Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ M01AH04 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

PARECOXIB

Παρεκοξίμπη

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Chemical structure of PARECOXIB

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-COXIDEM

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια ή Ενδομυϊκά
Χορήγηση:
Κάθε 6 έως 12 ώρες
Δόση έναρξης:
40 mg
Τιτλοποίηση:
Ακολουθούμενη κάθε 6 έως 12 ώρες από 20 mg ή 40 mg
  • Ενήλικες
    Δόση40 mg, ακολουθούμενη κάθε 6 έως 12 ώρες από 20 mg ή 40 mg
    Μέγ. δόση80 mg/ημέρα
    Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η βραχύτερη δυνατή διάρκεια και η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση. Περιορισμένη κλινική εμπειρία στη θεραπεία πέρα των τριών ημερών.
  • Συγχορήγηση με οπιοειδή αναλγητικά
    ΔόσηΣύμφωνα με τη συνιστώμενη δοσολογία
    Η παρεκοξίμπη χορηγείται σε σταθερά χρονικά διαστήματα, τα οπιοειδή κατ’ επίκληση.
  • Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)
    Κατά κανόνα δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης.
  • Ηλικιωμένοι (<50 kg)
    ΔόσηΉμισυ της συνιστώμενης δόσης (αρχική δόση 20 mg)
    Μέγ. δόση40 mg
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (δείκτης Child-Pugh ≥10)
    Η χρήση αντενδείκνυται.
  • Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (δείκτης Child-Pugh 5-6)
    Κατά κανόνα δεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
  • Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (δείκτης Child-Pugh 7-9)
    ΔόσηΉμισυ της συνιστώμενης δόσης (αρχική δόση 20 mg)
    Μέγ. δόση40 mg
    Να ξεκινάει με προσοχή.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 mL/min) ή με προδιάθεση για κατακράτηση υγρών
    ΔόσηΧαμηλότερη συνιστώμενη δόση (20 mg)
    Η λειτουργία των νεφρών θα πρέπει να παρακολουθείται στενά.
  • Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-80 mL/min)
    Δεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (κάτω των 18 ετών)
    Δεν έχουν τεκμηριωθεί ασφάλεια και αποτελεσματικότητα. Δεν συνιστάται.
block
SPC-COXIDEM

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Ιστορικό προηγούμενης σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης οποιουδήποτε τύπου σε φάρμακο, ειδικότερα δερματικών αντιδράσεων, όπως σύνδρομο Stevens-Johnson, σύνδρομο φαρμακευτικής αντίδρασης με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS), τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα
  • Γνωστή υπερευαισθησία στα σουλφοναμίδια
    Πληθυσμόςασθενείς
  • Ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική (ΓΕΣ) αιμορραγία
  • Βρογχόσπασμος, οξεία ρινίτιδα, ρινικοί πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα, κνίδωση ή άλλες αντιδράσεις αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της COX-2
    Πληθυσμόςασθενείς
  • Τρίτο τρίμηνο κύησης
  • Γαλουχία
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/L ή δείκτης Child-Pugh ≥ 10)
  • Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV)
  • Θεραπεία μετεγχειρητικού πόνου μετά από χειρουργική επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης με μόσχευμα (CABG)
  • Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος
warning
SPC-COXIDEM

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Άλλες οδοί χορήγησης
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται (εκτός ΕΦ ή ΕΜ)
  • Αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες σε υψηλότερες δόσεις
    Πληθυσμόςασθενείς στους οποίους χορηγείται παρεκοξίμπη
    Θα πρέπει να παρακολουθούνται μετά την αύξηση της δοσολογίας και εάν δεν υπάρχει αύξηση της αποτελεσματικότητας, να εξετάζονται άλλες θεραπευτικές επιλογές
  • Επιδείνωση της λειτουργίας οποιουδήποτε οργανικού συστήματος
    Πληθυσμόςασθενείς
    Θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα και να εξετασθεί η διακοπή της θεραπείας με παρεκοξίμπη
  • Καρδιαγγειακός και θρομβωτικός κίνδυνος
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη, κάπνισμα)
    Να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με παρεκοξίμπη μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση
  • Επιδείνωση καρδιαγγειακών συμπτωμάτων
    Πληθυσμόςασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά συμβάματα
    Να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα και να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με παρεκοξίμπη
  • Έλλειψη αντιαιμοπεταλιακής δράσης
    Οι αντιαιμοπεταλιακές θεραπείες δεν πρέπει να διακόπτονται
  • Συγχορήγηση με βαρφαρίνη και άλλα από του στόματος αντιπηκτικά
    προσοχή
    Θα πρέπει να δίνεται προσοχή
  • Ταυτόχρονη χρήση με άλλα ΜΣΑΦ (εξαιρουμένου του ακετυλοσαλικυλικού οξέος)
    προσοχή
    Θα πρέπει να αποφεύγεται
  • Κάλυψη πυρετού και άλλων σημείων φλεγμονής (και επιδείνωση λοιμώξεων μαλακών μορίων)
    προσοχή
    Πληθυσμόςεγχειρισμένοι ασθενείς που λαμβάνουν COXIDEM
    Πρέπει να δίνεται προσοχή στον έλεγχο της τομής για σημεία λοίμωξης
  • Επιπλοκές του ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος (διατρήσεις, έλκη ή αιμορραγίες)
    προσοχή
    Πληθυσμόςηλικιωμένοι, ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό γαστρεντερικής νόσου (έλκος, αιμορραγία), ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ακετυλοσαλικυλικό οξύ, γλυκοκορτικοειδή, εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, άλλα αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα ή άλλα ΜΣΑΦ, καθώς και σε ασθενείς που καταναλώνουν αλκοόλ
    Συνιστάται προσοχή
  • Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (πολύμορφο ερύθημα, αποφολιδωτική δερματίτιδα, σύνδρομο Stevens-Johnson, σύνδρομο DRESS, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)
    σοβαρό
    Πληθυσμόςασθενείς
    Πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα από τους ιατρούς για την παρακολούθηση. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται έτσι ώστε να αναφέρουν αμέσως στον ιατρό τους κάθε εμφανιζόμενη δερματική πάθηση. Η παρεκοξίμπη θα πρέπει να διακοπεί με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας.
  • Κίνδυνος δερματικών αντιδράσεων
    Πληθυσμόςασθενείς με ιστορικό αλλεργίας στα σουλφοναμίδια
    Μπορεί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία και αγγειοοίδημα)
    σοβαρό
    Η χορήγηση της παρεκοξίμπης θα πρέπει να διακοπεί με την πρώτη εμφάνιση σημείων υπερευαισθησίας
  • Σοβαρή υπόταση
    σοβαρό
    Ο ιατρός θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος για την αντιμετώπιση σοβαρής υπότασης
  • Κατακράτηση υγρών και οίδημα
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με επηρεασμένη καρδιακή λειτουργία, με προϋπάρχον οίδημα ή άλλες καταστάσεις για τις οποίες υπάρχει προδιάθεση ή επιδεινώνονται από την κατακράτηση υγρών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά ή έχουν κίνδυνο για υποογκαιμία
    Η παρεκοξίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Εάν υπάρχουν κλινικές αποδείξεις για την επιδείνωση της κατάστασης, θα πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της διακοπής της παρεκοξίμπης.
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς
    Χρειάζεται προσοχή κατά τη χορήγηση του COXIDEM σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία ή υπέρταση ή σε ασθενείς με διαταραγμένη καρδιακή ή ηπατική λειτουργία ή άλλες καταστάσεις που προδιαθέτουν για κατακράτηση υγρών.
  • Αφυδάτωση
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με αφυδάτωση
    Πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας. Συνιστάται πρώτα η ενυδάτωση των ασθενών και στη συνέχεια η έναρξη της θεραπείας με COXIDEM.
  • Υπέρταση (νέα ή επιδείνωση προϋπάρχουσας)
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με υπέρταση
    Η παρεκοξίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Εάν η αρτηριακή πίεση αυξηθεί σημαντικά, θα πρέπει να εκτιμάται η πιθανότητα εναλλακτικής θεραπείας.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (δείκτης Child-Pugh 7-9)
    Το COXIDEM πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
  • Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ΜΣΑΦ με από του στόματος αντιπηκτικά (βαρφαρίνη/κουμαρινικού τύπου και νέου τύπου από του στόματος αντιπηκτικά)
    Προσοχή
swap_horiz
SPC-COXIDEM

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Βαρφαρίνη ή άλλα αντιπηκτικά
    παρακολούθηση
    Αυξημένος κίνδυνος για αιμορραγικές επιπλοκές
    ΣύστασηΠαρακολούθηση στενά του χρόνου προθρομβίνης INR, κυρίως τις πρώτες μέρες.
  • Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (χαμηλή δόση ≤ 325 mg)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή άλλων γαστρεντερικών επιπλοκών
    ΣύστασηΜπορεί να χορηγείται, αλλά με αυξημένο κίνδυνο.
  • καμία
    Δεν επηρέασε τη φαρμακοδυναμική της ηπαρίνης (χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης)
  • Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ), ανταγωνιστές Αγγειοτενσίνης ΙΙ, β-αποκλειστές, διουρητικά
    προσοχή
    Μείωση της δράσης τους
    ΣύστασηΝα ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο αλληλεπίδρασης.
  • Αναστολείς ΜΕΑ ή ανταγωνιστές Αγγειοτενσίνης ΙΙ (σε ηλικιωμένους, ασθενείς με μειωμένο ενδοαγγειακό όγκο ή διαταραγμένη νεφρική λειτουργία)
    προσοχή
    Περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, πιθανότητα οξείας νεφρικής ανεπάρκειας
    ΣύστασηΕπαρκής ενυδάτωση, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη και περιοδικά έκτοτε.
  • Κυκλοσπορίνη ή τακρόλιμους
    προσοχή
    Αύξηση της νεφροτοξικής δράσης
    ΣύστασηΠαρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
  • Οπιοειδή αναλγητικά
    Μείωση της ημερήσιας ανάγκης για κατ’ επίκληση χορήγηση οπιοειδών
  • Φλουκοναζόλη (αναστολέας CYP2C9)
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στο πλάσμα (AUC και Cmax) της βαλντεκοξίμπης (62% και 19% αντίστοιχα)
    ΣύστασηΗ δόση της παρεκοξίμπης θα πρέπει να μειώνεται.
  • Κετοκοναζόλη (αναστολέας CYP3Α4)
    καμία
    Αύξηση της έκθεσης στο πλάσμα (AUC και Cmax) της βαλντεκοξίμπης (38% και 24% αντίστοιχα)
    ΣύστασηΓενικά δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
  • Ενζυματικοί επαγωγείς (ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, δεξαμεθαζόνη)
    προσοχή
    Πιθανή αύξηση του μεταβολισμού της βαλντεκοξίμπης
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6 (π.χ. φλεκαϊνίδη, προπαφαινόνη, μετοπρολόλη)
    προσοχή
    Τριπλάσια αύξηση στις συγκεντρώσεις πλάσματος (π.χ. δεξτρομεθορφάνης)
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή με την ταυτόχρονη χορήγηση.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα γνωστά ως υποστρώματα CYP2C19 (π.χ. φαινυτοΐνη, διαζεπάμη ή ιμιπραμίνη)
    προσοχή
    Η βαλντεκοξίμπη μπορεί να είναι αναστολέας του ισοενζύμου CYP2C19
    ΣύστασηΠρέπει να δίδεται προσοχή όταν χορηγείται COXIDEM.
  • προσοχή
    ΜΣΑΦ ενδέχεται να οδηγήσουν σε αυξημένα επίπεδα μεθοτρεξάτης στο πλάσμα
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή. Επαρκής παρακολούθηση της τοξικότητας.
  • παρακολούθηση
    Σημαντικές μειώσεις στην κάθαρση του λιθίου από τον ορό (25%) και από τους νεφρούς (30%), με υψηλότερη κατά 34% έκθεση στον ορό
    ΣύστασηΗ συγκέντρωση του λιθίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά την έναρξη ή την αλλαγή της θεραπείας.
  • Γλιβενκλαμίδη (υπόστρωμα CYP3A4)
    καμία
    Δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική ή τη φαρμακοδυναμική
  • Προποφόλη (υπόστρωμα CYP2C9) ή μιδαζολάμη (υπόστρωμα CYP3A4)
    καμία
    Δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική ή τη φαρμακοδυναμική
  • Φαιντανύλη ή αλφαιντανύλη (υποστρώματα CYP3A4)
    καμία
    Δεν εμφάνισε καμιά σημαντική δράση στη φαρμακοκινητική
  • Εισπνεόμενα αναισθητικά (υποξείδιο του αζώτου, ισοφλουράνιο)
    καμία
    Δεν παρατηρήθηκε ένδειξη φαρμακοδυναμικής αλληλεπίδρασης
sick
SPC-COXIDEM

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Φαρυγγίτιδα
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Μετεξακτική φατνιακή οστεΐτιδα (Συχνές)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Αναιμία μετεγχειρητική (Όχι συχνές)
  • Μη φυσιολογική ορώδης παροχέτευση από τη στερνική (Όχι συχνές)
Αίμα
  • Θρομβοπενία
  • Εκχύμωση
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλακτοειδής αντίδραση
Μεταβολισμός
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Ανορεξία
Ψυχιατρικές
  • Διέγερση
  • Αϋπνία
Νευρικό
  • Υπαισθησία
  • Ζάλη
Αυτί
  • Ωταλγία
Καρδιά
  • Έμφραγμα μυοκαρδίου
  • Βραδυκαρδία
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
  • Ταχυκαρδία
Καρδιακές διαταραχές
  • Κυκλοφορική κατέρρειψη (Όχι συχνές)
Αγγειακές
  • Υπέρταση
  • Υπόταση
  • Ορθοστατική υπόταση
Αγγειακές διαταραχές
  • Επιδεινωθείσα υπέρταση (Όχι συχνές)
  • Αγγειοεγκεφαλική (Σπάνιες)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Αναπνευστική ανεπάρκεια (Όχι συχνές)
  • Πνευμονική εμβολή (Σπάνιες)
Αναπνευστικό
  • Δύσπνοια
  • Βρογχόσπασμος
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Κοιλιακό άλγος
  • Έμετος
  • Δυσκοιλιότητα
  • Δυσπεψία
  • Ξηροστομία
  • Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Τυμπανισμός (Συχνές)
  • Γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος (Όχι συχνές)
  • Οισοφαγίτιδα (Όχι συχνές)
  • Οίδημα στόματος (περιστοματικό οίδημα) (Όχι συχνές)
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (Όχι συχνές)
  • Ήχοι από το γαστρεντερικό (Όχι συχνές)
Δέρμα
  • Κνησμός
  • Υπεριδρωσία
  • Εξάνθημα
  • Κνίδωση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Οσφυαλγία (Όχι συχνές)
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Ολιγουρία (Όχι συχνές)
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
  • Νεφρική ανεπάρκεια
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Οίδημα περιφερικό (Συχνές)
  • Εξασθένιση (Όχι συχνές)
  • Αντίδραση της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας και του αγγειοοιδήματος) (Μη γνωστές)
Γενικές
  • Άλγος της θέσης ένεσης
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αύξηση κρεατινίνης στο αίμα (Όχι συχνές)
  • Γαλακτική αφυδρογονάση αίματος αυξημένη (Όχι συχνές)
  • Αύξηση SGOT (Όχι συχνές)
  • Αύξηση SGPT (Όχι συχνές)
  • Αύξηση του αζώτου ουρίας στο αίμα (Όχι συχνές)
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
  • Επιπλοκή μετά από θεραπευτικούς χειρισμούς (Όχι συχνές)
Ήπαρ
  • Ηπατίτιδα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εκχύμωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Μετεξακτική φατνιακή οστεΐτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Τυμπανισμός
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Υπεριδρωσία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Άλγος θέσης ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Ήχοι από το γαστρεντερικό
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αναπνευστική ανεπάρκεια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αντίδραση στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Αύξηση SGOT
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Αύξηση SGPT
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αύξηση αζώτου ουρίας αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αύξηση κρεατινίνης αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διέγερση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Επιδεινωθείσα υπέρταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Επιπλοκή μετά από θεραπευτικούς χειρισμούς
    Τραυματισμοί
    Όχι συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Κυκλοφορική κατάρρευση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Μετεγχειρητική αναιμία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογική ορώδης παροχέτευση από τη στερνική
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Οίδημα στόματος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Οισοφαγίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ολιγουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Ωταλγία
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Αγγειοεγκεφαλική διαταραχή
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Αναφυλακτοειδής αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Σπάνιες
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Πνευμονική εμβολή
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αναφυλαξία
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αντίδραση υπερευαισθησίας
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-COXIDEM

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Το COXIDEM αντενδείκνυται στο τρίτο τρίμηνο της κύησης. Κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο, δεν θα πρέπει να χορηγείται, εκτός εάν είναι ξεκάθαρα απαραίτητο.
    Πιθανολογείται ότι προκαλεί σοβαρές συγγενείς διαμαρτίες (πρόωρο κλείσιμο βοτάλλειου πόρου, αδράνεια μήτρας) στο τελευταίο τρίμηνο. Η χρήση ΜΣΑΦ στο δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο μπορεί να προκαλέσει νεφρική δυσλειτουργία στο έμβρυο (μείωση αμνιακού υγρού, ολιγοϋδράμνιο). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα. Η αναστολή σύνθεσης προσταγλανδίνης μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εγκυμοσύνη (αυξημένος κίνδυνος αποβολής, αυξημένη απώλεια εμφυτεύματος και εμβρυϊκή θνησιμότητα σε ζώα).
  • Γαλουχία
    Το COXIDEM δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες που θηλάζουν.
    Μεταφορά μικρής ποσότητας παρεκοξίμπης και βαλντεκοξίμπης στο ανθρώπινο γάλα (περίπου 1% της προσαρμοσμένης ανάλογα με το βάρος μητρικής δόσης).
  • Γονιμότητα
    Δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής σε γυναίκες με δυσκολίες σύλληψης ή υπό διερεύνηση υπογονιμότητας.
    Ενδέχεται να καθυστερήσει ή να εμποδίσει τη ρήξη των ωοθυλακίων, γεγονός που έχει συσχετιστεί με αναστρέψιμη υπογονιμότητα.
neurology
SPC-COXIDEM

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά προϊόντα, Κοξίμπες, κωδικός ATC: M01AH04 ### Μηχανισμός δράσης Η παρεκοξίμπη είναι προφάρμακο της βαλντεκοξίμπης. Η βαλντεκοξίμπη αποτελεί έναν εκλεκτικό αναστολέα της COX-2, όταν χορηγείται…

monitor_heart
SPC-COXIDEM

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά προϊόντα, Κοξίμπες, κωδικός ATC: M01AH04 ### Μηχανισμός δράσης Η παρεκοξίμπη είναι προφάρμακο της βαλντεκοξίμπης. Η βαλντεκοξίμπη αποτελεί έναν εκλεκτικό αναστολέα της COX-2, όταν χορηγείται…

biotech
SPC-COXIDEM

Φαρμακοκινητική

expand_more
Μετά από ΕΦ ή ΕΜ ένεση, η παρεκοξίμπη μετατρέπεται γρήγορα σε βαλντεκοξίμπη, τη φαρμακολογικά δραστική ουσία, με ενζυματική υδρόλυση στο ήπαρ. ### Απορρόφηση Η έκθεση της βαλντεκοξίμπης μετά από άπαξ δόσεις παρεκοξίμπης, όπως μετρήθηκε τόσο βάσει της…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός * Ηπατικός. Μεταβολίζεται κυρίως μέσω CYP3A4 και 2C9 σε βαλδεκοξίμπη και προπιονικό οξύ.

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια όλης της θεραπείας Υπέρταση
Δερματολογικός έλεγχος dermatologyΔερματολογικός έλεγχος κατά τη θεραπεία
Κλινική παρακολούθηση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) μετά την αύξηση της δοσολογίας
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-COXIDEM
expand_more

Η συνιστώμενη δόση είναι 40 mg χορηγούμενη ενδοφλέβια (ΕΦ) ή ενδομυϊκά (ΕΜ), ακολουθούμενη κάθε 6 έως 12 ώρες από 20 mg ή 40 mg όπως απαιτείται, χωρίς όμως να υπερβαίνει τα 80 mg/ημέρα. Καθώς ο καρδιαγγειακός κίνδυνος των ειδικών αναστολέων της COX-2 μπορεί να αυξηθεί με τη δόση και τη διάρκεια της έκθεσης, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η βραχύτερη δυνατή διάρκεια και η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση. Υπάρχει περιορισμένη κλινική εμπειρία στη θεραπεία με παρεκοξίμπη πέρα των τριών ημερών (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Συγχορήγηση με οπιοειδή αναλγητικά

Τα οπιοειδή αναλγητικά μπορούν να συγχορηγηθούν με παρεκοξίμπη, με τη δοσολογία που αναφέρεται στην παραπάνω παράγραφο. Σε όλες τις κλινικές αξιολογήσεις, η παρεκοξίμπη χορηγήθηκε σε σταθερά χρονικά διαστήματα, ενώ τα οπιοειδή χορηγήθηκαν κατ’ επίκληση.

Ηλικιωμένοι

Κατά κανόνα δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς (≥65 ετών). Ωστόσο, για ηλικιωμένους ασθενείς βάρους χαμηλότερου των 50 kg, η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης του COXIDEM και η μέγιστη ημερήσια δόση μειώνεται στα 40 mg (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (δείκτης Child-Pugh ≥10), ως εκ τούτου η χρήση του αντενδείκνυται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές). Κατά κανόνα δεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (δείκτης Child-Pugh 5-6). Η χορήγηση του COXIDEM θα πρέπει να ξεκινάει με προσοχή και στο ήμισυ της συνιστώμενης δόσης σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (δείκτης Child-Pugh 7-9) και η μέγιστη δόση θα πρέπει να μειώνεται στα 40 mg.

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 mL/min) ή σε ασθενείς με προδιάθεση για κατακράτηση υγρών, η παρεκοξίμπη θα πρέπει να ξεκινάει με την χαμηλότερη συνιστώμενη δόση (20 mg) και η λειτουργία των νεφρών του ασθενούς θα πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Με βάση τη φαρμακοκινητική, δεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-80 mL/min).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της παρεκοξίμπης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Επομένως, η παρεκοξίμπη δε συνιστάται στους ασθενείς αυτούς.

Τρόπος χορήγησης

Η ΕΦ ένεση εφόδου (bolus) θα πρέπει να χορηγείται ταχέως και απευθείας σε φλέβα ή σε προϋπάρχουσα ΕΦ γραμμή. Η ΕΜ ένεση θα πρέπει να χορηγείται αργά και βαθιά μέσα στον μυ. Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

Μπορεί να παρατηρηθεί καθίζηση όταν το διάλυμα του COXIDEM αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και συνεπώς το COXIDEM δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, τόσο κατά την ανασύσταση όσο και κατά την ένεση. Στους ασθενείς στους οποίους χρησιμοποιείται η ίδια ΕΦ γραμμή για την έγχυση άλλου φαρμακευτικού προϊόντος, αυτή θα πρέπει να εκπλυθεί επαρκώς πριν και μετά την ένεση του COXIDEM με ένα διάλυμα γνωστής συμβατότητας.

Μετά την ανασύσταση με αποδεκτούς διαλύτες, η ένεση του COXIDEM μπορεί να γίνει μόνο ΕΦ ή ΕΜ ή σε ΕΦ γραμμές που παρέχουν τα παρακάτω:

  • ενέσιμο/προς έγχυση διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/mL (0,9%)
  • διάλυμα για έγχυση γλυκόζης 50 mg/mL (5%)
  • ενέσιμο/προς έγχυση διάλυμα χλωριούχου νατρίου 4,5 mg/mL (0,45%) και γλυκόζης 50 mg/mL (5%)
  • ενέσιμο διάλυμα Ringer-Lactate.

Ένεση σε μια ΕΦ γραμμή που παρέχει γλυκόζη 50 mg/mL (5%) σε ενέσιμο διάλυμα Ringer-Lactate ή άλλα ΕΦ υγρά που δεν αναφέρονται παραπάνω, δεν συνιστώνται καθώς αυτό μπορεί να προκαλέσει καθίζηση στο διάλυμα.

block

Αντενδείξεις

SPC-COXIDEM
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Ιστορικό προηγούμενης σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης οποιουδήποτε τύπου σε φάρμακο, ειδικότερα δερματικών αντιδράσεων, όπως σύνδρομο Stevens-Johnson, σύνδρομο φαρμακευτικής αντίδρασης με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS), τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα ή ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στα σουλφοναμίδια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική (ΓΕΣ) αιμορραγία.
  • Ασθενείς που παρουσίασαν βρογχόσπασμο, οξεία ρινίτιδα, ρινικούς πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα, κνίδωση ή άλλες αντιδράσεις αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της COX-2.
  • Τρίτο τρίμηνο κύησης και γαλουχία (βλ. Κύηση και γαλουχία και Προκλινικά δεδομένα).
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/L ή δείκτης Child-Pugh ≥ 10).
  • Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου.
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV).
  • Θεραπεία μετεγχειρητικού πόνου μετά από χειρουργική επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης με μόσχευμα (CABG) (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
  • Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-COXIDEM
expand_more

Η παρεκοξίμπη έχει μελετηθεί σε οδοντιατρικές, ορθοπεδικές, γυναικολογικές χειρουργικές επεμβάσεις (κυρίως υστερεκτομή) και σε επεμβάσεις αορτοστεφανιαίας παράκαμψης με μόσχευμα. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία σε άλλα είδη χειρουργικών επεμβάσεων, όπως για παράδειγμα σε γαστρεντερικές ή ουρολογικές επεμβάσεις (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Άλλες οδοί χορήγησης, εκτός από ΕΦ ή ΕΜ (π.χ. ενδοαρθρική, ενδορραχιαία) δεν έχουν μελετηθεί και δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται.

Λόγω της πιθανότητας εμφάνισης αυξημένων ανεπιθύμητων ενεργειών σε υψηλότερες δόσεις της παρεκοξίμπης, άλλων αναστολέων της COX-2 και ΜΣΑΦ, οι ασθενείς στους οποίους χορηγείται παρεκοξίμπη θα πρέπει να παρακολουθούνται μετά την αύξηση της δοσολογίας και εάν δεν υπάρχει αύξηση της αποτελεσματικότητας, θα πρέπει να εξετάζονται άλλες θεραπευτικές επιλογές (βλ. Δοσολογία). Υπάρχει περιορισμένη κλινική εμπειρία στη θεραπεία με παρεκοξίμπη πέρα των τριών ημερών (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Εάν, κατά τη διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς παρουσιάσουν επιδείνωση της λειτουργίας οποιουδήποτε οργανικού συστήματος που περιγράφεται παρακάτω, θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα και να εξετασθεί η διακοπή της θεραπείας με παρεκοξίμπη.

Καρδιαγγειακό

Οι αναστολείς της COX-2 έχουν συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακές και θρομβωτικές ανεπιθύμητες ενέργειες όταν λαμβάνονται μακροχρόνια. Το μέγεθος του κινδύνου που σχετίζεται με μία άπαξ δόση δεν έχει καθορισθεί επακριβώς, ούτε και η ακριβής διάρκεια της θεραπείας η οποία σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο.

Οι ασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη, κάπνισμα) θα πρέπει να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με παρεκοξίμπη μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Θα πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα και να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με παρεκοξίμπη, εάν υπάρχει κλινική ένδειξη επιδείνωσης συγκεκριμένων σχετικών συμπτωμάτων των ασθενών αυτών. Η παρεκοξίμπη δεν έχει μελετηθεί σε επεμβάσεις καρδιαγγειακής επαναγγείωσης εκτός της περίπτωσης αορτοστεφανιαίας παράκαμψης με μόσχευμα (CABG). Μελέτες σε τύπους επέμβασης εκτός των επεμβάσεων CABG περιελάμβαναν μόνο ασθενείς Κατηγορίας Ι-ΙΙΙ στην κλίμακα Φυσικής Κατάστασης της Αμερικανικής Εταιρείας Αναισθησιολογίας (ASA).

Ακετυλοσαλικυλικό οξύ και άλλα ΜΣΑΦ

Οι αναστολείς της COX-2, λόγω της έλλειψης αντιαιμοπεταλιακής δράσης, δεν υποκαθιστούν το ακετυλοσαλικυλικό οξύ για προφύλαξη από καρδιαγγειακές θρομβοεμβολικές νόσους. Επομένως, οι αντιαιμοπεταλιακές θεραπείες δεν πρέπει να διακόπτονται (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συγχορήγηση του COXIDEM με βαρφαρίνη και με άλλα από του στόματος αντιπηκτικά (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η ταυτόχρονη χρήση της παρεκοξίμπης με άλλα ΜΣΑΦ, εξαιρουμένου του ακετυλοσαλικυλικού οξέος, θα πρέπει να αποφεύγεται.

Το COXIDEM μπορεί να καλύψει τον πυρετό και άλλα σημεία της φλεγμονής (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, έχει περιγραφεί μια επιδείνωση των λοιμώξεων των μαλακών μορίων σε συσχετισμό με τη χρήση των ΜΣΑΦ και σε μη κλινικές μελέτες με παρεκοξίμπη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Πρέπει να δίνεται προσοχή στον έλεγχο της τομής για σημεία λοίμωξης σε εγχειρισμένους ασθενείς που λαμβάνουν COXIDEM.

Γαστρεντερικό

Επιπλοκές του ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος (ΓΕΣ) (διατρήσεις, έλκη ή αιμορραγίες), ορισμένες από τις οποίες είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, έχουν συμβεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με παρεκοξίμπη. Συνιστάται προσοχή στη θεραπεία ασθενών με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών επιπλοκών κατά τη χορήγηση ΜΣΑΦ, όπως οι ηλικιωμένοι ή οι ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό γαστρεντερικής νόσου, όπως έλκος και γαστρεντερική αιμορραγία, ή οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ακετυλοσαλικυλικό οξύ. Η κατηγορία των ΜΣΑΦ σχετίζεται επίσης με αυξημένες επιπλοκές από το γαστρεντερικό σύστημα όταν συγχορηγούνται με γλυκοκορτικοειδή, εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, άλλα αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα ή άλλα ΜΣΑΦ, καθώς και σε ασθενείς που καταναλώνουν αλκοόλ. Υπάρχει περαιτέρω αύξηση στον κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών ανεπιθύμητων ενεργειών (έλκος γαστρεντερικού ή άλλες επιπλοκές από το γαστρεντερικό σύστημα), όταν η παρεκοξίμπη συγχορηγείται με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ακόμα και σε χαμηλές δόσεις).

Δερματικές αντιδράσεις

Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν πολύμορφο ερύθημα, αποφολιδωτική δερματίτιδα και σύνδρομο Stevens-Johnson (κάποιες από τις οποίες ήταν θανατηφόρες), έχουν αναφερθεί κατά την παρακολούθηση ασθενών που λαμβάνουν παρεκοξίμπη μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά. Επιπρόσθετα, θανατηφόρες αναφορές τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης έχουν αναφερθεί κατά την παρακολούθηση ασθενών που λαμβάνουν βαλντεκοξίμπη (τον δραστικό μεταβολίτη της παρεκοξίμπης), μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά και δεν μπορούν να αποκλεισθούν για την παρεκοξίμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Με βάση άλλες σοβαρές δερματικές αντιδράσεις που αναφέρθηκαν με την έκθεση σε σελεκοξίμπη και βαλντεκοξίμπη, μπορεί να παρουσιαστεί σύνδρομο DRESS με την έκθεση σε παρεκοξίμπη. Φαίνεται ότι οι ασθενείς διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση τέτοιων αντιδράσεων στην αρχή της θεραπείας. Η έναρξη της αντίδρασης λαμβάνει χώρα, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, μέσα στον πρώτο μήνα θεραπείας.

Πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα από τους ιατρούς για την παρακολούθηση κάθε σοβαρής δερματικής ανεπιθύμητης ενέργειας κατά τη θεραπεία, π.χ. πρόσθετες συμβουλές προς τους ασθενείς.

Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται έτσι ώστε να αναφέρουν αμέσως στον ιατρό τους κάθε εμφανιζόμενη δερματική πάθηση.

Η παρεκοξίμπη θα πρέπει να διακοπεί με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας. Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις είναι γνωστό ότι εμφανίζονται με τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της COX-2, όπως και με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Εντούτοις, η αναφερόμενη συχνότητα εμφάνισης σοβαρών δερματικών αντιδράσεων φαίνεται να είναι μεγαλύτερη για την βαλντεκοξίμπη (τον δραστικό μεταβολίτη της παρεκοξίμπης), συγκριτικά με άλλους εκλεκτικούς αναστολείς της COX-2. Ασθενείς με ιστορικό αλλεργίας στα σουλφοναμίδια μπορεί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για δερματικές αντιδράσεις (βλ. Αντενδείξεις). Ασθενείς χωρίς ιστορικό αλλεργίας στα σουλφοναμίδια μπορεί να διατρέχουν επίσης κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών δερματικών αντιδράσεων.

Υπερευαισθησία

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία και αγγειοοίδημα) έχουν αναφερθεί από την αποκτηθείσα εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά με την βαλντεκοξίμπη και την παρεκοξίμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Μερικές από τις αντιδράσεις αυτές παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με ιστορικό αντιδράσεων αλλεργικού τύπου στα σουλφοναμίδια (βλ. Αντενδείξεις). Η χορήγηση της παρεκοξίμπης θα πρέπει να διακοπεί με την πρώτη εμφάνιση σημείων υπερευαισθησίας.

Περιπτώσεις σοβαρής υπότασης έχουν αναφερθεί αμέσως μετά τη χορήγηση της παρεκοξίμπης από την αποκτηθείσα εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά της παρεκοξίμπης. Μερικές από αυτές τις περιπτώσεις παρατηρήθηκαν χωρίς άλλα σημεία αναφυλαξίας. Ο ιατρός θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος για την αντιμετώπιση σοβαρής υπότασης.

Κατακράτηση υγρών, οίδημα, νεφροί

Όπως και με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία είναι γνωστό ότι αναστέλλουν τη σύνθεση προσταγλανδίνης, έχει παρατηρηθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα, σε ορισμένους ασθενείς που ελάμβαναν παρεκοξίμπη. Συνεπώς, η παρεκοξίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με επηρεασμένη καρδιακή λειτουργία, με προϋπάρχον οίδημα ή άλλες καταστάσεις για τις οποίες υπάρχει προδιάθεση ή επιδεινώνονται από την κατακράτηση υγρών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά ή έχουν, με οποιοδήποτε τρόπο, κίνδυνο για υποογκαιμία. Εάν υπάρχουν κλινικές αποδείξεις για την επιδείνωση της κατάστασης αυτών των ασθενών, θα πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της διακοπής της παρεκοξίμπης.

Σε ασθενείς που ελάμβαναν παρεκοξίμπη, έχει αναφερθεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια κατά την παρακολούθηση του προϊόντος μετά την κυκλοφορία του στην αγορά (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Επειδή η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και κατακράτηση υγρών, χρειάζεται προσοχή κατά τη χορήγηση του COXIDEM σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (βλ. Δοσολογία) ή υπέρταση ή σε ασθενείς με διαταραγμένη καρδιακή ή ηπατική λειτουργία ή άλλες καταστάσεις που προδιαθέτουν για κατακράτηση υγρών. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας με COXIDEM σε ασθενείς με αφυδάτωση. Σε αυτή την περίπτωση, συνιστάται πρώτα η ενυδάτωση των ασθενών και στη συνέχεια η έναρξη της θεραπείας με COXIDEM.

Υπέρταση

Όπως με όλα τα ΜΣΑΦ, η παρεκοξίμπη μπορεί να προκαλέσει την έναρξη νέας υπέρτασης ή την επιδείνωση προϋπάρχουσας υπέρτασης, καθεμία από τις οποίες μπορεί να συμβάλει στην αυξημένη επίπτωση καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Η παρεκοξίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με υπέρταση. Η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά την έναρξη της θεραπείας με παρεκοξίμπη και κατά τη διάρκεια όλης της θεραπείας. Εάν η αρτηριακή πίεση αυξηθεί σημαντικά, θα πρέπει να εκτιμάται η πιθανότητα εναλλακτικής θεραπείας.

Ηπατική δυσλειτουργία

Το COXIDEM πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (δείκτης Child-Pugh 7-9) (βλ. Δοσολογία).

Χρήση με από του στόματος αντιπηκτικά

Η ταυτόχρονη χρήση ΜΣΑΦ με από του στόματος αντιπηκτικά αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας. Τα από του στόματος αντιπηκτικά περιλαμβάνουν τη βαρφαρίνη/κουμαρινικού τύπου και νέου τύπου από του στόματος αντιπηκτικά (π.χ. apixaban, dabigatran και rivaroxaban) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-COXIDEM
expand_more

Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις

Η αντιπηκτική θεραπεία θα πρέπει να παρακολουθείται, ειδικά κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών μετά την έναρξη της θεραπείας με COXIDEM σε ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη ή άλλα αντιπηκτικά, δεδομένου ότι οι ασθενείς αυτοί έχουν αυξημένο κίνδυνο για αιμορραγικές επιπλοκές. Επομένως, οι ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος αντιπηκτικά θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά όσον αφορά τον χρόνο προθρομβίνης INR, κυρίως τις πρώτες μέρες όταν ξεκινά η θεραπεία ή τροποποιείται η δόση της παρεκοξίμπης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Η παρεκοξίμπη δεν επηρέασε την αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων που προκαλείται από το ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή τους χρόνους αιμορραγίας. Κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η παρεκοξίμπη μπορεί να χορηγείται με χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος (≤ 325 mg). Στις μελέτες που υποβλήθηκαν, όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, εμφανίσθηκε αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή άλλων γαστρεντερικών επιπλοκών με την ταυτόχρονη χορήγηση χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος, συγκριτικά με τη χορήγηση της παρεκοξίμπης ως μονοθεραπεία (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Συγχορήγηση παρεκοξίμπης και ηπαρίνης δεν επηρέασε τη φαρμακοδυναμική της ηπαρίνης (χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης) σε σύγκριση με την ηπαρίνη ως μονοθεραπεία.

Η αναστολή των προσταγλανδινών από τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της COX-2, ενδέχεται να μειώσει τη δράση των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ), των ανταγωνιστών της Αγγειοτενσίνης ΙΙ, των β-αποκλειστών και των διουρητικών. Το ενδεχόμενο αυτής της αλληλεπίδρασης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε ασθενείς που λαμβάνουν παρεκοξίμπη ταυτόχρονα με αναστολείς του ΜΕΑ, ανταγωνιστές της Αγγειοτενσίνης ΙΙ, β-αποκλειστές και διουρητικά.

Σε ηλικιωμένους ασθενείς, ασθενείς με μειωμένο ενδοαγγειακό όγκο (συμπεριλαμβανομένων όσων είναι υπό θεραπεία με διουρητικά) ή ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, η συγχορήγηση ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της COX-2, με αναστολείς του ΜΕΑ ή ανταγωνιστές της Αγγειοτενσίνης ΙΙ, μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης και της πιθανότητας οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Αυτές οι αντιδράσεις είναι συχνά αναστρέψιμες.

Συνεπώς, η ταυτόχρονη χορήγηση αυτών των φαρμάκων θα πρέπει να γίνεται με προσοχή. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι επαρκώς ενυδατωμένοι και η ανάγκη παρακολούθησης της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να αξιολογείται κατά την έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας και περιοδικά έκτοτε.

Έχει παρατηρηθεί ότι η συγχορήγηση ΜΣΑΦ και κυκλοσπορίνης ή τακρόλιμους αυξάνει τη νεφροτοξική δράση της κυκλοσπορίνης και του τακρόλιμους, λόγω των επιδράσεων των ΜΣΑΦ στις νεφρικές προσταγλανδίνες. Θα πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία όταν η παρεκοξίμπη συγχορηγείται με οποιοδήποτε από αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.

Το COXIDEM μπορεί να συγχορηγηθεί με οπιοειδή αναλγητικά. Σε κλινικές δοκιμές, η ημερήσια ανάγκη για κατ’ επίκληση χορήγηση οπιοειδών μειώθηκε σημαντικά, όταν αυτά συγχορηγήθηκαν με παρεκοξίμπη.

Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική της παρεκοξίμπης (ή του ενεργού μεταβολίτη της βαλντεκοξίμπης)

Η παρεκοξίμπη υδρολύεται γρήγορα στον ενεργό μεταβολίτη βαλντεκοξίμπη. Στον άνθρωπο, μελέτες έδειξαν ότι ο μεταβολισμός της βαλντεκοξίμπης γίνεται κυρίως μέσω των ισοενζύμων CYP3A4 και 2C9.

Η έκθεση στο πλάσμα (AUC και Cmax) της βαλντεκοξίμπης αυξήθηκε (62% και 19%, αντίστοιχα) με τη συγχορήγηση φλουκοναζόλης (κυρίως αναστολέας του CYP2C9), υποδηλώνοντας ότι η δόση της παρεκοξίμπης θα πρέπει να μειώνεται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με φλουκοναζόλη.

Η έκθεση στο πλάσμα (AUC και Cmax) της βαλντεκοξίμπης αυξήθηκε (38% και 24%, αντίστοιχα), με τη συγχορήγηση κετοκοναζόλης (αναστολέας του CYP3Α4), ωστόσο γενικά δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς που λαμβάνουν κετοκοναζόλη.

Η επίδραση της ενζυματικής επαγωγής δεν έχει μελετηθεί. Ο μεταβολισμός της βαλντεκοξίμπης μπορεί να αυξάνει όταν συγχορηγείται με ενζυματικούς επαγωγείς όπως ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη ή δεξαμεθαζόνη.

Επίδραση της παρεκοξίμπης (ή του ενεργού μεταβολίτη της βαλντεκοξίμπης) στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων

Η θεραπεία με βαλντεκοξίμπη (40 mg δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες) προκάλεσε τριπλάσια αύξηση στις συγκεντρώσεις πλάσματος της δεξτρομεθορφάνης (υπόστρωμα CYP2D6). Γι’ αυτό συνιστάται προσοχή με την ταυτόχρονη χορήγηση του COXIDEM με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6 και που έχουν στενά θεραπευτικά περιθώρια (π.χ. φλεκαϊνίδη, προπαφαινόνη, μετοπρολόλη).

Η έκθεση στο πλάσμα από ομεπραζόλη (υπόστρωμα CYP2C19) 40 mg μια φορά ημερησίως αυξήθηκε κατά 46% μετά τη χορήγηση της βαλντεκοξίμπης 40 mg δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες, ενώ η έκθεση της βαλντεκοξίμπης στο πλάσμα δεν επηρεάστηκε. Τα αποτελέσματα αυτά υποδεικνύουν ότι παρόλο που η βαλντεκοξίμπη δεν μεταβολίζεται από το CYP2C19, μπορεί να είναι αναστολέας του ισοενζύμου αυτού. Γι’ αυτό πρέπει να δίδεται προσοχή όταν χορηγείται COXIDEM με φαρμακευτικά προϊόντα γνωστά ως υποστρώματα CYP2C19 (π.χ. φαινυτοΐνη, διαζεπάμη ή ιμιπραμίνη).

Σε δύο μελέτες φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα που ελάμβαναν μια σταθερή εβδομαδιαία δόση μεθοτρεξάτης (5-20 mg/εβδομάδα, ως άπαξ δόση από του στόματος ή ενδομυϊκά), η βαλντεκοξίμπη χορηγούμενη από του στόματος (10 mg δύο φορές ημερησίως ή 40 mg δύο φορές ημερησίως) εμφάνισε μικρή ή καθόλου δράση στις συγκεντρώσεις της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση. Ωστόσο, συνιστάται προσοχή όταν η μεθοτρεξάτη χορηγείται ταυτόχρονα με ΜΣΑΦ, καθώς η χορήγηση των ΜΣΑΦ ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα μεθοτρεξάτης στο πλάσμα. Η επαρκής παρακολούθηση της τοξικότητας που σχετίζεται με μεθοτρεξάτη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν η παρεκοξίμπη και η μεθοτρεξάτη συγχορηγούνται.

Η συγχορήγηση της βαλντεκοξίμπης με λίθιο προκάλεσε σημαντικές μειώσεις στην κάθαρση του λιθίου από τον ορό (25%) και από τους νεφρούς (30%), με υψηλότερη κατά 34% έκθεση στον ορό σε σύγκριση με το λίθιο μόνο του. Η συγκέντρωση του λιθίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά την έναρξη ή την αλλαγή της θεραπείας με παρεκοξίμπη σε ασθενείς που λαμβάνουν λίθιο.

Η συγχορήγηση της βαλντεκοξίμπης με γλιβενκλαμίδη (υπόστρωμα CYP3A4) δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική (έκθεση) ή τη φαρμακοδυναμική (επίπεδα γλυκόζης και ινσουλίνης στο αίμα) της γλιβενκλαμίδης.

Ενέσιμα αναισθητικά Η συγχορήγηση ΕΦ παρεκοξίμπης 40 mg με προποφόλη (υπόστρωμα CYP2C9) ή μιδαζολάμη (υπόστρωμα CYP3A4) δεν επηρέασε ούτε τη φαρμακοκινητική (μεταβολισμό και έκθεση) ούτε τη φαρμακοδυναμική (επιδράσεις στο ηλεκτρο-εγκεφαλογράφημα, ψυχοκινητικοί έλεγχοι και αφύπνιση από τη νάρκωση) της ΕΦ προποφόλης ή της ΕΦ μιδαζολάμης. Επιπλέον, η συγχορήγηση με βαλντεκοξίμπη δεν εμφάνισε καμιά κλινικά σημαντική δράση στον ηπατικό ή εντερικό μεταβολισμό μέσω του CYP3A4 της από του στόματος χορηγούμενης μιδαζολάμης.

Χορήγηση ΕΦ παρεκοξίμπης 40 mg δεν εμφάνισε καμιά σημαντική δράση στη φαρμακοκινητική της ΕΦ φαιντανύλης ή της ΕΦ αλφαιντανύλης (υποστρώματα CYP3A4).

Εισπνεόμενα αναισθητικά Δεν έχει γίνει καμιά επίσημη μελέτη αλληλεπίδρασης. Σε χειρουργικές μελέτες, στις οποίες η παρεκοξίμπη είχε χορηγηθεί προεγχειρητικά, δεν παρατηρήθηκε καμιά ένδειξη φαρμακοδυναμικής αλληλεπίδρασης σε ασθενείς που έλαβαν παρεκοξίμπη και τους εισπνεόμενους αναισθητικούς παράγοντες, υποξείδιο του αζώτου και ισοφλουράνιο (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-COXIDEM
expand_more

Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας

Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια της παρεκοξίμπης είναι η ναυτία. Οι πιο σοβαρές αντιδράσεις συμβαίνουν όχι συχνά έως σπάνια και συμπεριλαμβάνουν καρδιαγγειακά επεισόδια, όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου και σοβαρή υπόταση, καθώς και αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως αναφυλαξία, αγγειοοίδημα και σοβαρές δερματικές αντιδράσεις. Μετά από επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης με μόσχευμα, ασθενείς που τους χορηγήθηκε παρεκοξίμπη έχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως: καρδιαγγειακά/θρομβοεμβολικά συμβάματα (συμπεριλαμβανομένου του εμφράγματος του μυοκαρδίου, του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου/παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου, της πνευμονικής εμβολής και της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, βλ. Αντενδείξεις και Φαρμακοδυναμικές), εν τω βάθει χειρουργικές λοιμώξεις και επιπλοκές επούλωσης στερνικού τραύματος.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν παρεκοξίμπη (N=5.402) σε 28, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, κλινικές δοκιμές. Αναφορές από την αποκτηθείσα εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, αναφέρονται ως “συχνότητα μη γνωστή”, διότι οι αντίστοιχες συχνότητες εμφάνισης δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα. Εντός της κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται χρησιμοποιώντας την ορολογία MedDRA και παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Από την αποκτηθείσα εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, έχει αναφερθεί τοξική επιδερμική νεκρόλυση που σχετίζεται με τη χρήση της βαλντεκοξίμπης και δεν μπορεί να αποκλεισθεί για την παρεκοξίμπη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Επιπρόσθετα, οι ακόλουθες σπάνιες, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη χρήση των ΜΣΑΦ και δεν μπορούν να αποκλειστούν για το COXIDEM: βρογχόσπασμος και ηπατίτιδα.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284 ΤΚ 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-COXIDEM
expand_more

Κύηση

Η παρεκοξίμπη πιθανολογείται ότι προκαλεί σοβαρές συγγενείς διαμαρτίες όταν χορηγείται κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου της κύησης, γιατί, όπως με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι γνωστό ότι αναστέλλουν τις προσταγλανδίνες, μπορεί να προκαλέσει πρόωρο κλείσιμο του βοτάλλειου πόρου ή αδράνεια της μήτρας (βλ. Αντενδείξεις, Φαρμακοδυναμικές και Προκλινικά δεδομένα).

Η χρήση ΜΣΑΦ κατά τη διάρκεια του δεύτερου ή τρίτου τρίμηνου της κύησης, μπορεί να προκαλέσει νεφρική δυσλειτουργία στο έμβρυο, η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μείωση του όγκου του αμνιακού υγρού ή ολιγοϋδράμνιο σε σοβαρές περιπτώσεις. Τέτοιες επιδράσεις μπορεί να προκύψουν σύντομα μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμες. Έγκυες γυναίκες σε θεραπεία με ΜΣΑΦ θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τον όγκο του αμνιακού υγρού.

Το COXIDEM αντενδείκνυται στο τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Αντενδείξεις).

Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της παρεκοξίμπης σε έγκυες γυναίκες ή κατά τη διάρκεια του τοκετού. Ωστόσο, η αναστολή της σύνθεσης της προσταγλανδίνης ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την εγκυμοσύνη. Δεδομένα επιδημιολογικών μελετών υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής μετά από τη χρήση αναστολέων της σύνθεσης προσταγλανδίνης στα πρώιμα στάδια της κύησης. Σε ζώα, η χορήγηση αναστολέων της σύνθεσης προσταγλανδίνης, συμπεριλαμβανομένης της παρεκοξίμπης, αποδείχθηκε ότι είχε ως αποτέλεσμα αυξημένη απώλεια του εμφυτεύματος, πριν και μετά την εμφύτευση, καθώς και αυξημένη εμβρυϊκή θνησιμότητα (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Προκλινικά δεδομένα). Κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της κύησης, το COXIDEM δεν θα πρέπει να χορηγείται, εκτός εάν είναι ξεκάθαρα απαραίτητο.

Θηλασμός

Η χορήγηση άπαξ δόσης παρεκοξίμπης σε θηλάζουσες γυναίκες μετά από καισαρική τομή είχε ως αποτέλεσμα τη μεταφορά μιας σχετικά μικρής ποσότητας παρεκοξίμπης και του δραστικού μεταβολίτη της, της βαλντεκοξίμπης, στο ανθρώπινο γάλα, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια σχετικά χαμηλή δόση για το βρέφος (περίπου 1% της προσαρμοσμένης ανάλογα με το βάρος μητρικής δόσης). Το COXIDEM δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες που θηλάζουν (βλ. Αντενδείξεις).

Γονιμότητα

Η χρήση του COXIDEM, όπως με κάθε φαρμακευτικό προϊόν γνωστό ότι αναστέλλει τη σύνθεση της κυκλοοξυγενάσης/προσταγλανδίνης, δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν (βλ. Αντενδείξεις, Φαρμακοδυναμικές και Προκλινικά δεδομένα).

Με βάση τον μηχανισμό δράσης, η χρήση ΜΣΑΦ ενδέχεται να καθυστερήσει ή να εμποδίσει τη ρήξη των ωοθυλακίων, γεγονός που έχει συσχετιστεί με αναστρέψιμη υπογονιμότητα σε ορισμένες γυναίκες. Σε γυναίκες που παρουσιάζουν δυσκολίες στη σύλληψη ή βρίσκονται υπό διερεύνηση υπογονιμότητας, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής των ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένου του COXIDEM.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-COXIDEM
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά προϊόντα, Κοξίμπες, κωδικός ATC: M01AH04

Μηχανισμός δράσης

Η παρεκοξίμπη είναι προφάρμακο της βαλντεκοξίμπης. Η βαλντεκοξίμπη αποτελεί έναν εκλεκτικό αναστολέα της COX-2, όταν χορηγείται σε κλινικές δόσεις. Η κυκλοοξυγενάση είναι υπεύθυνη για τη σύνθεση των προσταγλανδινών. Δύο ισομορφές, η COX-1 και η COX-2, έχουν προσδιορισθεί. Η COX-2 αποτελεί την ισομορφή του ενζύμου, για την οποία έχει αποδειχθεί ότι παράγεται επαγωγικά κατόπιν προφλεγμονωδών ερεθισμάτων και θεωρείται κυρίως υπεύθυνη για τη σύνθεση των προστανοειδών που διαμεσολαβούν στην πρόκληση άλγους, φλεγμονής και πυρετού. Η COX-2 εμπλέκεται επίσης στην ωορρηξία, στην εμφύτευση, στη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου, στη ρύθμιση της νεφρικής λειτουργίας, καθώς και στην ρύθμιση των λειτουργιών του κεντρικού νευρικού συστήματος (επαγωγή πυρετού, αίσθημα πόνου και γνωσιακή λειτουργία). Επίσης είναι πιθανόν να παίζει κάποιο ρόλο στη θεραπεία του έλκους. Η COX-2 έχει ανιχνευτεί στον ιστό που περιβάλλει τα γαστρικά έλκη στον άνθρωπο, ωστόσο δεν έχει εξακριβωθεί η σχέση της με την επούλωση του έλκους.

Η διαφορά στην αντιαιμοπεταλιακή δράση μεταξύ ορισμένων ΜΣΑΦ που αναστέλλουν την COX-1 και των εκλεκτικών αναστολέων της COX-2, μπορεί να είναι κλινικής σημασίας σε ασθενείς με κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων. Οι αναστολείς της COX-2 μειώνουν το σχηματισμό της συστηματικής (και επομένως πιθανά ενδοθηλιακής) προστακυκλίνης, χωρίς να επηρεάζουν τη θρομβοξάνη των αιμοπεταλίων. Η κλινική σημασία αυτών των παρατηρήσεων δεν έχει επιβεβαιωθεί.

Η παρεκοξίμπη έχει χρησιμοποιηθεί σε αρκετές μείζονες και ελάσσονες χειρουργικές επεμβάσεις. Η αποτελεσματικότητα της παρεκοξίμπης διαπιστώθηκε σε μελέτες πόνου που προκλήθηκε από οδοντιατρικές, γυναικολογικές (υστερεκτομή), ορθοπεδικές (αντικαταστάσεις ισχίου και γόνατος) χειρουργικές επεμβάσεις και χειρουργικές επεμβάσεις αορτοστεφανιαίας παράκαμψης με μόσχευμα.

Η πρώτη αντιληπτή αναλγητική επίδραση συνέβη σε 7-13 λεπτά, με κλινικής σημασίας αναλγησία που εμφανίστηκε σε 23-39 λεπτά και με μέγιστη δράση εντός 2 ωρών, μετά τη χορήγηση άπαξ δόσεων 40 mg ΕΦ ή ΕΜ παρεκοξίμπης. Το μέγεθος της αναλγητικής δράσης της δόσης των 40 mg ήταν συγκρίσιμο με εκείνο της κετορολάκης 60 mg ΕΜ ή κετορολάκης 30 mg ΕΦ. Μετά από άπαξ δόση, η διάρκεια της αναλγησίας εξαρτήθηκε από τη δόση και από το κλινικό μοντέλο του πόνου και κυμάνθηκε από 6 μέχρι πάνω από 12 ώρες.

Χρήση της παρεκοξίμπης πέραν των 3 ημερών

Οι περισσότερες δοκιμές είχαν σχεδιαστεί για τη χορήγηση δοσολογίας παρεκοξίμπης για έως και 3 ημέρες. Τα δεδομένα από 3 τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές, στις οποίες τα πρωτόκολλα επέτρεψαν τη θεραπεία με παρεκοξίμπη για >3 ημέρες, συγκεντρώθηκαν και αναλύθηκαν. Στην ανάλυση δεδομένων που συγκεντρώθηκαν από 676 ασθενείς, 318 έλαβαν εικονικό φάρμακο και 358 έλαβαν παρεκοξίμπη. Από τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με παρεκοξίμπη, 317 ασθενείς έλαβαν παρεκοξίμπη για έως και 4 ημέρες, 32 ασθενείς για έως και 5 ημέρες, ενώ μόνο 8 ασθενείς έλαβαν θεραπεία για έως και 6 ημέρες και 1 ασθενής για 7 ή περισσότερες ημέρες. Από τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο, 270 ασθενείς έλαβαν εικονικό φάρμακο για έως και 4 ημέρες, 43 ασθενείς για έως και 5 ημέρες, ενώ μόνο 3 ασθενείς έλαβαν θεραπεία για έως και 6 ημέρες και 2 ασθενείς για 7 ή περισσότερες ημέρες. Και οι δύο ομάδες είχαν παρόμοια δημογραφικά στοιχεία. Η μέση (SD) διάρκεια θεραπείας ήταν 4,1 (0,4) ημέρες για την παρεκοξίμπη και 4,2 (0,5) ημέρες για το εικονικό φάρμακο, ενώ το εύρος ήταν 4-7 ημέρες για την παρεκοξίμπη και 4-9 ημέρες για το εικονικό φάρμακο. Το ποσοστό εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στους ασθενείς που λάμβαναν παρεκοξίμπη επί 4-7 ημέρες (διάμεση διάρκεια 4 ημέρες) ήταν χαμηλό μετά την Ημέρα 3 θεραπείας και παρόμοιο με εκείνο του εικονικού φαρμάκου.

Επίδραση της μείωσης των οπιοειδών

Σε μία, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, μελέτη, ορθοπεδικού και γενικού χειρουργείου (n =1050), οι ασθενείς έλαβαν παρεκοξίμπη, με μία αρχική παρεντερική δόση των 40 mg ΕΦ, που ακολουθήθηκε από 20 mg, δύο φορές ημερησίως, για τουλάχιστον 72 ώρες, επιπλέον της λήψης συνήθους θεραπείας, συμπεριλαμβανομένων των οπιοειδών που λαμβάνονταν συμπληρωματικά, κατ’ επίκληση του ασθενούς. Η μείωση της χρήσης των οπιοειδών με θεραπεία με παρεκοξίμπη, τις Ημέρες 2 και 3 ήταν 7,2 mg και 2,8 mg (37% και 28%, αντίστοιχα). Αυτή η μείωση της χρήσης οπιοειδών συνοδεύτηκε από σημαντική μείωση της ανησυχίας, που αναφέρθηκε από τους ασθενείς για τα συμπτώματα που προκαλούνται από τα οπιοειδή. Αποδείχθηκε επιπλέον ανακούφιση από τον πόνο, σε σύγκριση με τη χρήση μόνο οπιοειδών. Επιπρόσθετες μελέτες, σε άλλα χειρουργικά πεδία παρείχαν όμοιες παρατηρήσεις. Δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποδεικνύουν συνολικά λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη χρήση της παρεκοξίμπης, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με οπιοειδή.

Γαστρεντερικές μελέτες

Σε βραχυχρόνιες μελέτες (7 ημέρες), η συχνότητα εμφάνισης των ενδοσκοπικά παρατηρηθέντων γαστροδωδεκαδακτυλικών ελκών ή διαβρώσεων σε υγιή νεαρά και ηλικιωμένα (≥ 65 ετών) άτομα, στα οποία χορηγήθηκε παρεκοξίμπη (5-21%), αν και υψηλότερη από ότι με το εικονικό φάρμακο (5-12%), ήταν στατιστικά σημαντικά χαμηλότερη από αυτή που παρατηρήθηκε με ΜΣΑΦ (66-90%).

Μελέτες μετεγχειρητικής ασφάλειας CABG

Επιπροσθέτως των συνηθισμένων αναφορών ανεπιθύμητων ενεργειών, μελετήθηκαν προκαθορισμένες κατηγορίες συμβαμάτων, οι οποίες αποφασίστηκαν από ανεξάρτητη επιτροπή εμπειρογνωμόνων, σε δύο μελέτες ασφάλειας ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, όπου οι ασθενείς έλαβαν παρεκοξίμπη για τουλάχιστον 3 ημέρες και στη συνέχεια έλαβαν βαλντεκοξίμπη από του στόματος για μια συνολική περίοδο 10 - 14 ημερών. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν την καθιερωμένη αναλγητική φροντίδα κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Οι ασθενείς έλαβαν χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος πριν την τυχαιοποίηση και καθόλη την διάρκεια των δύο μελετών χειρουργικής επέμβασης CABG.

Η πρώτη μελέτη χειρουργικής επέμβασης CABG αξιολόγησε ασθενείς που ελάμβαναν ΕΦ 40 mg παρεκοξίμπης δύο φορές ημερησίως, για τουλάχιστον 3 ημέρες και ακολούθως θεραπεία με βαλντεκοξίμπη 40 mg δύο φορές ημερησίως (ομάδα παρεκοξίμπης/βαλντεκοξίμπης) (n=311) ή θεραπεία με εικονικό φάρμακο/εικονικό φάρμακο (n=151) για 14 ημέρες, σε μία διπλά-τυφλή μελέτη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο. Αξιολογήθηκαν εννέα προκαθορισμένες κατηγορίες ανεπιθύμητων συμβαμάτων (καρδιαγγειακά/θρομβοεμβολικά επεισόδια, περικαρδίτιδα, νέα εμφάνιση ή παρόξυνση συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, νεφρική ανεπάρκεια/δυσλειτουργία, επιπλοκές έλκους ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος, μείζονες μη γαστρεντερικές αιμορραγίες, λοιμώξεις, μη λοιμώδεις πνευμονικές επιπλοκές και θάνατος). Υπήρξε μία σημαντικά (p<0,05) μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών/θρομβοεμβολικών επεισοδίων (έμφραγμα μυοκαρδίου, ισχαιμία, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και πνευμονική εμβολή) η οποία ανιχνεύθηκε στην ομάδα θεραπείας παρεκοξίμπης/βαλντεκοξίμπης, συγκριτικά με την ομάδα θεραπείας εικονικό φάρμακο/εικονικό φάρμακο, για την περίοδο ΕΦ χορήγησης (2,2% και 0,0%, αντίστοιχα) και καθόλη τη διάρκεια της μελέτης (4,8% και 1,3%, αντίστοιχα). Επιπλοκές χειρουργικών τραυμάτων (κυρίως του στερνικού τραύματος) παρατηρήθηκαν σε αυξημένη συχνότητα με τη θεραπεία παρεκοξίμπης/βαλντεκοξίμπης.

Στη δεύτερη μελέτη χειρουργικής επέμβασης CABG αξιολογήθηκαν τέσσερις κατηγορίες προκαθορισμένων συμβαμάτων (καρδιαγγειακά/θρομβοεμβολικά, νεφρική δυσλειτουργία/ νεφρική ανεπάρκεια, έλκος ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος/αιμορραγία, επιπλοκή χειρουργικού τραύματος). Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν μέσα σε 24 ώρες μετά από την χειρουργική επέμβαση CABG στις παρακάτω ομάδες: αρχική δόση 40 mg παρεκοξίμπης ΕΦ, κατόπιν 20 mg ανά 12 ώρες ΕΦ για τουλάχιστον 3 ημέρες και ακολούθως βαλντεκοξίμπη από του στόματος (20 mg ανά 12 ώρες) (n = 544) για την υπόλοιπη περίοδο της 10ήμερης θεραπείας∙ χορήγηση εικονικού φαρμάκου ενδοφλεβίως και στη συνέχεια βαλντεκοξίμπης από του στόματος (n = 544) ή χορήγηση εικονικού φαρμάκου ΕΦ και ακολούθως εικονικού φαρμάκου από του στόματος (n = 548). Σημαντικά μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης συμβαμάτων (p = 0,033) στην κατηγορία των καρδιαγγειακών/θρομβοεμβολικών επεισοδίων ανιχνεύθηκε στην ομάδα θεραπείας παρεκοξίμπης/βαλντεκοξίμπης (2,0%), συγκριτικά με την ομάδα θεραπείας εικονικό φάρμακο/εικονικό φάρμακο (0,5%). Η θεραπεία με εικονικό φάρμακο/βαλντεκοξίμπη συσχετίσθηκε επίσης με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών θρομβοεμβολικών επεισοδίων έναντι της θεραπείας με εικονικό φάρμακο, ωστόσο αυτή η διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Τρία από τα έξι καρδιαγγειακά/θρομβοεμβολικά επεισόδια στην ομάδα θεραπείας με εικονικό φάρμακο/βαλντεκοξίμπη συνέβησαν κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας με εικονικό φάρμακο. Οι ασθενείς αυτοί δεν έλαβαν βαλντεκοξίμπη. Τα προκαθορισμένα συμβάματα, τα οποία εμφανίζονται με την υψηλότερη συχνότητα και στις τρεις ομάδες θεραπείας, ανήκαν στην κατηγορία των επιπλοκών χειρουργικών τραυμάτων, συμπεριλαμβανομένων των εν τω βάθει χειρουργικών λοιμώξεων και των συμβαμάτων επούλωσης στερνικών τραυμάτων.

Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των υπό μελέτη θεραπειών και του εικονικού φαρμάκου για οποιαδήποτε από τις άλλες κατηγορίες προκαθορισμένων συμβαμάτων (νεφρική δυσλειτουργία/ανεπάρκεια, επιπλοκές έλκους ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος ή επιπλοκές χειρουργικών τραυμάτων).

Γενική χειρουργική

Σε μία μεγάλη κλινική δοκιμή (Ν = 1.050) μείζονος ορθοπεδικής/γενικής χειρουργικής επέμβασης, οι ασθενείς έλαβαν μία αρχική δόση παρεκοξίμπης 40 mg ΕΦ, κατόπιν 20 mg ΕΦ ανά 12 ώρες για τουλάχιστον 3 ημέρες και ακολούθως βαλντεκοξίμπη από του στόματος (20 mg ανά 12 ώρες) (n = 525) για την υπόλοιπη περίοδο της 10ήμερης θεραπείας ή εικονικό φάρμακο ΕΦ και στη συνέχεια εικονικό φάρμακο από του στόματος (n = 525). Σε αυτούς τους μετεγχειρητικούς ασθενείς δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές στο συνολικό προφίλ ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των τεσσάρων προκαθορισμένων κατηγοριών συμβαμάτων που περιγράφηκαν ανωτέρω στη δεύτερη μελέτη χειρουργικής επέμβασης CABG, για τη θεραπεία παρεκοξίμπης/βαλντεκοξίμπης, συγκριτικά με τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο.

Μελέτες σε αιμοπετάλια

Σε μια σειρά από μικρές μελέτες πολλαπλής δόσης σε υγιή νεαρά και ηλικιωμένα άτομα, παρεκοξίμπη 20 mg και 40 mg δυο φορές ημερησίως δεν είχε καμιά επίδραση στη συσσώρευση αιμοπεταλίων ή αιμορραγίας, συγκρινόμενο με το εικονικό φάρμακο. Σε νεαρά άτομα, παρεκοξίμπη 40 mg δύο φορές ημερησίως δεν είχε καμιά κλινικά σημαντική επίδραση στην αναστολή της αιμοπεταλιακής λειτουργίας που προκαλείται από το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-COXIDEM
expand_more

Μετά από ΕΦ ή ΕΜ ένεση, η παρεκοξίμπη μετατρέπεται γρήγορα σε βαλντεκοξίμπη, τη φαρμακολογικά δραστική ουσία, με ενζυματική υδρόλυση στο ήπαρ.

Απορρόφηση

Η έκθεση της βαλντεκοξίμπης μετά από άπαξ δόσεις παρεκοξίμπης, όπως μετρήθηκε τόσο βάσει της περιοχής υπό την καμπύλη της συγκεντρώσεως πλάσματος έναντι του χρόνου (AUC) όσο και από τη μέγιστη έκθεση (Cmax), είναι περίπου γραμμική στο εύρος των κλινικών δόσεων. Η AUC και η Cmax μετά από χορήγηση δυο φορές ημερησίως είναι γραμμικές μέχρι τα 50 mg ΕΦ και τα 20 mg ΕM. Σταθερές συγκεντρώσεις πλάσματος της βαλντεκοξίμπης επιτυγχάνονται μέσα σε 4 ημέρες μετά από χορήγηση δυο φορές ημερησίως.

Μετά από άπαξ ΕΦ και ΕΜ χορήγηση δόσεων παρεκοξίμπης 20 mg, η Cmax της βαλντεκοξίμπης επιτυγχάνεται σε περίπου 30 λεπτά και περίπου 1 ώρα, αντίστοιχα. Η έκθεση της βαλντεκοξίμπης ήταν όμοια όσον αφορά τις AUC και Cmax μετά από ΕΦ και ΕΜ χορήγηση. Η έκθεση της παρεκοξίμπης ήταν όμοια μετά από ΕΦ ή ΕΜ χορήγηση όσον αφορά την AUC. Ο μέσος όρος Cmax της παρεκοξίμπης μετά από ΕΜ δοσολογία ήταν μικρότερος συγκρινόμενος με την ΕΦ δοσολογία εφόδου (bolus), το οποίο αποδίδεται σε βραδύτερη εξωαγγειακή απορρόφηση μετά από ΕΜ χορήγηση. Αυτές οι μειώσεις δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές, καθώς η Cmax της βαλντεκοξίμπης είναι συγκρίσιμη μετά από ΕΜ και ΕΦ χορήγηση παρεκοξίμπης.

Κατανομή

Ο όγκος κατανομής της βαλντεκοξίμπης μετά από ΕΦ χορήγηση είναι περίπου 55 λίτρα. Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 98% στο εύρος των συγκεντρώσεων που επιτυγχάνονται με την υψηλότερη συνιστώμενη δόση, 80 mg/ημέρα. Η βαλντεκοξίμπη, αλλά όχι η παρεκοξίμπη, διαμοιράζεται εκτενώς στα ερυθροκύτταρα.

Βιομετασχηματισμός

Η παρεκοξίμπη μετατρέπεται ταχέως και σχεδόν πλήρως σε βαλντεκοξίμπη και προπιονικό οξύ in vivo με χρόνο ημίσειας ζωής στο πλάσμα περίπου 22 λεπτά. Η αποβολή της βαλντεκοξίμπης γίνεται με εκτεταμένο ηπατικό μεταβολισμό που περιλαμβάνει πολλαπλές οδούς, συμπεριλαμβανομένων των ισοενζύμων (CYP) 3A4 και CYP2C9 του κυτοχρώματος P450 και γλυκουρονιδίωσης (περίπου 20%) του τμήματος σουλφοναμιδίου. Ένας υδροξυλιωμένος μεταβολίτης της βαλντεκοξίμπης (μέσω της οδού κυτοχρώματος) έχει ταυτοποιηθεί στο ανθρώπινο πλάσμα ότι δρα ως αναστολέας της COX-2. Αντιπροσωπεύει περίπου το 10% της συγκέντρωσης της βαλντεκοξίμπης. Λόγω της χαμηλής συγκέντρωσης αυτού του μεταβολίτη, αυτός δεν αναμένεται να συμβάλλει σημαντικά στην κλινική αποτελεσματικότητα μετά τη χορήγηση θεραπευτικών δόσεων παρεκοξίμπης.

Αποβολή

Η βαλντεκοξίμπη αποβάλλεται μέσω του ηπατικού μεταβολισμού και λιγότερο από 5% αμετάβλητης βαλντεκοξίμπης ανακτάται στα ούρα. Καμιά ποσότητα αμετάβλητης παρεκοξίμπης δεν ανιχνεύεται στα ούρα και μόνον ίχνη ανιχνεύονται στα κόπρανα. Περίπου το 70% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα με τη μορφή αδρανών μεταβολιτών. Η κάθαρση πλάσματος (CLp) για την βαλντεκοξίμπη είναι περίπου 6 L/hr. Μετά την ΕΦ ή ΕΜ χορήγηση της παρεκοξίμπης, ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής (t½) της βαλντεκοξίμπης είναι περίπου 8 ώρες.

Ηλικιωμένοι

Το COXIDEM χορηγήθηκε σε 335 ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας 65-96 ετών) σε μελέτες φαρμακοκινητικής και αποτελεσματικότητας. Σε υγιή ηλικιωμένα άτομα, η φαινομενική από του στόματος κάθαρση της βαλντεκοξίμπης μειώθηκε, έχοντας ως αποτέλεσμα μια περίπου 40% αύξηση στην έκθεση της βαλντεκοξίμπης στο πλάσμα, σε σύγκριση με υγιή νεαρά άτομα. Αφού προσαρμοσθεί ανάλογα με το σωματικό βάρος, η έκθεση στο πλάσμα της βαλντεκοξίμπης στη σταθερή κατάσταση ήταν 16% υψηλότερη σε ηλικιωμένες γυναίκες, σε σύγκριση με ηλικιωμένους άντρες (βλ. Δοσολογία).

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με διάφορους βαθμούς νεφρικής δυσλειτουργίας, που έλαβαν 20 mg ΕΦ παρεκοξίμπης, παρατηρήθηκε ταχεία κάθαρση της παρεκοξίμπης από το πλάσμα. Επειδή η νεφρική αποβολή της βαλντεκοξίμπης δεν είναι σημαντική για τη διάθεσή της, δεν βρέθηκε καμιά αλλαγή στην κάθαρση της βαλντεκοξίμπης, ακόμη και σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση (βλ. Δοσολογία).

Ηπατική δυσλειτουργία

Η μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν προκάλεσε μειωμένο ρυθμό ή βαθμό μετατροπής της παρεκοξίμπης σε βαλντεκοξίμπη. Σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (δείκτης Child-Pugh 7-9), η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνηθισμένης συνιστώμενης δόσης παρεκοξίμπης και η μέγιστη ημερήσια δόση θα πρέπει να μειωθεί στα 40 mg, δεδομένου ότι οι εκθέσεις της βαλντεκοξίμπης υπερδιπλασιάστηκαν (130%) στους ασθενείς αυτούς. Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν έχουν μελετηθεί και επομένως η χρήση της παρεκοξίμπης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν συνιστάται (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις).

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

22 λεπτά (parecoxib); 8 ώρες (valdecoxib)
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

98%
PubChem

Απέκκριση

Ήπαρ
PubChem
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
119828
Μοριακός τύπος
C19H18N2O4S
Μοριακό βάρος
370.4
IUPAC
N-[4-(5-methyl-3-phenyl-1,2-oxazol-4-yl)phenyl]sulfonylpropanamide
InChIKey
TZRHLKRLEZJVIJ-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

  • Μία υποκατηγορία αναστολέων κυκλοοξυγενάσης με ειδικότητα για την ΚΥΚΛΟΟΞΥΓΕΝΑΣΗ-2.