FINGOLIMOD
Φινγκολιμόδη
**Φαρμακοδυναμική** Στη σκλήρυνση κατά πλάκας, η φινγκολιμόδη συνδέεται με τους υποδοχείς σφιγγοσίνης, μειώνοντας τη σχετιζόμενη νευροφλεγμονή. Στη νόσο COVID-19, μπορεί να μειώσει την πνευμονική φλεγμονή και να βελτιώσει την κλινική έκβαση των ασθενών με αυτή τη νόσο. Η …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-GINOLIMOD
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Άπαξ ημερησίως, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 0,5 mg
- Τιτλοποίηση: Οι παιδιατρικοί ασθενείς που αρχίζουν με καψάκια των 0,25 mg και στη συνέχεια αποκτούν σταθερό σωματικό βάρος άνω των 40 kg θα πρέπει να αλλάζουν σε καψάκια των 0,5 mg. Κατά τη μετάβαση ή την επανέναρξη της θεραπείας μετά από διακοπή (για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα), συνιστάται η επανάληψη της παρακολούθησης της πρώτης δόσης.
-
ΕνήλικεςΔόση0,5 mgάπαξ ημερησίως
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 10 ετών και άνω, ≤40 kg)Δόση0,25 mgάπαξ ημερησίως
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 10 ετών και άνω, >40 kg)Δόση0,5 mgάπαξ ημερησίως. Οι παιδιατρικοί ασθενείς που αρχίζουν με καψάκια των 0,25 mg και στη συνέχεια αποκτούν σταθερό σωματικό βάρος άνω των 40 kg θα πρέπει να αλλάζουν σε καψάκια των 0,5 mg.
-
Ηλικιωμένοι (65 ετών και άνω)Πρέπει να χορηγείται με προσοχή λόγω ανεπαρκών δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν χρειάζονται αναπροσαρμογές της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν χρειάζονται αναπροσαρμογές της δόσης, αλλά απαιτείται προσοχή όταν ξεκινά η θεραπεία.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (κάτω των 10 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-GINOLIMOD
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Σύνδρομο ανοσοανεπάρκειας.
-
Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης ευκαιριακών λοιμώξεωνΠληθυσμόςΑνοσοκατεσταλμένοι ασθενείς (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές θεραπείες ή εκείνων που είναι ανοσοκατεσταλμένοι από προηγηθείσες θεραπείες).
-
Σοβαρές ενεργές λοιμώξεις, ενεργές χρόνιες λοιμώξεις (ηπατίτιδα, φυματίωση).
-
Ενεργές κακοήθειες.
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς κατηγορίας Child-Pugh C.
-
Ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου (MI) τους τελευταίους 6 μήνες, ασταθούς στηθάγχης, εγκεφαλικού/παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου (ΤΙΑ), μη αντιρροπούμενης καρδιακής ανεπάρκειας (χρήζουσας ενδονοσοκομειακής θεραπείας) ή καρδιακής ανεπάρκειας κατηγορίας III/IV κατά NYHA (New York Heart Association) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Σοβαρές καρδιακές αρρυθμίες που απαιτούν αντιαρρυθμική θεραπεία με τάξης Ia ή τάξης ΙΙΙ αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Κολποκοιλιακό (AV) αποκλεισμό δευτέρου βαθμού, Mobitz τύπου ΙΙ ή κολποκοιλιακό αποκλεισμό τρίτου βαθμού ή με σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβουΠληθυσμόςΑσθενείς εάν δεν έχουν βηματοδότη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Παράταση του διαστήματος QTc ≥500 msec κατά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΕγκυμοσύνηΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία οι οποίες δε χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-GINOLIMOD
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΒραδυαρρυθμίαΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΥποβολή σε ΗΚΓ και μέτρηση της αρτηριακής πίεσης πριν από την πρώτη δόση του Ginolimod και 6 ώρες μετά. Παρακολούθηση για διάστημα 6 ωρών για σημεία και συμπτώματα βραδυκαρδίας, με μετρήσεις του καρδιακού ρυθμού και της αρτηριακής πίεσης ανά ώρα. Συνιστάται παρακολούθηση με συνεχές ΗΚΓ (πραγματικού χρόνου) κατά τη διάρκεια αυτού του 6ώρου.
-
ΒραδυαρρυθμίαΠληθυσμόςΑσθενείς που μεταβαίνουν από 0,25 mg σε 0,5 mgΣυνιστώνται οι ίδιες προφυλάξεις της πρώτης δόσης.
-
ΒραδυαρρυθμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτώματα σχετιζόμενα με τη μετα-δοσολογική βραδυαρρυθμίαΠρέπει να ξεκινά κατάλληλος κλινικός χειρισμός και η παρακολούθηση πρέπει να συνεχίζεται έως ότου υποχωρήσουν τα συμπτώματα.
-
ΒραδυαρρυθμίαΠληθυσμόςΑσθενείς που χρειάστηκαν φαρμακευτική παρέμβαση κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης της πρώτης δόσηςΠρέπει να διασφαλίζεται ολονύχτια παρακολούθηση σε ιατρική μονάδα και η παρακολούθηση της πρώτης δόσης να επαναλαμβάνεται και μετά τη δεύτερη δόση του Ginolimod.
-
ΒραδυαρρυθμίαΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με καρδιακό ρυθμό <45 bpm στις 6 ώρες ή παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 12 ετών και άνω με καρδιακό ρυθμό <55 bpm ή παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας από 10 έως κάτω των 12 ετών με καρδιακό ρυθμό <60 bpm, ή ΗΚΓ με νεοεκδηλωθέντα κολποκοιλιακό αποκλεισμό δευτέρου ή υψηλότερου βαθμού ή διάστημα QTc ≥500 msecΠρέπει να διενεργείται παρατεταμένη παρακολούθηση (τουλάχιστον ολονύχτια παρακολούθηση) και μέχρις ότου υποχωρήσουν τα ευρήματα. Εάν ο καρδιακός ρυθμός στις 6 ώρες είναι ο χαμηλότερος, η παρακολούθηση πρέπει να παρατείνεται κατά τουλάχιστον 2 ώρες και μέχρι να αυξηθεί ξανά ο καρδιακός ρυθμός.
-
ΒραδυαρρυθμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με εμφάνιση κολποκοιλιακού αποκλεισμού τρίτου βαθμούΠρέπει επίσης να οδηγεί σε παρατεταμένη παρακολούθηση (τουλάχιστον ολονύχτια παρακολούθηση).
-
ΒραδυαρρυθμίαΠληθυσμόςΑσθενείς που επανεκκινούν τη θεραπεία με φινγκολιμόδη μετά από διακοπήΗ ίδια παρακολούθηση της πρώτης δόσης συνιστάται (βλ. Δοσολογία).
-
Αναστροφή του επάρματος ΤΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς υπό θεραπεία με φινγκολιμόδηΟ συνταγογράφος θα πρέπει να διασφαλίζει ότι δεν υπάρχουν σημεία ή συμπτώματα σχετιζόμενα με ισχαιμία του μυοκαρδίου. Εάν υπάρχει υποψία ισχαιμίας του μυοκαρδίου, συνιστάται να αναζητηθεί η συμβουλή καρδιολόγου.
-
Σοβαρές διαταραχές του ρυθμού ή σημαντική βραδυκαρδίαΠληθυσμόςΑσθενείς με φλεβοκομβοκολπικό αποκλεισμό, ιστορικό συμπτωματικής βραδυκαρδίας, υποτροπιαζόντων συγκοπτικών επεισοδίων ή καρδιακής ανακοπής, ή σε ασθενείς με σημαντική παράταση του διαστήματος QT (QTc >470 msec [ενήλικες γυναίκες], QTc >460 msec [θήλεις παιδιατρικοί ασθενείς] ή >450 msec [ενήλικες και παιδιατρικοί άρρενες]), μη ελεγχόμενη υπέρταση ή σοβαρή υπνική άπνοιαΤο Ginolimod δεν πρέπει να χορηγείται. Η θεραπεία με Ginolimod πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν τα αναμενόμενα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων και θα πρέπει να ζητείται η συμβουλή καρδιολόγου πριν από την έναρξη της αγωγής, ώστε να καθορίζεται ο πιο κατάλληλος τρόπος παρακολούθησης. Συνιστάται παρατεταμένη παρακολούθηση, τουλάχιστον ολονύχτια, κατά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με αντιαρρυθμικά τάξης Ia ή τάξης ΙΙΙΠληθυσμόςΑσθενείς με αρρυθμίες που απαιτούν θεραπεία με τάξης Ia (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη) ή τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη, σοταλόλη) αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόνταΗ φινγκολιμόδη δεν έχει μελετηθεί. Τάξης Ia και τάξης ΙΙΙ αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα έχουν συσχετιστεί με περιπτώσεις κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsades des pointes) σε ασθενείς με βραδυκαρδία (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με φάρμακα που μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό (π.χ. β-αναστολείς, αναστολείς διαύλων ασβεστίου, ιβαμπραδίνη, διγοξίνη, αντιχολινεστερασικοί παράγοντες ή πιλοκαρπίνη)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν παράλληλα αγωγή με αυτές τις δραστικές ουσίεςΗ θεραπεία με Ginolimod δε θα πρέπει να ξεκινά. Σε αυτούς τους ασθενείς, η θεραπεία με Ginolimod θα πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν τα αναμενόμενα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων. Αν εξετάζεται το ενδεχόμενο της θεραπείας με Ginolimod, θα πρέπει να ζητείται η συμβουλή καρδιολόγου για αλλαγή της αγωγής σε φαρμακευτικό προϊόν που δε μειώνει τον καρδιακό ρυθμό πριν από την έναρξη της θεραπείας. Εάν η αγωγή που μειώνει τον καρδιακό ρυθμό δε μπορεί να διακοπεί, θα πρέπει να ζητείται η συμβουλή του καρδιολόγου για τον καθορισμό του κατάλληλου τρόπου παρακολούθησης της πρώτης δόσης και συνιστάται παρατεταμένη παρακολούθηση τουλάχιστον ολονύχτια (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Διάστημα QTΠληθυσμόςΑσθενείς με σχετικούς παράγοντες κινδύνου (π.χ. υποκαλιαιμία ή συγγενή παράταση του QT)Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία πιθανό να επιμηκύνουν το διάστημα QTc είναι προτιμότερο να αποφεύγονται.
-
Ανοσοκατασταλτικές επιδράσειςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΟι γιατροί πρέπει να παρακολουθούν τους ασθενείς προσεκτικά, ιδιαίτερα εκείνους με συνυπάρχουσες παθήσεις ή με γνωστούς προδιαθεσικούς παράγοντες, όπως προηγούμενη ανοσοκατασταλτική θεραπεία. Σε περίπτωση εικαζόμενου κινδύνου, ο γιατρός θα πρέπει να εξετάζει το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας κατά περίπτωση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις «Λοιμώξεις» & «Νεοπλάσματα του δέρματος» και Ανεπιθύμητες ενέργειες «Λεμφώματα»).
-
ΛοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ενεργό λοίμωξηΗ έναρξη της θεραπείας με Ginolimod πρέπει να καθυστερεί μέχρι την αποδρομή της.
-
ΛοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΠρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικές διαγνωστικές και θεραπευτικές στρατηγικές σε ασθενείς με συμπτώματα λοίμωξης. Κατά την αξιολόγηση ασθενή με εικαζόμενη λοίμωξη δυνητικά σοβαρή, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του σε γιατρό με εμπειρία στη θεραπεία λοιμώξεων. Στους ασθενείς, κατά τη διάρκεια της αγωγής, πρέπει να δίνονται οδηγίες να αναφέρουν αμέσως στο γιατρό τους τυχόν συμπτώματα λοίμωξης.
-
ΛοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή λοίμωξηΠροσωρινή διακοπή του Ginolimod πρέπει να εξετάζεται και πρέπει να μελετάται η σχέση οφέλους-κινδύνου πριν την επανέναρξη της θεραπείας.
-
ΛοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς μετά τη διακοπή της θεραπείαςΠρέπει να συνεχίζεται η επαγρύπνηση για λοίμωξη καθ' όλη τη διάρκεια έως και δύο μήνες. Στους ασθενείς πρέπει να δίνονται οδηγίες ώστε να αναφέρουν τα συμπτώματα λοίμωξης έως και 2 μήνες μετά τη διακοπή της φινγκολιμόδης.
-
Ιογενής ερπητική λοίμωξη (εγκεφαλίτιδα, μηνιγγίτιδα, μηνιγγοεγκεφαλίτιδα)ΠληθυσμόςΑσθενείςΣε περίπτωση εμφάνισης, το Ginolimod πρέπει να διακόπτεται και να χορηγείται κατάλληλη θεραπεία για την αντίστοιχη λοίμωξη.
-
Ιογενής ερπητική λοίμωξη (VZV)ΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς ιστορικό ανεμοβλογιάς επιβεβαιωμένο από επαγγελματία υγείας ή χωρίς τεκμηρίωση πλήρους σχήματος εμβολιασμού με εμβόλιο ανεμοβλογιάςΣυνιστάται να υπόκεινται σε έλεγχο αντισωμάτων έναντι του ιού ανεμοβλογιάς-ζωστήρα (VZV) πριν από την έναρξη της θεραπείας. Για τους VZV αρνητικούς ασθενείς συνιστάται πλήρες σχήμα εμβολιασμού με εμβόλιο ανεμοβλογιάς πριν από την έναρξη της θεραπείας με Ginolimod (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η έναρξη της θεραπείας με φινγκολιμόδη πρέπει να αναβάλλεται για ένα μήνα ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης επίδραση του εμβολιασμού.
-
Κρυπτοκοκκική μηνιγγίτιδαΠληθυσμόςΑσθενείς με σημεία και συμπτώματα συμβατά με κρυπτοκοκκική μηνιγγίτιδα (π.χ. κεφαλαλγία συνοδευόμενη από νοητικές μεταβολές όπως σύγχυση, ψευδαισθήσεις και/ή μεταβολές της προσωπικότητας)Θα πρέπει να υποβάλλονται σε άμεση διαγνωστική αξιολόγηση. Εάν διαγνωστεί κρυπτοκοκκική μηνιγγίτιδα, θα πρέπει να ανασταλεί η αγωγή με φινγκολιμόδη και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία. Θα πρέπει να συγκαλείται διεπιστημονικό συμβούλιο (π.χ. με ειδικό λοιμωξιολόγο) σε περίπτωση που απαιτείται επανέναρξη της φινγκολιμόδης.
-
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠριν από την έναρξη της θεραπείας με φινγκολιμόδη, θα πρέπει να υπάρχει διαθέσιμη μια αρχική MRI (συνήθως εντός 3 μηνών) ως αναφορά. Κατά τη διάρκεια των τακτικών MRI, οι γιατροί θα πρέπει να επαγρυπνούν για βλάβες που υποδηλώνουν PML. Εάν υπάρχει υποψία PML, η MRI θα πρέπει να διενεργείται άμεσα για διαγνωστικούς λόγους και η θεραπεία με φινγκολιμόδη θα πρέπει να αναστέλλεται έως ότου αποκλειστεί η PML.
-
Λοίμωξη από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV)ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΘα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο του εμβολιασμού έναντι του HPV πριν από την έναρξη της θεραπείας με φινγκολιμόδη. Συνιστάται έλεγχος για ανίχνευση καρκίνου, συμπεριλαμβανομένου του Pap test, σύμφωνα με την καθιερωμένη ιατρική πρακτική.
-
Οίδημα της ωχράς κηλίδαςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΣυνιστάται οφθαλμολογική εκτίμηση στους 3-4 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.
-
Οίδημα της ωχράς κηλίδαςΠληθυσμόςΑσθενείς που αναφέρουν οπτικές διαταραχέςΠρέπει να γίνεται αξιολόγηση του βυθού, συμπεριλαμβανομένης της ωχράς κηλίδας.
-
Οίδημα της ωχράς κηλίδαςΠληθυσμόςΑσθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας και σακχαρώδη διαβήτη ή ιστορικό ραγοειδίτιδαςΣυνιστάται να υποβάλλονται σε οφθαλμολογική εκτίμηση πριν από την έναρξη της θεραπείας και να επανεκτιμώνται για όσο διάστημα βρίσκονται υπό θεραπεία.
-
Οίδημα της ωχράς κηλίδαςΠληθυσμόςΑσθενείς με οίδημα ωχράς κηλίδαςΣυνιστάται διακοπή του Ginolimod. Η απόφαση για το αν η θεραπεία πρέπει να ξαναρχίσει ή όχι μετά την υποχώρηση του οιδήματος της ωχράς κηλίδας πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ενδεχόμενα οφέλη και κινδύνους για κάθε ασθενή ξεχωριστά.
-
Ηπατική βλάβηΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργό ιογενή ηπατίτιδαΗ έναρξη της θεραπείας πρέπει να αναβάλλεται μέχρι την υποχώρησή της.
-
Ηπατική βλάβηΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠρόσφατες (π.χ. εντός των τελευταίων 6 μηνών) μετρήσεις επιπέδων τρανσαμινασών και χολερυθρίνης πρέπει να είναι διαθέσιμες πριν την έναρξη της θεραπείας. Ελλείψει κλινικών συμπτωμάτων, οι ηπατικές τρανσαμινάσες και η χολερυθρίνη ορού πρέπει να ελέγχονται κατά τους μήνες 1, 3, 6, 9 και 12 της θεραπείας και κατόπιν σε τακτά χρονικά διαστήματα έως 2 μήνες μετά τη διακοπή του Ginolimod.
-
Ηπατική βλάβηΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατικές τρανσαμινάσες υπερβαίνουσες το τριπλάσιο αλλά κάτω από το πενταπλάσιο του ULN χωρίς αύξηση της χολερυθρίνης ορούΠρέπει να καθιερώνεται συχνότερη παρακολούθηση, η οποία περιλαμβάνει μετρήσεις της χολερυθρίνης ορού και της αλκαλικής φωσφατάσης (ALP), ώστε να διαπιστώνονται πιθανές περαιτέρω αυξήσεις και να διακρίνεται πιθανή εναλλακτική αιτιολογία της ηπατικής δυσλειτουργίας.
-
Ηπατική βλάβηΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατικές τρανσαμινάσες τουλάχιστον πενταπλάσιες του ULN ή τουλάχιστον τριπλάσιες του ULN σχετιζόμενες με οποιαδήποτε αύξηση της χολερυθρίνης ορούΤο Ginolimod πρέπει να διακόπτεται. Η παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας πρέπει να συνεχίζεται. Εάν τα επίπεδα ορού επανέλθουν στο φυσιολογικό, το Ginolimod μπορεί να ξαναρχίσει επί τη βάσει μιας προσεκτικής αξιολόγησης της σχέσης οφέλους-κινδύνου για τον ασθενή.
-
Ηπατική βλάβηΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν συμπτώματα ενδεικτικά ηπατικής δυσλειτουργίας, όπως ανεξήγητη ναυτία, έμετο, κοιλιακό άλγος, κόπωση, ανορεξία ή ίκτερο και/ή σκουρόχρωμα ούραΠρέπει να ελέγχονται άμεσα τα ηπατικά ένζυμα και η χολερυθρίνη και πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία εάν επιβεβαιωθεί σημαντική ηπατική δυσλειτουργία. Η θεραπεία δεν πρέπει να ξαναρχίζει, εκτός εάν μπορεί να στοιχειοθετηθεί μια εύλογη εναλλακτική αιτιολογία για τα σημεία και συμπτώματα της ηπατικής βλάβης.
-
Ηπατική βλάβηΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό σοβαρής ηπατικής νόζουΗ χορήγηση του Ginolimod πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Επιδράσεις στην αρτηριακή πίεσηΠληθυσμόςΑσθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρτασηΣυνιστάται ειδική φροντίδα. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να ελέγχεται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Επιδράσεις στο αναπνευστικόΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή πνευμονοπάθεια, πνευμονική ίνωση και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθειαΤο Ginolimod πρέπει να χορηγείται με προσοχή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES)ΠληθυσμόςΑσθενείς με πιθανολογούμενο PRESΤο Ginolimod θα πρέπει να διακόπτεται.
-
Προηγούμενη θεραπεία με ανοσοκατασταλτικές ή ανοσοτροποποιητικές θεραπείεςΠληθυσμόςΑσθενείς που μεταβαίνουν από άλλη τροποποιητική της νόσου θεραπεία σε GinolimodΠρέπει να λαμβάνονται υπόψη ο χρόνος ημίσειας ζωής και ο μηχανισμός δράσης της άλλης θεραπείας. Συνιστάται γενική εξέταση αίματος (CBC) πριν από την έναρξη της θεραπείας με Ginolimod.
-
Προηγούμενη θεραπεία με ανοσοκατασταλτικές ή ανοσοτροποποιητικές θεραπείεςΠληθυσμόςΑσθενείς μετά διακοπή φουμαρικού διμεθυλεστέραΗ περίοδος έκπλυσης θα πρέπει να είναι ικανή για την επαναφορά του αιμοδιαγράμματος σε φυσιολογικά επίπεδα πριν από την έναρξη της θεραπείας με Ginolimod.
-
Προηγούμενη θεραπεία με ανοσοκατασταλτικές ή ανοσοτροποποιητικές θεραπείεςΠληθυσμόςΑσθενείς μετά διακοπή ναταλιζουμάμπης ή τεριφλουνομίδηςΑπαιτείται προσοχή ως προς τις πιθανές ταυτόχρονες ανοσολογικές επιδράσεις. Για τεριφλουνομίδη, συνιστάται μια διαδικασία επιτάχυνσης της αποβολής ή εναλλακτικά η περίοδος έκπλυσης δε θα πρέπει να είναι μικρότερη από 3,5 μήνες.
-
Προηγούμενη θεραπεία με ανοσοκατασταλτικές ή ανοσοτροποποιητικές θεραπείεςΠληθυσμόςΑσθενείς μετά διακοπή αλεμτουζουμάμπηςΔε συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με Ginolimod, εκτός εάν τα οφέλη μιας τέτοιας θεραπείας υπερέχουν σαφώς των κινδύνων για τον κάθε ασθενή.
-
Προηγούμενη θεραπεία με ανοσοκατασταλτικές ή ανοσοτροποποιητικές θεραπείεςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν παρατεταμένη ταυτόχρονη θεραπεία με κορτικοστεροειδήΗ απόφαση να χορηγηθεί θα πρέπει να λαμβάνεται μετά από προσεκτική εκτίμηση.
-
Συγχορήγηση με ισχυρούς επαγωγείς του CYP450ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΟ συνδυασμός της φινγκολιμόδης με ισχυρούς επαγωγείς του CYP450 θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η ταυτόχρονη χορήγηση με υπερικό (St John’s Wort) δε συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Δερματικές κακοήθειες (BCC, μελάνωμα, πλακώδες επιθήλιο, σάρκωμα Kaposi, Merkel)ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΑπαιτείται επαγρύπνηση για δερματικές βλάβες και συνιστάται ιατρική αξιολόγηση του δέρματος κατά την έναρξη της θεραπείας και ακολούθως ανά 6 έως 12 μήνες. Ο ασθενής θα πρέπει να παραπέμπεται σε δερματολόγο σε περίπτωση που εντοπίζονται ύποπτες βλάβες. Δεν πρέπει να εκτίθενται στην ηλιακή ακτινοβολία χωρίς προστασία. Δε θα πρέπει να λαμβάνουν ταυτόχρονη φωτοθεραπεία με ακτινοβολία UV-B ή φωτοχημειοθεραπεία-PUVA.
-
ΛεμφώματαΠληθυσμόςΑσθενείς με υπόνοια για λέμφωμαΗ θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΠρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο για το έμβρυο. Πρέπει να διαθέτουν ένα αρνητικό τεστ εγκυμοσύνης και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και επί 2 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία και τις πληροφορίες που περιέχονται στο Πακέτο Πληροφοριών για τον Ιατρό).
-
Ογκόμορφες βλάβεςΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρές υποτροπέςΘα πρέπει να γίνεται MRI για να αποκλειστούν οι ογκόμορφες απομυελινωτικές βλάβες. Η διακοπή της θεραπείας θα πρέπει να εξετάζεται από τον ιατρό για τον κάθε ασθενή ξεχωριστά λαμβάνοντας υπόψη τα ατομικά οφέλη και τους κινδύνους.
-
Επανεμφάνιση της ενεργότητας της νόσου (rebound) μετά τη διακοπή της φινγκολιμόδηςΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους διακόπτεται η θεραπεία με φινγκολιμόδηΣυνιστάται προσοχή. Εάν κρίνεται απαραίτητη η διακοπή, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα επανεμφάνισης εξαιρετικά υψηλής ενεργότητας της νόσου και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σχετικά σημεία και συμπτώματα και να ξεκινά κατάλληλη θεραπεία όποτε απαιτείται.
-
Διακοπή της θεραπείαςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΕάν ληφθεί απόφαση διακοπής, χρειάζεται διάστημα έκπλυσης 6 εβδομάδων. Η χρήση ανοσοκατασταλτικών σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη διακοπή του Ginolimod μπορεί να οδηγήσει σε συνεργιστική επίδραση στο ανοσοποιητικό σύστημα και ως εκ τούτου συνιστάται προσοχή. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία σχετιζόμενα με πιθανό rebound.
-
Επίδραση στον ορολογικό έλεγχοΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν GinolimodΟ αριθμός των λεμφοκυττάρων στο περιφερικό αίμα δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην αξιολόγηση της κατάστασης υποσυνόλων των λεμφοκυττάρων. Εργαστηριακοί έλεγχοι που περιλαμβάνουν τον προσδιορισμό κυκλοφορούντων μονοπύρηνων κυττάρων απαιτούν μεγαλύτερους όγκους αίματος.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείςΟι προειδοποιήσεις και οι προφυλάξεις που ισχύουν για τους ενήλικες εφαρμόζονται και στους παιδιατρικούς ασθενείς. Πρέπει να τηρούνται οι προφυλάξεις που αφορούν τη χορήγηση της πρώτης δόσης. Οι ίδιες προφυλάξεις συνιστώνται και όταν οι ασθενείς μεταβαίνουν από την ημερήσια δόση των 0,25 mg σε αυτή των 0,5 mg. Απαιτείται προσοχή σε αυτή την πληθυσμιακή υποομάδα λόγω αναφορών επιληπτικών κρίσεων, άγχους, καταθλιπτικής διάθεσης και κατάθλιψης. Συνιστάται να ολοκληρώνουν όλους τους εμβολιασμούς σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες εμβολιασμού πριν από την έναρξη της θεραπείας. Απαιτείται προσοχή σε παιδιά μεταξύ 10-12 ετών, κάτω των 40 kg ή σε στάδιο Tanner <2, λόγω περιορισμένων διαθέσιμων πληροφοριών.
swap_horiz
SPC-GINOLIMOD
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντινεοπλασματικές, ανοσοτροποποιητικές ή ανοσοκατασταλτικές θεραπείεςαντένδειξηΚίνδυνος συνεργιστικών επιδράσεων στο ανοσοποιητικό σύστημαΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγούνται.
-
Θεραπείες μακράς δράσεως με επιδράσεις στο ανοσοποιητικό (ναταλιζουμάμπη, τεριφλουνομίδη, μιτοξανδρόνη)προσοχήΠιθανές ανοσολογικές επιδράσεις κατά τη μετάβασηΣύστασηΧρειάζεται προσοχή κατά τη μετάβαση ασθενών από αυτές τις θεραπείες σε Ginolimod.
-
Εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους μικροοργανισμούςαντένδειξηΕνδέχεται να ενέχει κίνδυνο λοιμώξεων και μειωμένη αποτελεσματικότητα εμβολιασμούΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για διάστημα έως και δύο μηνών μετά τη θεραπεία.
-
Β-αναστολείς ή άλλες δραστικές ουσίες που μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό (αντιαρρυθμικά τάξεως Ια, ΙΙΙ, αναστολείς διαύλων ασβεστίου όπως βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη, ιβαμπραδίνη, διγοξίνη, αντιχολινεστερασικοί παράγοντες, πιλοκαρπίνη)προσοχήΠιθανές συνεργικές επιδράσεις στον καρδιακό ρυθμό (πρόσθετη μείωση καρδιακού ρυθμού)ΣύστασηΗ θεραπεία με Ginolimod δε θα πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς που λαμβάνουν αυτές τις ουσίες. Συμβουλή καρδιολόγου για αλλαγή αγωγής ή κατάλληλη παρακολούθηση (τουλάχιστον ολονύκτια) κατά την έναρξη.
-
προσοχήΑύξηση κατά 1,7 φορές της έκθεσης στη φινγκολιμόδη και στη φωσφορική φινγκολιμόδη (AUC) λόγω αναστολής του CYP4F2.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (αναστολείς πρωτεάσης, αζόλες αντιμυκητιασικά, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη)προσοχήΠιθανή επίδραση στο μεταβολισμό της φινγκολιμόδης.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
προσοχήΜείωση της AUC της φινγκολιμόδης και του μεταβολίτη της κατά 40% περίπου.ΣύστασηΗ συγχορήγηση θα πρέπει να γίνεται με προσοχή λόγω δυνητικής αρνητικής επίδρασης στην αποτελεσματικότητα.
-
προσοχήΜπορεί να μειώσουν την AUC της φινγκολιμόδης και του μεταβολίτη της.ΣύστασηΗ συγχορήγηση θα πρέπει να γίνεται με προσοχή λόγω δυνητικής αρνητικής επίδρασης στην αποτελεσματικότητα.
-
ΥπερικόαντένδειξηΜπορεί να μειώσει την AUC της φινγκολιμόδης και του μεταβολίτη της, δυνητικά επηρεάζοντας αρνητικά την αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΔε συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
αμελητέαΚαμία μεταβολή στην έκθεση στην κυκλοσπορίνη ή στη φινγκολιμόδη.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικά (αιθινυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη)αμελητέαΚαμία μεταβολή στην έκθεση στα από του στόματος αντισυλληπτικά.
sick
SPC-GINOLIMOD
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Γρίπη
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Ερπητικές λοιμώξεις
- Βρογχίτιδα
- Τριχοφυτία ποικιλόχρους
- Πνευμονία
- Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)**
- Κρυπτοκοκκικές λοιμώξεις**
- Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα
- Κακόηθες μελάνωμα****
- Λέμφωμα***
- Καρκίνωμα από πλακώδες επιθήλιο****
- Σάρκωμα Kaposi****
- Καρκίνωμα Merkel***
- Λεμφοπενία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Μειωμένος αριθμός ουδετεροφίλων
- Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία***
- Περιφερικό οίδημα***
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, μεταξύ των οποίων εξάνθημα, κνίδωση και αγγειοοίδημα, με την έναρξη της θεραπείας***
- Κατάθλιψη
- Καταθλιπτική διάθεση
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ημικρανία
- Επιληπτική κρίση
- Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES)*
- Σοβαρή υποτροπή της νόσου μετά τη διακοπή της φινγκολιμόδης***
- Θαμπή όραση
- Οίδημα ωχράς κηλίδας
- Βραδυκαρδία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Αναστροφή του επάρματος Τ***
- Υπέρταση
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Διάρροια
- Ναυτία***
- Οξεία ηπατική ανεπάρκεια***
- Έκζεμα
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Οσφυαλγία
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Εξασθένιση
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος
- Μειωμένο βάρος***
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένα τριγλυκερίδια αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΒασικοκυτταρικό καρκίνωμαΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕρπητικές λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΜειωμένο βάρος***Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΤριχοφυτία ποικιλόχρουςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕπιληπτική κρίσηΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚακόηθες μελάνωμα****Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
Όχι συχνέςΚαταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός ουδετεροφίλωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΝαυτία***Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΟίδημα ωχράς κηλίδαςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΚαρκίνωμα από πλακώδες επιθήλιο****Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
ΣπάνιεςΛέμφωμα***Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES)*Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑναστροφή του επάρματος Τ***Καρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΣάρκωμα Kaposi****Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας, μεταξύ των οποίων εξάνθημα, κνίδωση και αγγειοοίδημα, με την έναρξη της θεραπείας***Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑυτοάνοση αιμολυτική αναιμία***Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚαρκίνωμα Merkel***Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚρυπτοκοκκικές λοιμώξεις**Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστής συχνότηταςΟξεία ηπατική ανεπάρκεια***Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠεριφερικό οίδημα***Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠροϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)**Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣοβαρή υποτροπή της νόσου μετά τη διακοπή της φινγκολιμόδης***Διαταραχές του νευρικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-GINOLIMOD
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ φινγκολιμόδη αντενδείκνυται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία οι οποίες δε χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη. Πριν από την έναρξη της θεραπείας, αρνητικό τεστ εγκυμοσύνης και ενημέρωση για σοβαρό κίνδυνο στο έμβρυο. Αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και επί 2 μήνες μετά τη διακοπή. Σχετίζεται με αυξημένο κατά 2 φορές κίνδυνο πρόκλησης μείζονων συγγενών διαμαρτιών (π.χ. συγγενής καρδιοπάθεια, νεφρικές ανωμαλίες, μυοσκελετικές ανωμαλίες). Μελέτες σε ζώα έδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα. Διακοπή 2 μήνες πριν τον προγραμματισμό εγκυμοσύνης. Εάν μείνει έγκυος, διακοπή θεραπείας, ιατρική συμβουλή και υπερηχογραφικές εξετάσεις.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ φινγκολιμόδη απεκκρίνεται στο γάλα. Λόγω του κινδύνου σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα βρέφη, οι γυναίκες που λαμβάνουν Ginolimod δεν πρέπει να θηλάζουν.
-
ΓονιμότηταΔεν επηρεάζεταιΔεδομένα από προκλινικές μελέτες δε δείχνουν ότι η φινγκολιμόδη συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο μειωμένης γονιμότητας.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-GINOLIMOD
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-GINOLIMOD
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Γενική αίματος (CBC) · Πριν την έναρξη (πρόσφατη, εντός 6 μηνών ή μετά διακοπή προηγούμενης θεραπείας)
-
Αντισώματα έναντι VZV
· Πριν την έναρξη της θεραπείας
Ασθενείς χωρίς ιστορικό ανεμοβλογιάς ή πλήρη εμβολιασμό
-
Οφθαλμολογική εκτίμηση
· Πριν την έναρξη και επανεκτίμηση για όσο διάστημα βρίσκονται υπό θεραπεία
Σκλήρυνση κατά πλάκας και σακχαρώδης διαβήτης ή ιστορικό ραγοειδίτιδας
-
Τρανσαμινάσες (AST/ALT)
· Πρόσφατες (εντός 6 μηνών)
Πριν την έναρξη
-
Χολερυθρίνη
· Πρόσφατες (εντός 6 μηνών)
Πριν την έναρξη
-
Μαγνητική τομογραφία (MRI)
· Αρχική (συνήθως εντός 3 μηνών)
Πριν την έναρξη
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αλκαλική φωσφατάση (ALP) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Συχνότερη | Ηπατικές τρανσαμινάσες 3-5x ULN χωρίς αύξηση χολερυθρίνης |
| Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Κατά τους μήνες 1, 3, 6, 9 και 12 της θεραπείας και κατόπιν σε τακτά χρονικά διαστήματα έως 2 μήνες μετά τη διακοπή | — |
| Ηπατικά ένζυμα (AST/ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Άμεσα | Συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας |
| Χολερυθρίνη | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Άμεσα | Συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας |
| Χολερυθρίνη ορού | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Κατά τους μήνες 1, 3, 6, 9 και 12 της θεραπείας και κατόπιν σε τακτά χρονικά διαστήματα έως 2 μήνες μετά τη διακοπή | — |
| Συχνότερη | Ηπατικές τρανσαμινάσες 3-5x ULN χωρίς αύξηση χολερυθρίνης | ||
| Γενική αίματος (CBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, τον 3ο μήνα και στη συνέχεια τουλάχιστον ετησίως | Εμφάνιση σημείων λοίμωξης |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Πριν την πρώτη δόση και 6 ώρες μετά | — |
| Ανά ώρα για 6 ώρες | Παρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα βραδυκαρδίας μετά την πρώτη δόση | ||
| Τακτικά | — | ||
| Καρδιακός ρυθμός | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Ανά ώρα για 6 ώρες | Παρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα βραδυκαρδίας μετά την πρώτη δόση |
| Αξιολόγηση βυθού | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Οποτεδήποτε | Οπτικές διαταραχές |
| Οφθαλμολογική εκτίμηση | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Στους 3-4 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας | — |
| Δερματολογική αξιολόγηση | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | Κατά την έναρξη της θεραπείας και ακολούθως ανά 6 έως 12 μήνες | — |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Συχνότερη | Ηπατικές τρανσαμινάσες 3-5x ULN χωρίς αύξηση χολερυθρίνης |
| Pap test | more_horizΆλλο / λοιπά | Σύμφωνα με την καθιερωμένη ιατρική πρακτική | Κίνδυνος λοίμωξης HPV |
| Έλεγχος για καρκίνο | more_horizΆλλο / λοιπά | Σύμφωνα με την καθιερωμένη ιατρική πρακτική | Κίνδυνος λοίμωξης HPV |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Πριν την πρώτη δόση και 6 ώρες μετά | — |
| Κατά τη διάρκεια του 6ώρου παρακολούθησης | Μετά την πρώτη δόση | ||
| Καρδιακός ρυθμός | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Παρατεταμένη (τουλάχιστον ολονύχτια) | Καρδιακός ρυθμός χαμηλότερος ή <45 bpm (ενήλικες), <55 bpm (παιδιατρικοί ≥12 ετών), <60 bpm (παιδιατρικοί 10-12 ετών), ή ΗΚΓ με κολποκοιλιακό αποκλεισμό δευτέρου ή υψηλότερου βαθμού ή QTc ≥500 msec, ή κολποκοιλιακό αποκλεισμό τρίτου βαθμού |
Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Μαγνητική τομογραφία (MRI) | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | Τακτικά (σύμφωνα με τις εθνικές και τοπικές οδηγίες) | Επαγρύπνηση για βλάβες που υποδηλώνουν PML |
| Άμεσα | Υποψία PML |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-GINOLIMOD
expand_more
Δοσολογία
Η έναρξη και η επίβλεψη της θεραπείας πρέπει να γίνεται από ιατρό με εμπειρία στη σκλήρυνση κατά πλάκας.
Δοσολογία
Σε ενήλικες, η συνιστώμενη δόση της φινγκολιμόδης είναι ένα καψάκιο των 0,5 mg το οποίο λαμβάνεται από του στόματος άπαξ ημερησίως.
Σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 10 ετών και άνω), η συνιστώμενη δόση εξαρτάται από το σωματικό βάρος:
- Παιδιατρικοί ασθενείς με σωματικό βάρος ≤40 kg: ένα καψάκιο των 0,25 mg το οποίο λαμβάνεται από του στόματος άπαξ ημερησίως.
- Παιδιατρικοί ασθενείς με σωματικό βάρος >40 kg: ένα καψάκιο των 0,5 mg το οποίο λαμβάνεται από του στόματος άπαξ ημερησίως.
Οι παιδιατρικοί ασθενείς που αρχίζουν με καψάκια των 0,25 mg και στη συνέχεια αποκτούν σταθερό σωματικό βάρος άνω των 40 kg θα πρέπει να αλλάζουν σε καψάκια των 0,5 mg.
Κατά τη μετάβαση από την ημερήσια δόση των 0,25 mg στη δόση των 0,5 mg, συνιστάται η επανάληψη της ίδιας παρακολούθησης της πρώτης δόσης, όπως κατά την έναρξη της θεραπείας.
Η ίδια παρακολούθηση της πρώτης δόσης συνιστάται και κατά την επανέναρξη της θεραπείας σε περίπτωση διακοπής της για:
- μία ή περισσότερες ημέρες κατά τις πρώτες 2 εβδομάδες της θεραπείας.
- περισσότερες από 7 ημέρες κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 3 και 4 της θεραπείας.
- πάνω από 2 εβδομάδες μετά από θεραπεία ενός μηνός.
Εάν η διακοπή της θεραπείας είναι μικρότερης διάρκειας από τις προαναφερθείσες, η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται με την επόμενη δόση, σύμφωνα με το πρόγραμμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Το Ginolimod πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, λόγω ανεπαρκών δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική δυσλειτουργία Η φινγκολιμόδη δε μελετήθηκε σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία στις πιλοτικές μελέτες στη σκλήρυνση κατά πλάκας. Με βάση κλινικές φαρμακολογικές μελέτες, δε χρειάζονται αναπροσαρμογές της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία Το Ginolimod δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Kατηγορίας Child-Pugh C) (βλ. Αντενδείξεις). Αν και δε χρειάζονται αναπροσαρμογές της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, εντούτοις απαιτείται προσοχή όταν ξεκινά η θεραπεία σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φινγκολιμόδης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 10 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Υπάρχουν πολύ περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα σε παιδιά μεταξύ 10-12 ετών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
Τρόπος χορήγησης
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν προορίζεται για από του στόματος χρήση. Το Ginolimod μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή (βλ. Φαρμακοκινητικές). Τα καψάκια θα πρέπει να καταπίνονται πάντοτε ακέραια, χωρίς να ανοίγονται.
block
Αντενδείξεις
SPC-GINOLIMOD
expand_more
Αντενδείξεις
- Σύνδρομο ανοσοανεπάρκειας.
- Ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ευκαιριακών λοιμώξεων, συμπεριλαμβανομένων των ανοσοκατεσταλμένων ασθενών (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές θεραπείες ή εκείνων που είναι ανοσοκατεσταλμένοι από προηγηθείσες θεραπείες).
- Σοβαρές ενεργές λοιμώξεις, ενεργές χρόνιες λοιμώξεις (ηπατίτιδα, φυματίωση).
- Ενεργές κακοήθειες.
- Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Kατηγορίας Child-Pugh C).
- Ασθενείς οι οποίοι υπέστησαν έμφραγμα του μυοκαρδίου (MI) τους τελευταίους 6 μήνες, ασταθή στηθάγχη, εγκεφαλικό/παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (ΤΙΑ), μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια (χρήζουσα ενδονοσοκομειακής θεραπείας) ή καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας III/IV κατά NYHA (New York Heart Association) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Ασθενείς με σοβαρές καρδιακές αρρυθμίες που απαιτούν αντιαρρυθμική θεραπεία με τάξης Ia ή τάξης ΙΙΙ αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Ασθενείς με κολποκοιλιακό (AV) αποκλεισμό δευτέρου βαθμού, Mobitz τύπου ΙΙ ή κολποκοιλιακό αποκλεισμό τρίτου βαθμού ή με σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου, εάν δεν έχουν βηματοδότη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Ασθενείς με παράταση του διαστήματος QTc ≥500 msec κατά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία οι οποίες δε χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-GINOLIMOD
expand_more
Προειδοποιήσεις
Βραδυαρρυθμία
Η έναρξη της θεραπείας οδηγεί σε παροδική μείωση του καρδιακού ρυθμού και μπορεί επίσης να συσχετίζεται με επιβράδυνση της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας, συμπεριλαμβανομένων και μεμονωμένων αναφορών παροδικού πλήρη κολποκοιλιακού αποκλεισμού με αυτόματη αποδρομή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Μετά την πρώτη δόση, η μείωση του καρδιακού ρυθμού ξεκινά μέσα σε μία ώρα και κορυφώνεται εντός 6 ωρών. Η επίδραση αυτή της πρώτης χορήγησης εμμένει κατά τις επόμενες ημέρες, μολονότι συνήθως ηπιότερη, και συνήθως υποχωρεί τις επόμενες εβδομάδες. Με συνέχιση της χορήγησης, ο μέσος καρδιακός ρυθμός επανέρχεται στα αρχικά επίπεδα μέσα σε ένα μήνα. Ωστόσο, μεμονωμένοι ασθενείς πιθανό να μην επιστρέψουν στον αρχικό καρδιακό ρυθμό έως το τέλος του πρώτου μήνα. Οι ανωμαλίες στην αγωγιμότητα ήταν, κατά κανόνα, παροδικές και ασυμπτωματικές. Συνήθως δεν απαιτούσαν θεραπεία και απέδραμαν μέσα στις πρώτες 24 ώρες υπό θεραπεία. Εάν χρειαστεί, η επαγόμενη από τη φινγκολιμόδη μείωση του καρδιακού ρυθμού μπορεί να υποστραφεί με παρεντερικές δόσεις ατροπίνης ή ισοπρεναλίνης.
Όλοι οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε ΗΚΓ και μέτρηση της αρτηριακής πίεσης πριν από την πρώτη δόση του Ginolimod και 6 ώρες μετά. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για διάστημα 6 ωρών για σημεία και συμπτώματα βραδυκαρδίας, με μετρήσεις του καρδιακού ρυθμού και της αρτηριακής πίεσης ανά ώρα. Συνιστάται παρακολούθηση με συνεχές ΗΚΓ (πραγματικού χρόνου) κατά τη διάρκεια αυτού του 6ώρου. Οι ίδιες προφυλάξεις της πρώτης δόσης συνιστώνται και στην περίπτωση που οι ασθενείς μεταβαίνουν από την ημερήσια δόση των 0,25 mg στη δόση των 0,5 mg. Σε περίπτωση που εμφανιστούν συμπτώματα σχετιζόμενα με τη μετα-δοσολογική βραδυαρρυθμία, πρέπει να ξεκινά κατάλληλος κλινικός χειρισμός και η παρακολούθηση πρέπει να συνεχίζεται έως ότου υποχωρήσουν τα συμπτώματα. Σε περίπτωση που κάποιος ασθενής χρειαστεί φαρμακευτική παρέμβαση κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης της πρώτης δόσης, πρέπει να διασφαλίζεται ολονύχτια παρακολούθηση σε ιατρική μονάδα και η παρακολούθηση της πρώτης δόσης να επαναλαμβάνεται και μετά τη δεύτερη δόση του Ginolimod. Εάν ο καρδιακός ρυθμός στις 6 ώρες είναι ο χαμηλότερος από τη χορήγηση της πρώτης δόσης (ένδειξη ότι πιθανό να μην έχει ακόμη εκδηλωθεί η μέγιστη φαρμακοδυναμική επίδραση στην καρδιά), η παρακολούθηση πρέπει να παρατείνεται κατά τουλάχιστον 2 ώρες και μέχρι να αυξηθεί ξανά ο καρδιακός ρυθμός. Επιπλέον, εάν μετά από 6 ώρες ο καρδιακός ρυθμός είναι <45 bpm σε ενήλικες, <55 bpm σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 12 ετών και άνω, ή <60 bpm σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 10 έως κάτω των 12 ετών ή το ΗΚΓ εμφανίζει νεοεκδηλωθέντα κολποκοιλιακό αποκλεισμό δευτέρου ή υψηλότερου βαθμού ή διάστημα QTc ≥500 msec, πρέπει να διενεργείται παρατεταμένη παρακολούθηση (τουλάχιστον ολονύχτια παρακολούθηση), και μέχρις ότου υποχωρήσουν τα ευρήματα. Η εμφάνιση κολποκοιλιακού αποκλεισμού τρίτου βαθμού οποιαδήποτε στιγμή πρέπει επίσης να οδηγεί σε παρατεταμένη παρακολούθηση (τουλάχιστον ολονύχτια παρακολούθηση). Οι επιδράσεις στον καρδιακό ρυθμό και στην κολποκοιλιακή αγωγιμότητα μπορεί να επανεμφανιστούν κατά την επανέναρξη της θεραπείας με φινγκολιμόδη ανάλογα με τη διάρκεια της διακοπής και το χρόνο από την έναρξη της θεραπείας. Η ίδια παρακολούθηση της πρώτης δόσης κατά την έναρξη της θεραπείας συνιστάται και σε περίπτωση διακοπής της (βλ. Δοσολογία). Πολύ σπάνιες περιπτώσεις αναστροφής του επάρματος Τ έχουν αναφερθεί σε ενήλικες ασθενείς υπό θεραπεία με φινγκολιμόδη. Σε περίπτωση αναστροφής του επάρματος Τ, ο συνταγογράφος θα πρέπει να διασφαλίζει ότι δεν υπάρχουν σημεία ή συμπτώματα σχετιζόμενα με ισχαιμία του μυοκαρδίου. Εάν υπάρχει υποψία ισχαιμίας του μυοκαρδίου, συνιστάται να αναζητηθεί η συμβουλή καρδιολόγου. Λόγω του κινδύνου σοβαρών διαταραχών του ρυθμού ή σημαντικής βραδυκαρδίας, το Ginolimod δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με φλεβοκομβοκολπικό αποκλεισμό, ιστορικό συμπτωματικής βραδυκαρδίας, υποτροπιαζόντων συγκοπτικών επεισοδίων ή καρδιακής ανακοπής, ή σε ασθενείς με σημαντική παράταση του διαστήματος QT (QTc >470 msec [ενήλικες γυναίκες], QTc >460 msec [θήλεις παιδιατρικοί ασθενείς] ή >450 msec [ενήλικες και παιδιατρικοί άρρενες]), μη ελεγχόμενη υπέρταση ή σοβαρή υπνική άπνοια (βλ. Αντενδείξεις). Σε αυτούς τους ασθενείς, η θεραπεία με Ginolimod πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν τα αναμενόμενα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων και θα πρέπει να ζητείται η συμβουλή καρδιολόγου πριν από την έναρξη της αγωγής, ώστε να καθορίζεται ο πιο κατάλληλος τρόπος παρακολούθησης. Συνιστάται παρατεταμένη παρακολούθηση, τουλάχιστον ολονύχτια, κατά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η φινγκολιμόδη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με αρρυθμίες που απαιτούν θεραπεία με τάξης Ia (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη) ή τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη, σοταλόλη) αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα. Τάξης Ia και τάξης ΙΙΙ αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα έχουν συσχετιστεί με περιπτώσεις κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsades des pointes) σε ασθενείς με βραδυκαρδία (βλ. Αντενδείξεις). Η εμπειρία με τη φινγκολιμόδη είναι περιορισμένη σε ασθενείς στους οποίους συγχορηγείται αγωγή με β-αναστολείς, αναστολείς των διαύλων ασβεστίου που μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό (όπως βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη) ή με άλλες δραστικές ουσίες που μπορεί να μειώσουν τον καρδιακό ρυθμό (π.χ. ιβαμπραδίνη, διγοξίνη, αντιχολινεστερασικούς παράγοντες ή πιλοκαρπίνη). Δεδομένου ότι η έναρξη της θεραπείας με φινγκολιμόδη σχετίζεται με επιβράδυνση του καρδιακού ρυθμού (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες «Βραδυαρρυθμία»), η ταυτόχρονη χορήγηση αυτών των δραστικών ουσιών κατά την έναρξη της θεραπείας μπορεί να σχετιστεί με σοβαρή βραδυκαρδία και καρδιακό αποκλεισμό. Εξαιτίας της πιθανής συνεργικής δράσης στον καρδιακό ρυθμό, η θεραπεία με Ginolimod δε θα πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς που λαμβάνουν παράλληλα αγωγή με αυτές τις δραστικές ουσίες (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Σε αυτούς τους ασθενείς, η θεραπεία με Ginolimod θα πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν τα αναμενόμενα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων. Αν εξετάζεται το ενδεχόμενο της θεραπείας με Ginolimod, θα πρέπει να ζητείται η συμβουλή καρδιολόγου για αλλαγή της αγωγής σε φαρμακευτικό προϊόν που δε μειώνει τον καρδιακό ρυθμό πριν από την έναρξη της θεραπείας. Εάν η αγωγή που μειώνει τον καρδιακό ρυθμό δε μπορεί να διακοπεί, θα πρέπει να ζητείται η συμβουλή του καρδιολόγου για τον καθορισμό του κατάλληλου τρόπου παρακολούθησης της πρώτης δόσης και συνιστάται παρατεταμένη παρακολούθηση τουλάχιστον ολονύχτια (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Διάστημα QT
Σε διεξοδική μελέτη του διαστήματος QT με δόσεις 1,25 ή 2,5 mg φινγκολιμόδης σε σταθερή κατάσταση, όταν ήταν ακόμη παρούσα η αρνητική χρονοτρόπος επίδραση της φινγκολιμόδης, η θεραπεία με φινγκολιμόδη οδήγησε σε παράταση του QTcI, με το ανώτατο όριο του 90% CI ≤13,0 ms. Δεν υπάρχει συσχέτιση δόσης ή έκθεσης-ανταπόκρισης στη φινγκολιμόδη και στην παράταση του QTcI. Δεν υπάρχει σταθερή ένδειξη αυξημένης επίπτωσης σημαντικά παθολογικών τιμών του QTcI, είτε ως απόλυτων τιμών είτε ως μεταβολών από τις αρχικές τιμές, που να συσχετίζονται με τη θεραπεία με φινγκολιμόδη. Η κλινική σημασία αυτού του ευρήματος είναι άγνωστη. Στις μελέτες στη σκλήρυνση κατά πλάκας, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην παράταση του διαστήματος QTc, όμως στις κλινικές μελέτες δε συμμετείχαν ασθενείς υψηλού κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT. Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία πιθανό να επιμηκύνουν το διάστημα QTc είναι προτιμότερο να αποφεύγονται σε ασθενείς με σχετικούς παράγοντες κινδύνου, όπως για παράδειγμα, υποκαλιαιμία ή συγγενή παράταση του QT.
Ανοσοκατασταλτικές επιδράσεις
Η φινγκολιμόδη ασκεί ανοσοκατασταλτική δράση η οποία προδιαθέτει τους ασθενείς σε λοιμώξεις, μεταξύ των οποίων ευκαιριακές λοιμώξεις που πιθανό να είναι θανατηφόρες, και αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης λεμφωμάτων και άλλων κακοηθειών, ειδικά του δέρματος. Οι γιατροί πρέπει να παρακολουθούν τους ασθενείς προσεκτικά, ιδιαίτερα εκείνους με συνυπάρχουσες παθήσεις ή με γνωστούς προδιαθεσικούς παράγοντες, όπως προηγούμενη ανοσοκατασταλτική θεραπεία. Σε περίπτωση εικαζόμενου τέτοιου κινδύνου, ο γιατρός θα πρέπει να εξετάζει το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας κατά περίπτωση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις «Λοιμώξεις» & «Νεοπλάσματα του δέρματος» και Ανεπιθύμητες ενέργειες «Λεμφώματα»).
Λοιμώξεις
Κύρια φαρμακοδυναμική δράση της φινγκολιμόδης είναι η δοσοεξαρτώμενη μείωση του αριθμού των περιφερικών λεμφοκυττάρων στο 20-30% της αρχικής τους τιμής. Αυτό οφείλεται στην αναστρέψιμη παρακράτηση των λεμφοκυττάρων στους ιστούς του λεμφικού συστήματος (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Πριν την έναρξη της θεραπείας με Ginolimod, πρέπει να είναι διαθέσιμη μια πρόσφατη (π.χ. εντός των τελευταίων 6 μηνών ή μετά τη διακοπή της προηγούμενης θεραπείας) γενική εξέταση αίματος. Συνιστάται επίσης να γίνεται περιοδικά γενική εξέταση αίματος κατά τη διάρκεια της θεραπείας, τον 3ο μήνα και στη συνέχεια τουλάχιστον ετησίως, και σε περίπτωση εμφάνισης σημείων λοίμωξης. Εάν επιβεβαιωθεί απόλυτος αριθμός λεμφοκυττάρων <0,2x10^9/l, πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία έως την επαναφορά, διότι στις κλινικές μελέτες, η θεραπεία με φινγκολιμόδη διεκόπτετο σε ασθενείς με απόλυτο αριθμό λεμφοκυττάρων <0,2x10^9/l. Η έναρξη της θεραπείας με Ginolimod πρέπει να καθυστερεί σε ασθενείς με σοβαρή ενεργό λοίμωξη μέχρι την αποδρομή της. Οι επιδράσεις του Ginolimod στο ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο λοιμώξεων, συμπεριλαμβανομένων των ευκαιριακών λοιμώξεων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικές διαγνωστικές και θεραπευτικές στρατηγικές σε ασθενείς με συμπτώματα λοίμωξης. Κατά την αξιολόγηση ασθενή με εικαζόμενη λοίμωξη δυνητικά σοβαρή, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του σε γιατρό με εμπειρία στη θεραπεία λοιμώξεων. Στους ασθενείς, κατά τη διάρκεια της αγωγής, πρέπει να δίνονται οδηγίες να αναφέρουν αμέσως στο γιατρό τους τυχόν συμπτώματα λοίμωξης. Προσωρινή διακοπή του Ginolimod πρέπει να εξετάζεται εάν ένας ασθενής παρουσιάσει σοβαρή λοίμωξη και πρέπει να μελετάται η σχέση οφέλους-κινδύνου πριν την επανέναρξη της θεραπείας. Η απομάκρυνση της φινγκολιμόδης από τον οργανισμό μετά τη διακοπή της θεραπείας μπορεί να διαρκέσει έως και δύο μήνες και επομένως πρέπει να συνεχίζεται η επαγρύπνηση για λοίμωξη καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Στους ασθενείς πρέπει να δίνονται οδηγίες ώστε να αναφέρουν τα συμπτώματα λοίμωξης έως και 2 μήνες μετά τη διακοπή της φινγκολιμόδης.
Ιογενής ερπητική λοίμωξη
Σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή και ενίοτε θανατηφόρες περιπτώσεις εγκεφαλίτιδας, μηνιγγίτιδας ή μηνιγγοεγκεφαλίτιδας προκαλούμενες από τούς ιούς του απλού έρπητα και ανεμοβλογιάς-ζωστήρα έχουν παρατηρηθεί με τη φινγκολιμόδη οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Σε περίπτωση εμφάνισης εγκεφαλίτιδας, μηνιγγίτιδας ή μηνιγγοεγκεφαλίτιδας, το Ginolimod πρέπει να διακόπτεται και να χορηγείται κατάλληλη θεραπεία για την αντίστοιχη λοίμωξη. Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται ως προς την ανοσία τους έναντι της ανεμοβλογιάς πριν από τη θεραπεία με Ginolimod. Συνιστάται οι ασθενείς χωρίς ιστορικό ανεμοβλογιάς επιβεβαιωμένο από επαγγελματία υγείας ή χωρίς τεκμηρίωση πλήρους σχήματος εμβολιασμού με εμβόλιο ανεμοβλογιάς να υπόκεινται σε έλεγχο αντισωμάτων έναντι του ιού ανεμοβλογιάς-ζωστήρα (VZV) πριν από την έναρξη της θεραπείας με φινγκολιμόδη. Για τους VZV αρνητικούς ασθενείς συνιστάται πλήρες σχήμα εμβολιασμού με εμβόλιο ανεμοβλογιάς πριν από την έναρξη της θεραπείας με Ginolimod (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η έναρξη της θεραπείας με φινγκολιμόδη πρέπει να αναβάλλεται για ένα μήνα ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης επίδραση του εμβολιασμού.
Kρυπτοκοκκική μηνιγγίτιδα
Περιστατικά κρυπτοκοκκικής μηνιγγίτιδας (μιας μυκητιασικής λοίμωξης), ενίοτε θανατηφόρου, έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά μετά από περίπου 2-3 έτη θεραπείας, αν και η ακριβής σχέση με τη διάρκεια της θεραπείας παραμένει άγνωστη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ασθενείς με σημεία και συμπτώματα συμβατά με κρυπτοκοκκική μηνιγγίτιδα (π.χ. κεφαλαλγία συνοδευόμενη από νοητικές μεταβολές όπως σύγχυση, ψευδαισθήσεις και/ή μεταβολές της προσωπικότητας) θα πρέπει να υποβάλλονται σε άμεση διαγνωστική αξιολόγηση. Εάν διαγνωστεί κρυπτοκοκκική μηνιγγίτιδα, θα πρέπει να ανασταλεί η αγωγή με φινγκολιμόδη και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία. Θα πρέπει να συγκαλείται διεπιστημονικό συμβούλιο (π.χ. με ειδικό λοιμωξιολόγο) σε περίπτωση που απαιτείται επανέναρξη της φινγκολιμόδης.
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML) έχει αναφερθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με φινγκολιμόδη μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η PML είναι μια ευκαιριακή λοίμωξη οφειλόμενη στον ιό John Cunningham (JCV), η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος ή να οδηγήσει σε σοβαρή αναπηρία. Περιπτώσεις PML έχουν αναφερθεί μετά από περίπου 2-3 έτη μονοθεραπείας χωρίς προηγούμενη έκθεση σε ναταλιζουμάμπη. Aν και ο εκτιμώμενος κίνδυνος φαίνεται να αυξάνεται με τη σωρευτική έκθεση με την πάροδο του χρόνου, η ακριβής σχέση με τη διάρκεια της θεραπείας παραμένει άγνωστη. Πρόσθετες περιπτώσεις PML έχουν αναφερθεί σε ασθενείς οι οποίοι είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε θεραπεία με ναταλιζουμάμπη, η οποία έχει γνωστή συσχέτιση με την PML. Η PML μπορεί να εμφανιστεί μόνο παρουσία JCV λοίμωξης. Εάν γίνει έλεγχος για JCV, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η επίδραση της λεμφοπενίας στην ακρίβεια της εξέτασης αντι-JCV αντισωμάτων δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με φινγκολιμόδη. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ένας αρνητικός έλεγχος αντι-JCV αντισωμάτων δεν αποκλείει την πιθανότητα μεταγενέστερης JCV λοίμωξης. Πριν από την έναρξη της θεραπείας με φινγκολιμόδη, θα πρέπει να υπάρχει διαθέσιμη μια αρχική MRI (συνήθως εντός 3 μηνών) ως αναφορά. Μπορεί να υπάρχουν εμφανή ευρήματα στην MRI πριν από την εκδήλωση κλινικών σημείων ή συμπτωμάτων. Κατά τη διάρκεια των τακτικών MRI (σύμφωνα με τις εθνικές και τοπικές οδηγίες), οι γιατροί θα πρέπει να επαγρυπνούν για βλάβες που υποδηλώνουν PML. Η MRI μπορεί να θεωρηθεί μέρος της αυξημένης επαγρύπνησης σε ασθενείς που θεωρούνται αυξημένου κινδύνου για PML. Έχουν αναφερθεί περιστατικά ασυμπτωματικής PML με βάση τα ευρήματα της MRI και θετικό JCV DNA στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε ασθενείς που λάμβαναν φινγκολιμόδη. Εάν υπάρχει υποψία PML, η MRI θα πρέπει να διενεργείται άμεσα για διαγνωστικούς λόγους και η θεραπεία με φινγκολιμόδη θα πρέπει να αναστέλλεται έως ότου αποκλειστεί η PML.
Λοίμωξη από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων
Λοίμωξη από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV), συμπεριλαμβανομένου του θηλώματος, δυσπλασία, κονδυλώματα και καρκίνος σχετιζόμενος με τον HPV έχουν αναφερθεί κατά τη θεραπεία με φινγκολιμόδη σε μετεγκριτικές συνθήκες. Λόγω των ανοσοκατασταλτικών ιδιοτήτων της φινγκολιμόδης, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο του εμβολιασμού έναντι του HPV πριν από την έναρξη της θεραπείας με φινγκολιμόδη λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις εμβολιασμού. Συνιστάται έλεγχος για ανίχνευση καρκίνου, συμπεριλαμβανομένου του Pap test, σύμφωνα με την καθιερωμένη ιατρική πρακτική.
Οίδημα της ωχράς κηλίδας
Οίδημα της ωχράς κηλίδας με ή χωρίς διαταραχές της όρασης έχει αναφερθεί στο 0,5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με φινγκολιμόδη 0,5 mg και παρουσιάστηκε κυρίως στους πρώτους 3-4 μήνες θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Επομένως, συνιστάται οφθαλμολογική εκτίμηση στους 3-4 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας. Εάν οι ασθενείς αναφέρουν οπτικές διαταραχές οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να γίνεται αξιολόγηση του βυθού, συμπεριλαμβανομένης της ωχράς κηλίδας. Ασθενείς με ιστορικό ραγοειδίτιδας και ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης οιδήματος της ωχράς κηλίδας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η φινγκολιμόδη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας και συνυπάρχοντα σακχαρώδη διαβήτη. Συνιστάται ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας και σακχαρώδη διαβήτη ή ιστορικό ραγοειδίτιδας να υποβάλλονται σε οφθαλμολογική εκτίμηση πριν από την έναρξη της θεραπείας και να επανεκτιμώνται για όσο διάστημα βρίσκονται υπό θεραπεία. Η συνέχιση της θεραπείας σε ασθενείς με οίδημα της ωχράς κηλίδας δεν έχει αξιολογηθεί. Συνιστάται διακοπή του Ginolimod εάν ένας ασθενής αναπτύξει οίδημα ωχράς κηλίδας. Η απόφαση για το αν η θεραπεία πρέπει να ξαναρχίσει ή όχι μετά την υποχώρηση του οιδήματος της ωχράς κηλίδας πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ενδεχόμενα οφέλη και κινδύνους για κάθε ασθενή ξεχωριστά.
Ηπατική βλάβη
Αυξημένα ηπατικά ένζυμα, κυρίως τρανσαμινάση της αλανίνης (ALT) αλλά και γ-γλουταμυλική τρανσφεράση (GGT) και ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας υπό θεραπεία με φινγκολιμόδη. Έχουν επίσης αναφερθεί ορισμένες περιπτώσεις οξείας ηπατικής ανεπάρκειας χρήζουσας μεταμόσχευσης ήπατος και περιπτώσεις κλινικά σημαντικής ηπατικής βλάβης. Σημεία ηπατικής βλάβης, στα οποία περιλαμβάνονται σημαντική αύξηση των ηπατικών ενζύμων ορού και αύξηση της ολικής χολερυθρίνης, έχουν παρατηρηθεί ακόμη και δέκα ημέρες μετά την πρώτη χορήγηση και έχουν επίσης αναφερθεί μετά από παρατεταμένη χρήση. Σε κλινικές δοκιμές, παρατηρήθηκαν αυξήσεις της ALT τριπλάσιες του ανώτατου φυσιολογικού ορίου (ULN) ή μεγαλύτερες στο 8,0% των ενηλίκων ασθενών που έλαβαν θεραπεία με φινγκολιμόδη 0,5 mg συγκριτικά με το 1,9% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Αυξήσεις πενταπλάσιες του ULN παρατηρήθηκαν στο 1,8% των ασθενών που έλαβαν φινγκολιμόδη και στο 0,9% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Σε κλινικές δοκιμές, η φινγκολιμόδη διεκόπτετο εάν η αύξηση ήταν μεγαλύτερη από πενταπλάσια του ULN. Κατά την επανέναρξη της θεραπείας σε κάποιους ασθενείς παρατηρήθηκε επανεμφάνιση των αυξήσεων των ηπατικών τρανσαμινασών, γεγονός που υποδηλώνει αιτιολογική συσχέτιση με τη φινγκολιμόδη. Σε κλινικές μελέτες, αυξήσεις των τρανσαμινασών εμφανίστηκαν ανά πάσα στιγμή στη διάρκεια της θεραπείας αν και η πλειοψηφία τους εμφανίστηκε μέσα στους πρώτους 12 μήνες. Τα επίπεδα τρανσαμινασών ορού επανήλθαν στις φυσιολογικές τιμές εντός περίπου 2 μηνών μετά τη διακοπή της φινγκολιμόδης. Η φινγκολιμόδη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή προϋπάρχουσα ηπατοπάθεια (Child-Pugh κατηγορία C) και δεν πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Αντενδείξεις). Εξαιτίας των ανοσοκατασταλτικών ιδιοτήτων της φινγκολιμόδης, η έναρξη της θεραπείας πρέπει να αναβάλλεται σε ασθενείς με ενεργό ιογενή ηπατίτιδα μέχρι την υποχώρησή της. Πρόσφατες (π.χ. εντός των τελευταίων 6 μηνών) μετρήσεις επιπέδων τρανσαμινασών και χολερυθρίνης πρέπει να είναι διαθέσιμες πριν την έναρξη της θεραπείας. Ελλείψει κλινικών συμπτωμάτων, οι ηπατικές τρανσαμινάσες και η χολερυθρίνη ορού πρέπει να ελέγχονται κατά τους μήνες 1, 3, 6, 9 και 12 της θεραπείας και κατόπιν σε τακτά χρονικά διαστήματα έως 2 μήνες μετά τη διακοπή του Ginolimod. Επί απουσίας κλινικών συμπτωμάτων, εάν οι ηπατικές τρανσαμινάσες υπερβαίνουν το τριπλάσιο αλλά είναι κάτω από το πενταπλάσιο του ULN χωρίς αύξηση της χολερυθρίνης ορού, πρέπει να καθιερώνεται συχνότερη παρακολούθηση, η οποία περιλαμβάνει μετρήσεις της χολερυθρίνης ορού και της αλκαλικής φωσφατάσης (ALP), ώστε να διαπιστώνονται πιθανές περαιτέρω αυξήσεις και να διακρίνεται πιθανή εναλλακτική αιτιολογία της ηπατικής δυσλειτουργίας. Εάν οι ηπατικές τρανσαμινάσες είναι τουλάχιστον πενταπλάσιες του ULN ή τουλάχιστον τριπλάσιες του ULN σχετιζόμενες με οποιαδήποτε αύξηση της χολερυθρίνης ορού, το Ginolimod πρέπει να διακόπτεται. Η παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας πρέπει να συνεχίζεται. Εάν τα επίπεδα ορού επανέλθουν στο φυσιολογικό (συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης κατά την οποία εντοπίζεται εναλλακτική αιτιολογία της ηπατικής δυσλειτουργίας), το Ginolimod μπορεί να ξαναρχίσει επί τη βάσει μιας προσεκτικής αξιολόγησης της σχέσης οφέλους-κινδύνου για τον ασθενή. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν συμπτώματα ενδεικτικά ηπατικής δυσλειτουργίας, όπως ανεξήγητη ναυτία, έμετο, κοιλιακό άλγος, κόπωση, ανορεξία ή ίκτερο και/ή σκουρόχρωμα ούρα, πρέπει να ελέγχονται άμεσα τα ηπατικά ένζυμα και η χολερυθρίνη και πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία εάν επιβεβαιωθεί σημαντική ηπατική δυσλειτουργία. Η θεραπεία δεν πρέπει να ξαναρχίζει, εκτός εάν μπορεί να στοιχειοθετηθεί μια εύλογη εναλλακτική αιτιολογία για τα σημεία και συμπτώματα της ηπατικής βλάβης. Αν και δεν υπάρχουν δεδομένα που να τεκμηριώνουν ότι οι ασθενείς με προ-υπάρχουσα ηπατική νόσο αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν αυξημένες τιμές στις δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας όταν λαμβάνουν Ginolimod, η χορήγηση του Ginolimod πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό σοβαρής ηπατικής νόσου.
Επιδράσεις στην αρτηριακή πίεση
Στις προεγκριτικές κλινικές δοκιμές αποκλείστηκε η συμμετοχή ασθενών με μη ελεγχόμενη με φαρμακευτική αγωγή υπέρταση και συνιστάται ειδική φροντίδα εάν χορηγείται Ginolimod σε ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση. Σε κλινικές δοκιμές στη σκλήρυνση κατά πλάκας, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φινγκολιμόδη 0,5 mg παρουσίασαν μέση αύξηση της συστολικής πίεσης κατά περίπου 3 mmHg και της διαστολικής πίεσης κατά περίπου 1 mmHg, η οποία παρατηρήθηκε πρώτη φορά 1 μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας και επέμεινε με τη συνέχιση της θεραπείας. Στη διετή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, η υπέρταση αναφέρθηκε ως ανεπιθύμητο συμβάν στο 6,5% των ασθενών σε φινγκολιμόδη 0,5 mg και στο 3,3% των ασθενών σε εικονικό φάρμακο. Ως εκ τούτου, η αρτηριακή πίεση πρέπει να ελέγχεται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Επιδράσεις στο αναπνευστικό
Ελάσσονες δοσοεξαρτώμενες μειώσεις των τιμών του μέγιστου εκπνεόμενου όγκου (FEV1) και της ικανότητας διάχυσης του μονοξειδίου του άνθρακα (DLCO) παρατηρήθηκαν με τη θεραπεία με φινγκολιμόδη, ξεκινώντας τον 1ο μήνα και παραμένοντας σταθερές κατόπιν. Το Ginolimod πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή πνευμονοπάθεια, πνευμονική ίνωση και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας
Σπάνιες περιπτώσεις συνδρόμου οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES) έχουν αναφερθεί στη δόση των 0,5 mg σε κλινικές μελέτες και μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα συμπτώματα που αναφέρθηκαν περιελάμβαναν αιφνίδια έναρξη σοβαρής κεφαλαλγίας, ναυτία, έμετο, μεταβολή της νοητικής κατάστασης, διαταραχές της όρασης και επιληπτική κρίση. Τα συμπτώματα του PRES είναι συνήθως αναστρέψιμα αλλά μπορεί να εξελιχθούν σε ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή εγκεφαλική αιμορραγία. Καθυστέρηση στη διάγνωση και θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμες νευρολογικές συνέπειες. Σε πιθανολογούμενο PRES, το Ginolimod θα πρέπει να διακόπτεται.
Προηγούμενη θεραπεία με ανοσοκατασταλτικές ή ανοσοτροποποιητικές θεραπείες
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας της φινγκολιμόδης κατά τη μετάβαση ασθενών από θεραπεία με τεριφλουνομίδη, φουμαρικό διμεθυλεστέρα ή αλεμτουζουμάμπη σε Ginolimod. Κατά τη μετάβαση των ασθενών από άλλη τροποποιητική της νόσου θεραπεία σε Ginolimod, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ο χρόνος ημίσειας ζωής και ο μηχανισμός δράσης της άλλης θεραπείας, προκειμένου να αποφεύγονται πρόσθετες ανοσολογικές επιδράσεις, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος επανενεργοποίησης της νόσου. Συνιστάται γενική εξέταση αίματος (CBC) πριν από την έναρξη της θεραπείας με Ginolimod, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν υφίστανται πλέον οι ανοσολογικές επιδράσεις της προηγούμενης θεραπείας (π.χ. κυτταροπενία). Το Ginolimod μπορεί γενικά να ξεκινάει αμέσως μετά τη διακοπή της ιντερφερόνης ή της οξικής γλατιραμέρης. Για το φουμαρικό διμεθυλεστέρα, η περίοδος έκπλυσης θα πρέπει να είναι ικανή για την επαναφορά του αιμοδιαγράμματος σε φυσιολογικά επίπεδα πριν από την έναρξη της θεραπείας με Ginolimod. Εξαιτίας του μεγάλου χρόνου ημίσειας ζωής της ναταλιζουμάμπης, η αποβολή της συνήθως διαρκεί έως και 2-3 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Η τεριφλουνομίδη αποβάλλεται επίσης βραδέως από το πλάσμα. Χωρίς κάποια διαδικασία επιτάχυνσης της αποβολής, η κάθαρση της τεριφλουνομίδης από το πλάσμα μπορεί να διαρκέσει από αρκετούς μήνες έως και 2 έτη. Συνιστάται μια διαδικασία επιτάχυνσης της αποβολής, όπως αυτή ορίζεται στην περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος της τεριφλουνομίδης ή εναλλακτικά η περίοδος έκπλυσης δε θα πρέπει να είναι μικρότερη από 3,5 μήνες. Απαιτείται προσοχή ως προς τις πιθανές ταυτόχρονες ανοσολογικές επιδράσεις κατά τη μετάβαση των ασθενών από ναταλιζουμάμπη ή τεριφλουνομίδη σε Ginolimod. Η αλεμτουζουμάμπη ασκεί ισχυρές και παρατεταμένες ανοσοκατασταλτικές δράσεις. Επειδή η πραγματική διάρκεια των δράσεων αυτών είναι άγνωστη, δε συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με Ginolimod μετά την αλεμτουζουμάμπη, εκτός εάν τα οφέλη μιας τέτοιας θεραπείας υπερέχουν σαφώς των κινδύνων για τον κάθε ασθενή. Η απόφαση να χορηγηθεί παρατεταμένη ταυτόχρονη θεραπεία με κορτικοστεροειδή θα πρέπει να λαμβάνεται μετά από προσεκτική εκτίμηση.
Συγχορήγηση με ισχυρούς επαγωγείς του CYP450
Ο συνδυασμός της φινγκολιμόδης με ισχυρούς επαγωγείς του CYP450 θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η ταυτόχρονη χορήγηση με υπερικό (St John’s Wort) δε συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Κακοήθειες
Δερματικές κακοήθειες
Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα (BCC) και άλλα νεοπλάσματα του δέρματος, τα οποία περιλαμβάνουν κακόηθες μελάνωμα, καρκίνωμα από πλακώδες επιθήλιο, σάρκωμα Kaposi και καρκίνωμα Merkel, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με Ginolimod (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Απαιτείται επαγρύπνηση για δερματικές βλάβες και συνιστάται ιατρική αξιολόγηση του δέρματος κατά την έναρξη της θεραπείας και ακολούθως ανά 6 έως 12 μήνες, λαμβάνοντας υπόψη την κλινική εκτίμηση. Ο ασθενής θα πρέπει να παραπέμπεται σε δερματολόγο σε περίπτωση που εντοπίζονται ύποπτες βλάβες. Εξαιτίας του πιθανού κινδύνου κακοηθειών του δέρματος, στους ασθενείς υπό θεραπεία με φινγκολιμόδη θα πρέπει να γίνεται σύσταση να μην εκτίθενται στην ηλιακή ακτινοβολία χωρίς προστασία. Αυτοί οι ασθενείς δε θα πρέπει να λαμβάνουν ταυτόχρονη φωτοθεραπεία με ακτινοβολία UV-B ή φωτοχημειοθεραπεία-PUVA.
Λεμφώματα
Υπήρξαν περιπτώσεις λεμφώματος στις κλινικές μελέτες και μετά την κυκλοφορία στην αγορά (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι περιπτώσεις που αναφέρθηκαν ήταν ετερογενείς ως προς τη φύση τους, κυρίως λέμφωμα μη Hodgkin, συμπεριλαμβανομένων λεμφωμάτων Β-κυττάρων και Τ-κυττάρων. Έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις δερματικού λεμφώματος Τ-κυττάρων (σπογγοειδής μυκητίαση). Επίσης, έχει παρατηρηθεί μία θανατηφόρα περίπτωση λεμφώματος Β-κυττάρων θετική σε ιό Epstein Barr (EBV). Εάν υπάρχει υπόνοια για λέμφωμα, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Εξαιτίας του κινδύνου για το έμβρυο, η φινγκολιμόδη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δε χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη. Πριν από την έναρξη της θεραπείας, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο για το έμβρυο, πρέπει να διαθέτουν ένα αρνητικό τεστ εγκυμοσύνης και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και επί 2 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία και τις πληροφορίες που περιέχονται στο Πακέτο Πληροφοριών για τον Ιατρό).
Ογκόμορφες βλάβες
Σπάνιες περιπτώσεις ογκόμορφων απομυελινωτικών βλαβών σχετιζόμενων με υποτροπή της ΣΚΠ έχουν αναφερθεί σε μετεγκριτικές συνθήκες. Σε περίπτωση σοβαρών υποτροπών, θα πρέπει να γίνεται MRI για να αποκλειστούν οι ογκόμορφες απομυελινωτικές βλάβες. Η διακοπή της θεραπείας θα πρέπει να εξετάζεται από τον ιατρό για τον κάθε ασθενή ξεχωριστά λαμβάνοντας υπόψη τα ατομικά οφέλη και τους κινδύνους.
Επανεμφάνιση της ενεργότητας της νόσου (rebound) μετά τη διακοπή της φινγκολιμόδης
Σε μετεγκριτικό πλαίσιο, σοβαρή υποτροπή της νόσου έχει παρατηρηθεί σπάνια, σε ορισμένους ασθενείς που σταματούν τη φινγκολιμόδη. Αυτό έχει γενικά παρατηρηθεί εντός 12 εβδομάδων από τη διακοπή της φινγκολιμόδης, αλλά έχει επίσης αναφερθεί και σε διάστημα έως και 24 εβδομάδων μετά τη διακοπή της φινγκολιμόδης. Συνιστάται επομένως προσοχή όταν διακόπτεται η θεραπεία με φινγκολιμόδη. Εάν κρίνεται απαραίτητη η διακοπή της φινγκολιμόδης, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα επανεμφάνισης εξαιρετικά υψηλής ενεργότητας της νόσου και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σχετικά σημεία και συμπτώματα και να ξεκινά κατάλληλη θεραπεία όποτε απαιτείται (βλ. «Διακοπή της θεραπείας» παρακάτω).
Διακοπή της θεραπείας
Εάν ληφθεί απόφαση διακοπής της θεραπείας με Ginolimod, χρειάζεται διάστημα έκπλυσης 6 εβδομάδων χωρίς θεραπεία, με βάση το χρόνο ημίσειας ζωής, για την κάθαρση της φινγκολιμόδης από την κυκλοφορία (βλ. Φαρμακοκινητικές). Ο αριθμός των λεμφοκυττάρων, κατά κανόνα, επανέρχεται σταδιακά στο φυσιολογικό εύρος μέσα σε 1-2 μήνες από τη διακοπή της θεραπείας, στην πλειονότητα των ασθενών (βλ. Φαρμακοδυναμικές), μολονότι η πλήρης αποκατάσταση μπορεί να απαιτήσει σημαντικά μεγαλύτερο διάστημα σε κάποιους ασθενείς. Η έναρξη άλλων θεραπειών κατά τη διάρκεια αυτού του μεσοδιαστήματος θα έχει ως αποτέλεσμα την ταυτόχρονη έκθεση στη φινγκολιμόδη. Η χρήση ανοσοκατασταλτικών σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη διακοπή του Ginolimod μπορεί να οδηγήσει σε συνεργιστική επίδραση στο ανοσοποιητικό σύστημα και ως εκ τούτου συνιστάται προσοχή. Συνιστάται επίσης προσοχή όταν διακόπτεται η θεραπεία με φινγκολιμόδη εξαιτίας του κινδύνου rebound (βλ. «Επανεμφάνιση της ενεργότητας της νόσου (rebound) μετά τη διακοπή της φινγκολιμόδης» παραπάνω). Εάν η διακοπή του Ginolimod κρίνεται απαραίτητη, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά την περίοδο αυτή για σημεία σχετιζόμενα με πιθανό rebound.
Επίδραση στον ορολογικό έλεγχο
Δεδομένου ότι η φινγκολιμόδη μειώνει τον αριθμό των λεμφοκυττάρων στο αίμα με την ανακατανομή τους στα δευτερεύοντα όργανα του λεμφικού συστήματος, ο αριθμός των λεμφοκυττάρων στο περιφερικό αίμα δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην αξιολόγηση της κατάστασης υποσυνόλων των λεμφοκυττάρων ενός ασθενή που λαμβάνει Ginolimod. Εργαστηριακοί έλεγχοι που περιλαμβάνουν τον προσδιορισμό κυκλοφορούντων μονοπύρηνων κυττάρων απαιτούν μεγαλύτερους όγκους αίματος λόγω της μείωσης του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Στους παιδιατρικούς ασθενείς, το προφίλ ασφάλειας είναι παρόμοιο με αυτό που παρατηρείται στους ενήλικες και συνεπώς οι προειδοποιήσεις και οι προφυλάξεις που ισχύουν για τους ενήλικες εφαρμόζονται και στους παιδιατρικούς ασθενείς. Ειδικότερα, όταν συνταγογραφείται το Ginolimod σε παιδιατρικούς ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εξής:
- Θα πρέπει να τηρούνται οι προφυλάξεις που αφορούν τη χορήγηση της πρώτης δόσης (βλ. «Βραδυαρρυθμία» παραπάνω). Οι ίδιες προφυλάξεις, όπως αυτές της πρώτης δόσης, συνιστώνται και όταν οι ασθενείς μεταβαίνουν από την ημερήσια δόση των 0,25 mg σε αυτή των 0,5 mg.
- Στην ελεγχόμενη παιδιατρική μελέτη D2311, αναφέρθηκαν περιπτώσεις επιληπτικών κρίσεων, άγχους, καταθλιπτικής διάθεσης και κατάθλιψης με υψηλότερη επίπτωση στους ασθενείς υπό θεραπεία με φινγκολιμόδη συγκριτικά με τους ασθενείς υπό θεραπεία με ιντερφερόνη βήτα-1α. Απαιτείται προσοχή σ’ αυτή την πληθυσμιακή υποομάδα (βλ. «Παιδιατρικός πληθυσμός» στην Ανεπιθύμητες ενέργειες).
- Ήπιες μεμονωμένες αυξήσεις της χολερυθρίνης έχουν αναφερθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς υπό θεραπεία με Ginolimod.
- Συνιστάται οι παιδιατρικοί ασθενείς να ολοκληρώνουν όλους τους εμβολιασμούς σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες εμβολιασμού πριν από την έναρξη της θεραπείας με Ginolimod (βλ. «Λοιμώξεις» παραπάνω).
- Υπάρχουν πολύ περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα σε παιδιά μεταξύ 10-12 ετών, κάτω των 40 kg ή σε στάδιο Tanner <2 (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Απαιτείται προσοχή σε αυτές τις υποομάδες, λόγω των πολύ περιορισμένων διαθέσιμων πληροφοριών από την κλινική μελέτη.
- Μακροχρόνια δεδομένα ασφάλειας στον παιδιατρικό πληθυσμό δεν είναι ακόμη διαθέσιμα.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-GINOLIMOD
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αντινεοπλασματικές, ανοσοτροποποιητικές ή ανοσοκατασταλτικές θεραπείες
Αντινεοπλασματικές, ανοσοτροποποιητικές ή ανοσοκατασταλτικές θεραπείες δεν πρέπει να συγχορηγούνται λόγω του κινδύνου συνεργιστικών επιδράσεων στο ανοσοποιητικό σύστημα (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Χρειάζεται επίσης προσοχή κατά τη μετάβαση ασθενών από θεραπείες μακράς δράσεως με επιδράσεις στο ανοσοποιητικό, όπως η ναταλιζουμάμπη, η τεριφλουνομίδη ή η μιτοξανδρόνη, σε Ginolimod (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε κλινικές μελέτες στη σκλήρυνση κατά πλάκας, η ταυτόχρονη θεραπεία των υποτροπών με βραχεία χορήγηση κορτικοστεροειδών δε συσχετίστηκε με αυξημένη συχνότητα λοιμώξεων.
Εμβολιασμός
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για διάστημα έως και δύο μηνών μετά τη θεραπεία με Ginolimod, ο εμβολιασμός μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικός. Η χρήση εμβολίων με ζώντες εξασθενημένους μικροοργανισμούς ενδέχεται να ενέχει κίνδυνο λοιμώξεων και πρέπει συνεπώς να αποφεύγεται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Δραστικές ουσίες που προκαλούν βραδυκαρδία
Η φινγκολιμόδη έχει μελετηθεί σε συνδυασμό με ατενολόλη και διλτιαζέμη. Όταν η φινγκολιμόδη συγχορηγήθηκε με ατενολόλη σε μια μελέτη αλληλεπίδρασης σε υγιείς εθελοντές, υπήρξε πρόσθετη μείωση του καρδιακού ρυθμού κατά 15% στην έναρξη της θεραπείας με φινγκολιμόδη, μια επίδραση που δεν παρατηρείται με τη διλτιαζέμη. Η θεραπεία με Ginolimod δε θα πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς που λαμβάνουν β-αναστολείς ή άλλες δραστικές ουσίες οι οποίες δύνανται να μειώσουν τον καρδιακό ρυθμό, όπως αντιαρρυθμικά τάξεως Ια και ΙΙΙ, αναστολείς διαύλων ασβεστίου (όπως βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη), ιβαμπραδίνη, διγοξίνη, αντιχολινεστερασικούς παράγοντες ή πιλοκαρπίνη, λόγω των πιθανών συνεργικών επιδράσεων στον καρδιακό ρυθμό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αν εξετάζεται το ενδεχόμενο της θεραπείας αυτών των ασθενών με Ginolimod, θα πρέπει να ζητείται η συμβουλή καρδιολόγου για αλλαγή της αγωγής σε φαρμακευτικά προϊόντα που δε μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό ή για την κατάλληλη παρακολούθηση κατά την έναρξη της θεραπείας και συνιστάται τουλάχιστον ολονύκτια παρακολούθηση σε περίπτωση που δε μπορεί να διακοπεί η αγωγή που μειώνει τον καρδιακό ρυθμό.
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις άλλων δραστικών ουσιών στη φινγκολιμόδη
H φινγκολιμόδη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP4F2. Άλλα ένζυμα όπως το CYP3A4 μπορεί επίσης να συμβάλλουν στο μεταβολισμό της, ιδιαίτερα σε περίπτωση ισχυρής επαγωγής του CYP3A4. Ισχυροί αναστολείς των πρωτεϊνών μεταφοράς δεν αναμένεται να επηρεάσουν τη διάθεση της φινγκολιμόδης. Η συγχορήγηση φινγκολιμόδης με κετοκοναζόλη οδήγησε σε αύξηση κατά 1,7 φορές της έκθεσης στη φινγκολιμόδη και στη φωσφορική φινγκολιμόδη (AUC) με αναστολή του CYP4F2. Συνιστάται προσοχή με τις δραστικές ουσίες που δύνανται να αναστέλλουν το CYP3A4 (αναστολείς πρωτεάσης, αζόλες αντιμυκητιασικά, κάποιες μακρολίδες όπως η κλαριθρομυκίνη ή η τελιθρομυκίνη). Η συγχορήγηση καρβαμαζεπίνης 600 mg δύο φορές ημερησίως σε σταθεροποιημένη κατάσταση και μιας εφάπαξ δόσης φινγκολιμόδης 2 mg μείωσε την AUC της φινγκολιμόδης και του μεταβολίτη της κατά 40% περίπου. Άλλοι ισχυροί επαγωγείς του ενζύμου CYP3A4, π.χ. η ριφαμπικίνη, η φαινοβαρβιτάλη, η φαινυτοΐνη, η εφαβιρένζη και το υπερικό, μπορεί να μειώσουν την AUC της φινγκολιμόδης και του μεταβολίτη της τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό. Επειδή αυτό θα μπορούσε δυνητικά να επηρεάσει αρνητικά την αποτελεσματικότητα, η συγχορήγησή τους θα πρέπει να γίνεται με προσοχή. Ωστόσο, η ταυτόχρονη χορήγηση με υπερικό δε συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις της φινγκολιμόδης σε άλλες δραστικές ουσίες
Η φινγκολιμόδη είναι απίθανο να αλληλεπιδρά με δραστικές ουσίες οι οποίες μεταβολίζονται κυρίως από τα ένζυμα του CYP450 ή από υποστρώματα των κύριων πρωτεϊνών μεταφοράς. Η συγχορήγηση φινγκολιμόδης με κυκλοσπορίνη δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στην έκθεση στην κυκλοσπορίνη ή στην έκθεση στη φινγκολιμόδη. Επομένως, η φινγκολιμόδη δεν αναμένεται να μεταβάλει τη φαρμακοκινητική φαρμακευτικών προϊόντων που είναι υποστρώματα του CYP3A4. Η συγχορήγηση φινγκολιμόδης με από του στόματος αντισυλληπτικά (αιθινυλοιστραδιόλη και λεβονοργεστρέλη) δεν επέφερε καμία μεταβολή στην έκθεση στα από του στόματος αντισυλληπτικά. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με από του στόματος αντισυλληπτικά που περιέχουν άλλα προγεσταγόνα, ωστόσο δεν αναμένεται επίδραση της φινγκολιμόδης στην έκθεση σε αυτά.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-GINOLIMOD
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (επιπολασμός ≥10%) στη δόση των 0,5 mg ήταν κεφαλαλγία (24,5%), αυξημένα ηπατικά ένζυμα (15,2%), διάρροια (12,6%), βήχας (12,3%), γρίπη (11,4%), παραρρινοκολπίτιδα (10,9%) και oσφυαλγία (10,0%).
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες και οι προερχόμενες από την εμπειρία σε μετεγκριτικές συνθήκες, από αυθόρμητες αναφορές ή βιβλιογραφικές περιπτώσεις, παρουσιάζονται παρακάτω. Οι συχνότητες ορίστηκαν με χρήση της παρακάτω συνθήκης:
- Πολύ συχνές (≥1/10)
- Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
- Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
- Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)
- Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
- Μη γνωστής συχνότητας (δε μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Εντός της κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
- Πολύ συχνές: Γρίπη, Παραρρινοκολπίτιδα
- Συχνές: Ερπητικές λοιμώξεις, Βρογχίτιδα, Τριχοφυτία ποικιλόχρους
- Όχι συχνές: Πνευμονία
- Μη γνωστής συχνότητας: Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML), Κρυπτοκοκκικές λοιμώξεις
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
- Συχνές: Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα
- Όχι συχνές: Κακόηθες μελάνωμα****
- Σπάνιες: Λέμφωμα***, Καρκίνωμα από πλακώδες επιθήλιο****
- Πολύ σπάνιες: Σάρκωμα Kaposi****
- Μη γνωστής συχνότητας: Καρκίνωμα Merkel***
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Συχνές: Λεμφοπενία, Λευκοπενία
- Όχι συχνές: Θρομβοπενία
- Μη γνωστής συχνότητας: Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία***, Περιφερικό οίδημα***
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Μη γνωστής συχνότητας: Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, μεταξύ των οποίων εξάνθημα, κνίδωση και αγγειοοίδημα, με την έναρξη της θεραπείας***
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Συχνές: Κατάθλιψη
- Όχι συχνές: Καταθλιπτική διάθεση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία
- Συχνές: Ζάλη, Ημικρανία
- Όχι συχνές: Επιληπτική κρίση
- Σπάνιες: Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES)*
- Μη γνωστής συχνότητας: Σοβαρή υποτροπή της νόσου μετά τη διακοπή της φινγκολιμόδης***
Οφθαλμικές διαταραχές
- Συχνές: Θαμπή όραση
- Όχι συχνές: Οίδημα της ωχράς κηλίδας
Καρδιακές διαταραχές
- Συχνές: Βραδυκαρδία, Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Πολύ σπάνιες: Αναστροφή του επάρματος Τ***
Αγγειακές διαταραχές
- Συχνές: Υπέρταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Πολύ συχνές: Βήχας
- Συχνές: Δύσπνοια
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Διάρροια
- Όχι συχνές: Ναυτία***
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Μη γνωστής συχνότητας: Οξεία ηπατική ανεπάρκεια***
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: Έκζεμα, Αλωπεκία, Κνησμός
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Πολύ συχνές: Οσφυαλγία
- Συχνές: Μυαλγία, Αρθραλγία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Συχνές: Εξασθένιση
Παρακλινικές εξετάσεις
- Πολύ συχνές: Αυξημένα ηπατικά ένζυμα (αυξημένες τιμές τρανσαμινάσης της αλανίνης, γ-γλουταμυλικής τρανσφεράσης, ασπαρτικής τρανσαμινάσης)
- Συχνές: Μειωμένο βάρος***, Αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος
- Όχι συχνές: Μειωμένος αριθμός ουδετεροφίλων
- Η κατηγορία συχνότητας βασίστηκε σε εικαζόμενη έκθεση στη φινγκολιμόδη 10.000 ασθενών σε όλες τις κλινικές μελέτες. ** PML και κρυπτοκοκκικές λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων κρυπτοκοκκικής μηνιγγίτιδας) έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). *** Ανεπιθύμητες ενέργειες από αυθόρμητες αναφορές και βιβλιογραφία. **** Η κατηγορία συχνότητας και η αξιολόγηση του κινδύνου βασίστηκαν σε εκτιμώμενη έκθεση στη φινγκολιμόδη 0,5 mg περισσοτέρων από 24.000 ασθενών σε όλες τις κλινικές μελέτες.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Λοιμώξεις Σε κλινικές μελέτες στη σκλήρυνση κατά πλάκας, η συνολική συχνότητα λοιμώξεων (65,1%) στη δόση των 0,5 mg ήταν παρόμοια με του εικονικού φαρμάκου. Ωστόσο, λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού, κυρίως βρογχίτιδα, και σε μικρότερο βαθμό ερπητική λοίμωξη και πνευμονία, ήταν συχνότερες σε ασθενείς που λάμβαναν φινγκολιμόδη. Ορισμένες περιπτώσεις γενικευμένης ερπητικής λοίμωξης, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιπτώσεων, έχουν αναφερθεί ακόμη και στη δόση των 0,5 mg. Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις λοιμώξεων από ευκαιριακά παθογόνα, όπως ιογενείς (π.χ. από ιό ανεμοβλογιάς ζωστήρα [VZV]), ιό John Cunningham [JCV] που προκαλεί Προϊούσα Πολυεστιακή Λευκοεγκεφαλοπάθεια, ιό του απλού έρπητα [HSV]), μυκητιασικές (π.χ. κρυπτοκοκκικές συμπεριλαμβανομένης της κρυπτοκοκκικής μηνιγγίτιδας) ή βακτηριακές (π.χ. άτυπο μυκοβακτηρίδιο), ορισμένες εκ των οποίων ήταν θανατηφόρες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Λοίμωξη από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV), συμπεριλαμβανομένου του θηλώματος, δυσπλασία, κονδυλώματα και καρκίνος σχετιζόμενος με τον HPV έχουν αναφερθεί κατά τη θεραπεία με φινγκολιμόδη σε μετεγκριτικές συνθήκες. Λόγω των ανοσοκατασταλτικών ιδιοτήτων της φινγκολιμόδης, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο του εμβολιασμού έναντι του HPV πριν από την έναρξη της θεραπείας με φινγκολιμόδη λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις εμβολιασμού. Συνιστάται έλεγχος για ανίχνευση καρκίνου, συμπεριλαμβανομένου του Pap test, σύμφωνα με την καθιερωμένη ιατρική πρακτική.
Οίδημα της ωχράς κηλίδας Σε κλινικές μελέτες στη σκλήρυνση κατά πλάκας παρουσιάστηκε οίδημα της ωχράς κηλίδας στο 0,5% των ασθενών που έλαβαν τη συνιστώμενη δόση των 0,5 mg και στο 1,1% των ασθενών που έλαβαν την υψηλότερη δόση των 1,25 mg. Η πλειονότητα των περιπτώσεων παρουσιάστηκε μέσα στους πρώτους 3-4 μήνες της θεραπείας. Ορισμένοι ασθενείς παρουσίασαν θαμπή όραση ή μειωμένη οπτική οξύτητα, αλλά άλλοι ήταν ασυμπτωματικοί και διαγνώστηκαν σε συνήθη οφθαλμολογική εξέταση. Το οίδημα της ωχράς κηλίδας γενικώς βελτιώθηκε ή υποχώρησε αυτόματα μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο κίνδυνος επανεμφάνισης μετά από επανέκθεση δεν έχει αξιολογηθεί. Η συχνότητα του οιδήματος της ωχράς κηλίδας αυξάνεται σε ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας και ιστορικό ραγοειδίτιδας (17% με ιστορικό ραγοειδίτιδας έναντι 0,6% χωρίς ιστορικό ραγοειδίτιδας). Το Ginolimod δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας και σακχαρώδη διαβήτη, μία νόσο που σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο οιδήματος της ωχράς κηλίδας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε κλινικές μελέτες μεταμόσχευσης νεφρού, στις οποίες συμπεριελήφθησαν ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, η θεραπεία με φινγκολιμόδη 2,5 mg και 5 mg οδήγησε σε διπλάσια αύξηση της συχνότητας του οιδήματος της ωχράς κηλίδας.
Βραδυαρρυθμία Η έναρξη της θεραπείας οδηγεί σε παροδική μείωση του καρδιακού ρυθμού και μπορεί επίσης να συσχετίζεται με καθυστερήσεις της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας. Σε κλινικές μελέτες στη σκλήρυνση κατά πλάκας, η μέγιστη μείωση του καρδιακού ρυθμού διαπιστώθηκε εντός 6 ωρών μετά την έναρξη της θεραπείας, με μειώσεις του μέσου καρδιακού ρυθμού κατά 12-13 παλμούς το λεπτό για τη φινγκολιμόδη 0,5 mg. Καρδιακός ρυθμός κάτω των 40 παλμών το λεπτό σε ενήλικες και κάτω των 50 παλμών το λεπτό σε παιδιατρικούς ασθενείς, παρατηρήθηκε σπάνια σε ασθενείς με φινγκολιμόδη 0,5 mg. Ο μέσος καρδιακός ρυθμός επανήλθε στα αρχικά επίπεδα μέσα σε 1 μήνα συνεχιζόμενης θεραπείας. Η βραδυκαρδία ήταν γενικώς ασυμπτωματική, αλλά ορισμένοι ασθενείς παρουσίασαν ήπια έως μέτρια συμπτώματα, συμπεριλαμβανομένης της υπότασης, ζάλης, κόπωσης ή/και αισθήματος παλμών, τα οποία απέδραμαν μέσα στις πρώτες 24 ώρες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε κλινικές μελέτες στη σκλήρυνση κατά πλάκας, διαπιστώθηκε πρώτου βαθμού κολποκοιλιακός αποκλεισμός (παράταση του μεσοδιαστήματος PR όπως απεικονίζεται στο ΗΚΓ) μετά την έναρξη της θεραπείας, σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς. Στις κλινικές μελέτες των ενηλίκων αναφέρθηκε στο 4,7% των ασθενών σε φινγκολιμόδη 0,5 mg, στο 2,8% των ασθενών σε ενδομυϊκή ιντερφερόνη β-1α και στο 1,6% των ασθενών σε εικονικό φάρμακο. Δεύτερου βαθμού κολποκοιλιακός αποκλεισμός διαπιστώθηκε σε ποσοστό μικρότερο του 0,2% των ενηλίκων ασθενών σε φινγκολιμόδη 0,5 mg. Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, έχουν γίνει μεμονωμένες αναφορές παροδικού, πλήρους κολποκοιλιακού αποκλεισμού με αυτόματη αποδρομή κατά τη διάρκεια της εξάωρης περιόδου παρακολούθησης μετά την πρώτη δόση της φινγκολιμόδης. Οι ασθενείς ανέρρωσαν αυτόματα. Οι διαταραχές της αγωγιμότητας, που παρατηρήθηκαν τόσο στο πλαίσιο κλινικών μελετών όσο και μετά την κυκλοφορία, ήταν κατά κανόνα παροδικές, ασυμπτωματικές και απέδραμαν μέσα στις πρώτες 24 ώρες από την έναρξη της θεραπείας. Παρότι οι περισσότεροι ασθενείς δε χρειάστηκαν ιατρική παρέμβαση, ένας ασθενής σε φινγκολιμόδη 0,5 mg έλαβε ισοπρεναλίνη για ασυμπτωματικό δεύτερου βαθμού Mobitz I κολποκοιλιακό αποκλεισμό. Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, μεμονωμένα συμβάντα όψιμης έναρξης, συμπεριλαμβανομένης παροδικής ασυστολίας και ανεξήγητου θανάτου, παρατηρήθηκαν εντός 24 ωρών από την πρώτη δόση. Οι περιπτώσεις αυτές περιπλέκονταν από συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα και/ή προϋπάρχουσα νόσο. Η συσχέτιση τέτοιων συμβάντων με τη φινγκολιμόδη δεν είναι βέβαιη.
Αρτηριακή πίεση Σε κλινικές μελέτες στη σκλήρυνση κατά πλάκας, η φινγκολιμόδη 0,5 mg συσχετίστηκε με μια μέση αύξηση περίπου 3 mmHg της συστολικής πίεσης και περίπου 1 mmHg της διαστολικής πίεσης, η οποία εκδηλώθηκε περίπου 1 μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας. Αυτή η αύξηση επέμεινε με τη συνέχιση της θεραπείας. Υπέρταση αναφέρθηκε στο 6,5% των ασθενών σε φινγκολιμόδη 0,5 mg και στο 3,3% των ασθενών σε εικονικό φάρμακο. Σε συνθήκες μετά την κυκλοφορία, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπέρτασης μέσα στον πρώτο μήνα από την έναρξη της θεραπείας και την πρώτη ημέρα της θεραπείας οι οποίες πιθανό να απαιτούσαν θεραπεία με αντιυπερτασικούς παράγοντες ή διακοπή του Ginolimod (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις «Επιδράσεις στην αρτηριακή πίεση»).
Ηπατική λειτουργία Αυξημένα ηπατικά ένζυμα έχουν αναφερθεί σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας σε φινγκολιμόδη. Σε κλινικές μελέτες το 8,0% και το 1,8% των ενηλίκων ασθενών που έλαβαν φινγκολιμόδη 0,5 mg παρουσίασαν ασυμπτωματική αύξηση των επιπέδων της ALT στον ορό ≥3x ULN (ανώτατο φυσιολογικό όριο) και ≥5x ULN, αντίστοιχα. Υποτροπή των αυξήσεων των ηπατικών τρανσαμινασών παρουσιάστηκε κατά την επανέναρξη της αγωγής σε ορισμένους ασθενείς, γεγονός που υποστηρίζει τη συσχέτιση με το φαρμακευτικό προϊόν. Σε κλινικές μελέτες, αυξήσεις των τρανσαμινασών εμφανίστηκαν ανά πάσα στιγμή στη διάρκεια της θεραπείας, αν και η πλειοψηφία τους εμφανίστηκε μέσα στους πρώτους 12 μήνες. Τα επίπεδα της ALT επανήλθαν στο φυσιολογικό μέσα σε περίπου 2 μήνες από τη διακοπή της φινγκολιμόδης. Σε μικρό αριθμό ασθενών (n=10 με 1,25 mg, n=2 με 0,5 mg) που παρουσίασαν αυξήσεις της ALT ≥5x ULN και που συνέχισαν τη θεραπεία με φινγκολιμόδη, τα επίπεδα της ALT επανήλθαν στο φυσιολογικό μέσα σε περίπου 5 μήνες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις «Ηπατική λειτουργία»).
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Σε κλινικές μελέτες, σπάνια συμβάματα από το νευρικό σύστημα παρουσιάστηκαν σε ασθενείς υπό θεραπεία με φινγκολιμόδη στις υψηλότερες δόσεις (1,25 mg ή 5,0 mg), τα οποία περιελάμβαναν ισχαιμικά και αιμορραγικά αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και άτυπες νευρολογικές διαταραχές, όπως εκδηλώσεις προσομοιάζουσες σε οξεία διάχυτη εγκεφαλομυελίτιδα (ADEM). Περιπτώσεις επιληπτικών κρίσεων, συμπεριλαμβανομένης της επιληπτικής κατάστασης (status epilepticus), έχουν αναφερθεί με τη χρήση της φινγκολιμόδης σε κλινικές μελέτες και σε μετεγκριτικές συνθήκες.
Αγγειακές διαταραχές Σπάνιες περιπτώσεις περιφερικής αρτηριακής αποφρακτικής νόσου εμφανίστηκαν σε ασθενείς υπό θεραπεία με φινγκολιμόδη στις υψηλότερες δόσεις (1,25 mg).
Αναπνευστικό σύστημα Ήσσονες δοσοεξαρτώμενες μειώσεις των τιμών του μέγιστου εκπνεόμενου όγκου (FEV1) και της ικανότητας διάχυσης του μονοξειδίου του άνθρακα (DLCO) παρατηρήθηκαν με τη θεραπεία με φινγκολιμόδη, ξεκινώντας το μήνα 1 και παραμένοντας σταθερές κατόπιν. Το μήνα 24, η μείωση του ποσοστού του προβλεπόμενου FEV1 από την αρχική τιμή ήταν 2,7% για τη φινγκολιμόδη 0,5 mg και 1,2% για το εικονικό φάρμακο, μια διαφορά που εξαλείφθηκε μετά τη διακοπή της θεραπείας. Για τη DLCO, οι μειώσεις το μήνα 24 ήταν 3,3% για τη φινγκολιμόδη 0,5 mg και 2,7% για το εικονικό φάρμακο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις «Επιδράσεις στο αναπνευστικό»).
Λεμφώματα Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις λεμφωμάτων διαφόρων τύπων, τόσο στις κλινικές μελέτες όσο και μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά, συμπεριλαμβανομένης και μίας περίπτωσης Epstein-Barr (EBV) θετικού λεμφώματος από Β-κύτταρα με μοιραία έκβαση. Η επίπτωση των περιστατικών λεμφώματος μη Hodgkin (από Β-κύτταρα και από Τ-κύτταρα) ήταν υψηλότερη στις κλινικές μελέτες από αυτήν που αναμένεται στο γενικό πληθυσμό. Κάποιες περιπτώσεις Τ-λεμφώματος έχουν επίσης αναφερθεί σε συνθήκες μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων δερματικού λεμφώματος Τ-κυττάρων (σπογγοειδής μυκητίαση) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις «Κακοήθειες»).
Αιμοφαγοκυτταρικό σύνδρομο Πολύ σπάνιες περιπτώσεις αιμοφαγοκυτταρικού συνδρόμου (HPS) με μοιραία έκβαση έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με φινγκολιμόδη παρουσία λοίμωξης. Το HPS αποτελεί μια σπάνια πάθηση, η οποία έχει περιγραφεί επί εδάφους λοιμώξεων, ανοσοκαταστολής και ποικίλων αυτοανόσων νοσημάτων.
Παιδιατρικός πληθυσμός Στην ελεγχόμενη παιδιατρική μελέτη D2311 (βλ. Φαρμακοδυναμικές), το προφίλ ασφάλειας στους παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 10 ετών έως κάτω των 18) που ελάμβαναν φινγκολιμόδη 0,25 mg ή 0,5 mg ημερησίως ήταν γενικά παρόμοιο με αυτό που παρατηρείται στους ενήλικες ασθενείς. Ωστόσο, παρατηρήθηκαν περισσότερες νευρολογικές και ψυχιατρικές διαταραχές στη μελέτη. Απαιτείται προσοχή σε αυτή την υποομάδα, λόγω των πολύ περιορισμένων διαθέσιμων πληροφοριών από την κλινική μελέτη. Στην παιδιατρική μελέτη, αναφέρθηκαν περιπτώσεις επιληπτικών κρίσεων σε ποσοστό 5,6% των ασθενών υπό θεραπεία με φινγκολιμόδη και 0,9% των ασθενών υπό θεραπεία με ιντερφερόνη βήτα-1α. Κατάθλιψη και άγχος είναι γνωστό ότι παρατηρούνται με αυξημένη συχνότητα στον πληθυσμό της σκλήρυνσης κατά πλάκας. Κατάθλιψη και άγχος αναφέρθηκαν επίσης σε παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φινγκολιμόδη. Ήπιες μεμονωμένες αυξήσεις της χολερυθρίνης έχουν παρατηρηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς υπό θεραπεία με φινγκολιμόδη.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 15562, Χολαργός, Τηλ.: 213-2040380/337, Φαξ: + 30 210 6549585, Ιστότοπος: http//www.eof.gr).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-GINOLIMOD
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία / Αντισύλληψη σε γυναίκες
Η φινγκολιμόδη αντενδείκνυται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία οι οποίες δε χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (βλ. Αντενδείξεις). Ως εκ τούτου, πριν από την έναρξη της θεραπείας σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, πρέπει να υπάρχει διαθέσιμο ένα αρνητικό τεστ εγκυμοσύνης και θα πρέπει να γίνεται ενημέρωση σχετικά με το σοβαρό κίνδυνο για το έμβρυο. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και επί 2 μήνες μετά τη διακοπή του Ginolimod, δεδομένου ότι η φινγκολιμόδη χρειάζεται περίπου 2 μήνες για να αποβληθεί από τον οργανισμό μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ειδικά μέτρα περιλαμβάνονται επίσης στο Πακέτο Πληροφοριών για τον Ιατρό. Αυτά τα μέτρα πρέπει να εφαρμόζονται πριν η φινγκολιμόδη συνταγογραφηθεί σε γυναίκες ασθενείς και κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Όταν διακοπεί η θεραπεία με φινγκολιμόδη για τον προγραμματισμό μιας εγκυμοσύνης, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανή επανεμφάνιση της ενεργότητας της νόσου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κύηση
Σύμφωνα με την εμπειρία που υπάρχει στον άνθρωπο, τα δεδομένα μετά την κυκλοφορία υποδεικνύουν ότι η χρήση της φινγκολιμόδης σχετίζεται με αυξημένο κατά 2 φορές κίνδυνο πρόκλησης μείζονων συγγενών διαμαρτιών όταν χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης συγκριτικά με τη συχνότητα που παρατηρείται στο γενικό πληθυσμό (2-3%, EUROCAT). Οι πιο συχνά αναφερόμενες μείζονες διαμαρτίες είναι οι ακόλουθες:
- Συγγενής καρδιοπάθεια όπως ελλείμματα μεσοκολπικού και μεσοκοιλιακού διαφράγματος, τετραλογία Fallot
- Νεφρικές ανωμαλίες
- Μυοσκελετικές ανωμαλίες
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της φινγκολιμόδης στον τοκετό.
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας του εμβρύου και ανωμαλιών οργάνων, κυρίως μονήρη αρτηριακό κορμό και έλλειμμα μεσοκοιλιακού διαφράγματος (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Επιπλέον, ο υποδοχέας που επηρεάζεται από τη φινγκολιμόδη (υποδοχέας της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης) είναι γνωστό ότι συμμετέχει στον αγγειακό σχηματισμό κατά την εμβρυογένεση.
Κατά συνέπεια, η φινγκολιμόδη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. Αντενδείξεις).
Η φινγκολιμόδη θα πρέπει να διακόπτεται 2 μήνες πριν από τον προγραμματισμό μιας εγκυμοσύνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Εάν μία γυναίκα μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η φινγκολιμόδη πρέπει να διακόπτεται. Θα πρέπει να δίνεται ιατρική συμβουλή σχετικά με τον κίνδυνο επιβλαβών επιδράσεων στο έμβρυο που σχετίζονται με τη θεραπεία και θα πρέπει να διεξάγονται υπερηχογραφικές εξετάσεις.
Θηλασμός
Η φινγκολιμόδη απεκκρίνεται κατά το θηλασμό στο γάλα των υπό θεραπεία ζώων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Λόγω του κινδύνου σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών της φινγκολιμόδης στα θηλάζοντα βρέφη, οι γυναίκες που λαμβάνουν Ginolimod δεν πρέπει να θηλάζουν.
Γονιμότητα
Δεδομένα από προκλινικές μελέτες δε δείχνουν ότι η φινγκολιμόδη συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο μειωμένης γονιμότητας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-GINOLIMOD
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, εκλεκτικά ανοσοκατασταλτικά Κωδικός ATC: L04AA27
Μηχανισμός δράσης
Η φινγκολιμόδη είναι τροποποιητής των υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης. Η φινγκολιμόδη μεταβολίζεται από την κινάση της σφιγγοσίνης στο δραστικό μεταβολίτη φωσφορική φινγκολιμόδη. Η φωσφορική φινγκολιμόδη προσδένεται σε μικρές νανογραμμομοριακές συγκεντρώσεις στον υποδοχέα 1 της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P), που βρίσκεται στα λεμφοκύτταρα και διαπερνά εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό για να συνδεθεί στον S1P υποδοχέα 1, που βρίσκεται στα νευρικά κύτταρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ). Δρώντας ως λειτουργικός ανταγωνιστής των υποδοχέων S1P στα λεμφοκύτταρα, η φωσφορική φινγκολιμόδη αναστέλλει την ικανότητα των λεμφοκυττάρων να εξέρχονται από τους λεμφαδένες, προκαλώντας ανακατανομή μάλλον, παρά μείωση, των λεμφοκυττάρων. Οι μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι αυτή η ανακατανομή μειώνει τη διήθηση των παθογόνων λεμφοκυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των προ-φλεγμονωδών Th17 κυττάρων, στο ΚΝΣ, όπου θα συμμετείχαν στη φλεγμονή και στη βλάβη του νευρικού ιστού. Μελέτες σε ζώα και in vitro πειράματα δείχνουν ότι η φινγκολιμόδη μπορεί ακόμη να δρα μέσω αλληλεπίδρασης με τους υποδοχείς S1P στα νευρικά κύτταρα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μέσα σε 4-6 ώρες από την πρώτη δόση της φινγκολιμόδης 0,5 mg, ο αριθμός των λεμφοκυττάρων μειώνεται σε περίπου 75% της αρχικής τους τιμής στο περιφερικό αίμα. Με συνεχή καθημερινή χορήγηση, ο αριθμός των λεμφοκυττάρων συνεχίζει να μειώνεται για διάστημα δύο εβδομάδων, προσεγγίζοντας έναν ελάχιστο αριθμό περίπου 500 κύτταρων/μικρόλιτρο ή περίπου το 30% της αρχικής τους τιμής. Το δεκαοκτώ τοις εκατό των ασθενών εμφάνισε ελάχιστο αριθμό κάτω από 200 κύτταρα/μικρόλιτρο τουλάχιστον μία φορά. Οι χαμηλοί αριθμοί λεμφοκυττάρων διατηρούνται με συνεχιζόμενη καθημερινή αγωγή. Η πλειονότητα των Τ και Β λεμφοκυττάρων κυκλοφορούν φυσιολογικά μέσω των οργάνων του λεμφικού συστήματος και είναι τα κύτταρα που κυρίως επηρεάζονται από τη φινγκολιμόδη. Περίπου το 15-20% των Τ λεμφοκυττάρων ανήκουν στο φαινότυπο των Δραστικών Κυττάρων Μνήμης, και είναι κύτταρα σημαντικά για την περιφερική ανοσοεπιτήρηση. Δεδομένου ότι αυτό το υποσύνολο λεμφοκυττάρων, κατά κανόνα δεν κυκλοφορεί στα όργανα του λεμφικού συστήματος, δεν επηρεάζεται από τη φινγκολιμόδη. Η αύξηση του αριθμού των περιφερικών λεμφοκυττάρων γίνεται εμφανής μέσα σε ημέρες από τη διακοπή της θεραπείας με φινγκολιμόδη και, κατά κανόνα, επιτυγχάνονται φυσιολογικοί αριθμοί μέσα σε έναν έως δύο μήνες. Η χρόνια χορήγηση φινγκολιμόδης οδηγεί σε ήπια μείωση του αριθμού των ουδετεροφίλων, σε περίπου 80% της αρχικής τους τιμής. Τα μονοκύτταρα δεν επηρεάζονται από τη φινγκολιμόδη.
Η φινγκολιμόδη προκαλεί παροδική μείωση του καρδιακού ρυθμού και επιβράδυνση της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας κατά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η μέγιστη μείωση του καρδιακού ρυθμού παρατηρείται εντός 6 ωρών μετά τη δόση, με το 70% της αρνητικής χρονοτρόπου δράσης να εμφανίζεται την πρώτη ημέρα. Με συνεχή χορήγηση, ο καρδιακός ρυθμός επανέρχεται στην αρχική τιμή μέσα σε ένα μήνα. Η μείωση του καρδιακού ρυθμού που επάγει η φινγκολιμόδη μπορεί να αναστραφεί με παρεντερικές δόσεις ατροπίνης ή ισοπρεναλίνης. Η εισπνεόμενη σαλμετερόλη έχει επίσης αποδειχθεί ότι ασκεί μέτρια θετική χρονοτρόπο δράση. Με την έναρξη της θεραπείας με φινγκολιμόδη υπάρχει αύξηση των πρόωρων κολπικών συστολών, αλλά δεν υπάρχει αυξημένο ποσοστό κολπικής μαρμαρυγής/κολπικού πτερυγισμού ή κοιλιακών αρρυθμιών ή έκτακτων κοιλιακών συστολών. Η θεραπεία με φινγκολιμόδη δε συσχετίζεται με μείωση της καρδιακής παροχής. Η ανταπόκριση της καρδιάς στο αυτόνομο νευρικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης της ημερήσιας διακύμανσης του καρδιακού ρυθμού και της ανταπόκρισης σε άσκηση, δεν επηρεάζονται από τη θεραπεία με φινγκολιμόδη.
Ο S1P4 πιθανό να συμβάλλει εν μέρει στην επίδραση αυτή, αλλά δεν ήταν ο κύριος υπεύθυνος υποδοχέας για την εξάλειψη των λεμφοκυττάρων. Ο μηχανισμός δράσης της βραδυκαρδίας και της αγγειοσύσπασης μελετήθηκαν επίσης in vitro σε ινδικά χοιρίδια και σε απομονωμένη αορτή και στεφανιαία αρτηρία κονίκλου. Διαπιστώθηκε ότι η βραδυκαρδία μπορεί να μεσολαβείται πρωτίστως από την ενεργοποίηση του διαύλου δια της προς τα έσω μεταφοράς του καλίου ή την ενεργοποιούμενη από την G-πρωτεΐνη μεταφορά προς τα έσω δια του διαύλου K+ (IKACh/GIRK) και ότι η αγγειοσύσπαση φαίνεται να μεσολαβείται από ένα μηχανισμό εξαρτώμενο από την Rho κινάση και το ασβέστιο.
Η θεραπεία με φινγκολιμόδη με εφάπαξ ή πολλαπλές δόσεις 0,5 και 1,25 mg για δύο εβδομάδες δε συσχετίζεται με ανιχνεύσιμη αύξηση της αντίστασης των αεραγωγών, όπως αυτή υπολογίζεται με τον FEV1 και τη συχνότητα μέγιστης εκπνεόμενης ροής (FEF) 25-75. Ωστόσο, εφάπαξ δόσεις φινγκολιμόδης ≥5 mg (10πλάσια της συνιστώμενης δόσης) συσχετίζονται με δοσοεξαρτώμενη αύξηση της αντίστασης των αεραγωγών. Θεραπεία με φινγκολιμόδη με πολλαπλές δόσεις 0,5, 1,25 ή 5 mg δε συσχετίζεται με διαταραχή της οξυγόνωσης ή του αποκορεσμού οξυγόνου με άσκηση ή με αύξηση της αντιδραστικότητας των αεραγωγών σε μεθαχολίνη. Άτομα υπό θεραπεία με φινγκολιμόδη παρουσιάζουν φυσιολογική βρογχοδιασταλτική ανταπόκριση σε εισπνεόμενους β-αγωνιστές.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα της φινγκολιμόδης έχει καταδειχθεί σε δύο μελέτες που αξιολόγησαν άπαξ ημερησίως δόσεις της φινγκολιμόδης 0,5 mg και 1,25 mg σε ενήλικες ασθενείς με υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα σκλήρυνση κατά πλάκας (RRMS). Και στις δύο μελέτες περιελήφθησαν ενήλικες ασθενείς που είχαν παρουσιάσει ≥2 υποτροπές τα 2 προηγούμενα έτη ή ≥1 υποτροπή το προηγούμενο έτος. Η Βαθμολογία στην Κλίμακα Εκτεταμένης Αναπηρίας (EDSS) κυμαινόταν από 0 έως 5,5. Μια τρίτη μελέτη, που αφορούσε τον ίδιο πληθυσμό ενηλίκων ασθενών, ολοκληρώθηκε μετά την έγκριση της φινγκολιμόδης.
Η Μελέτη D2301 (FREEDOMS) ήταν μια 2-ετής τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη Φάσης ΙΙΙ σε 1.272 ασθενείς (n=425 σε 0,5 mg, 429 σε 1,25 mg, 418 σε εικονικό φάρμακο). Οι διάμεσες τιμές για τα χαρακτηριστικά στην έναρξη ήταν: ηλικία 37 έτη, διάρκεια νόσου 6,7 έτη και βαθμολογία EDSS 2,0. Τα αποτελέσματα της μελέτης παρουσιάζονται στον Πίνακα 1. Δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στη δόση των 0,5 mg και 1,25 mg σε οποιοδήποτε καταληκτικό σημείο.
Πίνακας 1: Μελέτη D2301 (FREEDOMS) - κύρια αποτελέσματα
| Φινγκολιμόδη 0,5 mg | Εικονικό φάρμακο | |
|---|---|---|
| Κλινικά καταληκτικά σημεία | ||
| Ετήσια συχνότητα υποτροπών (πρωτεύον καταληκτικό σημείο) | 0,18** | 0,40 |
| Ποσοστό ασθενών που παραμένουν ελεύθεροι υποτροπών στους 24 μήνες | 70%** | 46% |
| Ποσοστό με επιβεβαιωμένη στο 3-μηνο εξέλιξη της αναπηρίας† Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 17% 0,70 (0,52, 0,96)* | 24% |
| Καταληκτικά σημεία MRI | ||
| Διάμεσος (μέσος) αριθμός νέων ή μεγεθυσμένων εστιών Τ2 εντός 24 μηνών | 0,0 (2,5)** | 5,0 (9,8) |
| Διάμεσος (μέσος) αριθμός ενισχυμένων με Gd εστιών το μήνα 24 | 0,0 (0,2)** | 0,0 (1,1) |
| Διάμεση (μέση)% μεταβολή του όγκου του εγκεφάλου σε 24 μήνες | -0,7 (-0,8)** | -1,0 (-1,3) |
† Εξέλιξη της αναπηρίας οριζόμενη ως αύξηση της EDSS κατά 1 μονάδα, η οποία επιβεβαιώνεται 3 μήνες αργότερα. ** p<0,001, *p<0,05 συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Όλες οι αναλύσεις των κλινικών καταληκτικών σημείων ήταν με πρόθεση θεραπείας. Οι αναλύσεις MRI χρησιμοποίησαν αξιολογήσιμο σύνολο δεδομένων.
Οι ασθενείς που συμπλήρωσαν τη βασική μελέτη FREEDOMS, διάρκειας 24 μηνών, είχαν τη δυνατότητα να ενταχθούν σε μια μελέτη επέκτασης (D2301E1) τυφλοποιημένης δόσης και να λάβουν φινγκολιμόδη. Συνολικά εισήλθαν 920 ασθενείς (n=331 συνέχισαν με 0,5 mg, 289 συνέχισαν με 1,25 mg, 155 μετέβησαν από εικονικό φάρμακο σε 0,5 mg και 145 μετέβησαν από εικονικό φάρμακο σε 1,25 mg). Μετά από 12 μήνες (μήνας 36), 856 ασθενείς (93%) συμμετείχαν ακόμη στη μελέτη. Μεταξύ των μηνών 24 και 36, η ετήσια συχνότητα υποτροπών (ARR) για τους ασθενείς σε 0,5 mg στη βασική μελέτη που παρέμειναν στα 0,5 mg ήταν 0,17 (0,21 στη βασική μελέτη). Η ARR για τους ασθενείς που μετέβησαν από το εικονικό φάρμακο σε φινγκολιμόδη 0,5 mg ήταν 0,22 (0,42 στη βασική μελέτη).
Συγκρίσιμα αποτελέσματα παρατηρήθηκαν σε μια επαναληπτική μελέτη της φινγκολιμόδης, διάρκειας 2 ετών, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, φάσεως ΙΙΙ σε 1.083 ασθενείς (n=358 σε 0,5 mg, 370 σε 1,25 mg, 355 σε εικονικό φάρμακο) με RRMS (D2309, FREEDOMS 2). Οι διάμεσες τιμές των χαρακτηριστικών των ασθενών στην έναρξη της μελέτης ήταν: ηλικία 41 έτη, διάρκεια νόσου 8,9 έτη, βαθμολογία EDSS 2,5.
Πίνακας 2: Μελέτη D2309 (FREEDOMS 2) - κύρια αποτελέσματα
| Φινγκολιμόδη 0,5 mg | Εικονικό φάρμακο | |
|---|---|---|
| Κλινικά καταληκτικά σημεία | ||
| Ετήσια συχνότητα υποτροπών (πρωτεύον καταληκτικό σημείο) | 0,21** | 0,40 |
| Ποσοστό ασθενών που παραμένουν ελεύθεροι υποτροπών στους 24 μήνες | 71,5%** | 52,7% |
| Ποσοστό με επιβεβαιωμένη στο 3-μηνο εξέλιξη της αναπηρίας † Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 25% 0,83 (0,61, 1,12) | 29% |
| Καταληκτικά σημεία MRI | ||
| Διάμεσος (μέσος) αριθμός νέων ή μεγεθυσμένων εστιών Τ2 εντός 24 μηνών | 0,0 (2,3)** | 4,0 (8,9) |
| Διάμεσος (μέσος) αριθμός εστιών ενισχυμένων με Gd το μήνα 24 | 0,0 (0,4)** | 0,0 (1,2) |
| Διάμεση (μέση)% μεταβολή του όγκου του εγκεφάλου σε 24 μήνες | -0,71 (-0,86)** | -1,02 (-1,28) |
† Εξέλιξη της αναπηρίας οριζόμενη ως αύξηση της EDSS κατά 1 μονάδα η οποία επιβεβαιώνεται 3 μήνες αργότερα. ** p<0,001 συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Όλες οι αναλύσεις των κλινικών καταληκτικών σημείων ήταν με πρόθεση θεραπείας. Οι αναλύσεις MRI χρησιμοποίησαν αξιολογήσιμο σύνολο δεδομένων.
Η μελέτη D2302 (TRANSFORMS) ήταν μια 1-ετής τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, με διπλό εικονικό φάρμακο, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο (ιντερφερόνη β-1a) μελέτη Φάσης ΙΙΙ σε 1.280 ασθενείς (n=429 σε 0,5 mg, 420 σε 1,25 mg, 431 σε ιντερφερόνη βήτα-1a, 30 μg με ενδομυϊκή ένεση μία φορά την εβδομάδα). Οι διάμεσες τιμές των χαρακτηριστικών στην έναρξη της μελέτης ήταν: ηλικία 36 έτη, διάρκεια νόσου 5,9 έτη και βαθμολογία EDSS 2,0. Τα αποτελέσματα της μελέτης παρουσιάζονται στον Πίνακα 3. Δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις δόσεις των 0,5 mg και 1,25 mg στα καταληκτικά σημεία της μελέτης.
Πίνακας 3: Μελέτη D2302 (TRANSFORMS) - κύρια αποτελέσματα
| Φινγκολιμόδη 0,5 mg | Ιντερφερόνη βήτα-1a, 30 μg | |
|---|---|---|
| Κλινικά καταληκτικά σημεία | ||
| Ετήσια συχνότητα υποτροπών (πρωτεύον καταληκτικό σημείο) | 0,16** | 0,33 |
| Ποσοστό ασθενών που παραμένουν ελεύθεροι υποτροπών στους 12 μήνες | 83%** | 71% |
| Ποσοστό με Επιβεβαιωμένη στο 3-μηνο Εξέλιξη της Αναπηρίας† Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 6% 0,71 (0,42, 1,21) | 8% |
| Καταληκτικά σημεία MRI | ||
| Διάμεσος (μέσος) αριθμός νέων ή μεγεθυσμένων Τ2 εστιών εντός 12 μηνών | 0,0 (1,7)* | 1,0 (2,6) |
| Διάμεσος (μέσος) αριθμός εστιών ενισχυμένων με Gd στους 12 μήνες | 0,0 (0,2)** | 0,0 (0,5) |
| Διάμεση (μέση)% μεταβολή του όγκου του εγκεφάλου σε 12 μήνες | -0,2 (-0,3)** | -0,4 (-0,5) |
† Εξέλιξη της αναπηρίας οριζόμενη ως αύξηση κατά 1 μονάδα της EDSS η οποία επιβεβαιώνεται 3 μήνες αργότερα.
- p<0,01,** p<0,001, συγκριτικά με την ιντερφερόνη βήτα-1a Όλες οι αναλύσεις των κλινικών καταληκτικών σημείων ήταν με πρόθεση θεραπείας. Οι αναλύσεις MRI χρησιμοποίησαν αξιολογήσιμο σύνολο δεδομένων.
Οι ασθενείς που συμπλήρωσαν τη βασική μελέτη TRANSFORMS, διάρκειας 12 μηνών, είχαν τη δυνατότητα να ενταχθούν σε μια μελέτη επέκτασης (D2302E1), τυφλοποιημένης δόσης και να λάβουν φινγκολιμόδη. Συνολικά εισήλθαν 1.030 ασθενείς, ωστόσο 3 από αυτούς τους ασθενείς δεν έλαβαν θεραπεία, (n=356 συνέχισαν με 0,5 mg, 330 συνέχισαν με 1,25 mg, 167 μετέβησαν από ιντερφερόνη βήτα-1α σε 0,5 mg και 174 από ιντερφερόνη βήτα-1α σε 1,25 mg). Μετά από 12 μήνες (μήνας 24), 882 ασθενείς (86%) συμμετείχαν ακόμη στη μελέτη. Μεταξύ των μηνών 12 και 24, η ΑRR για τους ασθενείς σε φινγκολιμόδη 0,5 mg στη βασική μελέτη που παρέμειναν στα 0,5 mg ήταν 0,20 (0,19 στη βασική μελέτη). Η ARR για τους ασθενείς που μετέβησαν από ιντερφερόνη βήτα-1α σε φινγκολιμόδη 0,5 mg ήταν 0,33 (0,48 στη βασική μελέτη).
Τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα των Μελετών D2301 και D2302 έδειξαν σταθερή και στατιστικά σημαντική μείωση της ετήσιας συχνότητας υποτροπών σε σχέση με το συγκριτικό φάρμακο σε υποομάδες που ορίστηκαν με βάση το φύλο, την ηλικία, την προηγούμενη θεραπεία για σκλήρυνση κατά πλάκας, τη δραστηριότητα της νόσου ή τα επίπεδα αναπηρίας στην έναρξη της μελέτης. Περαιτέρω αναλύσεις των δεδομένων των κλινικών δοκιμών κατέδειξαν σταθερά θεραπευτικά αποτελέσματα στις υποομάδες ασθενών με υψηλής δραστηριότητας υποτροπιάζουσα διαλείπουσα σκλήρυνση κατά πλάκας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια των άπαξ ημερησίως χορηγούμενων δόσεων φινγκολιμόδης 0,25 mg ή 0,5 mg (η δοσολογία καθορίσθηκε βάσει του σωματικού βάρους και των μετρήσεων έκθεσης) έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 10 έως <18 ετών με υποτροπιάζουσα διαλείπουσα σκλήρυνση κατά πλάκας.
Η μελέτη D2311 (PARADIGMS) ήταν μια διπλή τυφλή μελέτη, με διπλό εικονικό φάρμακο, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, με μεταβλητή διάρκεια έως 24 μηνών, με 215 ασθενείς ηλικίας 10 έως <18 ετών (n=107 σε φινγκολιμόδη, 108 σε ιντερφερόνη βήτα-1a 30 µg με ενδομυϊκή ένεση μία φορά την εβδομάδα). Οι διάμεσες τιμές για τα χαρακτηριστικά κατά την έναρξη ήταν: ηλικία 16 έτη, διάμεση διάρκεια νόσου 1,5 έτη και βαθμολογία EDSS 1,5. Η πλειοψηφία των ασθενών ήταν σταδίου Tanner 2 ή υψηλότερο (94,4%) και ήταν >40 kg (95,3%). Συνολικά, 180 (84%) από τους ασθενείς ολοκλήρωσαν τη βασική φάση δοκιμής του υπό μελέτη φαρμάκου (n=99 [92,5%] σε φινγκολιμόδη, 81 [75%] σε ιντερφερόνη βήτα-1a). Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στον Πίνακα 4.
Πίνακας 4: Μελέτη D2311 (PARADIGMS) - κύρια αποτελέσματα
| Φινγκολιμόδη 0,25 mg ή 0,5 mg n=107 | Ιντερφερόνη βήτα-1a, 30 µg n=107# | |
|---|---|---|
| Κλινικά καταληκτικά σημεία | ||
| Ετήσια συχνότητα υποτροπών (πρωτεύον καταληκτικό σημείο) | 0,122** | 0,675 |
| Ποσοστό ασθενών που παραμένουν ελεύθεροι υποτροπών στους 24 μήνες | 85,7** | 38,8 |
| Καταληκτικά σημεία MRI | n=106 | n=102 |
| Ετησιοποιημένος ρυθμός του αρθμού των νέων ή μεγεθυσμένων Τ2 εστιών Προσαρμοσμένος μέσος | 4,393** | 9,269 |
| Αριθμός εστιών Τ1 ενισχυμένων με Gd ανά τομογραφία έως το μήνα 24 Προσαρμοσμένος μέσος | n=105 0,436** | n=95 1,282 |
| Έτησιοποιημένος ρυθμός εγκεφαλικής ατροφίας από την έναρξη έως το μήνα 24 Μέσα Ελάχιστα Τετράγωνα | n=96 -0,48* | n=89 -0,80 |
Ένας ασθενής τυχαιοποιημένος να λάβει ιντερφερόνη βήτα-1a με ενδομυϊκή ένεση αδυνατούσε να καταπιεί το διπλό εικονικό φάρμακο και διέκοψε τη μελέτη. Ο ασθενής αποκλείστηκε από το σύνολο δεδομένων ανάλυσης και ασφάλειας.
- p<0,05, ** p<0,001, συγκριτικά με την ιντερφερόνη βήτα-1a. Όλες οι αναλύσεις των κλινικών καταληκτικών σημείων έγιναν στο σύνολο των δεδομένων ανάλυσης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-GINOLIMOD
expand_more
Φαρμακοκινητική
Δεδομένα φαρμακοκινητικής αποκτήθηκαν από υγιείς ενήλικες εθελοντές, από ενήλικες ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού και από ενήλικες ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας. Ο φαρμακολογικά δραστικός μεταβολίτης υπεύθυνος για την αποτελεσματικότητα είναι η φωσφορική φινγκολιμόδη.
Απορρόφηση
Η απορρόφηση της φινγκολιμόδης είναι βραδεία (tmax 12-16 ώρες) και εκτεταμένη (≥85%). Η φαινόμενη απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι 93% (95% διάστημα εμπιστοσύνης: 79-111%). Συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης στο αίμα επιτυγχάνονται μέσα σε 1 έως 2 μήνες μετά από άπαξ ημερησίως χορήγηση και τα επίπεδα σταθερής κατάστασης είναι περίπου 10 φορές υψηλότερα σε σχέση με την αρχική δόση. Η πρόσληψη τροφής δεν επηρεάζει τη Cmax ή την έκθεση (AUC) στη φινγκολιμόδη. Η Cmax της φωσφορικής φινγκολιμόδης παρουσίασε μικρή μείωση κατά 34% αλλά η έκθεση (AUC) παρέμεινε αμετάβλητη. Επομένως, το Ginolimod μπορεί να λαμβάνεται ανεξάρτητα από τα γεύματα (βλ. Δοσολογία).
Κατανομή
Η φινγκολιμόδη κατανέμεται σε μεγάλο βαθμό στα ερυθρά αιμοσφαίρια, με το κλάσμα στα αιμοσφαίρια να είναι 86%. Η φωσφορική φινγκολιμόδη παρουσιάζει μικρότερη πρόσληψη από τα αιμοσφαίρια της τάξης του <17%. Η φινγκολιμόδη και η φωσφορική φινγκολιμόδη συνδέονται ισχυρά με πρωτεΐνες (>99%). Η φινγκολιμόδη κατανέμεται εκτεταμένα σε σωματικούς ιστούς με όγκο κατανομής περίπου 1.200±260 λίτρα. Μία μελέτη σε τέσσερα υγιή άτομα, τα οποία έλαβαν μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση ραδιοιωδιοεπισημασμένου αναλόγου της φινγκολιμόδης, απέδειξε ότι η φινγκολιμόδη διεισδύει στον εγκέφαλο. Σε μία μελέτη σε 13 άρρενες ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας, οι οποίοι έλαβαν φινγκολιμόδη 0,5 mg/ημέρα, η μέση ποσότητα φινγκολιμόδης (και φωσφορικής φινγκολιμόδης) στο σπέρμα της εκσπερμάτισης, σε σταθερή κατάσταση, ήταν περίπου 10.000 φορές χαμηλότερη από την από του στόματος χορηγηθείσα δόση (0,5 mg).
Βιομετασχηματισμός
Η φινγκολιμόδη μετασχηματίζεται στον άνθρωπο με αναστρέψιμη στερεοεκλεκτική φωσφορυλίωση στο φαρμακολογικά δραστικό (S)-εναντιομερές της φωσφορικής φινγκολιμόδης. Η φινγκολιμόδη αποβάλλεται με οξειδωτικό βιομετασχηματισμό καταλυόμενο κυρίως μέσω του CYP4F2 και πιθανώς άλλων ισοενζύμων και με επακόλουθη αποδόμηση ομοιάζουσα με εκείνη των λιπαρών οξέων σε αδρανείς μεταβολίτες. Παρατηρήθηκε επίσης σχηματισμός φαρμακολογικά αδρανών μη πολικών κεραμιδικών αναλόγων της φινγκολιμόδης. Το κύριο ένζυμο που συμμετέχει στο μεταβολισμό της φινγκολιμόδης έχει εν μέρει ταυτοποιηθεί και πιθανό να είναι είτε το CYP4F2 είτε το CYP3A4. Μετά από εφάπαξ από του στόματος χορήγηση [14C] φινγκολιμόδης, τα μείζονα σχετιζόμενα με τη φινγκολιμόδη συστατικά στο αίμα, όπως συνάγεται από τη συμβολή τους στην AUC έως 34 ημέρες μετά τη δόση των ολικών ραδιοσημασμένων συστατικών, είναι η ίδια η φινγκολιμόδη (23%), η φωσφορική φινγκολιμόδη (10%) και αδρανείς μεταβολίτες (μεταβολίτης M3 καρβοξυλικού οξέος (8%), κεραμιδικός μεταβολίτης M29 (9%) και κεραμιδικός μεταβολίτης M30 (7%)).
Αποβολή
Η κάθαρση της φινγκολιμόδης στο αίμα είναι 6,3±2,3 l/h και ο μέσος φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής (t1/2) είναι 6-9 ημέρες. Τα επίπεδα φινγκολιμόδης και φωσφορικής φινγκολιμόδης στο αίμα μειώνονται παράλληλα στην τελική φάση, γεγονός που οδηγεί σε παρόμοιους χρόνους ημίσειας ζωής και για τις δύο. Μετά από χορήγηση από του στόματος, περίπου το 81% της δόσης αποβάλλεται βραδέως στα ούρα ως αδρανείς μεταβολίτες. Η φινγκολιμόδη και η φωσφορική φινγκολιμόδη δεν αποβάλλονται αναλλοίωτες στα ούρα, αλλά τα μείζονα συστατικά βρίσκονται στα κόπρανα, σε ποσότητες που αντιπροσωπεύουν ποσοστό μικρότερο από 2,5% της δόσης η καθεμιά. Μετά από 34 ημέρες, η ανάκτηση της χορηγούμενης δόσης είναι 89%.
Γραμμικότητα
Οι συγκεντρώσεις της φινγκολιμόδης και της φωσφορικής φινγκολιμόδης αυξάνονται με εμφανώς ανάλογο του δόσης τρόπο μετά από πολλαπλές άπαξ ημερησίως δόσεις 0,5 mg ή 1,25 mg.
Χαρακτηριστικά σε ειδικές ομάδες ασθενών
Φύλο, εθνικότητα και νεφρική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της φινγκολιμόδης και της φωσφορικής φινγκολιμόδης δε διαφέρουν σε άνδρες και γυναίκες, σε ασθενείς διαφορετικής εθνοτικής προέλευσης ή σε ασθενείς με ήπια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία Σε άτομα με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία Α, Β, και C), δεν παρατηρήθηκε καμία αλλαγή στη Cmax της φινγκολιμόδης, όμως η έκθεση στη φινγκολιμόδη (AUC) αυξήθηκε αντίστοιχα κατά 12%, 44%, και 103%. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία C), η Cmax της φωσφορικής φινγκολιμόδης μειώθηκε κατά 22% και η AUC δε μεταβλήθηκε ουσιαστικά. Η φαρμακοκινητική της φωσφορικής φινγκολιμόδης δεν αξιολογήθηκε σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της φινγκολιμόδης παραμένει αμετάβλητος σε άτομα με ήπια ηπατική δυσλειτουργία, όμως παρατείνεται κατά περίπου 50% σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η φινγκολιμόδη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία C) (βλ. Αντενδείξεις). Η φινγκολιμόδη πρέπει να ξεκινάει με προσοχή σε ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Ηλικιωμένοι Η κλινική εμπειρία και οι πληροφορίες για τη φαρμακοκινητική σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών είναι περιορισμένες. Το Ginolimod πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω (βλ. Δοσολογία).
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 10 ετών και άνω), οι συγκεντρώσεις της φωσφορικής φινγκολιμόδης αυξήθηκαν με εμφανώς δοσοεξαρτώμενο τρόπο μεταξύ των 0,25 mg και 0,5 mg. Η συγκέντρωση της φωσφορικής φινγκολιμόδης σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου 25% χαμηλότερη σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 10 ετών και άνω) μετά από ημερήσια χορήγηση 0,25 mg ή 0,5 mg φινγκολιμόδης συγκριτικά με τη συγκέντρωση σε ενήλικες ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με φινγκολιμόδη 0,5 mg άπαξ ημερησίως. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 10 ετών.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Στη σκλήρυνση κατά πλάκας, η φινγκολιμόδη συνδέεται με τους υποδοχείς σφιγγοσίνης, μειώνοντας τη σχετιζόμενη νευροφλεγμονή. Στη νόσο COVID-19, μπορεί να μειώσει την πνευμονική φλεγμονή και να βελτιώσει την κλινική έκβαση των ασθενών με αυτή τη νόσο. Η φινγκολιμόδη προκαλεί παροδική μείωση του καρδιακού ρυθμού και της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας κατά την έναρξη της θεραπείας. Έχει τη δυνατότητα να παρατείνει το διάστημα QT.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η σφιγγοσίνη-1-φωσφορική (S1P) είναι ένας σημαντικός φωσφολιπίδιο που συνδέεται με διάφορες υποομάδες υποδοχέων συζευγμένων με G-πρωτεΐνη, οι οποίοι μπορούν να αναγνωριστούν ως S1P1–5R. Η S1P και οι υποδοχείς με τους οποίους συνδέεται επιτελούν τακτικές λειτουργίες στα ανοσολογικό, καρδιαγγειακό, πνευμονικό και νευρικό σύστημα. Η S1P μπορεί να εκφράζεται παντού, παίζοντας σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της φλεγμονής. Οι υποδοχείς S1P1R, S1P2R και S1P3R μπορούν να βρεθούν στο καρδιαγγειακό, ανοσολογικό και κεντρικό νευρικό σύστημα. Ο S1P4R βρίσκεται σε λεμφοκυτταρικά και αιμοποιητικά κύτταρα, ενώ η έκφραση του S1P5R βρίσκεται μόνο στον σπλήνα (σε φυσικά κύτταρα δολοφόνους) ή στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Η ενεργός μορφή του φαρμάκου, η φινγκολιμόδη φωσφορική, είναι ένας ρυθμιστής των υποδοχέων σφιγγοσίνης 1-φωσφορικής που ασκεί τον μηχανισμό δράσης της στη ΣΚ επiδρώντας με τη σύνδεση με διάφορους υποδοχείς σφιγγοσίνης 1-φωσφορικής (1, 3, 4 και 5). Καταστέλλει την έξοδο των λεμφοκυττάρων από τους λεμφαδένες, οδηγώντας σε χαμηλότερο επίπεδο λεμφοκυττάρων που κυκλοφορούν στην περιφερική κυκλοφορία. Αυτό μειώνει τη φλεγμονή που σχετίζεται με τη ΣΚ. Ο μηχανισμός δράσης της φινγκολιμόδης δεν είναι πλήρως κατανοητός, αλλά μπορεί να σχετίζεται με μειωμένη κυκλοφορία λεμφοκυττάρων στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Η ανοσοτροποποιητική θεραπεία όπως η φινγκολιμόδη συνήθως δεν χρησιμοποιείται για την πνευμονία από SARS-CoV-2. Παρά το γεγονός αυτό, με τα ευρήματα στους ιστούς οιδήματος και σχηματισμού υαλώδους μεμβράνης, η έγκαιρη χρήση ανοσοτροποποιητών όπως η φινγκολιμόδη μπορεί να εξεταστεί για την πρόληψη του οξέος αναπνευστικού συνδρόμου (ARDS) που σχετίζεται με την COVID-19.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η φινγκολιμόδη απορροφάται αργά αλλά αποτελεσματικά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η AUC ποικίλλει σημαντικά, ανάλογα με τον ασθενή, και φαρμακοκινητικές μελέτες δείχνουν ένα εύρος τιμών AUC για τη φινγκολιμόδη. Ο Tmax της φινγκολιμόδης κυμαίνεται μεταξύ 12-16 ωρών και η βιοδιαθεσιμότητά της είναι 90-93%. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης της φινγκολιμόδης επιτυγχάνονται εντός 1-2 μηνών από την έναρξη, όταν χορηγείται σε μία ημερήσια δόση.
Περίπου το 81% μιας από του στόματος δόσης φινγκολιμόδης απεκκρίνεται στα ούρα με τη μορφή ανενεργών μεταβολιτών. Η ακέραια φινγκολιμόδη και ο ενεργός μεταβολίτης της αποτελούν λιγότερο από 2,5% της δόσης και μπορούν να βρεθούν απεκκρινόμενα στα κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής της φινγκολιμόδης είναι περίπου 1200±260 L. Κατανέμεται περίπου στο 86% στα ερυθρά αιμοσφαίρια (RBC).
Η κάθαρση φινγκολιμόδης από το αίμα είναι 6,3±2,3 L/h, σύμφωνα με τις πληροφορίες συνταγογράφησης. Μια άλλη πηγή αναφέρει ότι κυμαίνεται από 6-8 L/h.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση της φινγκολιμόδης και του ενεργού μεταβολίτη της με τις πρωτεΐνες υπερβαίνει το 99,7%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η σφιγγοσινοκινάση μεταβολίζει τη φινγκολιμόδη σε έναν ενεργό μεταβολίτη, τη φινγκολιμόδη φωσφορική. Ο μεταβολισμός της φινγκολιμόδης λαμβάνει χώρα μέσω 3 κύριων μεταβολικών οδών: πρώτον, φωσφορυλίωση του (S)-εναντιομερούς της φινγκολιμόδης-φωσφορικής (φαρμακολογικά ενεργό), δεύτερον, οξείδωση από κυτόχρωμα P450 4F2 (CYP4F2), και τρίτον, μεταβολισμός τύπου λιπαρού οξέος σε διάφορους ανενεργούς μεταβολίτες. Ο σχηματισμός ανενεργών μη πολικών αναλόγων κεραμιδίου της φινγκολιμόδης συμβαίνει επίσης κατά τον μεταβολισμό της.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της φινγκολιμόδης και του ενεργού μεταβολίτη της κυμαίνεται από 6-9 ημέρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που επηρεάζουν τη λειτουργία των υποδοχέων σφιγγοσίνης 1-φωσφορικής (SPHINGOSINE 1-PHOSPHATE RECEPTORS) που συνδέονται με G-πρωτεΐνη. Η σύνδεσή τους με τους υποδοχείς εμποδίζει τη μετανάστευση των λεμφοκυττάρων και συχνά χρησιμοποιούνται ως ΑΝΟΣΟΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ.
Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω ενός από διάφορους μηχανισμούς δράσης. Οι κλασικοί κυτταροτοξικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλοι μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που αφορούν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
3QN8BYN5QF
FINGOLIMOD
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ρυθμιστές Υποδοχέων Σφιγγοσίνης 1-Φωσφορικής
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ρυθμιστής Υποδοχέων Σφιγγοσίνης 1-Φωσφορικής
Η φινγκολιμόδη είναι ένας Ρυθμιστής Υποδοχέων Σφιγγοσίνης 1-Φωσφορικής. Ο μηχανισμός δράσης της φινγκολιμόδης είναι ως Ρυθμιστής Υποδοχέων Σφιγγοσίνης 1-Φωσφορικής.
FINGOLIMOD
Ρυθμιστής Υποδοχέων Σφιγγοσίνης 1-Φωσφορικής [EPC]; Ρυθμιστές Υποδοχέων Σφιγγοσίνης 1-Φωσφορικής [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ RRMS-2 L04AA27RRMS Βήμα 2 — EDSS < 3.0 με δυσμενείς παράγοντες ή ενεργή νόσος
- ≥ 2 υποτροπές/έτος, ή μέτρια/σοβαρή υποτροπή, ή μερική αποκατάσταση, ή ενεργή νόσος απεικονιστικά
Δοσολογία: Κατά ΠΧΠ · Συνεχής -
ΒΗΜΑ RRMS-3 L04AA27RRMS Βήμα 3 — EDSS ≥ 3.0 και ≤ 7.5
- Υποβέλτιστη αποτελεσματικότητα υπό θεραπεία βάσης — εντατικοποίηση με παράγοντες υψηλής αποτελεσματικότητας
Δοσολογία: Κατά ΠΧΠ · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΠΑΙΔ L04AA27Παιδιατρική Πολλαπλή Σκλήρυνση
- ΠΣ σε ανηλίκους — συνήθως υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα μορφή
Δοσολογία: Ένδειξη EMA · Συνεχής
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που επηρεάζουν τη λειτουργία των υποδοχέων σφιγγοσίνης 1-φωσφορικής (SPHINGOSINE 1-PHOSPHATE RECEPTORS) που συνδέονται με G-πρωτεΐνη. Η σύνδεσή τους με τους υποδοχείς εμποδίζει τη μετανάστευση των λεμφοκυττάρων και συχνά χρησιμοποιούνται ως ΑΝΟΣΟΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ.
Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω ενός από διάφορους μηχανισμούς δράσης. Οι κλασικοί κυτταροτοξικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλοι μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που αφορούν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.