SEMAGLUTIDE
Σεμαγλουτίδη
**Φαρμακοδυναμική** Η σεμαγλουτίδη μειώνει την HbA1c, την συστολική αρτηριακή πίεση και το σωματικό βάρος. Μετά από 12 εβδομάδες θεραπείας, η σεμαγλουτίδη μείωσε τη γλυκόζη νηστείας και την μεταγευματική γλυκόζη αυξάνοντας την παραγωγή ινσουλίνης και μειώνοντας την έκκριση …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-OZEMPIC
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: υποδορίως
- Χορήγηση: μία φορά εβδομαδιαίως, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με ή χωρίς γεύματα
- Δόση έναρξης: 0,25 mg
- Τιτλοποίηση: Αρχική δόση 0,25 mg μία φορά εβδομαδιαίως. Μετά 4 εβδομάδες, αύξηση σε 0,5 mg μία φορά εβδομαδιαίως. Μετά τουλάχιστον 4 εβδομάδες με 0,5 mg, αύξηση σε 1 mg μία φορά εβδομαδιαίως.
-
ΕνήλικεςΜέγ. δόση1 mgΗ σεμαγλουτίδη 0,25 mg δεν αποτελεί δόση συντήρησης. Μείωση δόσης σουλφονυλουρίας ή ινσουλίνης μπορεί να απαιτηθεί όταν χορηγείται σε συνδυασμό με σεμαγλουτίδη. Αυτοπαρακολούθηση γλυκόζης μπορεί να είναι αναγκαία για ρύθμιση δόσης σουλφονυλουρίας ή ινσουλίνης.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης βάσει της ηλικίας. Η θεραπευτική εμπειρία σε ασθενείς ηλικίας ≥75 ετών είναι περιορισμένη.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Η εμπειρία σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία είναι περιορισμένη. Δε συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Η εμπειρία σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία είναι περιορισμένη. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-OZEMPIC
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
warning
SPC-OZEMPIC
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 / Διαβητική κετοξέωσηΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 ή διαβητική κετοξέωσηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται. Δεν είναι υποκατάστατο της ινσουλίνης.
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας IV (NYHA)Δεν συνιστάται λόγω έλλειψης εμπειρίας.
-
Επιδράσεις στο γαστρεντερικόπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργίαΠρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η ναυτία, ο έμετος και η διάρροια μπορεί να προκαλέσουν αφυδάτωση, οδηγώντας σε επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Οξεία παγκρεατίτιδαπροσοχήΟι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της οξείας παγκρεατίτιδας. Εάν υπάρχει υποψία, η σεμαγλουτίδη πρέπει να διακόπτεται. Εάν επιβεβαιωθεί, η θεραπεία με σεμαγλουτίδη δεν πρέπει να ξεκινήσει ξανά. Πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας.
-
Υπογλυκαιμίααυξημένος κίνδυνοςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν σεμαγλουτίδη σε συνδυασμό με σουλφονυλουρία ή ινσουλίνηΟ κίνδυνος μπορεί να ελαττωθεί με μείωση της δόσης της σουλφονυλουρίας ή της ινσουλίνης κατά την έναρξη θεραπείας με σεμαγλουτίδη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθειααυξημένος κίνδυνοςΠληθυσμόςασθενείς με διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια που λαμβάνουν ινσουλίνηΠρέπει να επιδεικνύεται προσοχή, στενή παρακολούθηση, και θεραπεία σύμφωνα με τις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, δηλαδή πρακτικά στερείται νατρίου.
swap_horiz
SPC-OZEMPIC
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Από του στόματος χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα που απαιτούν ταχεία γαστρεντερική απορρόφησηπροσοχήΚαθυστέρηση γαστρικής κένωσης, μπορεί να επηρεάσει τον ρυθμό απορρόφησης.ΣύστασηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
αμελητέαΜείωση AUC0-60min (27%) και Cmax (23%) της παρακεταμόλης. Συνολική έκθεση (AUC0-5h) δεν επηρεάστηκε.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Από του στόματος αντισυλληπτική αγωγή (Αιθινυλοιστραδιόλη, Λεβονοργεστρέλη)αμελητέαΔεν αναμένεται μείωση της δράσης. Έκθεση αιθινυλοιστραδιόλης δεν επηρεάστηκε. Αύξηση 20% στην έκθεση λεβονοργεστρέλης σε σταθερή κατάσταση. Cmax δεν επηρεάστηκε.
-
αμελητέαΣυνολική έκθεση δεν μεταβλήθηκε. Cmax μειώθηκε κατά 38% (δεν κλινικά σημαντικό).
-
αμελητέαΔεν μεταβλήθηκε η συνολική έκθεση ή η Cmax.
-
αμελητέαΔεν μεταβλήθηκε η συνολική έκθεση ή η Cmax.
-
Βαρφαρίνη ή άλλα παράγωγα της κουμαρίνηςπαρακολούθησηΔεν μεταβλήθηκε η συνολική έκθεση ή η Cmax της R- και S-βαρφαρίνης. Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις (INR) δεν επηρεάστηκαν κλινικά σημαντικά.ΣύστασηΣυνιστάται συχνή παρακολούθηση του INR κατά την έναρξη της αγωγής με σεμαγλουτίδη.
sick
SPC-OZEMPIC
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπογλυκαιμία
- Μειωμένη όρεξη
- Μείωση σωματικού βάρους
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Επιπλοκές διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας
- Αυξημένος καρδιακός ρυθμός
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Διάταση κοιλίας
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Γαστρίτιδα
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Ερυγή
- Μετεωρισμός
- Χολολιθίαση
- Κόπωση
- Αντιδράσεις της θέσης ένεσης
- Αυξημένη λιπάση
- Αυξημένη αμυλάση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις της θέσης ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμυλάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένος καρδιακός ρυθμόςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕρυγήΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜείωση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΧολολιθίασηΉπαρ
-
Όχι συχνέςΕπιπλοκές διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειαςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
SPC-OZEMPIC
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΝα χρησιμοποιούν αντισύλληψηκατά τη διάρκεια της θεραπείας με σεμαγλουτίδη
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΜελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Είναι περιορισμένα τα δεδομένα από τη χρήση σεμαγλουτίδης σε έγκυες γυναίκες. Η θεραπεία με σεμαγλουτίδη πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον 2 μήνες πριν από μία προγραμματισμένη εγκυμοσύνη λόγω του μεγάλου χρόνου ημίσειας ζωής (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΣε θηλάζοντες αρουραίους, η σεμαγλουτίδη απεκκρίθηκε στο μητρικό γάλα. Εφόσον δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος στα θηλάζοντα βρέφη, η σεμαγλουτίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΗ επίδραση της σεμαγλουτίδης στην ανθρώπινη γονιμότητα είναι άγνωστη. Η σεμαγλουτίδη δεν επηρέασε τη γονιμότητα σε αρσενικούς αρουραίους. Σε θηλυκούς αρουραίους, παρατηρήθηκε αύξηση στη διάρκεια του οίστρου και μικρή μείωση στον αριθμό των ωορρηξιών σε δόσεις που συσχετίστηκαν με απώλεια σωματικού βάρους της μητέρας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-OZEMPIC
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-OZEMPIC
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Οφθαλμολογικός έλεγχος | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | στενά | Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια με ινσουλίνη |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-OZEMPIC
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Η αρχική δόση είναι 0,25 mg σεμαγλουτίδης μία φορά εβδομαδιαίως. Μετά από 4 εβδομάδες, η δόση πρέπει να αυξάνεται στα 0,5 mg μία φορά εβδομαδιαίως. Μετά από τουλάχιστον 4 εβδομάδες με δόση 0,5 mg μία φορά εβδομαδιαίως, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 1 mg μία φορά εβδομαδιαίως προκειμένου να βελτιωθεί περαιτέρω ο γλυκαιμικός έλεγχος.
Η σεμαγλουτίδη 0,25 mg δεν αποτελεί δόση συντήρησης. Εβδομαδιαίες δόσεις μεγαλύτερες του 1 mg δε συνιστώνται.
Όταν το Ozempic προστίθεται σε υπάρχουσα αγωγή με μετφορμίνη ή/και θειαζολιδινεδιόνη, η τρέχουσα δόση μετφορμίνης ή/και θειαζολιδινεδιόνης μπορεί να διατηρηθεί αμετάβλητη.
Όταν το Ozempic προστίθεται σε υπάρχουσα αγωγή με σουλφονυλουρία ή ινσουλίνη, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της σουλφονυλουρίας ή της ινσουλίνης για τη μείωση του κινδύνου υπογλυκαιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Δεν είναι αναγκαία η αυτοπαρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα για τη ρύθμιση της δόσης του Ozempic. Παρόλα αυτά, κατά την έναρξη αγωγής με Ozempic σε συνδυασμό με σουλφονυλουρία ή με ινσουλίνη, η αυτοπαρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα μπορεί να είναι αναγκαία για τη ρύθμιση της δόσης της σουλφονυλουρίας ή της ινσουλίνης προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παράλειψη δόσης
Εάν παραλειφθεί μία δόση, αυτή πρέπει να χορηγείται το συντομότερο δυνατό και εντός 5 ημερών από την παράλειψη της δόσης. Εάν έχουν παρέλθει περισσότερες από 5 ημέρες, η δόση πρέπει να παραλείπεται οριστικά και η επόμενη δόση να χορηγείται κατά την προγραμματισμένη ημερομηνία. Σε κάθε περίπτωση, οι ασθενείς μπορούν έπειτα να συνεχίσουν το σύνηθες πρόγραμμα χορήγησης της μίας φοράς εβδομαδιαίως.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης βάσει της ηλικίας. Η θεραπευτική εμπειρία σε ασθενείς ηλικίας ≥75 ετών είναι περιορισμένη (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Η εμπειρία με τη χρήση της σεμαγλουτίδης σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία είναι περιορισμένη. Η σεμαγλουτίδη δε συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Η εμπειρία με τη χρήση της σεμαγλουτίδης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία είναι περιορισμένη. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά τη χορήγηση θεραπείας με σεμαγλουτίδη σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της σεμαγλουτίδης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Το Ozempic χορηγείται μία φορά εβδομαδιαίως οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με ή χωρίς γεύματα. Το Ozempic χορηγείται υποδορίως με ένεση στην κοιλιά, τον μηρό ή το άνω μέρος του βραχίονα. Η θέση της ένεσης μπορεί να αλλάξει χωρίς προσαρμογή της δόσης. Το Ozempic δεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά.
Η ημέρα της εβδομαδιαίας χορήγησης μπορεί να αλλάξει, εάν είναι απαραίτητο, εφόσον το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των δύο δόσεων είναι τουλάχιστον 3 ημέρες (>72 ώρες). Μετά την επιλογή νέας ημέρας χορήγησης, πρέπει να συνεχιστεί το πρόγραμμα χορήγησης της μίας φοράς εβδομαδιαίως.
block
Αντενδείξεις
SPC-OZEMPIC
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-OZEMPIC
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η σεμαγλουτίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 ή για τη θεραπεία της διαβητικής κετοξέωσης. Η σεμαγλουτίδη δεν είναι υποκατάστατο της ινσουλίνης.
Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας IV σύμφωνα με την ταξινόμηση κατά NYHA (New York Heart Association) και επομένως η σεμαγλουτίδη δε συνιστάται σε αυτούς τους ασθενείς.
Επιδράσεις στο γαστρεντερικό
Η χρήση αγωνιστών του υποδοχέα GLP-1 μπορεί να συσχετιστεί με ανεπιθύμητες ενέργειες στο γαστρεντερικό σύστημα. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη χορήγηση θεραπείας σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία καθώς η ναυτία, ο έμετος και η διάρροια μπορεί να προκαλέσουν αφυδάτωση, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Οξεία παγκρεατίτιδα
Έχει παρατηρηθεί οξεία παγκρεατίτιδα κατά τη χρήση αγωνιστών του υποδοχέα GLP-1. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της οξείας παγκρεατίτιδας. Εάν υπάρχει υποψία παγκρεατίτιδας, η σεμαγλουτίδη πρέπει να διακόπτεται. Εάν επιβεβαιωθεί, η θεραπεία με σεμαγλουτίδη δεν πρέπει να ξεκινήσει ξανά. Πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας.
Υπογλυκαιμία
Οι ασθενείς που λαμβάνουν σεμαγλουτίδη σε συνδυασμό με σουλφονυλουρία ή με ινσουλίνη ενδέχεται να έχουν αυξημένο κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Ο κίνδυνος της υπογλυκαιμίας μπορεί να ελαττωθεί με μείωση της δόσης της σουλφονυλουρίας ή της ινσουλίνης, κατά την έναρξη θεραπείας με σεμαγλουτίδη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια
Σε ασθενείς με διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια που λαμβάνουν θεραπεία με ινσουλίνη και σεμαγλουτίδη, έχει παρατηρηθεί αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης επιπλοκών διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά τη χρήση σεμαγλουτίδης σε ασθενείς με διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια που λαμβάνουν ινσουλίνη. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να λαμβάνουν θεραπεία σύμφωνα με τις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες. Η ταχεία βελτίωση του ελέγχου της γλυκόζης έχει συσχετιστεί με προσωρινή επιδείνωση της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας, όμως δεν μπορούν να αποκλειστούν άλλοι μηχανισμοί.
Περιεκτικότητα σε νάτριο
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, δηλαδή πρακτικά στερείται νατρίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-OZEMPIC
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η σεμαγλουτίδη καθυστερεί τη γαστρική κένωση και μπορεί να επηρεάζει τον ρυθμό απορρόφησης των από του στόματος συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων. Η σεμαγλουτίδη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία απαιτούν ταχεία γαστρεντερική απορρόφηση.
Παρακεταμόλη
H σεμαγλουτίδη καθυστερεί τον ρυθμό γαστρικής κένωσης, όπως εκτιμάται βάσει της φαρμακοκινητικής της παρακεταμόλης κατά τη διάρκεια μιας δοκιμής με χρήση τυποποιημένου γεύματος. Η AUC0-60min και η Cmax της παρακεταμόλης μειώθηκαν κατά 27% και 23%, αντίστοιχα, μετά τη συγχορήγηση σεμαγλουτίδης 1 mg. Η συνολική έκθεση στην παρακεταμόλη (AUC0-5h) δεν επηρεάστηκε. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της παρακεταμόλης όταν χορηγείται μαζί με σεμαγλουτίδη.
Από του στόματος αντισυλληπτική αγωγή
Η σεμαγλουτίδη δεν αναμένεται να μειώσει τη δράση των από του στόματος χορηγούμενων αντισυλληπτικών καθώς η σεμαγλουτίδη δε μετέβαλε σε κλινικά σημαντικό βαθμό τη συνολική έκθεση της αιθινυλοιστραδιόλης και της λεβονοργεστρέλης κατά τη συγχορήγηση ενός από του στόματος αντισυλληπτικού φαρμακευτικού προϊόντος συνδυασμού (0,03 mg αιθινυλοιστραδιόλης/0,15 mg λεβονοργεστρέλης) με τη σεμαγλουτίδη. Η έκθεση της αιθινυλοιστραδιόλης δεν επηρεάστηκε. Παρατηρήθηκε αύξηση κατά 20% στην έκθεση της λεβονοργεστρέλης σε σταθερή κατάσταση. Η Cmax δεν επηρεάστηκε για καμία από αυτές τις ουσίες.
Ατορβαστατίνη
Η σεμαγλουτίδη δε μετέβαλε τη συνολική έκθεση της ατορβαστατίνης μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης ατορβαστατίνης (40 mg). Η Cmax της ατορβαστατίνης μειώθηκε κατά 38%. Η μείωση αυτή δε θεωρήθηκε κλινικά σημαντική.
Διγοξίνη
Η σεμαγλουτίδη δε μετέβαλε τη συνολική έκθεση ή τη Cmax της διγοξίνης μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης διγοξίνης (0,5 mg).
Μετφορμίνη
Η σεμαγλουτίδη δε μετέβαλε τη συνολική έκθεση ή τη Cmax της μετφορμίνης μετά από χορήγηση 500 mg δύο φορές ημερησίως για διάστημα 3,5 ημερών.
Βαρφαρίνη
Η σεμαγλουτίδη δε μετέβαλε τη συνολική έκθεση ή τη Cmax της R- και της S-βαρφαρίνης μετά από εφάπαξ δόση βαρφαρίνης (25 mg) ενώ οι φαρμακοδυναμικές επιδράσεις της βαρφαρίνης όπως μετρήθηκαν με βάση το διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο (INR) δεν επηρεάστηκαν σε κλινικά σημαντικό βαθμό. Ωστόσο, κατά την έναρξη της αγωγής με σεμαγλουτίδη σε ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη ή άλλα παράγωγα της κουμαρίνης, συνιστάται συχνή παρακολούθηση του INR.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-OZEMPIC
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη προφίλ ασφαλείας
Σε 8 δοκιμές φάσης 3α, 4.792 ασθενείς εκτέθηκαν στη σεμαγλουτίδη. Οι συχνότερα αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες σε κλινικές δοκιμές ήταν διαταραχές του γαστρεντερικού, συμπεριλαμβανομένης ναυτίας (πολύ συχνή), διάρροιας (πολύ συχνή) και εμέτου (συχνή). Γενικά, αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας και μικρής διάρκειας.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Στον Πίνακα 1 παρατίθενται οι ανεπιθύμητες ενέργειες που καταγράφηκαν σε όλες τις δοκιμές φάσης 3α σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (περιγράφονται περαιτέρω στην Φαρμακοδυναμικές). Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζονται σε μια σειρά δοκιμών φάσης 3α, από τις οποίες εξαιρείται η δοκιμή με εκβάσεις που σχετίζονται με το καρδιαγγειακό (βλ. κείμενο κάτω από τον πίνακα για περισσότερες λεπτομέρειες).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και ανά απόλυτη συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές: (≥1/10), συχνές: (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές: (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες: (≥1/10.000 έως <1/1.000) και πολύ σπάνιες: (<1/10.000). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες από μακράς διάρκειας ελεγχόμενες δοκιμές φάσης 3α συμπεριλαμβανομένης της δοκιμής με εκβάσεις που σχετίζονται με το καρδιαγγειακό
| Κατηγορία οργανικού συστήματος MedDRA | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες |
|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αναφυλακτική αντίδραση | |||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπογλυκαιμίαα όταν χρησιμοποιείται με ινσουλίνη ή σουλφονυλουρία | Υπογλυκαιμίαα όταν χρησιμοποιείται με άλλα από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα, Μειωμένη όρεξη | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη | |||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Επιπλοκές διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειαςβ | |||
| Καρδιακές διαταραχές | Αυξημένος καρδιακός ρυθμός | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Ναυτία, Διάρροια | Έμετος, Κοιλιακό άλγος, Διάταση της κοιλίας, Δυσκοιλιότητα, Δυσπεψία, Γαστρίτιδα, Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, Ερυγή, Μετεωρισμός, Δυσγευσία | ||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Χολολιθίαση | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Κόπωση, Αντιδράσεις της θέσης ένεσης | |||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αυξημένη λιπάση, Αυξημένη αμυλάση, Μείωση σωματικού βάρους |
α) Η υπογλυκαιμία ορίζεται ως σοβαρή (απαιτείται βοήθεια από άλλο άτομο) ή συμπτωματική σε συνδυασμό με γλυκόζη αίματος <3,1 mmol/l β) Οι επιπλοκές της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας είναι ένας συνδυασμός των εξής: αμφιβληστροειδική φωτοπηξία, θεραπεία με ενδοϋαλώδεις παράγοντες, αιμορραγία του υαλοειδούς σώματος, απώλεια όρασης σχετιζόμενη με τον διαβήτη (όχι συχνή). Η συχνότητα βασίζεται στη δοκιμή με εκβάσεις που σχετίζονται με το καρδιαγγειακό.
Δοκιμή με εκβάσεις που σχετίζονται με το καρδιαγγειακό και την ασφάλεια διάρκειας 2 ετών
Στον πληθυσμό υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου, το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε άλλες δοκιμές φάσης 3α (περιγράφεται στην Φαρμακοδυναμικές).
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Υπογλυκαιμία
Δεν παρατηρήθηκαν επεισόδια σοβαρής υπογλυκαιμίας όταν η σεμαγλουτίδη χρησιμοποιήθηκε ως μονοθεραπεία. Σοβαρή υπογλυκαιμία παρατηρήθηκε κυρίως όταν η σεμαγλουτίδη χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με σουλφονυλουρία (1,2% των ατόμων, 0,03 συμβάματα/ασθενο-έτος) ή με ινσουλίνη (1,5% των ατόμων, 0,02 συμβάματα/ασθενο-έτη). Λίγα επεισόδια (0,1% των ατόμων, 0,001 συμβάματα/ασθενο-έτη) παρατηρήθηκαν με τη χορήγηση της σεμαγλουτίδης σε συνδυασμό με από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα διαφορετικά από τις σουλφονυλουρίες.
Ανεπιθύμητες ενέργειες του γαστρεντερικού συστήματος
Ναυτία εκδηλώθηκε στο 17,0% και το 19,9% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με σεμαγλουτίδη 0,5 mg και 1 mg αντίστοιχα, διάρροια στο 12,2% και το 13,3% και έμετος στο 6,4% και το 8,4%. Τα περισσότερα συμβάματα ήταν ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας και μικρής διάρκειας. Τα συμβάματα οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας στο 3,9% και το 5% των ασθενών. Τα συμβάματα αναφέρονταν συχνότερα κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών θεραπείας.
Οι ασθενείς με χαμηλό σωματικό βάρος ενδέχεται να εμφανίσουν περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες του γαστρεντερικού συστήματος, όταν λαμβάνουν σεμαγλουτίδη.
Επιπλοκές διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας
Μία κλινική δοκιμή διάρκειας 2 ετών διερεύνησε 3.297 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, με υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο, μακράς διάρκειας διαβήτη και ανεπαρκώς ελεγχόμενα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Σε αυτήν τη δοκιμή, επιβεβαιωμένα συμβάματα επιπλοκών διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας εκδηλώθηκαν σε περισσότερους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σεμαγλουτίδη (3,0%) συγκριτικά με εικονικό φάρμακο (1,8%). Αυτό παρατηρήθηκε σε ασθενείς με γνωστή διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια που λάμβαναν ινσουλίνη. Η διαφορά της θεραπείας εμφανίστηκε νωρίς και διατηρήθηκε καθόλη τη διάρκεια της δοκιμής. Η συστηματική αξιολόγηση των επιπλοκών διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας διεξήχθη μόνο στη δοκιμή με εκβάσεις που σχετίζονται με το καρδιαγγειακό. Σε κλινικές δοκιμές διάρκειας μέχρι 1 έτος με τη συμμετοχή 4.807 ασθενών με διαβήτη τύπου 2, αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια σε παρόμοια ποσοστά ατόμων που έλαβαν σεμαγλουτίδη (1,7%) και ατόμων που έλαβαν συγκριτικά φάρμακα (2,0%).
Διακοπή λόγω ανεπιθύμητης ενέργειας
Η συχνότητα διακοπής της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 6,1% και 8,7% για τους ασθενείς που έλαβαν σεμαγλουτίδη 0,5 mg και 1 mg, αντίστοιχα, έναντι 1,5% για όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας ήταν από το γαστρεντερικό.
Αντιδράσεις της θέσης ένεσης
Αντιδράσεις της θέσης ένεσης (π.χ. εξάνθημα στη θέση ένεσης, ερύθημα) έχουν αναφερθεί από το 0,6% και το 0,5% των ασθενών που έλαβαν σεμαγλουτίδη 0,5 mg και 1 mg, αντίστοιχα. Οι αντιδράσεις αυτές ήταν συνήθως ήπιες.
Ανοσογονικότητα
Σύμφωνα με τις δυνητικά ανοσογονικές ιδιότητες των φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν πρωτεΐνες ή πεπτίδια, οι ασθενείς ενδέχεται να αναπτύξουν αντισώματα μετά από θεραπεία με σεμαγλουτίδη. Το ποσοστό των ασθενών που βρέθηκαν θετικοί για αντισώματα έναντι της σεμαγλουτίδης οποιοδήποτε χρονική στιγμή μετά την έναρξη ήταν χαμηλό (1-2%) και κανένας ασθενής δεν είχε εξουδετερωτικά αντισώματα κατά της σεμαγλουτίδης ή αντισώματα κατά της σεμαγλουτίδης με εξουδετερωτική δράση κατά του ενδογενούς GLP-1 στο τέλος της δοκιμής.
Αύξηση καρδιακού ρυθμού
Έχει παρατηρηθεί αυξημένος καρδιακός ρυθμός με αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1. Σε δοκιμές φάσης 3α, παρατηρήθηκαν μέσες αυξήσεις 1 έως 6 παλμούς ανά λεπτό (bpm) από την αρχική τιμή των 72 έως 76 bpm σε άτομα που λάμβαναν Ozempic. Σε μια μακροχρόνια δοκιμή σε άτομα με παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, ποσοστό 16% των ατόμων που λάμβαναν Ozempic εμφάνισαν αύξηση του καρδιακού ρυθμού >10 bpm σε σύγκριση με ποσοστό 11% των ατόμων που λάμβαναν εικονικό φάρμακο μετά από 2 χρόνια θεραπείας.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-OZEMPIC
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία συνιστάται να χρησιμοποιούν αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σεμαγλουτίδη.
Κύηση
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Είναι περιορισμένα τα δεδομένα από τη χρήση σεμαγλουτίδης σε έγκυες γυναίκες. Κατά συνέπεια, η σεμαγλουτίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εάν μία ασθενής προγραμματίζει εγκυμοσύνη ή προκύψει εγκυμοσύνη, η θεραπεία με σεμαγλουτίδη πρέπει να διακοπεί. Η θεραπεία με σεμαγλουτίδη πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον 2 μήνες πριν από μία προγραμματισμένη εγκυμοσύνη λόγω του μεγάλου χρόνου ημίσειας ζωής (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Θηλασμός
Σε θηλάζοντες αρουραίους, η σεμαγλουτίδη απεκκρίθηκε στο μητρικό γάλα. Εφόσον δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος στα θηλάζοντα βρέφη, η σεμαγλουτίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Η επίδραση της σεμαγλουτίδης στην ανθρώπινη γονιμότητα είναι άγνωστη. Η σεμαγλουτίδη δεν επηρέασε τη γονιμότητα σε αρσενικούς αρουραίους. Σε θηλυκούς αρουραίους, παρατηρήθηκε αύξηση στη διάρκεια του οίστρου και μικρή μείωση στον αριθμό των ωορρηξιών σε δόσεις που συσχετίστηκαν με απώλεια σωματικού βάρους της μητέρας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-OZEMPIC
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον διαβήτη, Ανάλογα γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1), κωδικός ATC: A10BJ06
Μηχανισμός δράσης
Η σεμαγλουτίδη είναι ένα ανάλογο του GLP-1 με ομολογία αλληλουχίας 94% στο ανθρώπινο GLP-1. H σεμαγλουτίδη δρα ως αγωνιστής του υποδοχέα GLP-1 που δεσμεύεται εκλεκτικά στον υποδοχέα GLP-1, τον στόχο του ενδογενούς GLP-1, και τον ενεργοποιεί.
Το GLP-1 είναι μία φυσιολογική ορμόνη με πολλαπλές δράσεις στη ρύθμιση της γλυκόζης και της όρεξης καθώς και στο καρδιαγγειακό σύστημα. Οι επιδράσεις στη γλυκόζη και την όρεξη διαμεσολαβούνται ειδικά από υποδοχείς του GLP-1 στο πάγκρεας και τον εγκέφαλο.
H σεμαγλουτίδη μειώνει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα κατά τρόπο γλυκοζοεξαρτώμενο, διεγείροντας την έκκριση ινσουλίνης και μειώνοντας την έκκριση γλυκαγόνης όταν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα είναι υψηλά. Στο μηχανισμό μείωσης των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα συμμετέχει επίσης μία μικρή καθυστέρηση της γαστρικής κένωσης κατά την πρώιμη μεταγευματική φάση. Κατά την υπογλυκαιμία, η σεμαγλουτίδη μειώνει την έκκριση ινσουλίνης και δεν επηρεάζει την έκκριση γλυκαγόνης.
Η σεμαγλουτίδη μειώνει το σωματικό βάρος και τη λιπώδη μάζα του σώματος μέσω της μειωμένης πρόσληψης ενέργειας, που σχετίζεται με γενική μείωση της όρεξης. Επιπλέον, η σεμαγλουτίδη μειώνει την προτίμηση σε τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά.
Οι υποδοχείς GLP-1 εκφράζονται επίσης στην καρδιά, τα αγγεία, το ανοσοποιητικό σύστημα και τους νεφρούς.
Η σεμαγλουτίδη είχε ευεργετική επίδραση στα επίπεδα λιπιδίων στο πλάσμα, μείωσε τη συστολική αρτηριακή πίεση και περιόρισε τη φλεγμονή σε κλινικές μελέτες. Σε μελέτες σε ζώα η σεμαγλουτίδη μετριάζει την ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης προλαμβάνοντας την εξέλιξη της αορτικής πλάκας και μειώνοντας τη φλεγμονή στην πλάκα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Όλες οι φαρμακοδυναμικές αξιολογήσεις διεξήχθησαν έπειτα από 12 εβδομάδες θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης της κλιμάκωσης της δόσης) σε σταθερή κατάσταση με χορήγηση 1 mg σεμαγλουτίδης μία φορά εβδομαδιαίως.
Νηστεία και μεταγευματική γλυκόζη
Η σεμαγλουτίδη μειώνει τις συγκεντρώσεις γλυκόζης νηστείας και μεταγευματικής γλυκόζης. Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, η θεραπεία με σεμαγλουτίδη 1 mg οδήγησε σε μειώσεις των επιπέδων γλυκόζης όσον αφορά την απόλυτη μεταβολή από την τιμή κατά την έναρξη (mmol/l) και σε σχετική μείωση συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (%) για τη γλυκόζη νηστείας (1,6 mmol/l, μείωση 22%), της γλυκόζης 2 ώρες μετά το γεύμα (4,1 mmol/l, μείωση 37%), της μέσης συγκέντρωσης 24ωρης γλυκόζης (1,7 mmol/l, μείωση 22%) και των εξάρσεων της μεταγευματικής γλυκόζης και στα 3 γεύματα (0,6-1,1 mmol/l) συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Η σεμαγλουτίδη μείωσε τη γλυκόζη νηστείας μετά την πρώτη δόση.
Λειτουργία β-κυττάρων και έκκριση ινσουλίνης
Η σεμαγλουτίδη βελτιώνει τη λειτουργία των β-κυττάρων. Συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, η σεμαγλουτίδη βελτίωσε την απόκριση ινσουλίνης πρώτης και δεύτερης φάσης, επιτυγχάνοντας 3πλάσια και 2πλάσια αύξηση, αντίστοιχα, και αύγωσε τη μέγιστη εκκριτική ικανότητα β-κυττάρων σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Επιπροσθέτως, η θεραπεία με σεμαγλουτίδη αύξησε τις συγκεντρώσεις ινσουλίνης νηστείας συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.
Έκκριση γλυκαγόνης
Η σεμαγλουτίδη μειώνει τις συγκεντρώσεις γλυκαγόνης νηστείας και μεταγευματικής γλυκαγόνης. Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, η σεμαγλουτίδη οδήγησε στις ακόλουθες σχετικές μειώσεις στα επίπεδα γλυκαγόνης συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο: γλυκαγόνη νηστείας (8-21%), μεταγευματική απόκριση γλυκαγόνης (14-15%) και μέση 24ωρη συγκέντρωση γλυκαγόνης (12%).
Γλυκοζοεξαρτώμενη έκκριση ινσουλίνης και γλυκαγόνης
H σεμαγλουτίδη μείωσε τις υψηλές συγκεντρώσεις γλυκόζης στο αίμα διεγείροντας την έκκριση ινσουλίνης και μειώνοντας την έκκριση γλυκαγόνης κατά τρόπο γλυκοζοεξαρτώμενο. Με τη σεμαγλουτίδη, ο ρυθμός έκκρισης ινσουλίνης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 ήταν συγκρίσιμος με αυτόν σε υγιή άτομα.
Κατά τη διάρκεια της επαγόμενης υπογλυκαιμίας, η σεμαγλουτίδη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο δε μετέβαλε τις αντιρροπιστικές αποκρίσεις της αυξημένης γλυκαγόνης και δεν επηρέασε τη μείωση των επιπέδων C-πεπτιδίου σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.
Γαστρική κένωση
Η σεμαγλουτίδη προκάλεσε μικρή καθυστέρηση της πρώιμης μεταγευματικής γαστρικής κένωσης, μειώνοντας έτσι τον ρυθμό με τον οποίο εμφανίζεται η γλυκόζη στην κυκλοφορία μεταγευματικά.
Όρεξη, πρόσληψη ενέργειας και επιλογή τροφών
Η σεμαγλουτίδη, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, μείωσε την πρόσληψη ενέργειας από 3 διαδοχικά κατά βούληση (ad libitum) γεύματα κατά 18-35%. Η δράση αυτή ενισχύθηκε από μία επαγόμενη από τη σεμαγλουτίδη καταστολή της όρεξης σε κατάσταση νηστείας καθώς και μεταγευματικά, από βελτιωμένο έλεγχο της πρόσληψης τροφής, από μικρότερη επιθυμία λήψης τροφής και από σχετικά μικρότερη προτίμηση σε τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά.
Νηστεία και μεταγευματικά λιπίδια
Η σεμαγλουτίδη, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, μείωσε τα τριγλυκερίδια νηστείας και τις συγκεντρώσεις χοληστερόλης πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (VLDL) κατά 12% και 21%, αντίστοιχα. Η μεταγευματική απόκριση τριγλυκεριδίων και χοληστερόλης VLDL σε ένα γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μειώθηκε κατά >40%.
Ηλεκτροφυσιολογία της καρδιάς (QTc)
Η επίδραση της σεμαγλουτίδης στην καρδιακή επαναπόλωση ελέγχθηκε σε μια διεξοδική δοκιμή για το QTc. Η σεμαγλουτίδη δεν παρέτεινε τα διαστήματα QTc σε υπερθεραπευτικά δοσολογικά επίπεδα (έως και 1,5 mg σε σταθερή κατάσταση).
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Τόσο η βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου όσο και η μείωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας είναι αναπόσπαστο μέρος της θεραπείας του διαβήτη τύπου 2.
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Ozempic σε δόση 0,5 mg και 1 mg μία φορά εβδομαδιαίως αξιολογήθηκαν σε έξι τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες δοκιμές φάσης 3α στις οποίες συμμετείχαν 7.215 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (4.107 έλαβαν θεραπεία με σεμαγλουτίδη). Πέντε δοκιμές (SUSTAIN 1-5) είχαν ως πρωτεύοντα στόχο την αξιολόγηση της γλυκαιμικής αποτελεσματικότητας, ενώ μία δοκιμή (SUSTAIN 6) είχε ως πρωτεύοντα στόχο έκβαση που σχετίζεται με το καρδιαγγειακό.
Διεξήχθη μια επιπρόσθετη δοκιμή στην οποία συμμετείχαν 1.201 ασθενείς και η οποία συνέκρινε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του Ozempic 0,5 mg και 1 mg μία φορά εβδομαδιαίως με αυτή της ντουλαγλουτίδης 0,75 mg και 1,5 mg μία φορά εβδομαδιαίως, αντίστοιχα.
Η θεραπεία με σεμαγλουτίδη κατέδειξε διατηρούμενες, στατιστικά ανώτερες και κλινικά σημαντικές μειώσεις στην HbA1c και το σωματικό βάρος για έως και 2 έτη συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο και τη θεραπεία με δραστικό φάρμακο ελέγχου (σιταγλιπτίνη, ινσουλίνη glargine, εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης και ντουλαγλουτίδη).
Η αποτελεσματικότητα της σεμαγλουτίδης δεν επηρεάστηκε από την ηλικία, το φύλο, τη φυλή, την εθνικότητα, τον δείκτη μάζας σώματος (BMI) κατά την έναρξη, το σωματικό βάρος (kg) κατά την έναρξη, τη διάρκεια του διαβήτη και τον βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας.
SUSTAIN 1 - Μονοθεραπεία
Σε μία διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή διάρκειας 30 εβδομάδων, 388 ασθενείς με διαβήτη ρυθμιζόμενο ανεπαρκώς με διατροφή και άσκηση, τυχαιοποιήθηκαν στο Ozempic 0,5 mg ή το Ozempic 1 mg μία φορά εβδομαδιαίως ή σε εικονικό φάρμακο.
Πίνακας 2 SUSTAIN 1: Αποτελέσματα την εβδομάδα 30
| Σεμαγλουτίδη 0,5 mg | Σεμαγλουτίδη 1 mg | Εικονικό φάρμακο | |
|---|---|---|---|
| Πληθυσμός (N) με πρόθεση για θεραπεία (ITT) | 128 | 130 | 129 |
| HbA1c (%) | |||
| Αρχική τιμή (μέση) | 8,1 | 8,1 | 8,0 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 30 | -1,5 | -1,6 | 0 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο [95% CI] | -1,4 [-1,7, -1,1]α | -1,5 [-1,8, -1,2]α | - |
| Ασθενείς (%) που επιτυγχάνουν HbA1c <7% | 74 | 72 | 25 |
| FPG (mmol/l) | |||
| Αρχική τιμή (μέση) | 9,7 | 9,9 | 9,7 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 30 | -2,5 | -2,3 | -0,6 |
| Σωματικό βάρος (kg) | |||
| Αρχική τιμή (μέση) | 89,8 | 96,9 | 89,1 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 30 | -3,7 | -4,5 | -1,0 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο [95% CI] | -2,7 [-3,9, -1,6]α | -3,6 [-4,7, -2,4]α | - |
α p <0,0001 (δύο διευθύνσεων) για ανωτερότητα
SUSTAIN 2 - Ozempic έναντι σιταγλιπτίνης αμφότερα σε συνδυασμό με 1-2 από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα (μετφορμίνη ή/και θειαζολιδινεδιόνες)
Σε μία διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο δοκιμή διάρκειας 56 εβδομάδων, 1.231 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν στο Ozempic 0,5 mg μία φορά εβδομαδιαίως, το Ozempic 1 mg μία φορά εβδομαδιαίως ή τη σιταγλιπτίνη 100 mg μία φορά ημερησίως, όλα σε συνδυασμό με μετφορμίνη (94%) ή/και θειαζολιδινεδιόνες (6%).
Πίνακας 3 SUSTAIN 2: Αποτελέσματα την εβδομάδα 56
| Σεμαγλουτίδη 0,5 mg | Σεμαγλουτίδη 1 mg | Σιταγλιπτίνη 100 mg | |
|---|---|---|---|
| Πληθυσμός (N) με πρόθεση για θεραπεία (ITT) | 409 | 409 | 407 |
| HbA1c (%) | |||
| Αρχική τιμή (μέση) | 8,0 | 8,0 | 8,2 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 56 | -1,3 | -1,6 | -0,5 |
| Διαφορά από τη σιταγλιπτίνη [95% CI] | -0,8 [-0,9, -0,6]α | -1,1 [-1,2, -0,9]α | - |
| Ασθενείς (%) που επιτυγχάνουν HbA1c <7% | 69 | 78 | 36 |
| FPG (mmol/l) | |||
| Αρχική τιμή (μέση) | 9,3 | 9,3 | 9,6 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 56 | -2,1 | -2,6 | -1,1 |
| Σωματικό βάρος (kg) | |||
| Αρχική τιμή (μέση) | 89,9 | 89,2 | 89,3 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 56 | -4,3 | -6,1 | -1,9 |
| Διαφορά από τη σιταγλιπτίνη [95% CI] | -2,3 [-3,1, -1,6]α | -4,2 [-4,9, -3,5]α | - |
α p <0,0001 (δύο διευθύνσεων) για ανωτερότητα
SUSTAIN 7 - Ozempic έναντι ντουλαγλουτίδης αμφότερα σε συνδυασμό με μετφορμίνη
Σε μια δοκιμή ανοιχτής επισήμανσης διάρκειας 40 εβδομάδων, 1.201 ασθενείς που λάμβαναν μετφορμίνη τυχαιοποιήθηκαν 1:1:1:1 σε χορηγούμενα μία φορά εβδομαδιαίως Ozempic 0,5 mg, ντουλαγλουτίδη 0,75 mg, Ozempic 1 mg ή ντουλαγλουτίδη 1,5 mg, αντίστοιχα. Η δοκιμή συνέκρινε 0,5 mg Ozempic με 0,75 mg ντουλαγλουτίδης και 1 mg Ozempic με 1,5 mg ντουλαγλουτίδης.
Οι διαταραχές του γαστρεντερικού ήταν οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες και εμφανίστηκαν σε παρόμοια ποσοστά ασθενών που λάμβαναν Ozempic 0,5 mg (129 ασθενείς [43%]), Ozempic 1 mg (133 [44%]) και ντουλαγλουτίδη 1,5 mg (143 [48%]). Λιγότεροι ασθενείς εμφάνισαν διαταραχές του γαστρεντερικού με ντουλαγλουτίδη 0,75 mg (100 [33%]).
Την εβδομάδα 40, η αύξηση των καρδιακών σφυγμών για το Ozempic (0,5 mg και 1 mg) και τη ντουλαγλουτίδη (0,75 mg και 1,5 mg) ήταν 2,4, 4,0 και 1,6, 2,1, παλμοί/λεπτό, αντίστοιχα.
Πίνακας 4 SUSTAIN 7: Αποτελέσματα την εβδομάδα 40
| Σεμαγλουτίδη 0,5 mg | Σεμαγλουτίδη 1 mg | Ντουλαγλουτίδη 0,75 mg | Ντουλαγλουτίδη 1,5 mg | |
|---|---|---|---|---|
| Πληθυσμός (N) με πρόθεση για θεραπεία (ITT) | 301 | 300 | 299 | 299 |
| HbA1c (%) | ||||
| Αρχική τιμή (μέση) | 8,3 | 8,2 | 8,2 | 8,2 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 40 | -1,5 | -1,8 | -1,1 | -1,4 |
| Διαφορά από τη ντουλαγλουτίδη [95% CI] | -0,4β [-0,6, -0,2]α | -0,4γ [-0,6, -0,3]α | - | - |
| Ασθενείς (%) που επιτυγχάνουν HbA1c <7% | 68 | 79 | 52 | 67 |
| FPG (mmol/l) | ||||
| Αρχική τιμή (μέση) | 9,8 | 9,8 | 9,7 | 9,6 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 40 | -2,2 | -2,8 | -1,9 | -2,2 |
| Σωματικό βάρος (kg) | ||||
| Αρχική τιμή (μέση) | 96,4 | 95,5 | 95,6 | 93,4 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 40 | -4,6 | -6,5 | -2,3 | -3,0 |
| Διαφορά από τη ντουλαγλουτίδη [95% CI] | -2,3β [-3,0, -1,5]α | -3,6γ [-4,3, -2,8]α | - | - |
α p <0,0001 (δύο διευθύνσεων) για ανωτερότητα β Ozempic 0,5 mg έναντι ντουλαγλουτίδης 0,75 mg γ Ozempic 1 mg έναντι ντουλαγλουτίδης 1,5 mg
SUSTAIN 3 - Οzempic έναντι εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης αμφότερα σε συνδυασμό με μετφορμίνη ή μετφορμίνη με σουλφονυλουρία
Σε μία ανοικτής επισήμανσης δοκιμή διάρκειας 56 εβδομάδων, 813 ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με μετφορμίνη (49%), μετφορμίνη με σουλφονυλουρία (45%) ή άλλη θεραπεία (6%) τυχαιοποιήθηκαν στο Ozempic 1 mg ή στην εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης 2 mg μία φορά εβδομαδιαίως.
Πίνακας 5 SUSTAIN 3: Αποτελέσματα την εβδομάδα 56
| Σεμαγλουτίδη 1 mg | Εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης 2 mg | |
|---|---|---|
| Πληθυσμός (N) με πρόθεση για θεραπεία (ITT) | 404 | 405 |
| HbA1c (%) | ||
| Αρχική τιμή (μέση) | 8,4 | 8,3 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 56 | -1,5 | -0,9 |
| Διαφορά από την εξενατίδη [95% CI] | -0,6 [-0,8, -0,4]α | - |
| Ασθενείς (%) που επιτυγχάνουν HbA1c <7% | 67 | 40 |
| FPG (mmol/l) | ||
| Αρχική τιμή (μέση) | 10,6 | 10,4 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 56 | -2,8 | -2,0 |
| Σωματικό βάρος (kg) | ||
| Αρχική τιμή (μέση) | 96,2 | 95,4 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 56 | -5,6 | -1,9 |
| Διαφορά από την εξενατίδη [95% CI] | -3,8 [-4,6, -3,0]α | - |
α p <0,0001 (δύο διευθύνσεων) για ανωτερότητα
SUSTAIN 4 - Οzempic έναντι ινσουλίνης glargine αμφότερα σε συνδυασμό με 1-2 από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα (μετφορμίνη ή μετφορμίνη και σουλφονυλουρία)
Σε μία ανοικτής επισήμανσης δοκιμή με συγκριτικό φάρμακο διάρκειας 30 εβδομάδων, 1.089 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν στο Ozempic 0,5 mg μία φορά εβδομαδιαίως, το Ozempic 1 mg μία φορά εβδομαδιαίως ή την ινσουλίνη glargine μία φορά ημερησίως σε συνδυασμό με μετφορμίνη (48%) ή μετφορμίνη και σουλφονυλουρία (51%).
Πίνακας 6 SUSTAIN 4: Αποτελέσματα την εβδομάδα 30
| Σεμαγλουτίδη 0,5 mg | Σεμαγλουτίδη 1 mg | Ινσουλίνη glargine | |
|---|---|---|---|
| Πληθυσμός (N) με πρόθεση για θεραπεία (ITT) | 362 | 360 | 360 |
| HbA1c (%) | |||
| Αρχική τιμή (μέση) | 8,1 | 8,2 | 8,1 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 30 | -1,2 | -1,6 | -0,8 |
| Διαφορά από την ινσουλίνη glargine [95% CI] | -0,4 [-0,5, -0,2]α | -0,8 [-1,0, -0,7]α | - |
| Ασθενείς (%) που επιτυγχάνουν HbA1c <7% | 57 | 73 | 38 |
| FPG (mmol/l) | |||
| Αρχική τιμή (μέση) | 9,6 | 9,9 | 9,7 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 30 | -2,0 | -2,7 | -2,1 |
| Σωματικό βάρος (kg) | |||
| Αρχική τιμή (μέση) | 93,7 | 94,0 | 92,6 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 30 | -3,5 | -5,2 | +1,2 |
| Διαφορά από την ινσουλίνη glargine [95% CI] | -4,6 [-5,3, -4,0]α | -6,34 [-7,0, -5,7]α | - |
α p <0,0001 (δύο διευθύνσεων) για ανωτερότητα
SUSTAIN 5 - Οzempic έναντι εικονικού φαρμάκου αμφότερα σε συνδυασμό με βασική ινσουλίνη
Σε μία διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή διάρκειας 30 εβδομάδων, 397 ασθενείς ανεπαρκώς ρυθμισμένοι με βασική ινσουλίνη με ή χωρίς μετφορμίνη, τυχαιοποιήθηκαν στο Ozempic 0,5 mg μία φορά εβδομαδιαίως, το Ozempic 1 mg μία φορά εβδομαδιαίως ή εικονικό φάρμακο.
Πίνακας 7 SUSTAIN 5: Αποτελέσματα την εβδομάδα 30
| Σεμαγλουτίδη 0,5 mg | Σεμαγλουτίδη 1 mg | Εικονικό φάρμακο | |
|---|---|---|---|
| Πληθυσμός (N) με πρόθεση για θεραπεία (ITT) | 132 | 131 | 133 |
| HbA1c (%) | |||
| Αρχική τιμή (μέση) | 8,4 | 8,3 | 8,4 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 30 | -1,4 | -1,8 | -0,1 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο [95% CI] | -1,4 [-1,6, -1,1]α | -1,8 [-2,0, -1,5]α | - |
| Ασθενείς (%) που επιτυγχάνουν HbA1c <7% | 61 | 79 | 11 |
| FPG (mmol/l) | |||
| Αρχική τιμή (μέση) | 8,9 | 8,5 | 8,6 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 30 | -1,6 | -2,4 | -0,5 |
| Σωματικό βάρος (kg) | |||
| Αρχική τιμή (μέση) | 92,7 | 92,5 | 89,9 |
| Μεταβολή από την αρχική τιμή την εβδομάδα 30 | -3,7 | -6,4 | -1,4 |
| Διαφορά από το εικονικό φάρμακο [95% CI] | -2,3 [-3,3, -1,3]α | -5,1 [-6,1, -4,0]α | - |
α p <0,0001 (δύο διευθύνσεων) για ανωτερότητα
Συνδυασμός με μονοθεραπεία με σουλφονυλουρία
Στη SUSTAIN 6 (βλ. υποπαράγραφο Καρδιαγγειακή νόσος), 123 ασθενείς λάμβαναν μονοθεραπεία με σουλφονυλουρία κατά την έναρξη. Η HbA1c κατά την έναρξη ήταν 8,2%, 8,4% και 8,4% για το Ozempic 0,5 mg, το Ozempic 1 mg και το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα. Κατά την εβδομάδα 30, η μεταβολή στην HbA1c ήταν -1,6%, -1,5% και 0,1% για το Ozempic 0,5 mg, το Ozempic 1 mg και το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα.
Συνδυασμός με έτοιμο μείγμα ινσουλίνης ± 1-2 από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα
Στη SUSTAIN 6 (βλ. υποπαράγραφο Καρδιαγγειακή νόσος), 867 ασθενείς λάμβαναν έτοιμο μείγμα ινσουλίνης [με ή χωρίς από του στόματος αντιδιαβητικό(-ά) φάρμακο(-α)] κατά την έναρξη. Η HbA1c κατά την έναρξη ήταν 8,8%, 8,9% και 8,9% για το Ozempic 0,5 mg, το Ozempic 1 mg και το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα. Την εβδομάδα 30, η μεταβολή στην HbA1c ήταν -1,3%, -1,8% και -0,4% για το Ozempic 0,5 mg, το Ozempic 1 mg και το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα.
Καρδιαγγειακή νόσος
Σε μία διπλά τυφλή δοκιμή διάρκειας 104 εβδομάδων (SUSTAIN 6), 3.297 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 οι οποίοι διέτρεχαν υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο τυχαιοποιήθηκαν είτε στο Ozempic 0,5 mg μία φορά εβδομαδιαίως είτε στο Ozempic 1 mg μία φορά εβδομαδιαίως ή στο αντίστοιχο εικονικό φάρμακο επιπροσθέτως της πρότυπης φροντίδας και στη συνέχεια υποβλήθηκαν σε παρακολούθηση για 2 έτη. Συνολικά, το 98% των ασθενών ολοκλήρωσε τη δοκιμή και η ζωτική κατάσταση του 99,6% των ασθενών ήταν γνωστή στο τέλος της δοκιμής.
Ο πληθυσμός της δοκιμής κατανεμήθηκε με βάση την ηλικία ως εξής: 1.598 ασθενείς (48,5%) ≥65 ετών, 321 (9,7%) ≥75 ετών και 20 (0,6%) ≥85 ετών. Υπήρξαν 2.358 ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή ήπια νεφρική δυσλειτουργία, 832 με μέτρια και 107 με σοβαρή ή τελικού σταδίου νεφρική δυσλειτουργία. Το 61% ήταν άνδρες, η μέση ηλικία ήταν 65 έτη και ο μέσος BMI ήταν 33 kg/m2. Η μέση διάρκεια του διαβήτη ήταν 13,9 έτη.
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ο χρόνος από την τυχαιοποίηση έως την πρώτη εμφάνιση ενός μείζονος ανεπιθύμητου καρδιαγγειακού επεισοδίου (MACE): θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια, μη θανατηφόρο έμφραγμα μυοκαρδίου ή μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο.
Ο συνολικός αριθμός επεισοδίων των συνιστωσών MACE του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου ήταν 254, εκ των οποίων 108 (6,6%) με τη σεμαγλουτίδη και 146 (8,9%) με το εικονικό φάρμακο. Η θεραπεία με σεμαγλουτίδη οδήγησε σε μείωση του κινδύνου κατά 26% στην πρωτεύουσα σύνθετη έκβαση του θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια, του μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου ή του μη θανατηφόρου εγκεφαλικού επεισοδίου. Οι συνολικοί αριθμοί των θανάτων από καρδιαγγειακά αίτια, των μη θανατηφόρων εμφραγμάτων του μυοκαρδίου και των μη θανατηφόρων εγκεφαλικών επεισοδίων ήταν 90, 111 και 71, αντίστοιχα, συμπεριλαμβανομένων 44 (2,7%), 47 (2,9%) και 27 (1,6%), αντίστοιχα, με τη σεμαγλουτίδη. Η μείωση του κινδύνου πρωτεύουσας σύνθετης έκβασης οφειλόταν κατά κύριο λόγο σε μειώσεις του ποσοστού των μη θανατηφόρων εγκεφαλικών επεισοδίων (39%) και των μη θανατηφόρων εμφραγμάτων του μυοκαρδίου (26%).
Διάγραμμα τύπου Forest: αναλύσεις του χρόνου μέχρι την πρώτη εμφάνιση της σύνθετης έκβασης, των εκδηλώσεών της και θανάτου κάθε αιτιολογίας (SUSTAIN 6)
| Ozempic N (%) | Εικονικό φάρμακο N (%) | Αναλογία Κινδύνου (95% CI) | |
|---|---|---|---|
| FAS | 1648 (100) | 1649 (100) | |
| Πρωτεύον καταληκτικό σημείο - MACE Εκδηλώσεις MACE | 108 (6,6) | 146 (8,9) | 0,74 (0,58-0,95) |
| Θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια | 44 (2,7) | 64 (3,9) | 0,61 (0,38-0,99) |
| Μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο | 27 (1,6) | 44 (2,7) | 0,74 (0,51-1,08) |
| Μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου | 47 (2,9) | 60 (3,6) | 0,98 (0,65-1,48) |
| Άλλα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία | |||
| Θάνατος κάθε αιτιολογίας | 62 (3,8) | 5 (3,6) | 1,05 (0,74-1,50) |
Υπήρχαν 158 συμβάματα νέας ή επιδεινούμενης νεφροπάθειας. Η αναλογία κινδύνου [95% CI] για το χρονικό διάστημα έως την εμφάνιση νεφροπάθειας (νέα εμφάνιση επίμονης μικρολευκωματινουρίας, επίμονος διπλασιασμός της τιμής κρεατινίνης ορού, ανάγκης για θεραπεία συνεχούς νεφρικής υποκατάστασης και θάνατος που οφείλεται σε νεφροπάθεια) ήταν 0,64 [0,46, 0,88] oφειλόμενη στη νέα εμφάνιση επίμονης μικρολευκωματινουρίας.
Σωματικό βάρος
Μετά από ένα έτος θεραπείας, επιτεύχθηκε απώλεια βάρους ≥5% και ≥10% στα περισσότερα άτομα με το Ozempic 0,5 mg (46% και 13%) και 1 mg (52 - 62% και 21 - 24%) σε σύγκριση με τα δραστικά συγκριτικά φάρμακα σιταγλιπτίνη (18% και 3%) και εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης (17% και 4%).
Στη δοκιμή διάρκειας 40 εβδομάδων έναντι της ντουλαγλουτίδης επιτεύχθηκε απώλεια βάρους ≥5% και ≥10% για περισσότερα άτομα με το Ozempic 0,5 mg (44% και 14%) σε σύγκριση με τη ντουλαγλουτίδη 0,75 mg (23% και 3%) και το Ozempic 1 mg (έως 63% και 27%) σε σύγκριση με τη ντουλαγλουτίδη 1,5 mg (30% και 8%).
Παρατηρήθηκε σημαντική και διατηρούμενη μείωση του σωματικού βάρους από την έναρξη έως την εβδομάδα 104 με το Ozempic σε δόση 0,5 mg και 1 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου σε δόση 0,5 mg και 1 mg, επιπροσθέτως της πρότυπης φροντίδας (-3,6 kg και -4,9 kg έναντι -0,7 και 0,5 kg, αντίστοιχα) στη SUSTAIN 6.
Αρτηριακή πίεση
Παρατηρήθηκαν σημαντικές μειώσεις στη μέση συστολική αρτηριακή πίεση όταν το Ozempic 0,5 mg (3,5-5,1 mmHg) και 1 mg (5,4-7,3 mmHg) χρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με από του στόματος αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα ή βασική ινσουλίνη. Αναφορικά με τη διαστολική αρτηριακή πίεση, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ της σεμαγλουτίδης και των συγκριτικών φαρμάκων.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή στην υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με σεμαγλουτίδη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στον διαβήτη τύπου 2 (βλ. Δοσολογία).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-OZEMPIC
expand_more
Φαρμακοκινητική
Σε σύγκριση με το ενδογενές GLP-1, η σεμαγλουτίδη έχει παρατεταμένο χρόνο ημίσειας ζωής 1 εβδομάδας περίπου, γεγονός που την καθιστά κατάλληλη για υποδόρια χορήγηση μία φορά εβδομαδιαίως. Ο κύριος μηχανισμός της παρατεταμένης δράσης είναι η δέσμευση στη λευκωματίνη, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη νεφρική κάθαρση και την προστασία από τη μεταβολική αποδόμηση. Επιπροσθέτως, η σεμαγλουτίδη σταθεροποιείται ενάντια στην αποδόμηση από το ένζυμο DPP-4.
Απορρόφηση
Η μέγιστη συγκέντρωση επιτεύχθηκε σε 1 έως 3 ημέρες μετά τη χορήγηση. Η έκθεση σε σταθερή κατάσταση επιτεύχθηκε μετά από 4-5 εβδομάδες χορήγησης μία φορά εβδομαδιαίως. Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, οι μέσες συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση μετά από υποδόρια χορήγηση σεμαγλουτίδης 0,5 mg και 1 mg ήταν περίπου 16 nmol/l και 30 nmol/l, αντίστοιχα. Η έκθεση στη σεμαγλουτίδη αυξήθηκε σε αναλογία με τη δόση για δόσεις 0,5 mg και 1 mg. Παρόμοια έκθεση επιτεύχθηκε με την υποδόρια χορήγηση σεμαγλουτίδης στην κοιλιά, τον μηρό ή το άνω μέρος του βραχίονα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υποδόριας σεμαγλουτίδης ήταν 89%.
Κατανομή
Ο μέσος όγκος κατανομής της σεμαγλουτίδης μετά από υποδόρια χορήγηση σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 ήταν περίπου 12,5 l. Η σεμαγλουτίδη δεσμεύτηκε εκτεταμένα στη λευκωματίνη πλάσματος (>99%).
Μεταβολισμός/Βιομετασχηματισμός
Πριν την απέκκριση, η σεμαγλουτίδη μεταβολίζεται εκτεταμένα μέσω πρωτεολυτικής διάσπασης της κύριας πεπτιδικής αλυσίδας και επακόλουθης β-οξείδωσης της πλευρικής αλυσίδας λιπαρών οξέων. Το ένζυμο ουδέτερη ενδοπεπτιδάση (NEP) αναμένεται να εμπλέπεται στον μεταβολισμό της σεμαγλουτίδης.
Αποβολή
Σε μία μελέτη με εφάπαξ υποδόρια χορήγηση ραδιοσημασμένης σεμαγλουτίδης, διαπιστώθηκε ότι οι κύριες οδοί απέκκρισης ουσιών που σχετίζονταν με τη σεμαγλουτίδη ήταν μέσω των ούρων και των κοπράνων. Περίπου τα 2/3 των σχετιζόμενων με τη σεμαγλουτίδη ουσιών απεκκρίθηκαν στα ούρα και περίπου το 1/3 στα κόπρανα. Περίπου το 3% της δόσης απεκκρίθηκε ως άθικτη σεμαγλουτίδη μέσω των ούρων. Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, η κάθαρση της σεμαγλουτίδης ήταν περίπου 0,05 l/h. Με ημιπερίοδο αποβολής 1 εβδομάδα περίπου, η σεμαγλουτίδη θα υπάρχει στην κυκλοφορία για περίπου 5 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση.
Ειδικός πληθυσμός
Ηλικιωμένοι
Η ηλικία δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της σεμαγλουτίδης με βάση τα δεδομένα από μελέτες φάσης 3α, στις οποίες συμμετείχαν ασθενείς ηλικίας 20-86 ετών.
Φύλο, φυλή και εθνικότητα
Το φύλο, η φυλή (Λευκός, Μαύρος ή Αφροαμερικανός, Ασιάτης) και η εθνικότητα (Ισπανός ή Λατίνος, μη Ισπανός ή μη Λατίνος) δεν είχαν καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της σεμαγλουτίδης.
Σωματικό βάρος
Το σωματικό βάρος είχε επίδραση στην έκθεση της σεμαγλουτίδης. Το μεγαλύτερο σωματικό βάρος έχει ως αποτέλεσμα χαμηλότερη έκθεση. Διαφορά 20% στο σωματικό βάρος μεταξύ των ατόμων θα έχει ως αποτέλεσμα διαφορά στην έκθεση της τάξεως του 16% κατά προσέγγιση. Οι δόσεις σεμαγλουτίδης 0,5 mg και 1 mg παρέχουν επαρκή συστηματική έκθεση σε εύρος σωματικού βάρους 40-198 kg.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η νεφρική δυσλειτουργία δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της σεμαγλουτίδης σε κλινικά σημαντικό βαθμό. Αυτό καταδείχτηκε με χορήγηση εφάπαξ δόσης 0,5 mg σεμαγλουτίδης για ασθενείς με διάφορους βαθμούς νεφρικής δυσλειτουργίας (ήπια, μέτρια, σοβαρή ή ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση) συγκριτικά με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Αυτό καταδείχτηκε επίσης για άτομα με διαβήτη τύπου 2 και με νεφρική δυσλειτουργία βάσει των δεδομένων από μελέτες φάσης 3α, παρόλο που η εμπειρία σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου ήταν περιορισμένη.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η ηπατική δυσλειτουργία δεν είχε καμία επίδραση στην έκθεση της σεμαγλουτίδης. Η φαρμακοκινητική της σεμαγλουτίδης αξιολογήθηκε σε ασθενείς με διαφορετικούς βαθμούς ηπατικής δυσλειτουργίας (ήπια, μέτρια, σοβαρή) συγκριτικά με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία σε μία μελέτη με εφάπαξ δόση σεμαγλουτίδης 0,5 mg.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η σεμαγλουτίδη δεν έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η σεμαγλουτίδη μειώνει την HbA1c, την συστολική αρτηριακή πίεση και το σωματικό βάρος. Μετά από 12 εβδομάδες θεραπείας, η σεμαγλουτίδη μείωσε τη γλυκόζη νηστείας και την μεταγευματική γλυκόζη αυξάνοντας την παραγωγή ινσουλίνης και μειώνοντας την έκκριση γλυκαγόνης (η οποία συνήθως σχετίζεται με αυξήσεις στο σάκχαρο του αίματος). Η σεμαγλουτίδη επίσης μειώνει τα τριγλυκερίδια νηστείας και την χοληστερόλη VLDL, ασκώντας ευεργετικές επιδράσεις στην καρδιαγγειακή υγεία.
Η σεμαγλουτίδη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί μυελοειδές καρκίνωμα θυρεοειδικών κυττάρων σε τρωκτικά. Ενώ η κλινική της σημασία για τον άνθρωπο είναι άγνωστη, ο FDA συμβουλεύει να μην χορηγείται αυτό το φάρμακο σε άτομα με προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό μυελοειδούς καρκινώματος θυρεοειδούς.
Η σεμαγλουτίδη ενέχει επίσης κίνδυνο παγκρεατίτιδας και αφυδάτωσης. Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς κατά τη λήψη σεμαγλουτίδης και συμβουλεύονται να αναζητούν άμεση ιατρική βοήθεια σε περιπτώσεις κοιλιακού άλγους που ακτινοβολεί στην πλάτη. Επειδή αυτό το φάρμακο καθυστερεί την γαστρική κένωση, είναι σημαντικό να παρακολουθείται η αποτελεσματικότητα ή οι ανεπιθύμητες ενέργειες άλλων φαρμάκων που χορηγούνται από το στόμα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Μηχανισμός γλυκαιμικού ελέγχου
Το GLP-1 (Glucagon-Like Peptide-1) είναι μια φυσιολογική ορμόνη που προάγει τον γλυκαιμικό έλεγχο μέσω διαφόρων μηχανισμών, συμπεριλαμβανομένης της έκκρισης ινσουλίνης, της επιβράδυνσης της γαστρικής κένωσης και της μείωσης της μεταγευματικής έκκρισης γλυκαγόνης. Η ομοιόσταση της γλυκόζης εξαρτάται από ορμόνες όπως η ινσουλίνη και η αμυλίνη, οι οποίες εκκρίνονται από τα β-κύτταρα του παγκρέατος.
Η σεμαγλουτίδη είναι 94% όμοια με την ανθρώπινη GLP-1. Ανάλογα αυτής της ορμόνης, όπως η σεμαγλουτίδη, διεγείρουν τη σύνθεση ινσουλίνης διεγείροντας τα παγκρεατικά νησιδιακά κύτταρα και μειώνοντας την έκκριση γλυκαγόνης. Συνδέονται άμεσα με εκλεκτικότητα στον υποδοχέα GLP-1, προκαλώντας διάφορες ευεργετικές δευτερογενείς επιδράσεις που μειώνουν τη γλυκόζη του αίματος με τρόπο εξαρτώμενο από τη γλυκόζη.
Μηχανισμός καρδιαγγειακού οφέλους και απώλειας βάρους
Στην υπερχοληστερολαιμία, πιστεύεται ότι η σεμαγλουτίδη μειώνει την εξέλιξη της αθηροσκλήρωσης μέσω μειωμένης εντερικής διαπερατότητας και μειωμένης φλεγμονής. Η απώλεια βάρους πιστεύεται ότι συμβαίνει μέσω της μείωσης της όρεξης και των λιγούρων για φαγητό μετά τη χορήγηση σεμαγλουτίδης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η Cmax της σεμαγλουτίδης ήταν 10.9 nmol/L, με AUC 3123.4 nmol·h/L και Tmax 56 ώρες σε μία κλινική δοκιμή, επιτυγχανόμενη εντός 1-3 ημερών. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 89%. Η σταθερή συγκέντρωση του από του στόματος δισκίου επιτυγχάνεται σε 4-5 εβδομάδες. Οι μέσες σταθερές συγκεντρώσεις της σεμαγλουτίδης κυμαίνονται από 16 nmol/L έως 30 nmol/L μετά από δόση 0.5mg έως 1mg.
Αυτό το φάρμακο απομακρύνεται κυρίως από τους νεφρούς και απεκκρίνεται τόσο στα ούρα όσο και στα κόπρανα. Η κύρια οδός απέκκρισης είναι τα ούρα, αντιστοιχώντας στο 53% μιας ληφθείσας ραδιοσημασμένης δόσης, με 18.6% να ανευρίσκεται στα κόπρανα. Μικρότερη ποσότητα 3.2% βρέθηκε να εκπνέεται.
Η ηπατική δυσλειτουργία δεν φαίνεται να επηρεάζει την κάθαρση αυτού του φαρμάκου και δεν απαιτούνται προσαρμογές δόσης σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία.
Ο όγκος κατανομής της σεμαγλουτίδης είναι 8L έως 9.4L. Διαπερνά τον πλακούντα σε αρουραίους.
Ο ρυθμός κάθαρσης της σεμαγλουτίδης είναι 0.039 L/h σύμφωνα με μία κλινική μελέτη. Στην ετικέτα του FDA, η κάθαρση της σεμαγλουτίδης αναφέρεται σε περίπου 0.05 L/h σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συνέργεια Πρωτεϊνών
Η σεμαγλουτίδη συνδέεται με υψηλή συγγένεια με την πλασματική αλβουμίνη, προωθώντας υψηλά επίπεδα σταθερότητας του φαρμάκου. Συνδέεται περισσότερο από 99% με την αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η σεμαγλουτίδη υδρολύεται στο πεπτιδικό σκελετό, ακολουθούμενη από β-οξείδωση της αλυσίδας λιπαρών οξέων. Η φυσικά απαντώμενη GLP-1 μεταβολίζεται γρήγορα από τη διπεπτιδυλοπεπτιδάση-4 (DPP-4) και άλλα ένζυμα, η οποία είναι πανταχού παρούσα στους ανθρώπινους ιστούς. Οι χημικές τροποποιήσεις της δομής καθιστούν τη σεμαγλουτίδη λιγότερο ευαίσθητη στην ενζυμική διάσπαση από τα γαστρεντερικά ένζυμα DPP-4. Μεταβολίζεται αργά και εκτενώς, με περίπου το 83% της χορηγούμενης δόσης να ανιχνεύεται στο πλάσμα ως αμετάβλητο φάρμακο. Η νευρική ενδοπεπτιδάση (NEP) είναι ένα άλλο ένζυμο που μεταβολίζει αυτό το φάρμακο. Η DPP-4 αδρανοποιεί τη σεμαγλουτίδη, κόβοντας το τμήμα του Ν-άκρου, ενώ η NEP υδρολύει πεπτιδικούς δεσμούς.
Έχουν αναγνωριστεί έξι διαφορετικοί μεταβολίτες της σεμαγλουτίδης στο ανθρώπινο πλάσμα. Ο κύριος μεταβολίτης, με την ονομασία P3, αντιστοιχεί περίπου στο 7.7% μιας ληφθείσας δόσης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Μία από τις κύριες ιδιότητες της σεμαγλουτίδης είναι ο μακρύς χρόνος ημιζωής της, που ανέρχεται σε 168 ώρες. Ο μακρύς χρόνος ημιζωής αποδίδεται στη σύνδεσή της με την αλβουμίνη. Αυτό μειώνει την νεφρική κάθαρση και προστατεύει τη σεμαγλουτίδη από μεταβολική διάσπαση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Ουσίες που διεγείρουν τη δραστηριότητα του ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΓΛΟΥΚΑΓΟΝΟΕΙΔΟΥΣ ΠΕΠΤΙΔΙΟΥ-1. Οι αγωνιστές του υποδοχέα του γλουκαγονοειδούς πεπτιδίου-1 χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2 και της ΠΑΧΕΣΑΡΚΙΑΣ.
Παράγοντες που αυξάνουν την ενεργειακή δαπάνη και την απώλεια βάρους μέσω νευρικής και μεταβολικής ρύθμισης.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA
53AXN4NNHX
SEMAGLUTIDE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αγωνιστής Υποδοχέα GLP-1
Χημική Δομή [CS] - Γλουκαγονοειδές Πεπτίδιο 1
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές του Γλουκαγονοειδούς Πεπτιδίου-1 (GLP-1)
Η σεμαγλουτίδη είναι ένας Αγωνιστής του Υποδοχέα GLP-1. Ο μηχανισμός δράσης της σεμαγλουτίδης είναι ως Αγωνιστής του Υποδοχέα του Γλουκαγονοειδούς Πεπτιδίου-1 (GLP-1).
ORAL SEMAGLUTIDE
Αγωνιστής Υποδοχέα GLP-1 [EPC]; Αγωνιστές του Γλουκαγονοειδούς Πεπτιδίου-1 (GLP-1) [MoA]; Γλουκαγονοειδές Πεπτίδιο 1 [CS]
SEMAGLUTIDE
Αγωνιστής Υποδοχέα GLP-1 [EPC]; Γλουκαγονοειδές Πεπτίδιο 1 [CS]; Αγωνιστές του Γλουκαγονοειδούς Πεπτιδίου-1 (GLP-1) [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α A10BJ06ΣΔ τύπου 2 — Χωρίς εγκατεστημένη ΚΑ νόσο / καρδιακή ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: ρύθμιση γλυκόζης, έλεγχος συμπτωμάτων & σωματικού βάρους
Δοσολογία: Add-on · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Α A10BJ06ΣΔ τύπου 2 — Χωρίς εγκατεστημένη ΚΑ νόσο / καρδιακή ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: ρύθμιση γλυκόζης, έλεγχος συμπτωμάτων & σωματικού βάρους
Δοσολογία: Add-on · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β A10BJ06ΣΔ τύπου 2 — Με αθηροσκληρωτική ΚΑ νόσο / ΚΑ ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: μείωση καρδιονεφρικού κινδύνου — ανεξάρτητα από την HbA1c
Δοσολογία: Επίτευξη γλυκαιμικού στόχου ή χορήγηση μετφορμίνης · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β A10BJ06ΣΔ τύπου 2 — Με αθηροσκληρωτική ΚΑ νόσο / ΚΑ ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: μείωση καρδιονεφρικού κινδύνου — ανεξάρτητα από την HbA1c
Δοσολογία: — · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β A10BJ06ΣΔ τύπου 2 — Με αθηροσκληρωτική ΚΑ νόσο / ΚΑ ανεπάρκεια / ΧΝΝ
- Στόχος: μείωση καρδιονεφρικού κινδύνου — ανεξάρτητα από την HbA1c
Δοσολογία: — · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΙΝΣ A10BJ06Ινσουλινοθεραπεία στον ΣΔ τύπου 2
- Αδυναμία επίτευξης HbA1c ≤ 7% με μη ενέσιμη αγωγή
- HbA1c > 9% + καταβολικά συμπτώματα υπό μονοθεραπεία μετφορμίνης → βασική ινσουλίνη
Δοσολογία: Βασική: ανάλογο μακράς δράσης × 1 ή NPH × 1-2 · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΙΝΣ A10BJ06Ινσουλινοθεραπεία στον ΣΔ τύπου 2
- Αδυναμία επίτευξης HbA1c ≤ 7% με μη ενέσιμη αγωγή
- HbA1c > 9% + καταβολικά συμπτώματα υπό μονοθεραπεία μετφορμίνης → βασική ινσουλίνη
Δοσολογία: Επί αποτυχίας → 2η/3η γευματική δόση · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Pharm-Indication A10BJ06Φαρμακευτική θεραπεία — γενική ένδειξηBMI ≥ 30 ή BMI ≥ 27 με συννοσηρότητα — αποτυχία υγιεινοδιαιτητικώνΔοσολογία: 2.4 mg μία φορά την εβδομάδα sc · Συνεχής
-
ΒΗΜΑ Pharm-GLP1 A10BJ06GLP-1 αγωνιστές στον προδιαβήτηΠαχυσαρκία + προδιαβήτης ή/και αυξημένος καρδιαγγειακός κίνδυνοςΔοσολογία: 2.4 mg sc/εβδομάδα · Συνεχής
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Ουσίες που διεγείρουν τη δραστηριότητα του ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΓΛΟΥΚΑΓΟΝΟΕΙΔΟΥΣ ΠΕΠΤΙΔΙΟΥ-1. Οι αγωνιστές του υποδοχέα του γλουκαγονοειδούς πεπτιδίου-1 χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2 και της ΠΑΧΕΣΑΡΚΙΑΣ.
Παράγοντες που αυξάνουν την ενεργειακή δαπάνη και την απώλεια βάρους μέσω νευρικής και μεταβολικής ρύθμισης.