OCT2 (όπως κριζοτινίμπη, ολαπαρίμπη) μπορεί να μεταβάλει την αποτελεσματικότητα και τη νεφρική αποβολή της μετφορμίνης. Επομένως συνιστάται προσοχή, ιδίως σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, όταν αυτά τα φάρμακα συγχορηγούνται με μετφορμίνη, καθώς η συγκέντρωση της μετφορμίνης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθεί. Εάν χρειάζεται, μπορεί να εξεταστεί προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης καθώς οι αναστολείς/επαγωγείς του OCT μπορεί να μεταβάλουν την αποτελεσματικότητα της μετφορμίνης.

Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται

  • Οινοπνευματώδη Η αλκοολική τοξίκωση σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης, ιδίως σε περιπτώσεις νηστείας, υποσιτισμού ή ηπατικής δυσλειτουργίας.

  • Ιωδιωμένα σκιαγραφικά μέσα Η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται πριν από ή κατά τον χρόνο της διαδικασίας απεικόνισης και να μην αρχίσει ξανά μέχρι τουλάχιστον 48 ώρες μετά, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-JENTADUETO
expand_more

Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας

Η ασφάλεια της λιναγλιπτίνης 2,5 mg δύο φορές την ημέρα (ή του βιοϊσοδύναμού της των 5 mg μία φορά την ημέρα) σε συνδυασμό με τη μετφορμίνη έχει εκτιμηθεί σε πάνω από 6.800 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, περισσότεροι από 1.800 ασθενείς έλαβαν αγωγή με τη θεραπευτική δόση είτε των 2,5 mg λιναγλιπτίνης δύο φορές την ημέρα (ή του βιοϊσοδύναμού της των 5 mg λιναγλιπτίνης μία φορά την ημέρα) σε συνδυασμό με μετφορμίνη για ≥ 12/24 εβδομάδες.

Στη συγκεντρωτική ανάλυση των επτά ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο δοκιμών, η συνολική επίπτωση των ανεπιθύμητων συμβάντων στους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με εικονικό φάρμακο και μετφορμίνη ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε με λιναγλιπτίνη 2,5 mg και μετφορμίνη (54,3 και 49,0%). Η διακοπή της θεραπείας λόγω των ανεπιθύμητων συμβάντων ήταν συγκρίσιμη σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο και μετφορμίνη και στους ασθενείς που έλαβαν λιναγλιπτίνη και μετφορμίνη (3,8% και 2,9%).

Η πιο συχνά αναφερθείσα ανεπιθύμητη ενέργεια για τη λιναγλιπτίνη συν τη μετφορμίνη ήταν η διάρροια (1,6%) με ένα συγκρίσιμο ποσοστό για τη μετφορμίνη συν το εικονικό φάρμακο (2,4%). Η υπογλυκαιμία μπορεί να συμβεί όταν το Jentadueto χορηγείται μαζί με σουλφονυλουρία (≥ 1 περιστατικό ανά 10 ασθενείς).

Πίνακας καταλόγου των ανεπιθύμητων ενεργειών

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε όλες τις κλινικές μελέτες με τον συνδυασμό λιναγλιπτίνη+μετφορμίνη ή τη χρήση μονοσυστατικών (λιναγλιπτίνη ή μετφορμίνη) στις κλινικές δοκιμές ή από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά παρουσιάζονται παρακάτω με βάση την κατηγορία/οργανικό σύστημα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν προηγουμένως με μία από τις επιμέρους δραστικές ουσίες ενδέχεται να αποτελούν δυνητικές ανεπιθύμητες ενέργειες με το Jentadueto, ακόμα και εάν δεν παρατηρήθηκαν στις κλινικές δοκιμές με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και απόλυτη συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), ή πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πίνακας 2: Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν λιναγλιπτίνη+μετφορμίνη είτε μόνη (ως μονοσυστατικά ή σε συνδυασμό) είτε ως πρόσθετη θεραπεία σε άλλες αντιδιαβητικές θεραπείες σε κλινική δοκιμή και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά

Κατηγορία/οργανικό σύστημα Ανεπιθύμητη ενέργεια Συχνότητα ανεπιθύμητης ενέργειας
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Ρινοφαρυγγίτιδα όχι συχνές
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθησία (π.χ. βρογχική υπεραντιδραστικότητα) όχι συχνές
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Υπογλυκαιμία (όταν χορηγείται με σουλφονυλουρία) πολύ συχνές
Γαλακτική οξέωση (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία) πολύ σπάνιες
Έλλειψη βιταμίνης B12 (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία) πολύ σπάνιες
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Διαταραχή της γεύσης (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία) πολύ συχνές
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Βήχας όχι συχνές
Διαταραχές του γαστρεντερικού Μειωμένη όρεξη (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία) συχνές
Διάρροια συχνές
Ναυτία συχνές
Παγκρεατίτιδα σπάνιες
Έμετος όχι συχνές
Δυσκοιλιότητα (αναφέρθηκε σε συνδυασμό με ινσουλίνη) όχι συχνές
Κοιλιακό άλγος (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία) πολύ συχνές
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας (αναφέρθηκε σε συνδυασμό με ινσουλίνη) όχι συχνές
Ηπατίτιδα (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία) πολύ σπάνιες
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Αγγειοοίδημα σπάνιες
Κνίδωση σπάνιες
Ερύθημα (αναφέρθηκε με μετφορμίνη μονοθεραπεία) πολύ σπάνιες
Εξάνθημα όχι συχνές
Κνησμός όχι συχνές
Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές σπάνιες
Παρακλινικές εξετάσεις Αμυλάση αυξημένη όχι συχνές
Λιπάση αυξημένη (>3xULN) συχνές

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

  • Υπογλυκαιμία Σε μια μελέτη χορηγήθηκε λιναγλιπτίνη ως πρόσθετη θεραπεία στη μετφορμίνη συν σουλφονυλουρία. Όταν χορηγήθηκε λιναγλιπτίνη και μετφορμίνη σε συνδυασμό με μια σουλφονυλουρία, η υπογλυκαιμία υπήρξε η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια (λιναγλιπτίνη συν μετφορμίνη συν σουλφονυλουρία 23,9% και 16,0% στις ομάδες εικονικού φαρμάκου συν μετφορμίνη συν σουλφονυλουρία). Όταν η λιναγλιπτίνη και η μετφορμίνη χορηγήθηκαν σε συνδυασμό με ινσουλίνη, η υπογλυκαιμία υπήρξε η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια, αλλά εμφανίστηκε σε συγκρίσιμο ποσοστό όταν το εικονικό φάρμακο και η μετφορμίνη συνδυάστηκαν με ινσουλίνη (λιναγλιπτίνη συν μετφορμίνη συν ινσουλίνη 29,5% και 30,9% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου συν μετφορμίνη συν ινσουλίνη) με χαμηλό ποσοστό σοβαρών (που απαιτούσαν βοήθεια) επεισοδίων (1,5% και 0,9%).

  • Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες Οι γαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία, έμετος, διάρροια και μειωμένη όρεξη και κοιλιακό άλγος εμφανίζονται πιο συχνά κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας με Jentadueto ή υδροχλωρική μετφορμίνη και αποδράμουν από μόνες τους στις περισσότερες περιπτώσεις. Προληπτικά, συνιστάται το Jentadueto να λαμβάνεται ως 2 ημερήσιες δόσεις κατά τη διάρκεια ή μετά από τα γεύματα. Μία βραδεία αύξηση της δόσης μπορεί επίσης να βελτιώσει την ανεκτικότητα από το γαστρεντερικό. Η μακροχρόνια αγωγή με μετφορμίνη έχει συσχετισθεί με μία μείωση στην απορρόφηση της βιταμίνης Β12 που μπορεί πολύ σπάνια να έχει ως αποτέλεσμα κλινικά σημαντική έλλειψη βιταμίνης Β12 (π.χ. μεγαλοβλαστική αναιμία).

  • Μελέτη καρδιαγγειακής και νεφρικής ασφάλειας της λιναγλιπτίνης (CARMELINA) Η μελέτη CARMELINA αξιολόγησε την καρδιαγγειακή και νεφρική ασφάλεια της λιναγλιπτίνης έναντι εικονικού φαρμάκου σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο όπως αποδεικνύεται από ένα ιστορικό εγκατεστημένης μακρογγειακής ή νεφρικής νόσου (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η μελέτη συμπεριέλαβε 3.494 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν αγωγή με λιναγλιπτίνη (5 mg) και 3.485 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν εικονικό φάρμακο. Και οι δύο αγωγές προστέθηκαν στην καθιερωμένη θεραπευτική αγωγή στοχεύοντας τα τοπικά πρότυπα για την HbA1c και τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Η συνολική επίπτωση των ανεπιθύμητων συμβάντων και των σοβαρών ανεπιθύμητων συμβάντων στους ασθενείς που λάμβαναν λιναγλιπτίνη ήταν παρόμοια με εκείνη στους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Τα δεδομένα ασφάλειας από αυτήν τη μελέτη ήταν σύμφωνα με το προηγούμενο γνωστό προφίλ ασφάλειας της λιναγλιπτίνης. Στον πληθυσμό υπό αγωγή, σοβαρά υπογλυκαιμικά συμβάντα (που απαιτούσαν βοήθεια) αναφέρθηκαν στο 3,0% των ασθενών που λάμβαναν λιναγλιπτίνη και στο 3,1% εκείνων που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Μεταξύ των ασθενών που χρησιμοποιούσαν σουλφονυλουρία κατά την έναρξη, η επίπτωση σοβαρής υπογλυκαιμίας ήταν 2,0% στους ασθενείς που λάμβαναν αγωγή με λιναγλιπτίνη και στο 1,7% στους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Μεταξύ των ασθενών που χρησιμοποιούσαν ινσουλίνη κατά την έναρξη, η επίπτωση σοβαρής υπογλυκαιμίας ήταν 4,4% στους ασθενείς που λάμβαναν αγωγή με λιναγλιπτίνη και στο 4,9% στους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Στη συνολική περίοδο παρατήρησης της μελέτης, αξιολογημένη οξεία παγκρεατίτιδα αναφέρθηκε στο 0,3% των ασθενών που λάμβαναν αγωγή με λιναγλιπτίνη και στο 0,1% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Στη μελέτη CARMELINA, πομφολυγώδες πεμφιγοειδές αναφέρθηκε στο 0,2% των ασθενών που λάμβαναν αγωγή με λιναγλιπτίνη και δεν αναφέρθηκε σε κανέναν ασθενή που λάμβανε εικονικό φάρμακο.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-JENTADUETO
expand_more

Κύηση

Η χρήση της λιναγλιπτίνης δεν έχει μελετηθεί σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έχουν δείξει άμεσες ή έμμεσες βλαπτικές επιδράσεις σε σχέση με την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ένας περιορισμένος αριθμός δεδομένων υποδεικνύει ότι η χρήση της μετφορμίνης σε έγκυες γυναίκες δε συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εκ γενετής δυσπλασιών. Μελέτες σε πειραματόζωα με μετφορμίνη δεν υποδεικνύουν βλαπτικές επιδράσεις σε σχέση με την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Μη κλινικές μελέτες αναπαραγωγής δεν έχουν δείξει πρόσθετη τερατογόνο επίδραση που να αποδίδεται στη συγχορήγηση λιναγλιπτίνης και μετφορμίνης. Το Jentadueto δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εάν η ασθενής σχεδιάζει να μείνει έγκυος, ή αν παρουσιαστεί εγκυμοσύνη, η αγωγή με το Jentadueto θα πρέπει να διακοπεί και να αλλάξει σε αγωγή με ινσουλίνη όσο το δυνατό συντομότερα προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος δυσπλασιών στο έμβρυο που σχετίζονται με μη φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης αίματος.

Θηλασμός

Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει έκκριση τόσο της μετφορμίνης όσο και της λιναγλιπτίνης στο γάλα σε θηλάζοντες επίμυες. Η μετφορμίνη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν είναι γνωστό εάν η λιναγλιπτίνη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Θα πρέπει να ληφθεί απόφαση εάν θα πρέπει να διακοπεί ο θηλασμός ή να διακοπεί/ αποφευχθεί η θεραπεία με Jentadueto, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.

Γονιμότητα

Η επίδραση του Jentadueto στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν έχει μελετηθεί. Δεν έχουν παρουσιαστεί ανεπιθύμητες ενέργειες της λιναγλιπτίνης στη γονιμότητα σε αρσενικούς ή θηλυκούς επίμυες (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-JENTADUETO
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στο διαβήτη, συνδυασμοί των από του στόματος φαρμάκων που μειώνουν τη γλυκόζη του αίματος, κωδικός ATC: A10BD11

Το Jentadueto συνδυάζει δύο αντιυπεργλυκαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα με συμπληρωματικούς μηχανισμούς δράσης για τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2: λιναγλιπτίνη, ένας αναστολέας της διπεπτιδυλπεπτιδάσης 4 (DPP-4) και υδροχλωρική μετφορμίνη, ένα μέλος της κατηγορίας των διγουανιδών.

Λιναγλιπτίνη

Μηχανισμός δράσης Η λιναγλιπτίνη είναι ένας αναστολέας του ενζύμου DPP-4 (Διπεπτιδυλπεπτιδάση 4), ενός ενζύμου το οποίο εμπλέκεται στην απενεργοποίηση των ινκρετινών ορμονών GLP-1 και GIP (παρόμοιο με τη γλυκαγόνη πεπτίδιο-1, γλυκοζοεξαρτώμενο ινσουλινοτροπικό πολυπεπτίδιο). Αυτές οι ορμόνες αποδομούνται ταχέως από το ένζυμο DPP-4. Και οι δύο ινκρετίνες ορμόνες εμπλέκονται στη φυσιολογική ρύθμιση της ομοιόστασης της γλυκόζης. Οι ινκρετίνες εκκρίνονται σε ένα χαμηλό βασικό επίπεδο κατά τη διάρκεια της ημέρας και τα επίπεδα τους αυξάνονται αμέσως μετά τη λήψη γεύματος. Η GLP-1 και η GIP αυξάνουν τη βιοσύνθεση της ινσουλίνης και την έκκριση της από τα β-κύτταρα του παγκρέατος, παρουσία φυσιολογικών και αυξημένων επιπέδων γλυκόζης αίματος. Επιπροσθέτως, η GLP-1 επίσης μειώνει την έκκριση της γλυκαγόνης από τα α-κύτταρα του παγκρέατος, με αποτέλεσμα μείωση της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης. Η λιναγλιπτίνη δεσμεύεται πολύ αποτελεσματικά στο DPP-4 με αναστρέψιμο τρόπο και έτσι οδηγεί σε παρατεταμένη αύξηση και σε παράταση των δραστικών επιπέδων ινκρετινών. Η λιναγλιπτίνη αυξάνει γλυκοζοεξαρτώμενα την έκκριση της ινσουλίνης και μειώνει την έκκριση της γλυκαγόνης κι έτσι οδηγεί σε συνολική βελτίωση της ομοιόστασης της γλυκόζης. Η λιναγλιπτίνη δεσμεύεται εκλεκτικά στο DPP-4 και επιδεικνύει > 10.000 φορές εκλεκτικότητα έναντι της δραστικότητας των DPP-8 ή DPP-9 in vitro.

Μετφορμίνη

Μηχανισμός δράσης Η υδροχλωρική μετφορμίνη είναι μια διγουανίδη με αντιυπεργλυκαιμικές δράσεις, η οποία μειώνει τόσο τη βασική όσο και τη μεταγευματική γλυκόζη πλάσματος. Δεν προκαλεί έκκριση ινσουλίνης και ως εκ τούτου δεν οδηγεί σε υπογλυκαιμία.

Η υδροχλωρική μετφορμίνη μπορεί να δρα μέσω τριών μηχανισμών:

  1. μείωση της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης μέσω αναστολής της νεογλυκογένεσης και γλυκογονόλυσης.
  2. στους μυς, με αύξηση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, βελτιώνοντας την περιφερική πρόσληψη γλυκόζης και τη χρησιμοποίηση της.
  3. και καθυστέρηση της απορρόφησης γλυκόζης από το έντερο.

Η υδροχλωρική μετφορμίνη διεγείρει την ενδοκυτταρική σύνθεση γλυκογόνου δρώντας στη συνθάση του γλυκογόνου. Η υδροχλωρική μετφορμίνη αυξάνει τη δυνατότητα μεταφοράς όλων των τύπων των μεταφορέων μεμβράνης της γλυκόζης (GLUTs) οι οποίοι είναι γνωστοί μέχρι σήμερα. Στους ανθρώπους, ανεξάρτητα της δράσης της στη γλυκαιμία, η υδροχλωρική μετφορμίνη έχει θετικές επιδράσεις στο μεταβολισμό των λιπιδίων. Αυτό έχει δειχθεί σε θεραπευτικές δόσεις σε ελεγχόμενες, μεσαίας ή μακράς διαρκείας κλινικές μελέτες: η υδροχλωρική μετφορμίνη μειώνει τη συνολική χοληστερόλη, την LDL χοληστερόλη και τα επίπεδα τριγλυκεριδίων.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

  • Η λιναγλιπτίνη ως επιπρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της λιναγλιπτίνης σε συνδυασμό με μετφορμίνη σε ασθενείς με μη επαρκή γλυκαιμικό έλεγχο με τη μονοθεραπεία μετφορμίνης εκτιμήθηκε σε μία διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, διάρκειας 24 εβδομάδων. Η προσθήκη της λιναγλιπτίνης στη μετφορμίνη παρείχε σημαντικές βελτιώσεις στην HbA1c, (-0,64% μεταβολή σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο), από μέση αρχική κατάσταση HbA1c 8%. Η λιναγλιπτίνη επίσης έδειξε σημαντικές βελτιώσεις στη γλυκόζη πλάσματος σε κατάσταση νηστείας (FPG) κατά -21,1 mg/dl και στη μεταγευματική γλυκόζη 2 ώρες μετά (PPG) κατά -67,1 mg/dl σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, καθώς και μεγαλύτερη αναλογία ασθενών που επέτυχαν στόχο HbA1c < 7,0% (28,3% με λιναγλιπτίνη έναντι 11,4% με εικονικό φάρμακο). Η παρατηρούμενη συχνότητα εμφάνισης υπογλυκαιμίας σε ασθενείς που έλαβαν λιναγλιπτίνη ήταν παρόμοια με του εικονικού φαρμάκου. Το βάρος σώματος δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των ομάδων. Σε μία παραγοντική μελέτη, διάρκειας 24-εβδομάδων, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, αρχικής θεραπείας, η λιναγλιπτίνη 2,5 mg δύο φορές την ημέρα σε συνδυασμό με μετφορμίνη (500 mg ή 1.000 mg δύο φορές την ημέρα) παρείχε σημαντικές βελτιώσεις στις γλυκαιμικές παραμέτρους σε σύγκριση με την κάθε μονοθεραπεία όπως συνοψίζεται στον Πίνακα 3 (μέση αρχική κατάσταση HbA1c 8,65%).

Πίνακας 3: Γλυκαιμικές παράμετροι στην τελική επίσκεψη (μελέτη 24 εβδομάδων) για λιναγλιπτίνη και μετφορμίνη, μόνες τους και σε συνδυασμό σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 μη επαρκώς ελεγχόμενο με δίαιτα και άσκηση

Εικονικό φάρμακο Λιναγλιπτίνη 5 mg Μία φορά την ημέρα Μετφορμίνη HCl 500 mg Δύο φορές την ημέρα Λιναγλιπτίνη 2,5 mg Δύο φορές την ημέρα + Μετφορμίνη HCl 500 mg Δύο φορές την ημέρα Μετφορμίνη HCl 1.000 mg Δύο φορές την ημέρα Λιναγλιπτίνη 2,5 mg Δύο φορές την ημέρα + Μετφορμίνη HCl 1.000 mg Δύο φορές την ημέρα
HbA1c (%)
Αριθμός ασθενών 65 135 141 137 138 140
Αρχική κατάσταση (μέση) 8,7 8,7 8,7 8,7 8,5 8,7
Μεταβολή από την αρχική κατάσταση (προσαρμοσμένη μέση τιμή) 0,1 -0,5 -0,6 -1,2 -1,1 -1,6
Διαφορά από το εικονικό φάρμακο (προσαρμοσμένη μέση τιμή) (95% CI) -0,6 (-0,9, -0,3) -0,8 (-1,0, -0,5) -1,3 (-1,6, -1,1) -1,2 (-1,5, -0,9) -1,7 (-2,0, -1,4)
Ασθενείς (n,%) που επέτυχαν HbA1c < 7% 7 (10,8) 14 (10,4) 27 (19,1) 42 (30,7) 43 (31,2) 76 (54,3)
Ασθενείς (%) που λαμβάνουν θεραπεία διάσωσης 29,2 11,1 13,5 7,3 8,0 4,3
Γλυκόζη πλάσματος σε κατάσταση νηστείας (FPG) (mg/dL)
Αριθμός ασθενών 61 134 136 135 132 136
Αρχική κατάσταση (μέση) 203 195 191 199 191 196
Μεταβολή από την αρχική κατάσταση (προσαρμοσμένη μέση τιμή) 10 -9 -16 -33 -32 -49
Διαφορά από το εικονικό φάρμακο (προσαρμοσμένη μέση τιμή) (95% CI) -19 (-31, -6) -26 (-38, -14) -43 (-56, -31) -42 (-55, -30) -60 (-72, -47)

Η συνολική ημερήσια δόση της λιναγλιπτίνης είναι ίση με 5 mg Οι μέσες μειώσεις από την αρχική κατάσταση στην HbA1c ήταν γενικά μεγαλύτερες για τους ασθενείς με υψηλότερες τιμές HbA1c αρχικής κατάστασης. Οι επιδράσεις στα λιπίδια πλάσματος ήταν γενικά ουδέτερες. Η μείωση στο σωματικό βάρος με το συνδυασμό λιναγλιπτίνης και μετφορμίνης ήταν παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε για τη μετφορμίνη μόνο ή για το εικονικό φάρμακο. Δεν υπήρχε μεταβολή στο βάρος από την αρχική κατάσταση για τους ασθενείς που λάμβαναν μόνο λιναγλιπτίνη. Η επίπτωση της υπογλυκαιμίας ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων που έλαβαν θεραπεία (εικονικό φάρμακο 1,4%, λιναγλιπτίνη 5 mg 0%, μετφορμίνη 2,1%, και λιναγλιπτίνη 2,5 mg συν μετφορμίνη δύο φορές την ημέρα 1,4%).

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της λιναγλιπτίνης 2,5 mg δύο φορές την ημέρα έναντι 5 mg μία φορά την ημέρα σε συνδυασμό με μετφορμίνη σε ασθενείς με ανεπαρκή γλυκαιμικό έλεγχο με τη μονοθεραπεία μετφορμίνης, αξιολογήθηκε σε μία διπλά τυφλή ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διαρκείας 12 εβδομάδων. Η λιναγλιπτίνη 5 mg μία φορά την ημέρα και 2,5 mg δύο φορές την ημέρα έδειξε συγκρίσιμες (CI: -0,07, 0,19) σημαντικές μειώσεις της HbA1c -0,80% (από αρχική κατάσταση 7,98%), και -0,74% (από αρχική κατάσταση 7,96%) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η παρατηρηθείσα επίπτωση της υπογλυκαιμίας σε ασθενείς που έλαβαν λιναγλιπτίνη ήταν παρόμοια με του εικονικού φαρμάκου. Το σωματικό βάρος δε διέφερε σημαντικά μεταξύ των ομάδων.

  • Η λιναγλιπτίνη ως επιπρόσθετη θεραπεία σε συνδυασμό θεραπείας με μετφορμίνη και σουλφονυλουρία Μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διαρκείας 24 εβδομάδων διεξήχθη ώστε να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της λιναγλιπτίνης 5 mg σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, σε ασθενείς που δε θεραπεύτηκαν επαρκώς με συνδυασμό μετφορμίνης και μίας σουλφονυλουρίας. Με τη λιναγλιπτίνη επετεύχθησαν σημαντικές βελτιώσεις στην HbA1c (-0,62% μεταβολή σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο), από μία μέση αρχική κατάσταση HbA1c 8,14%. Η λιναγλιπτίνη επίσης έδειξε σημαντικές βελτιώσεις στους ασθενείς που πέτυχαν στόχο HbA1c < 7,0% (31,2% με τη λιναγλιπτίνη έναντι 9,2% με το εικονικό φάρμακο), και επίσης στη γλυκόζη πλάσματος σε κατάσταση νηστείας (FPG) με μείωση -12,7 mg/dl σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Το σωματικό βάρος δε διέφερε σημαντικά μεταξύ των ομάδων.

  • Η λιναγλιπτίνη ως επιπρόσθετη θεραπεία σε συνδυασμό θεραπείας με μετφορμίνη και εμπαγλιφλοζίνη Σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με μετφορμίνη και εμπαγλιφλοζίνη (10 mg (n=247) ή 25 mg (n=217)), η θεραπεία διάρκειας 24 εβδομάδων με επιπρόσθετη θεραπεία λιναγλιπτίνης 5 mg παρείχε προσαρμοσμένες μειώσεις της μέσης HbA1c από την αρχική τιμή κατά -0,53% (σημαντική διαφορά στην επιπρόσθετη θεραπεία εικονικού φαρμάκου -0,32% (95% CI -0,52, -0,13) και -0,58% (σημαντική διαφορά στην επιπρόσθετη θεραπεία εικονικού φαρμάκου -0,47% (95% CI -0,66, -0,28), αντίστοιχα. Ένα στατιστικά σημαντικό μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών με αρχική τιμή HbA1c ≥7,0% που έλαβαν θεραπεία με λιναγλιπτίνη 5 mg πέτυχαν το στόχο HbA1c < 7%, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

  • Η λιναγλιπτίνη σε συνδυασμό με μετφορμίνη και ινσουλίνη Μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διαρκείας 24 εβδομάδων διεξήχθη ώστε να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της λιναγλιπτίνης (5 mg μία φορά την ημέρα) επιπρόσθετα στην ινσουλίνη με ή χωρίς μετφορμίνη. Σε αυτή τη μελέτη το 83% των ασθενών ελάμβαναν μετφορμίνη σε συνδυασμό με ινσουλίνη. Η λιναγλιπτίνη σε συνδυασμό με μετφορμίνη συν ινσουλίνη, παρείχε σημαντικές βελτιώσεις στην HbA1c σε αυτή την υποομάδα με -0,68% (CI: - 0,78, -0,57) προσαρμοσμένη μέση μεταβολή από την αρχική κατάσταση (μέση αρχική κατάσταση HbA1c 8,28%) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε συνδυασμό με μετφορμίνη συν ινσουλίνη. Δεν υπήρχε σημαντική μεταβολή από την αρχική κατάσταση στο σωματικό βάρος σε καμία ομάδα.

  • Δεδομένα 24 μηνών για τη λιναγλιπτίνη, ως επιπρόσθετη θεραπεία σε μετφορμίνη σε σύγκριση με γλιμεπιρίδη Σε μία μελέτη που συνέκρινε την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της προσθήκης λιναγλιπτίνης 5 mg ή γλιμεπιρίδης (μέση δόση 3 mg) σε ασθενείς με ανεπαρκή γλυκαιμικό έλεγχο σε μονοθεραπεία με μετφορμίνη, οι μέσες μειώσεις στην HbA1c ήταν -0,16% με λιναγλιπτίνη (μέση αρχική κατάσταση HbA1c 7,69%) και -0,36% με γλιμεπιρίδη (μέση αρχική κατάσταση HbA1c 7,69%.) με μία μέση διαφορά θεραπείας 0,20% (97,5% διάστημα εμπιστοσύνης: 0,09, 0,299). Η επίπτωση της υπογλυκαιμίας στην ομάδα της λιναγλιπτίνης (7,5%) ήταν σημαντικά χαμηλότερη από ότι στην ομάδα της γλιμεπιρίδης (36,1%). Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λιναγλιπτίνη επέδειξαν σημαντική μέση μείωση από την αρχική κατάσταση στο σωματικό βάρος σε σύγκριση με μία σημαντική αύξηση βάρους στους ασθενείς που χορηγήθηκε γλιμεπιρίδη (-1,39 έναντι +1,29 kg).

  • Η λιναγλιπτίνη ως επιπρόσθετη θεραπεία σε ηλικιωμένους (ηλικίας ≥ 70 ετών) με διαβήτη τύπου 2 Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της λιναγλιπτίνης στους ηλικιωμένους (ηλικίας ≥ 70 ετών) με διαβήτη τύπου 2 εκτιμήθηκε σε μία διπλά τυφλή μελέτη διαρκείας 24 εβδομάδων. Οι ασθενείς έλαβαν μετφορμίνη και/ ή σουλφονυλουρία και/ ή ινσουλίνη ως θεραπεία βάσης. Οι δόσεις της αντιδιαβητικής θεραπείας βάσης διατηρήθηκαν σταθερές κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 εβδομάδων, μετά από τις οποίες επιτράπηκαν τροποποιήσεις. Η λιναγλιπτίνη παρείχε σημαντικές βελτιώσεις στην HbA1c (-0,64% μεταβολή σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο μετά από 24 εβδομάδες), από μία μέση αρχική κατάσταση HbA1c 7,8%. Η λιναγλιπτίνη επίσης έδειξε σημαντικές βελτιώσεις στη γλυκόζη πλάσματος σε κατάσταση νηστείας (FPG) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Το σωματικό βάρος δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων. Σε μία συγκεντρωτική ανάλυση που αφορούσε σε ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικία ≥ 70 ετών) με διαβήτη τύπου 2 (n=183) οι οποίοι ελάμβαναν μαζί μετφορμίνη και βασική ινσουλίνη ως θεραπεία υποβάθρου, η λιναγλιπτίνη σε συνδυασμό με μετφορμίνη συν ινσουλίνη παρείχε σημαντικές βελτιώσεις στις παραμέτρους της HbA1c με -0,81% (CI: - 1,01, -0,61) προσαρμοσμένη μέση μεταβολή από την αρχική κατάσταση (μέση αρχική κατάσταση HbA1c 8,13%) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε συνδυασμό με μετφορμίνη συν ινσουλίνη.

  • Μελέτη καρδιαγγειακής και νεφρικής ασφάλειας της λιναγλιπτίνης (CARMELINA) Η CARMELINA ήταν μια τυχαιοποιημένη μελέτη σε 6.979 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο όπως αποδεικνύεται από ένα ιστορικό εγκατεστημένης μακροαγγειακής ή νεφρικής νόσου, οι οποίοι έλαβαν αγωγή με λιναγλιπτίνη 5 mg (3.494) ή εικονικό φάρμακο (3.485) επιπρόσθετα στην καθιερωμένη θεραπευτική αγωγή στοχεύοντας τα τοπικά πρότυπα για την HbA1c, τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου και τη νεφρική νόσο. Ο πληθυσμός της μελέτης συμπεριέλαβε 1.211 (17,4%) ασθενείς ηλικίας ≥75 ετών και 4.348 (62,3%) ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Περίπου 19% του πληθυσμού είχαν eGFR ≥45 έως <60 ml/min/1,73 m2, 28% του πληθυσμού είχαν eGFR ≥30 έως <45 ml/min/1,73 m2 και 15% είχαν eGFR <30 ml/min/1,73 m2. Η μέση HbA1c κατά την έναρξη ήταν 8,0%. Η μελέτη σχεδιάστηκε για να καταδείξει μη κατωτερότητα για το κύριο καρδιαγγειακό τελικό σημείο, το οποίο ήταν ένα σύνθετο της πρώτης εμφάνισης καρδιαγγειακού θανάτου ή μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου (MI) ή μη θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (3P-MACE). Το νεφρικό σύνθετο τελικό σημείο καθορίστηκε ως νεφρικός θάνατος ή παρατεταμένη νεφροπάθεια τελικού σταδίου ή παρατεταμένη μείωση 40% ή περισσότερο του eGFR. Μετά από μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 2,2 ετών, η λιναγλιπτίνη, όταν προστέθηκε στην καθιερωμένη θεραπευτική αγωγή, δεν αύξησε τον κίνδυνο μειζόνων ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβάντων ή συμβάντων νεφρικής έκβασης. Δεν υπήρξε αυξημένος κίνδυνος νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια, το οποίο ήταν ένα πρόσθετο αξιολογημένο παρατηρούμενο τελικό σημείο σε σύγκριση με την καθιερωμένη θεραπευτική αγωγή χωρίς λιναγλιπτίνη σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 (βλ. Πίνακα 4).

Πίνακας 4: Καρδιαγγειακές και νεφρικές εκβάσεις κατά ομάδα θεραπείας στη μελέτη CARMELINA

Λιναγλιπτίνη 5 mg Εικονικό φάρμακο
Αριθμός ατόμων (%) Ποσοστό επίπτωσης ανά 1.000 PY* Αριθμός ατόμων (%)
Αριθμός ασθενών 3.494 3.485
Κύριο καρδιαγγειακό σύνθετο (καρδιαγγειακός θάνατος, μη θανατηφόρο MI, μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) 434 (12,4) 57,7 420 (12,1)
Δευτερεύον νεφρικό σύνθετο (νεφρικός θάνατος, ESRD, παρατεταμένη μείωση 40% του eGFR) 327 (9,4) 48,9 306 (8,8)
Θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας 367 (10,5) 46,9 373 (10,7)
Καρδιαγγειακός θάνατος 255 (7,3) 32,6 264 (7,6)
Νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια 209 (6,0) 27,7 226 (6,5)

*PY=έτη ασθενών **Δοκιμή μη κατωτερότητας για να καταδειχθεί ότι το άνω όριο του 95% CI για τον λόγο κινδύνου είναι μικρότερο από 1,3

Στις αναλύσεις για την εξέλιξη της λευκωματουρίας (μεταβολή από νορμολευκωματουρία σε μικρολευκωματουρία ή μακρολευκωματουρία, ή από μικρολευκωματουρία σε μακρολευκωματουρία), ο εκτιμώμενος λόγος κινδύνου ήταν 0,86 (95% CI 0,78, 0,95) για τη λιναγλιπτίνη έναντι του εικονικού φαρμάκου.

Μετφορμίνη

Η προοπτική τυχαιοποιημένη (UKPDS) μελέτη έχει αποδείξει το μακροχρόνιο όφελος του εντατικού ελέγχου γλυκόζης αίματος στο διαβήτη τύπου 2. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων για τους υπέρβαρους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με μετφορμίνη μετά από αποτυχία της δίαιτας μόνο έδειξε:

  • μια σημαντική μείωση στον απόλυτο κίνδυνο οποιασδήποτε επιπλοκής σχετιζόμενη με το διαβήτη στην ομάδα της μετφορμίνης (29,8 συμβάντα/1.000 ασθενείς-έτη) έναντι της δίαιτας μόνο (43,3 συμβάντα /1.000 ασθενείς-έτη), p= 0,0023, και έναντι των ομάδων της συνδυασμένης σουλφονυλουρίας και της μονοθεραπείας ινσουλίνης (40,1 συμβάντα /1.000 ασθενείς-έτη), p=0,0034
  • μια σημαντική μείωση στον απόλυτο κίνδυνο οποιασδήποτε θνησιμότητας σχετιζόμενης με το διαβήτη: μετφορμίνη 7,5 συμβάντα/1.000 ασθενείς-έτη, δίαιτα μόνο 12,7 συμβάντα /1.000 ασθενείς-έτη, p=0,017
  • μια σημαντική μείωση στον απόλυτο κίνδυνο της συνολικής θνησιμότητας: μετφορμίνη 13,5 συμβάντα /1.000 ασθενείς-έτη έναντι της δίαιτας μόνο 20,6 συμβάντα /1.000 ασθενείς-έτη, (p=0,011), και έναντι των ομάδων της συνδυασμένης σουλφονυλουρίας και της μονοθεραπείας ινσουλίνης 18,9 συμβάντα /1.000 ασθενείς-έτη (p=0,021)
  • μια σημαντική μείωση στον απόλυτο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου: μετφορμίνη 11 συμβάντα/1.000 ασθενείς-έτη, δίαιτα μόνο 18 συμβάντα /1.000 ασθενείς-έτη, (p=0,01).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Jentadueto σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού με διαβήτη τύπου 2 (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-JENTADUETO
expand_more

Μελέτες βιοϊσοδυναμίας σε υγιή άτομα έδειξαν ότι το Jentadueto (λιναγλιπτίνη/υδροχλωρική μετφορμίνη) δισκία συνδυασμού είναι βιοϊσοδύναμο με τη συγχορήγηση λιναγλιπτίνης και μετφορμίνης ως μεμονωμένα δισκία. Η χορήγηση του Jentadueto 2,5/1.000 mg με την τροφή δεν οδήγησε σε καμία μεταβολή στη συνολική έκθεση της λιναγλιπτίνης. Με τη μετφορμίνη δεν υπήρχε μεταβολή στην AUC, ωστόσο η μέση μέγιστη συγκέντρωση ορού της μετφορμίνης ήταν μειωμένη κατά 18% όταν χορηγήθηκε με την τροφή. Για τη μετφορμίνη παρατηρήθηκε μία καθυστέρηση του χρόνου μέχρι τις μέγιστες συγκεντρώσεις ορού κατά 2 ώρες κάτω από συνθήκες σίτισης. Αυτές οι μεταβολές δεν είναι πιθανό να είναι κλινικά σημαντικές.

Οι παρακάτω περιγραφές αντικατοπτρίζουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της κάθε δραστικής ουσίας του Jentadueto μεμονωμένα.

Λιναγλιπτίνη

Η φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης έχει εκτεταμένα χαρακτηρισθεί σε υγιή άτομα και ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Μετά από του στόματος χορήγηση δόσης 5 mg σε υγιείς εθελοντές ή ασθενείς, η λιναγλιπτίνη απορροφήθηκε ταχέως, με μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος (διάμεση τιμή Tmax) να λαμβάνουν χώρα 1,5 ώρα μετά τη χορήγηση της δόσης. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος της λιναγλιπτίνης μειώνονται με τριφασικό τρόπο με μεγάλο τελικό χρόνο ημιζωής (τελικός χρόνος ημιζωής της λιναγλιπτίνης πάνω από 100 ώρες), που κυρίως σχετίζεται με την ισχυρή, που μπορεί να κορεστεί, σύνδεση της λιναγλιπτίνης στο DPP-4 και δε συμβάλλει στη συσσώρευση της δραστικής ουσίας. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημιζωής για συσσώρευση της λιναγλιπτίνης, όπως προσδιορίσθηκε με από του στόματος χορήγηση πολλαπλών δόσεων 5 mg λιναγλιπτίνης, είναι περίπου 12 ώρες. Μετά από δοσολογία 5 mg λιναγλιπτίνης μία φορά την ημέρα, οι συγκεντρώσεις πλάσματος στη σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνονται με την τρίτη δόση. Η AUC πλάσματος της λιναγλιπτίνης αυξήθηκε κατά περίπου 33% μετά από δόσεις των 5 mg στη σταθεροποιημένη κατάσταση σε σύγκριση με την πρώτη δόση. Οι ενδοατομικοί και οι διατομικοί συντελεστές μεταβλητότητας της AUC της λιναγλιπτίνης ήταν χαμηλοί (12,6% και 28,5%, αντίστοιχα). Λόγω του ότι η σύνδεση της λιναγλιπτίνης στο DPP-IV είναι εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση, η φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης με βάση τη συνολική έκθεση δεν είναι γραμμική. Πράγματι, η συνολική AUC πλάσματος της λιναγλιπτίνης αυξήθηκε λιγότερο σε σχέση με την κινητική που είναι ανάλογη της δόσης, ενώ η μη συνδεδεμένη AUC αυξάνεται περίπου ανάλογα της δόσης. Η φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης ήταν γενικά παρόμοια σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.

  • Απορρόφηση Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της λιναγλιπτίνης είναι περίπου 30%. Η συγχορήγηση ενός γεύματος πλούσιου σε λιπαρά με τη λιναγλιπτίνη παρέτεινε το χρόνο επίτευξης της Cmax κατά 2 ώρες και μείωσε τη Cmax κατά 15% αλλά δεν παρατηρήθηκε επίδραση στην AUC 0-72h. Δεν αναμένονται κλινικά σχετικές μεταβολές της Cmax και του Tmax. Ως εκ τούτου, η λιναγλιπτίνη μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή.

  • Κατανομή Ως αποτέλεσμα της σύνδεσης στους ιστούς, ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 5 mg λιναγλιπτίνης σε υγιή άτομα είναι περίπου 1.110 λίτρα, κάτι που δείχνει ότι η λιναγλιπτίνη κατανέμεται εκτεταμένα στους ιστούς. Η σύνδεση της λιναγλιπτίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος εξαρτάται από τη συγκέντρωση, μειούμενη από περίπου 99% σε 1 nmol/l στο 75-89% σε ≥ 30 nmol/l, κάτι που αντικατοπτρίζει κορεσμό της σύνδεσης στο DPP-4 με αύξηση της συγκέντρωσης της λιναγλιπτίνης. Σε υψηλές συγκεντρώσεις, όπου το DPP-4 είναι πλήρως κορεσμένο, το 70-80% της λιναγλιπτίνης συνδέθηκε σε πρωτεΐνες του πλάσματος άλλες από το DPP-4, κι έτσι το 20-30% ήταν μη συνδεδεμένο στο πλάσμα.

  • Βιομετασχηματισμός Μετά από του στόματος χορήγηση δόσης 10 mg λιναγλιπτίνης επισημασμένης με [14C], περίπου 5% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα. Ο μεταβολισμός παίζει δευτερεύοντα ρόλο στην απομάκρυνση της λιναγλιπτίνης. Στη σταθεροποιημένη κατάσταση με σχετική έκθεση στη λιναγλιπτίνη 13,3% ανιχνεύθηκε ένας κύριος μεταβολίτης, ο οποίος ευρέθη ότι είναι φαρμακολογικά αδρανής και ως εκ τούτου δεν συμβάλλει στη ανασταλτική δραστηριότητα της λιναγλιπτίνης για το DPP-4 πλάσματος.

  • Αποβολή Μετά από του στόματος χορήγηση δόσης λιναγλιπτίνης επισημασμένης με [14C], σε υγιή άτομα, περίπου το 85% της χορηγηθείσας ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα κόπρανα (80%) ή στα ούρα (5%) εντός 4 ημερών από τη χορήγηση. Η νεφρική κάθαρση στη σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν περίπου 70 ml/min.

  • Νεφρική ανεπάρκεια Υπό συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης, η έκθεση στη λιναγλιπτίνη σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία ήταν συγκρίσιμη με αυτή των υγιών ατόμων. Σε μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, μια ήπια αύξηση στην έκθεση, περίπου 1,7 φορές, παρατηρήθηκε σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Η έκθεση σε ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2, με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια αυξήθηκε κατά περίπου 1,4 φορές σε σύγκριση με ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Οι προβλέψεις για την AUC της λιναγλιπτίνης στη σταθεροποιημένη κατάσταση σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου (ESRD) έδειξαν συγκρίσιμη έκθεση με αυτή ασθενών με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Επιπρόσθετα, η λιναγλιπτίνη δεν αναμένεται να απομακρύνεται σε θεραπευτικά σημαντικό βαθμό μέσω αιμοδιύλισης ή περιτοναϊκής διύλισης. Δε συνιστάται η ρύθμιση της δόσης της λιναγλιπτίνης σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Ως εκ τούτου, η λιναγλιπτίνη μπορεί να συνεχισθεί μέσω χορήγησης μεμονωμένου δισκίου στην ίδια ημερήσια δόση των 5 mg εάν το Jentadueto διακοπεί λόγω ενδείξεων νεφρικής ανεπάρκειας.

  • Ηπατική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (σύμφωνα με την ταξινόμηση κατά Child-Pugh), η μέση AUC και Cmax της λιναγλιπτίνης ήταν παρόμοιες με αυτές των υγιών ζευγών ελέγχου μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων 5 mg λιναγλιπτίνης.

  • Δείκτης Μάζας Σώματος (BMI) Ο Δείκτης Μάζας Σώματος δεν είχε καμία κλινικά σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης με βάση ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού των δεδομένων Φάσης Ι και Φάσης ΙΙ. Οι κλινικές δοκιμές πριν την Άδεια Κυκλοφορίας έχουν διεξαχθεί σε BMI έως 40 kg/m2.

  • Φύλο Το φύλο δεν είχε καμία κλινικά σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης με βάση ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού των δεδομένων Φάσης Ι και Φάσης ΙΙ.

  • Ηλικιωμένοι Η ηλικία δεν είχε κλινικά σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λιναγλιπτίνης με βάση ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού των δεδομένων Φάσης Ι και Φάσης ΙΙ. Τα ηλικιωμένα άτομα (για την ηλικιακή ομάδα 65 έως 80 έτη, ο γηραιότερος ασθενής ήταν 78 ετών) είχαν συγκρίσιμες συγκεντρώσεις πλάσματος της λιναγλιπτίνης σε σύγκριση με νεότερα άτομα. Οι κατώτερες συγκεντρώσεις της λιναγλιπτίνης επίσης μετρήθηκαν σε ηλικιωμένους (ηλικίας ≥ 70 ετών) με διαβήτη τύπου 2 σε μία μελέτη φάσης III διαρκείας 24 εβδομάδων. Οι συγκεντρώσεις της λιναγλιπτίνης σε αυτή τη μελέτη ήταν εντός του εύρους των τιμών που είχαν παρατηρηθεί προγενέστερα σε νεότερους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.

  • Παιδιατρικός πληθυσμός Μια παιδιατρική μελέτη Φάσης 2 εξέτασε τη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική 1 mg και 5 mg λιναγλιπτίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας ≥ 10 έως < 18 ετών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Οι φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές αποκρίσεις που παρατηρήθηκαν ήταν συμβατές με εκείνες που απαντώνται στα ενήλικα άτομα. Λιναγλιπτίνη 5 mg κατέδειξε ανωτερότητα έναντι του 1 mg όσον αφορά την κατώτατη αναστολή της DPP-4 (72% έναντι 32%, p=0,0050) και αριθμητικά μεγαλύτερη μείωση όσον αφορά την προσαρμοσμένη μέση αλλαγή από την αρχική τιμή στην HbA1c (-0,63% έναντι -0,48%, μη σημαντική). Λόγω της περιορισμένης φύσης του συνόλου των δεδομένων, τα αποτελέσματα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή.

  • Φυλή Η φυλή δεν είχε καμία εμφανή επίδραση στις συγκεντρώσεις πλάσματος της λιναγλιπτίνης με βάση μια σύνθετη ανάλυση των διαθέσιμων φαρμακοκινητικών δεδομένων, που περιλάμβαναν Καυκάσιους, Ισπανόφωνους, Αφρικανούς και Ασιάτες ασθενείς. Επιπρόσθετα, τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της λιναγλιπτίνης βρέθηκε ότι είναι παρόμοια σε εξειδικευμένες μελέτες Φάσης Ι σε Ιάπωνες, Κινέζους και Καυκάσιους υγιείς εθελοντές καθώς και σε Αφροαμερικανούς ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.

Μετφορμίνη

  • Απορρόφηση Μετά από μία από του στόματος δόση μετφορμίνης, ο Tmax επιτυγχάνεται σε 2,5 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων 500 mg ή 850 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης είναι περίπου 50-60% σε υγιή άτομα. Μετά από μία από του στόματος δόση, το μη απορροφούμενο κλάσμα που ανακτάται στα κόπρανα είναι 20-30%. Μετά από του στόματος χορήγηση, η απορρόφηση της υδροχλωρικής μετφορμίνης είναι υποκείμενη σε κορεσμό και μη πλήρης. Θεωρείται ότι η φαρμακοκινητική της απορρόφησης της υδροχλωρικής μετφορμίνης είναι μη γραμμική. Στις συνιστώμενες δόσεις υδροχλωρικής μετφορμίνης και στα αντίστοιχα δοσολογικά σχήματα, οι συγκεντρώσεις πλάσματος στη σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνονται εντός 24 έως 48 ωρών και είναι γενικά μικρότερες από 1 microgram/ml. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, τα μέγιστα επίπεδα πλάσματος της υδροχλωρικής μετφορμίνης (Cmax) δεν υπερέβησαν τα 5 microgram/ml, ακόμα και στις μέγιστες δόσεις. Το φαγητό μειώνει την έκταση και ελαφρώς καθυστερεί την απορρόφηση της υδροχλωρικής μετφορμίνης. Μετά από χορήγηση δόσης 850 mg, παρατηρούνται μία κατά 40% χαμηλότερη μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος, μία κατά 25% μείωση στην AUC (επιφάνεια κάτω από την καμπύλη) και μία παράταση κατά 35 λεπτά του χρόνου μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος. Η κλινική σχέση αυτών των μειώσεων είναι άγνωστη.

  • Κατανομή Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι αμελητέα. Η υδροχλωρική μετφορμίνη κατανέμεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Η μέγιστη τιμή στο αίμα είναι χαμηλότερη από τη μέγιστη τιμή στο πλάσμα και εμφανίζεται περίπου την ίδια χρονική στιγμή. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια είναι πιο πιθανό ότι αντιπροσωπεύουν ένα δευτερεύον διαμέρισμα κατανομής. Ο μέσος όγκος κατανομής (Vd) κυμαίνεται μεταξύ 63-276 l.

  • Βιομετασχηματισμός Η υδροχλωρική μετφορμίνη απεκκρίνεται αναλλοίωτη με τα ούρα. Δεν έχουν προσδιοριστεί μεταβολίτες στους ανθρώπους.

  • Αποβολή Η νεφρική κάθαρση της υδροχλωρικής μετφορμίνης είναι > 400 ml/min, κάτι που δείχνει ότι η υδροχλωρική μετφορμίνη καθαίρεται μέσω σπειραματικής διήθησης και σωληναριακής έκκρισης. Μετά από του στόματος χορήγηση, ο φαινόμενος χρόνος ημιζωής αποβολής είναι περίπου 6,5 ώρες. Όταν η νεφρική λειτουργία είναι ανεπαρκής, η νεφρική κάθαρση μειώνεται ανάλογα της μείωσης της κάθαρσης κρεατινίνης και ως εκ τούτου, ο χρόνος ημιζωής αποβολής παρατείνεται, με αποτέλεσμα αυξημένα επίπεδα υδροχλωρικής μετφορμίνης στο πλάσμα.

  • Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτη εφάπαξ δόσης: μετά από εφάπαξ δόση 500 mg υδροχλωρικής μετφορμίνης, οι παιδιατρικοί ασθενείς έχουν δείξει παρόμοιο φαρμακοκινητικό προφίλ με αυτό που παρατηρήθηκε σε υγιείς ενήλικες. Μελέτη πολλαπλών δόσεων: τα δεδομένα περιορίζονται σε μία μελέτη. Μετά από επαναλαμβανόμενη δόση 500 mg δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες σε παιδιατρικούς ασθενείς, η μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος (Cmax) και η συστηματική έκθεση (AUC0-t) μειώθηκαν κατά περίπου 33% και 40%, αντίστοιχα σε σύγκριση με διαβητικούς ενήλικες που έλαβαν επαναλαμβανόμενες δόσεις των 500 mg δύο φορές την ημέρα για 14 ημέρες. Καθώς η δόση τιτλοποιείται εξατομικευμένα με βάση τον γλυκαιμικό έλεγχο, αυτό είναι περιορισμένης κλινικής σημασίας.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

155 ώρες (τερματικός), ~12 ώρες (αποτελεσματικός)
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

99% (1nmol/L), 75-89% (>30nmol/L)
PubChem

Απέκκριση

Κόπρανα/Νεφρά
PubChem
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Σακχαρώδης Διαβήτης Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας για τον Σακχαρώδη Διαβήτη
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ ΣΔ1 A10BH05
    ΣΔ τύπου 1
    • Απόλυτη έλλειψη ενδογενούς ινσουλίνης — αναπλήρωση
    Δοσολογία: — · Συνεχής

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
10096344
Μοριακός τύπος
C25H28N8O2
Μοριακό βάρος
472.5
IUPAC
8-[(3R)-3-aminopiperidin-1-yl]-7-but-2-ynyl-3-methyl-1-[(4-methylquinazolin-2-yl)methyl]purine-2,6-dione
InChIKey
LTXREWYXXSTFRX-QGZVFWFLSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.

Πεπτίδια που διεγείρουν την έκκριση ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος μετά τη λήψη τροφής από το στόμα ή μετά τα γεύματα.

Ενώσεις που καταστέλλουν την αποδόμηση των ινκρετινών, αναστέλλοντας τη δράση της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης IV. Αυτό βοηθά στη διόρθωση της διαταραγμένης έκκρισης ινσουλίνης και γλυκαγόνης που χαρακτηρίζει τον ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2, διεγείροντας την έκκριση ινσουλίνης και καταστέλλοντας την έκκριση γλυκαγόνης.