DARIFENACIN
Δαριφενασίνη
Επιτακτικού τύπου ακράτεια ούρων και/ή συχνουρία και επιτακτική έπειξη για ούρηση σε ασθενείς με υπεραντανακλαστική κύστη.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-EMSELEX
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 7,5 mg ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Για ενήλικες, η δόση μπορεί να αυξηθεί από 7,5 mg σε 15 mg ημερησίως, δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας, με βάση την εξατομικευμένη ανταπόκριση και ανοχή. Παρόμοια τιτλοποίηση από 7,5 mg σε 15 mg ημερησίως εφαρμόζεται σε ηλικιωμένους και σε ασθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς CYP2D6 ή μέτριους αναστολείς CYP3A4.
-
ΕνήλικεςΜέγ. δόση15 mg ημερησίωςΣυνιστώμενη δόση έναρξης 7,5 mg ημερησίως. Δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας οι ασθενείς πρέπει να επαναξιολογούνται. Για όσους χρειάζονται μεγαλύτερη ανακούφιση, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 15 mg ημερησίως, με βάση την εξατομικευμένη ανταπόκριση.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65ετών)Μέγ. δόση15 mg ημερησίωςΣυνιστώμενη δόση έναρξης 7,5 mg ημερησίως. Δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας οι ασθενείς πρέπει να επαναξιολογούνται. Για όσους παρουσιάζουν αποδεκτή ανοχή αλλά χρειάζονται μεγαλύτερη ανακούφιση, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 15 mg ημερησίως (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)Δεν συνιστάται λόγω έλλειψης στοιχείων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
-
Ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίαςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ήπια έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (Child Pugh A)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με μετρίου βαθμού έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (Child Pugh Β)Δόση7,5 mg ημερησίωςΜέγ. δόση7,5 mg ημερησίωςΘεραπεία μόνο αν το όφελος αντισταθμίζει τον κίνδυνο. Η δόση θα πρέπει να περιορίζεται σε 7,5 mg ημερησίως (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6Δόση7,5 mgΜέγ. δόση15 mg ημερησίωςΗ θεραπεία πρέπει να αρχίζει με 7,5 mg. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί σε 15 mg ημερησίως αν είναι καλά ανεκτή και για βελτιωμένη ανταπόκριση. Απαιτείται προσοχή.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν μέτριους αναστολείς του CYP3A4Δόση7,5 mg ημερησίωςΜέγ. δόση15 mg ημερησίωςΗ συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 7,5 mg ημερησίως. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί σε 15 mg ημερησίως αν είναι καλά ανεκτή και για βελτιωμένη ανταπόκριση. Απαιτείται προσοχή.
block
SPC-EMSELEX
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα, που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Επίσχεση ούρων
-
Γαστρική στάση
-
Μη-ελεγχόμενο γλαύκωμα κλειστής γωνίας
-
Βαρειά Μυασθένεια
-
Σοβαρή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (κατηγορία Child Pugh C)
-
Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα
-
Τοξικό μεγάκολο
-
Ταυτόχρονη θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
warning
SPC-EMSELEX
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Νευροπάθεια αυτόνομου νευρικού συστήματος, διαφραγματοκήλη, απόφραξη ροής ούρων, επίσχεση ούρων, δυσκοιλιότητα, γαστρεντερικές αποφρακτικές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νευροπάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος, διαφραγματοκήλη, κλινικά σημαντική απόφραξη στη ροή των ούρων, κίνδυνο επίσχεσης ούρων, σοβαρή δυσκοιλιότητα ή γαστρεντερικές αποφρακτικές διαταραχές όπως η πυλωρική στένωσηΤο Emselex θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή
-
Γλαύκωμα κλειστής γωνίαςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΤο Emselex θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή (βλ. Αντενδείξεις)
-
Συχνή ούρησηΠληθυσμόςασθενείς με άλλες αιτίες συχνής ούρησης (καρδιακή ανεπάρκεια ή νεφρική νόσος)Πρέπει να αξιολογούνται πριν τη θεραπεία με Emselex. Αν υπάρχει λοίμωξη της ουροφόρου οδού θα πρέπει να αρχίζει κατάλληλη αντιβακτηριακή θεραπεία.
-
Ελαττωμένη γαστρεντερική κινητικότητα, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, φάρμακα που προκαλούν οισοφαγίτιδαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με κίνδυνο ελαττωμένης γαστρεντερικής κινητικότητας, γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης και/ή σε ασθενείς που ταυτόχρονα λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα (όπως από του στόματος διφωσφονικά) τα οποία μπορούν να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν την οισοφαγίτιδαΤο Emselex πρέπει να χορηγείται με προσοχή
-
Υπερδραστηριότητα εξωστήρα μυός νευρογεννούς αιτιολογίαςΠληθυσμόςασθενείς με υπερδραστηριότητα του εξωστήρα μυός νευρογεννούς αιτιολογίαςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί
-
Καρδιακές ασθένειεςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσες καρδιακές ασθένειεςΘα πρέπει να γίνεται με προσοχή η συνταγογράφηση αντιμουσκαρινικών
-
Αλλεργικές αντιδράσειςσοβαρήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείςΟι ασθενείς θα πρέπει να δίδονται οδηγίες να διακόπτουν το Emselex και να ζητούν ιατρική φροντίδα σε περίπτωση που παρουσιάζουν οίδημα, της γλώσσας ή του τραχειοφάρυγγα, ή δυσκολία στην αναπνοή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες)
swap_horiz
SPC-EMSELEX
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στη δαριφενασίνη (π.χ. 33% με παροξετίνη).ΣύστασηΗ συνιστώμενη δόση έναρξης της δαριφενασίνης πρέπει να είναι 7,5 mg ημερησίως. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί σε 15 mg ημερησίως αν είναι καλά ανεκτή.
-
αντένδειξηΠενταπλάσια αύξηση της AUC της δαριφενασίνης (δεκαπλάσια σε άτομα με ασθενή μεταβολισμό).ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ισχυροί αναστολείς της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης (κυκλοσπορίνη, βεραπαμίλη)προσοχήΠιθανή αύξηση της έκθεσης στη δαριφενασίνη.ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγονται.
-
Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 (ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, φλουκοναζόλη, χυμός γκρέϊπ-φρούτ)προσοχήΗ AUC24 και η Cmax της δαριφενασίνης (30 mg) ήταν 95% και 128% υψηλότερη με ερυθρομυκίνη.ΣύστασηΗ συνιστώμενη αρχική δόση της δαριφενασίνης είναι 7,5 mg ημερησίως. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί σε 15 mg ημερησίως αν είναι καλά ανεκτή.
-
προσοχήΠιθανή ελάττωση της συγκέντρωσης της δαριφενασίνης στο πλάσμα.
-
Υποστρώματα CYP2D6 με στενό θεραπευτικό εύρος (φλεκαϊνίδη, θειοριδαζίνη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά όπως ιμιπραμίνη)προσοχήΗ δαριφενασίνη είναι μέτριας ισχύος αναστολέας του CYP2D6, κλινικά σημαντικές επιδράσεις.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χρήση.
-
Υποστρώματα CYP3A4 (μιδαζολάμη)Μέτρια αύξηση στην έκθεση, χωρίς κλινική σημασία.ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης.
-
παρακολούθησηΔεν επηρεάστηκε ο χρόνος προθρομβίνης.ΣύστασηΗ συνήθης θεραπευτική παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης πρέπει να συνεχίζεται.
-
παρακολούθησηΜικρή αύξηση της έκθεσης στη διγοξίνη (AUC: 16%, Cmax: 20%) πιθανόν λόγω ανταγωνισμού στην P-γλυκοπρωτεΐνη.ΣύστασηΘεραπευτική παρακολούθηση των επιπέδων της διγοξίνης κατά την έναρξη, τον τερματισμό και την αλλαγή δοσολογίας της δαριφενασίνης.
-
Αντιμουσκαρινικοί παράγοντες (οξυβουτυνίνη, τολτεροδίνη, φλαβοξάτη, αντιπαρκινσονικοί παράγοντες, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά)προσοχήΕντονότερη θεραπευτική δράση και πιο έντονες παρενέργειες, ενίσχυση της αντιχολινεργικής δράσης.
sick
SPC-EMSELEX
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουρολοίμωξη
- Κολπίτιδα
- Αϋπνία
- Μη φυσιολογική σκέψη
- Καταθλιπτική διάθεση
- Μεταβολές της διάθεσης
- Ψευδαίσθηση
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Υπνηλία
- Ξηροφθαλμία
- Οπτική διαταραχή
- Θαμπή όραση
- Υπέρταση
- Ρινική ξηρότητα
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Ρινίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Διάρροια
- Εξέλκωση στόματος
- Εξάνθημα
- Ξηροδερμία
- Κνησμός
- Υπεριδρωσία
- Αγγειοοίδημα
- Κατακράτηση ούρων
- Διαταραχή ουροφόρων οδών
- Άλγος ουροδόχου κύστης
- Στυτική δυσλειτουργία
- Περιφερικό οίδημα
- Εξασθένιση
- Οίδημα προσώπου
- Οίδημα
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Κακώσεις
- Γενικευμένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΡινική ξηρότηταΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΆλγος ουροδόχου κύστηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ουροφόρων οδώνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξέλκωση στόματοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚακώσειςΤραυματισμοί
-
Όχι συχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική σκέψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Όχι συχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΓενικευμένες αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΚαταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜεταβολές της διάθεσηςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές
pregnant_woman
SPC-EMSELEX
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για τη χρήση της δαριφενασίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στον τοκετό (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΟ κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η επιλογή για το αν θα αποφευχθεί η γαλουχία ή αν θα διακοπεί το Emselex κατά τη γαλουχία θα πρέπει να βασίζεται στο συνυπολογισμό του δυνητικού οφέλους και του πιθανού κινδύνου.Η δαριφενασίνη απεκκρίνεται στο γάλα των επίμυων. Δεν είναι γνωστό εάν η δαριφενασίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΟι γυναίκες που πιθανόν κυοφορούν θα πρέπει να ενημερώνονται για την έλλειψη στοιχείων σχετικά με τη γονιμότητα και το Emselex θα πρέπει να χορηγείται λαμβάνοντας υπόψη τους μεμονωμένους κινδύνους και τα οφέλη.Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την ανθρώπινη γονιμότητα για τη δαριφενασίνη. Η δαριφενασίνη δεν έχει καμία επίδραση στη γονιμότητα αρσενικών ή θηλυκών επίμυων ή κάποια επίδραση στα όργανα αναπαραγωγής και των δύο φύλων σε επίμυες και σκύλους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-EMSELEX
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ουρολογικά, φάρμακα για την αντιμετώπιση της συχνοουρίας και της ακράτειας, κωδικός ATC: G04BD10 ### Μηχανισμός δράσης Η δαριφενασίνη είναι εκλεκτικός ανταγωνιστής του μουσκαρινικού υποδοχέα M3 (M3 SRA) in…
biotech
SPC-EMSELEX
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Η δαριφενασίνη μεταβολίζεται από το CYP2D6 και το CYP3A4. Εξ αιτίας γενετικών διαφορών περίπου το 7% των καυκασίων έχει έλλειψη του CYP2D6 και χαρακτηρίζονται ως έχοντες ασθενή μεταβολισμό. Ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού έχει αυξημένα…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-EMSELEX
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι τα 7,5 mg ημερησίως. Δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας οι ασθενείς πρέπει να επαναξιολογούνται. Για τους ασθενείς εκείνους που χρειάζονται μεγαλύτερη ανακούφιση από τα συμπτώματα, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 15 mg ημερησίως, με βάση την εξατομικευμένη ανταπόκριση.
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65ετών) Η συνιστώμενη δόση έναρξης για τους ηλικιωμένους είναι 7,5 mg ημερησίως. Δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας οι ασθενείς πρέπει να επαναξιολογούνται ως προς την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια. Για τους ασθενείς εκείνους που παρουσιάζουν αποδεκτή εικόνα ανοχής αλλά χρειάζονται μεγαλύτερη ανακούφιση από τα συμπτώματα, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 15 mg ημερησίως, με βάση την εξατομικευμένη ανταπόκριση (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός To Emselex δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά κάτω των 18 ετών λόγω έλλειψης στοιχείων για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα.
Eκπτωση της νεφρικής λειτουργίας Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία. Εν τούτοις θα πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη θεραπεία αυτού του πληθυσμού (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Eκπτωση της ηπατικής λειτουργίας Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (κατηγορία Child Pugh A). Εν τούτοις σε αυτό τον πληθυσμό υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης (βλ. Φαρμακοκινητικές). Ασθενείς με μετρίου βαθμού έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (κατηγορία Child Pugh Β) θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία, μόνο αν το όφελος αντισταθμίζει τον κίνδυνο, και η δόση θα πρέπει να περιορίζεται σε 7,5 mg ημερησίως (βλ. Φαρμακοκινητικές). Το Emselex αντενδεικνύεται σε ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (κατηγορία Child Pugh C) (βλ. Αντενδείξεις).
Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με ουσίες που είναι ισχυροί αναστολείς του CYP2D6 ή μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 Σε ασθενείς που λαμβάνουν ουσίες τα οποία είναι ισχυροί αναστολείς του CYP2D6 όπως παροξετίνη, τερμπιναφίνη, κινιδίνη και σιμετιδίνη η θεραπεία πρέπει να αρχίζει με δόση 7,5 mg. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί σε 15 mg ημερησίως για την επίτευξη βελτιωμένης κλινικής ανταπόκρισης με την προϋπόθεση ότι η δόση είναι καλά ανεκτή. Εν τούτοις πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ουσίες που είναι μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 όπως φλουκοναζόλη, χυμός γκρέιπ-φρούτ και ερυθρομυκίνη, η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 7,5 mg ημερησίως. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί σε 15 mg ημερησίως για την επίτευξη βελτιωμένης κλινικής ανταπόκρισης με την προϋπόθεση ότι η δόση είναι καλά ανεκτή. Εν τούτοις πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
Τρόπος χορήγησης Το Emselex είναι για χρήση από το στόμα. Τα δισκία θα πρέπει να λαμβάνονται μία φορά την ημέρα μαζί με υγρό. Αυτά μπορούν να λαμβάνονται με ή χωρίς τροφή και πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα χωρίς να μασώνται,να τεμαχίζονται ή να θρυμματίζονται.
block
Αντενδείξεις
SPC-EMSELEX
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα, που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
- Επίσχεση ούρων
- Γαστρική στάση
- Μη-ελεγχόμενο γλαύκωμα κλειστής γωνίας
- Βαρειά Μυασθένεια
- Σοβαρή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (κατηγορία Child Pugh C)
- Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα
- Τοξικό μεγάκολο
- Ταυτόχρονη θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-EMSELEX
expand_more
Προειδοποιήσεις
Το Emselex θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με νευροπάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος, διαφραγματοκήλη, κλινικά σημαντική απόφραξη στη ροή των ούρων, κίνδυνο επίσχεσης ούρων, σοβαρή δυσκοιλιότητα ή γαστρεντερικές αποφρακτικές διαταραχές όπως η πυλωρική στένωση.
Το Emselex θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για γλαύκωμα κλειστής γωνίας (βλ. Αντενδείξεις).
Άλλες αιτίες συχνής ούρησης (καρδιακή ανεπάρκεια ή νεφρική νόσος) πρέπει να αξιολογούνται πριν τη θεραπεία με Emselex. Αν υπάρχει λοίμωξη της ουροφόρου οδού θα πρέπει να αρχίζει κατάλληλη αντιβακτηριακή θεραπεία.
Το Emselex πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με κίνδυνο ελαττωμένης γαστρεντερικής κινητικότητας, γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης και/ή σε ασθενείς που ταυτόχρονα λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα (όπως από του στόματος διφωσφονικά) τα οποία μπορούν να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν την οισοφαγίτιδα.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί σε ασθενείς με υπερδραστηριότητα του εξωστήρα μυός νευρογεννούς αιτιολογίας.
Θα πρέπει να γίνεται με προσοχή η συνταγογράφηση αντιμουσκαρινικών σε ασθενείς με προϋπάρχουσες καρδιακές ασθένειες.
Όπως και με άλλα αντιμουσκαρινικά, στους ασθενείς θα πρέπει να δίδετε οδηγία να διακόπτουν το Emselex και να ζητούν ιατρική φροντίδα σε περίπτωση που παρουσιάζουν οίδημα, της γλώσσας ή του τραχειοφάρυγγα, ή δυσκολία στην αναπνοή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-EMSELEX
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη δαριφενασίνη
Ο μεταβολισμός της δαριφενασίνης γίνεται κυρίως με τη μεσολάβηση των ενζύμων CYP2D6 και CYP3A4 του κυτοχρώματος P450. Ως εκ τούτου, οι αναστολείς αυτών των ενζύμων μπορεί να αυξήσουν την έκθεση στη δαριφενασίνη.
-
Αναστολείς του CYP2D6 Σε ασθενείς που λαμβάνουν ουσίες οι οποίες είναι ισχυροί αναστολείς του CYP2D6 (π.χ. παροξετίνη, τερμπιναφίνη, σιμετιδίνη και κινιδίνη) η συνιστώμενη δόση έναρξης πρέπει να είναι 7,5 mg ημερησίως. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί σε 15 mg ημερησίως για την επίτευξη βελτιωμένης κλινικής ανταπόκρισης με την προϋπόθεση ότι η δόση είναι καλά ανεκτή. Η ταυτόχρονη θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6 έχει ως αποτέλεσμα αύξηση στην έκθεση (π.χ. 33% με 20 mg παροξετίνη σε δόση δαριφενασίνης 30 mg).
-
Αναστολείς του CYP3A4 Η δαριφενασίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4 (βλ. Αντενδείξεις) όπως οι αναστολείς πρωτεάσης (π.χ. η ριτοναβίρη), η κετοκοναζόλη και η ιτρακοναζόλη. Ισχυροί αναστολείς της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης όπως η κυκλοσπορίνη και η βεραπαμίλη θα πρέπει επίσης να αποφεύγονται. Συγχορήγηση δαριφενασίνης 7,5 mg με τον ισχυρό αναστολέα του CYP3A4 την κετοκοναζόλη 400 mg κατέληξε σε πενταπλάσια αύξηση της περιοχής κάτω από την καμπύλη (AUC) της δαριφενασίνης σε σταθερή κατάσταση. Σε άτομα με ασθενή μεταβολισμό η έκθεση στη δαριφενασίνη αυξήθηκε περίπου κατά το δεκαπλάσιο. Λόγω της μεγαλύτερης συμβολής του CYP3A4 μετά από υψηλότερες δόσεις δαριφενασίνης η επίδραση αναμένεται να είναι ακόμη εντονότερη όταν συνδυάζεται η κετοκοναζόλη με δαριφενασίνη 15 mg. Όταν συγχορηγείται με μέτριας ισχύος αναστολείς του CYP3A4 όπως ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, φλουκοναζόλη και χυμός γκρέϊπ-φρούτ η συνιστώμενη αρχική δόση της δαριφενασίνης είναι 7,5 mg ημερησίως. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί σε 15 mg ημερησίως για την επίτευξη βελτιωμένης κλινικής ανταπόκρισης με την προϋπόθεση ότι η δόση είναι καλά ανεκτή. Η AUC24 και η Cmax της δαριφενασίνης από δόση 30 mg μια φορά την ημέρα σε άτομα με εκτενή μεταβολισμό ήταν 95% και 128% υψηλότερη όταν συγχορηγούνταν ερυθρομυκίνη (μέτριος αναστολέας του CYP3A4) με δαριφενασίνη απ’ότι όταν η δαριφενασίνη λαμβανόταν μόνη.
-
Επαγωγείς ενζύμων Ουσίες οι οποίες είναι επαγωγείς του CYP3A4 όπως ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, βαρβιτουρικά και St John’s wort (Hypericum perforatum) είναι πιθανό να ελαττώσουν τη συγκέντρωση της δαριφενασίνης στο πλάσμα.
Επίδραση της δαριφενασίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
-
Υποστρώματα CYP2D6 Η δαριφενασίνη είναι μέτριας ισχύος αναστολέας του ενζύμου CYP2D6. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η δαριφενασίνη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6 και τα οποία έχουν στενό θεραπευτικό εύρος, όπως η φλεκαϊνίδη, η θειοριδαζίνη ή τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, όπως η ιμιπραμίνη. Οι επιδράσεις της δαριφενασίνης στο μεταβολισμό των υποστρωμάτων CYP2D6 είναι κλινικά σημαντικές κυρίως για τα υποστρώματα CYP2D6 των οποίων η δόση καθορίζεται εξατομικευμένα.
-
Υποστρώματα CYP3A4 Η θεραπεία με δαριφενασίνη κατέληξε σε μέτρια αύξηση στην έκθεση του υποστρώματος CYP3A4 σε μιδαζολάμη. Ωστόσο τα διαθέσιμα δεδομένα δεν καταδεικνύουν ότι η δαριφενασίνη αλλάζει είτε την κάθαρση, είτε τη βιοδιαθεσιμότητα της μιδαζολάμης. Έτσι συμπεραίνεται ότι η χορήγηση της δαριφενασίνης δεν μεταβάλλει in vivo τη φαρμακοκινητική των υποστρωμάτων CYP3A4. Η αλληλεπίδραση με τη μιδαζολάμη στερείται κλινικής σημασίας, και για το λόγο αυτό δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης για τα υποστρώματα CYP3A4.
-
Βαρφαρίνη Η συνήθης θεραπευτική παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης για τη βαρφαρίνη θα πρέπει να συνεχίζεται. Η επίδραση της βαρφαρίνης στο χρόνο προθρομβίνης δεν επηρεάστηκε όταν συγχορηγήθηκε με δαριφενασίνη.
-
Διγοξίνη Θεραπευτική παρακολούθηση των επιπέδων της διγοξίνης θα πρέπει να πραγματοποιείται κατά την έναρξη και τον τερματισμό της θεραπείας με δαριφενασίνη όπως επίσης και κατά την αλλαγή δοσολογίας της δαριφενασίσης. Δαριφενασίνη 30 mg μία φορά την ημέρα (δόση διπλάσια από τη συνιστώμενη ημερήσια δόση) συγχορηγούμενη με διγοξίνη σε σταθερή φάση οδήγησε σε μικρή αύξηση της έκθεσης στη διγοξίνη (AUC: 16% και Cmax: 20%). Η αύξηση στην έκθεση στη διγοξίνη πιθανόν να προκλήθηκε από ανταγωνισμό μεταξύ της δαριφενασίνης και της διγοξίνης για την P-γλυκοπρωτεΐνη. Άλλες αλληλεπιδράσεις σχετικές με την ουσία μεταφοράς (μεταφορέα) δεν μπορούν να αποκλεισθούν.
-
Αντιμουσκαρινικοί παράγοντες Όπως και με άλλους αντιμουσκαρινικούς παράγοντες η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που παρουσιάζουν αντιμουσκαρινικές ιδιότητες όπως η οξυβουτυνίνη, η τολτεροδίνη και η φλαβοξάτη μπορεί να οδηγήσουν σε εντονότερη θεραπευτική δράση και σε πιο έντονες παρενέργειες. Η ενίσχυση της αντιχολινεργικής δράσης με αντιπαρκινσονικούς παράγοντες και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά μπορεί επίσης να εμφανισθεί αν οι αντιμουσκαρινικοί παράγοντες χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα με τέτοια φαρμακευτικά προϊόντα. Εν τούτοις δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες για την αλληλεπίδραση με αντιπαρκινσονικούς παράγοντες και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-EMSELEX
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Σύμφωνα και με το φαρμακολογικό προφίλ, οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις ήταν η ξηροστομία (20,2% και 35% για τις δόσεις των 7,5 mg και των 15 mg, αντίστοιχα 18,7% μετά από ευέλικτη τιτλοποίηση δόσης και 8% - 9%, για το εικονικό φάρμακο) και η δυσκοιλιότητα (14,8% και 21% για τις δόσεις των 7,5 mg και των 15 mg, αντίστοιχα 20,9% μετά από ευέλικτη τιτλοποίηση δόσης και 5,4% - 7,9% για το εικονικό φάρμακο). Οι αντιχολινεργικές επιδράσεις είναι γενικά δοσοεξαρτώμενες. Ωστόσο, τα ποσοστά των ασθενών διακοπής της θεραπείας εξαιτίας των ανεπιθύμητων αντιδράσεων ήταν χαμηλά (ξηροστομία: 0% - 0,9% και δυσκοιλιότητα 0,6% - 2,2% για τη δαριφενασίνη ανάλογα τη δόση. Και 0% και 0,3% για το εικονικό φάρμακο για τη ξηροστομία και τη δυσκοιλιότητα αντίστοιχα).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπο μορφή πίνακα
Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών καθορίζεται ως εξής: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας Ι: Ανεπιθύμητες ενέργειες με Emselex 7,5 mg και 15 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
- Όχι συχνές: Ουρολοίμωξη
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Όχι συχνές: Αϋπνία, Σκέψη μη φυσιολογική
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές: Κεφαλαλγία
- Όχι συχνές: Ζάλη, δυσγευσία, υπνηλία
Οφθαλμικές διαταραχές
- Συχνές: Ξηροφθαλμία
- Όχι συχνές: Οπτική διαταραχή, περιλαμβανομένης θαμπής όρασης
Αγγειακές διαταραχές
- Όχι συχνές: Υπέρταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
- Συχνές: Ρινική ξηρότητα
- Όχι συχνές: Δύσπνοια, βήχας, ρινίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Πολύ συχνές: Δυσκοιλιότητα, ξηροστομία
- Συχνές: Κοιλιακό άλγος, ναυτία, δυσπεψία
- Όχι συχνές: Μετεωρισμός, διάρροια, εξέλκωση του στόματος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Όχι συχνές: Εξάνθημα, ξηροδερμία, κνησμός, υπεριδρωσία
- Μη γνωστές: Αγγειοοίδημα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Όχι συχνές: Κατακράτηση ούρων, διαταραχή των ουροφόρων οδών, άλγος ουροδόχου κύστης
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Όχι συχνές: Στυτική δυσλειτουργία, κολπίτιδα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Όχι συχνές: Περιφερικό οίδημα, εξασθένιση, οίδημα προσώπου, οίδημα
Παρακλινικές εξετάσεις
- Όχι συχνές: Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
- Όχι συχνές: Κακώσεις
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Στις βασικές κλινικές μελέτες με δόσεις Emselex 7,5 mg και 15 mg, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναφέρθηκαν όπως παρουσιάζονται στον παραπάνω πίνακα. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες αντιδράσεις ήταν ήπιας έως μέτριας έντασης και δεν οδήγησαν σε διακοπή του φαρμάκου στην πλειοψηφία των ασθενών. Η θεραπεία με Emselex είναι πιθανό να καλύψει συμπτώματα που σχετίζονται με νόσο της χολιδόχου κύστης. Εν τούτοις δεν υπήρξε συσχετισμός μεταξύ της εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το χοληφόρο σύστημα σε ασθενείς θεραπευόμενους με δαριφενασίνη και την αυξανόμενη ηλικία. Η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών με δόσεις Emselex 7,5 mg και 15 mg μειώθηκε κατά τη διάρκεια περιόδου θεραπείας 6 μηνών. Παρόμοια τάση παρατηρείται επίσης στα ποσοστά διακοπής.
Εμπειρία μετά την κυκλοφορία
Από την παγκόσμια εμπειρία μετά την κυκλοφορία, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα περιστατικά που σχετίζονται με τη χρήση της δαριφενασίνης. Γενικευμένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας που περιλαμβάνουν και αγγειοοίδημα, καταθλιπτική διάθεση/μεταβολές της διάθεσης, ψευδαίσθηση. Εξ’ αιτίας του ότι αυτά τα αυθόρμητα αναφερόμενα περιστατικά προέρχονται από την παγκόσμια εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, η συχνότητα των περιστατικών δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-EMSELEX
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για τη χρήση της δαριφενασίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στον τοκετό (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Emselex δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Η δαριφενασίνη απεκκρίνεται στο γάλα των επίμυων. Δεν είναι γνωστό εάν η δαριφενασίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η επιλογή για το αν θα αποφευχθεί η γαλουχία ή αν θα διακοπεί το Emselex κατά τη γαλουχία θα πρέπει να βασίζεται στο συνυπολογισμό του δυνητικού οφέλους και του πιθανού κινδύνου.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την ανθρώπινη γονιμότητα για τη δαριφενασίνη. Η δαριφενασίνη δεν έχει καμία επίδραση στη γονιμότητα αρσενικών ή θηλυκών επίμυων ή κάποια επίδραση στα όργανα αναπαραγωγής και των δύο φύλων σε επίμυες και σκύλους (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Οι γυναίκες που πιθανόν κυοφορούν θα πρέπει να ενημερώνονται για την έλλειψη στοιχείων σχετικά με τη γονιμότητα και το Emselex θα πρέπει να χορηγείται λαμβάνοντας υπόψη τους μεμονωμένους κινδύνους και τα οφέλη.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-EMSELEX
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ουρολογικά, φάρμακα για την αντιμετώπιση της συχνοουρίας και της ακράτειας, κωδικός ATC: G04BD10
Μηχανισμός δράσης
Η δαριφενασίνη είναι εκλεκτικός ανταγωνιστής του μουσκαρινικού υποδοχέα M3 (M3 SRA) in vitro. Ο υποδοχέας M3 είναι μείζων υποτύπος που ρυθμίζει τη σύσπαση του μυικού τοιχώματος της ουροδόχου κύστης. Δεν είναι γνωστό αν η εκλεκτικότητα αυτή ως προς τον Μ3 υποδοχέα μεταφράζεται σε κάποιο κλινικό πλεονέκτημα κατά τη θεραπεία των συμπτωμάτων του συνδρόμου της υπεραντανακλαστικής κύστης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Οι κυστεομετρικές μελέτες που διενεργήθηκαν με τη δαριφενασίνη σε ασθενείς με ακούσιες συσπάσεις της κύστης έδειξαν αυξημένη χωρητικότητα της κύστης, αυξημένο ουδό όγκου για ασταθείς συσπάσεις και μειωμένη συχνότητα ασταθών συσπάσεων του εξωστήρα μυός. Η θεραπεία με Emselex χορηγούμενο σε δόσεις 7,5 mg και 15 mg ημερησίως έχει διερευνηθεί σε τέσσερις διπλά τυφλές, Φάσης ΙΙΙ τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε άρρενες και θήλεις ασθενείς με συμπτώματα υπεραντανακλαστικής κύστης. Όπως φαίνεται στον πίνακα 2 παρακάτω συγκεντρωτική ανάλυση τριών από τις μελέτες για τη θεραπεία με Emselex 7,5 mg 15 mg παρείχε στατιστικά σημαντική βελτίωση ως προς το κύριο τελικό σημείο, την ελάττωση των επεισοδίων ακράτειας έναντι του εικονικού φαρμάκου.
Πίνακας 2: Συγκεντρωτική ανάλυση δεδομένων από τρεις κλινικές μελέτες Φάσης III για την αξιολόγηση σταθερών δόσεων Emselex 7,5 mg και 15 mg
| Δόση | N | Επεισόδια ακράτειας ανά εβδομάδα Αρχικό επίπεδο (διάμεση τιμή) | εβδομάδα 12 (διάμεση τιμή) | Διαφορές από το εικονικό φάρμακο1 (διάμεση τιμή) | Αλλαγή από το αρχικό επίπεδο (διάμεση τιμή) | 95% C I | P value2 |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Emselex 7,5 mg μία φορά την ημέρα | 335 | 16,0 | 4,9 | -2,0 | -8,8 (-68%) | (-3,6, -0,7) | 0,004 |
| Εικονικό φάρμακο | 271 | 16,6 | 7,9 | – | -7,0 (-54%) | – | – |
| Emselex 15 mg μία φορά την ημέρα | 330 | 16,9 | 4,1 | -3,2 | -10,6 (-77%) | (-4,5, -2,0) | <0,001 |
| Εικονικό φάρμακο | 384 | 16,6 | 6,4 | – | -7,5 (-58%) | – | – |
1 Εκτίμηση Hodges Lehmann Διάμεση διαφορά από το εικονικό φάρμακο στη μεταβολή από την αρχική κατάσταση 2 Δοκιμασία διαστρωμάτωσης κατά Wilcoxon για διαφορά από το εικονικό φάρμακο
Το Emselex 7,5 mg και 15 mg ελάττωσε σημαντικά τη βαρύτητα και τον αριθμό των επεισοδίων επείγουσας ανάγκης για ούρηση και των ουρήσεων, ενώ αύξησαν σημαντικά το μέσο όγκο κένωσης της κύστης από την αρχική τιμή. Το Emselex 7,5 mg και 15 mg σχετίστηκαν με στατιστικά σημαντικές βελτιώσεις έναντι του εικονικού φαρμάκου σε μερικές παραμέτρους της ποιότητας ζωής, όπως μετρήθηκαν με το Kings Health Questionnaire (Ερωτηματολόγιο για την Υγεία Kings) συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων της ακράτειας, του περιορισμού του ρόλου, των κοινωνικών περιορισμών και των μετρήσεων σοβαρότητας της ακράτειας. Και για τις δύο δόσεις των 7,5 mg και 15 mg το διάμεσο ποσοστό μείωσης επεισοδίων ακράτειας ανά εβδομάδα σε σχέση με την αρχική κατάσταση ήταν παρόμοιο μεταξύ αρρένων και θηλέων. Οι παρατηρούμενες διαφορές από το εικονικό φάρμακο στους άρρενες σε ποσοστιαία και απόλυτη μείωση επεισοδίων ακράτειας ήταν χαμηλότερες από εκείνες των θηλέων. Το αποτέλεσμα της θεραπείας με δόσεις 7,5 mg και 15 mg δαριφενασίνης στο διάστημα QT/ QTc αξιολογήθηκε σε μία μελέτη 179 υγιών ενηλίκων (44% άρρενες, 56% θήλεις) με ηλικία από 18 ως 65 ετών για 6 ημέρες (σε σταθερή κατάσταση). Οι θεραπευτικές και υπέρ-θεραπευτικές δόσεις δαριφενασίνης δεν κατέληξαν σε αύξηση των περιπτώσεων παράτασης του διαστήματος QT/ QTc από τα αρχικά επίπεδα σε σχέση με το εικονικό φάρμακο κατά τη μέγιστη έκθεση στη δαριφενασίνη.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-EMSELEX
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Η δαριφενασίνη μεταβολίζεται από το CYP2D6 και το CYP3A4. Εξ αιτίας γενετικών διαφορών περίπου το 7% των καυκασίων έχει έλλειψη του CYP2D6 και χαρακτηρίζονται ως έχοντες ασθενή μεταβολισμό. Ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού έχει αυξημένα επίπεδα ενζύμου CYP2D6 (έχοντες υπερταχύ μεταβολισμό). Οι παρακάτω πληροφορίες αφορούν σε άτομα με φυσιολογική δραστικότητα του CYP2D6 (με εκτενή μεταβολισμό) εκτός αν δηλώνεται διαφορετικά.
-
Απορρόφηση Εξ αιτίας του εκτενούς μεταβολισμού πρώτης διόδου η δαριφενασίνη έχει βιοδιαθεσιμότητα περίπου 15% και 19% μετά από ημερήσιες δόσεις 7,5 mg και 15 mg σε σταθερή κατάσταση. Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 7 ώρες μετά τη χορήγηση των δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης και τα σταθερά επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται την έκτη ημέρα της χορήγησης. Σε σταθερή κατάσταση, οι διακυμάνσεις μεταξύ μέγιστης και ελάχιστης τιμής των συγκεντρώσεων δαριφενασίνης είναι μικρές,(PTF: 0,87 για 7,5 mg και 0,76 για 15 mg) διατηρώντας έτσι θεραπευτικά επίπεδα πλάσματος κατά το διάστημα μεταξύ των δόσεων. Η τροφή δεν είχε καμία επίδραση στην φαρμακοκινητική της δαριφενασίνης κατά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης.
-
Κατανομή Η δαριφενασίνη είναι μία λιπόφιλη βάση και συνδέεται κατά 98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (κυρίως με την άλφα-1-οξυ-γλυκοπρωτεΐνη). Ο όγκος κατανομής σταθερής κατάστασης (Vss) υπολογίζεται ότι είναι 163 λίτρα.
-
Μεταβολισμός Η δαριφενασίνη μεταβολίζεται εκτεταμένα από το ήπαρ μετά τη χορήγηση από το στόμα. Η δαριφενασίνη υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό από το κυτόχρωμα CYP3A4 και το CYP2D6 στο ήπαρ και από το CYP3A4 στο εντερικό τοίχωμα. Οι τρεις κύριες μεταβολικές οδοί είναι οι ακόλουθες:
- μονοϋδροξυλίωση στο δακτύλιο διϋδροβενζοφουρανίου
- διάνοιξη του δακτυλίου διϋδροβενζοφουρανίου και
- N-απαλκυλίωση του αζώτου της πυρρολιδίνης. Τα αρχικά προϊόντα των οδών υδροξυλίωσης και της Ν-αποαλκυλίωσης αποτελούν κύριους μεταβολίτες στην κυκλοφορία αλλά δε συμβάλλουν σημαντικά στη συνολική κλινική δράση της δαριφενασίνης. Η φαρμακοκινητική της δαριφενασίνης σε σταθερή κατάσταση είναι δοσοεξαρτώμενη, εξ αιτίας του κορεσμού του ενζύμου CYP2D6. Ο διπλασιασμός της δόσης της δαριφενασίνης από 7,5 mg σε 15 mg οδηγεί σε αύξηση κατά 150% της έκθεσης στη σταθερή κατάσταση. Η εξάρτηση από τη δόση πιθανώς προκαλείται με τον κορεσμό του μεταβολισμού που καταλύεται από το CYP2D6, πιθανά σε συνδυασμό με μερικό κορεσμό του μεταβολισμού του εντερικού τοιχώματος με τη μεσολάβηση του CYP3A4.
-
Απέκκριση Μετά τη χορήγηση μίας δόσης διαλύματος 14C- δαριφενασίνης από το στόμα σε υγιείς εθελοντές, το 60% περίπου της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και το 40% στα κόπρανα. Μόνο ένα μικρό ποσοστό της δόσης που απεκκρίθηκε ήταν αναλλοίωτη δαριφενασίνη (3%). Η υπολογιζόμενη κάθαρση δαριφενασίνης είναι 40 λίτρα/ώρα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής για την απέκκριση της δαριφενασίνης μετά από χρόνια χορήγηση είναι περίπου 13-19 ώρες.
Ειδικός πληθυσμός ασθενών
-
Φύλο Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού των στοιχείων των ασθενών έδειξε ότι η έκθεση στη δαριφενασίνη ήταν κατά 23% χαμηλότερη στους άνδρες από εκείνη στις γυναίκες (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού των στοιχείων των ασθενών έδειξε μία τάση της κάθαρσης να μειώνεται με την ηλικία (19% ανά δεκαετία με βάση φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού Φάσης ΙΙΙ ασθενών ηλικίας 60-89 ετών) βλ. Δοσολογία.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς Η φαρμακοκινητική της δαριφενασίνης δεν έχει τεκμηριωθεί στον παιδιατρικό πληθυσμό.
-
Άτομα με ασθενή μεταβολισμό CYP2D6 Ο μεταβολισμός της δαριφενασίνης στα άτομα με ασθενή μεταβολισμό CYP2D6 γίνεται βασικά με τη μεσολάβηση του CYP3A4. Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη η έκθεση σε σταθερή κατάσταση των ατόμων με ασθενή μεταβολισμό ήταν 164% και 99% υψηλότερη κατά τη διάρκεια θεραπείας με 7,5 mg και 15 mg μια φορά την ημέρα, αντίστοιχα. Εν τούτοις, μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση δεδομένων Φάσης ΙΙΙ έδειξε ότι η κατά μέσον όρο έκθεση σε σταθερή κατάσταση είναι 66% υψηλότερη στα άτομα με ασθενή μεταβολισμό απ’ ότι σε ασθενείς με εκτενή μεταβολισμό. Υπήρξε σημαντική επικάλυψη μεταξύ του εύρους της έκθεσης που παρατηρήθηκε στους δύο αυτούς πληθυσμούς (βλέπε Δοσολογία).
-
Νεφρική ανεπάρκεια Μία μικρή μελέτη σε άτομα (n=24) με ποικίλου βαθμού έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 10 ml/min και 136 ml/min) που έλαβαν 15 mg δαριφενασίνη μία φορά την ημέρα σε σταθερή κατάσταση δεν έδειξε καμία σχέση μεταξύ της νεφρικής λειτουργίας και της κάθαρσης δαριφενασίνης (βλ. Δοσολογία).
-
Ηπατική ανεπάρκεια Η φαρμακοκινητική της δαριφενασίνης διερευνήθηκε σε άτομα με ήπια (Child Pugh A) ή μέτρια (Child Pugh B) έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας που έλαβαν 15 mg δαριφενασίνη μία φορά την ημέρα σε σταθερή κατάσταση. Η ήπια έκπτωση της ηπατικής λειτουργείας δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της δαριφενασίνης. Εν τούτοις, η πρωτεϊνική δέσμευση της δαριφενασίνης επηρεάστηκε από τη μέτριου βαθμού ηπατική ανεπάρκεια. Η έκθεση ελεύθερης δαριφενασίνης υπολογίστηκε ότι σε άτομα με μετρίου βαθμού ηπατική ανεπάρκεια είναι 4,7-φορές μεγαλύτερη από εκείνη σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (βλ. Δοσολογία).
ΕΟΦ · 7.6.2
Φάρμακα για την ακράτεια των ούρων (αντιμουσκαρινικά)
expand_more
Φάρμακα για την ακράτεια των ούρων (αντιμουσκαρινικά)
DrugBank
Description
expand_more
Description
Darifenacin (Enablex®, Novartis) είναι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ακράτειας ούρων.
Το Darifenacin δρα αναστέλλοντας τον μουσκαρινικό υποδοχέα ακετυλοχολίνης M3, ο οποίος είναι υπεύθυνος κυρίως για τις συσπάσεις των μυών της ουροδόχου κύστης. Μειώνει έτσι την επιτακτική ανάγκη για ούρηση. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε άτομα με κατακράτηση ούρων.
Δεν είναι γνωστό εάν αυτή η εκλεκτικότητα για τον υποδοχέα M3 μεταφράζεται σε κάποιο κλινικό πλεονέκτημα κατά τη θεραπεία συμπτωμάτων του συνδρόμου υπερδραστήριας ουροδόχου κύστης.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Το Darifenacin είναι ένας ανταγωνιστής μουσκαρινικών υποδοχέων. Μελέτες in vitro που χρησιμοποιούν ανθρώπινους ανασυνδυασμένους υποτύπους μουσκαρινικών υποδοχέων δείχνουν ότι το darifenacin έχει μεγαλύτερη συγγένεια για τον υποδοχέα M3 σε σύγκριση με τους άλλους γνωστούς μουσκαρινικούς υποδοχείς (9 και 12 φορές μεγαλύτερη συγγένεια για τον M3 σε σύγκριση με τους M1 και M5, αντίστοιχα, και 59 φορές μεγαλύτερη συγγένεια για τον M3 σε σύγκριση με τους M2 και M4).
Οι μουσκαρινικοί υποδοχείς παίζουν σημαντικό ρόλο σε πολλές μείζονες χολινεργικά διαμεσολαβούμενες λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένων των συσπάσεων του λείου μυός της ουροδόχου κύστης και της διέγερσης της σιελογόνου έκκρισης. Ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου, όπως ξηροστομία, δυσκοιλιότητα και ανώμαλη όραση, μπορεί να διαμεσολαβούνται μέσω επιδράσεων στους υποδοχείς M3 σε αυτά τα όργανα.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 163 L
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 40 L/h [εκτεταμένοι μεταβολιστές]
- 32 L/h [αργοί μεταβολιστές]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η δαριφενασίνη είναι ένας ανταγωνιστής μουσκαρινικών υποδοχέων. Μελέτες in vitro με ανθρωπίνους ανασυνδυασμένους υποτύπους μουσκαρινικών υποδοχέων δείχνουν ότι η δαριφενασίνη έχει μεγαλύτερη συγγένεια για τον υποδοχέα M3 σε σύγκριση με τους άλλους γνωστούς μουσκαρινικούς υποδοχείς (9 και 12 φορές μεγαλύτερη συγγένεια για τον M3 σε σύγκριση με τους M1 και M5, αντίστοιχα, και 59 φορές μεγαλύτερη συγγένεια για τον M3 σε σύγκριση με τους M2 και M4).
Οι μουσκαρινικοί υποδοχείς παίζουν σημαντικό ρόλο σε πολλές χολινεργικά διαμεσολαβούμενες λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένων των συσπάσεων του λείου μυός της ουροδόχου κύστης και της διέγερσης της σιελογόνου έκκρισης. Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων, όπως ξηροστομία, δυσκοιλιότητα και διαταραχές της όρασης, μπορεί να διαμεσολαβούνται μέσω της επίδρασης στους υποδοχείς M3 σε αυτούς τους ιστούς.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η δαριφενασίνη ανταγωνίζεται εκλεκτικά τον μουσκαρινικό υποδοχέα M3. Οι υποδοχείς M3 εμπλέκονται στη σύσπαση του λείου μυός της ουροδόχου κύστης και του γαστρεντερικού σωλήνα, στην παραγωγή σάλιου και στη λειτουργία του σφιγκτήρα της ίριδας.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η μέση από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα σε σταθερή κατάσταση εκτιμάται σε 15% και 19% για δισκία των 7,5 mg και 15 mg, αντίστοιχα.
- 163 L
- 40 L/h [εκτελούντες μεταβολιστές]
- 32 L/h [μη εκτελούντες μεταβολιστές]
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η δαριφενασίνη συνδέεται περίπου κατά 98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (κυρίως με την άλφα-1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός. Κυρίως διαμεσολαβείται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450 CYP2D6 και CYP3A4.
Ημιζωή: Η ημιζωή αποβολής της δαριφενασίνης μετά από χρόνια χορήγηση είναι περίπου 13-19 ώρες.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογική Ημιζωή
Η ημιζωή αποβολής της δαριφενασίνης μετά από χρόνια χορήγηση είναι περίπου 13-19 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις των ενδογενών ΑΚΕΤΥΛΧΟΛΙΝΗΣ ή εξωγενών αγωνιστών. Οι μουσκαρινικοί ανταγωνιστές έχουν εκτεταμένες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων δράσεων στην ίριδα και τον ακτινωτό μυ του ματιού, την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία, τις εκκρίσεις της αναπνευστικής οδού, το ΓΕΣ, και τους σιελογόνους αδένες, την κινητικότητα του ΓΕΣ, τον τόνο της ουροδόχου κύστης και το ΚΝΣ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
APG9819VLM
DARIFENACIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Χολινεργικός Μουσκαρινικός Ανταγωνιστής
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Χολινεργικοί Μουσκαρινικοί Ανταγωνιστές
Η δαριφενασίνη είναι ένας Χολινεργικός Μουσκαρινικός Ανταγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της δαριφενασίνης είναι ως Χολινεργικός Μουσκαρινικός Ανταγωνιστής.
DARIFENACIN
Χολινεργικοί Μουσκαρινικοί Ανταγωνιστές [MoA]· Χολινεργικός Μουσκαρινικός Ανταγωνιστής [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις των ενδογενών ΑΚΕΤΥΛΧΟΛΙΝΗΣ ή εξωγενών αγωνιστών. Οι μουσκαρινικοί ανταγωνιστές έχουν εκτεταμένες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων δράσεων στην ίριδα και τον ακτινωτό μυ του ματιού, την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία, τις εκκρίσεις της αναπνευστικής οδού, το ΓΕΣ, και τους σιελογόνους αδένες, την κινητικότητα του ΓΕΣ, τον τόνο της ουροδόχου κύστης και το ΚΝΣ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.