MESALAZINE
Μεσαλαζίνη
H σουλφασαλαζίνη αποτελείται από ένα μόριο σουλφαπυριδίνης, συνδεδεμένο με ένα μόριο 5-αμινοσαλικυλικού οξέος. Mετά λήψη από του στόματος, το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου φθάνει στο παχύ έντερο χωρίς να υποστεί κάποια μετατροπή. Tα βακτηρίδια του παχέος εντέρου διασπούν τον …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ZETRON
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα, το ορθό, ενδοφλέβια, ενδομυϊκά
- Χορήγηση: 1-2 ώρες αμέσως πριν από τη θεραπεία, κάθε 12 ώρες, κάθε 2-4 ώρες, 1mg/ώρα για 24 το πολύ ώρες, μία ώρα πριν την αναισθησία, σε διαστήματα 8 ωρών, κατά την εισαγωγή στην αναισθησία, πριν ή μετά την εισαγωγή στην αναισθησία
- Δόση έναρξης: 8 mg (από του στόματος)
- Τιτλοποίηση: Για έντονα εμετογόνο χημειοθεραπεία, μετά την αρχική IV δόση: 8 mg κάθε 2-4 ώρες για 2 ακόμη δόσεις ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά, ή συνεχή ενδοφλέβια έγχυση 1mg/ώρα για έως 24 ώρες.
-
Ενήλικοι (Ήπια εμετογόνος χημειοθεραπεία/ακτινοθεραπεία)Δόση8 mgΑπό του στόματος, 1-2 ώρες πριν τη θεραπεία. Εναλλακτικά 1 υπόθετο 16 mg ορθικά 1-2 ώρες πριν τη θεραπεία ή 8 mg ενδοφλέβια/ενδομυϊκά αμέσως πριν τη θεραπεία. Για καθυστερημένο/παρατεταμένο έμετο: 8 mg από του στόματος κάθε 12 ώρες για έως 5 ημέρες, ή 1 υπόθετο 16 mg ορθικά ημερησίως για έως 5 ημέρες.
-
Ενήλικοι (Έντονα εμετογόνος χημειοθεραπεία)Δόση24 mgΜέγ. δόση32 mgΑπό του στόματος, συγχορηγούμενη με 12 mg δεξαμεθαζόνης 1-2 ώρες πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας. Εναλλακτικά: 8 mg ενδοφλέβια αμέσως πριν τη χημειοθεραπεία, ακολουθούμενη από 8 mg κάθε 2-4 ώρες για 2 ακόμη δόσεις ενδοφλέβια/ενδομυϊκά, ή συνεχή ενδοφλέβια έγχυση 1mg/ώρα για έως 24 ώρες. Ή 32 mg ενδοφλέβια έγχυση σε τουλάχιστον 15 λεπτά. Ή 1 υπόθετο 16 mg ορθικά 1-2 ώρες πριν τη θεραπεία. Για καθυστερημένο/παρατεταμένο έμετο: 8 mg από του στόματος κάθε 12 ώρες για έως 5 ημέρες, ή 1 υπόθετο 16 mg ορθικά ημερησίως για έως 5 ημέρες.
-
Παιδιά (Χημειοθεραπεία, βάσει ΕΕΣ)Δόση5 mg/m² IVΜέγ. δόση8 mg (εφάπαξ IV δόση), 32 mg (συνολική ημερήσια δόση)Αμέσως πριν τη χημειοθεραπεία. Από του στόματος χορήγηση αρχίζει 12 ώρες αργότερα και συνεχίζεται έως 5 ημέρες. ΕΕΣ < 0,6 m²: Ημέρα 1: 5 mg/m² IV ακολουθούμενο από 2 mg σιρόπι μετά από 12 ώρες. Ημέρες 2-6: 2 mg σιρόπι κάθε 12 ώρες. ΕΕΣ ≥ 0,6 m²: Ημέρα 1: 5 mg/m² IV ακολουθούμενο από 4 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 ώρες. Ημέρες 2-6: 4 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 ώρες.
-
Παιδιά (Χημειοθεραπεία, βάσει βάρους)Δόση0,15 mg/Kg IVΜέγ. δόση8 mg (εφάπαξ IV δόση), 32 mg (συνολική ημερήσια δόση)Αμέσως πριν τη χημειοθεραπεία. Δύο επιπλέον ενδοφλέβιες δόσεις μπορούν να δοθούν σε 4ωρα διαστήματα. Από του στόματος χορήγηση αρχίζει 12 ώρες αργότερα και συνεχίζεται έως 5 ημέρες. Βάρος ≤ 10 kg: Ημέρα 1: Έως 3 δόσεις των 0,15 mg/kg κάθε 4 ώρες. Ημέρες 2-6: 2 mg σιρόπι κάθε 12 ώρες. Βάρος > 10 kg: Ημέρα 1: Έως 3 δόσεις των 0,15 mg/kg κάθε 4 ώρες. Ημέρες 2-6: 4 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 ώρες. Δεν συνιστώνται υπόθετα στα παιδιά.
-
Ηλικιωμένοι (Χημειοθεραπεία)Δεν απαιτείται αλλαγή δοσολογίας, συχνότητας ή οδού χορήγησης.
-
Ενήλικοι (Μετεγχειρητική N/V - Πρόληψη)Δόση16 mgΑπό του στόματος, μία ώρα πριν την αναισθησία. Εναλλακτικά: 8 mg από του στόματος μία ώρα πριν την αναισθησία, ακολουθούμενα από 8 mg σε διαστήματα 8 ωρών για 2 ακόμη δόσεις. Ή 4 mg ενδοφλέβια/ενδομυϊκά κατά την εισαγωγή στην αναισθησία.
-
Ενήλικοι (Μετεγχειρητική N/V - Θεραπεία)Δόση4 mgΕνδοφλέβια ή ενδομυϊκά με βραδεία ένεση.
-
Παιδιά (Μετεγχειρητική N/V, ≥1 μηνός - Πρόληψη)Δόση0,1 mg/kg IVΜέγ. δόση4 mgΕφάπαξ δόση με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) είτε πριν είτε μετά την εισαγωγή στην αναισθησία. Δεν συνιστώνται υπόθετα στα παιδιά.
-
Παιδιά (Μετεγχειρητική N/V, ≥1 μηνός - Θεραπεία)Δόση0,1 mg/kg IVΜέγ. δόση4 mgΕφάπαξ δόση με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα). Δεν υπάρχουν δεδομένα για παιδιά κάτω των 2 ετών. Δεν συνιστώνται υπόθετα στα παιδιά.
-
Ηλικιωμένοι (Μετεγχειρητική N/V)Περιορισμένη εμπειρία, αλλά καλά ανεκτό σε ασθενείς άνω των 65 ετών που λαμβάνουν χημειοθεραπεία.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΔεν χρειάζεται αλλαγή δοσολογίας, συχνότητας ή οδού χορήγησης.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΜέγ. δόση8 mgΗ συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg ενδοφλέβια ή από το στόμα, σε μέση ή σοβαρή ανεπάρκεια.
-
Ασθενείς με μειωμένη ικανότητα μεταβολισμού σπαρτεΐνης/δεβρισοκίνηςΔεν χρειάζεται αλλαγή της ημερήσιας δοσολογίας και της συχνότητας της δοσολογίας.
block
SPC-ZETRON
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του ιδιοσκευάσματος
warning
SPC-ZETRON
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν παρουσιάσει υπερευαισθησία σε άλλους ανταγωνιστές των 5ΗΤ3 υποδοχέων
-
Αναπνευστικές ανεπιθύμητες ενέργειεςπροσοχήΑντιμετώπιση συμπτωματικά. Προσοχή, καθώς μπορεί να είναι προπομποί αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
-
Επιμήκυνση του QT διαστήματος / Torsade de PointesπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν ή μπορεί να αναπτύξουν επιμήκυνση του QTc (π.χ. με ηλεκτρολυτικές διαταραχές, σύνδρομο συγγενούς παρατεταμένου QT, ή ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν επιμήκυνση του QT)Χορήγηση με προσοχή.
-
Υποξεία εντερική απόφραξηπαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτώματα υποξείας εντερικής απόφραξηςΠαρακολούθηση μετά τη χορήγηση.
-
Λανθάνουσα αιμορραγία μετά επέμβαση αμυγδαλών και αδενοειδών εκβλαστήσεωνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που υπόκεινται σε επέμβαση των αμυγδάλων και των αδενοειδών εκβλαστήσεωνΗ πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου με το Ondansetron μπορεί να αποκρύψει λανθάνουσα αιμορραγία.
-
Ασπαρτάμη στα επιγλώσσια δισκίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με φαινυλκετονουρίαΧορήγηση με προσοχή.
-
Δυσανεξία στη γαλακτόζη, έλλειψη Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια διαιτητικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν τα δισκία Ondansetron.
-
Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίαςπαρακολούθησηΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν Ondansetron με ηπατοτοξικούς χημειοθεραπευτικούς παράγοντεςΠαρακολούθηση στενά.
swap_horiz
SPC-ZETRON
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αλκοόλη, τεμαζεπάμη, φουροσεμίδη, αλφενταμίλη, τραμαδόλη, μορφίνη, λινοκαϊνη, θειοπεντάλη ή προποφόληΔεν υπάρχουν αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑυξημένη από του στόματος κάθαρση του οndansetron, μειωμένες συγκεντρώσεις του οndansetron στο αίμα
-
προσοχήΜπορεί να μειώσει την αναλγητική δράση της τραμαδόλης
-
Φάρμακα που επιμηκύνουν το QTπροσοχήΕπιπλέον επιμήκυνση του QT
-
Καρδιοτοξικά φάρμακα (π.χ. ανθρακυκλίνες)προσοχήΑύξηση του κινδύνου αρρυθμίας
sick
SPC-ZETRON
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Άμεσες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένης αναφυλαξίας)
- Κεφαλαλγία
- Επιληπτικοί σπασμοί
- Ζάλη
- Κινητικές διαταραχές (εξωπυραμιδικές αντιδράσεις, δυστονικές αντιδράσεις, βολβοστροφικές κρίσεις, δυσκινησία)
- Οπτικές διαταραχές
- Θάμβος οράσεως
- Τύφλωση
- Αρρυθμίες
- Πόνος στο θώρακα
- Κατάσπαση ST τμήματος
- Βραδυκαρδία
- Αίσθηση θερμότητας
- Αντιδράσεις στο σημείο της ενδοφλέβιας χορήγησης
- Έξαψη
- Υπόταση
- Λόξυγκας
- Δυσκοιλιότητα
- Τοπικό αίσθημα καύσου
- Αύξηση δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑίσθηση θερμότηταςΓενικές
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις στο σημείο της ενδοφλέβιας χορήγησηςΓενικές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΤοπικό αίσθημα καύσουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίεςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑύξηση δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΕπιληπτικοί σπασμοίΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚατάσπαση ST τμήματοςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚινητικές διαταραχές (εξωπυραμιδικές αντιδράσεις, δυστονικές αντιδράσεις, βολβοστροφικές κρίσεις, δυσκινησία)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΛόξυγκαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠόνος στο θώρακαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΆμεσες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένης αναφυλαξίας)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΖάληΝευρικό
-
ΣπάνιεςΘάμβος οράσεωςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΟπτικές διαταραχέςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΤύφλωσηΟφθαλμικές
pregnant_woman
SPC-ZETRON
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΤο Ondansetron δεν είναι τερατογόνο στα ζώα. H ασφάλεια χρήσης του Ondansetron κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν έχει τεκμηριωθεί. Αξιολόγηση των πειραματικών μελετών με ζώα δεν δείχνει άμεσα ή έμμεσα επιβλαβείς δράσεις σχετικά με την ανάπτυξη του εμβρύου την πορεία της εγκυμοσύνης και την περιγεννετική και μετεμβρυική ανάπτυξη. Πάντως καθώς οι μελέτες με πειραματόζωα δεν προβλέπουν πάντα την ανταπόκριση στον άνθρωπο, η χρήση του Ondansetron στην εγκυμοσύνη δεν ενδείκνυται.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔοκιμασίες έχουν δείξει ότι το Ondansetron απεκκρίνεται στο γάλα των ζώων. Γι' αυτό συνιστάται οι μητέρες που λαμβάνουν Ondansetron να μη θηλάζουν τα βρέφη τους.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
- Παρά το γεγονός ότι ο μηχανισμός δράσης του mesalazine δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, φαίνεται να είναι τοπικός (επιφανειακός) αντί για συστηματική δράση. Η βλεννογονική παραγωγή μεταβολιτών του αραχιδονικού οξέος μέσω των οδών της κυκλοοξυγενάσης (COX),…
monitor_heart
SPC-ZETRON
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ZETRON
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Στενά | Παιδιατρικοί ασθενείς υπό Ondansetron και ηπατοτοξικούς χημειοθεραπευτικούς παράγοντες |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ZETRON
expand_more
Δοσολογία
Από το στόμα, το ορθό, ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά.
Το επιγλώσσιο δισκίο τοποθετείται πάνω στη γλώσσα, όπου θα διαλυθεί μέσα σε δευτερόλεπτα και μετά ο ασθενής πρέπει να καταπιεί.
Το Ondansetron χορηγείται εκτός από του στόματος ενδομυϊκά και ενδοφλέβια και από το ορθό, γεγονός που επιτρέπει ευελιξία στον τρόπο χορήγησης και δοσολογίας. Η δοσολογία του Ondansetron injection κυμαίνεται από 8-32 mg ημερησίως και επιλέγεται όπως αναφέρεται παρακάτω.
Ναυτία και έμετος που προκαλούνται από χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία
Ενήλικοι: Το εμετογόνο δυναμικό της θεραπείας του καρκίνου ποικίλλει ανάλογα με τα δοσολογικά σχήματα και τους συνδυασμούς που χρησιμοποιούνται στη χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία.
- Σε ήπια εμετογόνο χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία:
- Το Ondansetron μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε από το στόμα (ως δισκία ή σιρόπι) είτε από το ορθό είτε με ενδοφλέβια ή ενδομυική ένεση.
- Η συνιστώμενη δόση από το στόμα είναι 8 mg 1-2 ώρες αμέσως πριν από τη θεραπεία.
- Η συνιστώμενη δόση των υπόθετων Ondansetron είναι ένα υπόθετο 16 mg 1-2 ώρες πριν από τη θεραπεία.
- Η συνιστώμενη ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά χορηγούμενη δόση του Ondansetron είναι 8 mg και χορηγείται σε βραδεία ενδοφλέβια ή ενδομυική ένεση αμέσως πριν από τη θεραπεία.
- Για την προφύλαξη από καθυστερημένο ή παρατεταμένο έμετο μετά τις πρώτες 24 ώρες, το Ondansetron πρέπει να συνεχίζεται με χορήγηση από το στόμα με το θεραπευτικό σχήμα 8 mg κάθε 12 ώρες για 5 το πολύ ημέρες ή από το ορθό με ένα υπόθετο Ondansetron 16 mg ημερησίως για 5 το πολύ ημέρες.
- Έντονα εμετογόνος χημειοθεραπεία:
- Για ασθενείς που χρησιμοποιούν έντονα εμετογόνο χημειοθεραπεία, π.χ. υψηλή δόση σισπλατίνης, το Ondansetron μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε από το ορθό είτε με ενδοφλέβια ή ενδομυική ένεση.
- Η συνιστώμενη δόση από το στόμα είναι 24 mg συγχορηγούμενη με 12 mg από του στόματος dexamethasone sodium phosphate 1-2 ώρες πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας.
- Μία δόση των 8mg Ondansetron μπορεί να χορηγηθεί με βραδεία ενδοφλέβια ένεση αμέσως πριν από τη χημειοθεραπεία, ακολουθούμενη είτε από 8 mg κάθε 2-4 ώρες, για 2 ακόμη δόσεις ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά, είτε με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση 1mg/ώρα για 24 το πολύ ώρες.
- Εναλλακτικά 32 mg με ενδοφλέβια έγχυση σε διάστημα τουλάχιστον 15 λεπτών, ή από το ορθό 1 υπόθετο 16 mg, 1-2 ώρες πριν από τη θεραπεία.
- Δόσεις μεγαλύτερες από 8 mg και έως 32 mg Ondansetron χορηγούνται μόνον ενδοφλέβια διαλυόμενες σε 50 - 100 ml φυσιολογικού ορού ή σε άλλο συμβατό υγρό για έγχυση σε διάστημα όχι μικρότερο των 15 λεπτών.
- Η επιλογή του δοσολογικού σχήματος πρέπει να προσδιορίζεται ανάλογα με τη σοβαρότητα της αναμενόμενης εμετογόνου ανταπόκρισης.
- Η αποτελεσματικότητα του Ondansetron σε έντονα εμετογόνο χημειοθεραπεία είναι δυνατόν να αυξηθεί με τη χορήγηση μίας ενδοφλέβιας δόσης 20 mg dexamethasone sodium phosphate πριν από τη χημειοθεραπεία.
- Για την προφύλαξη από καθυστερημένο ή παρατεταμένο έμετο μετά τις πρώτες 24 ώρες, το Ondansetron πρέπει να συνεχίζεται με χορήγηση από το στόμα, με το θεραπευτικό σχήμα 8 mg κάθε 12 ώρες για 5 το πολύ ημέρες, ή από το ορθό με συνιστώμενη δόση ένα υπόθετο Ondansetron των 16 mg ημερησίως, για 5 το πολύ ημέρες.
Παιδιά (≥6 μηνών και σε εφήβους): Η δόση για ναυτία και έμετο που προκαλούνται από χημειοθεραπεία, μπορεί να υπολογιστεί με βάση το εμβαδόν επιφανείας σώματος (ΕΕΣ) ή το βάρος σώματος. Η δοσολογία που βασίζεται στο βάρος σώματος έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερες συνολικές ημερήσιες δόσεις συγκριτικά με την δοσολογία που βασίζεται στο ΕΕΣ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές). Το ενέσιμο Ondansetron πρέπει να αραιώνεται σε 5% δεξτρόζη ή 0.9% χλωριούχο νάτριο ή σε άλλο συμβατό ενδοφλέβια χορηγούμενο υγρό (βλ. παράγραφο 6.6) και ενίεται ενδοφλέβια σε διάστημα όχι μικρότερο των 15 λεπτών. Δεν υπάρχουν δεδομένα από ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές για τη χρήση του Ondansetron στην πρόληψη της καθυστερημένης ή παρατεταμένης ναυτίας και εμέτου που προκαλούνται από χημειοθεραπεία. Δεν υπάρχουν δεδομένα από ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές για τη χρήση του Ondansetron σε ναυτία και έμετο που προκαλούνται από ραδιοθεραπεία σε παιδιά.
- Δοσολογία με βάση το ΕΕΣ:
- Το Ondansetron πρέπει να χορηγείται αμέσως πριν τη χημειοθεραπεία ως εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 5 mg/m². Η ενδοφλέβια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg.
- Η από του στόματος χορηγούμενη δόση μπορεί να αρχίσει δώδεκα ώρες αργότερα και μπορεί να συνεχιστεί μέχρι 5 ημέρες.
- Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τη δόση ενηλίκων 32 mg.
| ΕΕΣ | Ημέρα 1 | Ημέρες 2-6 |
|---|---|---|
| < 0,6 m² | 5 mg/m² IV ακολουθούμενο από 2 mg σιρόπι μετά από 12 ώρες | 2 mg σιρόπι κάθε 12 ώρες |
| ≥ 0,6 m² | 5 mg/m² IV ακολουθούμενο από 4 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 ώρες | 4 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 ώρες |
- Δοσολογία με βάση το βάρος σώματος:
- Η δοσολογία με βάση το βάρος σώματος έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερες ημερήσιες δόσεις συγκριτικά με την ΕΣΣ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).
- Το Ondansetron πρέπει να χορηγείται αμέσως πριν τη χημειοθεραπεία ως εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 0,15 mg/Kg. Η ενδοφλέβια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg.
- Δύο επιπλέον ενδοφλέβιες δόσεις μπορούν να δοθούν σε 4ωρα διαστήματα. Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τη δόση ενηλίκων 32 mg.
- Η από του στόματος χορηγούμενη δόση μπορεί να αρχίσει δώδεκα ώρες αργότερα και μπορεί να συνεχιστεί μέχρι 5 ημέρες.
| Βάρος | Ημέρα 1 | Ημέρες 2-6 |
|---|---|---|
| ≤ 10 kg | Έως 3 δόσεις των 0,15 mg/kg κάθε 4 ώρες | 2 mg σιρόπι κάθε 12 ώρες |
| > 10 kg | Έως 3 δόσεις των 0,15 mg/kg κάθε 4 ώρες | 4 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 ώρες |
Η χρήση των υπόθετων Ondansetron δεν συνιστάται στα παιδιά.
Ηλικιωμένοι ασθενείς: Το Ondansetron είναι καλά ανεκτό σε ασθενείς άνω των 65 ετών με αποτέλεσμα να μη χρειάζεται να μεταβληθεί η δοσολογία, η συχνότητα της δοσολογίας και η οδός χορήγησης.
Μετεγχειρητική ναυτία και έμετος
Ενήλικοι:
- Πρόληψη:
- Για την πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου μετεγχειρητικά, το Ondansetron μπορεί να χορηγηθεί είτε από το στόμα (δισκία ή σιρόπι) είτε με ενδοφλέβια ή ενδομυική ένεση.
- Η συνιστώμενη δόση από το στόμα είναι 16 mg, τα οποία χορηγούνται μία ώρα πριν την αναισθησία ή 8 mg μία ώρα πριν την αναισθησία ακολουθούμενα από 8 mg σε διαστήματα 8 ωρών για 2 ακόμη δόσεις.
- Εναλλακτικά, Ondansetron ενέσιμο, σε μία δόση των 4 mg με βραδεία ενδοφλέβια ή ενδομυική ένεση κατά την εισαγωγή στην αναισθησία.
- Θεραπεία:
- Για τη θεραπεία της εγκατασταθείσης μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου, συνιστάται η χορήγηση μίας δόσης των 4 mg με βραδεία ενδοφλέβια ή ενδομυική ένεση.
Παιδιατρικός πληθυσμός (≥1 μηνός και σε εφήβους):
- Πρόληψη:
- Για την πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου μετεγχειρητικά σε παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν χειρουργηθεί μετά από γενική αναισθησία, μία εφάπαξ δόση ondansentron μπορεί να χορηγηθεί με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) σε δόση 0,1 mg/kg, με μέγιστη δόση 4 mg είτε πριν είτε μετά την εισαγωγή στην αναισθησία.
- Θεραπεία:
- Για τη θεραπεία της ναυτίας και του εμέτου μετεγχειρητικά σε παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν χειρουργηθεί μετά από γενική αναισθησία, μία εφάπαξ δόση ondansentron μπορεί να χορηγηθεί με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) σε δόση 0,1 mg/kg, με μέγιστη δόση 4 mg.
- Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη χρήση του Ondansetron στην θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου σε παιδιά κάτω των 2 ετών.
- Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για τη χρήση από του στόματος χορηγούμενου Ondansetron στη πρόληψη ή θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου. Συνιστάται βραδεία ενδοφλέβια ένεση (όχι λιγότερο από 15 λεπτά).
- Η χρήση των υποθέτων στα παιδιά δεν συνιστάται.
Ηλικιωμένοι ασθενείς: Η εμπειρία είναι περιορισμένη στη χρήση του Ondansetron για την πρόληψη και τη θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου στους ηλικιωμένους, εν τούτοις το Ondansetron είναι καλά ανεκτό σε ασθενείς άνω των 65 ετών που λαμβάνουν χημειοθεραπεία.
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
Δεν χρειάζεται να μεταβληθεί η ημερήσια δοσολογία, η συχνότητα της δοσολογίας είτε η οδός χορήγησης.
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
Σε άτομα με μέση ή σοβαρή ανεπάρκεια της ηπατικής λειτουργίας, η κάθαρση του Ondansetron μειώνεται σημαντικά και ο χρόνος υποδιπλασιασμού στον ορό του αίματος παρατείνεται σημαντικά. Σε αυτούς τους ασθενείς η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg ενδοφλέβια ή από το στόμα.
Ασθενείς με μειωμένη ικανότητα μεταβολισμού σπαρτεΐνης/debrisoquine
Σε άτομα που θεωρούνται ότι έχουν πτωχό μεταβολισμό σπαρτεΐνης και debrisoquine, ο χρόνος υποδιπλασιασμού του Ondansetron δεν μεταβάλλεται. Συνεπώς σε αυτούς τους ασθενείς, επαναλαμβανόμενες δόσεις επιτυγχάνουν στον ορό του αίματος ίδιες στάθμες με τις αντίστοιχες του γενικού πληθυσμού. Δεν χρειάζεται αλλαγή της ημερήσιας δοσολογίας και της συχνότητας της δοσολογίας.
block
Αντενδείξεις
SPC-ZETRON
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του ιδιοσκευάσματος.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ZETRON
expand_more
Προειδοποιήσεις
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν παρουσιάσει υπερευαισθησία σε άλλους ανταγωνιστές των 5ΗΤ3 υποδοχέων.
Οι αναπνευστικές ανεπιθύμητες ενέργειες πρέπει να αντιμετωπίζονται συμπτωματικά και οι γιατροί θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σε αυτές επειδή μπορεί να είναι προπομποί αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
Σπάνια έχουν αναφερθεί παροδικές ΗΚΓ μεταβολές περιλαμβανομένης της επιμήκυνσης του QT διαστήματος σε ασθενείς που λαμβάνουν ondansetron. Επιπλέον, μετά την κυκλοφορία έχουν αναφερθεί περιστατικά πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας (Torsade de Pointes) σε ασθενείς που χρησιμοποιούν το ondansetron. Το ondansetron θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν ή μπορεί να αναπτύξουν επιμήκυνση του QTc. Αυτές οι συνθήκες περιλαμβάνουν ασθενείς με ηλεκτρολυτικές διαταραχές, σύνδρομο συγγενούς παρατεταμένου QT, ή ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν επιμήκυνση του QT.
Επειδή το ondansetron αυξάνει το χρόνο διάβασης στο παχύ έντερο, οι ασθενείς με συμπτώματα υποξείας εντερικής απόφραξης θα πρέπει να παρακολουθούνται μετά τη χορήγηση του.
Σε ασθενείς που υπόκεινται σε επέμβαση των αμυγδαλών και των αδενοειδών εκβλαστήσεων η πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου με το Ondansetron μπορεί να αποκρύψει λανθάνουσα αιμορραγία.
Τα επιγλώσσια δισκία Ondansetron περιέχουν ασπαρτάμη και γι αυτό θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με φαινυλκετονουρία.
Ασθενείς με σπάνια διαιτητικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν τα δισκία Ondansetron.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι παιδιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν Ondansetron με ηπατοτοξικούς χημειοθεραπευτικούς παράγοντες θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ZETRON
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το Ondansetron προκαλεί ή αναστέλλει τον μεταβολισμό άλλων φαρμάκων που συνήθως χορηγούνται μαζί του. Ειδικές μελέτες έχουν δείξει ότι δεν υπάρχουν αλληλεπιδράσεις όταν το Ondansetron χορηγείται με αλκοόλη, τεμαζεπάμη, φουροσεμίδη, αλφενταμίλη, τραμαδόλη, μορφίνη, λινοκαϊνη, θειοπεντάλη ή προποφόλη.
Το οndansetron μεταβολίζεται από διάφορα ηπατικά ένζυμα του κυτοχρώματος P-450: CYP3A4, CYP2D6 και CYP1A2. Λόγω της ποικιλότητας των μεταβολικών ενζύμων που είναι ικανά να μεταβολίσουν το οndansetron, η αναστολή ενός ενζύμου ή η μειωμένη δραστηριότητα ενός ενζύμου (π.χ. γενετική έλλειψη CYP2D6) συνήθως αντισταθμίζεται από άλλα ένζυμα και πρέπει να οδηγεί σε μικρή ή ασήμαντη μεταβολή της συνολικής κάθαρσης του Ondansetron ή της απαιτούμενης δόσης.
- Φαινυτοϊνη, καρβαμαζεπίνη και ριφαμπικίνη: Σε ασθενείς που χορηγούνται ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (δηλ. φαινυτοϊνη, καρβαμαζεπίνη και ριφαμπικίνη), η από του στόματος κάθαρση του οndansetron αυξήθηκε και οι συγκεντρώσεις του οndansetron στο αίμα μειώθηκαν.
- Tραμαδόλη: Στοιχεία από μικρές μελέτες δείχνουν ότι το οndansetron μπορεί να μειώσει την αναλγητική δράση της τραμαδόλης.
- Φάρμακα που επιμηκύνουν το QT: Η χρήση του Ondansetron με φάρμακα που επιμηκύνουν το QT μπορεί να οδηγήσει σε επιπλέον επιμήκυνση του QT. Η συγχορήγηση του Ondansetron με καρδιοτοξικά φάρμακα (π.χ ανθρακυκλίνες) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αρρυθμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ZETRON
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιγράφονται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 και <1/10), όχι συχνές (≥1/1000 και <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 και <1/1000) και πολύ σπάνιες (<1/10.000). Οι πολύ συχνές, οι συχνές και οι όχι συχνές καταστάσεις γενικά υπολογίσθηκαν από στοιχεία κλινικών μελετών. Η συχνότητα εμφάνισης στο εικονικό φάρμακο έχει ληφθεί υπόψη. Οι σπάνιες και οι πολύ σπάνιες καταστάσεις γενικά υπολογίσθηκαν από στοιχεία αυθόρμητων αναφορών μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου.
Οι ακόλουθες συχνότητες υπολογίσθηκαν στις κανονικές συνιστώμενες δόσεις του Ondansetron σύμφωνα με την ένδειξη και τη φαρμακοτεχνική μορφή.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Σπάνιες: Άμεσες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, μερικές φορές σοβαρές, περιλαμβανομένης της αναφυλαξίας.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία.
- Όχι συχνές: Επιληπτικοί σπασμοί, κινητικές διαταραχές (περιλαμβανομένων των εξωπυραμιδικές αντιδράσεων όπως δυστονικές αντιδράσεις βολβοστροφικές κρίσεις και δυσκινησία)¹.
- Σπάνιες: Ζάλη κατά τη διάρκεια γρήγορης ενδοφλέβιας χορήγησης.
Οπτικές διαταραχές
- Σπάνιες: Παροδικές οπτικές διαταραχές (π.χ. θάμβος οράσεως) κυρίως κατά τη διάρκεια ενδοφλέβιας χορήγησης.
- Πολύ σπάνιες: Παροδική τύφλωση κυρίως κατά την ενδοφλέβια χορήγηση².
Καρδιακές διαταραχές
- Όχι συχνές: Αρρυθμίες, πόνος στο θώρακα με ή χωρίς κατάσπαση του ST τμήματος, βραδυκαρδία.
Αγγειακές διαταραχές
- Συχνές: Αίσθηση θερμότητας ή έξαψης.
- Όχι συχνές: Υπόταση.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Όχι συχνές: Λόξυγκας.
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Συχνές: Δυσκοιλιότητα, Τοπικό αίσθημα καύσου μετά από τοποθέτηση του υπόθετου.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Όχι συχνές: Ασυμπτωματικές αυξήσεις στις δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας³.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Συχνές: Τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ενδοφλέβιας χορήγησης.
¹ Έχουν παρατηρηθεί χωρίς οριστικά στοιχεία παράτασης των κλινικών συμπτωμάτων. ² Η πλειονότητα των αναφερθέντων περιστατικών τύφλωσης επανήλθε εντός 20 λεπτών. Οι περισσότεροι ασθενείς είχαν λάβει χημειοθεραπευτικούς παράγοντες οι οποίοι περιείχαν σισπλατίνη. Ορισμένες περιπτώσεις παροδικής τύφλωσης αναφέρθηκαν να είναι φλοιώδους προέλευσης. ³ Οι καταστάσεις αυτές παρατηρήθηκαν συχνά σε ασθενείς που ελάμβαναν χημειοθεραπεία με σισπλατίνη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιά και εφήβους ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε ενήλικες.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ZETRON
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Το Ondansetron δεν είναι τερατογόνο στα ζώα. H ασφάλεια χρήσης του Ondansetron κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν έχει τεκμηριωθεί. Αξιολόγηση των πειραματικών μελετών με ζώα δεν δείχνει άμεσα ή έμμεσα επιβλαβείς δράσεις σχετικά με την ανάπτυξη του εμβρύου την πορεία της εγκυμοσύνης και την περιγεννετική και μετεμβρυική ανάπτυξη. Πάντως καθώς οι μελέτες με πειραματόζωα δεν προβλέπουν πάντα την ανταπόκριση στον άνθρωπο, η χρήση του Ondansetron στην εγκυμοσύνη δεν ενδείκνυται.
Γαλουχία
Δοκιμασίες έχουν δείξει ότι το Ondansetron απεκκρίνεται στο γάλα των ζώων. Γι’ αυτό συνιστάται οι μητέρες που λαμβάνουν Ondansetron να μη θηλάζουν τα βρέφη τους.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ZETRON
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Το οndansetron είναι ένας ισχυρός και εξαιρετικά εκλεκτικός ανταγωνιστής των 5HT3-υποδοχέων. Ο ακριβής τρόπος δράσης του στον έλεγχο της ναυτίας και του εμέτου δεν είναι γνωστός. Οι χημειοθεραπευτικοί παράγοντες και η ακτινοθεραπεία μπορεί να προκαλέσουν απελευθέρωση της ουσίας 5-υδροξυτρυπταμίνης (5ΗΤ) στο λεπτό έντερο δι’ ενεργοποιήσεως των απαγωγών ινών του παρασυμπαθητικού δια μέσου των 5ΗΤ3-υποδοχέων. Το ondansetron δεσμεύει την έναρξη αυτού του αντανακλαστικού. Ενεργοποίηση των απαγωγών παρασυμπαθητικών ινών μπορεί επίσης να προκαλέσει απελευθέρωση της 5-υδροξυτρυπταμίνης στην οπίσθια περιοχή η οποία βρίσκεται στη βάση της τέταρτης κοιλίας του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα να προάγει την έμεση μέσω ενός κεντρικού μηχανισμού. Έτσι η δράση του ondansetron στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου, που προκαλούνται από κυτταροτοξική χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία οφείλεται στον ανταγωνισμό των 5HT3 υποδοχέων στους νευρώνες που βρίσκονται τόσο στο περιφερικό όσο και στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Οι μηχανισμοί δράσης στην μετεγχειρητική ναυτία και έμετο δεν είναι γνωστοί αλλά είναι πιθανό ο τρόπος δράσης να είναι κοινός με την ναυτία και τον έμετο που προκαλούνται από την κυτταροτοξική θεραπεία.
H δράση του ondansetron στον έμετο που προκαλείται από τα οπιοειδή δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί.
Το ondansetron δεν μεταβάλλει τις πυκνότητες της προλακτίνης στο πλάσμα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ναυτία και έμετος που προκαλούνται από χημειοθεραπεία
Η αποτελεσματικότητα του οndansetron στον έλεγχο του εμέτου και της ναυτίας που προκαλούνται από αντικαρκινική χημειοθεραπεία αξιολογήθηκε σε μία διπλή τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη σε 415 ασθενείς ηλικίας 1 έως 18 ετών (S3AB3006). Κατά τις ημέρες της χημειοθεραπείας, οι ασθενείς έλαβαν είτε οndansetron 5 mg/m² ενδοφλέβια + οndansetron 4 mg από το στόμα μετά από 8-12 ώρες ή οndansetron 0,45 mg/kg ενδοφλέβια + εικονικό φάρμακο από το στόμα μετά από 8-12 ώρες. Μετά την χημειοθεραπεία και οι δύο ομάδες έλαβαν 4 mg οndansetron σιρόπι δύο φορές την ημέρα για 3 ημέρες. Δεν υπήρξε διαφορά στην συνολική συχνότητα εμφάνισης ή στην φύση των ανεπιθύμητων ενεργειών μεταξύ των δύο θεραπευτικών ομάδων.
Πλήρης έλεγχος του εμέτου κατά την χειρότερη ημέρα της χημειοθεραπείας ήταν 49% (5 mg/m² ενδοφλέβια + οndansetron 4 mg από το στόμα) και 41% (0,45 mg/kg ενδοφλέβια + εικονικό φάρμακο από το στόμα).
Μία διπλή τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (S3AB4003) σε 438 ασθενείς ηλικίας 1 έως 17 ετών έδειξε πλήρη έλεγχο του εμέτου κατά τη χειρότερη ημέρα της χημειοθεραπείας στο:
- 73% των ασθενών, όταν το οndansetron χορηγήθηκε ενδοφλέβια σε δόση 5 mg/m² μαζί με 24 mg δεξαμεθαζόνης από το στόμα.
- 71% των ασθενών, όταν το οndansetron χορηγήθηκε ως σιρόπι σε δόση 8 mg + 2-4 mg δεξαμεθαζόνης από το στόμα κατά τις ημέρες της χημειοθεραπείας.
Μετά την χημειοθεραπεία και οι δύο ομάδες έλαβαν 4 mg οndansetron σιρόπι δύο φορές την ημέρα για 2 ημέρες. Δεν υπήρξε διαφορά στην συνολική συχνότητα εμφάνισης ή στην φύση των ανεπιθύμητων ενεργειών μεταξύ των δύο θεραπευτικών ομάδων.
Η αποτελεσματικότητα του οndansetron σε 75 παιδιά ηλικίας 6 έως 48 μηνών διερευνήθηκε σε μία ανοιχτή, μη συγκριτική, ενός σκέλους μελέτη (S3A40320). Όλα τα παιδιά έλαβαν τρεις ενδοφλέβιες δόσεις οndansetron 0,15 mg/kg, χορηγούμενες 30 λεπτά πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας και στη συνέχεια σε τέσσερεις και οκτώ ώρες μετά την πρώτη δόση. Πλήρης έλεγχος του εμέτου επιτεύχθηκε στο 56% των ασθενών.
Μία άλλη ανοιχτή, μη συγκριτική, ενός σκέλους μελέτη (S3A239) διερεύνησε την αποτελεσματικότητα της εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης οndansetron 0,15 mg/kg, ακολουθούμενης από δύο από του στόματος δόσεις οndansetron 4 mg σε παιδιά ηλικίας < 12 ετών και 8 mg σε παιδιά ηλικίας ≥ 12 ετών (συνολικός αριθμός παιδιών n= 28). Πλήρης έλεγχος του εμέτου επιτεύχθηκε στο 42% των ασθενών.
Μετεγχειρητική ναυτία και έμετος
Η αποτελεσματικότητα της εφάπαξ δόσης οndansetron στην πρόληψη της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου διερευνήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 670 παιδιά ηλικίας 1 έως 24 μηνών (μετά τη σύλληψη ηλικία ≥44 εβδομάδες, βάρος ≥ 3 kg). Τα άτομα που έλαβαν μέρος προγραμματίσθηκαν να υποβληθούν σε επιλεκτική χειρουργική επέμβαση κάτω από γενική αναισθησία και είχαν κατάσταση ASA ≤ III. Εφάπαξ δόση οndansetron 0,1 mg/kg χορηγήθηκε εντός πέντε λεπτών από την εισαγωγή αναισθησίας. Η αναλογία ατόμων που παρουσίασαν τουλάχιστον ένα εμετογόνο επεισόδιο κατά τη διάρκεια της 24ωρης περιόδου αξιολόγησης (ITT) ήταν μεγαλύτερο για τους ασθενείς σε εικονικό φάρμακο από ότι σε αυτούς που έλαβαν οndansetron ((28% vs. 11%, p <0,0001).
Τέσσερεις διπλές τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες έχουν διεξαχθεί σε 1469 άρρενες και θήλεις ασθενείς (2 έως 12 ετών) υπό γενική αναισθησία. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν είτε σε μονές ενδοφλέβιες δόσεις οndansetron (0,1 mg/kg για παιδιά βάρους 40 kg ή λιγότερο, 4 mg για παιδιά βάρους μεγαλύτερου των 40 kg; αριθμός ασθενών = 735)) ή εικονικό φάρμακο (αριθμός ασθενών = 734). Το φάρμακο της μελέτης χορηγήθηκε τουλάχιστον 30 δευτερόλεπτα αμέσως πριν ή μετά την εισαγωγή αναισθησίας. Το οndansetron ήταν σημαντικά αποτελεσματικότερο από το εικονικό φάρμακο στην πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου. Τα αποτελέσματα αυτών των μελετών συνοψίζονται στον πίνακα 1.
| Μελέτη | Τελικό σημείο | οndansetron % | Εικονικό φάρμακο % | Τιμή p |
|---|---|---|---|---|
| S3A380 | CR | 68 | 39 | ≤0,001 |
| S3GT09 | CR | 61 | 35 | ≤0,001 |
| S3A381 | CR | 53 | 17 | ≤0,001 |
| S3GT11 | χωρίς ναυτία | 64 | 51 | 0,004 |
| S3GT11 | χωρίς έμετο | 60 | 47 | 0,004 |
CR = χωρίς εμετογόνα επεισόδια, χρήση θεραπείας ανάγκης ή απόσυρση
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ZETRON
expand_more
Φαρμακοκινητική
Μετά την από του στόματος χορήγηση του ondansetron η απορρόφηση είναι ταχεία με τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα 26.2 ng/ml για τους άνδρες και 42.72 ng/ml για τις γυναίκες μετά από περίπου 2 και 1.7 ώρες αντίστοιχα μετά από εφάπαξ δόση 8mg και απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα περίπου 56%. Μετά την από του στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσης 24 mg ondansetron η μεγαλύτερη συγκέντρωση στο πλάσμα 125.8 ng/ml για τους άνδρες και 194.4 ng/ml για τις γυναίκες παρατηρήθηκε μετά από περίπου 1.9 και 1.6 ώρες αντίστοιχα.
Τα δισκία 4 mg και 8 mg και τα επιγλώσσια δισκία 4mg και 8 mg είναι αντίστοιχα βιοϊσοδύναμα. Σε δόσεις μεγαλύτερες των 8 mg η Cmax και η AUC αυξάνουν περισσότερο από αναλογικά προς τη δόση έχοντας ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη βιοδιαθεσιμότητα. Πέντε (5) ml σιρόπι είναι βιοϊσοδύναμα με ένα δισκίο των 4 mg. Ομοίως 10 ml σιρόπι είναι βιοϊσοδύναμα με ένα δισκίο των 8 mg ή δύο δισκία των 4 mg. Ένα δισκίο των 24 mg είναι βιοϊσοδύναμο με τρία δισκία των 8 mg. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα σε υγιείς άρρενες μετά από εφάπαξ χορήγηση δισκίου 8 mg είναι περίπου 55 έως 60%.
Μετά την από του στόματος χορήγηση του ondansetron την ενδομυϊκή, ή την ενδοφλέβια χορήγηση αυτού, παρατηρείται παρόμοιος τελικός χρόνος υποδιπλασιασμού, περίπου 3 ώρες και σταθερός όγκος κατανομής περίπου 140 λίτρα. Μετά τη χορήγηση 4 mg ondansetron με ενδοφλέβια στάγδην έγχυση, επιτυγχάνει σε πέντε λεπτά ανώτατη στάθμη στον ορό περίπου 65 ng/ml. Η συστηματική διάθεση μετά από χορήγηση 4 mg ondansetron ενδομυϊκά ή ενδοφλέβια είναι ισοδύναμη.
Μετά την χορήγηση ενός υπόθετου ondansetron, οι συγκεντρώσεις του ondansetron στο πλάσμα ανιχνεύονται μεταξύ 15 και 60 λεπτά μετά τη δόση. Οι συγκεντρώσεις αυξάνονται ουσιαστικά με γραμμικό τρόπο, έως ότου φθάσουν στη μεγαλύτερη συγκέντρωση 20 - 30 ng/ml, συνήθως 6 ώρες μετά τη δόση. Οι συγκεντρώσεις του πλάσματος μετά μειώνονται, αλλά με πιο αργό ρυθμό από εκείνον που παρατηρείται μετά τη δια του στόματος χορήγηση, λόγω της συνεχιζόμενης απορρόφησης του ondansetron. O χρόνος υποδιπλασιασμού της απεκκριτικής φάσης εξαρτάται από το ρυθμό απορρόφησης του ondansetron και όχι της συστηματικής κάθαρσης και είναι περίπου 6 ώρες.
Οι γυναίκες δείχνουν μία μικρή κλινικά ασήμαντη, αύξηση του χρόνου υποδιπλασιασμού σε σχέση με τους άνδρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του ondansetron από το υπόθετο είναι περίπου 60% και δεν επηρεάζεται από το φύλο.
Η δέσμευση του ondansetron με τις πρωτεΐνες του πλάσματος κυμαίνεται από 70-76%. Η κάθαρση του ondansetron γίνεται από τη συστηματική κυκλοφορία κυρίως μέσω πολλαπλών ενζυματικών διόδων του ηπατικού μεταβολισμού. Λιγότερο από 5% της δόσης αποβάλλεται αναλλοίωτο στα ούρα. Η έλλειψη του ενζύμου CYP2D6 (πολυμορφισμός της χημικής ουσίας debrisoquine) δεν έχει επίδραση στην φαρμακοκινητική του ondansetron. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του ondansetron δεν μεταβάλλονται με τις επαναλαμβανόμενες δόσεις.
Φύλο
Έχει παρατηρηθεί ότι η διάθεση του ondansetron έχει διαφορά στο φύλο, με τις γυναίκες να έχουν μεγαλύτερο βαθμό και διάρκεια στην απορρόφηση μετά από μία δόση από το στόμα και μειωμένη συστηματική κάθαρση και όγκο κατανομής (προσαρμοσμένο στο βάρος σώματος).
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 1 μηνός έως 17 ετών)
Σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έως 4 μηνών (n=19) που υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση, η κάθαρση με βάση το σωματικό βάρος ήταν περίπου 30% χαμηλότερη από ότι σε ασθενείς ηλικίας 5 έως 24 μηνών (n=22), αλλά συγκρίσιμη με αυτή ασθενών ηλικίας 3 έως 12 ετών. Η ημιπερίοδος ζωής στον πληθυσμό ηλικίας 1 έως 4 μηνών αναφέρθηκε ότι είναι κατά μέσο όρο 6,7 ώρες συγκριτικά με 2,9 ώρες για ασθενείς ηλικιακού εύρους 5 έως 24 μηνών και 3 έως 12 ετών. Οι διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους στον πληθυσμό ασθενών 1 έως 4 μηνών μπορεί να εξηγηθεί μερικώς από το υψηλότερο ποσοστό του συνολικού σωματικού ύδατος στα νεογνά και τα βρέφη και τον μεγαλύτερο όγκο κατανομής για το υδατοδιαλυτά φάρμακα όπως το οndansetron.
Σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 3 έως 12 ετών που υποβλήθηκαν σε επιλεκτική χειρουργική επέμβαση με γενική αναισθησία, οι απόλυτες τιμές κάθαρσης και όγκου κατανομής του οndansetron μειώθηκαν συγκριτικά με τις τιμές σε ενήλικες ασθενείς. Και οι δύο παράμετροι αυξήθηκαν σε μία ευθύγραμμη σχέση με το βάρος και κατά την ηλικία των 12 ετών, οι τιμές πλησίαζαν περίπου αυτές νεαρών ενηλίκων. Όταν οι τιμές κάθαρσης και όγκου κατανομής ομαλοποιήθηκαν ως προς το βάρος σώματος, οι τιμές γι αυτές τις παραμέτρους ήταν παρόμοιες μεταξύ των διαφόρων ηλικιακών ομάδων πληθυσμού. Η χρήση δοσολογίας με βάση το βάρος αντισταθμίζει τις μεταβολές που σχετίζονται με την ηλικία και είναι αποτελεσματική στην εξομάλυνση της συστηματικής έκθεσης σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση διεξήχθη σε 428 άτομα (ογκολογικοί ασθενείς, χειρουργικοί ασθενείς και υγιείς εθελοντές) ηλικίας 1 μηνός έως 44 ετών μετά από ενδοφλέβια χορήγηση οndansetron. Με βάση αυτή την ανάλυση η συστηματική έκθεση (AUC) μετά από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση σε παιδιά και εφήβους ήταν συγκρίσιμη με αυτή των ενηλίκων, με εξαίρεση τα βρέφη ηλικίας 1 έως 4 μηνών. Ο όγκος κατανομής συσχετίσθηκε με την ηλικία και ήταν χαμηλότερος στους ενήλικες από ότι στα βρέφη και τα παιδιά. Η κάθαρση συσχετίσθηκε με το βάρος αλλά όχι με την ηλικία, με εξαίρεση τα βρέφη ηλικίας 1 έως 4 μηνών. Είναι δύσκολο να αποφασισθεί εάν υπήρχε επιπρόσθετη μείωση της κάθαρσης σχετιζόμενη με την ηλικία σε βρέφη ηλικίας 1 έως 4 μηνών, ή απλά έμφυτη μεταβλητότητα λόγω του μικρού αριθμού ατόμων που μελετήθηκαν σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Επειδή οι ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 6 μηνών θα λάβουν μόνο μία εφάπαξ δόση στην μετεγχειρητική ναυτία και έμετο, η μειωμένη κάθαρση δεν φαίνεται να σχετίζεται κλινικά.
Ηλικιωμένοι
Μελέτες σε υγιείς ηλικιωμένους εθελοντές έχουν δείξει ελαφρά αυξημένη, αλλά κλινικά άνευ σημασίας, τη βιοδιαθεσιμότητα του ondansetron όταν χορηγείται από το στόμα (65%) και χρόνο υποδιπλασιασμού 5 ώρες.
Νεφρική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με μετρίου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης > 15 έως 60 ml/λεπτό), η συστηματική κάθαρση και ο όγκος κατανομής μειώνονται, με αποτέλεσμα μία μικρή, αλλά κλινικά άνευ σημασίας αύξηση του χρόνου υποδιπλασιασμού (5.4 ώρες).
Μία μελέτη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, οι οποίοι είχαν υποβληθεί σε τακτική αιμοδιύλιση (οι μελέτες έγιναν μεταξύ των διυλίσεων), έδειξε ότι η φαρμακοκινητική του ondansetron δεν μεταβάλλεται.
Ηπατική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, η συστηματική κάθαρση μειώνεται σημαντικά με παρατεταμένους χρόνους υποδιπλασιασμού (15-32 ώρες) και την από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα να αγγίζει το 100% λόγω μειωμένου προ-συστηματικού μεταβολισμού.
Η φαρμακοκινητική του ondansetron μετά τη χορήγηση ενός υπόθετου, δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
ΕΟΦ · 1.6.1
Aμινοσαλικυλικά
expand_more
Aμινοσαλικυλικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
- Αντιφλεγμονώδες φάρμακο, δομικά σχετιζόμενο με τα σαλικυλικά, ενεργό στη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου.
- Θεωρείται η ενεργή μοριομάδα του sulphasalazine.
- (Από το Martindale, The Extra Pharmacopoeia, 30η έκδοση).
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
- Για τη θεραπεία της ενεργούς ελκώδους πρωκτίτιδας.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
- Η μεσαλαμίνη (INN, BAN), γνωστή επίσης ως Mesalamine (USAN) ή 5-aminosalicylic acid (5-ASA), αποτελεί αντιφλεγμονώδες φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία φλεγμονών του πεπτικού σωλήνα (νόσος Crohn) και ήπιας έως μέτριας μορφής ελκώδους κολίτιδας.
- Είναι ένα εντερικά-ειδές αμινοσαλικυλικό οξύ φάρμακο που μεταβολίζεται στο έντερο και έχει τις κυρίαρχες ενέργειες εκεί, με αποτέλεσμα μικρότερες συστηματικές παρενέργειες.
- Ως παράγωγο του σαλυλικού οξέος, το 5-ASA αποτελεί επίσης αντιοξειδωτικό που παγιδεύει ελεύθερες ρίζες, οι οποίες ενδέχεται να είναι επιβλαβείς από το μεταβολισμό.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
- Παρά το γεγονός ότι ο μηχανισμός δράσης του mesalazine δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, φαίνεται να είναι τοπικός (επιφανειακός) αντί για συστηματική δράση. Η βλεννογονική παραγωγή μεταβολιτών του αραχιδονικού οξέος μέσω των οδών της κυκλοοξυγενάσης (COX), δηλαδή προστανοειδή, καθώς και μέσω των οδών της λιποξυγενάσης (LOX), δηλαδή λευκοτριένια και υδροξυεικοσατετρανοϊκά οξέα, αυξάνεται σε ασθενείς με χρόνια φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, και είναι πιθανόν ότι το mesalazine μειώνει τη φλεγμονή μπλοκάροντας την κυκλοοξυγενάση και αναστέλλοντας την παραγωγή προσταγλανδινών στο παχύ έντερο.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
- Απορρόφηση: 20-30% απορροφάται μετά από από του στόματος χορήγηση. 10-35% απορροφάται από τον κόλον (ορθικές υπόθεσεις) – το εύρος απορρόφησης εξαρτάται από το χρόνο παραμονής του φαρμάκου στον κόλον.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
- Η μέση απέκκριση ημιζωής ήταν 5 ώρες για το 5-ASA και 6 ώρες για το N-acetyl-5-ASA μετά την αρχική δόση. Σε σταθερό καθεστώς, η μέση απέκκριση ημιζωής ήταν 7 ώρες και για τα δύο 5-ASA και N-acetyl-5-ASA.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
- Περίπου το 80% της N-Ac-5-ASA δεσμεύεται σε πρωτεΐνες πλάσματος, ενώ 40% του mesalamine δεσμεύεται σε πρωτεΐνες.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
- Οδός απέκκρισης: Περίπου 28% της mesalamine στα Asacol δισκία απορροφάται μετά από από του στόματος λήψη, αφήνοντας το υπόλοιπο διαθέσιμο για τοπική δράση και απέκκριση στα κόπρανα. Αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς ως N-acetyl-5-aminosalicylic acid.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
- Τοξικότητα: Από του στόματος, ποντίκι: LD50 = 3370 mg/kg; Από το στόμα, αρουραίος: LD50 = 2800 mg/kg; Δέρμα, κουνέλι: LD50 > 5 g/kg. Δεν έχουν τεκμηριωθεί σοβαρές τοξικότητες σε ανθρώπους από μαζική υπερδοσολογία με μεσλαμίνη. Υπό συνήθεις συνθήκες, η απορρόφηση από τον κόλον είναι περιορισμένη.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η μεσαλαζίνη είναι ένα από τα δύο συστατικά της σουλφασαλαζίνης, με το άλλο να είναι η σουλφαπυριδίνη. Η τελευταία είναι υπεύθυνη για τις περισσότερες παρενέργειες που σχετίζονται με τη θεραπεία με σουλφασαλαζίνη, ενώ η μεσαλαζίνη είναι γνωστό ότι είναι το ενεργό συστατικό στη θεραπεία της ελκώδους κολίτιδας. Πιστεύεται ότι η μεσαλαζίνη μειώνει τη φλεγμονώδη διαδικασία μέσω της ικανότητάς της να αναστέλλει τη σύνθεση προσταγλανδινών, να παρεμβαίνει στη σύνθεση λευκοτριενίων και στην επακόλουθη μετανάστευση λευκοκυττάρων, καθώς και να δρα ως ισχυρός σαρρωτής ελεύθερων ριζών. Ανεξάρτητα από τον μηχανισμό δράσης, η μεσαλαζίνη φαίνεται να είναι δραστική κυρίως τοπικά παρά συστηματικά.
- Η ενδοπεριτοναϊκή χορήγηση μεσαλαζίνης σε δόσεις 30 και 340 mg/kg ημερησίως είχε παρόμοια αποτελεσματικότητα στην ύφεση της κολίτιδας με πρεδνιζολόνη 4 έως 550 mg/kg ημερησίως χορηγούμενη ενδοπεριτοναϊκά ή σουλφασαλαζίνη 0,34 έως 5 mg/kg χορηγούμενη από το στόμα σε ποντίκια με κολίτιδα που προκαλείται από ανοσοσυμπλέγματα.
- Η μεσαλαζίνη σε συγκέντρωση 5 mmol/L και η σουλφασαλαζίνη σε 1,5 mmol/L ανέστρεψαν επίσης την αύξηση της έκκρισης νερού και χλωρίου και μείωσαν το νάτριο σε ινδικά χοιρίδια με κολίτιδα που προκλήθηκε από διχλωροβενζένιο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Αν και ο μηχανισμός δράσης της μεσαλαζίνης δεν είναι πλήρως κατανοητός, πιστεύεται ότι ασκεί τοπική αντιφλεγμονώδη δράση στα επιθηλιακά κύτταρα του παχέος εντέρου. Η παραγωγή μεταβολιτών του αραχιδονικού οξέος από τον βλεννογόνο, τόσο μέσω των οδών της κυκλοοξυγενάσης (κυκλοοξυγενάση), δηλαδή προστανοειδών, όσο και μέσω των οδών της λιποξυγενάσης (λιποξυγενάση), δηλαδή λευκοτριενίων και υδροξυεικοσατετραενοϊκών οξέων, αυξάνεται σε ασθενείς με χρόνιες φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου. Είναι πιθανό η μεσαλαζίνη να μειώνει τη φλεγμονή αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση και την παραγωγή προσταγλανδινών στο παχύ έντερο.
Επιπλέον, η μεσαλαζίνη έχει επίσης τη δυνατότητα να αναστέλλει την ενεργοποίηση του Πυρηνικού Παράγοντα καππα Β (NFkB) και κατά συνέπεια την παραγωγή βασικών προφλεγμονωδών κυτοκινών. Έχει προταθεί ότι η μειωμένη έκφραση των πυρηνικών υποδοχέων PPAR γάμμα (μορφή γάμμα του υποδοχέα ενεργοποιητή πολλαπλασιαστών υπεροξεισωμίων) μπορεί να εμπλέκεται στην ελκώδη κολίτιδα και ότι η μεσαλαζίνη παράγει φαρμακοδυναμικές επιδράσεις μέσω άμεσης ενεργοποίησης των υποδοχέων PPAR γάμμα στο επιθήλιο του παχέος εντέρου/ορθού.
Άλλες έρευνες έδειξαν επίσης την πιθανή εμπλοκή της επαγώγιμης συνθάσης του μονοξειδίου του αζώτου (iNOS) και ότι η μεσαλαζίνη μπορεί να αναστείλει αυτό το ένζυμο για να βελτιώσει την εντεροπάθεια στις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου.
Επιπλέον, καθώς αυξημένη μετανάστευση λευκοκυττάρων, ανώμαλη παραγωγή κυτοκινών, αυξημένη παραγωγή μεταβολιτών του αραχιδονικού οξέος, ιδιαίτερα του λευκοτριενίου Β4, και αυξημένη παραγωγή ελεύθερων ριζών στον φλεγμαίνοντα ιστό του εντέρου είναι παρούσες σε ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου, πιστεύεται επίσης ότι η μεσαλαζίνη έχει in-vitro και in-vivo φαρμακολογικές δράσεις που αναστέλλουν τη χημειοταξία των λευκοκυττάρων, μειώνουν την παραγωγή κυτοκινών και λευκοτριενίων και σαρώνουν ελεύθερες ρίζες.
Η μεσαλαμίνη είναι αποτελεσματική στη θεραπεία των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου. Ωστόσο, οι μηχανισμοί δράσης της μεσαλαμίνης παραμένουν ασαφείς. Κυτταρικές σειρές εντερικών επιθηλιακών κυττάρων αρουραίου, IEC-6 και IRD-98, χρησιμοποιήθηκαν για να εξεταστεί η επίδραση της μεσαλαμίνης στην έκφραση της μανγανο-υπεροξειδικής δισμουτάσης (MnSOD). Αρουραίοι έλαβαν υποκλυσμούς με μεσαλαμίνη για να προσδιοριστεί η επίδραση στην έκφραση της MnSOD στο παχύ έντερο. Η θεραπεία με μεσαλαμίνη σε 0,02 ή 2 mg/mL προκάλεσε επίπεδα mRNA MnSOD 2,67 φορές ή 5,66 φορές, αντίστοιχα. Η αναστολή της πρωτεΐνης ενεργοποίησης της 5-λιποξυγενάσης με MK-886 ή της κυκλοοξυγενάσης με ινδομεθακίνη δεν επηρέασε το επίπεδο του mRNA MnSOD. Πειράματα πυρηνικής εκχύλισης έδειξαν αύξηση της de novo μεταγραφής μετά από θεραπεία με μεσαλαμίνη. Τα επίπεδα της πρωτεΐνης MnSOD αυξήθηκαν 2 φορές στις 24 ώρες και 4,23 φορές στις 48 ώρες μετά από θεραπεία με 1 mg/mL μεσαλαμίνη. Η μεσαλαμίνη αύξησε την MnSOD 1,7 φορές in vivo. Η προθεραπεία με μεσαλαμίνη προστάτευσε σημαντικά τα κύτταρα IRD-98 από την κυτταροτοξικότητα του παράγοντα νέκρωσης όγκων-άλφα. Αυτό είναι το πρώτο παράδειγμα μεταγραφικής ρύθμισης γονιδίων από τη μεσαλαμίνη. Η επαγωγή της MnSOD από τη μεσαλαμίνη μπορεί να συμβάλλει στον θεραπευτικό μηχανισμό της μεσαλαμίνης.
Η παραγωγή μεταβολιτών του αραχιδονικού οξέος από τον βλεννογόνο, τόσο μέσω των οδών της κυκλοοξυγενάσης όσο και της λιποξυγενάσης, αυξάνεται σε ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου. Η μεσαλαμίνη φαίνεται να μειώνει τη φλεγμονή αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση και τη λιποξυγενάση, μειώνοντας έτσι την παραγωγή προσταγλανδινών, λευκοτριενίων και υδροξυεικοσατετραενοϊκών οξέων (HETs), αντίστοιχα. Πιστεύεται επίσης ότι η μεσαλαμίνη δρα ως σαρρωτής ελεύθερων ριζών οξυγόνου, οι οποίες παράγονται σε μεγαλύτερους αριθμούς σε ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου.
Τα παράγωγα του 5-αμινοσαλικυλικού οξέος (μεσαλαμίνη) αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο στη θεραπεία των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου, ωστόσο ο ακριβής μηχανισμός της θεραπευτικής τους δράσης είναι άγνωστος. Επειδή ο παράγοντας νέκρωσης όγκων (TNF)-άλφα είναι σημαντικός στην παθογένεση των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου, ερευνήθηκε η επίδραση της μεσαλαμίνης στη μεταγωγή σήματος και στον πολλαπλασιασμό που ρυθμίζεται από τον TNF-άλφα σε εντερικά επιθηλιακά κύτταρα. Μελετήθηκαν κύτταρα παχέος εντέρου νεαρών ενήλικων ποντικών με TNF-άλφα, επιδερμικό αυξητικό παράγοντα ή κεραμίδη παρουσία ή απουσία μεσαλαμίνης. Ο πολλαπλασιασμός μελετήθηκε με αιμοκυτταρομετρία. Η ενεργοποίηση της μιτογόνας-σχετιζόμενης πρωτεΐνης (MAP) κινάσης και η έκφραση του IkappaBalpha προσδιορίστηκαν με ανάλυση Western blot. Η πυρηνική μετατόπιση του πυρηνικού μεταγραφικού παράγοντα kappaB (NF-kappaB) προσδιορίστηκε με μικροσκοπία συνεστραμμένης λέιζερ ανοσοφθορισμού. Οι αντι-πολλαπλασιαστικές επιδράσεις του TNF-άλφα εμποδίστηκαν από τη μεσαλαμίνη. Η ενεργοποίηση των MAP κινάσεων από TNF-άλφα και κεραμίδη αναστέλλεται από τη μεσαλαμίνη, ενώ η ενεργοποίηση των MAP κινάσεων από τον επιδερμικό αυξητικό παράγοντα δεν επηρεάστηκε. Η ενεργοποίηση του NF-kappaB από TNF-άλφα και η πυρηνική μετατόπιση, καθώς και η αποδόμηση του Ikappa-Balpha, εμποδίστηκαν από τη μεσαλαμίνη. Η μεσαλαμίνη αναστέλλει τις μεσολαβούμενες από TNF-άλφα επιδράσεις στον πολλαπλασιασμό των εντερικών επιθηλιακών κυττάρων και στην ενεργοποίηση των MAP κινάσεων και του NF-kappaB. Επομένως, μπορεί να λειτουργήσει ως θεραπευτικός παράγοντας βάσει της ικανότητάς του να διαταράσσει κρίσιμα γεγονότα μεταγωγής σήματος στα εντερικά κύτταρα απαραίτητα για τη διαιώνιση της χρόνιας φλεγμονώδους κατάστασης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Ανάλογα με τη χορηγούμενη φόρμουλα, οι πληροφορίες χορήγησης για δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης 2,4g ή 4,8g μεσαλαζίνης που χορηγούνταν μία φορά ημερησίως για 14 ημέρες σε υγιείς εθελοντές έδειξαν ότι απορροφάται περίπου 21% έως 22% της χορηγούμενης δόσης, ενώ οι πληροφορίες χορήγησης για μια κάψουλα παρατεταμένης αποδέσμευσης που χορηγείται από το στόμα υποδηλώνουν ότι απορροφάται 20% έως 30% της μεσαλαζίνης στη φόρμουλα. Αντίθετα, όταν η μεσαλαμίνη χορηγείται από το στόμα ως υδατικό εναιώρημα 1g χωρίς φόρμουλα, η μεσαλαζίνη απορροφάται περίπου 80%.
Η απέκκριση της μεσαλαζίνης γίνεται κυρίως μέσω των νεφρών μετά από μεταβολισμό σε Ν-ακετυλ-5-αμινοσαλικυλικό οξύ (ακετυλίωση). Ωστόσο, υπάρχει και περιορισμένη απέκκριση της μητρικής μεσαλαζίνης στα ούρα. Μετά από από του στόματος χορήγηση της φόρμουλας παρατεταμένης αποδέσμευσης της μεσαλαζίνης, από το περίπου 21% έως 22% της απορροφούμενης δραστικής ουσίας, λιγότερο από 8% της δόσης απεκκρίθηκε αμετάβλητο στα ούρα μετά από 24 ώρες, σε σύγκριση με πάνω από 13% για το Ν-ακετυλ-5-αμινοσαλικυλικό οξύ. Όταν χορηγήθηκε η φόρμουλα ελεγχόμενης αποδέσμευσης, περίπου 130 mg ελεύθερης μεσαλαζίνης ανακτήθηκαν στα κόπρανα μετά από μία εφάπαξ δόση 1g, η οποία ήταν συγκρίσιμη με τα 140 mg μεσαλαζίνης που ανακτήθηκαν από τη μοριακά ισοδύναμη δόση δισκίου σουλφασαλαζίνης 2,5 g F3001]. Η απέκκριση ελεύθερης μεσαλαζίνης και σαλικυλικών στα κόπρανα αυξήθηκε αναλογικά με τη χορηγούμενη δόση. Η Ν-ακετυλμεσαλαμίνη ήταν η κύρια ουσία που απεκκρίθηκε στα ούρα (19% έως 30%) μετά τη δοσολογία ελεγχόμενης αποδέσμευσης. Σε ασθενείς με ελκώδη προκτίτιδα που έλαβαν θεραπεία με μεσαλαμίνη 500 mg ως ορθικό υπόθετο κάθε 8 ώρες για 6 ημέρες, 12% ή λιγότερο της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως αμετάβλητη 5-ASA και 8% έως 77% απεκκρίθηκε ως Ν-ακετυλ-5-ASA μετά την αρχική δόση. Σε σταθερή κατάσταση, 11% ή λιγότερο της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως αμετάβλητη 5-ASA και 3% έως 35% απεκκρίθηκε ως Ν-ακετυλ-5-ASA.
Για τη φόρμουλα παρατεταμένης αποδέσμευσης, η μεσαλαζίνη έχει Vd 18 L, επιβεβαιώνοντας ελάχιστη εξωαγγειακή διείσδυση του συστηματικά διαθέσιμου φαρμάκου. Για τη φόρμουλα παρατεταμένης αποδέσμευσης, ο εμφανής όγκος κατανομής εκτιμήθηκε σε 4,8 L.
Η μέση (SD) νεφρική κάθαρση σε L/h για τη μεσαλαζίνη μετά από εφάπαξ χορήγηση δισκίων μεσαλαζίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης 4,8g υπό συνθήκες νηστείας σε νεαρούς και ηλικιωμένους εθελοντές καταγράφηκε ως 2,05 ± 1,33 σε νεαρούς εθελοντές ηλικίας 18 έως 35 ετών, 2,04 ± 1,16 σε ηλικιωμένους εθελοντές ηλικίας 65 έως 75 ετών και 2,13 ± 1,20 σε ηλικιωμένους εθελοντές άνω των 75 ετών.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, έχουν ανιχνευθεί χαμηλές συγκεντρώσεις μεσαλαμίνης και υψηλότερες συγκεντρώσεις του μεταβολίτη της, Ν-ακετυλ-5-αμινοσαλικυλικού οξέος, στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν η μεσαλαμίνη ή οι μεταβολίτες της κατανέμονται στο γάλα σε ανθρώπους μετά από ορθική χορήγηση.
Η μεσαλαμίνη και το Ν-ακετυλ-5-αμινοσαλικυλικό οξύ διαπερνούν τον πλακούντα μετά από από του στόματος χορήγηση. Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις μεσαλαμίνης στο πλάσμα του ομφάλιου λώρου και στο αμνιακό υγρό είναι πολύ χαμηλές. Δεν είναι γνωστό εάν η μεσαλαμίνη διαπερνά τον πλακούντα μετά από ορθική χορήγηση.
In vitro, η μεσαλαμίνη και το Ν-ακετυλ-5-αμινοσαλικυλικό οξύ συνδέονται περίπου 44-55% και 80% αντίστοιχα με πρωτεΐνες του πλάσματος. Η πρωτεϊνική σύνδεση του Ν-ακετυλ-5-αμινοσαλικυλικού οξέος δεν φαίνεται να εξαρτάται από τη συγκέντρωση σε συγκεντρώσεις που κυμαίνονται από 1-10 ug/mL.
Γενικά αποδεκτό είναι ότι η 5-αμινοσαλικυλική (5-ASA, μεσαλαμίνη), που χρησιμοποιείται ευρέως στη θεραπεία των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου, ασκεί τη δράση της από τον ενδοαυλικό χώρο του εντέρου. Εκτός από τον τοπικό μεταβολισμό της 5-ASA, έχει υποτεθεί ότι οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις 5-ASA στον βλεννογόνο εξαρτώνται από την έκκριση μέσω μεταφορέων πίσω στον αυλό. … Ελέγχθηκε η υπόθεση ότι η 5-ASA αποτελεί υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) ή/και της πολυανθεκτικής σε φάρμακα πρωτεΐνης σχετιζόμενης με το MRP2 (MRP2), συμβάλλοντας έτσι πιθανώς σε μεταβλητά θεραπευτικά αποτελέσματα. Μελετήθηκε η πολωμένη, από τη βασική προς την κορυφαία, μεταφορά της [3H]5-ASA σε μονοστοιβάδες κυττάρων Caco-2 και L-MDR, τα οποία εκφράζουν P-gp στην κορυφαία τους μεμβράνη, καθώς και σε κύτταρα MDCK που υπερεκφράζουν ανθρώπινη MRP2. Επιπλέον, διερευνήθηκε η επίδραση της 5-ASA στη μεταφορά της διγοξίνης σε κύτταρα Caco-2. Σε κύτταρα Caco-2, αποκλείστηκε η μεσολαβούμενη από P-gp εκροή της 5-ASA (5-500 μM). Ομοίως, σε κύτταρα L-MDR1 και MRP2, δεν μετρήθηκαν διαφορές μεταφοράς ούτε στην κατεύθυνση από τη βασική προς την κορυφαία, ούτε στην κατεύθυνση από την κορυφαία προς τη βασική. Η 5-ASA (50 μM έως 5 mM) δεν είχε καμία επίδραση στη μεταφορά της διγοξίνης. …
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΜΕΣΑΛΑΜΙΝΗ (15 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Σε μια in vitro μελέτη, σε συγκέντρωση 2,5 mcg/mL, η μεσαλαμίνη και η N-Ac-5-ASA συνδέονταν 43±6% και 78±1% αντίστοιχα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η πρωτεϊνική σύνδεση της N-Ac-5-ASA δεν φαίνεται να εξαρτάται από τη συγκέντρωση σε συγκεντρώσεις που κυμαίνονται από 1 έως 10 mcg/mL.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η μεσαλαζίνη μεταβολίζεται τόσο προ-συστηματικά από τον εντερικό βλεννογόνο όσο και συστηματικά στο ήπαρ σε Ν-ακετυλ-5-αμινοσαλικυλικό οξύ (N-Ac-5-ASA) κυρίως από την NAT-1. Επίσης, συμβαίνει κάποια ακετυλίωση μέσω της δράσης των βακτηρίων του παχέος εντέρου.
Η μεσαλαζίνη (5-αμινοσαλικυλικό οξύ, 5-ASA), ένας αντιφλεγμονώδης παράγοντας για τη θεραπεία των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου, μεταβολίζεται στον οργανισμό στο κύριο προϊόν βιομετασχηματισμού, το Ν-ακετυλ-5-ASA. Έχουν επίσης περιγραφεί ορισμένοι άλλοι μεταβολίτες φάσης ΙΙ (N-φορμυλ-5-ASA, N-βουτυρυλ-5-ASA, N-β-D-γλυκοπυρανοζυλ-5-ASA). Η 5-ASA είναι πολική ένωση και επιπλέον εμφανίζει αμφότερες ιδιότητες. …
Η ακριβής μεταβολική πορεία της μεσαλαμίνης δεν έχει καθοριστεί πλήρως. Το φάρμακο υφίσταται ταχεία Ν-ακετυλίωση, πιθανώς στο ήπαρ, σχηματίζοντας Ν-ακετυλ-5-αμινοσαλικυλικό οξύ. Η μεσαλαμίνη και το Ν-ακετυλ-5-αμινοσαλικυλικό οξύ μπορεί επίσης να υποστούν σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ. Μπορεί επίσης να σχηματιστούν αρκετοί άλλοι, μη ταυτοποιημένοι μεταβολίτες. Έχει προταθεί ότι η Ν-ακετυλίωση μπορεί επίσης να συμβεί (σε περιορισμένο βαθμό) στο εντερικό τοίχωμα ή/και στον αυλό. Η εντερική χλωρίδα πιθανώς εμπλέκεται σε αυτή την ακετυλίωση, και η εκτεταμένη μικροβιακή ακετυλίωση μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την κλινική αποτελεσματικότητα του φαρμάκου. Δεν φαίνεται να υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του φαινοτύπου ακετυλοποιητή των ασθενών που λαμβάνουν μεσαλαμίνη και του βαθμού Ν-ακετυλίωσης. Αν και έχει προταθεί ότι το Ν-ακετυλ-5-αμινοσαλικυλικό οξύ μπορεί να είναι φαρμακολογικά ενεργό, η θεραπευτική απόκριση ήταν φτωχή σε ορισμένους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ορθικό τρόπο με αυτόν τον μεταβολίτη, και η σχετική συμβολή αυτού του μεταβολίτη στο θεραπευτικό αποτέλεσμα της μεσαλαμίνης παραμένει αμφίβολη. Το Ν-ακετυλ-5-αμινοσαλικυλικό οξύ δεν ανέστειλε τη λιποξυγενάση in vitro.
Η μεσαλαζίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν τη μεσαλαζίνη, Ν-ακετύλιο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Για τη φόρμουλα παρατεταμένης αποδέσμευσης, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της μεσαλαμίνης αναφέρεται περίπου σε 40 λεπτά. Μετά από από του στόματος χορήγηση, οι διάμεσοι τελικοί χρόνοι ημίσειας ζωής για τη μεσαλαμίνη είναι συνήθως περίπου 25 ώρες, αλλά είναι μεταβλητοί, κυμαινόμενοι από 1,5 έως 296 ώρες. Υπάρχει μεγάλη διατομεακή και ενδομεακή μεταβλητότητα στις συγκεντρώσεις της μεσαλαμίνης και του Ν-ακετυλ-5-αμινοσαλικυλικού οξέος στο πλάσμα και στους τελικούς χρόνους ημίσειας ζωής τους μετά τη χορήγηση μεσαλαζίνης. Για τη φόρμουλα παρατεταμένης αποδέσμευσης, μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις μεσαλαζίνης, οι μέσοι χρόνοι ημίσειας ζωής ήταν 9 έως 10 ώρες για την 5-ASA και 12 έως 14 ώρες για την N-Ac-5-ASA. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν 5 ώρες (CV=73%) για την 5-ASA και 5 ώρες (CV=63%) για την Ν-ακετυλ-5-ASA σε ασθενείς που έλαβαν 500 mg μεσαλαζίνης ως ορθικό υπόθετο κάθε 8 ώρες για 6 ημέρες. Για τη φόρμουλα εναιωρήματος ενέματος, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν 0,5 έως 1,5 ώρες για την 5-ASA και 5 έως 10 ώρες για την Ν-ακετυλ-5-ASA.
Αποβολή μεταβολίτη: 5 έως 10 ώρες /Ν-ακετυλ-5-αμινοσαλικυλικό οξύ/
Αποβολή: 0,5-1,5 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών, αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
4Q81I59GXC
MESALAMINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αμινοσαλικυλικό
Χημική Δομή [CS] - Αμινοσαλικυλικά Οξέα
Η μεσαλαμίνη είναι ένα Αμινοσαλικυλικό.
MESALAMINE
Αμινοσαλικυλικά Οξέα [CS]; Αμινοσαλικυλικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1-mild A07EC02Τελική ειλεΐτιδα — ήπια προσβολήL1, ήπια έξαρσηΔοσολογία: ≥ 2.4 g/ημέρα · Συντήρηση μετά ύφεση σε μη-καπνιστές με αμβληχρά συμπτώματα
-
ΒΗΜΑ Colitis A07EC02Θεραπεία κολίτιδας (L2)Κολίτιδα από νόσο CrohnΔοσολογία: ≥ 2.4 g/ημέρα · Έναρξη
-
ΒΗΜΑ Postop A07EC02Μετεγχειρητική νόσος CrohnΜετά εντερεκτομή — πρόληψη υποτροπήςΔοσολογία: ≥ 2.4 g/ημέρα · Παρακολούθηση 6–12 μ. με ενδοσκόπηση
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α1 A07EC02Ελκώδης ορθίτιδα — ήπια προσβολή
-
ΒΗΜΑ Α1 A07EC02Ελκώδης ορθίτιδα — ήπια προσβολή
-
ΒΗΜΑ Α2 A07EC02Ελκώδης ορθίτιδα — μέτρια προσβολή
-
ΒΗΜΑ Α2 A07EC02Ελκώδης ορθίτιδα — μέτρια προσβολή
-
ΒΗΜΑ Α3 A07EC02Ελκώδης ορθίτιδα — βαριά προσβολή
-
ΒΗΜΑ Β1 A07EC02Αριστερόπλευρη ή εκτεταμένη — ήπια προσβολή
-
ΒΗΜΑ Β1 A07EC02Αριστερόπλευρη ή εκτεταμένη — ήπια προσβολή
-
ΒΗΜΑ Β2 A07EC02Αριστερόπλευρη ή εκτεταμένη — μέτρια προσβολή
-
ΒΗΜΑ Β3 A07EC02Βαριά προσβολή (ανεξαρτήτως έκτασης) — εισαγωγή στο νοσοκομείο
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών, αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.