ORLISTAT
Ορλιστάτη
Η κύρια θεραπευτική αγωγή της παχυσαρκίας παραμένει η εφαρμογή των κατάλληλων υγιεινοδιαιτητικών κανόνων. Τα φάρμακα που κυκλοφορούν προορίζονται για τις βαριές περιπτώσεις ιδιαίτερα εάν συνυπάρχουν και άλλοι παράγοντες κινδύνου. Κανένα φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-XENICAL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: ακριβώς πριν, κατά τη διάρκεια ή μέχρι μία ώρα μετά από κάθε κύριο γεύμα
- Δόση έναρξης: ένα καψάκιο των 120 mg ανά γεύμα
-
ΕνήλικεςΔόσηένα καψάκιο των 120 mgανά γεύμα, λαμβανόμενο με νερό ακριβώς πριν, κατά τη διάρκεια ή μέχρι μία ώρα μετά από κάθε κύριο γεύμα. Αν παραληφθεί ένα γεύμα ή κάποιο γεύμα δεν περιέχει καθόλου λίπος, η δόση της ορλιστάτης θα πρέπει να παραληφθεί. Ο ασθενής πρέπει να ακολουθεί μία θρεπτικά ισορροπημένη, ήπια υποθερμιδική δίαιτα, η οποία περιέχει λίπος θερμιδικής αξίας περίπου 30% επί του συνόλου των θερμίδων. Συνιστάται η δίαιτα να είναι πλούσια σε φρούτα και λαχανικά. Η ημερήσια λήψη λίπους, υδατανθράκων και πρωτεϊνών θα πρέπει να κατανέμεται σε τρία κύρια γεύματα.
-
Ασθενείς με ηπατική και/ή νεφρική ανεπάρκειαΗ δράση της ορλιστάτης δεν έχει μελετηθεί.
-
ΠαιδιάΗ δράση της ορλιστάτης δεν έχει μελετηθεί. Δεν υπάρχει σχετική ένδειξη για χρήση του Xenical σε παιδιά.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΗ δράση της ορλιστάτης δεν έχει μελετηθεί.
block
SPC-XENICAL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σύνδρομο χρόνιας δυσαπορρόφησης
-
Χολόσταση
-
Θηλασμός
warning
SPC-XENICAL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Διαβήτης τύπου IIΠληθυσμόςασθενείς με διαβήτη τύπου IIΣτενή παρακολούθηση της αντιδιαβητικής φαρμακευτικής αγωγής μπορεί να απαιτηθεί.
-
Συγχορήγηση με κυκλοσπορίνηΔεν συνιστάται συγχορήγηση.
-
Διαιτητικές υποδείξειςΠληθυσμόςασθενείςΝα συμμορφώνονται με τις διαιτητικές υποδείξεις.
-
Γαστρεντερικές ανεπιθύμητες αντιδράσειςΗ ημερήσια πρόσληψη λίπους θα πρέπει να κατανέμεται σε τρία κύρια γεύματα για να μειωθεί η πιθανότητα αύξησης των ΓΑΕ.
-
Αιμορραγία από το ορθόΠληθυσμόςΣυνταγογράφοι ιατροίΠεραιτέρω διερεύνηση σε περίπτωση σοβαρών και/ή επίμονων συμπτωμάτων.
-
Αποτυχία δράσης από του στόματος αντισυλληπτικώνΠληθυσμόςγυναίκες που λαμβάνουν από του στόματος αντισυλληπτικάΣυνιστάται η χρήση μιας επιπρόσθετης αντισυλληπτικής μεθόδου.
-
Υπεροξαλουρία, οξαλική νεφροπάθεια, νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς, ειδικά με υποκείμενη χρόνια νεφρική νόσο και/ή μείωση του όγκου
-
Υποθυρεοειδισμός / μειωμένος έλεγχος υποθυρεοειδισμού
-
Απορύθμιση αντιεπιληπτικής αγωγής / σπασμοίΠληθυσμόςΑσθενής υπό αντιεπιληπτική αγωγή
-
Μείωση απορρόφησης αντιρετροϊκών φαρμάκων για τον HIVΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αντιρετροϊκά για τον HIV
swap_horiz
SPC-XENICAL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήμείωση των επιπέδων της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα, μείωση της ανοσοκατασταλτικής αποτελεσματικότηταςΣύστασηΔεν συνιστάται ο συνδυασμός. Αν είναι αναπόφευκτος, συχνότερη παρακολούθηση των επιπέδων της κυκλοσπορίνης στο αίμα τόσο μετά την προσθήκη της ορλιστάτης όσο και μόλις η ορλιστάτη διακοπεί. Τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρις ότου σταθεροποιηθούν.
-
προσοχήαπουσία φαρμακοκινητικών μελετών αλληλεπίδρασηςΣύστασηΗ σύγχρονη χορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Βαρφαρίνη ή άλλα αντιπηκτικάπαρακολούθησηΜειωμένη προθρομβίνη, αυξημένο INR και μη ισορροπημένη αντιπηκτική αγωγή που έχουν ως αποτέλεσμα διακυμάνσεις των αιμοστατικών παραμέτρωνΣύστασηΟι τιμές INR πρέπει να παρακολουθούνται.
-
Λιποδιαλυτές βιταμίνες (Α, D, E και Κ)προσοχήΔυνητικά να δυσχεράνει την απορρόφηση των λιποδιαλυτών βιταμινώνΣύστασηΣυνιστάται δίαιτα πλούσια σε φρούτα και λαχανικά και χρήση πολυβιταμινούχου συμπληρώματος. Το συμπλήρωμα πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον δύο ώρες μετά τη χορήγηση της ορλιστάτης ή κατά την κατάκλιση.
-
παρακολούθησηελαφρά πτώση των επιπέδων της αμιωδαρόνης στο πλάσμαΣύστασηΕπιβάλλεται η ενίσχυση της κλινικής παρακολούθησης αλλά και της παρακολούθησης του ΗΚΓ.
-
Αντιεπιληπτικά φάρμακα (π.χ. βαλπροϊκό, λαμοτριγίνη)παρακολούθησησπασμοί / πιθανές αλλαγές στη συχνότητα και/ ή σοβαρότητα των σπασμώνΣύστασηΑυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για πιθανές αλλαγές στη συχνότητα και/ ή σοβαρότητα των σπασμών.
-
Ιωδιούχα άλατα και/ή λεβοθυροξίνηπροσοχήμειωμένη απορρόφηση που μπορεί να οδηγήσει σε υποθυροειδισμό και/ή μειωμένο έλεγχο υποθυροειδισμούΣύστασηΜπορεί να εκδηλωθεί υποθυροειδισμός και/ή μειωμένος έλεγχος υποθυροειδισμού.
-
Αντιρετροϊκά φάρμακα για τον HIV, αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά (συμπεριλαμβανομένου του λιθίου) και βενζοδιαζεπίνεςπροσοχήμειωμένη αποτελεσματικότηταΣύστασηΗ έναρξη της θεραπείας με ορλιστάτη θα πρέπει να γίνεται μόνο μετά από προσεκτική συνεκτίμηση του πιθανού αντικτύπου στους συγκεκριμένους ασθενείς.
-
Από στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικάπροσοχήΈμμεσα να μειώσει τη διαθεσιμότητα και να έχει ως αποτέλεσμα ανεπιθύμητες κυήσεις σε περίπτωση σοβαρής διάρροιαςΣύστασηΣυνιστάται η χρήση μιας επιπρόσθετης αντισυλληπτικής μεθόδου σε περίπτωση σοβαρής διάρροιας.
sick
SPC-XENICAL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κεφαλαλγία
- Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού
- Βρογχόσπασμος
- Λοίμωξη κατώτερου αναπνευστικού
- Εκκολπωματίτιδα
- Λοίμωξη ουροφόρων οδών
- Γρίπη
- Κοιλιακό άλγος
- Κοιλιακή δυσφορία
- Αποβολή λιπαρού υλικού από το ορθό
- Μετεωρισμός εντέρου
- Πιεστική ανάγκη αφόδευσης
- Λιπαρά κόπρανα
- Ελαιώδη κόπρανα
- Μετεωρισμός
- Υδαρή κόπρανα
- Ελαιώδεις κενώσεις
- Αυξημένες αφοδεύσεις
- Ορθικό άλγος
- Ορθική δυσφορία
- Μαλακά κόπρανα
- Ακράτεια κοπράνων
- Διάταση κοιλίας
- Ανωμαλίες δοντιών
- Ανωμαλίες ούλων
- Αιμορραγία από το ορθό
- Παγκρεατίτιδα
- Οξαλική νεφροπάθεια
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Υπογλυκαιμία
- Κόπωση
- Ανωμαλία εμμήνου ρύσεως
- Άγχος
- Αύξηση ηπατικών τρανσαμινασών
- Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
- Μειωμένη προθρομβίνη
- Αυξημένο INR
- Διακυμάνσεις αιμοστατικών παραμέτρων
- Μη ισορροπημένη αντιπηκτική αγωγή
- Πομφολυγώδες εξάνθημα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Υπερευαισθησία
- Αγγειοοίδημα
- Αναφυλαξία
- Χολολιθίαση
- Ηπατίτιδα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑποβολή λιπαρού υλικού από το ορθόΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑυξημένες αφοδεύσειςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΕλαιώδεις κενώσειςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕλαιώδη κόπραναΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΛιπαρά κόπραναΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη ανώτερου αναπνευστικούΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΜετεωρισμός εντέρουΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΠιεστική ανάγκη αφόδευσηςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΥδαρή κόπραναΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑκράτεια κοπράνωνΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑνωμαλία εμμήνου ρύσεωςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΑνωμαλίες δοντιώνΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑνωμαλίες ούλωνΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛοίμωξη κατώτερου αναπνευστικούΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη ουροφόρων οδώνΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜαλακά κόπραναΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟρθική δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟρθικό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία από το ορθόΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένο INRΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑύξηση ηπατικών τρανσαμινασώνΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔιακυμάνσεις αιμοστατικών παραμέτρωνΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΕκκολπωματίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένη προθρομβίνηΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΜη ισορροπημένη αντιπηκτική αγωγήΑίμα
-
Μη γνωστέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΟξαλική νεφροπάθειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠομφολυγώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΧολολιθίασηΉπαρ
pregnant_woman
SPC-XENICAL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΗ χορήγηση σε έγκυες γυναίκες πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή.Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την εγκυμοσύνη στην ορλιστάτη. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΗ ορλιστάτη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.Δεν είναι γνωστό αν η ορλιστάτη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-XENICAL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-XENICAL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μελέτες σε εθελοντές με κανονικό βάρος και σε παχύσαρκους εθελοντές έδειξαν ότι ο βαθμός απορρόφησης της ορλιστάτης ήταν ελάχιστος. Οι συγκεντρώσεις αμετάβλητης ορλιστάτης στο πλάσμα δεν ήταν μετρήσιμες (< 5 ng/ml) οκτώ ώρες μετά την από του…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Παράμετροι πήξης | water_dropΠηκτικότητα αίματος | — | Συγχορήγηση από του στόματος αντιπηκτικών |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-XENICAL
expand_more
Δοσολογία
Ενήλικες
Η συνιστώμενη δόση της ορλιστάτης είναι ένα καψάκιο των 120 mg ανά γεύμα, λαμβανόμενο με νερό ακριβώς πριν, κατά τη διάρκεια ή μέχρι μία ώρα μετά από κάθε κύριο γεύμα. Αν παραληφθεί ένα γεύμα ή κάποιο γεύμα δεν περιέχει καθόλου λίπος, η δόση της ορλιστάτης θα πρέπει να παραληφθεί. Ο ασθενής πρέπει να ακολουθεί μία θρεπτικά ισορροπημένη, ήπια υποθερμιδική δίαιτα, η οποία περιέχει λίπος θερμιδικής αξίας περίπου 30% επί του συνόλου των θερμίδων. Συνιστάται η δίαιτα να είναι πλούσια σε φρούτα και λαχανικά. Η ημερήσια λήψη λίπους, υδατανθράκων και πρωτεϊνών θα πρέπει να κατανέμεται σε τρία κύρια γεύματα. Δεν έχει αποδειχθεί ότι δόσεις ορλιστάτης μεγαλύτερες των 120 mg, χορηγούμενες τρεις φορές την ημέρα, επιφέρουν πρόσθετο όφελος. Η δράση της ορλιστάτης έχει ως αποτέλεσμα αύξηση του λίπους στα κόπρανα, 24 με 48 ώρες ήδη, μετά τη χορήγηση δόσης. Αμέσως μετά τη διακοπή της θεραπείας, το περιεχόμενο στα κόπρανα λίπος επανέρχεται στα προ θεραπείας επίπεδα, μέσα σε 48-72 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Η δράση της ορλιστάτης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική και/ή νεφρική ανεπάρκεια, παιδιά και ηλικιωμένους ασθενείς. Δεν υπάρχει σχετική ένδειξη για χρήση του Xenical σε παιδιά.
block
Αντενδείξεις
SPC-XENICAL
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
- Σύνδρομο χρόνιας δυσαπορρόφησης
- Χολόσταση
- Θηλασμός
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-XENICAL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Σε κλινικές δοκιμές, η μείωση του σωματικού βάρους με την αγωγή με ορλιστάτη ήταν μικρότερη σε ασθενείς με διαβήτη τύπου II, από ό,τι σε μη διαβητικούς ασθενείς. Μπορεί να απαιτηθεί στενή παρακολούθηση της αντιδιαβητικής φαρμακευτικής αγωγής κατά τη λήψη της ορλιστάτης.
Δεν συνιστάται συγχορήγηση της ορλιστάτης με κυκλοσπορίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να συμμορφώνονται με τις διαιτητικές υποδείξεις που τους γίνονται (βλ. Δοσολογία).
Η πιθανότητα εμφάνισης γαστρεντερικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες), μπορεί να αυξηθεί αν η ορλιστάτη λαμβάνεται με μια δίαιτα πλούσια σε λίπος (π.χ. σε μια δίαιτα 2000 kcal/ημέρα, ποσοστό > 30% των θερμίδων που προέρχονται από λίπος αντιστοιχεί σε ποσότητα > 67 g λίπους). Η ημερήσια πρόσληψη λίπους θα πρέπει να κατανέμεται σε τρία κύρια γεύματα. Αν η ορλιστάτη λαμβάνεται με ένα γεύμα πολύ πλούσιο σε λίπος, η πιθανότητα πρόκλησης γαστρεντερικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων μπορεί να αυξηθεί.
Έχουν αναφερθεί περιστατικά αιμορραγίας από το ορθό με το Xenical. Οι συνταγογράφοι ιατροί θα πρέπει να προβαίνουν σε περαιτέρω διερεύνηση σε περίπτωση σοβαρών και/ή επίμονων συμπτωμάτων.
Συνιστάται η χρήση μιας επιπρόσθετης αντισυλληπτικής μεθόδου για την αποφυγή πιθανής αποτυχίας δράσης των από του στόματος χορηγουμένων αντισυλληπτικών η οποία θα μπορούσε να συμβεί σε περίπτωση σοβαρής διάρροιας (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Θα πρέπει να παρακολουθούνται οι παράμετροι πήξης σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως από του στόματος αντιπηκτικά (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Η χρήση της ορλιστάτης μπορεί να συνοδεύεται από υπεροξαλουρία και οξαλική νεφροπάθεια οδηγώντας ορισμένες φορές σε νεφρική ανεπάρκεια. Αυτός ο κίνδυνος αυξάνεται σε ασθενείς με υποκείμενη χρόνια νεφρική νόσο και/ή μείωση του όγκου (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Σπάνια μπορεί να εκδηλωθεί εμφάνιση υποθυρεοειδισμού και/ή μειωμένος έλεγχος του υποθυρεοειδισμού. Ο μηχανισμός, παρόλο που δεν έχει αποδειχθεί, μπορεί να περιλαμβάνει μειωμένη απορρόφηση των ιωδιούχων αλάτων και/ή της λεβοθυροξίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Ασθενής υπό αντιεπιληπτική αγωγή: Η ορλιστάτη μπορεί να απορυθμίσει την αντιεπιληπτική αγωγή μειώνοντας την απορρόφηση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων, οδηγώντας σε σπασμούς (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Αντιρετροϊκά για τον HIV: Η ορλιστάτη μπορεί δυνητικά να μειώσει την απορρόφηση των αντιρετροϊκών φαρμάκων για τον HIV και θα μπορούσε να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα των αντιρετροϊκών φαρμακευτικών αγωγών για τον HIV (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά καψάκιο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-XENICAL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Κυκλοσπορίνη
Έχει παρατηρηθεί μείωση των επιπέδων της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα σε μια μελέτη φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης και έχει επίσης αναφερθεί σε αρκετά μεμονωμένα περιστατικά, όταν η ορλιστάτη συγχορηγήθηκε. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ανοσοκατασταλτικής αποτελεσματικότητας. Για το λόγο αυτό, δεν συνιστάται ο συνδυασμός (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Ωστόσο, αν αυτή η συγχορήγηση είναι αναπόφευκτη, θα πρέπει να γίνεται συχνότερη παρακολούθηση των επιπέδων της κυκλοσπορίνης στο αίμα τόσο μετά την προσθήκη της ορλιστάτης όσο και μόλις η ορλιστάτη διακοπεί στους ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με κυκλοσπορίνη. Τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρις ότου σταθεροποιηθούν.
Ακαρβόζη
Λόγω της απουσίας φαρμακοκινητικών μελετών αλληλεπίδρασης, η σύγχρονη χορήγηση της ορλιστάτης με ακαρβόζη θα πρέπει να αποφεύγεται.
Από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά
Όταν χορηγείται βαρφαρίνη ή άλλα αντιπηκτικά σε συνδυασμό με ορλιστάτη, οι τιμές INR (International Normalised Ratio) πρέπει να παρακολουθούνται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Λιποδιαλυτές βιταμίνες
Η αγωγή με ορλιστάτη μπορεί δυνητικά να δυσχεράνει την απορρόφηση των λιποδιαλυτών βιταμινών (Α, D, E και Κ). Η μεγάλη πλειονότητα των ασθενών που έλαβαν επί έως και τέσσερα ολόκληρα χρόνια αγωγή με ορλιστάτη σε κλινικές μελέτες, είχε επίπεδα βιταμινών A, D, E και K και βήτα-καρωτενίου που παρέμειναν στα φυσιολογικά όρια. Για να εξασφαλιστεί επαρκής διατροφή, θα πρέπει να υποδεικνύεται σε ασθενείς, που βρίσκονται σε δίαιτα ελέγχου του βάρους τους, μία δίαιτα πλούσια σε φρούτα και λαχανικά και θα μπορούσε να εξεταστεί και η πιθανότητα χρήσης ενός πολυβιταμινούχου συμπληρώματος. Εάν συστηθεί ένα πολυβιταμινούχο συμπλήρωμα, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον δύο ώρες μετά τη χορήγηση της ορλιστάτης ή κατά την κατάκλιση.
Αμιωδαρόνη
Παρατηρήθηκε μια ελαφρά πτώση των επιπέδων της αμιωδαρόνης στο πλάσμα σε ένα περιορισμένο αριθμό υγιών εθελοντών που λάμβαναν ταυτόχρονα ορλιστάτη, όταν η αμιωδαρόνη χορηγήθηκε σε μια εφάπαξ δόση. Η κλινική σημασία της επίδρασης σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με αμιωδαρόνη παραμένει άγνωστη αλλά μπορεί να γίνει κλινική συσχέτιση σε ορισμένες περιπτώσεις. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αγωγή με αμιωδαρόνη επιβάλλεται η ενίσχυση της κλινικής παρακολούθησης αλλά και της παρακολούθησης του ΗΚΓ.
Έχουν αναφερθεί σπασμοί σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή ταυτόχρονα με ορλιστάτη και αντιεπιληπτικά φάρμακα π.χ. βαλπροϊκό, λαμοτριγίνη, όπου δεν μπορεί να αποκλειστεί αιτιολογική συσχέτιση σε κάποια αλληλεπίδραση. Επομένως, αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για πιθανές αλλαγές στη συχνότητα και/ ή σοβαρότητα των σπασμών.
Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να εκδηλωθεί υποθυροειδισμός και/ή μειωμένος έλεγχος υποθυροειδισμού. Ο μηχανισμός, παρόλο που δεν έχει αποδειχθεί, μπορεί να περιλαμβάνει μειωμένη απορρόφηση των ιωδιούχων αλάτων και/ή της λεβοθυροξίνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Υπάρχουν κάποιες αναφορές περιστατικών μειωμένης αποτελεσματικότητας αντιρετροϊκών φαρμάκων για τον HIV, αντικαταθλιπτικών, αντιψυχωσικών (συμπεριλαμβανομένου του λιθίου) και βενζοδιαζεπινών συμπτωματικά με την έναρξη της θεραπείας με ορλιστάτη σε ασθενείς που ήταν προηγουμένως καλά ελεγχόμενοι. Συνεπώς, η έναρξη της θεραπείας με ορλιστάτη θα πρέπει να γίνεται μόνο μετά από προσεκτική συνεκτίμηση του πιθανού αντικτύπου στους συγκεκριμένους ασθενείς.
Απουσία αλληλεπιδράσεων
Δεν έχουν παρατηρηθεί αλληλεπιδράσεις με αμιτριπτυλίνη, ατορβαστατίνη, διγουανίδια, διγοξίνη, φιβράτες, φλουοξετίνη, λοσαρτάνη, φαινυτοΐνη, φεντερμίνη, πραβαστατίνη, νιφεδιπίνη Γαστρεντερικού Θεραπευτικού Συστήματος (ΓΕΘΣ), νιφεδιπίνη βραδείας αποδέσμευσης, σιβουτραμίνη ή οινόπνευμα. Η απουσία αυτών των αλληλεπιδράσεων έχει καταδειχθεί σε ειδικές μελέτες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων. Η απουσία αλληλεπίδρασης μεταξύ από στόματος χορηγούμενων αντισυλληπτικών και ορλιστάτης έχει καταδειχθεί σε ειδικές μελέτες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων. Ωστόσο, η ορλιστάτη μπορεί έμμεσα να μειώσει τη διαθεσιμότητα των από στόματος χορηγουμένων αντισυλληπτικών και να έχει ως αποτέλεσμα ανεπιθύμητες κυήσεις σε μερικά μεμονωμένα περιστατικά. Συνιστάται η χρήση μιας επιπρόσθετης αντισυλληπτικής μεθόδου σε περίπτωση σοβαρής διάρροιας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-XENICAL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις στην ορλιστάτη είναι σε μεγάλο βαθμό γαστρεντερικής φύσης. Η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών μειώθηκε με παρατεταμένη χρήση της ορλιστάτης. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία οργάνου συστήματος και ανά συχνότητα εμφάνισης. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), συμπεριλαμβανομένων μεμονωμένων αναφορών. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Ανεπιθύμητες ενέργειες (Πρώτο έτος αγωγής - > 2% και 1% περισσότερο από το εικονικό φάρμακο)
| Κατηγορία οργάνου συστήματος | Ανεπιθύμητη αντίδραση/ ενέργεια |
|---|---|
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Πολύ συχνές: Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικούΣυχνές: Λοίμωξη κατώτερου αναπνευστικού |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Πολύ συχνές: Κοιλιακό άλγος/δυσφορία, Αποβολή μικροποσοτήτων λιπαρού υλικού από το ορθό έντερο, Μετεωρισμός εντέρου συνοδευόμενος από κενώσεις, Πιεστική ανάγκη αφόδευσης, Λιπαρά/ελαιώδη κόπρανα, Μετεωρισμός, Υδαρή κόπρανα, Ελαιώδεις κενώσεις, Αυξημένες αφοδεύσειςΣυχνές: Ορθικό άλγος/δυσφορία, Μαλακά κόπρανα, Ακράτεια κοπράνων, Διάταση κοιλίας*, Ανωμαλίες των δοντιών, Ανωμαλίες των ούλων |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Συχνές: Λοίμωξη ουροφόρων οδών |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Πολύ συχνές: Υπογλυκαιμία* |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Πολύ συχνές: Γρίπη |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές: Κόπωση |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Συχνές: Ανωμαλία εμμήνου ρύσεως |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές: Άγχος |
- μόνο μεμονωμένες ανεπιθύμητες ενέργειες από τη θεραπεία, που εκδηλώθηκαν με συχνότητα > 2% και με ποσοστό εμφάνισης 1% μεγαλύτερη από το εικονικό φάρμακο σε παχύσαρκους διαβητικούς τύπου 2 ασθενείς.
Σε μία κλινική δοκιμή διάρκειας 4 ετών, το γενικό πλαίσιο κατανομής των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοιο με αυτό που αναφέρθηκε για τις μελέτες διάρκειας 1 και 2 ετών, με μείωση, ανά έτος και για την περίοδο των τεσσάρων ετών, της συνολικής επίπτωσης των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το γαστρεντερικό, οι οποίες εμφανίζονται το 1ο έτος.
Αυθόρμητες αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος (Συχνότητα μη γνωστές)
| Κατηγορία οργάνου συστήματος | Ανεπιθύμητη αντίδραση |
|---|---|
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αύξηση των ηπατικών τρανσαμινασών και της αλκαλικής φωσφατάσης.Μειωμένη προθρομβίνη, αυξημένο INR και μη ισορροπημένη αντιπηκτική αγωγή που έχουν ως αποτέλεσμα διακυμάνσεις των αιμοστατικών παραμέτρων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις) |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Αιμορραγία από το ορθόΕκκολπωματίτιδαΠαγκρεατίτιδα |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πομφολυγώδη εξανθήματα |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία (π.χ. κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση, αγγειοοίδημα, βρογχόσπασμος και αναφυλαξία) |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | ΧολολιθίασηΗπατίτιδα η οποία ενδέχεται να είναι σοβαρή. Έχουν αναφερθεί ορισμένα θανατηφόρα περιστατικά ή περιστατικά που απαιτούν μεταμόσχευση ήπατος. |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Οξαλική νεφροπάθεια που ενδέχεται να οδηγήσει σε νεφρική ανεπάρκεια |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-XENICAL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-XENICAL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Περιφερικής δράσης παράγοντας κατά της παχυσαρκίας, κωδικός ΑΤC: Α08ΑΒ01.
Μηχανισμός δράσης
Η ορλιστάτη είναι ένας ισχυρός, ειδικός και μακράς διάρκειας δράσης αναστολέας των γαστρεντερικών λιπασών. Ασκεί τη θεραπευτική της δράση στον αυλό του στομάχου και στο λεπτό έντερο σχηματίζοντας ένα ομοιοπολικό δεσμό με το ενεργό κέντρο σερίνης των γαστρικών και παγκρεατικών λιπασών. Έτσι, το απενεργοποιημένο ένζυμο δεν είναι διαθέσιμο για να υδρολύσει το διατροφικό λίπος στη μορφή τριγλυκεριδίων, προς απορροφούμενα ελεύθερα λιπαρά οξέα και μονογλυκερίδια.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Στις μελέτες διάρκειας 2 ετών και στη μελέτη διάρκειας 4 ετών, χρησιμοποιήθηκε μία υποθερμιδική δίαιτα σε συνδυασμό με την αγωγή, τόσο στην ομάδα υπό αγωγή με ορλιστάτη όσο και στην ομάδα υπό εικονικό φάρμακο. Συγκεντρωτικά δεδομένα που ελήφθησαν από πέντε μελέτες διάρκειας 2 ετών με ορλιστάτη και υποθερμιδική δίαιτα, κατέδειξαν ότι ποσοστό 37% των ασθενών που έλαβαν αγωγή με ορλιστάτη και ποσοστό 19% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο εμφάνισαν απώλεια τουλάχιστον 5% του αρχικού σωματικού τους βάρους μετά από 12 εβδομάδες αγωγής. Εξ’αυτών, ποσοστό 49% των ασθενών που έλαβαν ορλιστάτη και ποσοστό 40% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο κατέληξαν να χάσουν μεγαλύτερο ή ίσο με 10% του αρχικού σωματικού τους βάρους με την συμπλήρωση ενός έτους. Αντιστρόφως, από τους ασθενείς που απέτυχαν να έχουν απώλεια 5% του αρχικού σωματικού τους βάρους μετά από 12 εβδομάδες αγωγής, μόνο 5% των ασθενών που έλαβαν ορλιστάτη και 2% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο, κατέληξαν να χάσουν μεγαλύτερο ή ίσο με 10% του αρχικού σωματικού τους βάρους με την συμπλήρωση ενός έτους. Συνολικά, μετά από ένα χρόνο αγωγής, το ποσοστό των ασθενών που έλαβαν 120 mg ορλιστάτης και έχασαν 10% ή περισσότερο του σωματικού τους βάρους ήταν 20% με ορλιστάτη 120 mg συγκριτικά με 8% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Η μέση διαφορά στην απώλεια βάρους με το φάρμακο συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο ήταν 3,2 κιλά. Στοιχεία από την τετραετή κλινική δοκιμή XENDOS κατέδειξαν ότι ποσοστό 60% των ασθενών που έλαβαν ορλιστάτη και 35% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο εμφάνισαν απώλεια τουλάχιστον 5% του αρχικού σωματικού τους βάρους μετά από 12 εβδομάδες αγωγής. Απόαυτούς, ποσοστό 62% των ασθενών που έλαβαν αγωγή με ορλιστάτη και 52% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο, κατέληξαν να χάσουν μεγαλύτερο ή ίσο με 10% του αρχικού σωματικού τους βάρους με την συμπλήρωση ενός έτους. Αντιστρόφως, από τους ασθενείς που απέτυχαν να εμφανίσουν απώλεια 5% του αρχικού σωματικού τους βάρους μετά από 12 εβδομάδες αγωγής μόνο 5% των ασθενών που έλαβαν αγωγή με ορλιστάτη και 4% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο, κατέληξαν να χάσουν μεγαλύτερο ή ίσο με 10% του αρχικού σωματικού τους βάρους με την συμπλήρωση ενός έτους. Μετά από ένα έτος αγωγής, ποσοστό 41% των ασθενών υπό αγωγή με ορλιστάτη έναντι ποσοτού 21% των ασθενών υπό εικονικό φάρμακο, έχασαν ≥ 10% του σωματικού βάρους, με μέση διαφορά 4,4 κιλά μεταξύ των δύο ομάδων. Μετά από 4 έτη αγωγής, ποσοστό 21% των ασθενών υπό αγωγή με ορλιστάτη, συγκριτικά με ποσοστό 10% των ασθενών υπό εικονικό φάρμακο, είχαν χάσει ≥ 10% του σωματικού βάρους, με μέση διαφορά 2,7 κιλά. Περισσότεροι ασθενείς που έλαβαν ορλιστάτη ή εικονικό φάρμακο έχασαν τουλάχιστον 5% του αρχικού σωματικού τους βάρους σε 12 εβδομάδες ή 10% του αρχικού σωματικού τους βάρους με την συμπλήρωση ενός έτους στη μελέτη XENDOS από ότι στις πέντε διετείς μελέτες. Ο λόγος αυτής της διαφοράς είναι ότι οι πέντε διετείς μελέτες συμπεριλάμβαναν μια εισαγωγική περίοδο 4 εβδομάδων με δίαιτα και εικονικό φάρμακο κατά τη διάρκεια της οποίας οι ασθενείς έχασαν κατά μέσο όρο 2,6 κιλά πριν από την έναρξη της αγωγής. Στοιχεία από την κλινική δοκιμή διάρκειας 4 ετών κατέδειξαν επίσης ότι η απώλεια βάρους που επιτεύχθηκε με την ορλιστάτη καθυστέρησε την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 2 κατά τη διάρκεια της μελέτης (συγκεντρωτικά ποσοστά εμφάνισης περιστατικών διαβήτη: 3,4% στην ομάδα της ορλιστάτης συγκριτικά με 5,4% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου). Η μεγάλη πλειονότητα των περιστατικών διαβήτη προήλθε από την υποομάδα των ασθενών που είχαν διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη κατά την έναρξη της αγωγής, οι οποίοι αντιπροσώπευαν ποσοστό 21% των τυχαιοποιημένων ασθενών. Δεν είναι γνωστό αν τα ευρήματα αυτά μεταφράζονται σε μακροπρόθεσμα κλινικά οφέλη. Δεδομένα από τέσσερις κλινικές δοκιμές διάρκειας ενός έτους σε ανεπαρκώς ελεγχόμενους από αντιδιαβητικά φάρμακα παχύσαρκους διαβητικούς τύπου 2 ασθενείς, έδειξαν ότι το ποσοστό των ανταποκριθέντων (> 10% απώλεια σωματικού βάρους) ήταν 11,3% με ορλιστάτη, συγκριτικά με 4,5% με εικονικό φάρμακο. Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ορλιστάτη, ο μέσος όρος της διαφοράς από το εικονικό φάρμακο της απώλειας βάρους, ήταν 1,83 κιλά έως 3,06 κιλά και ο μέσος όρος της διαφοράς από το εικονικό φάρμακο της μείωσης της HbA1c ήταν 0,18% έως 0,55%. Έχει αποδειχθεί ότι η επίδραση στην HbA1c είναι ανεξάρτητη της απώλειας βάρους. Σε μια πολυκεντρική (ΗΠΑ, Καναδάς), παράλληλων ομάδων, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, τυχαιοποιήθηκαν 539 παχύσαρκοι έφηβοι ασθενείς να λάβουν είτε 120mg ορλιστάτη (n=357) ή εικονικό φάρμακο (n=182) τρεις φορές ημερησίως ως συμπλήρωμα σε υποθερμιδική διαίτα και άσκηση για 52 εβδομάδες. Και οι δύο πληθυσμοί έλαβαν συμπληρώματα διατροφής. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή του δείκτη μάζας σώματος (ΒΜΙ) από τη στιγμή της έναρξης μέχρι και τη λήξη της μελέτης. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν σημαντική υπεροχή της ομάδας της ορλιστάτης (διαφορά στο δείκτη ΒΜΙ, 0,86 κιλών/m2 υπέρ της ορλιστάτης). Ποσοστό 9,5% των ασθενών που έλαβαν αγωγή με ορλιστάτη έναντι ποσοστού 3,3% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο έχασαν ποσοστό > 10% του σωματικού βάρους μετά από 1 έτος με μέση τιμή διαφοράς 2,6 κιλών μεταξύ των δύο ομάδων. Η διαφορά αυτή παρατηρήθηκε ως αποτέλεσμα της έκβασης στην ομάδα των ασθενών με απώλεια βάρους >5% μετά από 12 εβδομάδες θεραπείας με ορλιστάτη οι οποίοι αντιπροσωπεύαν ποσοστό 19% του αρχικού πληθυσμού. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σε γενικές γραμμές παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες. Ωστόσο, εμφανίστηκε μια ανεξήγητη αύξηση της συχνότητας εμφάνισης οστικών καταγμάτων (ποσοστό 6% έναντι ποσοστού 2,8% στις ομάδες της ορλιστάτης και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-XENICAL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Μελέτες σε εθελοντές με κανονικό βάρος και σε παχύσαρκους εθελοντές έδειξαν ότι ο βαθμός απορρόφησης της ορλιστάτης ήταν ελάχιστος. Οι συγκεντρώσεις αμετάβλητης ορλιστάτης στο πλάσμα δεν ήταν μετρήσιμες (< 5 ng/ml) οκτώ ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση της ορλιστάτης. Σε γενικές γραμμές, η ανίχνευση αμετάβλητης ορλιστάτης στο πλάσμα ήταν σποραδική και οι συγκεντρώσεις του εξαιρετικά χαμηλές (< 10 ng/ml ή 0,02 μmol) σε θεραπευτικές δόσεις, χωρίς ένδειξη συσσώρευσης, γεγονός που βρίσκεται σε συμφωνία με το ότι η απορρόφηση είναι ελάχιστη.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής δεν μπορεί να προσδιοριστεί επειδή το φάρμακο απορροφάται ελάχιστα και δεν έχει καθορισμένη συστηματική φαρμακοκινητική. Η ορλιστάτη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (οι λιποπρωτεΐνες και η λευκωματίνη ήταν οι κυριότερες πρωτεΐνες σύνδεσης), σε ποσοστό > 99% in vitro. Η ορλιστάτη διαμερίζεται ελάχιστα μέσα στα ερυθροκύτταρα.
Μεταβολισμός
Με βάση στοιχεία σε πειραματόζωα, είναι πιθανό ο μεταβολισμός της ορλιστάτης να γίνεται κυρίως μέσα στο γαστρεντερικό τοίχωμα. Σύμφωνα με μια μελέτη σε παχύσαρκους ασθενείς, από το ελάχιστο κλάσμα της δόσης που απορροφήθηκε συστηματικά, δύο σημαντικοί μεταβολίτες, ο Μ1 (4-μελής υδρολυμένος δακτύλιος λακτόνης) και ο Μ3 (Μ1 με διασπασμένο τμήμα Ν-φορμυλο λευκίνης) αντιστοιχούσαν σε ποσοστό περίπου 42% της συνολικής συγκέντρωσης στο πλάσμα. Οι Μ1 και Μ3 έχουν ένα ανοικτό δακτύλιο βήτα-λακτόνης και εξαιρετικά ασθενή δράση αναστολής της λιπάσης (1000 και 2500 φορές λιγότερο από την ορλιστάτη αντίστοιχα). Δεδομένης αυτής της χαμηλής ανασταλτικής δράσης και των χαμηλών επιπέδων στο πλάσμα σε θεραπευτικές δόσεις (26 ng/ml και 108 ng/ml κατά μέσο όρο αντίστοιχα), αυτοί οι μεταβολίτες θεωρούνται φαρμακολογικά άνευ σημασίας.
Αποβολή
Μελέτες σε άτομα κανονικού βάρους και σε παχύσαρκα άτομα έδειξαν ότι η κυριότερη οδός απέκκρισης του μη απορροφούμενου φαρμάκου ήταν η αποβολή μέσω των κοπράνων. Ποσοστό περίπου 97% της χορηγούμενης δόσης αποβλήθηκε με τα κόπρανα, ενώ 83% αυτής βρέθηκε ότι ήταν αμετάβλητη ορλιστάτη. Η αθροιστική νεφρική αποβολή του συνόλου των σχετιζόμενων με την ορλιστάτη ουσιών ήταν < 2% της χορηγούμενης δόσης. Ο απαιτούμενος χρόνος για την πλήρη αποβολή (δια των κοπράνων και δια των ούρων) ήταν 3-5 ημέρες. Η διάθεση της αποβαλόμενης ορλιστάτης εμφανίστηκε να είναι παρόμοια τόσο σε άτομα κανονικού βάρους όσο και σε παχύσαρκα άτομα. Η ορλιστάτη, ο Μ1 και ο Μ3 απεκκρίνονται μέσω της χολής.
ΕΟΦ · 4.15
Φάρμακα κατά της παχυσαρκίας
expand_more
Φάρμακα κατά της παχυσαρκίας
Η κύρια θεραπευτική αγωγή της παχυσαρκίας παραμένει η εφαρμογή των κατάλληλων υγιεινοδιαιτητικών κανόνων. Τα φάρμακα που κυκλοφορούν προορίζονται για τις βαριές περιπτώσεις ιδιαίτερα εάν συνυπάρχουν και άλλοι παράγοντες κινδύνου. Κανένα φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως μόνη θεραπευτική αγωγή.
Τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας διαιρούνται στα κεντρικώς δρώντα (στο ΚΝΣ) και στα περιφερικώς (βασικώς στο πεπτικό σύστημα). Τα πρώτα δρούν είτε αυξάνοντας την έκκριση της νοραδρεναλίνης ή της σεροτονίνης είτε εμποδίζοντας την επαναπρόσληψή τους (φαιντερμίνη, βενζοφεταμίνη, φαινφλουραμίνη). Όλα σχεδόν έχουν αποσυρθεί από την κυκλοφορία λόγω σοβαρών παρενεργειών. Τα περιφερικώς δρώντα (στο πεπτικό σύστημα) δρουν είτε αυξάνοντας τον όγκο της τροφής προκαλώντας αίσθημα κορεσμού (λ.χ. η μεθυλοκυτταρίνη) είτε παρεμποδίζουν την απορρόφηση του λίπους (όπως η ορλιστάτη).
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η ορλιστατίνη είναι ένα φάρμακο που έχει σχεδιαστεί για τη θεραπεία της παχυσαρκίας. Η κύρια λειτουργία της είναι η πρόληψη της απορρόφησης λίπους από τη διατροφή, μειώνοντας έτσι την πρόσληψη θερμίδων. Η ορλιστατίνη δρα αναστέλλοντας τη παγκρεατική λιπάση, ένα ένζυμο που διασπά τα τριγλυκερίδια στο έντερο. Χωρίς αυτό το ένζυμο, τα τριγλυκερίδια από τη διατροφή δεν μπορούν να υδρολυθούν σε απορροφήσιμα ελεύθερα λιπαρά οξέα και απεκκρίνονται άπεπτα.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη διαχείριση της παχυσαρκίας, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας βάρους και της διατήρησης του βάρους, όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με δίαιτα μειωμένων θερμίδων. Χρησιμοποιείται επίσης για τη μείωση του κινδύνου ανάκτησης βάρους μετά από προηγούμενη απώλεια βάρους. Η χρήση της ορλιστατίνης εκκρεμεί αναθεώρηση λόγω αναφορών για ηπατικά δυσμενή συμβάντα.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η ορλιστατίνη είναι ένας αναστολέας λιπάσης για τη διαχείριση της παχυσαρκίας που δρα αναστέλλοντας την απορρόφηση των διατροφικών λιπών. Στη συνιστώμενη θεραπευτική δόση των 120 mg τρεις φορές την ημέρα, η ορλιστατίνη αναστέλλει την απορρόφηση του διατροφικού λίπους κατά περίπου 30%. Λειτουργεί αναστέλλοντας την παγκρεατική λιπάση, ένα ένζυμο που διασπά το λίπος στο έντερο. Χωρίς αυτό το ένζυμο, το λίπος από τη διατροφή απεκκρίνεται άπεπτο και δεν απορροφάται από τον οργανισμό.
Επειδή ορισμένες βιταμίνες είναι λιποδιαλυτές, η επίδραση της ορλιστατίνης είναι η μείωση της απορρόφησής τους από τον οργανισμό. Επομένως, το φάρμακο πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε συνδυασμό με λιπαρά γεύματα, και ένα πολυβιταμινούχο δισκίο που περιέχει αυτές τις βιταμίνες (D, E, K και β-καροτένιο) πρέπει να λαμβάνεται μία φορά την ημέρα, τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή μετά τη λήψη του φαρμάκου.
Στο τεύχος της 15ης Μαρτίου 2004 του Cancer Research, [1] ο Steven J. Kridel et al. αναφέρουν ότι η ορλιστατίνη μπορεί επίσης να αναστείλει την ανάπτυξη του καρκίνου του προστάτη, και θεωρητικά μπορεί να είναι χρήσιμη στη θεραπεία άλλων καρκίνων, παρεμβαίνοντας στον μεταβολισμό των λιπών.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η ορλιστατίνη είναι ένας αναστρέψιμος αναστολέας λιπασών. Ασκεί τη θεραπευτική της δράση στον αυλό του στομάχου και του λεπτού εντέρου σχηματίζοντας ομοιοπολικό δεσμό με τη θέση του δραστικού υπολείμματος σερίνης των γαστρικών και παγκρεατικών λιπασών. Οι αδρανοποιημένες ενζυμικές μορφές έτσι δεν είναι διαθέσιμες για την υδρόλυση του διατροφικού λίπους με τη μορφή τριγλυκεριδίων σε απορροφήσιμα ελεύθερα λιπαρά οξέα και μονογλυκερίδια. Καθώς τα άπεπτα τριγλυκερίδια δεν απορροφώνται, η προκύπτουσα θερμιδική έλλειψη μπορεί να έχει θετική επίδραση στον έλεγχο του βάρους.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Η συστηματική απορρόφηση της ορλιστατίνης είναι ελάχιστη, ωστόσο η συστηματική απορρόφηση του φαρμάκου δεν απαιτείται για τη δράση του.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
1 έως 2 ώρες.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
99% συνδέεται με πρωτεΐνες του πλάσματος (οι λιποπρωτεΐνες και η αλβουμίνη ήταν οι κύριες πρωτεΐνες σύνδεσης).
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 360 mg 14C-ορλιστατίνης σε άτομα κανονικού βάρους και παχύσαρκα άτομα, η απέκκριση στα κόπρανα του μη απορροφηθέντος φαρμάκου βρέθηκε να είναι η κύρια οδός απέκκρισης. Η ορλιστατίνη και οι μεταβολίτες της M1 και M3 υποβλήθηκαν επίσης σε χολική απέκκριση.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Τα αποτελέσματα μιας μαζικής υπερδοσολογίας Xenical είναι άγνωστα, αν και το φάρμακο φαίνεται σχετικά ακίνδυνο.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Το Orlistat βοηθά στην απώλεια βάρους και στη διατήρησή του, αναστέλλοντας την απορρόφηση των διατροφικών λιπών μέσω της αναστολής των ενζύμων λιπάσης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το Orlistat είναι ένας ισχυρός και εκλεκτικός αναστολέας διαφόρων ενζύμων λιπάσης που είναι υπεύθυνα για τον μεταβολισμό των λιπών. Δρα στον γαστρεντερικό σωλήνα μέσω ομοιοπολικής σύνδεσης με τα κατάλοιπα σερίνης που βρίσκονται στον ενεργό χώρο τόσο της γαστρικής όσο και της παγκρεατικής λιπάσης. Όταν το orlistat λαμβάνεται με τροφές που περιέχουν λίπος, αναστέλλει μερικώς την υδρόλυση των τριγλυκεριδίων. Αυτό μειώνει την απορρόφηση των μονοακυλογλυκεριδών και των ελεύθερων λιπαρών οξέων, συμβάλλοντας στη διατήρηση του βάρους και στην απώλεια βάρους.
Το Orlistat είναι ένας αναστρέψιμος αναστολέας των λιπασών. Ασκεί τη θεραπευτική του δράση στον αυλό του στομάχου και του λεπτού εντέρου σχηματίζοντας ομοιοπολικό δεσμό με την ενεργή θέση του υπολείμματος σερίνης των γαστρικών και παγκρεατικών λιπασών. Τα αδρανοποιημένα ένζυμα έτσι δεν είναι διαθέσιμα για την υδρόλυση των διατροφικών λιπών με τη μορφή τριγλυκεριδίων σε απορροφήσιμα ελεύθερα λιπαρά οξέα και μονογλυκερίδια. Καθώς τα μη πεπτα σμένα τριγλυκερίδια δεν απορροφώνται, η προκύπτουσα θερμιδική έλλειψη μπορεί να έχει θετική επίδραση στον έλεγχο του βάρους. Η συστηματική απορρόφηση του φαρμάκου, επομένως, δεν είναι απαραίτητη για τη δράση του. Στη συνιστώμενη θεραπευτική δόση… το orlistat αναστέλλει την απορρόφηση των διατροφικών λιπών κατά περίπου 30%.
Το Orlistat, ένας αναστρέψιμος αναστολέας των γαστρικών και παγκρεατικών λιπασών, εμφανίζει αντιπαχυσαρκική και αντιλιπιδαιμική δράση. Το φάρμακο αναστέλλει επίσης άλλες (π.χ. μικροβιακές, καρβοξυλεστέρες [για την υδρόλυση εστέρων βιταμινών]) λιπάσες. Το Orlistat είναι ένα συνθετικό παράγωγο της φυσικά απαντώμενης λιπστατίνης.
Σε αντίθεση με τους περισσότερους άλλους διαθέσιμους αντιπαχυσαρκικούς παράγοντες, το orlistat δεν ασκεί ανορεξιγόνες (κατασταλτικές της όρεξης) επιδράσεις. Αντίθετα, το orlistat ασκεί την αντιπαχυσαρκική του δράση μειώνοντας την απορρόφηση των διατροφικών λιπών (τριacylγλυκεριδίων) στον αυλό του εντέρου μέσω της αναστολής της υδρόλυσης των τριγλυκεριδίων· σε συνιστώμενες δόσεις, περίπου το ένα τρίτο των διατροφικών λιπών δεν θα απορροφηθεί. Με την παρεμπόδιση της υδρόλυσης των τριγλυκεριδίων, το φάρμακο μειώνει τις εντερικές συγκεντρώσεις απορροφήσιμων ελεύθερων λιπαρών οξέων και μονογλυκεριδίων.
Το Orlistat, ένα αντιπαχυσαρκικό φάρμακο, είναι κυτταροστατικό και κυτταροτοξικό για τα καρκινικά κύτταρα. Η αντικαρκινική δράση του orlistat μπορεί να αποδοθεί στην ικανότητά του να αναστέλλει τον θειοεστερικό τομέα της συνθάσης λιπαρών οξέων (FAS). Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να ελεγχθεί η επίδραση του orlistat στον πολλαπλασιασμό των ενδοθηλιακών κυττάρων και στην αγγειογένεση. Το Orlistat αναστέλλει το FAS των ενδοθηλιακών κυττάρων, μπλοκάρει τη σύνθεση λιπαρών οξέων και εμποδίζει τον πολλαπλασιασμό των ενδοθηλιακών κυττάρων. Σημαντικότερα, το orlistat αναστέλλει την ανθρώπινη νεοαγγειογένεση σε μια in vitro δοκιμασία, γεγονός που υποδηλώνει ότι μπορεί να είναι χρήσιμο ως αντιαγγειογενετικός παράγοντας. Ο μηχανισμός αυτών των επιδράσεων μπορεί να εντοπιστεί στο γεγονός ότι το orlistat εμποδίζει την έκφραση του υποδοχέα του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα (VEGF) (VEGFR2/KDR/Flk1) στην επιφάνεια των ενδοθηλιακών κυττάρων. Έτσι, το orlistat είναι ένας αντιαγγειογενετικός παράγοντας με νέο μηχανισμό δράσης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η συστηματική απορρόφηση και έκθεση στο orlistat είναι χαμηλή, ωστόσο, η συστηματική απορρόφηση του φαρμάκου δεν απαιτείται για τη δράση του orlistat. Μετά από από του στόματος δόση 360 mg ραδιοσημασμένου orlistat, η ραδιενέργεια στο πλάσμα έφτασε σε κορύφωση μετά από περίπου 8 ώρες. Οι συγκεντρώσεις του αμετάβλητου μητρικού φαρμάκου στο πλάσμα ήταν κοντά στο κάτω όριο ανίχνευσης (<5 ng/mL). Σε δείγματα πλάσματος ασθενών που έλαβαν orlistat, η ανίχνευση αμετάβλητου φαρμάκου ήταν σποραδική και ανιχνεύθηκαν πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις (<10 ng/mL ή 0,02 μM) χωρίς ενδείξεις συσσώρευσης του φαρμάκου.
Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση ραδιοσημασμένου orlistat τόσο σε φυσιολογικού βάρους όσο και σε παχύσαρκους εθελοντές, η απέκκριση του μη απορροφηθέντος φαρμάκου στα κόπρανα βρέθηκε να είναι η κύρια οδός αποβολής με <2% νεφρική απέκκριση. Η απέκκριση στα κόπρανα του orlistat εκτιμάται μεταξύ 95-97%. Η πλήρης απέκκριση και μέσω των δύο οδών συμβαίνει εντός 3 έως 5 ημερών.
Ο όγκος κατανομής δεν μπορεί να προσδιοριστεί επειδή η απορρόφηση του orlistat είναι ελάχιστη. Το Orlistat κατανέμεται ελάχιστα στα ερυθροκύτταρα και συνδέεται κυρίως με πρωτεΐνες.
Το Orlistat δρα τοπικά εντός του ΓΕΣ, και ως εκ τούτου, η συστηματική απορρόφησή του δεν είναι απαραίτητη για τη δράση του. Στην πραγματικότητα, η συστηματική απορρόφηση του orlistat είναι ελάχιστη και οι επιδράσεις στις συστηματικές λιπάσες είναι απίθανες. Η απέκκριση του μη απορροφηθέντος φαρμάκου στα κόπρανα είναι η κύρια οδός αποβολής.
Η συστηματική έκθεση στο orlistat είναι ελάχιστη. Μετά από από του στόματος χορήγηση 360 mg 14C-orlistat, η ραδιενέργεια στο πλάσμα έφτασε σε κορύφωση περίπου στις 8 ώρες· οι συγκεντρώσεις του άθικτου orlistat στο πλάσμα ήταν κοντά στα όρια ανίχνευσης (<5 ng/mL). Σε θεραπευτικές μελέτες που περιλάμβαναν παρακολούθηση δειγμάτων πλάσματος, η ανίχνευση άθικτου orlistat στο πλάσμα ήταν σποραδική και οι συγκεντρώσεις ήταν χαμηλές (<10 ng/mL ή 0,02 μM), χωρίς ενδείξεις συσσώρευσης, και συνεπείς με ελάχιστη απορρόφηση.
Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του άθικτου orlistat αξιολογήθηκε σε μελέτες με αρσενικά αρουραίους σε από του στόματος δόσεις 150 και 1000 mg/kg/ημέρα και σε αρσενικούς σκύλους σε από του στόματος δόσεις 100 και 1000 mg/kg/ημέρα και βρέθηκε να είναι 0,12%, 0,59% σε αρουραίους και 0,7%, 1,9% σε σκύλους, αντίστοιχα.
In vitro, το orlistat συνδέθηκε >99% με πρωτεΐνες του πλάσματος (λιποπρωτεΐνες και λευκωματίνη ήταν οι κύριες πρωτεΐνες δέσμευσης). Το Orlistat διείσδυσε ελάχιστα στα ερυθροκύτταρα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για το ORLISTAT (σύνολο 6), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Το Orlistat συνδέεται >99% με πρωτεΐνες του πλάσματος (κυρίως λιποπρωτεΐνες και λευκωματίνη).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Το Orlistat υδρολύεται στο τοίχωμα του εντέρου. Σε μελέτη ισοζυγίου μάζας με ραδιοσημασμένο orlistat σε παχύσαρκους ασθενείς, αναγνωρίστηκαν δύο μεταβολίτες. Ο πρώτος μεταβολίτης, M1, ήταν το υδρολυμένο προϊόν του δακτυλίου β-λακτόνης του orlistat. Ο δεύτερος μεταβολίτης, M3, προέκυψε από τη διάσπαση της πλευρικής αλυσίδας N-φορμυλ-λευκίνης του M1. Και οι δύο μεταβολίτες αντιστοιχούσαν περίπου στο 42% της συνολικής ραδιενέργειας στο πλάσμα. Και οι M1 και M3 θεωρούνται φαρμακολογικά ανενεργοί.
Με βάση δεδομένα από ζώα, είναι πιθανό ο μεταβολισμός του orlistat να λαμβάνει χώρα κυρίως εντός του τοιχώματος του γαστρεντερικού σωλήνα. Με βάση μια μελέτη ισοζυγίου μάζας με από του στόματος 14C-orlistat σε παχύσαρκους ασθενείς, δύο μεταβολίτες, ο M1 (υδρολυμένος δακτύλιος 4-μελούς λακτόνης) και ο M3 (M1 με αποκολλημένη τη μονάδα N-φορμυλ-λευκίνης), αντιστοιχούσαν περίπου στο 42% της συνολικής ραδιενέργειας στο πλάσμα. Ο M1 και ο M3 έχουν έναν ανοιχτό β-λακτονικό δακτύλιο και εξαιρετικά ασθενή ανασταλτική δράση στη λιπάση (1000- και 2500-φορές λιγότερη από το orlistat, αντίστοιχα). Υπό το πρίσμα αυτής της χαμηλής ανασταλτικής δράσης και των χαμηλών συγκεντρώσεων στο πλάσμα στη θεραπευτική δόση (μέσος όρος 26 ng/mL και 108 ng/mL για M1 και M3, αντίστοιχα, 2 έως 4 ώρες μετά τη δόση), αυτοί οι μεταβολίτες θεωρούνται φαρμακολογικά ασήμαντοι. Ο κύριος μεταβολίτης M1 είχε βραχεία ημιζωή (περίπου 3 ώρες), ενώ ο δευτερεύων μεταβολίτης M3 απομακρυνόταν με βραδύτερο ρυθμό (ημιζωή περίπου 13,5 ώρες). Σε παχύσαρκους ασθενείς, οι συγκεντρώσεις του M1 σε κατάσταση ισορροπίας, αλλά όχι του M3, αυξήθηκαν αναλογικά με τις δόσεις του orlistat.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογική Ημιζωή
Η ημιζωή του orlistat του μικρού ποσού που απορροφάται κυμαίνεται μεταξύ 1-2 ωρών.
Με βάση περιορισμένα δεδομένα, η ημιζωή του απορροφηθέντος orlistat είναι στην περιοχή 1 έως 2 ωρών.
Με βάση μελέτη ισοζυγίου μάζας με από του στόματος 14C-orlistat σε παχύσαρκους ασθενείς, … η κύρια μεταβολίτης M1 είχε βραχεία ημιζωή (περίπου 3 ώρες) ενώ ο δευτερεύων μεταβολίτης M3 απομακρυνόταν με βραδύτερο ρυθμό (ημιζωή περίπου 13,5 ώρες). Σε παχύσαρκους ασθενείς, οι συγκεντρώσεις του M1 σε κατάσταση ισορροπίας, αλλά όχι του M3, αυξήθηκαν αναλογικά με τις δόσεις του orlistat.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Ουσίες ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον κανονικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
- Παράγοντες που αυξάνουν την ενεργειακή δαπάνη και την απώλεια βάρους μέσω νευρικής και μεταβολικής ρύθμισης.
- Ουσίες που αλλοιώνουν τον μεταβολισμό των ΛΙΠΙΔΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
95M8R751W8
ORLISTAT
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Εντερικής Λιπάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Λιπάσης
Το Orlistat είναι ένας Αναστολέας Εντερικής Λιπάσης. Ο μηχανισμός δράσης του orlistat είναι ως Αναστολέας Λιπάσης.
ORLISTAT
Αναστολείς Λιπάσης [MoA]; Αναστολέας Εντερικής Λιπάσης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Pharm-Indication A08AB01Φαρμακευτική θεραπεία — γενική ένδειξηBMI ≥ 30 ή BMI ≥ 27 με συννοσηρότητα — αποτυχία υγιεινοδιαιτητικώνΔοσολογία: 120 mg × 3 (με γεύματα) · Σε 12 εβδ. ⇒ απώλεια 5%
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Ουσίες ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον κανονικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
- Παράγοντες που αυξάνουν την ενεργειακή δαπάνη και την απώλεια βάρους μέσω νευρικής και μεταβολικής ρύθμισης.
- Ουσίες που αλλοιώνουν τον μεταβολισμό των ΛΙΠΙΔΙΩΝ.