PITAVASTATIN
Πιταβαστίνη
**Φαρμακοδυναμική** Η πιταβαστατίνη είναι ένας από του στόματος αντιλιπιδαιμικός παράγοντας που αναστέλλει τη ρεδουκτάση HMG-CoA. Χρησιμοποιείται για τη μείωση των συνολικών επιπέδων χοληστερόλης, της χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL-C), της απωλιποπρωτεΐνης Β …
Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): ACC/AHA 2018 Cholesterol Guideline (Grundy et al., Circulation 2019), Table — Intensity of statin therapy· ESC/EAS 2019 Dyslipidaemia Guidelines. Λιποφιλία: Schachter, Fundam Clin Pharmacol 2005.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-PITAVASTATIN/STADA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας με ή χωρίς τροφή. Είναι επιθυμητό ο ασθενής να παίρνει το δισκίο την ίδια ώρα κάθε ημέρα. Η θεραπεία με στατίνες είναι γενικά πιο αποτελεσματική το βράδυ λόγω του κιρκάδιου ρυθμού του μεταβολισμού των λιπιδίων.
- Δόση έναρξης: 1 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή σε μεγαλύτερο διάστημα. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, τον στόχο της θεραπείας και την ανταπόκριση του ασθενούς.
-
ΕνήλικεςΜέγ. δόση4 mgΗ συνήθης δόση έναρξης είναι 1 mg μία φορά την ημέρα. Η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή σε μεγαλύτερο διάστημα. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, τον στόχο της θεραπείας και την ανταπόκριση του ασθενούς.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ηλικίας άνω των 70 ετών (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΜέγ. δόση4 mgΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ήπια νεφρική δυσλειτουργία αλλά η πιταβαστατίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η δόση των 4 mg θα πρέπει να χρησιμοποιείται ΜΟΝΟ υπό στενή παρακολούθηση μετά από βαθμιαία τιτλοποίηση της δόσης. Η δόση των 4 mg δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ήπιου έως μετρίου βαθμού ηπατική δυσλειτουργίαΜέγ. δόση2 mgΗ δόση των 4 mg δεν συνιστάται. Μπορεί να χορηγηθεί μέγιστη ημερήσια δόση 2 mg υπό στενή παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 6 ετών και άνωΔόση1 mgΜέγ. δόση4 mgΗ χρήση του Pitavastatin/STADA σε παιδιά θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία της υπερλιπιδαιμίας και η πρόοδος θα πρέπει να επανεξετάζεται τακτικά. Η συνήθης δόση έναρξης είναι 1 mg μία φορά την ημέρα. Η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή σε μεγαλύτερο διάστημα. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται. Σε παιδιά ηλικίας 6 έως 9 ετών η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 2 mg. Σε παιδιά ηλικίας 10 ετών ή άνω η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 4 mg (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Pitavastatin/STADA σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί και δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-PITAVASTATIN/STADA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε άλλες στατίνες ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, ενεργή ηπατική νόσος ή ανεξήγητη εμμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού (υπερβαίνει κατά 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο [ULN])
-
Μυοπάθεια
-
Ταυτόχρονη χορήγηση κυκλoσπoρίvης
-
Εγκυμοσύνη, θηλασμός και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης
warning
SPC-PITAVASTATIN/STADA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Μυϊκές επιδράσειςπροσοχήΟι ασθενείς θα πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε μυϊκά συμπτώματα. Η πιταβαστατίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με συστηματικά χορηγούμενα σκευάσματα φουσιδικού οξέος ή εντός 7 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε ασθενείς όπου η χρήση συστηματικώς χορηγούμενου φουσιδικού οξέος θεωρείται απαραίτητη, η θεραπεία με στατίνες πρέπει να διακόπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Ο ασθενής θα πρέπει να αναζητήσει άμεσα ιατρική συμβουλή εάν εμφανίσει συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, πόνου ή ευαισθησίας. Η θεραπεία με στατίνες μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου επτά ημέρες μετά από την τελευταία δόση του φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου απαιτείται παρατεταμένη συστηματική χορήγηση φουσιδικού οξέος, η ανάγκη συγχορήγησης πιταβαστατίνης και φουσιδικού οξέος θα πρέπει να εξετάζεται μόνο κατά περίπτωση και υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
Προδιαθεσικοί παράγοντες για ραβδομυόλυση πριν από τη θεραπείαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, υποθυρεοειδισμό, ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών, προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με φιμπράτη ή άλλη στατίνη, ιστορικό ηπατικής νόσου ή κατάχρησης οινοπνευματωδών, ηλικιωμένοι ασθενείς (άνω των 70 ετών) με άλλους προδιαθεσικούς παράγοντες κινδύνου για ραβδομυόλυσηΠιταβαστατίνη θα πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο κίνδυνος της θεραπείας σε σχέση με το δυνητικό όφελος. Η θεραπεία με πιταβαστατίνη δεν θα πρέπει να ξεκινήσει αν οι τιμές της CK είναι > 5 x ULN.
-
Μυϊκά συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείαςπροσοχήΟι ασθενείς πρέπει να ενθαρρύνονται να αναφέρουν αμέσως μυϊκό πόνο, αδυναμία ή κράμπες. Η θεραπεία να διακόπτεται αν τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης (CK) είναι αυξημένα (> 5 x ULN). Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας αν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά, ακόμα και αν τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης (CK) είναι ≤ 5 x ULN. Αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης (CK) επιστρέψουν στο φυσιολογικό, τότε μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της πιταβαστατίνης σε δόση 1 mg και υπό στενή παρακολούθηση.
-
Ηπατικές επιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ηπατικής νόσου ή σε ασθενείς που καταναλώνουν τακτικά υπερβολικές ποσότητες οινοπνεύματοςΠιταβαστατίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η θεραπεία με πιταβαστατίνη θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που παρουσιάζουν εμμένουσα αύξηση στις τρανσαμινάσες του ορού (ALT και AST) που υπερβαίνει το 3 x ULN.
-
Νεφρικές επιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΠιταβαστατίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Οι αυξήσεις της δόσης θα πρέπει να γίνονται μόνο υπό στενή παρακολούθηση. Η δόση των 4 mg δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
-
Κίνδυνος σακχαρώδους διαβήτηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης υπεργλυκαιμίας (επίπεδα γλυκόζης σε κατάσταση νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/l, ΔΜΣ > 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)Ο κίνδυνος αντισταθμίζεται από τη μείωση του αγγειακού κινδύνου από τη χρήση στατινών και συνεπώς δεν θα πρέπει να αποτελεί αιτία για διακοπή της θεραπείας με στατίνες. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαπροσοχήΕάν υπάρχει υποψία ότι ο ασθενής έχει αναπτύξει διάμεση πνευμονοπάθεια (με συμπτώματα όπως δύσπνοια, μη παραγωγικό βήχα και επιδείνωση της γενικής υγείας), η θεραπεία με στατίνη θα πρέπει να διακοπεί.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςπροσοχήΠληθυσμόςΈφηβεςΘα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τις κατάλληλες προφυλάξεις αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιταβαστατίνη (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
-
Συγχορήγηση με άλλα φάρμακαπροσοχήΠροσωρινή διακοπή της πιταβαστατίνης συνιστάται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ερυθρομυκίνη, άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικά ή φουσιδικό οξύ (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η πιταβαστατίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα, τα οποία είναι γνωστό ότι προκαλούν μυοπάθεια (π.χ., φιμπράτες ή νιασίνη, βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Έκδοχα (λακτόζη)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-PITAVASTATIN/STADA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑύξηση κατά 4,6 φορές της AUC της πιταβαστατίνηςΣύστασηΗ πιταβαστατίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κυκλοσπορίνη (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ερυθρομυκίνη ή άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικάπροσοχήΑύξηση κατά 2,8 φορές στην AUC της πιταβαστατίνηςΣύστασηΣυνιστάται προσωρινή διακοπή της πιταβαστατίνης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ερυθρομυκίνη ή άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικά.
-
Φιμπράτες (π.χ. Γεμφιβροζίλη, Φαινοφιμπράτη)προσοχήΑυξημένη μυοπάθεια και ραβδομυόλυση. Αύξηση κατά 1,4 φορές της AUC της πιταβαστατίνης με γεμφιβροζίλη και κατά 1,2 φορές με φαινοφιμπράτη.ΣύστασηΗ πιταβαστατίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με φιμπράτες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΝιασίνηπροσοχήΣυσχετίζεται με μυοπάθεια και ραβδομυόλυσηΣύστασηΗ πιταβαστατίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με νιασίνη.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσηςΣύστασηΕάν η θεραπεία με συστηματικώς χορηγούμενο φουσιδικό οξύ είναι απαραίτητη, η θεραπεία με πιταβαστατίνη θα πρέπει να διακόπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
παρακολούθησηΑύξηση κατά 1,3 φορές της AUC της πιταβαστατίνης λόγω μειωμένης ηπατικής πρόσληψης
-
Αναστολείς πρωτεάσηςπαρακολούθησηΜικρές μεταβολές της AUC της πιταβαστατίνης
-
αμελητέαΚαμία επίδραση στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης, της εζετιμίμπης ή του γλυκουρονιδικού μεταβολίτη της στο πλάσμα.
-
Αναστολείς του CYP3A4αμελητέαΚαμία κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα
-
αμελητέαΔεν αλληλεπίδρασε με την πιταβαστατίνη. Δεν υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης ή της διγοξίνης.
-
παρακολούθησηΗ φαρμακοκινητική και φαρμακοδυναμική (INR και PT) της βαρφαρίνης δεν επηρεάστηκαν.ΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη θα πρέπει να παρακολουθούν τον χρόνο προθρομβίνης ή το INR όταν η πιταβαστατίνη προστίθεται στη θεραπεία τους.
-
Γκλεκαπρεβίρη και πιμπρεντασβίρηπροσοχήΜπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του αναστολέα της αναγωγάσης του HMG-COA στο πλάσμα.ΣύστασηΣυνιστάται η χαμηλότερη δόση πιταβαστατίνης και κλινική παρακολούθηση των ασθενών που λαμβάνουν αυτόν τον συνδυασμό κατά την έναρξη της θεραπείας.
sick
SPC-PITAVASTATIN/STADA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Ανορεξία
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Υπνηλία
- Υπαισθησία
- Μειωμένη οπτική οξύτητα
- Εμβοές
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Ξηροστομία
- Έμετος
- Κοιλιακή δυσφορία
- Γλωσσοδυνία
- Οξεία παγκρεατίτιδα
- Αυξημένες τρανσαμινάσες
- Χολοστατικός ίκτερος
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατική διαταραχή
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Ερύθημα
- Αγγειοοίδημα
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
- Σύνδρομο ομοιάζον με λύκο
- Πολυουρία
- Γυναικομαστία
- Εξασθένιση
- Αίσθημα κακουχίας
- Κόπωση
- Περιφερικό οίδημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσεςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΓλωσσοδυνίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΗπατική διαταραχήΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένη οπτική οξύτηταΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο ομοιάζον με λύκοΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
SPC-PITAVASTATIN/STADA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΟι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης. Ο δυνητικός κίνδυνος για αναστολή της αναγωγάσης του HMG-CoA υπερτερεί του πλεονεκτήματος της θεραπείας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα, αλλά όχι ενδεχόμενη τερατογόνο δράση. Εάν η ασθενής σχεδιάζει να μείνει έγκυος, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη σύλληψη. Εάν μια ασθενής μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της χρήσης της πιταβαστατίνης, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως.
-
ΘηλασμόςΑντενδείκνυταιΗ πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων. Δεν είναι γνωστό εάν απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομέναΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ανθρώπους. Από ζωικές μελέτες φάνηκε ότι η πιταβαστατίνη δεν ασκεί ανεπιθύμητες επιδράσεις στη γονιμότητα ή την αναπαραγωγική ικανότητα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-PITAVASTATIN/STADA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Παράγοντες τροποποίησης των λιπιδίων, αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA. Κωδικός ATC: C10AA08 ### Μηχανισμός δράσης Η πιταβαστατίνη αναστέλλει ανταγωνιστικά την αναγωγάση του HMG-CoA, το ένζυμο που περιορίζει την ταχύτητα…
biotech
SPC-PITAVASTATIN/STADA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η πιταβαστατίνη απορροφάται ταχέως από το ανώτερο γαστρεντερικό και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός μιας ώρας από την από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από την τροφή. Το αμετάβλητο φάρμακο…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Κρεατινική κινάση (CK)
Πριν την έναρξη σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για ραβδομυόλυση
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αμινοτρανσφεράσες (ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | πριν από την έναρξη της θεραπείας και ακολούθως, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| πριν από την έναρξη της θεραπείας και ακολούθως, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — | ||
| Βιοχημικές εξετάσεις | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες | Κίνδυνος υπεργλυκαιμίας |
| Κρεατινική κινάση (CK) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | Ασθενής με μυϊκό πόνο, ευαισθησία, αδυναμία, κακουχία ή πυρετό |
| εντός 5 έως 7 ημερών | Αυξημένες συγκεντρώσεις CK (> 5 x ULN) | ||
| — | Μυϊκός πόνος, αδυναμία ή κράμπες |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες | Κίνδυνος υπεργλυκαιμίας |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PITAVASTATIN/STADA
expand_more
Δοσολογία
Οι ασθενείς θα πρέπει να ακολουθούν υπολιπιδαιμική δίαιτα πριν από τη θεραπεία. Είναι σημαντικό όλοι οι ασθενείς να συνεχίζουν τον έλεγχο της διατροφής τους κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Η συνήθης δόση έναρξης είναι 1 mg μία φορά την ημέρα. Η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή σε μεγαλύτερο διάστημα. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, τον στόχο της θεραπείας και την ανταπόκριση του ασθενούς. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 4 mg.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ηλικίας άνω των 70 ετών (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ήπια νεφρική δυσλειτουργία αλλά η πιταβαστατίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Τα δεδομένα για τη δόση των 4 mg σε όλους τους βαθμούς της διαταραγμένης νεφρικής λειτουργίας είναι περιορισμένα. Ως εκ τούτου, η δόση των 4 mg θα πρέπει να χρησιμοποιείται ΜΟΝΟ υπό στενή παρακολούθηση μετά από βαθμιαία τιτλοποίηση της δόσης. Η δόση των 4 mg δεν συνιστάται σε εκείνους τους ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς με ήπιου έως μετρίου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία Η δόση των 4 mg δεν συνιστάται σε ασθενείς με ήπιου έως μετρίου βαθμού διαταραγμένη ηπατική λειτουργία. Μπορεί να χορηγηθεί μέγιστη ημερήσια δόση 2 mg υπό στενή παρακολούθηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 6 ετών και άνω Η χρήση του Pitavastatin/STADA σε παιδιά θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία της υπερλιπιδαιμίας και η πρόοδος θα πρέπει να επανεξετάζεται τακτικά. Σε παιδιά και εφήβους με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία η συνήθης δόση έναρξης είναι 1 mg μία φορά την ημέρα. Η προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή σε μεγαλύτερο διάστημα. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα επίπεδα της LDL-C, τον στόχο της θεραπείας και την ανταπόκριση του ασθενούς. Σε παιδιά ηλικίας 6 έως 9 ετών η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 2 mg. Σε παιδιά ηλικίας 10 ετών ή άνω η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 4 mg (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Pitavastatin/STADA σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί και δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Μόνο για από του στόματος χρήση και πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο. Το Pitavastatin/STADA μπορεί να λαμβάνεται οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας με ή χωρίς τροφή. Είναι επιθυμητό ο ασθενής να παίρνει το δισκίο την ίδια ώρα κάθε ημέρα. Η θεραπεία με στατίνες είναι γενικά πιο αποτελεσματική το βράδυ λόγω του κιρκάδιου ρυθμού του μεταβολισμού των λιπιδίων. Για ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιώσουν ολόκληρο το δισκίο, το δισκίο μπορεί να διαλυθεί σε ένα ποτήρι νερό και να ληφθεί αμέσως. Για να διασφαλιστεί η ακριβής δοσολογία, μια δεύτερη ποσότητα νερού θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να ξεπλυθεί το ποτήρι και να καταποθεί αμέσως. Τα δισκία δεν πρέπει να διαλύονται σε όξινους χυμούς φρούτων ή γάλα.
block
Αντενδείξεις
SPC-PITAVASTATIN/STADA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε άλλες στατίνες ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, ενεργή ηπατική νόσος ή ανεξήγητη εμμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού (υπερβαίνει κατά 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο [ULN])
- Μυοπάθεια
- Ταυτόχρονη χορήγηση κυκλoσπoρίvης
- Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, του θηλασμού και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PITAVASTATIN/STADA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Μυϊκές επιδράσεις
Όπως και για άλλους αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA (στατίνες), υπάρχει ενδεχόμενο εμφάνισης μυαλγίας, μυοπάθειας και, σπάνια, ραβδομυόλυσης. Θα πρέπει να ζητηθεί από τους ασθενείς να αναφέρουν οποιαδήποτε μυϊκά συμπτώματα. Τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης (CK) θα πρέπει να μετρώνται σε οποιονδήποτε ασθενή αναφέρει μυϊκό πόνο, μυϊκή ευαισθησία ή αδυναμία, ιδιαίτερα αν αυτό συνοδεύεται από αίσθημα κακουχίας ή πυρετό.
Η κρεατινική κινάση δεν θα πρέπει να μετράται μετά από έντονη άσκηση ή επί παρουσίας οποιασδήποτε άλλης πιθανής αιτίας αύξησης της κρεατινικής κινάσης (CK) που ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση στην ερμηνεία του αποτελέσματος. Όταν παρατηρούνται αυξημένες συγκεντρώσεις κρεατινικής κινάσης (CK) (> 5 x ULN), θα πρέπει να διενεργείται επιβεβαιωτική εξέταση εντός 5 έως 7 ημερών.
Κατά τη διάρκεια ή μετά από τη θεραπεία με ορισμένες στατίνες, υπήρξαν πολύ σπάνιες αναφορές διαμεσολαβούμενης από το ανοσοποιητικό νεκρωτικής μυοπάθειας (IMNM). Η διαμεσολαβούμενη από το ανοσοποιητικό νεκρωτική μυοπάθεια χαρακτηρίζεται κλινικά από εμμένουσα αδυναμία των εγγύς μυών και από αυξημένα επίπεδα κρεατινικής κινάσης στον ορό, τα οποία διατηρούνται παρά τη διακοπή της θεραπείας με στατίνες.
Η πιταβαστατίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με συστηματικά χορηγούμενα σκευάσματα φουσιδικού οξέος ή εντός 7 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε ασθενείς όπου η χρήση συστηματικώς χορηγούμενου φουσιδικού οξέος θεωρείται απαραίτητη, η θεραπεία με στατίνες πρέπει να διακόπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Έχουν υπάρξει αναφορές ραβδομυόλυσης (συμπεριλαμβανομένων κάποιων θανατηφόρων εκβάσεων) σε ασθενείς που λάμβαναν φουσιδικό οξύ σε συνδυασμό με στατίνες (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Ο ασθενής θα πρέπει να αναζητήσει άμεσα ιατρική συμβουλή εάν εμφανίσει συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, πόνου ή ευαισθησίας.
Η θεραπεία με στατίνες μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου επτά ημέρες μετά από την τελευταία δόση του φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου απαιτείται παρατεταμένη συστηματική χορήγηση φουσιδικού οξέος, π.χ., για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, η ανάγκη συγχορήγησης πιταβαστατίνης και φουσιδικού οξέος θα πρέπει να εξετάζεται μόνο κατά περίπτωση και υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
Πριν από τη θεραπεία
Όπως και οι άλλες στατίνες, έτσι και η πιταβαστατίνη θα πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για ραβδομυόλυση. Θα πρέπει να μετρηθεί το επίπεδο της κρεατινικής κινάσης, για τον καθορισμό ενός αρχικού επιπέδου αναφοράς, στις ακόλουθες καταστάσεις:
- νεφρική δυσλειτουργία
- υποθυρεοειδισμός
- ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών
- προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με φιμπράτη ή άλλη στατίνη
- ιστορικό ηπατικής νόσου ή κατάχρησης οινοπνευματωδών
- ηλικιωμένοι ασθενείς (άνω των 70 ετών) με άλλους προδιαθεσικούς παράγοντες κινδύνου για ραβδομυόλυση Σε αυτές τις καταστάσεις, συνιστάται κλινική παρακολούθηση και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο κίνδυνος της θεραπείας σε σχέση με το δυνητικό όφελος. Η θεραπεία με πιταβαστατίνη δεν θα πρέπει να ξεκινήσει αν οι τιμές της CK είναι > 5 x ULN.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Οι ασθενείς πρέπει να ενθαρρύνονται να αναφέρουν αμέσως μυϊκό πόνο, αδυναμία ή κράμπες. Θα πρέπει να μετριούνται τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης και η θεραπεία να διακόπτεται αν τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης (CK) είναι αυξημένα (> 5 x ULN). Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας αν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά, ακόμα και αν τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης (CK) είναι ≤ 5 x ULN. Αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης (CK) επιστρέψουν στο φυσιολογικό, τότε μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της πιταβαστατίνης σε δόση 1 mg και υπό στενή παρακολούθηση.
Ηπατικές επιδράσεις
Όπως και οι άλλες στατίνες, έτσι και η πιταβαστατίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό ηπατικής νόσου ή σε ασθενείς που καταναλώνουν τακτικά υπερβολικές ποσότητες οινοπνεύματος. Εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να διενεργούνται πριν από την έναρξη της θεραπείας με πιταβαστατίνη και ακολούθως, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η θεραπεία με πιταβαστατίνη θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που παρουσιάζουν εμμένουσα αύξηση στις τρανσαμινάσες του ορού (ALT και AST) που υπερβαίνει το 3 x ULN.
Νεφρικές επιδράσεις
Η πιταβαστατίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Οι αυξήσεις της δόσης θα πρέπει να γίνονται μόνο υπό στενή παρακολούθηση. Η δόση των 4 mg δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Σακχαρώδης διαβήτης
Κάποια στοιχεία υποδηλώνουν ότι οι στατίνες ως κατηγορία αυξάνουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα και σε ορισμένους ασθενείς, οι οποίοι διατρέχουν υψηλό κίνδυνο μελλοντικής εμφάνισης διαβήτη, μπορεί να προκαλέσουν επίπεδα υπεργλυκαιμίας, για τα οποία απαιτείται η καθιερωμένη αντιμετώπιση του διαβήτη. Αυτός ο κίνδυνος, ωστόσο, αντισταθμίζεται από τη μείωση του αγγειακού κινδύνου από τη χρήση στατινών και συνεπώς δεν θα πρέπει να αποτελεί αιτία για διακοπή της θεραπείας με στατίνες. Οι ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης υπεργλυκαιμίας (επίπεδα γλυκόζης σε κατάσταση νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/l, ΔΜΣ > 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση), θα πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες. Ωστόσο, δεν έχει υπάρξει επιβεβαιωμένη ένδειξη κινδύνου εμφάνισης διαβήτη με την πιταβαστατίνη είτε σε μελέτες παρακολούθησης της ασφάλειας μετά από την κυκλοφορία στην αγορά είτε σε προοπτικές μελέτες (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Διάμεση πνευμονοπάθεια
Εξαιρετικά σπάνια περιστατικά διάμεσης πνευμονοπάθειας έχουν αναφερθεί με ορισμένες στατίνες, ιδιαίτερα με τη μακροχρόνια θεραπεία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα εμφανιζόμενα χαρακτηριστικά μπορεί να περιλαμβάνουν δύσπνοια, μη παραγωγικό βήχα και επιδείνωση της γενικής υγείας (κόπωση, απώλεια βάρους και πυρετό). Εάν υπάρχει υποψία ότι ο ασθενής έχει αναπτύξει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με στατίνη θα πρέπει να διακοπεί.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη μακροχρόνια επίδραση στην ανάπτυξη και τη σεξουαλική ωρίμανση σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 ετών ή άνω που λαμβάνουν πιταβαστατίνη. Οι έφηβες θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τις κατάλληλες προφυλάξεις αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιταβαστατίνη (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
Άλλες επιδράσεις
Προσωρινή διακοπή της πιταβαστατίνης συνιστάται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ερυθρομυκίνη, άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικά ή φουσιδικό οξύ (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η πιταβαστατίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα, τα οποία είναι γνωστό ότι προκαλούν μυοπάθεια (π.χ., φιμπράτες ή νιασίνη, βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Έκδοχα
Τα επικαλυμμένα με υμένιο δισκία περιέχουν λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PITAVASTATIN/STADA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η πιταβαστατίνη μεταφέρεται ενεργά στα ανθρώπινα ηπατοκύτταρα με πολλαπλούς ηπατικούς μεταφορείς (συμπεριλαμβανομένου του πολυπεπτιδίου μεταφοράς οργανικών ανιόντων, OATP), οι οποίοι ενδέχεται να εμπλέκονται σε ορισμένες από τις ακόλουθες αλληλεπιδράσεις.
-
Κυκλοσπορίνη: Η συγχορήγηση εφάπαξ δόσης κυκλοσπορίνης με πιταβαστατίνη σε σταθεροποιημένη κατάσταση οδήγησε σε αύξηση κατά 4,6 φορές της AUC της πιταβαστατίνης. Η πιταβαστατίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κυκλοσπορίνη (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ερυθρομυκίνη: Η συγχορήγηση με πιταβαστατίνη οδήγησε σε αύξηση κατά 2,8 φορές στην AUC της πιταβαστατίνης. Συνιστάται προσωρινή διακοπή της πιταβαστατίνης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ερυθρομυκίνη ή άλλα μακρολιδικά αντιβιοτικά.
-
Γεμφιβροζίλη και άλλες φιμπράτες: Η χρήση των φιμπρατών ως μονοθεραπεία σχετίζεται περιστασιακά με μυοπάθεια. Η συγχορήγηση φιμπρατών με στατίνες έχει συσχετιστεί με αυξημένη μυοπάθεια και ραβδομυόλυση. Η πιταβαστατίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με φιμπράτες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε φαρμακοκινητικές μελέτες η συγχορήγηση της πιταβαστατίνης με γεμφιβροζίλη οδήγησε σε αύξηση κατά 1,4 φορές της AUC της πιταβαστατίνης ενώ με τη φαινοφιμπράτη η AUC αυξήθηκε κατά 1,2 φορές.
-
Νιασίνη: Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με την πιταβαστατίνη και τη νιασίνη. Η χρήση της νιασίνης έχει συσχετιστεί με μυοπάθεια και ραβδομυόλυση όταν χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία. Ως εκ τούτου, η πιταβαστατίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με νιασίνη.
-
Φουσιδικό οξύ: Ο κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, ενδέχεται να αυξηθεί κατά τη συγχορήγηση συστηματικώς χορηγούμενου φουσιδικού οξέος με στατίνες. Εάν η θεραπεία με συστηματικώς χορηγούμενο φουσιδικό οξύ είναι απαραίτητη, η θεραπεία με πιταβαστατίνη θα πρέπει να διακόπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ριφαμπικίνη: Η συγχορήγηση ταυτοχρόνως με πιταβαστατίνη οδήγησε σε αύξηση κατά 1,3 φορές της AUC της πιταβαστατίνης λόγω της μειωμένης ηπατικής πρόσληψης.
-
Αναστολείς πρωτεάσης: Η συγχορήγηση ταυτοχρόνως με πιταβαστατίνη μπορεί να οδηγήσει σε μικρές μεταβολές της AUC της πιταβαστατίνης.
-
Εζετιμίμπη: Η συγχορήγηση της πιταβαστατίνη δεν είχε καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις της εζετιμίμπης ή του γλυκουρονιδικού μεταβολίτη της στο πλάσμα και η εζετιμίμπη δεν είχε καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα.
-
Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη και χυμός γκρέιπφρουτ): Δεν είχαν καμία κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα.
-
Διγοξίνη: Δεν αλληλεπίδρασε με την πιταβαστατίνη. Κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης δεν υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης ή τις συγκεντρώσεις της διγοξίνης.
-
Βαρφαρίνη: Η φαρμακοκινητική και φαρμακοδυναμική (INR και PT) της βαρφαρίνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση σε υγιείς εθελοντές δεν επηρεάστηκαν από τη συγχορήγηση πιταβαστατίνης στη δόση των 4 mg ημερησίως. Ωστόσο, όπως και για άλλες στατίνες, οι ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη θα πρέπει να παρακολουθούν τον χρόνο προθρομβίνης ή το INR όταν η πιταβαστατίνη προστίθεται στη θεραπεία τους.
-
Γκλεκαπρεβίρη και πιμπρεντασβίρη: Η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων της αναγωγάσης του HMG-COA και γκλεκαπρεβίρης/πιμπρεντασβίρης μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του αναστολέα της αναγωγάσης του HMG-COA στο πλάσμα. Κατά την έναρξη της θεραπείας με γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη συνιστάται η χαμηλότερη δόση πιταβαστατίνης και επίσης συνιστάται κλινική παρακολούθηση των ασθενών που λαμβάνουν αυτόν τον συνδυασμό.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτες αλληλεπιδράσεων μεταξύ φαρμάκων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Η έκταση των αλληλεπιδράσεων στον παιδιατρικό πληθυσμό δεν είναι γνωστή.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PITAVASTATIN/STADA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, στις συνιστώμενες δόσεις, λιγότερο από το 4% των ασθενών που υποβλήθηκε σε θεραπεία με πιταβαστατίνη αποχώρησε λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών. Η συχνότερα αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετίζεται με την πιταβαστατίνη σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές ήταν η μυαλγία.
Σύνοψη ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες και οι συχνότητες που παρατηρήθηκαν σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές και μελέτες επέκτασης σε παγκόσμιο επίπεδο, στις συνιστώμενες δόσεις, αναφέρονται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), Μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Όχι συχνές: Αναιμία.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Όχι συχνές: Ανορεξία.
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Όχι συχνές: Αϋπνία.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές: Κεφαλαλγία.
- Όχι συχνές: Ζάλη, δυσγευσία, υπνηλία, υπαισθησία (αναφορά μετά την κυκλοφορία).
Οφθαλμικές διαταραχές
- Σπάνιες: Μειωμένη οπτική οξύτητα.
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
- Όχι συχνές: Εμβοές.
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Συχνές: Δυσκοιλιότητα, διάρροια, δυσπεψία, ναυτία.
- Όχι συχνές: Κοιλιακό άλγος, ξηροστομία, έμετος, κοιλιακή δυσφορία (αναφορά μετά την κυκλοφορία).
- Σπάνιες: Γλωσσοδυνία, οξεία παγκρεατίτιδα.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Όχι συχνές: Αυξημένες τρανσαμινάσες (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αλανινική αμινοτρανσφεράση).
- Σπάνιες: Χολοστατικός ίκτερος, μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία (αναφορά μετά την κυκλοφορία), ηπατική διαταραχή (αναφορά μετά την κυκλοφορία).
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Όχι συχνές: Κνησμός, εξάνθημα.
- Σπάνιες: Κνίδωση, ερύθημα.
- Μη γνωστές: Αγγειοοίδημα.
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
- Συχνές: Μυαλγία, αρθραλγία.
- Όχι συχνές: Μυϊκοί σπασμοί.
- Σπάνιες: Μυοπάθεια (αναφορά μετά την κυκλοφορία), ραβδομυόλυση (αναφορά μετά την κυκλοφορία).
- Μη γνωστές: Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), ομοιάζον με λύκο σύνδρομο.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Όχι συχνές: Πολυουρία.
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Σπάνιες: Γυναικομαστία.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις του σημείου χορήγησης
- Όχι συχνές: Εξασθένιση, αίσθημα κακουχίας, κόπωση, περιφερικό οίδημα.
Σε 49 από τους 2.800 (1,8%) ασθενείς που έλαβαν πιταβαστατίνη σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές εμφανίστηκαν αυξημένα επίπεδα κρεατινικής κινάσης αίματος κατά >3 φορές επί από το ανώτατο φυσιολογικό όριο (ULN). Επίπεδα ≥10 φορές επί του ανώτατου φυσιολογικού ορίου με συνοδά μυϊκά συμπτώματα ήταν σπάνια και παρατηρήθηκαν μόνο σε έναν ασθενή από τους 2.406 που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με 4 mg πιταβαστατίνη (0,04%) στο πρόγραμμα κλινικών δοκιμών.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι συχνότερα αναφερθείσες ανεπιθύμητες αντιδράσεις που σχετίζονται με την πιταβαστατίνη στο κλινικό πρόγραμμα ήταν κεφαλαλγία (4,9%), η μυαλγία (2,1%) και το κοιλιακό άλγος (4,9%). Βάσει των διαθέσιμων δεδομένων, η συχνότητα, το είδος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε παιδιά και εφήβους αναμένονται να είναι παρόμοια με εκείνα των ενηλίκων.
Επιδράσεις της κατηγορίας των στατινών
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με μερικές στατίνες:
- διαταραχές του ύπνου, συμπεριλαμβανομένων των εφιαλτών
- απώλεια μνήμης
- σεξουαλική δυσλειτουργία
- κατάθλιψη
- σπάνιες περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας, ειδικά μετά από μακροχρόνια θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- σακχαρώδης διαβήτης: η συχνότητα θα εξαρτηθεί από την παρουσία ή απουσία παραγόντων κινδύνου (επίπεδα γλυκόζης σε κατάσταση νηστείας ≥5,6 mmol/l, ΔΜΣ > 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, ιστορικό υπέρτασης)
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PITAVASTATIN/STADA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η πιταβαστατίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ. Αντενδείξεις). Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιταβαστατίνη. Επειδή η χοληστερόλη και τα άλλα προϊόντα βιοσύνθεσης της χοληστερόλης είναι βασικής σημασίας για την ανάπτυξη του εμβρύου, ο δυνητικός κίνδυνος για αναστολή της αναγωγάσης του HMG-CoA υπερτερεί του πλεονεκτήματος της θεραπείας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα, αλλά όχι ενδεχόμενη τερατογόνο δράση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν η ασθενής σχεδιάζει να μείνει έγκυος, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη σύλληψη. Εάν μια ασθενής μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της χρήσης της πιταβαστατίνης, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Θηλασμός
Η πιταβαστατίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Αντενδείξεις). Η πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων. Δεν είναι γνωστό εάν απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ανθρώπους σχετικά με την επίδραση της πιταβαστατίνης στη γονιμότητα. Από ζωικές μελέτες φάνηκε ότι η πιταβαστατίνη δεν ασκεί ανεπιθύμητες επιδράσεις στη γονιμότητα ή την αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PITAVASTATIN/STADA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Παράγοντες τροποποίησης των λιπιδίων, αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA.
Κωδικός ATC: C10AA08
Μηχανισμός δράσης
Η πιταβαστατίνη αναστέλλει ανταγωνιστικά την αναγωγάση του HMG-CoA, το ένζυμο που περιορίζει την ταχύτητα βιοσύνθεσης της χοληστερόλης, και έτσι αναστέλλει τη σύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ. Ως αποτέλεσμα, η έκφραση των υποδοχέων LDL στο ήπαρ είναι αυξημένη, προάγοντας την πρόσληψη της κυκλοφορούσας LDL από το αίμα, μειώνοντας έτσι τις συγκεντρώσεις της ολικής χοληστερόλης (TC) και της LDL-χοληστερόλης (LDL-C) στο αίμα. Η παρατεταμένη αναστολή της σύνθεσης της ηπατικής χοληστερόλης μειώνει την έκκριση της VLDL στο αίμα, μειώνοντας τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η πιταβαστατίνη μειώνει την αυξημένη LDL-C, την ολική χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια και αυξάνει την HDL-χοληστερόλη (HDL-C). Μειώνει την Apo-B και προκαλεί ποικίλες αυξήσεις στην Apo-A1 (βλ. Πίνακα 1). Μειώνει επίσης τη μη-HDL-C και τα αυξημένα κλάσματα TC/HDL-C, και Apo-B/Apo-A1.
Πίνακας 1: Ανταπόκριση στη δόση σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία (Προσαρμοσμένη μέση επί τοις εκατό μεταβολή από την έναρξη της θεραπείας για 12 εβδομάδες)
| Δόση | N | LDL-C | TC * | HDL-C | Τριγλυκερίδια | Apo-B | Apo-A1 |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Εικονικό φάρμακο | 51 | -4,0 | -1,3 | 2,5 | -2,1 | 0,3 | 3,2 |
| 1mg | 52 | -33,3 | -22,8 | 9,4 | -14,8 | -24,1 | 8,5 |
| 2mg | 49 | -38,2 | -26,1 | 9,0 | -17,4 | -30,4 | 5,6 |
| 4mg | 50 | -46,5 | -32,5 | 8,3 | -21,2 | -36,1 | 4,7 |
- μη προσαρμοσμένη
Κλινική αποτελεσματικότητα
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες όπου έλαβαν μέρος συνολικά 1.687 ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία και μικτή δυσλιπιδαιμία, συμπεριλαμβανομένων 1.239 ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία στις θεραπευτικές δόσεις (μέση LDL-C κατά την έναρξη της θεραπείας περίπου 4,8 mmol/l), η πιταβαστατίνη μείωσε σταθερά τις συγκεντρώσεις LDL-C, TC, μη-HDL-C, TG και Apo-B και αύξησε τις συγκεντρώσεις HDL-C και Apo-A1. Τα κλάσματα TC/HDL-C και Apo-B/Apo-A1 μειώθηκαν. Η LDL-C μειώθηκε κατά 38 έως 39% με την πιταβαστατίνη 2 mg και κατά 44 έως 45% με την πιταβαστατίνη 4 mg. Η πλειοψηφία των ασθενών υπό θεραπεία με τη δόση των 2 mg πέτυχε τον στόχο θεραπείας της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης (EAS) για LDL-C (< 3 mmol/l).
Σε μια ελεγχόμενη κλινική δοκιμή σε 942 ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών (434 υποβλήθηκαν σε θεραπεία με πιταβαστατίνη 1 mg, 2 mg ή 4 mg) με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία και μικτή δυσλιπιδαιμία (μέση LDL-C κατά την έναρξη της θεραπείας περίπου 4,2 mmol/l), οι τιμές της LDL-C μειώθηκαν κατά 31%, 39,0% και 44,3%, αντίστοιχα, και περίπου το 90% των ασθενών πέτυχε τον θεραπευτικό στόχο της EAS. Περισσότερο από το 80% των ασθενών λάμβανε συγχορηγούμενες φαρμακευτικές αγωγές, όμως η επίπτωση των ανεπιθύμητων συμβάντων ήταν παρόμοια σε όλες τις ομάδες θεραπείας και λιγότερο από το 5% των ασθενών αποχώρησε από τη μελέτη λόγω ανεπιθύμητων συμβάντων. Τα ευρήματα ως προς την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα ήταν παρόμοια σε ασθενείς στις διαφορετικές ηλικιακές υποομάδες (65-69, 70-74, και ≥ 75 ετών).
Σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές όπου έλαβαν μέρος συνολικά 761 ασθενείς (507 υποβλήθηκαν σε θεραπεία με πιταβαστατίνη 4 mg), οι οποίοι είχαν πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία ή μικτή δυσλιπιδαιμία, με 2 ή περισσότερους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου (μέση LDL-C κατά την έναρξη της θεραπείας περίπου 4,1 mmol/l), ή μικτή δυσλιπιδαιμία με διαβήτη τύπου 2 (μέση LDL-C κατά την έναρξη της θεραπείας περίπου 3,6 mmol/l), περίπου το 80% πέτυχε τον σχετικό στόχο της EAS (είτε 3 είτε 2,5 mmol/l, ανάλογα με τον κίνδυνο). Η LDL-C μειώθηκε κατά 44% και 41%, αντίστοιχα, στις ομάδες των ασθενών.
Σε μακροχρόνιες μελέτες διάρκειας έως και 60 εβδομάδων σε πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία και μικτή δυσλιπιδαιμία, η επίτευξη του στόχου της EAS διατηρήθηκε μέσω εμμενουσών και σταθερών μειώσεων της LDL-C ενώ οι συγκεντρώσεις της HDL-C συνέχισαν να αυξάνονται. Σε μια μελέτη 1.346 ασθενών που ολοκλήρωσαν 12 εβδομάδες θεραπείας με στατίνες (μείωση LDL-C 42,3%, επίτευξη του στόχου της EAS κατά 69%, αύξηση της HDL-C κατά 5,6%), οι τιμές μετά από 52 επιπλέον εβδομάδες θεραπείας με πιταβαστατίνη 4 mg αφορούσαν μείωση της LDL-C κατά 42,9%, επίτευξη του στόχου της EAS κατά 74%, αύξηση της HDL-C κατά 14,3%.
Σε μια επέκταση της διετούς μελέτης παρακολούθησης διάρκειας που διεξήχθη στην Ιαπωνία (LIVES-01, βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες), 6.582 ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία που είχαν λάβει θεραπεία με πιταβαστατίνη 1, 2 ή 4 mg για 2 χρόνια, συνέχισαν τη θεραπεία για επιπλέον 3 χρόνια (5 χρόνια συνολικής θεραπείας). Κατά τη διάρκεια αυτής της πενταετούς μελέτης, η μείωση της LDL-C (-30,5%) διατηρήθηκε από τους 3 μήνες και για όλη τη διάρκεια της μελέτης, οι τιμές της HDL-C αυξήθηκαν κατά 1,7% στους 3 μήνες έως 5,7% στα 5 χρόνια, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις στην HDL-C να παρατηρούνται σε ασθενείς με χαμηλότερες αρχικές τιμές HDL-C (< 40 mg/dl), π.χ., παρατηρήθηκαν αυξήσεις στα επίπεδα στον ορό κατά 11,9% στους 3 μήνες έως 28,9% μετά από 5 χρόνια.
Αθηροσκλήρωση Η μελέτη JAPAN-ACS συνέκρινε τις επιδράσεις της θεραπείας διάρκειας 8 έως 12 μηνών με πιταβαστατίνη 4 mg ή ατορβαστατίνη 20 mg στον όγκο της στεφανιαίας πλάκας σε 251 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε διαδερμική στεφανιαία παρέμβαση για οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, καθοδηγούμενη από ενδαγγειακό υπερηχογράφημα. Αυτή η μελέτη κατέδειξε μείωση περίπου 17% στον όγκο της πλάκας για αμφότερες τις θεραπείες (-16,9 ± 13,9% με πιταβαστατίνη και -18,1 ± 14,2% με ατορβαστατίνη). Απεδείχθη μη κατωτερότητα μεταξύ της πιταβαστατίνης και της ατορβαστατίνης, και αντίστροφα. Και στις δύο περιπτώσεις, η υποχώρηση της πλάκας σχετίστηκε με αρνητική αναδιαμόρφωση του αγγείου (113,0 έως 105,4 mm3). Δεν υπήρξε σημαντική συσχέτιση μεταξύ της μείωσης της LDL-C και της υποχώρησης της πλάκας στην εν λόγω μελέτη, σε αντίθεση με τα ευρήματα σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες. Οι επωφελείς επιδράσεις στη θνητότητα και τη νοσηρότητα δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί.
Σακχαρώδης διαβήτης Σε μια ανοιχτού σχεδιασμού, προοπτική ελεγχόμενη μελέτη σε 1.269 Ιάπωνες ασθενείς με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε τροποποίηση του τρόπου ζωής, με ή χωρίς πιταβαστατίνη 1 mg ή 2 mg ημερησίως, το 45,7% των ασθενών στην ομάδα ελέγχου εμφάνισε διαβήτη σε σύγκριση με το 39,9% των ασθενών στην ομάδα της πιταβαστατίνης σε χρονικό διάστημα 2,8 ετών, λόγος κινδύνου 0,82 [95% ΔΕ 0,68-0,99]. Μια μετα-ανάλυση 4.815 μη διαβητικών ασθενών που εντάχθηκαν σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες διπλά τυφλές μελέτες, διάρκειας τουλάχιστον 12 εβδομάδων (σταθμισμένη μέση διάρκεια παρακολούθησης 17,3 εβδομάδες [SD 17,7 εβδομάδες]), κατέδειξε ουδέτερη επίδραση της πιταβαστατίνης στον κίνδυνο νεοεμφανιζόμενου διαβήτη (το 0,98% των ασθενών στην ομάδα ελέγχου και το 0,50% των ασθενών στην ομάδα της πιταβαστατίνης εμφάνισε διαβήτη, σχετικός κίνδυνος 0,70 [95% ΔΕ 0,30-1,61]), ενώ το 6,5% (103/1.579) των ασθενών στην ομάδα ελέγχου έλαβε θεραπεία με εικονικό φάρμακο και οι υπόλοιποι έλαβαν θεραπεία με στατίνες συμπεριλαμβανομένης της ατορβαστατίνης, της πραβαστατίνης και της σιμβαστατίνης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μια διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη NK-104-4.01EU (n = 106, 48 άνδρες και 58 γυναίκες) παιδιά και έφηβοι ασθενείς (ηλικίας ≥6 ετών και < 17 ετών) με υψηλού κινδύνου υπερλιπιδαιμία (επίπεδα LDL-C στο πλάσμα σε κατάσταση νηστείας ≥ 160 mg/dl (4,1 mmol/l), ή LDL-C ≥ 130 mg/dl (3,4 mmol/l) με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου) έλαβαν πιταβαστατίνη 1 mg, 2 mg, 4 mg ή εικονικό φάρμακο ημερησίως για 12 εβδομάδες. Η μέση LDL-C μειώθηκε κατά 23,5%, 30,1% και 39,3% από την πιταβαστατίνη 1, 2 και 4 mg, αντίστοιχα, σε σύγκριση με 1,0% για το εικονικό φάρμακο.
Σε μια ανοιχτού σχεδιασμού, μελέτη επέκτασης και ασφάλειας NK-104-4.02EU διάρκειας 52 εβδομάδων (n = 113, συμπεριλαμβανομένων 87 ασθενών από την ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων, 55 άνδρες και 58 γυναίκες) παιδιά και έφηβοι ασθενείς (ηλικίας ≥ 6 ετών και < 17 ετών) με υψηλού κινδύνου υπερλιπιδαιμία έλαβαν πιταβαστατίνη για 52 εβδομάδες. Όλοι οι ασθενείς ξεκίνησαν θεραπεία με πιταβαστατίνη 1 mg ημερησίως, και η δόση της πιταβαστατίνης θα μπορούσε να έχει τιτλοποιηθεί προς τα πάνω στα 2 mg και 4 mg προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της θεραπείας για βέλτιστη LDL-C < 110 mg/dl (2,8 mmol/l) με βάση τις τιμές της LDL-C στις Εβδομάδες 4 και 8. Η πλειονότητα των ασθενών (n = 103) τιτλοποιήθηκε προς τα πάνω στα 4 mg πιταβαστατίνης ημερησίως. Η μέση LDL-C μειώθηκε κατά 37,8% στο τελικό σημείο της Εβδομάδας 52. Συνολικά, 47 ασθενείς (42,0%) πέτυχαν τον ελάχιστο στόχο της LDL-C κατά AHA της τάξης του < 130 mg/dl και 23 ασθενείς (20,5%) πέτυχαν τον ιδανικό στόχο της LDL-C κατά AHA της τάξης του < 110 mg/dl στην Εβδομάδα 52. Η μείωση στη μέση LDL-C στο τελικό σημείο της Εβδομάδας 52 ήταν 40,2% για ασθενείς ηλικίας ≥ 6 έως < 10 ετών (n = 42), 36,7% για ασθενείς ηλικίας ≥ 10 έως < 16 ετών (n = 61) και 34,5% για ασθενείς ηλικίας ≥ 16 έως < 17 ετών (n = 9). Το φύλο του ασθενούς δεν φάνηκε να έχει επίδραση στην ανταπόκριση. Επιπλέον, η μέση τιμή TC μειώθηκε κατά 29,5% και η μέση τιμή TG μειώθηκε κατά 7,6% στο τελικό σημείο της Εβδομάδας 52.
Η Παιδιατρική Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το φαρμακευτικό προϊόν αναφοράς που περιέχει πιταβαστατίνη σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών και στη θεραπεία παιδιών όλων των ηλικιών με ομόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PITAVASTATIN/STADA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η πιταβαστατίνη απορροφάται ταχέως από το ανώτερο γαστρεντερικό και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός μιας ώρας από την από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από την τροφή. Το αμετάβλητο φάρμακο εισέρχεται στην εντεροηπατική κυκλοφορία και απορροφάται καλά από τη νήστιδα και τον ειλεό. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της πιταβαστατίνης είναι 51%.
Κατανομή
Η πιταβαστατίνη είναι περισσότερο από 99% δεσμευμένη με πρωτεΐνες στο ανθρώπινο πλάσμα, κυρίως με αλβουμίνη και άλφα 1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη και ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 133 l. Η πιταβαστατίνη μεταφέρεται ενεργά στα ηπατοκύτταρα, τη θέση δράσης και μεταβολισμού, από πολλαπλούς ηπατικούς μεταφορείς περιλαμβανομένων των OATP1B1 και OATP1B3. Η AUC πλάσματος ποικίλλει με περίπου 4-πλάσιο εύρος μεταξύ των υψηλότερων και χαμηλότερων τιμών. Οι μελέτες με SLCO1B1 (το γονίδιο που κωδικοποιεί τον OATP1B1) υποδηλώνουν ότι ο πολυμορφισμός αυτού του γονιδίου θα μπορούσε να ευθύνεται για μεγάλο μέρος της διακύμανσης της AUC. Η πιταβαστατίνη δεν αποτελεί υπόστρωμα της p-γλυκοπρωτεΐνης.
Βιομετασχηματισμός
Η αμετάβλητη πιταβαστατίνη είναι η κυρίαρχη μορφή του φαρμάκου στο πλάσμα. O κύριος μεταβολίτης είναι μια αδρανής λακτόνη, η οποία σχηματίζεται μέσω ενός εστερικού τύπου γλυκουρονιδίου της πιταβαστατίνης από την UDP γλυκουρονική τρανσφεράση (UGT1A3 και 2B7). In vitro μελέτες, που χρησιμοποίησαν 13 ισομορφές ανθρώπινου κυτοχρώματος P450 (CYP), υποδεικνύουν ότι ο μεταβολισμός της πιταβαστατίνης από το CYP είναι ελάχιστος. Το CYP2C9 (και σε μικρότερο βαθμό το CYP2C8) είναι υπεύθυνο για τον μεταβολισμό της πιταβαστατίνης σε ελάσσονες μεταβολίτες.
Αποβολή
H αμετάβλητη πιταβαστατίνη αποβάλλεται ταχέως από το ήπαρ στη χολή, αλλά υποβάλλεται σε εντεροηπατική επανακυκλοφορία, συμβάλλοντας στη διάρκεια της δράσης της. Λιγότερο από το 5% της πιταβαστατίνης απεκκρίνεται στα ούρα. Ο χρόνος ημιζωής της αποβολής από το πλάσμα ποικίλλει από 5,7 ώρες (εφάπαξ δόση) έως 8,9 ώρες (σταθεροποιημένη κατάσταση) και η φαινόμενη γεωμετρική μέση τιμή της από του στόματος κάθαρσης είναι 43,4 l/h μετά από εφάπαξ δόση.
Επίδραση της τροφής
Η μέγιστη συγκέντρωση της πιταβαστατίνης στο πλάσμα μειώθηκε κατά 43% όταν αυτή ελήφθη με ένα πλούσιο σε λιπαρά γεύμα, αλλά η AUC δεν μεταβλήθηκε.
Ειδικοί πληθυσμοί
-
Ηλικιωμένοι Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη που συνέκρινε υγιείς νέους και ηλικιωμένους (≥ 65 ετών) εθελοντές, η AUC της πιταβαστατίνης ήταν 1,3 φορές υψηλότερη στα ηλικιωμένα άτομα. Αυτό δεν έχει καμία επίδραση στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα της πιταβαστατίνης στους ηλικιωμένους ασθενείς σε κλινικές δοκιμές.
-
Φύλο Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη που συνέκρινε υγιείς άνδρες και γυναίκες εθελοντές, η AUC της πιταβαστατίνης αυξήθηκε κατά 1,6 φορές στις γυναίκες. Αυτό δεν έχει καμία επίδραση στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα της πιταβαστατίνης στις γυναίκες σε κλινικές δοκιμές.
-
Φυλή Δεν υπήρξε διαφορά στο φαρμακοκινητικό προφίλ της πιταβαστατίνης μεταξύ Ιαπώνων και Καυκάσιων υγιών εθελοντών όταν ελήφθησαν υπόψη η ηλικία και το σωματικό βάρος.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός Διατίθενται περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε παιδιά και εφήβους. Η σποραδική δειγματοληψία έδειξε δοσοεξαρτώμενη επίδραση στις συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα στη 1 ώρα μετά από τη λήψη της δόσης. Υπήρχε επίσης ένδειξη ότι η συγκέντρωση στη 1 ώρα μετά από τη λήψη της δόσης ήταν (αντιστρόφως) σχετιζόμενη με το σωματικό βάρος και μπορεί να είναι υψηλότερη στα παιδιά σε σχέση με τους ενήλικες.
-
Νεφρική ανεπάρκεια Για ασθενείς με μετρίου βαθμού νεφρική νόσο και για εκείνους υπό αιμοκάθαρση, οι τιμές της AUC ήταν αυξημένες κατά 1,8 φορές και 1,7 φορές αντίστοιχα (βλ. Δοσολογία).
-
Ηπατική ανεπάρκεια Για ασθενείς με ήπια (Child-Pugh A) ηπατική δυσλειτουργία, η AUC ήταν 1,6 φορές υψηλότερη από αυτή των υγιών ατόμων, ενώ για ασθενείς με μετρίου βαθμού (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία, η AUC ήταν 3,9 φορές υψηλότερη. Περιορισμοί της δόσης συνιστώνται σε ασθενείς με ήπιου και μετρίου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία). Η πιταβαστατίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η πιταβαστατίνη είναι ένας από του στόματος αντιλιπιδαιμικός παράγοντας που αναστέλλει τη ρεδουκτάση HMG-CoA. Χρησιμοποιείται για τη μείωση των συνολικών επιπέδων χοληστερόλης, της χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL-C), της απωλιποπρωτεΐνης Β (apoB), της χοληστερόλης μη-υψηλής πυκνότητας (non-HDL-C) και των συγκεντρώσεων τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα, ενώ αυξάνει τις συγκεντρώσεις HDL-C. Υψηλά επίπεδα LDL-C, χαμηλά επίπεδα HDL-C και υψηλές συγκεντρώσεις TG στο πλάσμα συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακής νόσου. Ο λόγος ολικής χοληστερόλης προς HDL-C αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα στεφανιαίας νόσου και οι υψηλοί λόγοι συνδέονται με υψηλότερο κίνδυνο νόσου. Τα αυξημένα επίπεδα HDL-C συνδέονται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μειώνοντας την LDL-C και τα TG και αυξάνοντας την HDL-C, η πιταβαστατίνη μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας.
Τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, και ιδίως τα αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), αποτελούν σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη ΚΝ. Η χρήση στατινών για τη στόχευση και τη μείωση των επιπέδων LDL έχει αποδειχθεί σε πολλές μελέτες ορόσημο ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο ανάπτυξης ΚΝ και τη θνησιμότητα από κάθε αιτία. Οι στατίνες θεωρούνται μια οικονομικά αποδοτική θεραπευτική επιλογή για την ΚΝ λόγω της αποδεδειγμένης ικανότητάς τους να μειώνουν τη θνησιμότητα από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των θανατηφόρων και μη θανατηφόρων ΚΝ, καθώς και την ανάγκη για χειρουργική επαναιμάτωση ή αγγειοπλαστική μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η έρευνα έχει δείξει ότι ακόμη και για άτομα χαμηλού κινδύνου (με <10% κίνδυνο μείζονος αγγειακού συμβάντος εντός 5 ετών), οι στατίνες προκαλούν σχετική μείωση 20%-22% στα μείζονα καρδιαγγειακά συμβάντα (έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο, στεφανιαία επαναιμάτωση και στεφανιαίος θάνατος) για κάθε μείωση 1 mmol/L στην LDL, χωρίς σημαντικές παρενέργειες ή κινδύνους.
Επιδράσεις στους Σκελετικούς Μύες
Η πιταβαστατίνη μπορεί να προκαλέσει μυοπάθεια (μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία με κρεατινική κινάση (CK) πάνω από δέκα φορές το ανώτατο όριο του φυσιολογικού) και ραβδομυόλυση (με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτεροπαθώς λόγω μυοσφαιρινουρίας). Σπάνιοι θάνατοι έχουν συμβεί ως αποτέλεσμα ραβδομυόλυσης με τη χρήση στατινών, συμπεριλαμβανομένης της πιταβαστατίνης. Προδιαθεσικοί παράγοντες για μυοπάθεια περιλαμβάνουν την προχωρημένη ηλικία (≥65 ετών), το γυναικείο φύλο, τον ανεξέλεγκτο υποθυρεοειδισμό και τη νεφρική δυσλειτουργία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα μυϊκά συμπτώματα και οι αυξήσεις της CK υποχώρησαν όταν η θεραπεία διακόπηκε άμεσα. Δεδομένου ότι δόσεις πιταβαστατίνης μεγαλύτερες από 4mg ημερησίως συνδέονταν με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής μυοπάθειας, το έντυπο του προϊόντος συνιστά μέγιστη ημερήσια δόση 4mg μία φορά την ημέρα.
Ο κίνδυνος μυοπάθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιταβαστατίνη μπορεί να αυξηθεί με τηυτόχρονη χορήγηση αλληλεπιδρώντων φαρμάκων όπως [fenofibrate], [niacin], [gemfibrozil] και [cyclosporine].
Περιστατικά μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, έχουν αναφερθεί με αναστολείς της ρεδουκτάσης HMG-CoA που χορηγούνται ταυτόχρονα με [colchicine], επομένως πρέπει να ασκείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση αυτών των δύο φαρμάκων μαζί.
Δεδομένα πραγματικού κόσμου από μελέτες παρατήρησης έχουν υποδείξει ότι το 10-15% των ατόμων που λαμβάνουν στατίνες μπορεί να εμφανίσουν μυϊκούς πόνους κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Ηπατική Δυσλειτουργία
Αυξήσεις στις τρανσαμινάσες του ορού έχουν αναφερθεί με την πιταβαστατίνη. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αυξήσεις ήταν παροδικές και είτε υποχώρησαν είτε βελτιώθηκαν με τη συνεχιζόμενη θεραπεία ή μετά από σύντομη διακοπή της θεραπείας. Υπήρξαν σπάνιες αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος για θανατηφόρα και μη θανατηφόρα ηπατική ανεπάρκεια σε ασθενείς που έλαβαν στατίνες, συμπεριλαμβανομένης της πιταβαστατίνης.
Ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλ και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ηπατικής βλάβης.
Αυξήσεις στα Επίπεδα HbA1c και Γλυκόζης Ορού σε Νηστεία
Αυξήσεις στα επίπεδα HbA1c και γλυκόζης ορού σε νηστεία έχουν αναφερθεί με τις στατίνες, συμπεριλαμβανομένης της πιταβαστατίνης. Βελτιστοποιήστε τα μέτρα του τρόπου ζωής, συμπεριλαμβανομένης της τακτικής άσκησης, της διατήρησης υγιούς σωματικού βάρους και της υγιεινής διατροφής.
Μια μελέτη in vitro διαπίστωσε ότι η [atorvastatin], η [pravastatin], η [rosuvastatin] και η [pitavastatin] παρουσίασαν δοσοεξαρτώμενη κυτταροτοξική δράση στα ανθρώπινα β-κύτταρα νησιδίων του παγκρέατος, με μειώσεις στη βιωσιμότητα των κυττάρων κατά 32, 41, 34 και 29%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Επιπλέον, τα ποσοστά έκκρισης ινσουλίνης μειώθηκαν κατά 34, 30, 27 και 19%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η πιταβαστατίνη είναι ένα φάρμακο της κατηγορίας των στατινών και ανταγωνιστικός αναστολέας του ενζύμου HMG-CoA (3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ συνένζυμο Α) ρεδουκτάση, το οποίο καταλύει τη μετατροπή του HMG-CoA σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο βήμα καθορισμού ρυθμού στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. Η πιταβαστατίνη δρα κυρίως στο ήπαρ, όπου η μειωμένη ηπατική συγκέντρωση χοληστερόλης διεγείρει την αύξηση των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), η οποία αυξάνει την πρόσληψη LDL από το ήπαρ, μειώνοντας έτσι τα επίπεδα LDL-C στον κυκλοφορούντα αίμα.
Μελέτες in vitro και in vivo σε ζώα δείχνουν επίσης ότι οι στατίνες ασκούν αγγειοπροστατευτικές δράσεις ανεξάρτητα από τις λιποδιαλυτικές τους ιδιότητες, γνωστές και ως πλειοτροπικές δράσεις των στατινών. Αυτές περιλαμβάνουν βελτίωση της ενδοθηλιακής λειτουργίας, ενισχυμένη σταθερότητα αθηρωματικών πλακών, μειωμένο οξειδωτικό στρες και φλεγμονή, και αναστολή της θρομβωτικής απόκρισης.
Οι στατίνες έχουν επίσης βρεθεί ότι δεσμεύουν αλλοστερικά το σύμπλοκο LFA-1 (β2-integrin function-associated antigen-1), το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στη διακίνηση των λευκοκυττάρων και στην ενεργοποίηση των Τ-κυττάρων.
Το ηπατικό ABC transporter A1 (ABCA1) (ATP-binding cassette transporter A1) παίζει βασικό ρόλο στην παραγωγή λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (HDL) μέσω της λιπιδίωσης της απωλιποπρωτεΐνης Α-Ι (ApoA-I). Οι αναστολείς της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ συνένζυμου Α (HMG-CoA) ρεδουκτάσης, οι στατίνες, αυξάνουν τα επίπεδα mRNA του ABCA1 σε κυτταρικές σειρές ηπατώματος… . Ερευνήσαμε πώς οι στατίνες αυξάνουν το ABCA1 σε κύτταρα ηπατώματος αρουραίου McARH7777. Η πιταβαστατίνη, η ατορβαστατίνη και η σιμβαστατίνη αύξησαν τα συνολικά επίπεδα mRNA του ABCA1, ενώ η πραβαστατίνη δεν είχε αποτέλεσμα. Η πιταβαστατίνη αύξησε επίσης την πρωτεΐνη ABCA1. Η έκφραση του ηπατικού ABCA1 σε αρουραίους ρυθμίζεται τόσο από τις οδούς του ηπατικού X υποδοχέα (LXR) όσο και από τον ρυθμιστικό παράγοντα στερολών 2 (SREBP2). Η πιταβαστατίνη κατέστειλε τα επίπεδα mRNA του ABCA1 περιφερικού τύπου και τον προωθητή του που οδηγείται από LXR, αλλά ενεργοποίησε τον προωθητή που οδηγείται από SREBP ηπατικού τύπου, και τελικά αύξησε τη συνολική έκφραση mRNA του ABCA1. Επιπλέον, η πιταβαστατίνη αύξησε τον ενεργοποιητή υποδοχέα πολλαπλασιαστή υπεροξεισωμάτων α (PPARα) και την έκφραση των κατάντη γονιδίων του. Η μείωση του PPARα εξασθένησε την αύξηση της πρωτεΐνης ABCA1, υποδεικνύοντας ότι η πιταβαστατίνη αύξησε την πρωτεΐνη ABCA1 μέσω ενεργοποίησης PPARα, παρόλο που κατέστειλε την ενεργοποίηση LXR. Επιπλέον, η αποικοδόμηση της πρωτεΐνης ABCA1 καθυστέρησε σε κύτταρα που έλαβαν πιταβαστατίνη. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η πιταβαστατίνη αυξάνει την έκφραση της πρωτεΐνης ABCA1 μέσω διπλών μηχανισμών: μεταγραφή mRNA που καθοδηγείται από SREBP2 και σταθεροποίηση πρωτεΐνης ABCA1 που καθοδηγείται από PPARα, αλλά όχι μέσω της οδού PPAR-LXR-ABCA1.
Η πιταβαστατίνη αναστέλλει ανταγωνιστικά τη 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ-συνένζυμο Α (HMG-CoA) ρεδουκτάση, η οποία είναι ένα ένζυμο που καθορίζει τον ρυθμό και εμπλέκεται στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης, με τρόπο ανταγωνιστικό προς το υπόστρωμα, ώστε να αναστέλλει τη σύνθεση χοληστερόλης στο ήπαρ. Ως αποτέλεσμα, η έκφραση των υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) και στη συνέχεια η πρόσληψη LDL από το αίμα στο ήπαρ επιταχύνονται και έτσι μειώνεται η ολική χοληστερόλη (TC) του πλάσματος. Επιπλέον, η παρατεταμένη αναστολή της σύνθεσης χοληστερόλης στο ήπαρ μειώνει τα επίπεδα λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας.
Η χρήση στατινών σε άτομα με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) με συνυπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο παροξύνσεων. … Για να διερευνηθούν οι εμπλεκόμενοι μηχανισμοί, ερευνήσαμε την επίδραση των στατινών στη λειτουργία των ενδοθηλιακών κυττάρων, ιδίως στις σφικτές συνδέσεις των ενδοθηλιακών κυττάρων. Αξιολογήσαμε κυρίως εάν η πιταβαστατίνη θα μπορούσε να συμβάλει στην άμβλυνση της ανάπτυξης εμφυσήματος που προκαλείται από συνεχή έκθεση σε καπνό τσιγάρου (CS). Επίσης, διερευνήσαμε την ενεργοποίηση της σηματοδότησης liver kinase B1 (LKB1)/AMP-activated protein kinase (AMPK), η οποία παίζει ρόλο στη διατήρηση των ενδοθηλιακών λειτουργιών, την έκφραση σημαντικών πρωτεϊνών των σφικτών συνδέσεων, zonula occludens (ZO)-1 και claudin-5, και τη διαπερατότητα των πνευμονικών μικροαγγειακών ενδοθηλιακών κυττάρων. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Διαπιστώσαμε ότι η πιταβαστατίνη εμπόδισε τη μείωση των αγγείων που φέρουν AmotL1 (angiomotin-like protein 1) που προκλήθηκε από CS μέσω της ενεργοποίησης της σηματοδότησης LKB1/AMPK και την υπερδιαπερατότητα που προκλήθηκε από IFN-γ στα καλλιεργημένα ανθρώπινα πνευμονικά μικροαγγειακά ενδοθηλιακά κύτταρα, διατηρώντας τα επίπεδα έκφρασης των AmotL1, ZO-1 και claudin-5 στις σφικτές συνδέσεις. Τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν ότι η διατήρηση των πνευμονικών μικροαγγειακών ενδοθηλιακών κυττάρων από την πιταβαστατίνη προλαμβάνει τις δυσλειτουργίες των πρωτεϊνών των σφικτών συνδέσεων που προκαλούνται από CS.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της πιταβαστατίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 1 ώρα μετά τη χορήγηση από το στόμα. Τόσο η Cmax όσο και η AUC0-inf αυξήθηκαν σε περίπου δοσοαναλογικό τρόπο για εφάπαξ δόσεις πιταβαστατίνης από 1 mg έως 24 mg μία φορά την ημέρα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του από του στόματος διαλύματος πιταβαστατίνης είναι 51%. Η Cmax και η AUC της πιταβαστατίνης δεν διέφεραν μετά τη χορήγηση το βράδυ ή το πρωί. Σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν 4 mg πιταβαστατίνης, η ποσοστιαία μεταβολή από την αρχική τιμή για την LDL-C μετά τη βραδινή χορήγηση ήταν ελαφρώς μεγαλύτερη από αυτήν μετά την πρωινή χορήγηση. Η πιταβαστατίνη απορροφήθηκε στο λεπτό έντερο, αλλά πολύ λίγο στο παχύ έντερο.
Η χορήγηση πιταβαστατίνης με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά (50% περιεκτικότητα σε λιπαρά) μειώνει την Cmax της πιταβαστατίνης κατά 43%, αλλά δεν μειώνει σημαντικά την AUC της πιταβαστατίνης. Σε σύγκριση με άλλες στατίνες, η πιταβαστατίνη έχει σχετικά υψηλή βιοδιαθεσιμότητα, η οποία έχει προταθεί ότι οφείλεται στην εντεροηπατική επαναρρόφηση στο έντερο μετά την εντερική απορρόφηση.
Γενετικές διαφορές στον ηπατικό μεταφορέα OATP1B1 (organic-anion-transporting polypeptide 1B1) που κωδικοποιείται από το γονίδιο SCLCO1B1 (Solute Carrier Organic Anion Transporter family member 1B1) έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης. Η έρευνα από φαρμακογενετικές μελέτες του μονονουκλεοτιδικού πολυμορφισμού c.521T>C (SNP) στο γονίδιο που κωδικοποιεί το OATP1B1 (SLCO1B1) έδειξε ότι η AUC της πιταβαστατίνης αυξήθηκε 3,08 φορές για άτομα ομόζυγα για 521CC σε σύγκριση με ομόζυγα άτομα 521TT. Άλλα φάρμακα στατίνες που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη [simvastatin], την [pitavastatin], την [atorvastatin] και τη [rosuvastatin]. Άτομα με γονότυπο 521CC μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών δοσοεξαρτώμενων, συμπεριλαμβανομένης της μυοπάθειας και της ραβδομυόλυσης, λόγω αυξημένης έκθεσης στο φάρμακο.
Μια μέση τιμή 15% της ραδιενέργειας από χορηγούμενη από το στόμα, εφάπαξ δόση 32 mg 14C-πιταβαστατίνης απεκκρίθηκε στα ούρα, ενώ μια μέση τιμή 79% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα εντός 7 ημερών.
Ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 148 L.
Μετά από εφάπαξ δόση, η εμφανής μέση κάθαρση της πιταβαστατίνης από το στόμα είναι 43,4 L/h.
/ΓΑΛΑ/ Δεν είναι γνωστό εάν η πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι μια μικρή ποσότητα άλλου φαρμάκου αυτής της κατηγορίας περνάει στο μητρικό γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έχουν δείξει ότι η πιταβαστατίνη απεκκρίνεται στο γάλα.
Αυτή η μελέτη διερευνά τον υποκείμενο μηχανισμό της εξαρτώμενης από το υπόστρωμα επίδρασης της γενετικής παραλλαγής στο SLCO1B1, το οποίο κωδικοποιεί τον μεταφορέα OATP1B1 (organic anion transporting polypeptide), στη διάθεση δύο υποστρωμάτων OATP1B1, της πραβαστατίνης και της πιταβαστατίνης, σε σχέση με τις μεταφορικές τους δραστηριότητες. Η πρόσληψη πραβαστατίνης, πιταβαστατίνης και φλουβαστατίνης μετρήθηκε σε ωάρια που υπερεξέφραζαν SLCO1B11a και SLCO1B115 για τη σύγκριση των μεταβολών της in-vitro μεταφορικής δραστηριότητας. Μετά τη χορήγηση 40-mg πραβαστατίνης ή 4-mg πιταβαστατίνης σε 11 υγιείς εθελοντές με ομόζυγα γονότυπα SLCO1B11a/1a και SLCO1B115/15, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της πραβαστατίνης και της πιταβαστατίνης συγκρίθηκαν μεταξύ συμμετεχόντων με γονότυπους SLCO1B11a/1a και SLCO1B115/15. Η πρόσληψη πραβαστατίνης και πιταβαστατίνης σε ωάρια που υπερεξέφραζαν SLCO1B115 μειώθηκε σε σύγκριση με το SLCO1B11a, αλλά δεν παρατηρήθηκε καμία αλλαγή με τη φλουβαστατίνη. Ο λόγος μεταβολής της in-vitro εγγενούς κάθαρσης (Clint) για την πιταβαστατίνη στο SLCO1B115 σε σύγκριση με το SLCO1B11a ήταν μεγαλύτερος από αυτόν της πραβαστατίνης (P<0.0001). Η κάθαρση (Cl/F) της πιταβαστατίνης μειώθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό σε συμμετέχοντες με SLCO1B115/15 σε σύγκριση με αυτήν της πραβαστατίνης in vivo (P<0.01), σύμφωνα με τη μελέτη in-vitro. Ως αποτέλεσμα, η Cmax και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα αυτών των μη μεταβολιζόμενων υποστρωμάτων αυξήθηκαν από την παραλλαγή SLCO1B115. Ωστόσο, η μεγαλύτερη μείωση στη μεταφορική δραστηριότητα για την πιταβαστατίνη στην παραλλαγή SLCO1B115 σε σύγκριση με το SLCO1B11a συσχετίστηκε με τη μεγαλύτερη επίδραση στη φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης σε σύγκριση με την πραβαστατίνη σε σχέση με τον γενετικό πολυμορφισμό SLCO1B1. Αυτή η μελέτη υποδηλώνει ότι η εξάρτηση από το υπόστρωμα στις συνέπειες της παραλλαγής SLCO1B115 θα μπορούσε να τροποποιήσει την επίδραση του πολυμορφισμού SLCO1B1 στη διάθεση της πιταβαστατίνης και της πραβαστατίνης.
Μια φαρμακοκινητική μελέτη διεξήχθη σε 12 Κινέζους εθελοντές μετά από εφάπαξ δόση 1 mg, 2 mg και 4 mg πιταβαστατίνης ασβεστίου σε ένα ανοικτό, τυχαιοποιημένο, σχέδιο τριών περιόδων διασταύρωσης. Οι συγκεντρώσεις πιταβαστατίνης οξέος και πιταβαστατίνης λακτόνης στο πλάσμα προσδιορίστηκαν με μέθοδο HPLC. Οι μονονουκλεοτιδικοί πολυμορφισμοί (SNPs) στα ABCB1, ABCG2, SLCO1B1, CYP2C9 και CYP3A5 προσδιορίστηκαν με μέθοδο γονότυπου TaqMan (MGB). Πραγματοποιήθηκε ανάλυση της σχέσης μεταξύ των προαναφερθέντων SNPs και των δοσο-κανονικοποιημένων (βάσει 1 mg) περιοχών κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα εκτεινόμενης στο άπειρο [AUC(0-infinity)] και των τιμών μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (Cmax) των όξινων και λακτονικών μορφών της πιταβαστατίνης. Η πιταβαστατίνη παρουσίασε γραμμική φαρμακοκινητική και μεγάλη διατομική μεταβλητότητα. Σε σύγκριση με τους φορείς CYP2C91/1, οι φορείς CYP2C91/3 είχαν υψηλότερη AUC(0-infinity) και Cmax της πιταβαστατίνης οξέος και AUC(0-infinity) της πιταβαστατίνης λακτόνης (P<0,05). Όσον αφορά το ABCB1 G2677T/A, οι μη φορείς G είχαν υψηλότερη Cmax και AUC(0-infinity) της πιταβαστατίνης οξέος, και Cmax της πιταβαστατίνης λακτόνης σε σύγκριση με τους φορείς γονότυπου GT, GA ή GG (P<0,05). Παρατηρήθηκαν φαινόμενα δόσης-γονιδίου των SLCO1B1 c.521T>C και g.11187G > A στη φαρμακοκινητική των όξινων και λακτονικών μορφών. Σε σύγκριση με τους μη φορείς SLCO1B117, οι φορείς SLCO1B117 είχαν υψηλότερη Cmax και AUC(0-infinity) των όξινων και λακτονικών μορφών (P<0,05). Παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά φύλου για τη φαρμακοκινητική της λακτόνης. Τα θηλυκά άτομα με γονότυπο SLCO1B1 521TT είχαν υψηλότερη Cmax και AUC(0-infinity) της πιταβαστατίνης λακτόνης σε σύγκριση με τα αρσενικά άτομα 521TT, ωστόσο, αυτή η διαφορά φύλου εξαφανίστηκε στα άτομα 521 TC και 521CC. Η φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης δεν επηρεάστηκε σημαντικά από τα ABCB1 C1236T, ABCB1C3435T, CYP3A53, ABCG2 c.34G > A, c.421C > A, SLCO1B1 c.388A>G, c.571T>C και c.597C>T. Συμπεραίνουμε ότι το CYP2C93, το ABCB1 G2677T/A, το SLCO1B1 c.521T>C, το SLCO1B1 g.11187G > A, το SLCO1B1*17 και το φύλο συμβάλλουν στη διατομική μεταβλητότητα στη φαρμακοκινητική της πιταβαστατίνης. Η εξατομικευμένη ιατρική θα πρέπει να είναι απαραίτητη για τους υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς που λαμβάνουν πιταβαστατίνη.
Η πιταβαστατίνη είναι περισσότερο από 99% δεσμευμένη σε πρωτεΐνες στο ανθρώπινο πλάσμα, κυρίως σε αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη, και ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 148 L. Η σύνδεση της πιταβαστατίνης και/ή των μεταβολιτών της με τα κύτταρα του αίματος είναι ελάχιστη.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Πιταβαστατίνη (12 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η πιταβαστατίνη δεσμεύεται περισσότερο από 99% σε πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, κυρίως σε αλβουμίνη και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η κύρια οδός μεταβολισμού της πιταβαστατίνης είναι η γλυκουρονιδίωση μέσω της ηπατικής ουριδινο-5’-διφωσφοτικής γλυκουρονυλοτρανσφεράσης (UGT) με επακόλουθο σχηματισμό πιταβαστατίνης λακτόνης. Υπάρχει μόνο ελάχιστος μεταβολισμός από το σύστημα κυτοχρώματος P450. Η πιταβαστατίνη μεταβολίζεται οριακά από το CYP2C9 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP2C8. Ο κύριος μεταβολίτης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι η λακτόνη, η οποία σχηματίζεται μέσω ενός εστερικού συζεύγους γλυκουρονιδίου πιταβαστατίνης από τις UGTs (UGT1A3 και UGT2B7).
Η πιταβαστατίνη έχει μελετηθεί για τις επιδράσεις της στον ηπατικό μικροσωμικό μεταβολισμό φαρμάκων σε αρουραίους, και οι δραστηριότητες διαφόρων ενζύμων που μεταβολίζουν φάρμακα έχουν μετρηθεί. Δεν παρατηρήθηκε επαγωγή των ενζύμων μεταβολισμού φαρμάκων (ανιλινο-υδροξυλάση, αμινοπυρίνη-Ν-δεμεθυλάση, 7-αιθοξυκουμαρίνη-Ο-δεαιθυλάση και ουριδινο-5’-διφωσφοτική γλυκουρονικό τρανσφεράση) στην ομάδα της πιταβαστατίνης σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου μετά από πολλαπλές χορηγήσεις πιταβαστατίνης στη δόση 1-10 mg/kg ημερησίως για 7 ημέρες. Με βάση διάφορες in vitro προσεγγίσεις, συμπεραίνεται ότι το CYP2C9 είναι το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της πιταβαστατίνης και δεν υπάρχει κανένας μεταβολίτης σε νεφρικά και εντερικά μικροσωμάτια. Ο πολυμορφισμός του CYP2C9 δεν εμπλεκόταν στο μεταβολισμό της πιταβαστατίνης. Δεν ανιχνεύθηκε ανασταλτική επίδραση στο μεταβολισμό που καθοδηγείται από CYP στην 4-υδροξυλίωση της τολβουταμίδης (CYP2C9) και στην 6β-υδροξυλίωση της τεστοστερόνης (CYP3A4) παρουσία πιταβαστατίνης. Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η πιταβαστατίνη δεν επηρεάζει τα συστήματα μεταβολισμού φαρμάκων.
Η πιταβαστατίνη μεταβολίζεται οριακά από το CYP2C9 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP2C8. Ο κύριος μεταβολίτης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι η λακτόνη, η οποία σχηματίζεται μέσω ενός εστερικού συζεύγους γλυκουρονιδίου πιταβαστατίνης από την ουριδινο-5’-διφωσφοτική (UDP) γλυκουρονυλοτρανσφεράση (UGT1A3 και UGT2B7).
Για να διευκρινιστούν τυχόν διαφορές μεταξύ ειδών, μελετήθηκε ο in vitro μεταβολισμός της πιταβαστατίνης και της λακτόνης της με ηπατικά και νεφρικά μικροσωμάτια από αρουραίους, σκύλους, κουνέλια, πιθήκους και ανθρώπους. Με την προσθήκη UDP-γλυκουρονικού οξέος σε ηπατικά μικροσωμάτια, η πιταβαστατίνη λακτόνη ταυτοποιήθηκε ως ο κύριος μεταβολίτης σε διάφορα ζώα, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων. Οι μεταβολικές κάθαρσεις της πιταβαστατίνης και της λακτόνης της σε ηπατικά μικροσωμάτια πιθήκων ήταν πολύ μεγαλύτερες από ό,τι στους ανθρώπους. Το M4, ένας μεταβολίτης της πιταβαστατίνης με δομή 3-δεϋδροξυ, μετατράπηκε στη λακτονική του μορφή σε ηπατικά μικροσωμάτια πιθήκων παρουσία UDP-γλυκουρονικού οξέος, καθώς και σε πιταβαστατίνη. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η λακτονιποίηση είναι μια κοινή οδός για φάρμακα όπως τα παράγωγα 5-υδροξυ πεντανοϊκού οξέος. Οι όξινες μορφές μεταβολίστηκαν στις λακτονικές τους μορφές λόγω των δομικών χαρακτηριστικών τους. Η UDP-γλυκουρονυλοτρανσφεράση είναι το βασικό ένζυμο που είναι υπεύθυνο για τη λακτονιποίηση της πιταβαστατίνης, και ο συνολικός μεταβολισμός διαφέρει σε σύγκριση με τον ανθρώπινο λόγω του εκτεταμένου οξειδωτικού μεταβολισμού της πιταβαστατίνης και της λακτόνης της σε πιθήκους.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα είναι περίπου 12 ώρες.
Μια μέση τιμή 15% της ραδιενέργειας από χορηγούμενη από το στόμα, εφάπαξ δόση 32 mg 14C-πιταβαστατίνης απεκκρίθηκε στα ούρα, ενώ μια μέση τιμή 79% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα εντός 7 ημερών. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα είναι περίπου 12 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ενώσεις που αναστέλλουν τις 3-ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση της ΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΗΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
M5681Q5F9P
PITAVASTATIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας HMG-CoA Reductase
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Hydroxymethylglutaryl-CoA Reductase
Η πιταβαστατίνη είναι ένας Αναστολέας HMG-CoA Reductase. Ο μηχανισμός δράσης της πιταβαστατίνης είναι ως Αναστολέας Hydroxymethylglutaryl-CoA Reductase.
PITAVASTATIN
Αναστολείς Hydroxymethylglutaryl-CoA Reductase [MoA]; Αναστολέας HMG-CoA Reductase [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Στατίνες (αναστολείς HMG-CoA αναγωγάσης)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ενώσεις που αναστέλλουν τις 3-ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση της ΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΗΣ.