Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L03AX11 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

TASONERMIN

Τασονερμίνη

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Chemical structure of TASONERMIN

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-BEROMUN

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ήπια υπερθερμική περιοχική έγχυση άκρου (ILP)
Χορήγηση:
90 λεπτά
Δόση έναρξης:
Beromun 3 mg (άνω άκρο) ή 4 mg (κάτω άκρο)
  • Ενήλικες (Άνω άκρο, Beromun)
    Δόση3 mg
    συνολική δόση με ILP
  • Ενήλικες (Κάτω άκρο, Beromun)
    Δόση4 mg
    συνολική δόση με ILP
  • Ενήλικες (Άνω άκρο, Μελφαλάνη)
    Δόση13 mg/ανά λίτρο διαποτιζόμενου όγκου
    Μέγ. δόση150 mg
    υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο λίτρου-όγκου Wieberdink
  • Ενήλικες (Κάτω άκρο, Μελφαλάνη)
    Δόση10 mg/ανά λίτρο διαποτιζόμενου όγκου
    Μέγ. δόση150 mg
    υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο λίτρου-όγκου Wieberdink
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-BEROMUN

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Σοβαρή καρδιαγγειακή νόσος
    Πληθυσμόςπ.χ. συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (New York Heart Association Class II, III ή IV), σοβαρή στηθάγχη, καρδιακές αρρυθμίες, έμφραγμα μυοκαρδίου εντός διαστήματος 3 μηνών πριν τη θεραπεία, φλεβική θρόμβωση, περιφερική αποφρακτική αρτηριακή νόσο, πρόσφατη πνευμονική εμβολή
  • Σοβαρή πνευμονική διαταραχή
  • Πρόσφατο ιστορικό πεπτικού έλκους ή ενεργό πεπτικό έλκος
  • Σοβαρού βαθμού ασκίτης
  • Σοβαρές αιματολογικές διαταραχές
    Πληθυσμόςπ.χ. λευκοκύτταρα< 2.5 x 10^9/l, αιμοσφαιρίνη < 9g/dl, αιμοπετάλια < 60 x 10^9/l, αιμορραγική διάθεση ή ενεργός αιμορραγία
  • Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
    Πληθυσμόςπ.χ. νεφρωσικό σύνδρομο, κρεατινίνη ορού > 150 μmol/l ή κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/λεπτό
  • Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
    Πληθυσμόςπ.χ. >2πλασίου του άνω ορίου των φυσιολογικών επιπέδων της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST), της αλανινικής αμινοτρανσφεράσης (ALT) ή της αλκαλικής φωσφατάσης ή επίπεδο χολερυθρίνης>1.25πλασίου του άνω ορίου της φυσιολογικής τιμής
  • Υπερασβεστιαιμία > 12mg/dl (2.99 mmol/l)
  • Χορήγηση αγγειοσυσπαστικών παραγόντων
    ΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους αντενδείκνυται η χορήγηση
  • Χορήγηση αντιπηκτικών
    ΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους αντενδείκνυται η χορήγηση
  • Ταυτόχρονη χορήγηση καρδιοτοξικών φαρμάκων (πχ. ανθρακυκλίνες)
  • Κύηση και γαλουχία (βλ. Κύηση και γαλουχία)
  • Αντενδείξεις στην μελφαλάνη (βλ. Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος της μελφαλάνης)
  • Σοβαρού βαθμού ασκίτης
    Πληθυσμόςγια τη διαδικασία ILP
  • Σοβαρού βαθμού λεμφοίδημα του άκρου
    Πληθυσμόςγια τη διαδικασία ILP
  • Χορήγηση αγγειοσυσπαστικών παραγόντων
    ΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους αντενδείκνυται η χορήγηση (για τη διαδικασία ILP)
  • Χορήγηση αντιπηκτικών
    ΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους αντενδείκνυται η χορήγηση (για τη διαδικασία ILP)
  • Παρακολούθηση με ραδιενεργούς ανιχνευτές
    ΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους αντενδείκνυται η παρακολούθηση (για τη διαδικασία ILP)
  • Υπερθερμία άκρου
    ΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους αντενδείκνυται η υπερθερμία (για τη διαδικασία ILP)
  • Παροχή αίματος περιφερικά του όγκου εξαρτάται σε υψηλό βαθμό από αγγεία που σχετίζονται με τον όγκο
    ΠληθυσμόςΑσθενείς για τους οποίους υπάρχει η υποψία (για τη διαδικασία ILP)
  • Κύηση και γαλουχία
    Πληθυσμόςγια τη διαδικασία ILP
warning
SPC-BEROMUN

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Εκτέλεση ILP
    Πρέπει να εκτελείται μόνο σε ειδικά κέντρα από χειρουργικές ομάδες με εμπειρία στην αντιμετώπιση των σαρκωμάτων άκρων και την τεχνική της ΙLP, με άμεσα διαθέσιμη μονάδα εντατικής θεραπείας και με τα τεχνικά μέσα για τη συνεχή παρακολούθηση της διαφυγής του φαρμακευτικού προϊόντος στη συστηματική κυκλοφορία. Το Beromun δεν πρέπει να χορηγείται συστηματικώς.
  • Μελφαλάνη
    Αναφερθείτε στην Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (SPC) της μελφαλάνης πριν την έναρξη μιας περιοχικής έγχυσης άκρου.
  • Γενική αναισθησία και μηχανικός αερισμός
    Πρέπει να εφαρμόζονται σύμφωνα με πρότυπες μεθόδους. Να διατηρείται σταθερό επίπεδο αναισθησίας ούτως ώστε να προλαμβάνονται μεγάλες διακυμάνσεις της συστηματικής αρτηριακής πιέσεως.
  • Προφύλαξη και αντιμετώπιση πυρετού, ρίγους και συμπτωμάτων τύπου γρίπης
    Χορήγηση παρακεταμόλης (από του στόματος ή με υπόθετο) ή εναλλακτικά με άλλο αναλγητικό/αντιπυρετικό πριν την έναρξη της περιοχικής έγχυσης άκρου (ILP).
  • Προφύλαξη καταπληξίας
    Οι ασθενείς πρέπει πάντα να ενυδατώνονται πριν, κατά την διάρκεια και μετά τη διαδικασία έγχυσης. Πρόσθετα υγρά ανανήψεως (κρυσταλλοειδή και κολλοειδή υγρά) πρέπει να είναι διαθέσιμα για την αύξηση του όγκου του αίματος. Ένας αγγειοσυσπαστικός παράγοντας όπως η ντοπαμίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά την διάρκεια της ILP διαδικασίας όπως και στη μετεγχειρητική περίοδο. Σε περίπτωση σοβαρής καταπληξίας πριν το τέλος της ILP, η έγχυση άκρου πρέπει να διακοπεί και κατάλληλη θεραπεία να χορηγηθεί.
  • Διαφυγή του εγχύματος προς την συστηματική κυκλοφορία
    Η ταχύτητα έγχυσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 40 ml/λίτρο όγκου άκρου ανά λεπτό. Ρύθμιση της ταχύτητας ροής και της αιμοστατικής ταινίας. Η έγχυση πρέπει να σταματήσει εάν η αθροιστική διαφυγή στη συστηματική κυκλοφορία υπερβεί το 10% και να ακολουθήσει διαδικασία έκπλυσης με χρησιμοποίηση τουλάχιστον 2 λίτρων ενδοφλέβιας εγχύσεως dextran 70 ή παρόμοιου υγρού.
  • Διαδικασία έκπλυσης μετά την ILP
    Πρέπει πάντοτε να ακολουθείται από τη διαδικασία έκπλυσης χρησιμοποιώντας ενδοφλέβιας εγχύσεως dextran 70 ή άλλο παρόμοιο διάλυμα. Η έκπλυση συνεχίζεται έως ότου επιτευχθεί πλήρης κάθαρση της φλεβικής κυκλοφορίας.
  • Στέρηση οξυγόνου στο άκρο
    Πρέπει να ληφθούν μέτρα ώστε οι περίοδοι στερήσεως οξυγόνου στο άκρο να είναι όσο το δυνατόν πιο σύντομες (20 λεπτά το ανώτατο).
  • Χειρουργική αφαίρεση του υπολοίπου του όγκου
    Θα πρέπει να λαμβάνει χώρα όποτε είναι δυνατό.
  • Δεύτερη ILP
    Όταν απαιτείται θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μιας δεύτερης ILP 6-8 εβδομάδες μετά την πρώτη ILP. Οι ιατροί πρέπει να λάβουν υπόψη το ρυθμό διαφυγής της προηγούμενης ILP.
  • Μέγιστη ανεκτή δόση (ΜΑΔ) του tasonermin
    Η ΜΑΔ για την ILP είναι 4 mg. Όποτε υπάρχει σημαντική συστηματική διαφυγή του tasonermin πρέπει να αναμένονται σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • Συνδυασμοί με καρδιοτοξικές ουσίες (π.χ. ανθρακυκλίνες)
    Θα πρέπει να αποφεύγονται διότι η tasonermin είναι πιθανόν να επάγει την καρδιοτοξικότητα.
  • Ταυτόχρονη χορήγηση παραγόντων που προκαλούν σημαντική υπόταση
    Δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Ρουτίνα θεραπευτικών μέτρων κατά την ILP και μετεγχειρητικά
    Χρησιμοποιούνται αναισθητικά, αναλγητικά, αντιπυρετικά, ενδοφλέβια υγρά, αντιπηκτικά και αγγειοσυσπαστικά φάρμακα. Πρέπει να δίδεται προσοχή (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Ενδείξεις συστηματικής τοξικότητας
    Εάν εμφανισθούν πυρετός, καρδιακές αρρυθμίες, καταπληξία/υπόταση, σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των ενηλίκων (ARDS), πρέπει να χρησιμοποιηθούν γενικά υποστηρικτικά μέτρα και ο ασθενής να μεταφερθεί σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας για παρακολούθηση. Προτείνεται χρήση ουσιών που αυξάνουν τον όγκο του αίματος και αγγειοσυσπαστικών παραγόντων. Εάν εμφανισθεί ARDS μπορεί να χρειασθεί υποστήριξη τεχνητής αναπνοής.
  • Σύνδρομο διαμερισμάτων
    Πληθυσμόςμεμονωμένοι ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε Beromun
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη θεραπεία των τριών πρώτων ημερών μετά την ILP. Σε περίπτωση που τεθεί κλινική διάγνωση, να εξεταστεί τομή των περιτονιών και προκλητή διούρηση και αλκαλοποίηση των ούρων εάν εμφανιστεί μυϊκή βλάβη.
  • Περιεκτικότητα νατρίου
    Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από ασθενείς σε δίαιτα ελεγχόμενου νατρίου.
  • Ελαστικό λάτεξ στον περιέκτη
    Μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις.
swap_horiz
SPC-BEROMUN

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Ιντερφερόνη-γ
    προσοχή
    Αύξηση της συνολικής συχνότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών
  • Καρδιοτοξικοί παράγοντες (π.χ. ανθρακυκλίνες)
    αντένδειξη
    Αύξηση της καρδιοτοξικότητας του tasonermin
    ΣύστασηΟι συνδυασμοί πρέπει να αποφευχθούν
  • Αναισθητικά, αναλγητικά, αντιπυρετικά, ενδοφλέβια υγρά, αντιπηκτικά και αγγειοσυσπαστικά φάρμακα
    προσοχή
    Δεν υπάρχουν ενδείξεις ανταγωνισμού των φαρμακοδυναμικών επιδράσεων του tasonermin
    ΣύστασηΠρέπει να δίδεται μεγάλη προσοχή
  • Παράγοντες που μπορούν να προκαλέσουν σημαντική υπόταση
    αντένδειξη
    Υπόταση
    ΣύστασηΔεν συνίσταται χορήγηση
  • Αλληλεπιδράσεις άλλων φαρμάκων με μελφαλάνη
    ΣύστασηΗ Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (SPC) της μελφαλάνης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη
sick
SPC-BEROMUN

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Λοίμωξη
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Μόλυνση τραύματος (Συχνές)
  • Σήψη (Όχι συχνές)
Αίμα
  • Λευκοπενία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Θρομβοκυτοπενία (Συχνές)
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (Συχνές)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Κάκωση νεύρου (Συχνές)
  • Περιφερική νευροτοξικότητα (Συχνές)
  • Μεταβολές του επιπέδου συνείδησης (Συχνές)
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
Καρδιακές διαταραχές
  • Αρρυθμία (Πολύ συχνές)
Καρδιά
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
Αγγειακές διαταραχές
  • Φλεβική θρόμβωση (Συχνές)
  • Αρτηριακή θρόμβωση (Συχνές)
  • Καταπληξία (Συχνές)
  • Περιφερική αποφρακτική αρτηριακή νόσος (Όχι συχνές)
Αγγειακές
  • Υπόταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (Συχνές)
Αναπνευστικό
  • Πνευμονικό οίδημα
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Δυσκοιλιότητα
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Διαβρωτική γαστρίτιδα (Όχι συχνές)
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Ηπατοτοξικότητα (Πολύ συχνές)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Δερματική αντίδραση (Πολύ συχνές)
  • Νέκρωση δέρματος (Συχνές)
  • Τελεία πτώση των ονύχων (απώλεια νυχιών) (Όχι συχνές)
Γενικές
  • Περιφερικό οίδημα
  • Πυρετός
  • Ρίγη
  • Κόπωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Σύνδρομο διαμερίσματος (Συχνές)
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
  • Άλγος
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Πρωτεϊνουρία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Νεφρική ανεπάρκεια οξεία (Όχι συχνές)
Δέρμα
  • Νυκτερινές εφιδρώσεις
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Χειρουργικοί και άλλοι ιατρικοί χειρισμοί
  • Νέκρωση των άκρων, αρκετά σοβαρή ώστε να αιτιολογεί ακρωτηριασμό (Συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άλγος
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Πολύ συχνές
  • Δερματική αντίδραση
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Ηπατοτοξικότητα
    Ήπαρ
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Πυρετός
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Ανοσοποιητικό
    Συχνές
  • Αρτηριακή θρόμβωση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Θρομβοκυτοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Κάκωση νεύρου
    Τραυματισμοί
    Συχνές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιά
    Συχνές
  • Καταπληξία
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Μεταβολές του επιπέδου συνείδησης
    Νευρικό
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μόλυνση τραύματος
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Νέκρωση δέρματος
    Δέρμα
    Συχνές
  • Νέκρωση των άκρων (αρκετά σοβαρή ώστε να αιτιολογεί ακρωτηριασμό)
    Χειρουργικοί και άλλοι ιατρικοί χειρισμοί
    Συχνές
  • Νυκτερινές εφιδρώσεις
    Δέρμα
    Συχνές
  • Περιφερική νευροτοξικότητα
    Νευρικό
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Πρωτεϊνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Σύνδρομο διαμερίσματος
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Φλεβική θρόμβωση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Απώλεια νυχιών
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Διαβρωτική γαστρίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερική αποφρακτική αρτηριακή νόσος
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Πνευμονικό οίδημα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Σήψη
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-BEROMUN

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    αντενδείκνυται
    Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση του tasonermin σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς σε σχέση με τις επιδράσεις στην κύηση και στην ανάπτυξη του εμβρύου και την ανάπτυξη μετά την γέννηση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο πιθανός κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
  • Θηλασμός
    αντενδείκνυται για 7 ημέρες μετά την ILP
    Δεν είναι γνωστό εάν το tasonermin απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Εξαιτίας του άγνωστου κινδύνου για το βρέφος.
  • Γονιμότητα
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία
    για την πιθανή επίδραση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος στη γονιμότητα των ανδρών και των γυναικών.
neurology
SPC-BEROMUN

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Άλλα ανοσοδιεγερτικά, κωδικός ATC: L03A Χ11 ### Μηχανισμός δράσης Η in vivo αντινεοπλασματική δράση πιθανώς στηρίζεται σε άμεσες και έμμεσες επιδράσεις. * Άμεση αναστολή πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων: In vitro,…

monitor_heart
SPC-BEROMUN

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Άλλα ανοσοδιεγερτικά, κωδικός ATC: L03A Χ11 ### Μηχανισμός δράσης Η in vivo αντινεοπλασματική δράση πιθανώς στηρίζεται σε άμεσες και έμμεσες επιδράσεις. * Άμεση αναστολή πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων: In vitro,…

biotech
SPC-BEROMUN

Φαρμακοκινητική

expand_more

Συστηματική Φαρμακοκινητική Οι πληροφορίες για την συστηματική φαρμακοκινητική του tasonermin είναι λίγες. Έχει παρατηρηθεί μια δοσοεξαρτώμενη κινητική καθώς σε αυξανόμενες δόσεις έχουμε μείωση στην κάθαρση και αύξηση του χρόνου ημιζωής. Ο τελικός χρόνος…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Διούρηση water_dropΝεφρική λειτουργία συστηματικά 24-48 ώρες μετά την ILP ή και αργότερα εάν συνιστάται
Νεφρική λειτουργία water_dropΝεφρική λειτουργία στενή παρακολούθηση Ενδείξεις συστηματικής τοξικότητας
Ηπατική λειτουργία gastroenterologyΗπατική λειτουργία στενή παρακολούθηση Ενδείξεις συστηματικής τοξικότητας
Ερυθροκύτταρα bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος συνεχής παρακολούθηση
Λευκωματίνη ορού scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά συνεχής παρακολούθηση
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία Κατά τη διάρκεια της ILP
συστηματικά 24-48 ώρες μετά την ILP ή και αργότερα εάν συνιστάται
Κλινική παρακολούθηση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) κατά τη θεραπεία των τριών πρώτων ημερών μετά την ILP
cardiology

ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) συστηματικά 24-48 ώρες μετά την ILP ή και αργότερα εάν συνιστάται
Κεντρική φλεβική πίεση (CVP) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) Κατά τη διάρκεια της ILP
Πίεση πνευμονικής αρτηρίας cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά)
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-BEROMUN
expand_more

Η θεραπεία αυτή πρέπει να γίνεται σε ειδικά κέντρα από χειρουργικές ομάδες που έχουν εμπειρία στην αντιμετώπιση των σαρκωμάτων άκρων και την τεχνική της περιοχικής έγχυσης άκρου, με άμεσα διαθέσιμη μονάδα εντατικής θεραπείας και με τα μέσα για συστηματική παρακολούθηση της ροής του φαρμακευτικού προϊόντος στη συστηματική κυκλοφορία.

Δοσολογία

Beromun:

  • Άνω άκρο: 3 mg συνολικής δόσης με ILP
  • Κάτω άκρο: 4 mg συνολικής δόσης με ILP

Μελφαλάνη: Η δοσολογία με μελφαλάνη πρέπει να υπολογισθεί σύμφωνα με τη μέθοδο λίτρου-όγκου Wieberdink (Wieberdink J, Benckhuysen C, Braat RP, van Slooten EA, Olthius GAA. Dosimetry in isolation perfusion of the limbs by assessments of perfused tissue volume and grading of toxic tissue reactions. Eur J Cancer Clin Oncol 1982; 18: 905-910.), με μέγιστη δόση 150 mg.

  • 13 mg/ ανά λίτρο διαποτιζόμενου όγκου άνω άκρου
  • 10 mg/ ανά λίτρο διαποτιζόμενου όγκου κάτω άκρου

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Beromun σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης

Προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν πριν από τον χειρισμό ή τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος

Συνιστάται η χρήση γαντιών, κατά την προετοιμασία και χειρισμό των διαλυμάτων Beromun. Εάν το Beromun ξηρά κόνις ή το ανασυσταθέν διάλυμα έρθει σε επαφή με το δέρμα ή με τους βλεννογόνους σας, πρέπει να καθαρισθούν με νερό σχολαστικά.

Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, (βλ. παράγραφο 6.6).

Το Beromun πρέπει να χορηγείται μέσω ήπιας υπερθερμικής ILP. Το κύκλωμα έγχυσης (κυλινδρική αντλία, οξυγονοποιητής με ενσωματωμένη δεξαμενή, θερμοανταλλάκτης, σωλήνες σύνδεσης) πρέπει να προετοιμάζεται πριν το χειρουργείο και να προγεμίζεται με 700 έως 800 ml υγρού διάχυσης, με αιματοκρίτη 0.25 έως 0.30.

Το επίπεδο έγχυσης πρέπει να επιλέγεται έτσι ώστε να καλύπτει τους προσβληθέντες ιστούς επαρκώς (αποδεκτές οδοί χορήγησης είναι έξω λαγόνιος, κοινή μηριαία, μηροιγνυακή, ιγνυακή, μασχαλιαία και βραχιόνια) και τους εισαγόμενους καθετήρες. Πρέπει να εμποδίζεται η εξωτερική απώλεια θερμότητας του άκρου μέσω εφαρμογής θερμικών σκεπασμάτων, η δε θερμοκρασία του άκρου πρέπει να παρακολουθείται διαρκώς με τη χρήση θερμικών ανιχνευτών που εισάγονται στον υποδόριο ιστό και στον μυ. Εάν δεν έχουν προσβληθεί, το χέρι ή πόδι πρέπει να προστατεύονται με τη χρήση επιδέσμων Esmarch. Μία αιμοστατική ταινία πρέπει να εφαρμόζεται στο εγγύς άκρο.

Μετά την σύνδεση του άκρου στο κύκλωμα έγχυσης, η ταχύτητα ροής πρέπει να ρυθμίζεται στα 35 έως 40 ml/ λίτρο όγκου του άκρου ανά λεπτό και η διαφυγή από το άκρο προς τη συστηματική κυκλοφορία να ελέγχεται με τη χρήση τεχνικής ραδιενεργού ανιχνευτή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Μπορεί να χρειαστεί ρύθμιση της ταχύτητας ροής και της αιμοστατικής ταινίας για διασφάλιση μιας σταθερής διαφυγής από το κύκλωμα έγχυσης προς τη συστηματική κυκλοφορία (το επίπεδο συστηματικής ραδιενέργειας έχει φτάσει σε σταθερό επίπεδο) η οποία δεν υπερβαίνει το 10%. Το Beromun πρέπει να χορηγείται μόνο εάν η διαφυγή είναι μικρότερη του 10%.

Όταν η θερμοκρασία στον περιφερικό υποδόριο ιστό του άκρου φθάσει >38°C (αλλά όχι πάνω από 39°C) και το pH του υγρού διάχυσης είναι μεταξύ 7.2 και 7.35, το Beromun πρέπει να ενίεται εφ΄άπαξ στην αρτηριακή γραμμή του κυκλώματος. Μετά την έγχυση μόνο του Beromun για 30 λεπτά, η μελφαλάνη θα πρέπει να προστεθεί εφάπαξ στη δεξαμενή του κυκλώματος, ή αργά στην αρτηριακή γραμμή του κυκλώματος. Ακολούθως, η θερμοκρασία θα πρέπει να αυξηθεί >39°C (αλλά όχι πάνω από 40°C) σε δύο διαφορετικά σημεία μέτρησης στην περιοχή του όγκου. Η διάρκεια της έγχυσης του διαλύματος που περιέχει και μελφαλάνη πρέπει να είναι 60 λεπτά. Έτσι η συνολική διάρκεια έγχυσης πρέπει να είναι 90 λεπτά.

Στο τέλος της έγχυσης, το υγρό εγχύσεως πρέπει να συλλεχθεί στη δεξαμενή ενώ υγρό εκπλύσεως προστίθεται ταυτοχρόνως στο κύκλωμα και τίθεται σε κυκλοφορία με την ίδια ταχύτητα ροής των 35 έως 40 ml/ λίτρο όγκου του άκρου ανά λεπτό. Η έκπλυση πρέπει να συνεχισθεί έως το χρώμα του υγρού εγχύσεως γίνει διαυγές ροζ, διαφανές, (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Η χειρουργική αφαίρεση του κατάλοιπου του όγκου πρέπει να επιχειρείται όποτε είναι δυνατό. Εάν χρειασθεί, μια δεύτερη περιοχική έγχυση άκρου (ILP) μπορεί να γίνει μετά την πάροδο 6-8 εβδομάδων από την πρώτη ILP (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

block

Αντενδείξεις

SPC-BEROMUN
expand_more

Οι αντενδείξεις της περιοχικής έγχυσης άκρου (ILP) με Beromun υποδιαιρούνται παρακάτω ανάλογα του συστατικού της διαδικασίας:

Αντενδείξεις στο Beromun

  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Σοβαρή καρδιαγγειακή νόσος, π.χ. συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (New York Heart Association Class II, III ή IV), σοβαρή στηθάγχη, καρδιακές αρρυθμίες, έμφραγμα μυοκαρδίου εντός διαστήματος 3 μηνών πριν τη θεραπεία, φλεβική θρόμβωση, περιφερική αποφρακτική αρτηριακή νόσο, πρόσφατη πνευμονική εμβολή.
  • Σοβαρή πνευμονική διαταραχή.
  • Πρόσφατο ιστορικό πεπτικού έλκους ή ενεργό πεπτικό έλκος.
  • Σοβαρού βαθμού ασκίτης.
  • Σοβαρές αιματολογικές διαταραχές π.χ. λευκοκύτταρα< 2.5 x 10^9/l, αιμοσφαιρίνη < 9g/dl, αιμοπετάλια < 60 x 10^9/l, αιμορραγική διάθεση ή ενεργός αιμορραγία.
  • Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, π.χ. νεφρωσικό σύνδρομο, κρεατινίνη ορού > 150 μmol/l ή κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/λεπτό.
  • Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, π.χ. >2πλασίου του άνω ορίου των φυσιολογικών επιπέδων της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST), της αλανινικής αμινοτρανσφεράσης (ALT) ή της αλκαλικής φωσφατάσης ή επίπεδο χολερυθρίνης>1.25πλασίου του άνω ορίου της φυσιολογικής τιμής.
  • Υπερασβεστιαιμία > 12mg/dl (2.99 mmol/l).
  • Ασθενείς στους οποίους αντενδείκνυται η χορήγηση αγγειοσυσπαστικών παραγόντων.
  • Ασθενείς στους οποίους αντενδείκνυται η χορήγηση αντιπηκτικών.
  • Ταυτόχρονη χορήγηση καρδιοτοξικών φαρμάκων (πχ. ανθρακυκλίνες).
  • Κύηση και γαλουχία (βλ. Κύηση και γαλουχία).

Αντενδείξεις στην μελφαλάνη

  • Παρακαλούμε όπως αναφερθείτε στην Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (SPC) της μελφαλάνης.

Αντενδείξεις στη διαδικασία της ILP

  • Σοβαρού βαθμού ασκίτης.
  • Σοβαρού βαθμού λεμφοίδημα του άκρου.
  • Ασθενείς στους οποίους αντενδείκνυται η χορήγηση αγγειοσυσπαστικών παραγόντων.
  • Ασθενείς στους οποίους αντενδείκνυται η χορήγηση αντιπηκτικών.
  • Ασθενείς στους οποίους αντενδείκνυται η παρακολούθηση με ραδιενεργούς ανιχνευτές.
  • Ασθενείς στους οποίους αντενδείκνυται η υπερθερμία άκρου.
  • Ασθενείς για τους οποίους υπάρχει η υποψία ότι η παροχή αίματος περιφερικά του όγκου εξαρτάται σε υψηλό βαθμό από αγγεία που σχετίζονται με τον όγκο. Τούτο μπορεί να αποσαφηνισθεί με αγγειογραφία των αρτηριών.
  • Κύηση και γαλουχία.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-BEROMUN
expand_more

Η ILP πρέπει να εκτελείται μόνο σε ειδικά κέντρα από χειρουργικές ομάδες με εμπειρία στην αντιμετώπιση των σαρκωμάτων άκρων και την τεχνική της ΙLP, με άμεσα διαθέσιμη μονάδα εντατικής θεραπείας και με τα τεχνικά μέσα για τη συνεχή παρακολούθηση της διαφυγής του φαρμακευτικού προϊόντος στη συστηματική κυκλοφορία. Το Beromun δεν πρέπει να χορηγείται συστηματικώς.

Παρακαλείσθε όπως αναφερθείτε στην Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (SPC) της μελφαλάνης πριν την έναρξη μιας περιοχικής έγχυσης άκρου.

Η εφαρμογή γενικής αναισθησίας και ο επακόλουθος μηχανικός αερισμός πρέπει να εφαρμόζονται σύμφωνα με πρότυπες μεθόδους. Είναι σημαντικό να διατηρείται σταθερό επίπεδο αναισθησίας ούτως ώστε να προλαμβάνονται μεγάλες διακυμάνσεις της συστηματικής αρτηριακής πιέσεως, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν τη διαφυγή μεταξύ συστηματικής κυκλοφορίας και του κυκλώματος έγχυσης.

Κατά τη διάρκεια της ILP επιβάλλεται η παρακολούθηση της κεντρικής φλεβικής και της αρτηριακής πίεσης. Επιπροσθέτως, η πίεση του αίματος, η διούρηση και η ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση πρέπει να γίνονται συστηματικά 24-48 ώρες μετά την ILP ή και αργότερα εάν συνιστάται. Πρέπει να εξετασθεί επίσης καθετηριασμός Swan-Ganz, ούτως ώστε να παρακολουθούνται η πίεση στις πνευμονικές αρτηρίες και να σταθεροποιηθεί η πίεση τόσο κατά τη διάρκεια της ILP όσο και κατά την μετεγχειρητική περίοδο.

Προφύλαξη και αντιμετώπιση πυρετού, ρίγους και άλλων συμπτωμάτων τύπου γρίπης τα οποία σχετίζονται με τη χορήγηση Beromun μπορεί να επιτευχθεί με χορήγηση παρακεταμόλης (από του στόματος ή με υπόθετο) ή εναλλακτικά με άλλο αναλγητικό/αντιπυρετικό πριν την έναρξη της περιοχικής έγχυσης άκρου (ILP).

Για την προφύλαξη της καταπληξίας, οι ασθενείς πρέπει πάντα να ενυδατώνονται πριν, κατά την διάρκεια και μετά τη διαδικασία έγχυσης. Αυτό διασφαλίζει τις βέλτιστες αιμοδυναμικές συνθήκες και εξασφαλίζει υψηλή διούρηση ιδιαίτερα μετά την έγχυση, ούτως ώστε να επιτραπεί ταχεία κάθαρση του υπολειπόμενου tasonermin. Πρόσθετα υγρά ανανήψεως (κρυσταλλοειδή και κολλοειδή υγρά) πρέπει να είναι διαθέσιμα για την αύξηση του όγκου του αίματος σε περίπτωση μιας σημαντικής πτώσεως της πιέσεως του αίματος. Προτιμούνται τα κολλοειδή και τα υδρόξυαιθυλαμυλοειδή υγρά καθώς έχουν μικρότερη δυνατότητα διαφυγής από το αγγειακό σύστημα. Επιπλέον, σύμφωνα με την κλινική κατάσταση, ένας αγγειοσυσπαστικός παράγοντας όπως η ντοπαμίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά την διάρκεια της ILP διαδικασίας όπως και στη μετεγχειρητική περίοδο. Στην περίπτωση σοβαρής καταπληξίας πριν το τέλος της ILP, η έγχυση άκρου πρέπει να διακοπεί και κατάλληλη θεραπεία να χορηγηθεί.

Για να ελαττωθεί ο κίνδυνος διαφυγής του εγχύματος προς την συστηματική κυκλοφορία, η ταχύτητα έγχυσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 40 ml/λίτρο όγκου άκρου ανά λεπτό. Η διαφυγή προς την κυκλοφορία πρέπει να μετράται με ράδιο-σεσημασμένη λευκωματίνη ή τα ερυθροκύτταρα που χορηγούνται στο κύκλωμα εγχύσεως με κατάλληλες μετρήσεις για συνεχή παρακολούθηση της διαφεύγουσας ραδιενέργειας στη γενική κυκλοφορία. Ρύθμιση της ταχύτητας ροής και της αιμοστατικής ταινίας μπορεί να χρειασθεί ούτως ώστε να διασφαλισθεί ότι η διαφυγή είναι σταθερή (το επίπεδο συστηματικής ραδιενέργειας έχει φτάσει σε σταθερό επίπεδο) και δεν υπερβαίνει το 10%. Η έγχυση πρέπει να σταματήσει εάν η αθροιστική διαφυγή στη συστηματική κυκλοφορία υπερβεί το 10%. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να ακολουθήσει διαδικασία έκπλυσης με χρησιμοποίηση τουλάχιστον 2 λίτρων ενδοφλέβιας εγχύσεως dextran 70 ή παρόμοιου υγρού.

Η διαδικασία της περιοχικής έγχυσης άκρου (ILP), πρέπει πάντοτε να ακολουθείται από τη διαδικασία έκπλυσης χρησιμοποιώντας ενδοφλέβιας εγχύσεως dextran 70 ή άλλο παρόμοιο διάλυμα. Μετά την έγχυση κάτω άκρου χρησιμοποιούνται 3-6 λίτρα και μετά την έγχυση άνω άκρου, 1-2 λίτρα. Ιγνυακή και βραχιόνιος έγχυση μπορεί να μην χρειαστούν περισσότερο από 1 λίτρο. Η έκπλυση συνεχίζεται έως ότου επιτευχθεί πλήρης κάθαρση της φλεβικής κυκλοφορίας, η οποία ελέγχεται από την διαύγεια του υγρού εκροής (ροζ, διαφανές).

Πρέπει να ληφθούν μέτρα ώστε να εξασφαλισθεί το ότι οι περίοδοι στερήσεως οξυγόνου στο άκρο θα είναι όσο το δυνατόν πιο σύντομες (20 λεπτά το ανώτατο).

Χειρουργική αφαίρεση του υπολοίπου του όγκου θα πρέπει να λαμβάνει χώρα όποτε είναι δυνατό.

Όταν απαιτείται θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μιας δεύτερης ILP 6-8 εβδομάδες μετά την πρώτη ILP. Εάν ενδείκνυται μια δεύτερη ILP, οι ιατροί πρέπει να λάβουν υπόψη το ρυθμό διαφυγής της προηγούμενης ILP.

Η μέγιστη ανεκτή δόση (ΜΑΔ) του tasonermin για την ILP είναι 4 mg, η οποία είναι 10 φορές η συστηματική ΜΑΔ. Έτσι όποτε υπάρχει σημαντική συστηματική διαφυγή του tasonermin πρέπει να αναμένονται σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Άλλα ιδιοσκευάσματα TNFα έχουν χορηγηθεί μέσω της ILP σε δόσεις μέχρι και 6 mg αλλά αυτή η δόση βρέθηκε ακατάλληλη σε σχέση με την τοπική τοξικότητα.

Συνδυασμοί με καρδιοτοξικές ουσίες (π.χ. ανθρακυκλίνες) θα πρέπει να αποφεύγονται διότι η tasonermin είναι πιθανόν να επάγει την καρδιοτοξικότητα, όπως έχει παρατηρηθεί σε προκλινικές τοξικολογικές έρευνες διάρκειας 13 εβδομάδων.

Δεν συνιστάται ταυτόχρονη χορήγηση παραγόντων που είναι πιθανό να προκαλέσουν σημαντική υπόταση (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Κατά την διάρκεια της ILP αλλά και κατά την άμεση μετεγχειρητική περίοδο χρησιμοποιείται ως ρουτίνα αριθμός θεραπευτικών μέτρων. Σ’αυτές περιλαμβάνονται ορισμένα αναισθητικά, αναλγητικά, αντιπυρετικά, ενδοφλέβια υγρά, αντιπηκτικά και αγγειοσυσπαστικά φάρμακα. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτές οι ουσίες ανταγωνίζονται τις φαρμακοδυναμικές δράσεις του tasonermin. Δεν έχουν σημειωθεί σημαντικές επιδράσεις μέχρι τώρα, παρόλα αυτά πρέπει να δίδεται προσοχή (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Εάν εμφανισθούν ενδείξεις συστηματικής τοξικότητας όπως πυρετός, καρδιακές αρρυθμίες, καταπληξία/υπόταση, σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των ενηλίκων (ARDS) πρέπει να χρησιμοποιηθούν γενικά υποστηρικτικά μέτρα και ο ασθενής να μεταφερθεί σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας για παρακολούθηση. Προτείνεται η χρήση ουσιών που χρησιμοποιούνται για την αύξηση του όγκου του αίματος καθώς και αγγειοσυσπαστικοί παράγοντες. Εάν εμφανισθεί ARDS μπορεί να χρειασθεί υποστήριξη τεχνητής αναπνοής. Πρέπει να γίνεται στενή παρακολούθηση της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας. Μπορεί να εμφανισθούν αιματολογικές διαταραχές ιδιαίτερα λευκοπενία, θρομβοκυτοπενία και διαταραχές της πήξεως.

Περιπτώσεις συνδρόμου διαμερισμάτων, που χαρακτηρίζονται από πόνο, οίδημα και νευρολογικά συμπτώματα, καθώς και μυϊκή βλάβη, που αφορά το άκρο στο οποίο έγινε η έγχυση έχουν παρατηρηθεί σε μεμονωμένους ασθενείς, στους οποίους χορηγήθηκε Beromun. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη θεραπεία των τριών πρώτων ημερών μετά την ILP. Σε περίπτωση που τεθεί η κλινική διάγνωση συνδρόμου διαμερισμάτων, θα πρέπει να εξετασθεί εφαρμογή των ακόλουθων θεραπευτικών μέτρων:

  • Τομή των περιτονιών όλων των μυϊκών διαμερισμάτων του προσβεβλημένου άκρου,
  • Προκλητή διούρηση και αλκαλοποίηση των ούρων, εάν εμφανιστεί μυϊκή βλάβη με αυξημένη μυοσφαιρίνη στο πλάσμα και στα ούρα.

Το ανασυσταμένο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει έως 151,27 mg (6,58 mmol) νατρίου ανά συνιστώμενη δόση. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από ασθενείς σε δίαιτα ελεγχόμενου νατρίου.

Ο περιέκτης του φαρμακευτικού αυτού προϊόντος περιέχει ελαστικό λάτεξ. Μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-BEROMUN
expand_more

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων.

Το Beromun έχει συγχορηγηθεί με ιντερφερόνη-γ σε περιοχική έγχυση άκρου (ILP) αλλά δεν απεδείχθη πρόσθετη κλινική αξία. Η προσθήκη της ιντερφερόνης-γ στο υγρό έγχυσης tasonermin δε φαίνεται να συσχετίζεται με σημαντική αύξηση της ενδογενούς παραγωγής του tasonermin ή άλλων κυτοκινών όπως απεδείχθη σε ασθενείς με σοβαρό τραύμα. Οι κλινικές πληροφορίες όμως δείχνουν ότι η συνολική συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών αυξάνεται εάν οι ασθενείς εκτεθούν συγχρόνως σε tasonermin και ιντερφερόνη-γ.

Οι συνδυασμοί που περιέχουν καρδιοτοξικούς παράγοντες (π.χ. ανθρακυκλίνες) πρέπει να αποφευχθούν καθώς είναι δυνατό το tasonermin να αυξήσει την καρδιοτοξικότητα όπως παρατηρήθηκε σε προκλινικές τοξικολογικές δοκιμασίες διάρκειας 13 εβδομάδων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Κατά την διάρκεια της ILP αλλά και κατά την άμεση μετεγχειρητική περίοδο χρησιμοποιείται αριθμός θεραπευτικών ουσιών. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται ορισμένα αναισθητικά, αναλγητικά, αντιπυρετικά, ενδοφλέβια υγρά, αντιπηκτικά και αγγειοσυσπαστικά φάρμακα. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτές οι ουσίες ανταγωνίζονται τις φαρμακοδυναμικές επιδράσεις του tasonermin. Αν και δεν έχουν σημειωθεί αξιόλογες αλληλεπιδράσεις με συγκεκριμένα φάρμακα, πρέπει να δίδεται μεγάλη προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Δεν συνίσταται χορήγηση με παράγοντες που μπορούν να προκαλέσουν σημαντική υπόταση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Η Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (SPC) της μελφαλάνης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις αλληλεπιδράσεις άλλων φαρμάκων με μελφαλάνη.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-BEROMUN
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφαλείας

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να συνδέονται με το Beromun, τη μελφαλάνη ή τη διαδικασία της ILP και τα σχετικά κλινικά μέτρα ή τον συνδυασμό αυτών των τριών παραγόντων. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες ήταν πυρετός, ναυτία, έμετος, κόπωση, αρρυθμία, ρίγη, άλγος, μόλυνση τραύματος και δερματική αντίδραση. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι τοπικές, επηρεάζοντας το άκρο για το οποίο ακολουθείται αγωγή με ILP, ή συστηματικές. Οι συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν ήπιες σωματικές αντιδράσεις και τοξικές επιδράσεις σε διάφορα συστήματα οργάνων.

Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν ταξινομηθεί σε κατηγορίες συχνότητας βάσει των ακόλουθων κανόνων:

  • Πολύ συχνές (≥1/10)
  • Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
  • Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
  • Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

  • Συχνές: Λοίμωξη, μόλυνση τραύματος
  • Όχι συχνές: Σήψη

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

  • Συχνές: Λευκοπενία, θρομβοκυτοπενία

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

  • Συχνές: Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

  • Συχνές: Κάκωση νεύρου, περιφερική νευροτοξικότητα, μεταβολές του επιπέδου συνείδησης, κεφαλαλγία

Καρδιακές διαταραχές

  • Πολύ συχνές: Αρρυθμία
  • Συχνές: Καρδιακή ανεπάρκεια

Αγγειακές διαταραχές

  • Συχνές: Φλεβική θρόμβωση, αρτηριακή θρόμβωση, καταπληξία, υπόταση
  • Όχι συχνές: Περιφερική αποφρακτική αρτηριακή νόσος

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου

  • Συχνές: Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων
  • Όχι συχνές: Πνευμονικό οίδημα

Διαταραχές του γαστρεντερικού

  • Πολύ συχνές: Ναυτία, έμετος
  • Συχνές: Διάρροια, δυσκοιλιότητα
  • Όχι συχνές: Άλγος άνω κοιλιακής χώρας, διαβρωτική γαστρίτιδα

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

  • Πολύ συχνές: Ηπατοτοξικότητα

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

  • Πολύ συχνές: Δερματική αντίδραση
  • Συχνές: Νέκρωση δέρματος, περιφερικό οίδημα
  • Όχι συχνές: Τελεία πτώση των ονύχων (απώλεια νυχιών)

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού

  • Συχνές: Σύνδρομο διαμερίσματος, μυαλγία

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών

  • Συχνές: Πρωτεϊνουρία
  • Όχι συχνές: Νεφρική ανεπάρκεια οξεία

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

  • Πολύ συχνές: Πυρετός, ρίγη, άλγος, κόπωση
  • Συχνές: Νυκτερινές εφιδρώσεις

Παρακλινικές εξετάσεις

  • Όχι συχνές: Κρεατινίνη αίματος αυξημένη

Χειρουργικοί και άλλοι ιατρικοί χειρισμοί

  • Συχνές: Νέκρωση των άκρων, αρκετά σοβαρή ώστε να αιτιολογεί ακρωτηριασμό

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η νέκρωση των άκρων και το σύνδρομο διαμερισματοποίησης μπορεί να είναι αρκετά σοβαρά ώστε να αιτιολογούν ακρωτηριασμό.

Καθυστερημένη έναρξη της περιφερικής αρτηριακής αποφρακτικής νόσου (PAOD) των κάτω άκρων έχει αναφερθεί σε ασθενείς αρκετά έτη μετά την περιοχική έγχυση άκρου (ILP), κυρίως σε ασθενείς που παρουσιάζουν επιβεβαιωμένους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου, ή σε αυτούς που είχαν υποβληθεί σε επιπρόσθετη θεραπεία με ακτινοβόληση του σχετικού άκρου.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-BEROMUN
expand_more

Κύηση

Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση του tasonermin σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς σε σχέση με τις επιδράσεις στην κύηση και στην ανάπτυξη του εμβρύου και την ανάπτυξη μετά την γέννηση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο πιθανός κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το Beromun αντενδείκνυται κατά την κύηση (βλ. Αντενδείξεις).

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν το tasonermin απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Εξαιτίας του άγνωστου κινδύνου για το βρέφος, ο θηλασμός αντενδείκνυται για 7 ημέρες μετά την ILP (βλ. Αντενδείξεις).

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την πιθανή επίδραση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος στη γονιμότητα των ανδρών και των γυναικών.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-BEROMUN
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Άλλα ανοσοδιεγερτικά, κωδικός ATC: L03A Χ11

Μηχανισμός δράσης

Η in vivo αντινεοπλασματική δράση πιθανώς στηρίζεται σε άμεσες και έμμεσες επιδράσεις.

  • Άμεση αναστολή πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων: In vitro, το tasonermin είναι κυτταροτοξικό ή κυτταροστατικό για πλήθος νεοπλασματικών κυττάρων διαφορετικής ιστογένεσης.

  • Άμεση δράση επί των αγγείων των όγκων: Το tasonermin επηρεάζει τη μορφολογία και μειώνει τον ρυθμό πολλαπλασιασμού των ενδοθηλιακών κυττάρων, και τροποποιεί την έκφραση συγκεκριμένων πρωτεϊνών επιφανείας και εκκρινομένων πρωτεϊνών ειδικών κυττάρων (στις οποίες περιλαμβάνονται τα μόρια προσκόλλησης και οι ρυθμιστικές πρωτεΐνες της πήξης, οι ιντερλευκίνες και οι αιμοποιητικοί αυξητικοί παράγοντες). Οι παραπάνω μεταβολές οδηγούν στη συνέχεια σε προπηκτική κατάσταση, με αποτέλεσμα μικραγγειακές θρομβώσεις. Επιπλέον, αυξάνεται η προσκολλητικότητα και η εξαγγείωση των λευκοκυττάρων, με αποτέλεσμα διήθηση του όγκου από λεμφοκύτταρα, μονοκύτταρα και κοκκιοκύτταρα. Οι λόγοι της διαφορετικής ευαισθησίας της αγγείωσης του όγκου (υψηλή), έναντι της φυσιολογικής αγγείωσης (χαμηλή) παραμένουν προς το παρόν άγνωστοι.

  • Έμμεση και άμεση ανοσορύθμιση: Το tasonermin παρουσιάζει έντονη επίδραση στα κυτταρικά στοιχεία του ανοσοποιητικού συστήματος. Αύξηση του πολλαπλασιασμού των ενεργοποιημένων Β & Τ λεμφοκυττάρων, ανάπτυξη των κυτταροτοξικών Τ κυττάρων καθώς και ενίσχυση των κυττάρων που εκκρίνουν ανοσοσφαιρίνες, ενεργοποίηση των μονοκυττάρων/μακροφάγων για την εξουδετέρωση των νεοπλασματικών κυττάρων, ενεργοποίηση των κυττάρων της κοκκιώδους σειράς με αύξηση της φαγοκυτταρικής τους ικανότητας, αναπνευστική έκρηξη και αποκοκκίωση και προσκόληση στα ενδοθηλιακά κύτταρα των αγγείων. Εκτός των άμεσων δράσεων του, το tasonermin μεταβάλλει την ανοσοαπάντηση ενισχύοντας την παραγωγή κυτοκινών και μεσολαβητών μικρού μοριακού βάρους (προσταγλανδινών, PAF-Παράγων Ενεργοποίησης Αιμοπεταλίων). Αρκετά από τα μέχρις στιγμής δεδομένα δείχνουν πως οι ανοσοτροποποιητικές αυτές δραστηριότητες συσχετίζονται με τη αντινεοπλασματική δράση: π.χ. η αντινεοπλασματική δραστικότητα του tasonermin είναι ασθενέστερη σε ανοσοκατεσταλμένα ζώα. Επιπλέον, ζώα τα οποία απέρριψαν πειραματικά προκληθέντα νεοπλάσματα μετά από αγωγή με tasonermin, μπορεί να αναπτύξουν ειδική ανοσία έναντι των νεοπλασματικών κυττάρων του απορριφθέντος νεοπλάσματος.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Το tasonermin έχει αποδειχθεί ότι είναι ενεργό στην κλασική δοκιμασία για τον παράγοντα νεκρώσεως όγκων, προκαλώντας αιμορραγική νέκρωση των νεοπλασματικών οζιδίων σε νεοπλασματικά μοντέλα συγγενών μυών και ετερογενών ανθρώπων, μετά την τοπική ή συστηματική ένεση. Η συστηματική εφαρμογή του tasonermin είναι περιορισμένη λόγω των τοξικών του δράσεων, η δραστική δόση έχει προσδιορισθεί από προκλινικές μελέτες και βρέθηκε ότι είναι σημαντικά υψηλότερη από την μέγιστη ανεκτή ανθρώπινη δόση.

Κλινική αποτελεσματικότητα

Η τοπική-περιοχική εφαρμογή του Beromun μαζί με μελφαλάνη, αποδείχθηκε ότι είναι υψηλά αποτελεσματική για τον τοπικό έλεγχο για τα σαρκώματα των μαλακών μορίων των άκρων που δεν μπορούν να αφαιρεθούν χειρουργικά. Εντούτοις, η θεραπεία είναι μια ειδική τοπική-περιοχική θεραπεία και δεν αναμένεται να επηρεάσει την επιβίωση. Μια ανάλυση επιβίωσης κατά ζεύγους των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Beromun και μελφαλάνη σε ILP έναντι μιας αναδρομικής ομάδας ελέγχου απέτυχε να δείξει διαφορά επιβίωσης (p=0,5).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-BEROMUN
expand_more

Συστηματική Φαρμακοκινητική

Οι πληροφορίες για την συστηματική φαρμακοκινητική του tasonermin είναι λίγες. Έχει παρατηρηθεί μια δοσοεξαρτώμενη κινητική καθώς σε αυξανόμενες δόσεις έχουμε μείωση στην κάθαρση και αύξηση του χρόνου ημιζωής. Ο τελικός χρόνος ημιζωής στη μέγιστη ανεκτή ενδοφλέβια δόση (150 μg/m2) ήταν 15-30 λεπτά.

Φαρμακοκινητική στην ILP

Η ILP επιτρέπει την χορήγηση υψηλών και σχετικά σταθερών συγκεντρώσεων tasonermin στο πάσχον άκρο. Τα στοιχεία που προέρχονται από 51 ασθενείς που υπεβλήθησαν σε ILP έδειξαν ότι οι μέγιστες συγκεντρώσεις του tasonermin στο κύκλωμα εγχύσεως επιτυγχάνονται 30 λεπτά μετά την έναρξη της ILP και κυμαίνονται μεταξύ 3000 και 4000 ng/ml. Κάτω από συνθήκες συστηματικής διαφυγής μικρότερης του 2% (παρατηρούμενη σε 38 από τους 51 ασθενείς), οι μέγιστες συγκεντρώσεις της συστηματικής κυκλοφορίας του tasonermin επιτυγχάνονται σε 5 λεπτά μετά την έναρξη της ILP και είναι περίπου 200 φορές μικρότερες από αυτές που παρατηρούνται στο κύκλωμα εγχύσεως. Σε συνθήκες όπου η συστηματική διαφυγή είναι άνω του 2% (παρατηρούμενη σε 13 από τους 51 ασθενείς), οι μέγιστες συγκεντρώσεις συστηματικής κυκλοφορίας του tasonermin ήταν ακόμη τουλάχιστον δέκα φορές μικρότερες από αυτές που παρατηρούνται στο κύκλωμα εγχύσεως.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

parenteral

Μορφή

injectable
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →