Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ M03BX05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

THIOCOLCHICOSIDE

Θειοκολχικοσίδη

Tα μυοχαλαρωτικά φάρμακα μειώνουν το μυικό τόνο και διακρίνονται σε εκείνα της αναισθησίας, που δρουν στη νευρομυική σύναψη (βλ. 15.2.6) και στα μυοχαλαρωτικά των σκελετικών μυών, που δρουν στο KNΣ. Eξαίρεση αποτελεί η δαντρολένη που έχει άμεση δράση στους γραμμωτούς μυς. …

Chemical structure of THIOCOLCHICOSIDE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Συμπτωματική ανακούφιση επώδυνων τοπικών μυϊκών σπασμών.
medication
SPC-PATH-MUSCLE

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
2 έως 4 φορές την ημέρα, κάθε 6 ώρες (ενήλικες), κάθε 8 ώρες (νεφρική/ηπατική ανεπάρκεια)
Δόση έναρξης:
1 διαλυτό δισκίο εφάπαξ
  • Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας άνω των 16 ετών
    Δόση1 διαλυτό δισκίο εφάπαξ (4 mg θειοκολχικοσίδης)
    Μέγ. δόση1 διαλυτό δισκίο εφάπαξ (4 mg θειοκολχικοσίδης), 16 mg θειοκολχικοσίδης ημερησίως
    Μπορεί να επαναλαμβάνεται 2 έως 4 φορές την ημέρα, σε διαστήματα όχι μικρότερα των 6 ωρών. Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να περιορίζεται σε 7 συνεχόμενες ημέρες.
  • Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 10 ml/min)
    Μέγ. δόση2 mg θειοκολχικοσίδης και 500 mg παρακεταμόλης (εφάπαξ)
    Συνίσταται μείωση της συνολικής ημερήσιας δόσης κατά 50%. Το διάστημα μεταξύ των δόσεων συνίσταται να είναι τουλάχιστον 8 ώρες. Τα διαλυτά δισκία (4 + 1000) mg/δισκίο δεν πρέπει να χορηγούνται, μπορούν να χορηγηθούν δισκία (2+500) mg/δισκίο.
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Μέγ. δόση2 διαλυτά δισκία (2 g παρακεταμόλης) ημερησίως
    Το ελάχιστο διάστημα μεταξύ των δόσεων συνίσταται να είναι 8 ώρες.
  • Ηλικιωμένοι
    Συνιστάται η μείωση της δόσης των ενηλίκων κατά 25%.
  • Παιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 16 ετών
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για λόγους ασφάλειας.
block
SPC-PATH-MUSCLE

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στην παρακεταμόλη ή στη θειοκολχικοσίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
    Πληθυσμόςασθενείς με υπερευαισθησία
  • Εγκυμοσύνη
  • Γαλουχία
  • Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης που δεν χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης
    Πληθυσμόςγυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης
  • Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
    Πληθυσμόςασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
  • Χαλαρή παράλυση ή μυϊκή υποτονία
  • Σοβαρή αιμολυτική αναιμία
    Πληθυσμόςασθενείς με σοβαρή αιμολυτική αναιμία
warning
SPC-PATH-MUSCLE

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Επιληπτικές κρίσεις
    Πληθυσμόςασθενείς με επιληψία ή σε ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων
    Η θειοκολχικοσίδη μπορεί να προκαλέσει επιληπτικές κρίσεις
  • Ανευπλοειδία, τερατογένεση, τοξικότητα στο έμβρυο/κύημα, αυτόματη αποβολή, μείωση της γονιμότητας του άρρενος και καρκίνος (Θειοκολχικοσίδη)
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης
    Ως προληπτικό μέτρο, η χρήση θειοκολχικοσίδης σε δόσεις που υπερβαίνουν τη συνιστώμενη δόση ή η μακροχρόνια θεραπεία θα πρέπει να αποφεύγονται (βλ. Δοσολογία). Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται προσεκτικά σχετικά με το δυνητικό κίνδυνο μίας πιθανής κύησης και για τα αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης που θα πρέπει να ακολουθούνται.
  • Χορήγηση παρακεταμόλης σε ασθενείς με υποκείμενες παθήσεις
    Προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με αναιμία, ανεπάρκεια της 6-φωσφορικής αφυδρογονάση γλυκόζης, καρδιακές ή πνευμονικές παθήσεις ή με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Gilbert) και σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30 ml/min)
    Θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, αποφεύγοντας τη μακροχρόνια θεραπεία (η περιστασιακή χρήση είναι αποδεκτή σε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, αλλά η μακροχρόνια χορήγηση υψηλών δόσεων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων νεφρικών επιδράσεων)
  • Χορήγηση παρακεταμόλης σε χρόνιο υποσιτισμό και αφυδάτωση
    Προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με χρόνιο υποσιτισμό (χαμηλά αποθέματα ηπατικής γλουταθειόνης) και αφυδάτωση
    Πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
  • Ηπατική βλάβη και κατανάλωση αλκοόλ (Παρακεταμόλη)
    Πληθυσμόςασθενείς που καταναλώνουν αλκοόλ συστηματικά, χρόνιοι αλκοολικοί
    Η χρήση του φαρμάκου μπορεί να προκαλέσει ηπατική βλάβη. Σε χρόνιους αλκοολικούς, δεν πρέπει να χορηγούνται περισσότερα από 2 g παρακεταμόλης ημερησίως.
  • Βρογχόσπασμος σε ασθματικούς ασθενείς με υπερευαισθησία στο ακετυλοσαλικυλικό οξύ (Παρακεταμόλη)
    Προσοχή
    Πληθυσμόςασθματικοί ασθενείς με υπερευαισθησία στο ακετυλοσαλικυλικό οξύ
    Συνιστάται προσοχή. Έχουν περιγραφεί αντιδράσεις βρογχόσπασμου, με την χρήση παρακεταμόλης (διασταυρούμενη αντίδραση). Μπορεί να προκληθούν σοβαρές αντιδράσεις σε κάποιες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν χορηγείται σε υψηλές δόσεις.
  • Υπέρβαση συνιστώμενης δόσης παρακεταμόλης
    Σοβαρό
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Μην υπερβαίνετε την ημερήσια συνιστώμενη δόση. Οι δόσεις μεγαλύτερες από τις συνιστώμενες συνεπάγονται σοβαρό κίνδυνο για τον ήπαρ. Πρέπει να χορηγείται αντίδοτο το συντομότερο δυνατόν (βλ. Υπερδοσολογία). Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπερδοσολογίας, ελέγξτε την απουσία παρακεταμόλης στη σύνθεση άλλων φαρμάκων που λαμβάνονται ταυτόχρονα.
  • Επίμονος πόνος ή επιδείνωση συμπτωμάτων
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Εάν ο πόνος επιμένει για περισσότερο από 3 ημέρες ή επιδεινώνεται ή παρουσιάζονται άλλα συμπτώματα, θα πρέπει να διακόψετε τη θεραπεία και να συμβουλευτείτε τον ιατρό σας.
  • Αλληλεπιδράσεις παρακεταμόλης με εργαστηριακές εξετάσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε εργαστηριακές εξετάσεις
    Η παρακεταμόλη μπορεί να δώσει ψευδή αποτελέσματα στις τιμές των αναλυτικών προσδιορισμών αίματος, ούρων και δοκιμών παγκρεατικής λειτουργίας.
swap_horiz
SPC-PATH-MUSCLE

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Ισχυροί επαγωγείς ενζύμων (ριφαμπικίνη, ορισμένα αντιεπιληπτικά)
    προσοχή
    Ηπατοτοξικότητα (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις παρακεταμόλης)
  • Από του στόματος αντιπηκτικά (ακενοκουμαρόλη, βαρφαρίνη)
    προσοχή
    Πιθανή ενίσχυση της αντιπηκτικής δράσης
    ΣύστασηΗ δόση και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν χαμηλότερες, με περιοδική παρακολούθηση του INR.
  • Αιθυλική αλκοόλη
    προσοχή
    Ενίσχυση της τοξικότητας της παρακεταμόλης
  • Αντιχολινεργικά (γλυκοπυρρόνιο, προπανθελίνη)
    προσοχή
    Μείωση της απορρόφησης της παρακεταμόλης, πιθανή αναστολή της δράσης της
  • Ορμονικά αντισυλληπτικά / Οιστρογόνα
    προσοχή
    Μείωση των επιπέδων της παρακεταμόλης στο πλάσμα, πιθανή αναστολή της δράσης της
  • Αντιεπιληπτικά (φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, μεθυλοφαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη)
    προσοχή
    Μείωση της βιοδιαθεσιμότητας της παρακεταμόλης, ενίσχυση της ηπατοτοξικότητας σε υπερδοσολογία
  • Ενεργός άνθρακας
    προσοχή
    Μειώνει την απορρόφηση παρακεταμόλης
  • Χλωραμφενικόλη
    προσοχή
    Ενίσχυση της τοξικότητας της χλωραμφενικόλης
  • Διουρητικά της αγκύλης (φουροσεμίδη)
    παρακολούθηση
    Δεν επηρεάζει τη διούρηση ή τη νατριουρία
  • προσοχή
    Μείωση της απομάκρυνσης της παρακεταμόλης, ενίσχυση της δράσης και / ή της τοξικότητάς της
  • προσοχή
    Μείωση της βιοδιαθεσιμότητας της λαμοτριγίνης, πιθανή μείωση της δράσης της
  • Αύξηση της απορρόφησης της παρακεταμόλης
  • Προβενεσίδη
    παρακολούθηση
    Αυξάνει τον χρόνο ημιζωής της παρακεταμόλης στο πλάσμα
  • παρακολούθηση
    Αύξηση των επιπέδων της παρακεταμόλης στο πλάσμα
  • Ρητίνες ιοντικής ανταλλαγής (χολεστυραμίνη)
    προσοχή
    Μείωση της απορρόφησης της παρακεταμόλης, πιθανή αναστολή της δράσης της
  • προσοχή
    Αύξηση της απομάκρυνσης της παρακεταμόλης και σχηματισμός ηπατοτοξικών μεταβολιτών της
  • προσοχή
    Πιθανή ενίσχυση της τοξικότητας της ζιδοβουδίνης (ουδετεροπενία, ηπατοτοξικότητα)
sick
SPC-PATH-MUSCLE

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Δέρμα
  • Αγγειοοίδημα
  • Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (κνίδωση, οίδημα του Quincke)
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλακτικό σοκ
Ψυχιατρικές
  • Ανησυχία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Προσωρινή αιμωδία
  • Δυσφορία (νευρικό σύστημα)
Νευρικό
  • Υπνηλία
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Γαστραλγία
  • Ναυτία
  • Έμετος
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • Αίσθημα καύσου μετά τη χορήγηση
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις (κνησμός, ερύθημα, κηλιδοβλατιδώδη εξανθήματα)
  • Φυσαλιδοφλυκταινώδη εξανθήματα
Αίμα
  • Θρομβοπενία
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Λευκοπενία
  • Ουδετεροπενία
  • Αιμολυτική αναιμία
Μεταβολισμός
  • Υπογλυκαιμία
Αγγειακές
  • Υπόταση
Ήπαρ
  • Αυξημένα επίπεδα ηπατικών τρανσαμινασών
  • Ηπατοτοξικότητα
  • Ίκτερος
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Άσηπτη πυουρία
  • Θολά ούρα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Αρνητικές νεφρικές επιδράσεις
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της θέσης χορήγησης
  • Δυσφορία (γενικές διαταραχές)
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (απλό δερματικό εξάνθημα, κνίδωση, αναφυλακτικό σοκ)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Αίσθημα καύσου μετά τη χορήγηση
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις (κνησμός, ερύθημα, κηλιδοβλατιδώδη εξανθήματα)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Ανησυχία
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Αυξημένα επίπεδα ηπατικών τρανσαμινασών
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Γαστραλγία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Δυσφορία (γενικές διαταραχές)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της θέσης χορήγησης
    Σπάνιες
  • Δυσφορία (νευρικό σύστημα)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Προσωρινή αιμωδία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Σπάνιες
  • Φυσαλιδοφλυκταινώδη εξανθήματα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Άσηπτη πυουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Ίκτερος
    Ήπαρ
    Πολύ σπάνιες
  • Αιμολυτική αναιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Αναφυλακτικό σοκ
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (απλό δερματικό εξάνθημα, κνίδωση, αναφυλακτικό σοκ)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της θέσης χορήγησης
    Πολύ σπάνιες
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (κνίδωση, οίδημα του Quincke)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Αρνητικές νεφρικές επιδράσεις
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Πολύ σπάνιες
  • Ηπατοτοξικότητα
    Ήπαρ
    Πολύ σπάνιες
  • Θολά ούρα
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Υπογλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ σπάνιες
pregnant_woman
SPC-PATH-MUSCLE

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    αντενδείκνυται
    Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της θειοκολχικοσίδης σε έγκυες γυναίκες. Οι δυνητικοί κίνδυνοι για το έμβρυο και το κύημα είναι άγνωστοι. Μελέτες σε ζώα έδειξαν τερατογόνες επιδράσεις. Αντενδείκνυται επίσης σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης που δεν χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης.
  • Θηλασμός
    αντενδείκνυται
    Η θειοκολχικοσίδη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα, επομένως η χρήση αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
  • Γονιμότητα
    Με προσοχή
    Σε μελέτη γονιμότητας σε αρουραίους, δεν παρατηρήθηκε διαταραχή της γονιμότητας σε δόσεις έως 12 mg/kg. Ωστόσο, η θειοκολχικοσίδη και οι μεταβολίτες της ασκούν ανευπλοειδογόνο δράση, γεγονός που αποτελεί παράγοντα κινδύνου για μείωση της γονιμότητας στον άνθρωπο.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η θειοκολχικοσίδη, είναι ένα συνθετικό παράγωγο θείου τηςκολχικοσίδης, μιας φυσικά απαντώμενης γλυκοσίδης που περιέχεται στο φυτό Colchicum autumnale. Η θειοκολχικοσίδη έχει επιλεκτική και ισχυρή συγγένεια για τους υποδοχείς γ-αμινοβουτυρικού οξέος Α…
monitor_heart
SPC-PATH-MUSCLE

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μυοχαλαρωτικά, άλλοι κεντρικώς δρώντες παράγοντες, συνδυασμοί θειοκολχικοσίδης και άλλα αναλγητικά και αντιπυρετικά: Κωδικός ATC:Μ03ΒΧ55 ### Θειοκολχικοσίδη Η θειοκολχικοσίδη είναι ένα μυοχαλαρωτικό, που αναστέλλει τις συσπάσεις…
biotech
SPC-PATH-MUSCLE

Φαρμακοκινητική

expand_more

Θειοκολχικοσίδη Απορρόφηση - Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της θειοκολχικοσίδης εμφανίζονται σε 30 λεπτά και φθάνουν τις τιμές των 113 ng/mL έπειτα από δόση των 4 mg και των 175 ng/mL έπειτα από δόση των 8 mg. Οι ανάλογες…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Η θειοκολχικοσίδη απορροφάται ταχέως μετά από από του στόματος χορήγηση και μεταβολίζεται σε 3 κύριους μεταβολίτες. Αρχικά, στα έντερα σε 3-δεμεθυλοκολχικίνη (ανενεργός μεταβολίτης). Αυτό το προϊόν μεταβολίζεται περαιτέρω στην κυκλοφορία είτε μέσω σύζευξης…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι ~25%. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, η Cmax της θειοκολχικοσίδης εμφανίζεται σε 30 λεπτά και φτάνει τιμές 113 ng/mL μετά από δόση 4 mg και 175 ng/mL μετά από δόση 8 mg. Οι αντίστοιχες τιμές AUC είναι 283 και 417…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Κρεατινίνη water_dropΝεφρική λειτουργία Παρουσία παρακεταμόλης
Ουρία water_dropΝεφρική λειτουργία Παρουσία παρακεταμόλης
Αλκαλική φωσφατάση (ALP) gastroenterologyΗπατική λειτουργία Παρουσία παρακεταμόλης
Αμινοτρανσφεράσες (ALT/AST) gastroenterologyΗπατική λειτουργία Παρουσία παρακεταμόλης
Αμμωνία gastroenterologyΗπατική λειτουργία Παρουσία παρακεταμόλης
Χολερυθρίνη gastroenterologyΗπατική λειτουργία Παρουσία παρακεταμόλης
Ουρικό οξύ scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Παρουσία παρακεταμόλης
Γλυκόζη αίματος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης Παρουσία παρακεταμόλης
Χρόνος προθρομβίνης (PT) water_dropΠηκτικότητα αίματος Δόσεις συντήρησης βαρφαρίνης και παρακεταμόλη
5-υδροξυινδολοξικό οξύ (5-HIAA) ούρων humidity_midΟυρολογικός / ανάλυση ούρων Ποιοτικές διαγνωστικές δοκιμές με νιτροζο-ναφθόλη και παρουσία παρακεταμόλης
Ουρικό οξύ ούρων humidity_midΟυρολογικός / ανάλυση ούρων Παρουσία παρακεταμόλης
Θεοφυλλίνη medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) Παρουσία παρακεταμόλης
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Γαλακτική αφυδρογονάση (LDH) more_horizΆλλο / λοιπά Παρουσία παρακεταμόλης
Μεταδρεναλίνη ούρων more_horizΆλλο / λοιπά Παρουσία παρακεταμόλης
Παγκρεατική λειτουργία (βεντιρομίδη) more_horizΆλλο / λοιπά Παρουσία παρακεταμόλης
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-PATH-MUSCLE
expand_more

Δοσολογία

Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας άνω των 16 ετών: Η συνιστώμενη δόση είναι 1 διαλυτό δισκίο εφάπαξ και μπορεί να επαναλαμβάνεται 2 έως 4 φορές την ημέρα. Η μέγιστη εφάπαξ δόση είναι 1 διαλυτό δισκίο, χορηγούμενη σε διαστήματα όχι μικρότερα των 6 ωρών. Η συνιστώμενη και μέγιστη δόση θειοκολχικοσίδης είναι 4 mg κάθε 6 ώρες (δηλ. 16 mg ημερησίως). Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να περιορίζεται σε 7 συνεχόμενες ημέρες. Πρέπει να αποφεύγονται οι δόσεις που υπερβαίνουν τις συνιστώμενες δόσεις ή η παρατεταμένη χρήση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια: Σε περιπτώσεις σοβαρής νεφρικής ανεπάρκειας (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 10 ml/min), συνίσταται μείωση της συνολικής ημερήσιας δόσης κατά 50%. Η μέγιστη συνιστώμενη εφάπαξ δόση είναι 2mg θειοκολχικοσίδης και 500mg παρακεταμόλης και το διάστημα μεταξύ των δόσεων συνίσταται να είναι τουλάχιστον 8 ώρες. Τα διαλυτά δισκία Path - Muscle, (4 + 1000) mg/δισκίο δεν πρέπει να χορηγούνται σε αυτή την ομάδα ασθενών. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια μπορούν να χορηγηθούν δισκία θειοκολχικοσίδης και παρακεταμόλης (2+500) mg/δισκίο.

Ηπατική ανεπάρκεια: Σε περίπτωση ηπατικής ανεπάρκειας, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 2 διαλυτά δισκία (2 g παρακεταμόλης). Το ελάχιστο διάστημα μεταξύ των δόσεων συνίσταται να είναι 8 ώρες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ηλικιωμένοι: Σε ηλικιωμένους ασθενείς παρατηρήθηκε αύξηση του χρόνου ημίσειας ζωής της παρακεταμόλης, οπότε συνιστάται η μείωση της δόσης των ενηλίκων κατά 25%.

Παιδιατρικός πληθυσμός: Το Path - Muscle δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 16 ετών για λόγους ασφάλειας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

block

Αντενδείξεις

SPC-PATH-MUSCLE
expand_more

Το Path - Muscle δεν πρέπει να χρησιμοποιείται:

  • σε ασθενείς με υπερευαισθησία στην παρακεταμόλη ή στη θειοκολχικοσίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης
  • κατά τη γαλουχία
  • σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης που δεν χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης
  • σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
  • σε περιπτώσεις χαλαρής παράλυσης ή μυϊκής υποτονίας
  • σε ασθενείς με σοβαρή αιμολυτική αναιμία.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-PATH-MUSCLE
expand_more

Η θειοκολχικοσίδη μπορεί να προκαλέσει επιληπτικές κρίσεις σε ασθενείς με επιληψία ή σε ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων.

Προκλινικές μελέτες έδειξαν ότι ένας από τους μεταβολίτες της θειοκολχικοσίδης (SL59.0955) προκάλεσε ανευπλοειδία (δηλ. άνισο αριθμό χρωμοσωμάτων σε διαιρούμενα κύτταρα) σε συγκεντρώσεις κοντά στην ανθρώπινη έκθεση, που παρατηρήθηκαν σε από του στόματος δόσεις των 8 mg δις ημερησίως (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η ανευπλοειδία θεωρείται παράγοντας κινδύνου για τερατογένεση, τοξικότητα στο έμβρυο/κύημα, αυτόματη αποβολή, μείωση της γονιμότητας του άρρενος και δυνητικό παράγοντα κινδύνου για καρκίνο. Ως προληπτικό μέτρο, η χρήση θειοκολχικοσίδης σε δόσεις που υπερβαίνουν τη συνιστώμενη δόση ή η μακροχρόνια θεραπεία θα πρέπει να αποφεύγονται (βλ. Δοσολογία). Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται προσεκτικά σχετικά με το δυνητικό κίνδυνο μίας πιθανής κύησης και για τα αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης που θα πρέπει να ακολουθούνται.

Η παρακεταμόλη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, αποφεύγοντας τη μακροχρόνια θεραπεία σε ασθενείς με αναιμία, ανεπάρκεια της 6-φωσφορικής αφυδρογονάση γλυκόζης, καρδιακές ή πνευμονικές παθήσεις ή με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Gilbert) και σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30 ml/min (βλ. Δοσολογία)) (η περιστασιακή χρήση είναι αποδεκτή στην τελευταία περίπτωση, αλλά η μακροχρόνια χορήγηση υψηλών δόσεων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων νεφρικών επιδράσεων). Η παρακεταμόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε περίπτωση: χρόνιου υποσιτισμού (χαμηλά αποθέματα ηπατικής γλουταθειόνης) και αφυδάτωσης.

Η χρήση του φαρμάκου μπορεί να προκαλέσει ηπατική βλάβη σε ασθενείς που καταναλώνουν αλκοόλ συστηματικά. Σε χρόνιους αλκοολικούς, δεν πρέπει να χορηγούνται περισσότερα από 2 g παρακεταμόλης ημερησίως.

Συνιστάται προσοχή σε ασθματικούς ασθενείς με υπερευαισθησία στο ακετυλοσαλικυλικό οξύ, διότι σε αυτούς τους ασθενείς έχουν περιγραφεί αντιδράσεις βρογχόσπασμου, με την χρήση παρακεταμόλης (διασταυρούμενη αντίδραση). Παρά το γεγονός ότι οι αντιδράσεις αυτές έχουν εκδηλωθεί μόνο σε μία μειοψηφία των προαναφερθέντων ασθενών, μπορεί να προκληθούν σοβαρές αντιδράσεις σε κάποιες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν χορηγείται σε υψηλές δόσεις.

Μην υπερβαίνετε την ημερήσια συνιστώμενη δόση. Οι δόσεις μεγαλύτερες από τις συνιστώμενες συνεπάγονται σοβαρό κίνδυνο για τον ήπαρ. Πρέπει να χορηγείται αντίδοτο το συντομότερο δυνατόν (βλ. Υπερδοσολογία). Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπερδοσολογίας, ελέγξτε την απουσία παρακεταμόλης στη σύνθεση άλλων φαρμάκων που λαμβάνονται ταυτόχρονα.

Εάν ο πόνος επιμένει για περισσότερο από 3 ημέρες ή επιδεινώνεται ή παρουσιάζονται άλλα συμπτώματα, θα πρέπει να διακόψετε τη θεραπεία και να συμβουλευτείτε τον ιατρό σας.

Αλληλεπιδράσεις με εργαστηριακές εξετάσεις

H παρακεταμόλη μπορεί να δώσει ψευδή αποτελέσματα στις τιμές των ακόλουθων αναλυτικών προσδιορισμών:

  • Αίμα: αύξηση τρανσαμινασών (ALT και AST), αλκαλικής φωσφατάσης, αμμωνίας, χολερυθρίνης, κρεατινίνης, γαλακτικής αφυδρογονάσης (LDH) και ουρίας, αύξηση γλυκόζης (παρεμβολή στην ανάλυση), θεοφυλλίνης και ουρικού οξέος. Αυξημένος χρόνος προθρομβίνης (σε ασθενείς με δόσεις συντήρησης βαρφαρίνης, αλλά χωρίς κλινική σημασία). Μείωση (παρεμβολή στην ανάλυση) γλυκόζης όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος οξειδάσης-υπεροξειδάσης.
  • Ουρία: μπορεί να εμφανιστούν ψευδώς αυξημένες τιμές μεταδρεναλίνης και ουρικού οξέος.
  • Δοκιμές παγκρεατικής λειτουργίας με χρήση βεντιρομίδης: η παρακεταμόλη, όπως η βεντιρομίδη, μεταβολίζεται προς αρυλαμίνη, αυξάνοντας έτσι την φαινομενική ποσότητα ανακτημένου παρα-αμινοβενζοϊκού οξέος (PABA). Συνιστάται η διακοπή της θεραπείας με παρακεταμόλη τουλάχιστον τρεις ημέρες πριν από τη χορήγηση της βεντιρομίδης.
  • Προσδιορισμός του 5-υδροξυινδολοξικού οξέος (5-HIAA) στα ούρα: Σε ποιοτικές διαγνωστικές δοκιμές που χρησιμοποιείται νιτροζο-ναφθόλη ως αντιδραστήριο, η παρακεταμόλη μπορεί να παράγει ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Οι ποσοτικές δοκιμές δεν επηρεάζονται.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-PATH-MUSCLE
expand_more

Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται σε μεγάλο ποσοστό στο ήπαρ και ενδέχεται να αλληλεπιδράσει με άλλα φάρμακα που χρησιμοποιούν τις ίδιες μεταβολικές οδούς ή δρουν επάγοντας ή αναστέλλοντας αυτές τις οδούς. Μερικοί από τους μεταβολίτες της είναι ηπατοτοξικοί, συνεπώς η συγχορήγησή της παρακεταμόλης με ισχυρούς επαγωγείς ενζύμων (ριφαμπικίνη, ορισμένα αντιεπιληπτικά, κλπ.) ενδέχεται να οδηγήσει σε αντιδράσεις ηπατοτοξικότητας, ειδικά όταν χορηγούνται υψηλές δόσεις παρακεταμόλης.

Ανάμεσα στις πιθανές πιο σχετικές αλληλεπιδράσεις, μπορούν να αναφερθούν οι ακόλουθες:

  • Από του στόματος αντιπηκτικά (ακενοκουμαρόλη, βαρφαρίνη): πιθανή ενίσχυση της αντιπηκτικής δράσης, μέσω αναστολής της ηπατικής σύνθεσης των παραγόντων πήξης. Ωστόσο, με δεδομένη τη φαινομενικά περιορισμένη κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης στους περισσότερους ασθενείς, όταν χορηγείται ταυτόχρονα αντιπηκτική θεραπεία, λαμβάνεται υπόψη εναλλακτική θεραπευτική προσέγγιση με σαλικυλικά. Ωστόσο, η δόση και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν χαμηλότερες, με περιοδική παρακολούθηση του INR.
  • Αιθυλική αλκοόλη: ενίσχυση της τοξικότητας της παρακεταμόλης, μέσω πιθανής επαγωγής ηπατικής παραγωγής ηπατοτοξικών μεταβολιτών της παρακεταμόλης.
  • Αντιχολινεργικά (γλυκοπυρρόνιο, προπανθελίνη): μείωση της απορρόφησης της παρακεταμόλης, με πιθανή αναστολή της δράσης της, λόγω της ελάττωσης της ταχύτητας της γαστρικής εκκένωσης.
  • Ορμονικά αντισυλληπτικά / Οιστρογόνα: μείωση των επιπέδων της παρακεταμόλης στο πλάσμα, με πιθανή αναστολή της δράσης της, λόγω πιθανής επαγωγής του μεταβολισμού της.
  • Αντιεπιληπτικά (φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, μεθυλοφαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη): μείωση της βιοδιαθεσιμότητας της παρακεταμόλης καθώς και ενίσχυση της ηπατοτοξικότητας σε υπερδοσολογία, λόγω επαγωγής του ηπατικού μεταβολισμού.
  • Ενεργός άνθρακας: μειώνει την απορρόφηση παρακεταμόλης όταν χορηγείται άμεσα μετά από υπερδοσολογία.
  • Χλωραμφενικόλη: ενίσχυση της τοξικότητας της χλωραμφενικόλης, λόγω πιθανής αναστολής του ηπατικού μεταβολισμού.
  • Διουρητικά της αγκύλης: παρόλο που η παρακεταμόλη μπορεί να μειώσει την ουρική απέκκριση των προσταγλανδινών, τα κλινικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι δεν επηρεάζει τη διούρηση ή τη νατριουρία που προκαλείται από τη φουροσεμίδη.
  • Ισονιαζίδη: μείωση της απομάκρυνσης της παρακεταμόλης, με πιθανή ενίσχυση της δράσης και / ή της τοξικότητάς της, λόγω αναστολής του ηπατικού μεταβολισμού της.
  • Λαμοτριγίνη: μείωση της βιοδιαθεσιμότητας της λαμοτριγίνης, με πιθανή μείωση της δράσης της, λόγω πιθανής επαγωγής ηπατικού μεταβολισμού της.
  • Μετοκλοπραμίδη και δομπεριδόνη: αύξηση της απορρόφησης της παρακεταμόλης στο λεπτό έντερο, λόγω της επίδρασης αυτών των φαρμάκων στη γαστρική κένωση.
  • Προβενεσίδη: αυξάνει τον χρόνο ημιζωής της παρακεταμόλης στο πλάσμα μειώνοντας την αποικοδόμηση και την ουρική απέκκριση των μεταβολιτών της.
  • Προπρανολόλη: αύξηση των επιπέδων της παρακεταμόλης στο πλάσμα, λόγω πιθανής αναστολής του ηπατικού μεταβολισμού.
  • Ρητίνες ιοντικής ανταλλαγής (χολεστυραμίνη): μείωση της απορρόφησης της παρακεταμόλης, με πιθανή αναστολή της δράσης της, λόγω σταθεροποίησης της παρακεταμόλης στο έντερο.
  • Ριφαμπικίνη: αύξηση της απομάκρυνσης της παρακεταμόλης και σχηματισμός ηπατοτοξικών μεταβολιτών της, λόγω πιθανής επαγωγής του ηπατικού μεταβολισμού της.
  • Ζιδοβουδίνη: Παρόλο που έχει περιγραφεί πιθανή ενίσχυση της τοξικότητας της ζιδοβουδίνης (ουδετεροπενία, ηπατοτοξικότητα) σε μεμονωμένες περιπτώσεις ασθενών, δεν φαίνεται να υπάρχει αλληλεπίδραση φαρμακοκινητικού χαρακτήρα μεταξύ των δύο φαρμάκων.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-PATH-MUSCLE
expand_more

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται παρακάτω κατηγοριοποιημένες ανάλογα με την κατηγορία οργάνου συστήματος (System Organ Class, SOC), με την ακόλουθη ταξινόμηση (κλίμακα συχνότητας):

  • Πολύ συχνές (≥ 1/10)
  • Συχνές (≥ 1 /100 έως <1/10)
  • Όχι συχνές (≥ 1/1000 έως <1/100)
  • Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1000)
  • Πολύ σπάνιες (< 1 / 10.000)
  • Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Θειοκολχικοσίδη

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος:

  • Σπάνιες: αγγειοοίδημα.
  • Πολύ σπάνιες: αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως κνίδωση, οίδημα του Quincke και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αναφυλακτικό σοκ.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος:

  • Σπάνιες: ανησυχία και προσωρινή αιμωδία, δυσφορία.
  • Πολύ σπάνιες: υπνηλία (βλ. Οδήγηση).

Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος:

  • Σπάνιες: διάρροια, γαστραλγία, ναυτία, έμετος και αίσθημα καύσου μετά τη χορήγηση.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:

  • Σπάνιες: αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις όπως κνησμός, ερύθημα, κηλιδοβλατιδώδη εξανθήματα και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, φυσαλιδοφλυκταινώδη εξανθήματα.

Παρακεταμόλη

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος:

  • Πολύ σπάνιες: Θρομβοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, αιμολυτική αναιμία.

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:

  • Πολύ σπάνιες: Υπογλυκαιμία.

Καρδιαγγειακές διαταραχές:

  • Σπάνιες: Υπόταση.

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων:

  • Σπάνιες: Αυξημένα επίπεδα ηπατικών τρανσαμινασών.
  • Πολύ σπάνιες: Ηπατοτοξικότητα (ίκτερος).

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών:

  • Πολύ σπάνιες: Άσηπτη πυουρία (θολά ούρα), αρνητικές νεφρικές επιδράσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της θέσης χορήγησης:

  • Σπάνιες: Δυσφορία.
  • Πολύ σπάνιες: Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, που κυμαίνονται από απλό δερματικό εξάνθημα ή κνίδωση, έως αναφυλακτικό σοκ. Η εμφάνισή τους απαιτεί τη διακοπή του φαρμάκου.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:

  • Πολύ σπάνιες: Έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές αντιδράσεις.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών: Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-PATH-MUSCLE
expand_more

Κύηση

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της θειοκολχικοσίδης σε έγκυες γυναίκες. Ως εκ τούτου, οι δυνητικοί κίνδυνοι για το έμβρυο και το κύημα είναι άγνωστοι. Οι μελέτες σε ζώα έδειξαν τερατογόνες επιδράσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η χρήση του Path - Muscle αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης, καθώς και σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης που δεν χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης (βλ. Αντενδείξεις).

Θηλασμός

Δεδομένου ότι η θειοκολχικοσίδη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα, η χρήση Path - Muscle αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Αντενδείξεις).

Γονιμότητα

Σε μία μελέτη γονιμότητας που πραγματοποιήθηκε σε αρουραίους, δεν παρατηρήθηκε διαταραχή της γονιμότητας, σε δόσεις θειοκολχικοσίδης έως και 12 mg/kg, δηλ. δόσεις που δεν έχουν καμία κλινική δραση. Η θειοκολχικοσίδη και οι μεταβολίτες της ασκούν ανευπλοειδογόνο δράση σε διαφορετικά επίπεδα συγκέντρωσης, γεγονός που αποτελεί παράγοντα κινδύνου για μείωση της γονιμότητας στον άνθρωπο (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-PATH-MUSCLE
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μυοχαλαρωτικά, άλλοι κεντρικώς δρώντες παράγοντες, συνδυασμοί θειοκολχικοσίδης και άλλα αναλγητικά και αντιπυρετικά: Κωδικός ATC:Μ03ΒΧ55

Θειοκολχικοσίδη

Η θειοκολχικοσίδη είναι ένα μυοχαλαρωτικό, που αναστέλλει τις συσπάσεις και χρησιμοποιείται σε ρευματικές και τραυματικές καταστάσεις και για την ανακούφιση της υπερτονίας της μήτρας. Τα πειραματικά δεδομένα δείχνουν ότι η θειοκολχικοσίδη δρα στο ΚΝΣ ως αγωνιστής του ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή GABA, αλληλεπιδρώντας, με υψηλή εκλεκτικότητα, με τους γκαμπαμινεργικούς υποδοχείς. Επίσης, έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει μεγάλη συγγένεια με τους γλυκινεργικούς υποδοχείς, οι οποίοι είναι ευαίσθητοι στη στρυχνίνη. Η υψηλή δραστικότητα των γκαμπαμινεργικών και γλυκινεργικών υποδοχέων και η δράση της ως αγωνιστής σε αυτούς, εξηγεί την ανασταλτική δράση της στο ΚΝΣ που εκδηλώνεται με μείωση του μυϊκού τόνου, δηλαδή, δρα σαν μυοχαλαρωτικό. Αυτός ο μηχανισμός δράσης είναι συγκρίσιμος με αυτόν της βακλοφαίνης, ενός λιπόφιλου παραγώγου του GABA, ο οποίος δρα ως εκλεκτικός αγωνιστής στους προσυναπτικούς υποδοχείς GABA (Β) και μειώνει τους επώδυνους σπασμούς των καμπτήρων ή των εκτεινόντων μυών.

Παρακεταμόλη

Η παρακεταμόλη έχει αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της παρακεταμόλης είναι άγνωστος, αν και είναι γνωστό ότι δρα σε επίπεδο Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και σε μικρότερο βαθμό εμποδίζει την παραγωγή επώδυνων ώσεων στο περιφερειακό νευρικό σύστημα. Πιστεύεται ότι η Παρακεταμόλη αυξάνει την ουδό του πόνου αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών, μέσω της αναστολής των κυκλοοξυγενασών στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (συγκεκριμένα της COX-3). Ωστόσο, η παρακεταμόλη δεν αναστέλλει σε σημαντικό βαθμό τις κυκλοοξυγενάσες σε περιφερικούς ιστούς. Η παρακεταμόλη διεγείρει τη δραστικότητα των καταρροϊκών σεροτονινεργικών σηματοδοτικών μονοπαθιών που εμποδίζουν τη μετάδοση σημάτων άλγους από τους περιφερειακούς ιστούς προς το νωτιαίο μυελό. Στο πλαίσιο αυτό, πειραματικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι η ενδορραχιαία χορήγηση ανταγωνιστών διαφόρων υποτύπων των σεροτονινεργικών υποδοχέων μπορεί να υπερισχύει έναντι της αναλγητικής δράσης της παρακεταμόλης. Η αντιπυρετική δράση σχετίζεται με την αναστολή της σύνθεσης της PGE1 στον υποθάλαμο, που είναι το όργανο που συντονίζει την διαδικασία της θερμορρύθμισης.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-PATH-MUSCLE
expand_more

Θειοκολχικοσίδη

Απορρόφηση

  • Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της θειοκολχικοσίδης εμφανίζονται σε 30 λεπτά και φθάνουν τις τιμές των 113 ng/mL έπειτα από δόση των 4 mg και των 175 ng/mL έπειτα από δόση των 8 mg. Οι ανάλογες τιμές της AUC είναι 283 και 417 ng.h/mL, αντίστοιχα. Ο φαρμακολογικά ενεργός μεταβολίτης SL18.0740 παρατηρείται, επίσης, σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις με Cmax της τάξεως των 11,7 ng/mL 5 ώρες μετά τη δόση και AUC 83 ng.h/mL. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τον ανενεργό μεταβολίτη SL59.0955.
  • Μετά την από του στόματος χορήγηση η θειοκολχικοσίδη δεν ανιχνεύεται στο πλάσμα. Μόνο δύο μεταβολίτες παρατηρούνται: Ο φαρμακολογικά ενεργός μεταβολίτης SL18.0740 και ένας ανενεργός μεταβολίτης, ο SL59.0955. Και για τους δύο μεταβολίτες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα εμφανίζονται 1 ώρα μετά τη χορήγηση της θειοκολχικοσίδης. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση θειοκολχικοσίδης 8 mg, οι Cmax και AUC του SL18.0740 είναι περίπου 60 ng/mL και 130 ng.h/mL αντίστοιχα. Για τον SL59.0955 οι τιμές αυτές είναι πολύ χαμηλότερες: Η Cmax είναι περίπου 13 ng/mL και η AUC κυμαίνεται από 15,5 ng.h/mL (έως τις 3 ώρες) έως 39,7 ng.h/mL (έως τις 24 ώρες).

Κατανομή Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της θειοκολχικοσίδης υπολογίζεται σε περίπου 42,7 L μετά από ενδομυϊκή χορήγηση των 8 mg. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τους δύο μεταβολίτες.

Βιομετασχηματισμός Μετά την από του στόματος χορήγηση, η θειοκολχικοσίδη μεταβολίζεται αρχικά στην αγλυκόνη 3-demethyltiocolchicine ή SL59.0955. Το στάδιο αυτό λαμβάνει χώρα κυρίως λόγω μεταβολισμού στο έντερο, γεγονός που εξηγεί την απουσία αμετάβλητης θειοκολχικοσίδης στη συστηματική κυκλοφορία μέσω αυτής της οδού χορήγησης. Εν συνεχεία πραγματοποιείται γλυκουρονική σύζευξη του SL59.0955 σε SL18.0740 που έχει ισοδύναμη φαρμακολογική δράση με τη θειοκολχικοσίδη και, ως εκ τούτου, υποστηρίζει τη φαρμακολογική δράση μετά την από του στόματος χορήγηση της θειοκολχικοσίδης. Ο SL59.0955 επίσης απομεθυλιώνεται σε didemethyl-thiocolchicine.

Αποβολή

  • Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, ο φαινομενικός χρόνος ημιζωής (t 1/2) της θειοκολχικοσίδης είναι 1,5 ώρες και η κάθαρση στο πλάσμα 19,2 L/h.
  • Μετά από χορήγηση από του στόματος, η συνολική ραδιενέργεια αποβάλλεται κυρίως στα κόπρανα (79%) ενώ η απέκκριση στα ούρα αντιπροσωπεύει μόνο το 20%. Δεν απεκκρίνεται αμετάβλητη θειοκολχικοσίδη στα ούρα ή στα κόπρανα. Ο SL18.0740 και ο SL59.0955 εμφανίζονται στα ούρα και στα κόπρανα ενώ η didemethyl-thiocolchicine ανακτάται μόνο στα κόπρανα. Μετά από την από του στόματος χορήγηση θειοκολχικοσίδης, ο μεταβολίτης SL18.0740 αποβάλλεται με φαινομενικό t 1/2 που κυμαίνεται από 3,2 έως 7 ώρες ενώ ο μεταβολίτης SL59.0955 έχει μέση τιμή t 1/2 της τάξεως των 0,8 ωρών.

Παρακεταμόλη

Απορρόφηση: Η παρακεταμόλη όταν χορηγείται από το στόμα έχει βιοδιαθεσιμότητα 75 - 85%. Η απορρόφησή της είναι ταχεία και πλήρης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, ως συνάρτηση της φαρμακοτεχνικής μορφής με τον χρόνο, επιτυγχάνονται 0,5 - 2 ώρες μετά τη κατάποση. Τα φάρμακα που καθυστερούν τη γαστρική κένωση καθυστερούν επίσης την απορρόφηση της παρακεταμόλης.

Κατανομή: Η παρακεταμόλη που απορροφάται, κατανέμεται ταχέως και ομοιόμορφα σε όλα τα σωματικά διαμερίσματα, με τα χαμηλότερα επίπεδα της να ανιχνεύονται στο λιπώδη ιστό και στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Το ποσοστό της πρωτεϊνικής σύνδεσης της παρακεταμόλης είναι 10%. Το μέγιστο θεραπευτικό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται 1 - 3 ώρες μετά από την κατάποση και η διάρκεια δράσης της είναι 3 - 4 ώρες.

Μεταβολισμός: Η παρακεταμόλη υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου και ακολουθεί γραμμική κινητική. Παρόλαυτα, η γραμμικότητα αυτή δεν ακολουθείται σε δόσεις μεγαλύτερες των 2 g. Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ (90-95%). Μεγαλύτερες δόσεις από τις θεραπευτικές μπορεί να οδηγήσουν σε κορεσμό των συνήθων μηχανισμών ηπατικού μεταβολισμού και λόγω της εξάντλησης των αποθεμάτων γλουταθειόνης ενεργοποιούνται μεταβολικά μονοπάτια που αυξάνουν ηπατοτοξικούς και πιθανόν νεφροτοξικούς μεταβολίτες.

Αποβολή: Η αποβολή γίνεται κυρίως με τα ούρα ύστερα από γλυκουρονιδίωση και σε μικρότερο βαθμό σύζευξη με θειικό οξύ και κυστεΐνη. Λιγότερο από 5% αποβάλλεται αμετάβλητο. Ο χρόνος ημιζωής (t 1/2) είναι 1,5 - 3 ώρες (αυξάνεται σε περίπτωση υπερδοσολογίας και σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε παιδιά).

Φυσιοπαθολογικές αλλαγές

Νεφρική ανεπάρκεια: Σε περίπτωση σοβαρής νεφρικής ανεπάρκειας (κάθαρση κρεατινίνης < 10ml/min), η αποβολή της παρακεταμόλης και των μεταβολιτών της επιβραδύνεται.

Ηλικιωμένα άτομα: Η ικανότητα σύζευξης παραμένει αναλλοίωτη. Έχει παρατηρηθεί αύξηση του χρόνου ημιζωής της παρακεταμόλης.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

7.7 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

12.8%
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
PubChem
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
9915886
Μοριακός τύπος
C27H33NO10S
Μοριακό βάρος
563.6
IUPAC
N-[(7S)-1,2-dimethoxy-10-methylsulfanyl-9-oxo-3-[(2S,3R,4S,5S,6R)-3,4,5-trihydroxy-6-(hydroxymethyl)oxan-2-yl]oxy-6,7-dihydro-5H-benzo[a]heptalen-7-yl]acetamide
InChIKey
LEQAKWQJCITZNK-AXHKHJLKSA-N