Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J02AX04 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CASPOFUNGIN

Κασποφουνγκίνη

Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως …

Chemical structure of CASPOFUNGIN

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Eν τω βάθει ασπεργίλλωση ανθεκτική στην αμφοτερικίνη ή την ιτρακοναζόλη ή σε δυσανεξία έναντι αυτών των ουσιών. Εν τω βάθει μονιλίαση (καντιντίαση). Εμπειρική θεραπεία για μυκητιασικές λοιμώξεις σε εμπύρετους ουδετεροπενικούς ασθενείς.
medication
ΕΟΦ

Δοσολογία

expand_more
Σε ενήλικες >18 ετών ενδοφλεβίως 70mg την 1η ημέρα και στη συνέχεια 50mg ημερησίως (70mg ημερησίως σε ασθενείς >80kg και σε συγχορήγηση με επαγωγείς των μεταβολικών ενζύμων, 35mg ημερησίως σε μέτρια ηπατική ανεπάρκεια). Δεν υπάρχει εμπειρία σε σοβαρή ηπατική…
block
SPC-CANCIDAS

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning
SPC-CANCIDAS

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Αναφυλαξία και αντιδράσεις μεσολάβησης ισταμίνης
    Διακοπή του caspofungin και χορήγηση κατάλληλης θεραπείας (για αναφυλαξία). Διακοπή και/ή χορήγηση κατάλληλης θεραπείας (για αντιδράσεις μεσολάβησης ισταμίνης).
  • Περιορισμένη αποτελεσματικότητα έναντι non-Candida ζυμομυκήτων και non-Aspergillus ευρωτομυκήτων
  • Συγχορήγηση με κυκλοσπορίνη
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς
    Το caspofungin μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, Παιδιατρικοί ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία οποιουδήποτε βαθμού
    Το caspofungin θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Μη φυσιολογικά εργαστηριακά ευρήματα ηπατικής λειτουργίας / ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν μη φυσιολογικές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας
    Να παρακολουθούνται για ενδείξεις επιδείνωσης της ηπατικής λειτουργίας και η σχέση κινδύνου/οφέλους για τη συνέχιση της θεραπείας με caspofungin πρέπει να επανεξετάζεται.
  • Περιεκτικότητα σε σακχαρόζη
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης
    Δεν πρέπει να λάβουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) και Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση (TEN)
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων του δέρματος
    Προσοχή θα πρέπει να δίνεται.
swap_horiz
SPC-CANCIDAS

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Κυκλοσπορίνη Α
    προσοχή
    Αύξηση της AUC του caspofungin κατά 35%. Παροδικές αυξήσεις των ηπατικών ALT και AST. Δεν αυξάνει τα επίπεδα κυκλοσπορίνης.
    ΣύστασηΣυστηματικός έλεγχος των ηπατικών ενζύμων.
  • προσοχή
    Το Caspofungin μείωσε την ελάχιστη συγκέντρωση του tacrolimus κατά 26%.
    ΣύστασηΚαθορισμένος έλεγχος της συγκέντρωσης tacrolimus στο αίμα και κατάλληλη αναπροσαρμογή της δοσολογίας.
  • αμελητέα
    Δεν επηρεάζεται η φαρμακοκινητική του caspofungin και το caspofungin δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της ιτρακοναζόλης.
    ΣύστασηΔεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις.
  • αμελητέα
    Δεν επηρεάζεται η φαρμακοκινητική του caspofungin και το caspofungin δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της αμφοτερικίνης Β.
    ΣύστασηΔεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις.
  • Μυκοφαινολικά (Μυκοφαινολική μοφετίλη)
    αμελητέα
    Δεν επηρεάζεται η φαρμακοκινητική του caspofungin και το caspofungin δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της μυκοφαινολικής μοφετίλης.
    ΣύστασηΔεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις.
  • αμελητέα
    Δεν επηρεάζεται η φαρμακοκινητική του caspofungin.
    ΣύστασηΔεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις.
  • προσοχή
    Αύξηση 60% της AUC και 170% των ελάχιστων συγκεντρώσεων του caspofungin την 1η ημέρα. Μετά από 2 εβδομάδες, τα ελάχιστα επίπεδα ήταν 30% χαμηλότερα. Σε παιδιατρικούς ασθενείς μπορεί να οδηγήσει σε κλινικά σημαντικές μειώσεις στις χαμηλές συγκεντρώσεις caspofungin.
    ΣύστασηΕνήλικες: Εάν συγχορηγείται, εξετάστε αύξηση της ημερήσιας δοσολογίας του caspofungin σε 70 mg, κατόπιν της δόσης εφόδου των 70 mg. Παιδιατρικοί ασθενείς (12 μηνών έως 17 ετών): Λήψη υπόψιν δόσης 70 mg/m2 ημερησίως (μην υπερβαίνεται τα 70 mg).
  • Επαγωγείς μεταβολικών ενζύμων (εφαβιρένζη, νεβιραπίνη, δεξαμεθαζόνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη)
    προσοχή
    Μείωση της AUC του caspofungin. Σε παιδιατρικούς ασθενείς (δεξαμεθαζόνη) μπορεί να οδηγήσει σε κλινικά σημαντικές μειώσεις στις χαμηλές συγκεντρώσεις caspofungin.
    ΣύστασηΕνήλικες: Εάν συγχορηγούνται, εξετάστε αύξηση της ημερήσιας δοσολογίας του caspofungin σε 70 mg, κατόπιν της δόσης εφόδου των 70 mg. Παιδιατρικοί ασθενείς (12 μηνών έως 17 ετών): Λήψη υπόψιν δόσης 70 mg/m2 ημερησίως (μην υπερβαίνεται τα 70 mg).
sick
SPC-CANCIDAS

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλαξία
Ανοσοποιητικό σύστημα
  • Ανεπιθύμητες αντιδράσεις από πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης
Αναπνευστικό
  • Πνευμονικό οίδημα
  • Δύσπνοια
  • Ρινική συμφόρηση
  • Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
  • Ταχύπνοια
  • Βρογχόσπασμος
  • Βήχας
  • Υποξία
  • Ρόγχοι
  • Συριγμός
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (ARDS)
  • Ακτινολογικές διηθήσεις
  • Δύσπνοια παροξυσμική νυχτερινή
Αγγειακές
  • Φλεβίτιδα
  • Θρομβοφλεβίτιδα
  • Έξαψη
  • Εξάψεις
  • Υπέρταση
  • Υπόταση
  • Φλεβίτιδα της θέσης ένεσης
  • Αυξημένη αρτηριακή πίεση
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Ερύθημα (στο σημείο ένεσης)
  • Πόνος/ευαισθησία (στο σημείο ένεσης)
  • Κνησμός (στο σημείο ένεσης)
  • Έκκριμα (στο σημείο ένεσης)
  • Αίσθημα καύσου (στο σημείο ένεσης)
  • Κνησμός της θέσης έγχυσης
  • Άλγος της θέσης καθετήρα
  • Οίδημα της θέσης έγχυσης
  • Ευαισθησία
  • Εξαγγείωση της θέσης έγχυσης
  • Εξάνθημα της θέσης έγχυσης
  • Κνίδωση της θέσης έγχυσης
Αίμα
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
  • Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
  • Αναιμία
  • Θρομβοπενία
  • Λευκοπενία
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
  • Μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων
  • Παρατεταμένος χρόνος προθρομβίνης
Εργαστηριακές
  • Μειωμένος αιματοκρίτης
  • Αυξημένος αριθμός αιμοπεταλίων
  • Μειωμένο κάλιο αίματος
  • Μειωμένη λευκωματίνη αίματος
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
  • Μειωμένη ολική πρωτεΐνη
  • Μειωμένα χλωριούχα αίματος
  • Αυξημένη γλυκόζη αίματος
  • Αυξημένος φωσφόρος αίματος
  • Αυξημένη ουρία αίματος
  • Παρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης
  • Μειωμένα διττανθρακικά αίματος
  • Αυξημένη διεθνής ομαλοποιημένη σχέση
  • Θετικά λευκοκύτταρα ούρων
  • Αυξημένο pH ούρων
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Διαταραχή της πήξης του αίματος
  • Αριθμός ηωσινοφίλων αυξημένος
  • Αριθμός λευκοκυττάρων αυξημένος
Μεταβολισμός
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπερφόρτωση με υγρά
  • Υπομαγνησιαιμία
  • Ανορεξία
  • Ηλεκτρολυτικές διαταραχές
  • Υπεργλυκαιμία
  • Υπασβεστιαιμία
  • Μεταβολική οξέωση
  • Μειωμένο νάτριο αίματος
  • Αυξημένο νάτριο αίματος
  • Αυξημένο κάλιο αίματος
Ψυχιατρικές
  • Άγχος
  • Αποπροσανατολισμός
  • Αϋπνία
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Δυσγευσία
  • Παραισθησία
  • Υπνηλία
  • Τρόμος
  • Υπαισθησία
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Οφθαλμικός ίκτερος
Οφθαλμικές
  • Θαμπή όραση
  • Οίδημα βλεφάρου
  • Αυξημένη δακρύρροια
Καρδιά
  • Αίσθημα παλμών
  • Ταχυκαρδία
  • Αρρυθμία
  • Κολπική μαρμαρυγή
Καρδιακές διαταραχές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια συμφορητική
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
  • Ξηροστομία
  • Δυσπεψία
  • Δυσφορία στομάχου
  • Διάταση κοιλίας
  • Ασκίτης
  • Δυσκοιλιότητα
  • Δυσφαγία
  • Μετεωρισμός
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Αυξημένοι ηπατικοί δείκτες (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, γ-γλουταμυλτρανσφεράση, αλκαλική φωσφατάση αίματος, χολερυθρίνη συζευγμένη, χολερυθρίνη αίματος)
Ήπαρ
  • Χολόσταση
  • Ηπατομεγαλία
  • Υπερχολερυθριναιμία
  • Ίκτερος
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
  • Ηπατοτοξικότητα
  • Ηπατική διαταραχή
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Ερύθημα
  • Υπερίδρωση
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Κηλιδώδες εξάνθημα
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
  • Κνησμώδες εξάνθημα
  • Κνίδωση
  • Γενικευμένος κνησμός
  • Ερυθηματώδες εξάνθημα
  • Γενικευμένο εξάνθημα
  • Βλάβη δέρματος
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Ερύθημα της θέσης έγχυσης
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Δερματική αλλεργία
  • Εξάνθημα ιλαροειδές
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Οσφυαλγία
  • Πόνος σε άκρο
  • Οστικός πόνος
  • Μυϊκή αδυναμία
  • Μυαλγία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρική ανεπάρκεια
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Γενικές
  • Πυρεξία
  • Ρίγη
  • Άλγος
  • Κόπωση
  • Αίσθηση ψυχρού
  • Αίσθηση θερμού
  • Σκλήρυνση στη θέση έγχυσης
  • Άλγος της θέσης έγχυσης
  • Περιφερικό οίδημα
  • Θωρακική δυσφορία
  • Θωρακικό άλγος
  • Οίδημα προσώπου
  • Αίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματος
  • Ερεθισμός στη θέση έγχυσης
  • Φλεβίτιδα στο σημείο έγχυσης
  • Ερύθημα θέσης ένεσης
  • Οίδημα θέσης ένεσης
  • Άλγος θέσης ένεσης
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Οίδημα
Άλλο
  • Σκλήρυνση
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Θετική εξέταση ερυθροκυττάρων στα ούρα
  • Πρωτεΐνη ούρων θετική
  • Χρόνος προθρομβίνης μειωμένος
  • Ασβέστιο αίματος μειωμένο
  • Ασβέστιο αίματος αυξημένο
  • Μαγνήσιο αίματος μειωμένο
  • Φωσφόρος αίματος μειωμένος
  • Χλωριούχα αίματος αυξημένα
  • Ουρικό οξύ αίματος μειωμένο
  • Αίμα στα ούρα υπάρχει
  • Αναπνευστικό ψιθύρισμα μη φυσιολογικό
  • Διοξείδιο του άνθρακα μειωμένο
  • Επίπεδα ανοσοκατασταλτικού φαρμάκου αυξημένα
  • Νεφρικοί κύλινδροι
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Πυρετός
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Έκκριμα (στο σημείο ένεσης)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Έξαψη
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Αίσθημα καύσου (στο σημείο ένεσης)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων (AST, ALT)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • Αυξημένη γλυκόζη
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Αυξημένη τιμή φωσφόρου
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Αυξημένοι ηπατικοί δείκτες (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, γ-γλουταμυλτρανσφεράση, αλκαλική φωσφατάση αίματος, χολερυθρίνη συζευγμένη, χολερυθρίνη αίματος)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • Αυξημένος αριθμός ηωσινοφίλων
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ερύθημα (στο σημείο ένεσης)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνησμός (στο σημείο ένεσης)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Κνησμός της θέσης έγχυσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
    Αίμα
    Συχνές
  • Μειωμένη λευκωματίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Μειωμένη τιμή του καλίου
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Μειωμένη τιμή φωσφόρου
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Μειωμένο κάλιο αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Μειωμένος αιματοκρίτης
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
    Αίμα
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Συχνές
  • Πόνος στο σημείο του καθετήρα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Πόνος/ευαισθησία (στο σημείο ένεσης)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Υπερίδρωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπομαγνησιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Φλεβίτιδα
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Άλγος θέσης ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Άλγος της θέσης έγχυσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Άλγος της θέσης καθετήρα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Ίκτερος
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Αίμα στα ούρα υπάρχει
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αίσθηση θερμού
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αίσθηση ψυχρού
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Αναπνευστικό ψιθύρισμα μη φυσιολογικό
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αποπροσανατολισμός
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Αριθμός ηωσινοφίλων αυξημένος
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αριθμός λευκοκυττάρων αυξημένος
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Ασβέστιο αίματος αυξημένο
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Ασβέστιο αίματος μειωμένο
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Ασκίτης
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη αρτηριακή πίεση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη γλυκόζη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη δακρύρροια
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη διεθνής ομαλοποιημένη σχέση
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη ουρία αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένο pH ούρων
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένο κάλιο αίματος
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αυξημένο νάτριο αίματος
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αυξημένος αριθμός αιμοπεταλίων
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένος φωσφόρος αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Βλάβη δέρματος
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Γενικευμένο εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Γενικευμένος κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Δερματική αλλεργία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Διάταση κοιλίας
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή της πήξης του αίματος
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Διοξείδιο του άνθρακα μειωμένο
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δυσφαγία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δυσφορία στομάχου
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια παροξυσμική νυχτερινή
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα ιλαροειδές
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα της θέσης έγχυσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Εξαγγείωση της θέσης έγχυσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Επίπεδα ανοσοκατασταλτικού φαρμάκου αυξημένα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Ερεθισμός στη θέση έγχυσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ερυθηματώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ερύθημα θέσης ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ερύθημα της θέσης έγχυσης
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ευαισθησία
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ηλεκτρολυτικές διαταραχές
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Ηπατική διαταραχή
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηπατομεγαλία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηπατοτοξικότητα
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Θετικά λευκοκύτταρα ούρων
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Θετική εξέταση ερυθροκυττάρων στα ούρα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Θρομβοφλεβίτιδα
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Θωρακική δυσφορία
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια συμφορητική
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κηλιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση της θέσης έγχυσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Κνησμώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Κολπική μαρμαρυγή
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Μαγνήσιο αίματος μειωμένο
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Μειωμένα διττανθρακικά αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένα χλωριούχα αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη ολική πρωτεΐνη
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένο νάτριο αίματος
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Μεταβολική οξέωση
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Νεφρικοί κύλινδροι
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Οίδημα βλεφάρου
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Οίδημα θέσης ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Οίδημα προσώπου
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Οίδημα της θέσης έγχυσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Οστικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Ουρικό οξύ αίματος μειωμένο
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Οφθαλμικός ίκτερος
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Παρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Παρατεταμένος χρόνος προθρομβίνης
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Πρωτεΐνη ούρων θετική
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Πόνος σε άκρο
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Ρινική συμφόρηση
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ρόγχοι
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Σκλήρυνση
    Άλλο
    Όχι συχνές
  • Σκλήρυνση στη θέση έγχυσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Συριγμός
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ταχύπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπασβεστιαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπερφόρτωση με υγρά
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπερχολερυθριναιμία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υποξία
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Φλεβίτιδα στο σημείο έγχυσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Φλεβίτιδα της θέσης ένεσης
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Φωσφόρος αίματος μειωμένος
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Χλωριούχα αίματος αυξημένα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Χολόσταση
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Χρόνος προθρομβίνης μειωμένος
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Ακτινολογικές διηθήσεις
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Μη γνωστές
  • Αναφυλαξία
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Ανεπιθύμητες αντιδράσεις από πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης
    Ανοσοποιητικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Πνευμονικό οίδημα
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (ARDS)
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-CANCIDAS

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Το caspofungin δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός και αν είναι σαφώς αναγκαίο.
    Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία από τη χρήση του caspofungin σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα κατά την ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σε μελέτες σε ζώα έχει δειχθεί ότι το caspofungin διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα.
  • Γαλουχία
    Οι γυναίκες που λαμβάνουν caspofungin δεν πρέπει να θηλάζουν.
    Δεν είναι γνωστό εάν το caspofungin εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/ τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν έκκριση του caspofungin στο ανθρώπινο γάλα.
  • Γονιμότητα
    Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για το caspofungin ώστε να αξιολογηθεί η επίδρασή του στη γονιμότητα.
    Για το caspofungin, δεν υπάρχουν επιδράσεις στη γονιμότητα σε μελέτες που διεξήχθησαν σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Ο Caspofungin αναστέλλει τη σύνθεση της β-1,3-D- γλυκάνης, ενός βασικού συστατικού του τοιχώματος των ειδών Aspergillus και Candida. Η β-1,3-D- γλυκάνη δεν υπάρχει στα ευπαθή κύτταρα των θηλαστικών. Ο κύριος στόχος είναι η συνθάση γλυκάνης β-1,3.
monitor_heart
SPC-CANCIDAS

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Μηχανισμός δράσης Το caspofungin acetate είναι μια ημισυνθετική λιποπεπτιδική ένωση (echinocandin), η οποία συντίθεται από ένα προϊόν ζύμωσης του Glarea lozoyensis. Το caspofungin acetate αναστέλλει τη σύνθεση της βήτα (1,3)-D-γλυκάνης που είναι βασικό…

biotech
SPC-CANCIDAS

Φαρμακοκινητική

expand_more

Κατανομή Το caspofungin συνδέεται εκτενώς με τη λευκωματίνη. Το μη συνδεδεμένο κλάσμα του caspofungin ποικίλλει από 3,5% σε υγιείς ασθενείς έως 7,6% σε ασθενείς με διηθητική καντιντίαση. Η κατανομή παίζει πρωτεύοντα ρόλο στη φαρμακοκινητική του…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Αργός μεταβολισμός με υδρόλυση και Ν-ακετυλίωση. Αργός μεταβολισμός με υδρόλυση και Ν-ακετυλίωση· υφίσταται επίσης αυθόρμητη χημική αποδόμηση και περαιτέρω υδρόλυση σε δομικά αμινοξέα και τα προϊόντα αποδόμησής τους, συμπεριλαμβανομένης της…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Κόπρανα

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηπατικά ένζυμα (AST/ALT) gastroenterologyΗπατική λειτουργία στενή παρακολούθηση Συγχορήγηση caspofungin και κυκλοσπορίνης
Ηπατική λειτουργία (LFTs) gastroenterologyΗπατική λειτουργία παρακολουθούνται Μη φυσιολογικές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας κατά τη θεραπεία με caspofungin
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

block

Αντενδείξεις

SPC-CANCIDAS
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-CANCIDAS
expand_more

Έχει αναφερθεί αναφυλαξία κατά τη διάρκεια της χορήγησης του caspofungin. Εάν συμβεί αυτό, θα πρέπει να διακοπεί το caspofungin και να χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία. Ανεπιθύμητες αντιδράσεις από πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης συμπεριλαμβανομένου του εξανθήματος, του οιδήματος προσώπου, του αγγειοοιδήματος, του κνησμού, της αίσθησης θερμότητας ή του βρογχόσπασμου έχουν αναφερθεί και μπορεί να απαιτήσουν την διακοπή και/ή την χορήγηση της κατάλληλης θεραπείας.

Περιορισμένα στοιχεία υποστηρίζουν ότι λιγότερο συχνοί ζυμομύκητες non-Candida και ευρωτομύκητες non-Aspergillus δεν καλύπτονται από το caspofungin. Η αποτελεσματικότητα του caspofungin έναντι αυτών των μυκητιασικών παθογόνων δεν έχει τεκμηριωθεί.

Η ταυτόχρονη χορήγηση του caspofungin με κυκλοσπορίνη έχει αξιολογηθεί σε υγιείς ενήλικες εθελοντές και σε ενήλικες ασθενείς. Μερικοί ενήλικες υγιείς εθελοντές, που έλαβαν δύο δόσεις των 3 mg/ kg κυκλοσπορίνης με caspofungin, εμφάνισαν παροδική αύξηση της τρανσαμινάσης της αλανίνης (ALT) και της τρανσαμινάσης της ασπαρτάμης (AST) μικρότερη ή ίση με το τριπλάσιο του ανώτερου ορίου του φυσιολογικού (ULN), η οποία αντιμετωπίστηκε με τη διακοπή της θεραπείας. Σε μία αναδρομική μελέτη με 40 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία κατά την κυκλοφορία του φαρμάκου caspofungin και κυκλοσπορίνη για 1 έως 290 ημέρες (μέσος όρος 17,5 ημέρες), δεν παρατηρήθηκαν σοβαρές ηπατικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα στοιχεία αυτά υποστηρίζουν ότι το caspofungin μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κυκλοσπορίνη όταν το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου. Η στενή παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν όταν το caspofungin και η κυκλοσπορίνη χρησιμοποιούνται συγχρόνως.

Σε ενήλικες ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, η AUC, αυξήθηκε περίπου κατά 20% και 75% αντίστοιχα. Συνιστάται μείωση της ημερήσιας δόσης σε 35 mg για ενήλικες ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχει καμία κλινική εμπειρία σε ενήλικες ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ή σε παιδιατρικούς ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία οποιουδήποτε βαθμού. Αναμένεται μεγαλύτερη έκθεση από ότι σε μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και το caspofungin θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σ’ αυτούς τους ασθενείς (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).

Μη φυσιολογικά εργαστηριακά ευρήματα στις εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας έχουν παρατηρηθεί σε υγιείς εθελοντές και σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με caspofungin. Σε μερικούς ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με σοβαρές υποκείμενες παθήσεις οι οποίοι λάμβαναν ταυτόχρονα με caspofungin πολλαπλές φαρμακευτικές αγωγές, μεμονωμένες περιπτώσεις κλινικά σημαντικής ηπατικής δυσλειτουργίας, ηπατίτιδας και ηπατικής ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί· μια αιτιώδης σχέση με το caspofungin δεν έχει τεκμηριωθεί. Ασθενείς οι οποίοι αναπτύσσουν μη φυσιολογικές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια θεραπείας με caspofungin θα πρέπει να παρακολουθούνται για ενδείξεις επιδείνωσης της ηπατικής λειτουργίας και η σχέση κινδύνου/οφέλους για τη συνέχιση της θεραπείας με caspofungin πρέπει να επανεξετάζεται.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει σακχαρόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να λάβουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν (βλ. παράγραφο 2).

Περιπτώσεις του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS) και τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) έχουν αναφερθεί κατά τη χρήση μετά την κυκλοφορία του caspofungin. Προσοχή θα πρέπει να δίνεται σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων του δέρματος (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-CANCIDAS
expand_more

In vitro μελέτες δείχνουν ότι το caspofungin δεν είναι αναστολέας κάποιου ενζύμου στο σύστημα του κυτοχρώματος P450 (CYP). Σε κλινικές μελέτες το caspofungin δεν επάγει τον μεταβολισμό του συστήματος CYP3A4 άλλων ουσιών. Το caspofungin δεν είναι υπόστρωμα για την P-γλυκοπρωτεΐνη και είναι ένα πτωχό υπόστρωμα για το κυτόχρωμα P450. Ωστόσο, το caspofungin έχει αποδειχθεί ότι αλληλεπιδρά με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα σε φαρμακολογικές και κλινικές μελέτες.

Σε δύο κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν σε υγιή ενήλικα άτομα, η κυκλοσπορίνη Α (δόσεις 4 mg/kg ή δύο δόσεις 3 mg/kg με μεσοδιάστημα 12 ωρών) προκάλεσε αύξηση στην AUC του caspofungin περίπου κατά 35%. Αυτές οι αυξήσεις της AUC βασίζονται προφανώς στη μειωμένη απορρόφηση του caspofungin από το ήπαρ. Το caspofungin δεν αύξησε τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα. Υπήρξαν παροδικές αυξήσεις των ηπατικών ALT και AST μικρότερες ή ίσες με το τριπλάσιο του ανώτερου φυσιολογικού ορίου (ULN), όταν συγχορηγήθηκε το caspofungin με την κυκλοσπορίνη, οι οποίες υποχώρησαν με τη διακοπή των φαρμακευτικών προϊόντων. Σε μία αναδρομική μελέτη με 40 ασθενείς που έλαβαν κατά την κυκλοφορία του φαρμάκου caspofungin και κυκλοσπορίνη για 1 έως 290 ημέρες (μέσος όρος 17,5 ημέρες), δεν παρατηρήθηκαν σοβαρές ηπατικές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Συστηματικός έλεγχος των ηπατικών ενζύμων θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν, σε περίπτωση που τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα χορηγούνται ταυτόχρονα.

Το caspofungin μείωσε την ελάχιστη συγκέντρωση του tacrolimus κατά 26% σε υγιείς ενήλικες εθελοντές. Για τους ασθενείς που λαμβάνουν και τις δύο θεραπείες, επιβάλλεται καθορισμένος έλεγχος της συγκέντρωσης του tacrolimus στο αίμα και κατάλληλη αναπροσαρμογή της δοσολογίας του tacrolimus.

Κλινικές μελέτες σε υγιείς ενήλικες εθελοντές δείχνουν ότι η φαρμακοκινητική του caspofungin δεν επηρεάζεται κατά κλινικά σημαντικό ποσοστό από την ιτρακοναζόλη, την αμφοτερικίνη Β, τα μυκοφαινολικά, τη νελφιναβίρη, ή το tacrolimus. Το caspofungin δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της αμφοτερικίνης Β, της ιτρακοναζόλης, της ριφαμπικίνης ή της μυκοφαινολικής μοφετίλης. Παρόλο που τα στοιχεία ασφάλειας είναι περιορισμένα, φαίνεται ότι δεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις, όταν συγχορηγείται αμφοτερικίνη Β, ιτρακοναζόλη, νελφιναβίρη ή μυκοφαινολική μοφετίλη με caspofungin.

Η ριφαμπικίνη προκάλεσε αύξηση 60% στην καμπύλη AUC και αύξηση 170% στο τμήμα χαμηλής συγκέντρωσης του caspofungin την πρώτη ημέρα της συγχορήγησης, όταν και τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα χορηγήθηκαν ταυτόχρονα σε υγιείς ενήλικες εθελοντές. Τα ελάχιστα επίπεδα συγκέντρωσης του caspofungin σταδιακά μειώθηκαν, κατόπιν επαναλαμβανόμενης χορήγησης. Μετά από χορήγηση δύο εβδομάδων η ριφαμπικίνη, είχε περιορισμένη επίδραση στην καμπύλη συγκέντρωσης AUC, αλλά τα ελάχιστα επίπεδα ήταν κατά 30% χαμηλότερα από ότι σε ενήλικα άτομα που έλαβαν μόνο caspofungin. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης θα μπορούσε πιθανόν να οφείλεται σε μια αρχική αναστολή και ακόλουθη επαγωγή των πρωτεϊνών μεταφοράς. Ένα παρόμοιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να αναμένεται για άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν μεταβολικά ένζυμα. Περιορισμένος αριθμός στοιχείων από πληθυσμιακές μελέτες φαρμακοκινητικής υποδεικνύουν ότι η ταυτόχρονη χρήση του caspofungin με τους επαγωγείς εφαβιρένζη, νεβιραπίνη, ριφαμπικίνη, δεξαμεθαζόνη, φαινυτοΐνη, ή καρβαμαζεπίνη, μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της AUC του caspofungin. Εάν συγχορηγούνται επαγωγείς των μεταβολικών ενζύμων, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν μια αύξηση της ημερήσιας δοσολογίας του caspofungin σε 70 mg, κατόπιν της δόσης εφόδου των 70 mg σε ενήλικες ασθενείς (βλ. Δοσολογία).

Όλες οι μελέτες αλληλεπίδρασης φαρμάκου-με φάρμακο σε ενήλικες, που περιγράφονται παραπάνω έχουν διεξαχθεί με ημερήσια δόση caspofungin των 50 mg ή 70 mg. Η αλληλεπίδραση μεγαλύτερων δόσεων caspofungin με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα δεν έχει επισήμως μελετηθεί.

Σε παιδιατρικούς ασθενείς, αποτελέσματα αναλύσεων παλινδρόμησης φαρμακοκινητικών στοιχείων υποστηρίζουν ότι η συγχορήγηση της δεξαμεθαζόνης με caspofungin μπορεί να οδηγήσει σε κλινικά σημαντικές μειώσεις στις χαμηλές συγκεντρώσεις caspofungin. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να υποδεικνύει ότι οι παιδιατρικοί ασθενείς μπορεί να έχουν παρόμοιες μειώσεις με επαγωγείς όπως αυτές που παρουσιάσθηκαν στους ενήλικες. Όταν το caspofungin συγχορηγείται σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 12 μηνών έως 17 ετών) με επαγωγείς που σχετίζονται με την κάθαρση του φαρμάκου, όπως ριφαμπικίνη, εφαβιρένζη, νεβιραπίνη, φαινυτοΐνη, δεξαμεθαζόνη, ή καρβαμαζεπίνη, πρέπει να ληφθεί υπόψιν μία δόση του caspofungin των 70 mg/m2 ημερησίως (να μην υπερβαίνεται μία ημερήσια πραγματική δόση των 70 mg).

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-CANCIDAS
expand_more

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία και ανεπιθύμητες αντιδράσεις από πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης) έχουν αναφερθεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Στους ασθενείς με διηθητική ασπεργίλλωση αναφέρθηκαν επίσης πνευμονικό οίδημα, σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (ARDS), και ακτινολογικές διηθήσεις.

Σε κλινικές μελέτες, 1.865 ενήλικα άτομα έλαβαν εφάπαξ ή πολλαπλές δόσεις caspofungin. Η φλεβίτιδα ήταν μια συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε στο σημείο της ένεσης σε όλες τις ομάδες των ασθενών. Άλλες τοπικές αντιδράσεις περιλάμβαναν ερύθημα, πόνο/ευαισθησία, κνησμό, έκκριμα, και αίσθημα καύσου. Τα μη φυσιολογικά κλινικά και εργαστηριακά αποτελέσματα που αναφέρθηκαν, μεταξύ όλων των ενηλίκων που έλαβαν θεραπεία με caspofungin (συνολικά 1.780) ήταν τυπικά ήπια και σπάνια οδήγησαν σε διακοπή του φαρμάκου.

Τα δεδομένα από 5 κλινικές μελέτες που ολοκληρώθηκαν σε 171 παιδιατρικούς ασθενείς υποστηρίζουν ότι η συνολική συχνότητα των κλινικών ανεπιθύμητων ενεργειών (26,3%, 95% CI 19,9, 33,6) δεν είναι χειρότερη από ότι αναφέρθηκε για ενήλικες που έλαβαν θεραπεία με caspofungin (43,1%, 95% CI 40,0, 46,2). Ωστόσο, οι παιδιατρικοί ασθενείς έχουν προφανώς διαφορετικό προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με ενήλικες ασθενείς. Οι πιο συχνές σχετιζόμενες με το φάρμακο ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με caspofungin ήταν πυρεξία (11,7%), εξάνθημα (4,7%) και κεφαλαλγία (2,9%).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Ενήλικες ασθενείς:

  • Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    • Συχνές: μειωμένη αιμοσφαιρίνη, μειωμένος αιματοκρίτης, μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
    • Όχι συχνές: αναιμία, θρομβοπενία, διαταραχή της πήξης του αίματος, λευκοπενία, αριθμός ηωσινοφίλων αυξημένος, αριθμός αιμοπεταλίων μειωμένος, αριθμός αιμοπεταλίων αυξημένος, αριθμός λευκοκυττάρων μειωμένος, αριθμός λευκοκυττάρων αυξημένος, αριθμός ουδετερόφιλων μειωμένος
  • Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    • Συχνές: υποκαλιαιμία
    • Όχι συχνές: υπερφόρτωση με υγρά, υπομαγνησιαιμία, ανορεξία, ηλεκτρολυτικές διαταραχές, υπεργλυκαιμία, υπασβεστιαιμία, μεταβολική οξέωση
  • Ψυχιατρικές διαταραχές
    • Όχι συχνές: άγχος, αποπροσανατολισμός, αϋπνία
  • Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    • Συχνές: κεφαλαλγία
    • Όχι συχνές: ζάλη, δυσγευσία, παραισθησία, υπνηλία, τρόμος, υπαισθησία
  • Οφθαλμικές διαταραχές
    • Όχι συχνές: οφθαλμικός ίκτερος, όραση θαμπή, οίδημα βλεφάρου, δακρύρροια αυξημένη
  • Καρδιακές διαταραχές
    • Όχι συχνές: αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, αρρυθμία, κολπική μαρμαρυγή, καρδιακή ανεπάρκεια συμφορητική
  • Αγγειακές διαταραχές
    • Συχνές: φλεβίτιδα
    • Όχι συχνές: θρομβοφλεβίτιδα, έξαψη, εξάψεις, υπέρταση, υπόταση
  • Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    • Συχνές: δύσπνοια
    • Όχι συχνές: ρινική συμφόρηση, φαρυγγολαρυγγικό άλγος, ταχύπνοια, βρογχόσπασμος, βήχας, δύσπνοια παροξυσμική νυχτερινή, υποξία, ρόγχοι, συριγμός
  • Διαταραχές του γαστρεντερικού
    • Συχνές: ναυτία, διάρροια, έμετος
    • Όχι συχνές: κοιλιακό άλγος, άλγος άνω κοιλιακής χώρας, ξηροστομία, δυσπεψία, δυσφορία του στομάχου, διάταση της κοιλίας, ασκίτης, δυσκοιλιότητα, δυσφαγία, μετεωρισμός
  • Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    • Συχνές: αυξημένοι ηπατικοί δείκτες (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, γ-γλουταμυλτρανσφεράση, αλκαλική φωσφατάση αίματος, χολερυθρίνη συζευγμένη, χολερυθρίνη αίματος)
    • Όχι συχνές: χολόσταση, ηπατομεγαλία, υπερχολερυθριναιμία, ίκτερος, ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική, ηπατοτοξικότητα, ηπατική διαταραχή
  • Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    • Συχνές: εξάνθημα, κνησμός, ερύθημα, υπερίδρωση
    • Όχι συχνές: πολύμορφο ερύθημα, εξάνθημα κηλιδώδες, εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες, εξάνθημα κνησμώδες, κνίδωση, δερματική αλλεργία, κνησμός γενικευμένος, εξάνθημα ερυθηματώδες, εξάνθημα γενικευμένο, εξάνθημα ιλαροειδές, βλάβη δέρματος
    • Μη γνωστές: Τοξική επιδερμική νεκρόλυση και Σύνδρομο Stevens Johnson (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
  • Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    • Συχνές: αρθραλγία
    • Όχι συχνές: οσφυαλγία, πόνος σε άκρο, οστικός πόνος, μυϊκή αδυναμία, μυαλγία
  • Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    • Όχι συχνές: νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική ανεπάρκεια οξεία
  • Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    • Συχνές: πυρεξία, ρίγη, κνησμός της θέσης έγχυσης
    • Όχι συχνές: άλγος, άλγος της θέσης καθετήρα, κόπωση, αίσθηση ψυχρού, αίσθηση θερμού, ερύθημα της θέσης έγχυσης, σκλήρυνση της θέσης έγχυσης, άλγος της θέσης έγχυσης, οίδημα της θέσης έγχυσης, φλεβίτιδα της θέσης ένεσης, οίδημα περιφερικό, ευαισθησία, θωρακική δυσφορία, θωρακικό άλγος, οίδημα προσώπου, αίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματος, σκλήρυνση, εξαγγείωση της θέσης έγχυσης, ερεθισμός της θέσης έγχυσης, φλεβίτιδα της θέσης έγχυσης, εξάνθημα της θέσης έγχυσης, κνίδωση της θέσης έγχυσης, ερύθημα της θέσης ένεσης, οίδημα της θέσης ένεσης, άλγος της θέσης ένεσης, οίδημα της θέσης ένεσης, αίσθημα κακουχίας, οίδημα
  • Παρακλινικές εξετάσεις
    • Συχνές: κάλιο αίματος μειωμένο, λευκωματίνη αίματος μειωμένη
    • Όχι συχνές: κρεατινίνη αίματος αυξημένη, θετική εξέταση ερυθροκυττάρων στα ούρα, πρωτεΐνη ολική μειωμένη, πρωτεΐνη ούρων θετική, χρόνος προθρομβίνης παρατεταμένος, χρόνος προθρομβίνης μειωμένος, νάτριο αίματος μειωμένο, νάτριο αίματος αυξημένο, ασβέστιο αίματος μειωμένο, ασβέστιο αίματος αυξημένο, χλωριούχα αίματος μειωμένα, γλυκόζη αίματος αυξημένη, μαγνήσιο αίματος μειωμένο, φωσφόρος αίματος μειωμένος, φωσφόρος αίματος αυξημένος, ουρία αίματος αυξημένη, χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης παρατεταμένος, διττανθρακικά αίματος μειωμένα, χλωριούχα αίματος αυξημένα, κάλιο αίματος αυξημένο, αρτηριακή πίεση αυξημένη, ουρικό οξύ αίματος μειωμένο, αίμα στα ούρα υπάρχει, αναπνευστικό ψιθύρισμα μη φυσιολογικό, διοξείδιο του άνθρακα μειωμένο, επίπεδα ανοσοκατασταλτικού φαρμάκου αυξημένα, διεθνής ομαλοποιημένη σχέση αυξημένη, νεφρικοί κύλινδροι, λευκοκύτταρα ούρων θετικά, και pΗ ούρων αυξημένο.

Παιδιατρικοί ασθενείς:

  • Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    • Συχνές: αυξημένος αριθμός ηωσινοφίλων
  • Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    • Συχνές: κεφαλαλγία
  • Καρδιακές διαταραχές
    • Συχνές: ταχυκαρδία
  • Αγγειακές διαταραχές
    • Συχνές: έξαψη, υπόταση
  • Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    • Συχνές: αυξημένα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων (AST, ALT)
  • Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    • Συχνές: εξάνθημα, κνησμός
  • Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    • Πολύ συχνές: πυρετός
    • Συχνές: ρίγη, πόνος στο σημείο του καθετήρα
  • Παρακλινικές εξετάσεις
    • Συχνές: μειωμένη τιμή του καλίου, υπομαγνησιαιμία, αυξημένη γλυκόζη, μειωμένη τιμή φωσφόρου, και αυξημένη τιμή φωσφόρου.
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-CANCIDAS
expand_more

Κύηση

Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία από τη χρήση του caspofungin σε έγκυες γυναίκες. Το caspofungin δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός και αν είναι σαφώς αναγκαίο. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα κατά την ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σε μελέτες σε ζώα έχει δειχθεί ότι το caspofungin διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν το caspofungin εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/ τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν έκκριση του caspofungin στο ανθρώπινο γάλα. Οι γυναίκες που λαμβάνουν caspofungin δεν πρέπει να θηλάζουν.

Γονιμότητα

Για το caspofungin, δεν υπάρχουν επιδράσεις στη γονιμότητα σε μελέτες που διεξήχθησαν σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για το caspofungin ώστε να αξιολογηθεί η επίδρασή του στη γονιμότητα.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-CANCIDAS
expand_more

Μηχανισμός δράσης

Το caspofungin acetate είναι μια ημισυνθετική λιποπεπτιδική ένωση (echinocandin), η οποία συντίθεται από ένα προϊόν ζύμωσης του Glarea lozoyensis. Το caspofungin acetate αναστέλλει τη σύνθεση της βήτα (1,3)-D-γλυκάνης που είναι βασικό συστατικό του κυτταρικού τοιχώματος πολλών νηματοειδών μυκήτων και ζυμομυκήτων. Η βήτα (1,3)-D γλυκάνη δεν υπάρχει στα κύτταρα των θηλαστικών.

Μυκητοκτόνος δραστικότητα με το caspofungin έχει αποδειχτεί έναντι μυκήτων Candida. Μελέτες in vitro και in vivo έδειξαν ότι η έκθεση του Aspergillus στο caspofungin οδήγησε σε λύση και θάνατο των κορυφαίων άκρων και των σημείων διακλάδωσης των υφών, όπου εμφανίζεται κυτταρική ανάπτυξη και διαίρεση.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Το caspofungin έχει in vitro δραστικότητα έναντι των ειδών Aspergillus (Aspergillus fumigatus, Aspergillus flavus, Aspergillus niger, Aspergillus nidulans, Aspergillus terreus, και Aspergillus candidus). Το Caspofungin έχει επίσης δραστικότητα in vitro έναντι των ειδών Candida (Candida albicans, Candida dubliniensis, Candida glabrata, Candida guilliermondii, Candida kefyr, Candida krusei, Candida lipolytica, Candida lusitaniae, Candida parapsilosis, Cancida rugosa και Cancida tropicalis), συμπεριλαμβανομένων των απομονωθέντων με μεταλλάξεις με μεταφορά με πολλαπλή ανθεκτικότητα και αυτών με επίκτητο ή ενδογενή ανθεκτικότητα σε fluconazole, amphotericin B, και 5-flucytosine. Ο έλεγχος ευαισθησίας διεξήχθη σύμφωνα με μια τροποποίηση και των δυο μεθόδων του Ινστιτούτου Κλινικών και Εργαστηριακών Σταθερών (CLSI, επισήμως γνωστού ως Εθνική Επιτροπή για Σταθερές Κλινικών Εργαστηρίων (NCCLS), της μεθόδου Μ38-A2 (για είδη Aspergillus), και της μεθόδου Μ27-Α3 (για είδη Candida).

Προτυποποιημένες τεχνικές για έλεγχο ευαισθησίας έχουν καθιερωθεί για ζυμομύκητες από την EUCAST. Δεν έχουν ακόμα καθοριστεί όρια ευαισθησίας για το caspofungin από την EUCAST, λόγω της σημαντικής διεργαστηριακής διακύμανσης στο εύρος της MIC για την εν λόγω δραστική ουσία. Αντί ορίων ευαισθησίας, τα απομονωθέντα στελέχη Candida τα οποία είναι ευαίσθητα στο anidulafungin όπως επίσης και στο micafungin θα πρέπει να θεωρούνται ευαίσθητα στο caspofungin. Ομοίως, απομονωθέντα στελέχη C. parapsilosis ενδιάμεσα του anidulafungin και του micafungin μπορούν να θεωρηθούν ενδιάμεσα του caspofungin.

Μηχανισμός αντοχής

Απομονωθέντα στελέχη Candida με μειωμένη ευαισθησία στο caspofungin έχουν ταυτοποιηθεί σε έναν μικρό αριθμό ασθενών κατά την διάρκεια της θεραπείας (τιμές MICs για το caspofungin >2 mg/L (4- έως 30-πλάσιες αυξήσεις της MIC) έχουν αναφερθεί χρησιμοποιώντας προτυποποιημένες τεχνικές ελέγχου MIC εγκεκριμένες από τo Ινστιτούτο Κλινικών και Εργαστηριακών Σταθερών CLSI). Ο μηχανισμός ανθεκτικότητας που ταυτοποιήθηκε είναι FKS1 ή/και FKS2 (για το C. glabrata) γονιδιακές μεταλλάξεις. Αυτές οι περιπτώσεις συνδέθηκαν με πτωχά κλινικά αποτελέσματα. Έχει ταυτοποιηθεί η in vitro ανάπτυξη ανθεκτικότητας στο caspofungin, από τα είδη Aspergillus. Βάσει περιορισμένης κλινικής εμπειρίας παρατηρήθηκε ανθεκτικότητα στο caspofungin σε ασθενείς με διηθητική ασπεργίλλωση. Ο μηχανισμός της ανθεκτικότητας δεν έχει τεκμηριωθεί. Η συχνότητα της ανθεκτικότητας στο caspofungin από διάφορα κλινικά στελέχη Aspergillus, είναι σπάνια. Έχει παρατηρηθεί ανθεκτικότητα του caspofungin στο Candida αλλά η συχνότητα μπορεί να διαφέρει ανά είδος ή περιοχή.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-CANCIDAS
expand_more

Κατανομή

Το caspofungin συνδέεται εκτενώς με τη λευκωματίνη. Το μη συνδεδεμένο κλάσμα του caspofungin ποικίλλει από 3,5% σε υγιείς ασθενείς έως 7,6% σε ασθενείς με διηθητική καντιντίαση. Η κατανομή παίζει πρωτεύοντα ρόλο στη φαρμακοκινητική του caspofungin στο πλάσμα και είναι το στάδιο που ελέγχεται με τη δοσολογία τόσο στην α-όσο και στη β-φάση. Η κατανομή σε ιστούς έφτασε στο μέγιστο όριο σε 1,5 έως 2 ημέρες μετά τη δόση όταν είχε κατανεμηθεί στους ιστούς 92% της δόσης. Είναι πιθανόν ένα μικρό μόνο κλάσμα του caspofungin που διαπερνά τους ιστούς να επιστρέφει αργότερα στο πλάσμα ως αρχική ένωση. Γι’ αυτό, η αποβολή γίνεται απουσία ενός ισοζυγίου κατανομής, και είναι έως τώρα αδύνατον να γίνει μια πραγματική εκτίμηση του όγκου κατανομής του caspofungin.

Βιομετασχηματισμός

Το caspofungin υφίσταται αυτόματη διάσπαση σε μια ένωση με ανοικτό δακτύλιο. Περαιτέρω μεταβολισμός περιλαμβάνει υδρόλυση των πεπτιδίων και Ν-ακετυλίωση. Δύο ενδιάμεσα προϊόντα, που σχηματίζονται κατά τη διάσπαση του caspofungin σ’αυτή την ένωση με τον ανοικτό δακτύλιο, συνδέονται μέσω ομοιοπολικού δεσμού με πρωτεΐνες του πλάσματος, με αποτέλεσμα χαμηλού βαθμού, μη αναστρέψιμη δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Μελέτες in vitro έδειξαν ότι το caspofungin δεν είναι αναστολέας των ενζύμων του κυτοχρώματος Ρ450 1Α2, 2Α6, 2C9, 2C19, 2D6 ή 3Α4. Σε κλινικές μελέτες, το caspofungin δεν προκάλεσε επαγωγή ούτε ανέστειλε τον μεταβολισμό άλλων φαρμακευτικών προϊόντων μέσω του CYP3A4. Το caspofungin δεν είναι υπόστρωμα για την Ρ-γλυκοπρωτεΐνη και είναι πτωχό υπόστρωμα για τα ένζυμα του κυτοχρώματος Ρ450.

Αποβολή

Η αποβολή του caspofungin από το πλάσμα γίνεται αργά με ρυθμό κάθαρσης 10-12 ml/min. Οι συγκεντρώσεις του caspofungin στο πλάσμα μειώνονται με ένα πολυφασικό τρόπο, μετά από εφ’ άπαξ ενδοφλέβιες εγχύσεις μίας ώρας. Μια σύντομη άλφα-φάση απαντάται αμέσως μετά την έγχυση, ακολουθούμενη από μια β - φάση με χρόνο ημιζωής από 9 έως 11 ώρες. Μια πρόσθετη γ - φάση απαντάται επίσης με χρόνο ημιζωής 45 ωρών. Η κατανομή, περισσότερο από την απέκκριση ή τη βιομετατροπή, είναι ο επικρατέστερος μηχανισμός, που επηρεάζει την κάθαρση του πλάσματος. Περίπου το 75% της ραδιενεργού δόσης ανακτήθηκε: σε 27 ημέρες: 41% από τα ούρα και 34% από τα κόπρανα. Υπάρχει μια μικρή απέκκριση ή βιομετατροπή του caspofungin κατά τη διάρκεια των πρώτων 30 ωρών μετά τη χορήγηση. Η απέκκριση είναι αργή και ο τελικός χρόνος ημιζωής της ραδιενέργειας ήταν 12 έως 15 ημέρες. Ένα μικρό ποσοστό caspofungin εκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα (περίπου 1,4% της δόσης).

Το caspofungin επέδειξε μέτρια μη γραμμική φαρμακοκινητική με αυξημένη συσσώρευση κατά την αύξηση της δόσης, και δοσοεξάρτηση, όσον αφορά το χρόνο επίτευξης σταθερής κατάστασης κατόπιν χορήγησης πολλαπλών δόσεων.

Ειδικοί πληθυσμοί

Αυξημένη έκθεση στο caspofungin παρατηρήθηκε σε ενήλικες ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και ήπια ηπατική βλάβη, σε θηλυκά άτομα, και στους ηλικιωμένους. Γενικά η αύξηση ήταν μέτρια και όχι αρκετά μεγάλη για να δικαιολογηθεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας. Σε ενήλικες ασθενείς με μέτρια ηπατική βλάβη ή σε υπέρβαρους ασθενείς, μπορεί να είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή της δοσολογίας (βλ. Δοσολογία).

  • Βάρος: Σε πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ενήλικες ασθενείς με καντιντίαση βρέθηκε ότι το βάρος επηρεάζει τη φαρμακοκινητική του caspofungin. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται όταν αυξάνεται το βάρος. Η μέση έκθεση σε ενήλικα ασθενή που ζύγιζε 80 kg υπολογίστηκε να είναι 23% μικρότερη από αυτή σε ενήλικα ασθενή που ζύγιζε 60 kg (βλ Δοσολογία).
  • Ηπατική δυσλειτουργία: Σε ενήλικες ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική βλάβη, η AUC αυξάνεται περίπου κατά 20% και 75%, αντίστοιχα. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία όσον αφορά ενήλικες ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και παιδιατρικούς ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία οποιουδήποτε βαθμού. Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων, η μείωση της δοσολογίας από την ημερήσια δόση σε 35 mg σε ενήλικες ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία έδειξε ότι παρέχει καμπύλη AUC παρόμοια με αυτή που λαμβάνεται σε ενήλικα άτομα με κανονική ηπατική λειτουργία που έλαβαν το καθιερωμένο σχήμα (βλ. Δοσολογία).
  • Νεφρική δυσλειτουργία: Σε μια κλινική μελέτη εφάπαξ δόσεων 70 mg, η φαρμακοκινητική του caspofungin ήταν παρόμοια σε ενήλικες εθελοντές με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 50 έως 80 ml/min) και στα άτομα ελέγχου. Μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης 31 έως 49 ml/min), προχωρημένη (κάθαρση κρεατινίνης 5 έως 30 ml/min) και τελικού σταδίου (κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min και εξαρτώμενων από την διάλυση) νεφρική δυσλειτουργία αύξησε μέτρια τις συγκεντρώσεις caspofungin στο πλάσμα μετά από εφάπαξ δόση (εύρος: 30 έως 49% για το AUC). Ωστόσο, σε ενήλικες ασθενείς με διηθητική καντιντίαση, οισοφαγική καντιντίαση ή διηθητική ασπεργίλλωση που έλαβαν πολλαπλές ημερήσιες δόσεις caspofungin 50 mg, δεν υπήρξε σημαντική δράση της ήπιας έως προχωρημένου σταδίου νεφρικής βλάβης, στις συγκεντρώσεις του caspofungin. Δεν είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Το caspofungin δεν μπορεί να διηθηθεί, γι αυτό δεν απαιτείται συμπληρωματική δοσολογία μετά την αιμοδιύλιση.
  • Φύλο: Οι συγκεντρώσεις του caspofungin στο πλάσμα ήταν κατά μέσο όρο 17-38% υψηλότερες στις γυναίκες απ’ότι στους άντρες.
  • Ηλικιωμένοι: Μια μέτρια αύξηση στην AUC (28%) και C24h (32%) παρατηρήθηκε σε ηλικιωμένους άντρες σε σύγκριση με νέους άντρες. Στους ασθενείς που έλαβαν εμπειρική θεραπεία ή οι οποίοι είχαν διηθητική καντιντίαση, μια παρόμοια επίδραση με την ηλικία παρατηρήθηκε σε ηλικιωμένους ασθενείς σε σχέση με νεώτερους ασθενείς.
  • Φυλή: Δεδομένα φαρμακοκινητικής των ασθενών δεν παρουσίασαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του caspofungin, ανάμεσα στην Καυκάσια, Μαύρη, Ισπανική και Μεστίτζος φυλή.

Παιδιατρικοί Ασθενείς

  • Σε εφήβους (ηλικίας 12 έως 17 ετών) που ελάμβαναν caspofungin των 50 mg/m2 ημερησίως (μέγιστο 70 mg ημερησίως), η AUC0-24hr στο πλάσμα για το caspofungin ήταν γενικά συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg ημερησίως. Όλοι οι έφηβοι έλαβαν δόσεις >50 mg ημερησίως και στην πραγματικότητα 6 από τους 8 έλαβαν τη μέγιστη δόση των 70 mg/ημέρα. Οι συγκεντρώσεις caspofungin στο πλάσμα σε αυτούς τους εφήβους ήταν μειωμένες συγκριτικά με αυτές των ενηλίκων που ελάμβαναν 70 mg ημερησίως, την πλέον συχνή δόση που χορηγήθηκε στους εφήβους.
  • Σε παιδιά (ηλικίες 2 έως 11 ετών) που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg/m2 ημερησίως (μέγιστο 70 mg ημερησίως), η AUC0-24hr στο πλάσμα για το caspofungin, μετά από πολλαπλές δόσεις ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg / ημερησίως.
  • Σε μικρά παιδιά και νήπια (ηλικίας 12 έως 23 μηνών) που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg/m2 ημερησίως (μέγιστο 70 mg ημερησίως), η AUC0-24hr στο πλάσμα για το caspofungin, μετά από πολλαπλές δόσεις ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg ημερησίως και με αυτή των μεγαλύτερων παιδιών (ηλικίας 2 έως 11 ετών) που έλαβαν 50 mg/m2 ημερησίως.
  • Συνολικά, τα διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής, αποτελεσματικότητας και ασφάλειας είναι περιορισμένα σε ασθενείς ηλικίας 3 έως 10 μηνών. Δεδομένα φαρμακοκινητικής ενός παιδιού 10 μηνών που έλαβε τη δόση των 50 mg/m2 ημερησίως κατέδειξαν την AUC0-24hr εντός του ιδίου εύρους όπως παρατηρήθηκε σε μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες στη δόση των 50 mg/m2 και 50 mg, αντιστοίχως, ενώ σε ένα παιδί ηλικίας 6 μηνών που έλαβε τη δόση των 50 mg/m2, η AUC0-24hr ήταν κατά τι μεγαλύτερη.
  • Σε νεογνά και βρέφη (<3 μηνών) που έλαβαν caspofungin στα 25 mg/m2 ημερησίως (που αντιστοιχεί σε μέση ημερήσια δόση των 2,1 mg /kg), η μέγιστη συγκέντρωση caspofungin (C1 hr) και η ελάχιστη συγκέντρωση caspofungin (C24 hr) μετά από πολλαπλές δόσεις ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που έλαβαν caspofungin στα 50 mg ημερησίως. Την Ημέρα 1, η C1 hr ήταν συγκρίσιμη και η C24 hr μετρίως αυξημένη (36%) σε αυτά τα νεογνά και βρέφη σε σχέση με τους ενήλικες. Παρόλα αυτά, παρατηρήθηκε μεταβλητότητα τόσο στη C1 hr (γεωμετρική μέση τιμή την Ημέρα 4, 11,73 µg/ml, κυμαινόμενη από 2,63 έως 22,05 µg/ml) όσο και στη C24 hr (γεωμετρική μέση τιμή την Ημέρα 4, 3,55 µg/ml, κυμαινόμενη από 0,13 έως 7,17 µg/ml). Μετρήσεις της AUC0-24hr δεν πραγματοποιήθηκαν σε αυτή τη μελέτη λόγω των αραιών δειγμάτων πλάσματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του caspofungin δεν έχει μελετηθεί επαρκώς σε προοπτικές κλινικές δοκιμές σε νεογνά και βρέφη ηλικίας κάτω των 3 μηνών.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

9-11 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

97%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Κόπρανα
DrugBank
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
16119814
Μοριακός τύπος
C52H88N10O15
Μοριακό βάρος
1093.3
IUPAC
(10R,12S)-N-[(3S,6S,9S,11R,15S,18S,20R,21S,24S,25S)-21-(2-aminoethylamino)-3-[(1R)-3-amino-1-hydroxypropyl]-6-[(1S,2S)-1,2-dihydroxy-2-(4-hydroxyphenyl)ethyl]-11,20,25-trihydroxy-15-[(1R)-1-hydroxyethyl]-2,5,8,14,17,23-hexaoxo-1,4,7,13,16,22-hexazatricyclo[22.3.0.09,13]heptacosan-18-yl]-10,12-dimethyltetradecanamide
InChIKey
JYIKNQVWKBUSNH-WVDDFWQHSA-N
Κατάταξη MeSH

Κατάταξη MeSH

Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτυχθούν ή να αναπαραχθούν. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.

Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζεται ο κανονικός συνδυασμός υποστρώματος-ενζύμου και η καταλυτική αντίδραση.