CASPOFUNGIN
Κασποφουνγκίνη
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
ΕΟΦ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
block
SPC-CANCIDAS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning
SPC-CANCIDAS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αναφυλαξία και αντιδράσεις μεσολάβησης ισταμίνηςΔιακοπή του caspofungin και χορήγηση κατάλληλης θεραπείας (για αναφυλαξία). Διακοπή και/ή χορήγηση κατάλληλης θεραπείας (για αντιδράσεις μεσολάβησης ισταμίνης).
-
Περιορισμένη αποτελεσματικότητα έναντι non-Candida ζυμομυκήτων και non-Aspergillus ευρωτομυκήτων
-
Συγχορήγηση με κυκλοσπορίνηπροσοχήΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείςΤο caspofungin μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, Παιδιατρικοί ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία οποιουδήποτε βαθμούΤο caspofungin θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Μη φυσιολογικά εργαστηριακά ευρήματα ηπατικής λειτουργίας / ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν μη φυσιολογικές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίαςΝα παρακολουθούνται για ενδείξεις επιδείνωσης της ηπατικής λειτουργίας και η σχέση κινδύνου/οφέλους για τη συνέχιση της θεραπείας με caspofungin πρέπει να επανεξετάζεται.
-
Περιεκτικότητα σε σακχαρόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσηςΔεν πρέπει να λάβουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
-
Σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) και Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση (TEN)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων του δέρματοςΠροσοχή θα πρέπει να δίνεται.
swap_horiz
SPC-CANCIDAS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κυκλοσπορίνη ΑπροσοχήΑύξηση της AUC του caspofungin κατά 35%. Παροδικές αυξήσεις των ηπατικών ALT και AST. Δεν αυξάνει τα επίπεδα κυκλοσπορίνης.ΣύστασηΣυστηματικός έλεγχος των ηπατικών ενζύμων.
-
προσοχήΤο Caspofungin μείωσε την ελάχιστη συγκέντρωση του tacrolimus κατά 26%.ΣύστασηΚαθορισμένος έλεγχος της συγκέντρωσης tacrolimus στο αίμα και κατάλληλη αναπροσαρμογή της δοσολογίας.
-
αμελητέαΔεν επηρεάζεται η φαρμακοκινητική του caspofungin και το caspofungin δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της ιτρακοναζόλης.ΣύστασηΔεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις.
-
αμελητέαΔεν επηρεάζεται η φαρμακοκινητική του caspofungin και το caspofungin δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της αμφοτερικίνης Β.ΣύστασηΔεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις.
-
Μυκοφαινολικά (Μυκοφαινολική μοφετίλη)αμελητέαΔεν επηρεάζεται η φαρμακοκινητική του caspofungin και το caspofungin δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της μυκοφαινολικής μοφετίλης.ΣύστασηΔεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις.
-
αμελητέαΔεν επηρεάζεται η φαρμακοκινητική του caspofungin.ΣύστασηΔεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις.
-
προσοχήΑύξηση 60% της AUC και 170% των ελάχιστων συγκεντρώσεων του caspofungin την 1η ημέρα. Μετά από 2 εβδομάδες, τα ελάχιστα επίπεδα ήταν 30% χαμηλότερα. Σε παιδιατρικούς ασθενείς μπορεί να οδηγήσει σε κλινικά σημαντικές μειώσεις στις χαμηλές συγκεντρώσεις caspofungin.ΣύστασηΕνήλικες: Εάν συγχορηγείται, εξετάστε αύξηση της ημερήσιας δοσολογίας του caspofungin σε 70 mg, κατόπιν της δόσης εφόδου των 70 mg. Παιδιατρικοί ασθενείς (12 μηνών έως 17 ετών): Λήψη υπόψιν δόσης 70 mg/m2 ημερησίως (μην υπερβαίνεται τα 70 mg).
-
προσοχήΜείωση της AUC του caspofungin. Σε παιδιατρικούς ασθενείς (δεξαμεθαζόνη) μπορεί να οδηγήσει σε κλινικά σημαντικές μειώσεις στις χαμηλές συγκεντρώσεις caspofungin.ΣύστασηΕνήλικες: Εάν συγχορηγούνται, εξετάστε αύξηση της ημερήσιας δοσολογίας του caspofungin σε 70 mg, κατόπιν της δόσης εφόδου των 70 mg. Παιδιατρικοί ασθενείς (12 μηνών έως 17 ετών): Λήψη υπόψιν δόσης 70 mg/m2 ημερησίως (μην υπερβαίνεται τα 70 mg).
sick
SPC-CANCIDAS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναφυλαξία
- Ανεπιθύμητες αντιδράσεις από πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης
- Πνευμονικό οίδημα
- Δύσπνοια
- Ρινική συμφόρηση
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
- Ταχύπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Βήχας
- Υποξία
- Ρόγχοι
- Συριγμός
- Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (ARDS)
- Ακτινολογικές διηθήσεις
- Δύσπνοια παροξυσμική νυχτερινή
- Φλεβίτιδα
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Έξαψη
- Εξάψεις
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Φλεβίτιδα της θέσης ένεσης
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Ερύθημα (στο σημείο ένεσης)
- Πόνος/ευαισθησία (στο σημείο ένεσης)
- Κνησμός (στο σημείο ένεσης)
- Έκκριμα (στο σημείο ένεσης)
- Αίσθημα καύσου (στο σημείο ένεσης)
- Κνησμός της θέσης έγχυσης
- Άλγος της θέσης καθετήρα
- Οίδημα της θέσης έγχυσης
- Ευαισθησία
- Εξαγγείωση της θέσης έγχυσης
- Εξάνθημα της θέσης έγχυσης
- Κνίδωση της θέσης έγχυσης
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
- Μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων
- Παρατεταμένος χρόνος προθρομβίνης
- Μειωμένος αιματοκρίτης
- Αυξημένος αριθμός αιμοπεταλίων
- Μειωμένο κάλιο αίματος
- Μειωμένη λευκωματίνη αίματος
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Μειωμένη ολική πρωτεΐνη
- Μειωμένα χλωριούχα αίματος
- Αυξημένη γλυκόζη αίματος
- Αυξημένος φωσφόρος αίματος
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Παρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης
- Μειωμένα διττανθρακικά αίματος
- Αυξημένη διεθνής ομαλοποιημένη σχέση
- Θετικά λευκοκύτταρα ούρων
- Αυξημένο pH ούρων
- Διαταραχή της πήξης του αίματος
- Αριθμός ηωσινοφίλων αυξημένος
- Αριθμός λευκοκυττάρων αυξημένος
- Υποκαλιαιμία
- Υπερφόρτωση με υγρά
- Υπομαγνησιαιμία
- Ανορεξία
- Ηλεκτρολυτικές διαταραχές
- Υπεργλυκαιμία
- Υπασβεστιαιμία
- Μεταβολική οξέωση
- Μειωμένο νάτριο αίματος
- Αυξημένο νάτριο αίματος
- Αυξημένο κάλιο αίματος
- Άγχος
- Αποπροσανατολισμός
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Τρόμος
- Υπαισθησία
- Οφθαλμικός ίκτερος
- Θαμπή όραση
- Οίδημα βλεφάρου
- Αυξημένη δακρύρροια
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Καρδιακή ανεπάρκεια συμφορητική
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Δυσφορία στομάχου
- Διάταση κοιλίας
- Ασκίτης
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσφαγία
- Μετεωρισμός
- Αυξημένοι ηπατικοί δείκτες (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, γ-γλουταμυλτρανσφεράση, αλκαλική φωσφατάση αίματος, χολερυθρίνη συζευγμένη, χολερυθρίνη αίματος)
- Χολόσταση
- Ηπατομεγαλία
- Υπερχολερυθριναιμία
- Ίκτερος
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατοτοξικότητα
- Ηπατική διαταραχή
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Ερύθημα
- Υπερίδρωση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Κηλιδώδες εξάνθημα
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Κνησμώδες εξάνθημα
- Κνίδωση
- Γενικευμένος κνησμός
- Ερυθηματώδες εξάνθημα
- Γενικευμένο εξάνθημα
- Βλάβη δέρματος
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Ερύθημα της θέσης έγχυσης
- Δερματική αλλεργία
- Εξάνθημα ιλαροειδές
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Πόνος σε άκρο
- Οστικός πόνος
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυαλγία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Πυρεξία
- Ρίγη
- Άλγος
- Κόπωση
- Αίσθηση ψυχρού
- Αίσθηση θερμού
- Σκλήρυνση στη θέση έγχυσης
- Άλγος της θέσης έγχυσης
- Περιφερικό οίδημα
- Θωρακική δυσφορία
- Θωρακικό άλγος
- Οίδημα προσώπου
- Αίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματος
- Ερεθισμός στη θέση έγχυσης
- Φλεβίτιδα στο σημείο έγχυσης
- Ερύθημα θέσης ένεσης
- Οίδημα θέσης ένεσης
- Άλγος θέσης ένεσης
- Αίσθημα κακουχίας
- Οίδημα
- Σκλήρυνση
- Θετική εξέταση ερυθροκυττάρων στα ούρα
- Πρωτεΐνη ούρων θετική
- Χρόνος προθρομβίνης μειωμένος
- Ασβέστιο αίματος μειωμένο
- Ασβέστιο αίματος αυξημένο
- Μαγνήσιο αίματος μειωμένο
- Φωσφόρος αίματος μειωμένος
- Χλωριούχα αίματος αυξημένα
- Ουρικό οξύ αίματος μειωμένο
- Αίμα στα ούρα υπάρχει
- Αναπνευστικό ψιθύρισμα μη φυσιολογικό
- Διοξείδιο του άνθρακα μειωμένο
- Επίπεδα ανοσοκατασταλτικού φαρμάκου αυξημένα
- Νεφρικοί κύλινδροι
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
ΣυχνέςΈκκριμα (στο σημείο ένεσης)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑίσθημα καύσου (στο σημείο ένεσης)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων (AST, ALT)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑυξημένη γλυκόζηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένη τιμή φωσφόρουΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένοι ηπατικοί δείκτες (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, γ-γλουταμυλτρανσφεράση, αλκαλική φωσφατάση αίματος, χολερυθρίνη συζευγμένη, χολερυθρίνη αίματος)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑυξημένος αριθμός ηωσινοφίλωνΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρύθημα (στο σημείο ένεσης)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμός (στο σημείο ένεσης)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΚνησμός της θέσης έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
ΣυχνέςΜειωμένη λευκωματίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένη τιμή του καλίουΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΜειωμένη τιμή φωσφόρουΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΜειωμένο κάλιο αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός λευκοκυττάρωνΑίμα
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΠόνος στο σημείο του καθετήραΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΠόνος/ευαισθησία (στο σημείο ένεσης)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΆλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΆλγος θέσης ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΆλγος της θέσης έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΆλγος της θέσης καθετήραΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑίμα στα ούρα υπάρχειΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑίσθηση θερμούΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθηση ψυχρούΓενικές
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑναπνευστικό ψιθύρισμα μη φυσιολογικόΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑριθμός ηωσινοφίλων αυξημένοςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑριθμός λευκοκυττάρων αυξημένοςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑσβέστιο αίματος αυξημένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑσβέστιο αίματος μειωμένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑσκίτηςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη διεθνής ομαλοποιημένη σχέσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο pH ούρωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο κάλιο αίματοςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑυξημένο νάτριο αίματοςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑυξημένος αριθμός αιμοπεταλίωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένος φωσφόρος αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΒλάβη δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓενικευμένο εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΓενικευμένος κνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔερματική αλλεργίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή της πήξης του αίματοςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔιοξείδιο του άνθρακα μειωμένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφορία στομάχουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοια παροξυσμική νυχτερινήΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΕξάνθημα ιλαροειδέςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕξάνθημα της θέσης έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕξαγγείωση της θέσης έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΕπίπεδα ανοσοκατασταλτικού φαρμάκου αυξημέναΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός στη θέση έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρύθημα θέσης ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρύθημα της θέσης έγχυσηςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕυαισθησίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗλεκτρολυτικές διαταραχέςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΗπατική διαταραχήΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗπατομεγαλίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗπατοτοξικότηταΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘετικά λευκοκύτταρα ούρωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘετική εξέταση ερυθροκυττάρων στα ούραΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΘωρακική δυσφορίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή ανεπάρκεια συμφορητικήΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚηλιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωση της θέσης έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΚνησμώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΜαγνήσιο αίματος μειωμένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΜειωμένα διττανθρακικά αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένα χλωριούχα αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη ολική πρωτεΐνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένο νάτριο αίματοςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός αιμοπεταλίωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός ουδετερόφιλωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΜεταβολική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΝεφρικοί κύλινδροιΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα βλεφάρουΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα θέσης ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα της θέσης έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΟστικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΟυρικό οξύ αίματος μειωμένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΟφθαλμικός ίκτεροςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένος χρόνος προθρομβίνηςΑίμα
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠρωτεΐνη ούρων θετικήΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΠόνος σε άκροΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΡόγχοιΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣκλήρυνσηΆλλο
-
Όχι συχνέςΣκλήρυνση στη θέση έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΣυριγμόςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΤαχύπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερφόρτωση με υγράΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥποξίαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΦλεβίτιδα στο σημείο έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΦλεβίτιδα της θέσης ένεσηςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦωσφόρος αίματος μειωμένοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΧλωριούχα αίματος αυξημέναΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΧολόστασηΉπαρ
-
Όχι συχνέςΧρόνος προθρομβίνης μειωμένοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑκτινολογικές διηθήσειςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑνεπιθύμητες αντιδράσεις από πιθανή μεσολάβηση ισταμίνηςΑνοσοποιητικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (ARDS)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
SPC-CANCIDAS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΤο caspofungin δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός και αν είναι σαφώς αναγκαίο.Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία από τη χρήση του caspofungin σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα κατά την ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σε μελέτες σε ζώα έχει δειχθεί ότι το caspofungin διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα.
-
ΓαλουχίαΟι γυναίκες που λαμβάνουν caspofungin δεν πρέπει να θηλάζουν.Δεν είναι γνωστό εάν το caspofungin εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/ τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν έκκριση του caspofungin στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για το caspofungin ώστε να αξιολογηθεί η επίδρασή του στη γονιμότητα.Για το caspofungin, δεν υπάρχουν επιδράσεις στη γονιμότητα σε μελέτες που διεξήχθησαν σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-CANCIDAS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης Το caspofungin acetate είναι μια ημισυνθετική λιποπεπτιδική ένωση (echinocandin), η οποία συντίθεται από ένα προϊόν ζύμωσης του Glarea lozoyensis. Το caspofungin acetate αναστέλλει τη σύνθεση της βήτα (1,3)-D-γλυκάνης που είναι βασικό…
biotech
SPC-CANCIDAS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Κατανομή Το caspofungin συνδέεται εκτενώς με τη λευκωματίνη. Το μη συνδεδεμένο κλάσμα του caspofungin ποικίλλει από 3,5% σε υγιείς ασθενείς έως 7,6% σε ασθενείς με διηθητική καντιντίαση. Η κατανομή παίζει πρωτεύοντα ρόλο στη φαρμακοκινητική του…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατικά ένζυμα (AST/ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | στενή παρακολούθηση | Συγχορήγηση caspofungin και κυκλοσπορίνης |
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | παρακολουθούνται | Μη φυσιολογικές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας κατά τη θεραπεία με caspofungin |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
block
Αντενδείξεις
SPC-CANCIDAS
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-CANCIDAS
expand_more
Προειδοποιήσεις
Έχει αναφερθεί αναφυλαξία κατά τη διάρκεια της χορήγησης του caspofungin. Εάν συμβεί αυτό, θα πρέπει να διακοπεί το caspofungin και να χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία. Ανεπιθύμητες αντιδράσεις από πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης συμπεριλαμβανομένου του εξανθήματος, του οιδήματος προσώπου, του αγγειοοιδήματος, του κνησμού, της αίσθησης θερμότητας ή του βρογχόσπασμου έχουν αναφερθεί και μπορεί να απαιτήσουν την διακοπή και/ή την χορήγηση της κατάλληλης θεραπείας.
Περιορισμένα στοιχεία υποστηρίζουν ότι λιγότερο συχνοί ζυμομύκητες non-Candida και ευρωτομύκητες non-Aspergillus δεν καλύπτονται από το caspofungin. Η αποτελεσματικότητα του caspofungin έναντι αυτών των μυκητιασικών παθογόνων δεν έχει τεκμηριωθεί.
Η ταυτόχρονη χορήγηση του caspofungin με κυκλοσπορίνη έχει αξιολογηθεί σε υγιείς ενήλικες εθελοντές και σε ενήλικες ασθενείς. Μερικοί ενήλικες υγιείς εθελοντές, που έλαβαν δύο δόσεις των 3 mg/ kg κυκλοσπορίνης με caspofungin, εμφάνισαν παροδική αύξηση της τρανσαμινάσης της αλανίνης (ALT) και της τρανσαμινάσης της ασπαρτάμης (AST) μικρότερη ή ίση με το τριπλάσιο του ανώτερου ορίου του φυσιολογικού (ULN), η οποία αντιμετωπίστηκε με τη διακοπή της θεραπείας. Σε μία αναδρομική μελέτη με 40 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία κατά την κυκλοφορία του φαρμάκου caspofungin και κυκλοσπορίνη για 1 έως 290 ημέρες (μέσος όρος 17,5 ημέρες), δεν παρατηρήθηκαν σοβαρές ηπατικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα στοιχεία αυτά υποστηρίζουν ότι το caspofungin μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κυκλοσπορίνη όταν το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου. Η στενή παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν όταν το caspofungin και η κυκλοσπορίνη χρησιμοποιούνται συγχρόνως.
Σε ενήλικες ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, η AUC, αυξήθηκε περίπου κατά 20% και 75% αντίστοιχα. Συνιστάται μείωση της ημερήσιας δόσης σε 35 mg για ενήλικες ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχει καμία κλινική εμπειρία σε ενήλικες ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ή σε παιδιατρικούς ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία οποιουδήποτε βαθμού. Αναμένεται μεγαλύτερη έκθεση από ότι σε μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και το caspofungin θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σ’ αυτούς τους ασθενείς (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Μη φυσιολογικά εργαστηριακά ευρήματα στις εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας έχουν παρατηρηθεί σε υγιείς εθελοντές και σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με caspofungin. Σε μερικούς ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με σοβαρές υποκείμενες παθήσεις οι οποίοι λάμβαναν ταυτόχρονα με caspofungin πολλαπλές φαρμακευτικές αγωγές, μεμονωμένες περιπτώσεις κλινικά σημαντικής ηπατικής δυσλειτουργίας, ηπατίτιδας και ηπατικής ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί· μια αιτιώδης σχέση με το caspofungin δεν έχει τεκμηριωθεί. Ασθενείς οι οποίοι αναπτύσσουν μη φυσιολογικές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια θεραπείας με caspofungin θα πρέπει να παρακολουθούνται για ενδείξεις επιδείνωσης της ηπατικής λειτουργίας και η σχέση κινδύνου/οφέλους για τη συνέχιση της θεραπείας με caspofungin πρέπει να επανεξετάζεται.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει σακχαρόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να λάβουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν (βλ. παράγραφο 2).
Περιπτώσεις του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS) και τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) έχουν αναφερθεί κατά τη χρήση μετά την κυκλοφορία του caspofungin. Προσοχή θα πρέπει να δίνεται σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων του δέρματος (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-CANCIDAS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
In vitro μελέτες δείχνουν ότι το caspofungin δεν είναι αναστολέας κάποιου ενζύμου στο σύστημα του κυτοχρώματος P450 (CYP). Σε κλινικές μελέτες το caspofungin δεν επάγει τον μεταβολισμό του συστήματος CYP3A4 άλλων ουσιών. Το caspofungin δεν είναι υπόστρωμα για την P-γλυκοπρωτεΐνη και είναι ένα πτωχό υπόστρωμα για το κυτόχρωμα P450. Ωστόσο, το caspofungin έχει αποδειχθεί ότι αλληλεπιδρά με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα σε φαρμακολογικές και κλινικές μελέτες.
Σε δύο κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν σε υγιή ενήλικα άτομα, η κυκλοσπορίνη Α (δόσεις 4 mg/kg ή δύο δόσεις 3 mg/kg με μεσοδιάστημα 12 ωρών) προκάλεσε αύξηση στην AUC του caspofungin περίπου κατά 35%. Αυτές οι αυξήσεις της AUC βασίζονται προφανώς στη μειωμένη απορρόφηση του caspofungin από το ήπαρ. Το caspofungin δεν αύξησε τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα. Υπήρξαν παροδικές αυξήσεις των ηπατικών ALT και AST μικρότερες ή ίσες με το τριπλάσιο του ανώτερου φυσιολογικού ορίου (ULN), όταν συγχορηγήθηκε το caspofungin με την κυκλοσπορίνη, οι οποίες υποχώρησαν με τη διακοπή των φαρμακευτικών προϊόντων. Σε μία αναδρομική μελέτη με 40 ασθενείς που έλαβαν κατά την κυκλοφορία του φαρμάκου caspofungin και κυκλοσπορίνη για 1 έως 290 ημέρες (μέσος όρος 17,5 ημέρες), δεν παρατηρήθηκαν σοβαρές ηπατικές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Συστηματικός έλεγχος των ηπατικών ενζύμων θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν, σε περίπτωση που τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα χορηγούνται ταυτόχρονα.
Το caspofungin μείωσε την ελάχιστη συγκέντρωση του tacrolimus κατά 26% σε υγιείς ενήλικες εθελοντές. Για τους ασθενείς που λαμβάνουν και τις δύο θεραπείες, επιβάλλεται καθορισμένος έλεγχος της συγκέντρωσης του tacrolimus στο αίμα και κατάλληλη αναπροσαρμογή της δοσολογίας του tacrolimus.
Κλινικές μελέτες σε υγιείς ενήλικες εθελοντές δείχνουν ότι η φαρμακοκινητική του caspofungin δεν επηρεάζεται κατά κλινικά σημαντικό ποσοστό από την ιτρακοναζόλη, την αμφοτερικίνη Β, τα μυκοφαινολικά, τη νελφιναβίρη, ή το tacrolimus. Το caspofungin δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της αμφοτερικίνης Β, της ιτρακοναζόλης, της ριφαμπικίνης ή της μυκοφαινολικής μοφετίλης. Παρόλο που τα στοιχεία ασφάλειας είναι περιορισμένα, φαίνεται ότι δεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις, όταν συγχορηγείται αμφοτερικίνη Β, ιτρακοναζόλη, νελφιναβίρη ή μυκοφαινολική μοφετίλη με caspofungin.
Η ριφαμπικίνη προκάλεσε αύξηση 60% στην καμπύλη AUC και αύξηση 170% στο τμήμα χαμηλής συγκέντρωσης του caspofungin την πρώτη ημέρα της συγχορήγησης, όταν και τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα χορηγήθηκαν ταυτόχρονα σε υγιείς ενήλικες εθελοντές. Τα ελάχιστα επίπεδα συγκέντρωσης του caspofungin σταδιακά μειώθηκαν, κατόπιν επαναλαμβανόμενης χορήγησης. Μετά από χορήγηση δύο εβδομάδων η ριφαμπικίνη, είχε περιορισμένη επίδραση στην καμπύλη συγκέντρωσης AUC, αλλά τα ελάχιστα επίπεδα ήταν κατά 30% χαμηλότερα από ότι σε ενήλικα άτομα που έλαβαν μόνο caspofungin. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης θα μπορούσε πιθανόν να οφείλεται σε μια αρχική αναστολή και ακόλουθη επαγωγή των πρωτεϊνών μεταφοράς. Ένα παρόμοιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να αναμένεται για άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν μεταβολικά ένζυμα. Περιορισμένος αριθμός στοιχείων από πληθυσμιακές μελέτες φαρμακοκινητικής υποδεικνύουν ότι η ταυτόχρονη χρήση του caspofungin με τους επαγωγείς εφαβιρένζη, νεβιραπίνη, ριφαμπικίνη, δεξαμεθαζόνη, φαινυτοΐνη, ή καρβαμαζεπίνη, μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της AUC του caspofungin. Εάν συγχορηγούνται επαγωγείς των μεταβολικών ενζύμων, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν μια αύξηση της ημερήσιας δοσολογίας του caspofungin σε 70 mg, κατόπιν της δόσης εφόδου των 70 mg σε ενήλικες ασθενείς (βλ. Δοσολογία).
Όλες οι μελέτες αλληλεπίδρασης φαρμάκου-με φάρμακο σε ενήλικες, που περιγράφονται παραπάνω έχουν διεξαχθεί με ημερήσια δόση caspofungin των 50 mg ή 70 mg. Η αλληλεπίδραση μεγαλύτερων δόσεων caspofungin με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα δεν έχει επισήμως μελετηθεί.
Σε παιδιατρικούς ασθενείς, αποτελέσματα αναλύσεων παλινδρόμησης φαρμακοκινητικών στοιχείων υποστηρίζουν ότι η συγχορήγηση της δεξαμεθαζόνης με caspofungin μπορεί να οδηγήσει σε κλινικά σημαντικές μειώσεις στις χαμηλές συγκεντρώσεις caspofungin. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να υποδεικνύει ότι οι παιδιατρικοί ασθενείς μπορεί να έχουν παρόμοιες μειώσεις με επαγωγείς όπως αυτές που παρουσιάσθηκαν στους ενήλικες. Όταν το caspofungin συγχορηγείται σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 12 μηνών έως 17 ετών) με επαγωγείς που σχετίζονται με την κάθαρση του φαρμάκου, όπως ριφαμπικίνη, εφαβιρένζη, νεβιραπίνη, φαινυτοΐνη, δεξαμεθαζόνη, ή καρβαμαζεπίνη, πρέπει να ληφθεί υπόψιν μία δόση του caspofungin των 70 mg/m2 ημερησίως (να μην υπερβαίνεται μία ημερήσια πραγματική δόση των 70 mg).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-CANCIDAS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία και ανεπιθύμητες αντιδράσεις από πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης) έχουν αναφερθεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Στους ασθενείς με διηθητική ασπεργίλλωση αναφέρθηκαν επίσης πνευμονικό οίδημα, σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (ARDS), και ακτινολογικές διηθήσεις.
Σε κλινικές μελέτες, 1.865 ενήλικα άτομα έλαβαν εφάπαξ ή πολλαπλές δόσεις caspofungin. Η φλεβίτιδα ήταν μια συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε στο σημείο της ένεσης σε όλες τις ομάδες των ασθενών. Άλλες τοπικές αντιδράσεις περιλάμβαναν ερύθημα, πόνο/ευαισθησία, κνησμό, έκκριμα, και αίσθημα καύσου. Τα μη φυσιολογικά κλινικά και εργαστηριακά αποτελέσματα που αναφέρθηκαν, μεταξύ όλων των ενηλίκων που έλαβαν θεραπεία με caspofungin (συνολικά 1.780) ήταν τυπικά ήπια και σπάνια οδήγησαν σε διακοπή του φαρμάκου.
Τα δεδομένα από 5 κλινικές μελέτες που ολοκληρώθηκαν σε 171 παιδιατρικούς ασθενείς υποστηρίζουν ότι η συνολική συχνότητα των κλινικών ανεπιθύμητων ενεργειών (26,3%, 95% CI 19,9, 33,6) δεν είναι χειρότερη από ότι αναφέρθηκε για ενήλικες που έλαβαν θεραπεία με caspofungin (43,1%, 95% CI 40,0, 46,2). Ωστόσο, οι παιδιατρικοί ασθενείς έχουν προφανώς διαφορετικό προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με ενήλικες ασθενείς. Οι πιο συχνές σχετιζόμενες με το φάρμακο ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με caspofungin ήταν πυρεξία (11,7%), εξάνθημα (4,7%) και κεφαλαλγία (2,9%).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Ενήλικες ασθενείς:
- Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Συχνές: μειωμένη αιμοσφαιρίνη, μειωμένος αιματοκρίτης, μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
- Όχι συχνές: αναιμία, θρομβοπενία, διαταραχή της πήξης του αίματος, λευκοπενία, αριθμός ηωσινοφίλων αυξημένος, αριθμός αιμοπεταλίων μειωμένος, αριθμός αιμοπεταλίων αυξημένος, αριθμός λευκοκυττάρων μειωμένος, αριθμός λευκοκυττάρων αυξημένος, αριθμός ουδετερόφιλων μειωμένος
- Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Συχνές: υποκαλιαιμία
- Όχι συχνές: υπερφόρτωση με υγρά, υπομαγνησιαιμία, ανορεξία, ηλεκτρολυτικές διαταραχές, υπεργλυκαιμία, υπασβεστιαιμία, μεταβολική οξέωση
- Ψυχιατρικές διαταραχές
- Όχι συχνές: άγχος, αποπροσανατολισμός, αϋπνία
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές: κεφαλαλγία
- Όχι συχνές: ζάλη, δυσγευσία, παραισθησία, υπνηλία, τρόμος, υπαισθησία
- Οφθαλμικές διαταραχές
- Όχι συχνές: οφθαλμικός ίκτερος, όραση θαμπή, οίδημα βλεφάρου, δακρύρροια αυξημένη
- Καρδιακές διαταραχές
- Όχι συχνές: αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, αρρυθμία, κολπική μαρμαρυγή, καρδιακή ανεπάρκεια συμφορητική
- Αγγειακές διαταραχές
- Συχνές: φλεβίτιδα
- Όχι συχνές: θρομβοφλεβίτιδα, έξαψη, εξάψεις, υπέρταση, υπόταση
- Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
- Συχνές: δύσπνοια
- Όχι συχνές: ρινική συμφόρηση, φαρυγγολαρυγγικό άλγος, ταχύπνοια, βρογχόσπασμος, βήχας, δύσπνοια παροξυσμική νυχτερινή, υποξία, ρόγχοι, συριγμός
- Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Συχνές: ναυτία, διάρροια, έμετος
- Όχι συχνές: κοιλιακό άλγος, άλγος άνω κοιλιακής χώρας, ξηροστομία, δυσπεψία, δυσφορία του στομάχου, διάταση της κοιλίας, ασκίτης, δυσκοιλιότητα, δυσφαγία, μετεωρισμός
- Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Συχνές: αυξημένοι ηπατικοί δείκτες (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, γ-γλουταμυλτρανσφεράση, αλκαλική φωσφατάση αίματος, χολερυθρίνη συζευγμένη, χολερυθρίνη αίματος)
- Όχι συχνές: χολόσταση, ηπατομεγαλία, υπερχολερυθριναιμία, ίκτερος, ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική, ηπατοτοξικότητα, ηπατική διαταραχή
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: εξάνθημα, κνησμός, ερύθημα, υπερίδρωση
- Όχι συχνές: πολύμορφο ερύθημα, εξάνθημα κηλιδώδες, εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες, εξάνθημα κνησμώδες, κνίδωση, δερματική αλλεργία, κνησμός γενικευμένος, εξάνθημα ερυθηματώδες, εξάνθημα γενικευμένο, εξάνθημα ιλαροειδές, βλάβη δέρματος
- Μη γνωστές: Τοξική επιδερμική νεκρόλυση και Σύνδρομο Stevens Johnson (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Συχνές: αρθραλγία
- Όχι συχνές: οσφυαλγία, πόνος σε άκρο, οστικός πόνος, μυϊκή αδυναμία, μυαλγία
- Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Όχι συχνές: νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική ανεπάρκεια οξεία
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Συχνές: πυρεξία, ρίγη, κνησμός της θέσης έγχυσης
- Όχι συχνές: άλγος, άλγος της θέσης καθετήρα, κόπωση, αίσθηση ψυχρού, αίσθηση θερμού, ερύθημα της θέσης έγχυσης, σκλήρυνση της θέσης έγχυσης, άλγος της θέσης έγχυσης, οίδημα της θέσης έγχυσης, φλεβίτιδα της θέσης ένεσης, οίδημα περιφερικό, ευαισθησία, θωρακική δυσφορία, θωρακικό άλγος, οίδημα προσώπου, αίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματος, σκλήρυνση, εξαγγείωση της θέσης έγχυσης, ερεθισμός της θέσης έγχυσης, φλεβίτιδα της θέσης έγχυσης, εξάνθημα της θέσης έγχυσης, κνίδωση της θέσης έγχυσης, ερύθημα της θέσης ένεσης, οίδημα της θέσης ένεσης, άλγος της θέσης ένεσης, οίδημα της θέσης ένεσης, αίσθημα κακουχίας, οίδημα
- Παρακλινικές εξετάσεις
- Συχνές: κάλιο αίματος μειωμένο, λευκωματίνη αίματος μειωμένη
- Όχι συχνές: κρεατινίνη αίματος αυξημένη, θετική εξέταση ερυθροκυττάρων στα ούρα, πρωτεΐνη ολική μειωμένη, πρωτεΐνη ούρων θετική, χρόνος προθρομβίνης παρατεταμένος, χρόνος προθρομβίνης μειωμένος, νάτριο αίματος μειωμένο, νάτριο αίματος αυξημένο, ασβέστιο αίματος μειωμένο, ασβέστιο αίματος αυξημένο, χλωριούχα αίματος μειωμένα, γλυκόζη αίματος αυξημένη, μαγνήσιο αίματος μειωμένο, φωσφόρος αίματος μειωμένος, φωσφόρος αίματος αυξημένος, ουρία αίματος αυξημένη, χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης παρατεταμένος, διττανθρακικά αίματος μειωμένα, χλωριούχα αίματος αυξημένα, κάλιο αίματος αυξημένο, αρτηριακή πίεση αυξημένη, ουρικό οξύ αίματος μειωμένο, αίμα στα ούρα υπάρχει, αναπνευστικό ψιθύρισμα μη φυσιολογικό, διοξείδιο του άνθρακα μειωμένο, επίπεδα ανοσοκατασταλτικού φαρμάκου αυξημένα, διεθνής ομαλοποιημένη σχέση αυξημένη, νεφρικοί κύλινδροι, λευκοκύτταρα ούρων θετικά, και pΗ ούρων αυξημένο.
Παιδιατρικοί ασθενείς:
- Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Συχνές: αυξημένος αριθμός ηωσινοφίλων
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές: κεφαλαλγία
- Καρδιακές διαταραχές
- Συχνές: ταχυκαρδία
- Αγγειακές διαταραχές
- Συχνές: έξαψη, υπόταση
- Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Συχνές: αυξημένα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων (AST, ALT)
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: εξάνθημα, κνησμός
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Πολύ συχνές: πυρετός
- Συχνές: ρίγη, πόνος στο σημείο του καθετήρα
- Παρακλινικές εξετάσεις
- Συχνές: μειωμένη τιμή του καλίου, υπομαγνησιαιμία, αυξημένη γλυκόζη, μειωμένη τιμή φωσφόρου, και αυξημένη τιμή φωσφόρου.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-CANCIDAS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία από τη χρήση του caspofungin σε έγκυες γυναίκες. Το caspofungin δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός και αν είναι σαφώς αναγκαίο. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα κατά την ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σε μελέτες σε ζώα έχει δειχθεί ότι το caspofungin διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν το caspofungin εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/ τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν έκκριση του caspofungin στο ανθρώπινο γάλα. Οι γυναίκες που λαμβάνουν caspofungin δεν πρέπει να θηλάζουν.
Γονιμότητα
Για το caspofungin, δεν υπάρχουν επιδράσεις στη γονιμότητα σε μελέτες που διεξήχθησαν σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για το caspofungin ώστε να αξιολογηθεί η επίδρασή του στη γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-CANCIDAS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης
Το caspofungin acetate είναι μια ημισυνθετική λιποπεπτιδική ένωση (echinocandin), η οποία συντίθεται από ένα προϊόν ζύμωσης του Glarea lozoyensis. Το caspofungin acetate αναστέλλει τη σύνθεση της βήτα (1,3)-D-γλυκάνης που είναι βασικό συστατικό του κυτταρικού τοιχώματος πολλών νηματοειδών μυκήτων και ζυμομυκήτων. Η βήτα (1,3)-D γλυκάνη δεν υπάρχει στα κύτταρα των θηλαστικών.
Μυκητοκτόνος δραστικότητα με το caspofungin έχει αποδειχτεί έναντι μυκήτων Candida. Μελέτες in vitro και in vivo έδειξαν ότι η έκθεση του Aspergillus στο caspofungin οδήγησε σε λύση και θάνατο των κορυφαίων άκρων και των σημείων διακλάδωσης των υφών, όπου εμφανίζεται κυτταρική ανάπτυξη και διαίρεση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το caspofungin έχει in vitro δραστικότητα έναντι των ειδών Aspergillus (Aspergillus fumigatus, Aspergillus flavus, Aspergillus niger, Aspergillus nidulans, Aspergillus terreus, και Aspergillus candidus). Το Caspofungin έχει επίσης δραστικότητα in vitro έναντι των ειδών Candida (Candida albicans, Candida dubliniensis, Candida glabrata, Candida guilliermondii, Candida kefyr, Candida krusei, Candida lipolytica, Candida lusitaniae, Candida parapsilosis, Cancida rugosa και Cancida tropicalis), συμπεριλαμβανομένων των απομονωθέντων με μεταλλάξεις με μεταφορά με πολλαπλή ανθεκτικότητα και αυτών με επίκτητο ή ενδογενή ανθεκτικότητα σε fluconazole, amphotericin B, και 5-flucytosine. Ο έλεγχος ευαισθησίας διεξήχθη σύμφωνα με μια τροποποίηση και των δυο μεθόδων του Ινστιτούτου Κλινικών και Εργαστηριακών Σταθερών (CLSI, επισήμως γνωστού ως Εθνική Επιτροπή για Σταθερές Κλινικών Εργαστηρίων (NCCLS), της μεθόδου Μ38-A2 (για είδη Aspergillus), και της μεθόδου Μ27-Α3 (για είδη Candida).
Προτυποποιημένες τεχνικές για έλεγχο ευαισθησίας έχουν καθιερωθεί για ζυμομύκητες από την EUCAST. Δεν έχουν ακόμα καθοριστεί όρια ευαισθησίας για το caspofungin από την EUCAST, λόγω της σημαντικής διεργαστηριακής διακύμανσης στο εύρος της MIC για την εν λόγω δραστική ουσία. Αντί ορίων ευαισθησίας, τα απομονωθέντα στελέχη Candida τα οποία είναι ευαίσθητα στο anidulafungin όπως επίσης και στο micafungin θα πρέπει να θεωρούνται ευαίσθητα στο caspofungin. Ομοίως, απομονωθέντα στελέχη C. parapsilosis ενδιάμεσα του anidulafungin και του micafungin μπορούν να θεωρηθούν ενδιάμεσα του caspofungin.
Μηχανισμός αντοχής
Απομονωθέντα στελέχη Candida με μειωμένη ευαισθησία στο caspofungin έχουν ταυτοποιηθεί σε έναν μικρό αριθμό ασθενών κατά την διάρκεια της θεραπείας (τιμές MICs για το caspofungin >2 mg/L (4- έως 30-πλάσιες αυξήσεις της MIC) έχουν αναφερθεί χρησιμοποιώντας προτυποποιημένες τεχνικές ελέγχου MIC εγκεκριμένες από τo Ινστιτούτο Κλινικών και Εργαστηριακών Σταθερών CLSI). Ο μηχανισμός ανθεκτικότητας που ταυτοποιήθηκε είναι FKS1 ή/και FKS2 (για το C. glabrata) γονιδιακές μεταλλάξεις. Αυτές οι περιπτώσεις συνδέθηκαν με πτωχά κλινικά αποτελέσματα. Έχει ταυτοποιηθεί η in vitro ανάπτυξη ανθεκτικότητας στο caspofungin, από τα είδη Aspergillus. Βάσει περιορισμένης κλινικής εμπειρίας παρατηρήθηκε ανθεκτικότητα στο caspofungin σε ασθενείς με διηθητική ασπεργίλλωση. Ο μηχανισμός της ανθεκτικότητας δεν έχει τεκμηριωθεί. Η συχνότητα της ανθεκτικότητας στο caspofungin από διάφορα κλινικά στελέχη Aspergillus, είναι σπάνια. Έχει παρατηρηθεί ανθεκτικότητα του caspofungin στο Candida αλλά η συχνότητα μπορεί να διαφέρει ανά είδος ή περιοχή.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-CANCIDAS
expand_more
Φαρμακοκινητική
Κατανομή
Το caspofungin συνδέεται εκτενώς με τη λευκωματίνη. Το μη συνδεδεμένο κλάσμα του caspofungin ποικίλλει από 3,5% σε υγιείς ασθενείς έως 7,6% σε ασθενείς με διηθητική καντιντίαση. Η κατανομή παίζει πρωτεύοντα ρόλο στη φαρμακοκινητική του caspofungin στο πλάσμα και είναι το στάδιο που ελέγχεται με τη δοσολογία τόσο στην α-όσο και στη β-φάση. Η κατανομή σε ιστούς έφτασε στο μέγιστο όριο σε 1,5 έως 2 ημέρες μετά τη δόση όταν είχε κατανεμηθεί στους ιστούς 92% της δόσης. Είναι πιθανόν ένα μικρό μόνο κλάσμα του caspofungin που διαπερνά τους ιστούς να επιστρέφει αργότερα στο πλάσμα ως αρχική ένωση. Γι’ αυτό, η αποβολή γίνεται απουσία ενός ισοζυγίου κατανομής, και είναι έως τώρα αδύνατον να γίνει μια πραγματική εκτίμηση του όγκου κατανομής του caspofungin.
Βιομετασχηματισμός
Το caspofungin υφίσταται αυτόματη διάσπαση σε μια ένωση με ανοικτό δακτύλιο. Περαιτέρω μεταβολισμός περιλαμβάνει υδρόλυση των πεπτιδίων και Ν-ακετυλίωση. Δύο ενδιάμεσα προϊόντα, που σχηματίζονται κατά τη διάσπαση του caspofungin σ’αυτή την ένωση με τον ανοικτό δακτύλιο, συνδέονται μέσω ομοιοπολικού δεσμού με πρωτεΐνες του πλάσματος, με αποτέλεσμα χαμηλού βαθμού, μη αναστρέψιμη δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Μελέτες in vitro έδειξαν ότι το caspofungin δεν είναι αναστολέας των ενζύμων του κυτοχρώματος Ρ450 1Α2, 2Α6, 2C9, 2C19, 2D6 ή 3Α4. Σε κλινικές μελέτες, το caspofungin δεν προκάλεσε επαγωγή ούτε ανέστειλε τον μεταβολισμό άλλων φαρμακευτικών προϊόντων μέσω του CYP3A4. Το caspofungin δεν είναι υπόστρωμα για την Ρ-γλυκοπρωτεΐνη και είναι πτωχό υπόστρωμα για τα ένζυμα του κυτοχρώματος Ρ450.
Αποβολή
Η αποβολή του caspofungin από το πλάσμα γίνεται αργά με ρυθμό κάθαρσης 10-12 ml/min. Οι συγκεντρώσεις του caspofungin στο πλάσμα μειώνονται με ένα πολυφασικό τρόπο, μετά από εφ’ άπαξ ενδοφλέβιες εγχύσεις μίας ώρας. Μια σύντομη άλφα-φάση απαντάται αμέσως μετά την έγχυση, ακολουθούμενη από μια β - φάση με χρόνο ημιζωής από 9 έως 11 ώρες. Μια πρόσθετη γ - φάση απαντάται επίσης με χρόνο ημιζωής 45 ωρών. Η κατανομή, περισσότερο από την απέκκριση ή τη βιομετατροπή, είναι ο επικρατέστερος μηχανισμός, που επηρεάζει την κάθαρση του πλάσματος. Περίπου το 75% της ραδιενεργού δόσης ανακτήθηκε: σε 27 ημέρες: 41% από τα ούρα και 34% από τα κόπρανα. Υπάρχει μια μικρή απέκκριση ή βιομετατροπή του caspofungin κατά τη διάρκεια των πρώτων 30 ωρών μετά τη χορήγηση. Η απέκκριση είναι αργή και ο τελικός χρόνος ημιζωής της ραδιενέργειας ήταν 12 έως 15 ημέρες. Ένα μικρό ποσοστό caspofungin εκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα (περίπου 1,4% της δόσης).
Το caspofungin επέδειξε μέτρια μη γραμμική φαρμακοκινητική με αυξημένη συσσώρευση κατά την αύξηση της δόσης, και δοσοεξάρτηση, όσον αφορά το χρόνο επίτευξης σταθερής κατάστασης κατόπιν χορήγησης πολλαπλών δόσεων.
Ειδικοί πληθυσμοί
Αυξημένη έκθεση στο caspofungin παρατηρήθηκε σε ενήλικες ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και ήπια ηπατική βλάβη, σε θηλυκά άτομα, και στους ηλικιωμένους. Γενικά η αύξηση ήταν μέτρια και όχι αρκετά μεγάλη για να δικαιολογηθεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας. Σε ενήλικες ασθενείς με μέτρια ηπατική βλάβη ή σε υπέρβαρους ασθενείς, μπορεί να είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή της δοσολογίας (βλ. Δοσολογία).
- Βάρος: Σε πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ενήλικες ασθενείς με καντιντίαση βρέθηκε ότι το βάρος επηρεάζει τη φαρμακοκινητική του caspofungin. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται όταν αυξάνεται το βάρος. Η μέση έκθεση σε ενήλικα ασθενή που ζύγιζε 80 kg υπολογίστηκε να είναι 23% μικρότερη από αυτή σε ενήλικα ασθενή που ζύγιζε 60 kg (βλ Δοσολογία).
- Ηπατική δυσλειτουργία: Σε ενήλικες ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική βλάβη, η AUC αυξάνεται περίπου κατά 20% και 75%, αντίστοιχα. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία όσον αφορά ενήλικες ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και παιδιατρικούς ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία οποιουδήποτε βαθμού. Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων, η μείωση της δοσολογίας από την ημερήσια δόση σε 35 mg σε ενήλικες ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία έδειξε ότι παρέχει καμπύλη AUC παρόμοια με αυτή που λαμβάνεται σε ενήλικα άτομα με κανονική ηπατική λειτουργία που έλαβαν το καθιερωμένο σχήμα (βλ. Δοσολογία).
- Νεφρική δυσλειτουργία: Σε μια κλινική μελέτη εφάπαξ δόσεων 70 mg, η φαρμακοκινητική του caspofungin ήταν παρόμοια σε ενήλικες εθελοντές με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 50 έως 80 ml/min) και στα άτομα ελέγχου. Μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης 31 έως 49 ml/min), προχωρημένη (κάθαρση κρεατινίνης 5 έως 30 ml/min) και τελικού σταδίου (κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min και εξαρτώμενων από την διάλυση) νεφρική δυσλειτουργία αύξησε μέτρια τις συγκεντρώσεις caspofungin στο πλάσμα μετά από εφάπαξ δόση (εύρος: 30 έως 49% για το AUC). Ωστόσο, σε ενήλικες ασθενείς με διηθητική καντιντίαση, οισοφαγική καντιντίαση ή διηθητική ασπεργίλλωση που έλαβαν πολλαπλές ημερήσιες δόσεις caspofungin 50 mg, δεν υπήρξε σημαντική δράση της ήπιας έως προχωρημένου σταδίου νεφρικής βλάβης, στις συγκεντρώσεις του caspofungin. Δεν είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Το caspofungin δεν μπορεί να διηθηθεί, γι αυτό δεν απαιτείται συμπληρωματική δοσολογία μετά την αιμοδιύλιση.
- Φύλο: Οι συγκεντρώσεις του caspofungin στο πλάσμα ήταν κατά μέσο όρο 17-38% υψηλότερες στις γυναίκες απ’ότι στους άντρες.
- Ηλικιωμένοι: Μια μέτρια αύξηση στην AUC (28%) και C24h (32%) παρατηρήθηκε σε ηλικιωμένους άντρες σε σύγκριση με νέους άντρες. Στους ασθενείς που έλαβαν εμπειρική θεραπεία ή οι οποίοι είχαν διηθητική καντιντίαση, μια παρόμοια επίδραση με την ηλικία παρατηρήθηκε σε ηλικιωμένους ασθενείς σε σχέση με νεώτερους ασθενείς.
- Φυλή: Δεδομένα φαρμακοκινητικής των ασθενών δεν παρουσίασαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του caspofungin, ανάμεσα στην Καυκάσια, Μαύρη, Ισπανική και Μεστίτζος φυλή.
Παιδιατρικοί Ασθενείς
- Σε εφήβους (ηλικίας 12 έως 17 ετών) που ελάμβαναν caspofungin των 50 mg/m2 ημερησίως (μέγιστο 70 mg ημερησίως), η AUC0-24hr στο πλάσμα για το caspofungin ήταν γενικά συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg ημερησίως. Όλοι οι έφηβοι έλαβαν δόσεις >50 mg ημερησίως και στην πραγματικότητα 6 από τους 8 έλαβαν τη μέγιστη δόση των 70 mg/ημέρα. Οι συγκεντρώσεις caspofungin στο πλάσμα σε αυτούς τους εφήβους ήταν μειωμένες συγκριτικά με αυτές των ενηλίκων που ελάμβαναν 70 mg ημερησίως, την πλέον συχνή δόση που χορηγήθηκε στους εφήβους.
- Σε παιδιά (ηλικίες 2 έως 11 ετών) που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg/m2 ημερησίως (μέγιστο 70 mg ημερησίως), η AUC0-24hr στο πλάσμα για το caspofungin, μετά από πολλαπλές δόσεις ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg / ημερησίως.
- Σε μικρά παιδιά και νήπια (ηλικίας 12 έως 23 μηνών) που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg/m2 ημερησίως (μέγιστο 70 mg ημερησίως), η AUC0-24hr στο πλάσμα για το caspofungin, μετά από πολλαπλές δόσεις ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg ημερησίως και με αυτή των μεγαλύτερων παιδιών (ηλικίας 2 έως 11 ετών) που έλαβαν 50 mg/m2 ημερησίως.
- Συνολικά, τα διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής, αποτελεσματικότητας και ασφάλειας είναι περιορισμένα σε ασθενείς ηλικίας 3 έως 10 μηνών. Δεδομένα φαρμακοκινητικής ενός παιδιού 10 μηνών που έλαβε τη δόση των 50 mg/m2 ημερησίως κατέδειξαν την AUC0-24hr εντός του ιδίου εύρους όπως παρατηρήθηκε σε μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες στη δόση των 50 mg/m2 και 50 mg, αντιστοίχως, ενώ σε ένα παιδί ηλικίας 6 μηνών που έλαβε τη δόση των 50 mg/m2, η AUC0-24hr ήταν κατά τι μεγαλύτερη.
- Σε νεογνά και βρέφη (<3 μηνών) που έλαβαν caspofungin στα 25 mg/m2 ημερησίως (που αντιστοιχεί σε μέση ημερήσια δόση των 2,1 mg /kg), η μέγιστη συγκέντρωση caspofungin (C1 hr) και η ελάχιστη συγκέντρωση caspofungin (C24 hr) μετά από πολλαπλές δόσεις ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που έλαβαν caspofungin στα 50 mg ημερησίως. Την Ημέρα 1, η C1 hr ήταν συγκρίσιμη και η C24 hr μετρίως αυξημένη (36%) σε αυτά τα νεογνά και βρέφη σε σχέση με τους ενήλικες. Παρόλα αυτά, παρατηρήθηκε μεταβλητότητα τόσο στη C1 hr (γεωμετρική μέση τιμή την Ημέρα 4, 11,73 µg/ml, κυμαινόμενη από 2,63 έως 22,05 µg/ml) όσο και στη C24 hr (γεωμετρική μέση τιμή την Ημέρα 4, 3,55 µg/ml, κυμαινόμενη από 0,13 έως 7,17 µg/ml). Μετρήσεις της AUC0-24hr δεν πραγματοποιήθηκαν σε αυτή τη μελέτη λόγω των αραιών δειγμάτων πλάσματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του caspofungin δεν έχει μελετηθεί επαρκώς σε προοπτικές κλινικές δοκιμές σε νεογνά και βρέφη ηλικίας κάτω των 3 μηνών.
ΕΟΦ · 5.2
Aντιμυκητιασικά
expand_more
Aντιμυκητιασικά
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως υποχωρούν με τοπική θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις (εκτεταμένες βλάβες, υποτροπιάζουσες επίμονες λοιμώξεις), η συστηματική χορήγηση και κυρίως των νεωτέρων από του στόματος ευαπορρόφητων αντιμυκητιασικών τριαζολών δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Oι εν τω βάθει συστηματικές μυκητιάσεις είναι σπανιότερες και κατά κανόνα παρατηρούνται σε άτομα με ανοσοκαταστολή. H πρόοδος και οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες της ιατρικής τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν στην αύξηση του αριθμού των ασθενών με ανοσοκαταστολή και ως εκ τούτου των συστηματικών μυκητιάσεων.
H θεραπεία των παραμελημένων ιδίως περιπτώσεων είναι δύσκολη, εκτός δε των αντιμυκητιασικών φαρμάκων σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία και η χειρουργική θεραπεία. Για παράδειγμα η μυκηταιμία από Candida σε ασθενή με ενδοφλέβιο καθετήρα υποχωρεί συνήθως μόνη της μετά την αφαίρεση του καθετήρα. Aντιθέτως η μυκηταιμία από Candida σε αρρώστους με ανοσοκαταστολή ή η ενδοκαρδίτιδα απαιτούν οπωσδήποτε συστηματική θεραπεία και αφαίρεση της προσβληθείσας βαλβίδας. Πνευμονική λοίμωξη από Cryptococcus neoformans δυνατόν να υποχωρήσει αυτόματα ενώ μηνιγγίτιδα από τον ίδιο μύκητα χωρίς θεραπεία οδηγεί πάντοτε σε θάνατο. Eπίσης ασπεργίλλωση των βρόγχων (αλλεργική) δεν απαιτεί ειδική θεραπεία, ενώ διεισδυτική προσβολή του πνευμονικού παρεγχύματος την επιβάλλει.
Tα κυρίως αντιμυκητιασικά φάρμακα διακρίνονται ανάλογα με τη χημική τους δομή σε: 1) Πολυένια (Aμφοτερικίνη B, Nυστατίνη), 2) Aζόλες (Kλοτριμαζόλη, Eκοναζόλη, Mικοναζόλη, Kετοκοναζόλη, Iτρακοναζόλη και Φλουκοναζόλη), 3) Συνθετικά αντιμυκητιασικά (5-Φθοριοκυτοσίνη).
Oι αζόλες μεταβολίζονται στο ήπαρ με το ένζυμο CYP 3A4. Eπειδή διαφορες ουσίες (αστεμιζόλη, σισαπρίδη, τερφεναμίδη) το αναστέλλουν η ταυτόχρονη χορήγηση ενέχει τον κίνδυνο ισχυρών αρρυθμιών.
Oι δυσκολίες στην αντιμετώπιση των συστηματικών λοιμώξεων λόγω της αδυναμίας παρασκευής νεώτερων αντιμυκητιασικών με ευρύ φάσμα, που να περιλαμβάνει τους περισσότερους παθογόνους μύκητες, χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, οδήγησε στην παρασκευή σκευασμάτων της Aμφοτερικίνης B ενσωματωμένης σε λιποσώματα έτσι που να μειώνονται οι τοξικές επιδράσεις της και να μπορεί να χορηγηθεί σε μεγάλες δόσεις.
Tα προβλήματα στην αντιμετώπιση των συστηματικών μυκητιάσεων οφείλονται και στο γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα καθιερωθεί εύκολος τρόπος ελέγχου της ευαισθησίας των μυκήτων στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, όπως συμβαίνει με τα βακτήρια και τα αντιβιοτικά. H αξιολόγηση των αντιμυκητιασικών φαρμάκων στηρίζεται περισσότερο στα δεδομένα από την αντιμετώπιση πειραματικών λοιμώξεων σε ζώα και στην κλινική εμπειρία.
Διάφορες αντιμυκητιασικές ουσίες χορηγούνται μόνο για τοπική χρήση (econazol, clotrimazol) και αναφέρονται στα οικεία κεφάλαια.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η κασποφουγγίνη είναι ένα αντιμυκητιασικό φάρμακο που ανήκει σε μια νέα κατηγορία που ονομάζεται εχινοκαντίνες. Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία λοιμώξεων από Aspergillus και Candida και δρα αναστέλλοντας τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος. Τα αντιμυκητιασκά της κατηγορίας εχινοκαντινών αναστέλλουν τη σύνθεση της γλυκάνης στο κυτταρικό τοίχωμα, πιθανώς μέσω του ενζύμου 1,3-β-γλυκαν συνθάση. Υπάρχει πιθανότητα ανάπτυξης αντοχής, ωστόσο η in vitro ανάπτυξη αντοχής στην κασποφουγγίνη από είδη Aspergillus δεν έχει μελετηθεί.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η κασποφουγγίνη αναστέλλει τη σύνθεση της β-(1,3)-D-γλυκάνης, ενός απαραίτητου συστατικού του κυτταρικού τοιχώματος των ειδών Aspergillus και Candida. Η β-(1,3)-D-γλυκάνη δεν υπάρχει στα θηλαστικά κύτταρα. Ο κύριος στόχος είναι η β-(1,3)-γλυκαν συνθάση.
Η κασποφουγγίνη αναστέλλει τη σύνθεση της β(1,3)-d-γλυκάνης, ενός αναπόσπαστου συστατικού του μυκητιακού κυτταρικού τοιχώματος που δεν υπάρχει στα θηλαστικά κύτταρα.
Η ακεταμική κασποφουγγίνη … ανήκει σε μια κατηγορία φαρμάκων που αναφέρονται ως εχινοκαντίνες, οι οποίες αναστέλλουν το σχηματισμό β(1,3)-D-γλυκανών στο μυκητιακό κυτταρικό τοίχωμα. Η αντοχή προκύπτει από μεταλλάξεις στο γονίδιο FKS1, το οποίο κωδικοποιεί μια μεγάλη υπομονάδα της (1,3)β-γλυκαν συνθάσης.
Η ακεταμική κασποφουγγίνη, το δραστικό συστατικό του cancidas, αναστέλλει τη σύνθεση της α(1,3)-D-γλυκάνης, ενός απαραίτητου συστατικού του κυτταρικού τοιχώματος ευαίσθητων ειδών Aspergillus και Candida. Η (1,3)-D-γλυκάνη δεν υπάρχει στα θηλαστικά κύτταρα. Η κασποφουγγίνη έχει δείξει δραστηριότητα έναντι ειδών Candida και σε περιοχές ενεργού κυτταρικής ανάπτυξης της υφής του Aspergillus fumigatus.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Κατανομή: 92% κατανομή στους ιστούς εντός 36-48 ωρών μετά από ενδοφλέβια έγχυση. Μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση [3H] ακεταμικής κασποφουγγίνης, η απέκκριση της κασποφουγγίνης και των μεταβολιτών της σε ανθρώπους ήταν 35% της δόσης στα κόπρανα και 41% της δόσης στα ούρα. 12 mL/min [Μετά από εφάπαξ IV χορήγηση] Απέκκριση: Κόπρανα: 35% ως φάρμακο ή μεταβολίτες. Νεφρά: 41% ως φάρμακο (περίπου 1,4% αμετάβλητο) ή μεταβολίτες. Σε διάλυση: Δεν αφαιρείται με αιμοκάθαρση. Μετά τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 70 mg ακτινοβολημένης, περίπου το 92% της χορηγούμενης ραδιενέργειας κατανεμήθηκε στους ιστούς εντός 36 έως 48 ωρών. Η κατανομή στα ερυθρά αιμοσφαίρια είναι ελάχιστη. Η κασποφουγγίνη διαπερνά τον πλακούντα σε αρουραίους και κουνέλια και ανιχνεύθηκε στο πλάσμα εμβρύων εγκύων ζώων που έλαβαν κασποφουγγίνη. Η κασποφουγγίνη κατανέμεται στο γάλα σε αρουραίους· δεν είναι γνωστό αν η κασποφουγγίνη κατανέμεται στο γάλα σε ανθρώπους.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΚΑΣΠΟΦΟΥΓΓΙΝΗ (13 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Δέσμευση
97%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Αργός μεταβολισμός με υδρόλυση και Ν-ακετυλίωση.
Αργός μεταβολισμός με υδρόλυση και Ν-ακετυλίωση· υφίσταται επίσης αυθόρμητη χημική αποδόμηση και περαιτέρω υδρόλυση σε δομικά αμινοξέα και τα προϊόντα αποδόμησής τους, συμπεριλαμβανομένης της διυδροξυχομοτυροσίνης και της Ν-ακετυλο-διυδροξυχομοτυροσίνης.
Η κασποφουγγίνη μεταβολίζεται αργά στο ήπαρ μέσω υδρόλυσης και Ν-ακετυλίωσης· το 35% και 41% του μητρικού φαρμάκου και των μεταβολιτών απεκκρίθηκε στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα, μετά από εφάπαξ IV ραδιοσημασμένη δόση.
Ο μεταβολισμός, η απέκκριση και η φαρμακοκινητική της κασποφουγγίνης διερευνήθηκαν μετά τη χορήγηση εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης σε ποντίκια, αρουραίους, κουνέλια και πιθήκους. … Η απέκκριση της ραδιενέργειας σε όλα τα μελετώμενα είδη ήταν αργή, και ανιχνεύθηκαν χαμηλά επίπεδα ραδιενέργειας σε ημερήσια δείγματα ούρων και κοπράνων καθ’ όλη τη διάρκεια μιας παρατεταμένης περιόδου συλλογής. Αν και τα ουρικά προφίλ έδειξαν την παρουσία πολλών μεταβολιτών (M0, M1, M2, M3, M4, M5 και M6), η πλειοψηφία της συνολικής ραδιενέργειας συσχετίστηκε με τους πολικούς μεταβολίτες M1 [4(S)-υδροξυ-4-(4-υδροξυφαινυλ)-L-θρεονίνη] και M2 (Ν-ακετυλο-4(S)-υδροξυ-4-(4-υδροξυφαινυλ)-L-θρεονίνη). Επομένως, η κασποφουγγίνη αποβλήθηκε κυρίως μέσω μεταβολικής μετατροπής· ωστόσο, ο ρυθμός μεταβολισμού ήταν αργός.
Η κασποφουγγίνη μεταβολίζεται αργά μέσω υδρόλυσης και Ν-ακετυλίωσης. Η κασποφουγγίνη υφίσταται επίσης αυθόρμητη χημική αποδόμηση σε μια ανοιχτού δακτυλίου πεπτιδική ένωση, την L-747969. Σε μεταγενέστερα χρονικά σημεία (> ή = 5 ημέρες μετά τη δόση), υπάρχει χαμηλό επίπεδο (< ή = 7 πικογραμμάρια/mg πρωτεΐνης, ή < ή = 1,3% της χορηγούμενης δόσης) ομοιοπολικής σύνδεσης ραδιοσημαντήρα στο πλάσμα μετά από εφάπαξ δόση (3H) ακεταμικής κασποφουγγίνης, η οποία μπορεί να οφείλεται σε δύο δραστικά ενδιάμεσα που σχηματίζονται κατά τη χημική αποδόμηση της κασποφουγγίνης σε L-747969. Περαιτέρω μεταβολισμός περιλαμβάνει υδρόλυση σε δομικά αμινοξέα και τα προϊόντα αποδόμησής τους, συμπεριλαμβανομένης της διυδροξυχομοτυροσίνης και της Ν-ακετυλο-διυδροξυχομοτυροσίνης. Αυτές οι δύο παράγωγοι τυροσίνης βρίσκονται μόνο στα ούρα, υποδηλώνοντας ταχεία κάθαρση αυτών των παραγώγων από τους νεφρούς.
… Μετά από 1 ώρα IV έγχυσης 70 mg (3H) ακεταμικής κασποφουγγίνης σε υγιή άτομα, η απέκκριση υλικού σχετιζόμενου με το φάρμακο ήταν πολύ αργή, έτσι ώστε 41% και 35% της χορηγούμενης ραδιενέργειας ανακτήθηκαν στα ούρα και τα κόπρανα, αντίστοιχα, σε διάστημα 27 ημερών. Δείγματα πλάσματος και ούρων που συλλέχθηκαν περίπου 24 ώρες μετά τη δόση περιείχαν κυρίως αμετάβλητη ακεταμική κασποφουγγίνη, μαζί με ίχνη ενός πεπτιδικού προϊόντος υδρόλυσης, Μ0, ένα γραμμικό πεπτίδιο. Ωστόσο, σε μεταγενέστερα χρονικά σημεία δειγματοληψίας, το Μ0 αποδείχθηκε ότι είναι το κύριο κυκλοφορούν συστατικό, ενώ τα αντίστοιχα δείγματα ούρων περιείχαν κυρίως τους μεταβολίτες υδρόλυσης Μ1 και Μ2, μαζί με Μ0 και αμετάβλητο MK-0991, των οποίων η συνολική απέκκριση στα ούρα κατά τις πρώτες 16 ημέρες μετά τη δόση αντιπροσώπευε 13%, 71%, 1% και 9% της ραδιενέργειας των ούρων, αντίστοιχα. Ο κύριος μεταβολίτης, Μ2, ήταν πολύ πολικός και εξαιρετικά ασταθής σε όξινες συνθήκες, όπου μετατρεπόταν σε ένα λιγότερο πολικό προϊόν που αναγνωρίστηκε ως Ν-ακετυλο-4(S)-υδροξυ-4-(4-υδροξυφαινυλ)-L-θρεονίνη γ-λακτόνη. Η παραγωγή του Μ2 σε υδατικά μέσα οδήγησε στην αναγνώρισή του ως του αντίστοιχου γ-υδροξυ οξέος, Ν-ακετυλο-4(S)-υδροξυ-4-(4-υδροξυφαινυλ)-L-θρεονίνη. Ο μεταβολίτης Μ1, ο οποίος ήταν εξαιρετικά πολικός και ανερχόταν από τη στήλη HPLC ακριβώς μετά τον κενό όγκο, αναγνωρίστηκε με χημική παραγωγή ως δεσ-ακετυλο-Μ2. Έτσι, οι κύριοι μεταβολίτες στα ούρα και στο πλάσμα του MK-0991 προέκυψαν από πεπτιδική υδρόλυση και/ή Ν-ακετυλίωση.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Αρχικός: 9-11 ώρες (β-φάση). Επιπλέον: 40-50 ώρες (γ-φάση).
Μετά τη χορήγηση εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης σε ποντίκια, αρουραίους, κουνέλια και πιθήκους, η κασποφουγγίνη είχε … μακρύ τελικό χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής (11,7 ώρες έως 59,7 ώρες) σε όλα τα προκλινικά είδη.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτυχθούν ή να αναπαραχθούν. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζεται ο κανονικός συνδυασμός υποστρώματος-ενζύμου και η καταλυτική αντίδραση.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA
F0XDI6ZL63
ΚΑΣΠΟΦΟΥΓΓΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιμυκητιακό Εχινοκαντίνης
Χημική Δομή [CS] - Λιποπεπτίδια
Η κασποφουγγίνη είναι ένα Αντιμυκητιακό Εχινοκαντίνης.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη MeSH
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτυχθούν ή να αναπαραχθούν. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζεται ο κανονικός συνδυασμός υποστρώματος-ενζύμου και η καταλυτική αντίδραση.