LENVATINIB
Λενβατινίμπη
**Φαρμακοδυναμική** Με βάση κρυσταλλογραφία ακτίνων Χ και μελέτες κινητικής αλληλεπίδρασης, το lenvatinib συνδέεται με τη θέση πρόσδεσης αδενοσινο5'-τριφωσφορικής του VEGFR2 και με γειτονική περιοχή μέσω ενός δακτυλίου κυκλοπροπανίου, αναστέλλοντας έτσι τη δραστηριότητα της …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-LENVIMA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα, περίπου την ίδια ώρα
- Δόση έναρξης: 24 mg
- Τιτλοποίηση: Για DTC: Πρώτη μείωση: 20 mg. Δεύτερη μείωση: 14 mg. Τρίτη μείωση: 10 mg. Περαιτέρω μειώσεις σε ατομική βάση. Για HCC: Με βάση σωματικό βάρος, οι μειώσεις της δόσης είναι 8 mg, 4 mg ή 4 mg κάθε δεύτερη ημέρα. Για EC: Μειώσεις της δόσης σε 14 mg, 10 mg ή 8 mg. Σε όλες τις περιπτώσεις, η μείωση της δόσης γίνεται μετά από προσωρινή διακοπή λόγω τοξικότητας και επανέναρξη σε μειωμένη δόση.
-
Ενήλικες με Διαφοροποιημένο καρκίνο του θυρεοειδούς (DTC)Δόση24 mgΛαμβάνεται μία φορά την ημέρα (δύο καψάκια των 10 mg και ένα καψάκιο των 4 mg). Προσαρμογές της δόσης μπορεί να απαιτηθούν λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών. Πρώτη μείωση: 20 mg. Δεύτερη μείωση: 14 mg. Τρίτη μείωση: 10 mg. Περαιτέρω μειώσεις σε ατομική βάση. Σε περίπτωση απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων (Βαθμού 4) διακόπτεται η θεραπεία.
-
Ενήλικες με DTC, ηλικίας ≥75 ετών, Ασιατικής φυλής, με συννοσηρότητες ή σωματικό βάρος <60 kgΔόση24 mgΜειωμένη ανεκτικότητα, δόση έναρξης 24 mg και προσαρμογή βάσει ατομικής ανεκτικότητας.
-
Ενήλικες με DTC και ήπια (Child-Pugh A) ή μέτρια (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης.
-
Ενήλικες με DTC και σοβαρή (Child-Pugh C) ηπατική δυσλειτουργίαΔόση14 mgΣυνιστώμενη δόση έναρξης 14 mg μία φορά την ημέρα. Μπορεί να απαιτηθούν περαιτέρω προσαρμογές.
-
Ενήλικες με DTC και ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης.
-
Ενήλικες με DTC και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΔόση14 mgΣυνιστώμενη δόση έναρξης 14 mg μία φορά την ημέρα. Μπορεί να απαιτηθούν περαιτέρω προσαρμογές.
-
Ασθενείς με τελικού σταδίου νεφροπάθειαΔεν συνιστάται η χρήση της λενβατινίμπης.
-
Ενήλικες με Ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα (HCC) και σωματικό βάρος < 60 kgΔόση8 mgΛαμβάνεται μία φορά την ημέρα (δύο καψάκια των 4 mg). Για επίμονες και μη ανεκτές τοξικότητες Βαθμού 2 ή 3, απαιτείται προσωρινή διακοπή και μείωση της δόσης σε 4 mg ή 4 mg κάθε δεύτερη ημέρα (ανάλογα με την εμφάνιση). Για απειλητικές για τη ζωή τοξικότητες (Βαθμού 4) απαιτείται μόνιμη διακοπή.
-
Ενήλικες με Ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα (HCC) και σωματικό βάρος ≥ 60 kgΔόση12 mgΛαμβάνεται μία φορά την ημέρα (τρία καψάκια των 4 mg). Για επίμονες και μη ανεκτές τοξικότητες Βαθμού 2 ή 3, απαιτείται προσωρινή διακοπή και μείωση της δόσης σε 8 mg ή 4 mg ή 4 mg κάθε δεύτερη ημέρα (ανάλογα με την εμφάνιση). Για απειλητικές για τη ζωή τοξικότητες (Βαθμού 4) απαιτείται μόνιμη διακοπή.
-
Ενήλικες με HCC, ηλικίας ≥75 ετών, λευκής φυλής, θηλυκού γένους ή με χειρότερη ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A 6 vs 5)Δόση8 mg ή 12 mgΜειωμένη ανεκτικότητα. Έναρξη στη συνιστώμενη δόση ανάλογα με το σωματικό βάρος και προσαρμογή βάσει ατομικής ανεκτικότητας.
-
Ενήλικες με HCC και ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ενήλικες με HCC και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B)Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν είναι επαρκή ώστε να επιτρέπουν τη σύσταση δοσολογίας. Συνιστάται στενή παρακολούθηση.
-
Ενήλικες με HCC και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C)Δεν συνιστάται η χρήση της λενβατινίμπης.
-
Ενήλικες με HCC και ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης.
-
Ενήλικες με HCC και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΤα διαθέσιμα δεδομένα δεν επιτρέπουν τη σύσταση δοσολογίας.
-
Ενήλικες με Καρκίνωμα του ενδομητρίου (EC) σε συνδυασμό με πεμπρολιζουμάμπηΔόση20 mgΛαμβάνεται μία φορά την ημέρα (δύο καψάκια των 10 mg) σε συνδυασμό με πεμπρολιζουμάμπη. Για επίμονες και μη ανεκτές τοξικότητες Βαθμού 2 ή 3, απαιτείται προσωρινή διακοπή και μείωση της δόσης σε 14 mg, 10 mg ή 8 mg. Για απειλητικές για τη ζωή τοξικότητες (Βαθμού 4) απαιτείται μόνιμη διακοπή.
-
Ενήλικες με EC και ήπια (Child-Pugh A) ή μέτρια (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία (σε συνδυασμό με πεμπρολιζουμάμπη)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης του συνδυασμού.
-
Ενήλικες με EC και σοβαρή (Child-Pugh C) ηπατική δυσλειτουργία (σε συνδυασμό με πεμπρολιζουμάμπη)Δόση10 mgΣυνιστώμενη δόση έναρξης λενβατινίμπης 10 mg μία φορά την ημέρα. Ενδέχεται να απαιτούνται περαιτέρω προσαρμογές. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ για την πεμπρολιζουμάμπη για τη δοσολογία σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
-
Ενήλικες με EC και ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (σε συνδυασμό με πεμπρολιζουμάμπη)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης.
-
Ενήλικες με EC και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (σε συνδυασμό με πεμπρολιζουμάμπη)Δόση10 mgΣυνιστώμενη δόση έναρξης λενβατινίμπης 10 mg μία φορά την ημέρα. Ενδέχεται να απαιτούνται περαιτέρω προσαρμογές. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ για την πεμπρολιζουμάμπη για τη δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός < 2 ετώνΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός 2 έως <18 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ηλικιωμένος πληθυσμόςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης με βάση την ηλικία.
-
ΦυλήΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης με βάση τη φυλή.
block
SPC-LENVIMA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Θηλασμός
warning
SPC-LENVIMA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΥπέρτασηΠληθυσμόςασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπηΗ αρτηριακή πίεση (ΑΠ) θα πρέπει να ελέγχεται καλά πριν τη θεραπεία με λενβατινίμπη και, αν είναι γνωστό ότι οι ασθενείς είναι υπερτασικοί, θα πρέπει να λαμβάνουν σταθερή δόση αντιυπερτασικής θεραπείας για τουλάχιστον 1 εβδομάδα πριν από τη θεραπεία με λενβατινίμπη. Η θεραπεία με αντιυπερτασικούς παράγοντες θα πρέπει να ξεκινά αμέσως μόλις επιβεβαιωθεί αυξημένη ΑΠ. Διαχειριστείτε την υπέρταση όπως συνιστάται στον Πίνακα 5. Σε συστολική ΑΠ ≥160 mmHg ή διαστολική ΑΠ ≥100 mmHg παρά τη βέλτιστη αντιυπερτασική θεραπεία, διακόψτε τη λενβατινίμπη. Σε απειλητικές για τη ζωή συνέπειες, διακόψτε τη λενβατινίμπη και ξεκινήστε κατάλληλη ιατρική διαχείριση.
-
Ανευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοίΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που παρουσιάζουν παράγοντες κινδύνου όπως υπέρταση ή ιστορικό ανευρύσματοςΟ κίνδυνος αυτός πρέπει να λαμβάνεται προσεκτικά υπόψη πριν από την έναρξη της θεραπείας με λενβατινίμπη.
-
ΠρωτεϊνουρίαΠληθυσμόςασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπηΗ πρωτεΐνη στα ούρα θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά. Αν ανιχνεύεται πρωτεϊνουρία με ανάλυση ούρων με δοκιμαστική ταινία ≥2+, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία). Η λενβατινίμπη θα πρέπει να διακοπεί σε περίπτωση νεφρωσικού συνδρόμου.
-
ΗπατοτοξικότηταΠληθυσμόςασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, ασθενείς με HCCΣυνιστάται στενή παρακολούθηση της συνολικής ασφάλειας σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές). Οι δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να παρακολουθούνται πριν την έναρξη της θεραπείας, στη συνέχεια κάθε 2 εβδομάδες για τους πρώτους 2 μήνες και μηνιαίως εφεξής κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς με HCC θα πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας. Σε περίπτωση ηπατοτοξικότητας, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
-
Νεφρική ανεπάρκεια και δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη, ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΑπαιτείται ενεργή διαχείριση της τοξικότητας στο γαστρεντερικό, για να μειωθεί ο κίνδυνος ανάπτυξης νεφρικής δυσλειτουργίας ή ανεπάρκειας. Μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία). Αν οι ασθενείς έχουν σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η δόση έναρξης της λενβατινίμπης θα πρέπει να προσαρμόζεται (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
-
ΔιάρροιαΠληθυσμόςασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπηΘα πρέπει να ξεκινήσει άμεση ιατρική διαχείριση της διάρροιας προκειμένου να αποφευχθεί η αφυδάτωση. Η λενβατινίμπη θα πρέπει να διακοπεί σε περίπτωση επιμονής της διάρροιας Βαθμού 4 παρά την ιατρική διαχείριση.
-
Καρδιακή δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για κλινικά συμπτώματα ή σημεία καρδιακής ανεπάρκειας, καθώς μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
-
Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (ΣΟΑΕ) / Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειας (ΣΑΟΛ)Πληθυσμόςασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπηΑπαιτείται μαγνητική τομογραφία για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση του ΣΟΑΕ. Κατάλληλα μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται για τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε ασθενείς με σημεία ή συμπτώματα ΣΟΑΕ, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
-
Αρτηριακές θρομβοεμβολέςΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που είχαν αρτηριακή θρομβοεμβολή εντός των προηγούμενων 6 μηνώνΗ λενβατινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς. Η απόφαση για τη θεραπεία θα πρέπει να βασίζεται στην εκτίμηση του οφέλους/κινδύνου για κάθε ασθενή ξεχωριστά. Η λενβατινίμπη θα πρέπει να διακοπεί μετά από ένα αρτηριακό θρομβωτικό συμβάν.
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαπρέπει να χρησιμοποιούν ιδιαίτερα αποτελεσματική αντισύλληψη ενώ λαμβάνουν λενβατινίμπη και για ένα μήνα μετά τη διακοπή της θεραπείας.
-
ΑιμορραγίαΠληθυσμόςασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη, ασθενείς με ηπατική κίρρωσηΘα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο βαθμός εισβολής/διήθησης των μείζονων αιμοφόρων αγγείων (πχ., καρωτιδική αρτηρία) από τον όγκο. Θα πρέπει να πραγματοποιούνται διαλογή και επακόλουθη θεραπεία των κιρσών του οισοφάγου σε ασθενείς με ηπατική κίρρωση, σύμφωνα με το πρότυπο φροντίδας, πριν από την έναρξη της θεραπείας με λενβατινίμπη. Σε περίπτωση αιμορραγίας, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία, Πίνακας 3).
-
Διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα και σχηματισμός συριγγίωνΠληθυσμόςασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη, ειδικά με παράγοντες κινδύνου (προηγούμενη χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία)Σε περίπτωση διάτρησης του γαστρεντερικού σωλήνα ή συριγγίου, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
-
Μη γαστρεντερικό συρίγγιοΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λενβατινίμπηΔεν θα πρέπει να ξεκινήσετε θεραπεία με λενβατινίμπη σε ασθενείς με συρίγγιο προκειμένου να αποτραπεί η επιδείνωση, ενώ η θεραπεία της λενβατινίμπης θα πρέπει να διακοπεί μόνιμα σε ασθενείς με συμμετοχή του οισοφαγικού ή τραχειοβρογχικού σωλήνα και οποιοδήποτε Βαθμού 4 συρίγγιο (βλ. Δοσολογία).
-
Παράταση διαστήματος QTΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείς, ειδικά εκείνοι με συγγενές σύνδρομο μακρού QT, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυαρρυθμίες, και σε εκείνους οι οποίοι λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QTΘα πρέπει να παρακολουθούνται τα ηλεκτροκαρδιογραφήματα κατά την έναρξη και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η λενβατινίμπη θα πρέπει να διακοπεί σε περίπτωση εμφάνισης παράτασης διαστήματος QT >500 ms. Η λενβατινίμπη θα πρέπει να ξεκινά εκ νέου σε μειωμένη δόση όταν η παράταση του QTc υποχωρεί στα < 480 ms ή την κατάσταση κατά την έναρξη. Οι ανωμαλίες των ηλεκτρολυτών θα πρέπει να παρακολουθούνται και να διορθώνονται σε όλους τους ασθενείς πριν την έναρξη της θεραπείας. Θα πρέπει να παρακολουθούνται περιοδικά οι ηλεκτρολύτες (μαγνήσιο, κάλιο και ασβέστιο) κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Τα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα θα πρέπει να παρακολουθούνται τουλάχιστον μηνιαίως και το ασβέστιο θα πρέπει να αντικαθίσταται. Η χορήγηση δόσης λενβατινίμπης θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά ή η δόση να προσαρμόζεται ανάλογα με τη σοβαρότητα, την παρουσία μεταβολών στο ΗΚΓ και την επιμονή της υπασβεστιαιμίας.
-
Δυσλειτουργία θυρεοειδούςΠληθυσμόςασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπηΘα πρέπει να παρακολουθείται η λειτουργία του θυρεοειδούς πριν από την έναρξη και περιοδικά καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με λενβατινίμπη. Η θεραπεία του υποθυρεοειδισμού θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με την πρότυπη ιατρική πρακτική για τη διατήρηση της ευθυρεοειδικής κατάστασης. Τα επίπεδα της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) θα πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτική βάση και θα πρέπει να προσαρμόζεται χορήγηση ορμονών θυρεοειδούς για να επιτευχθούν κατάλληλα επίπεδα της TSH.
-
Επιπλοκές επούλωσης τραυμάτωνΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν λενβατινίμπη, ασθενείς που υποβάλλονται σε μείζονες χειρουργικές επεμβάσειςΤο ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής της λενβατινίμπης θα πρέπει να μελετάται σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις. Η απόφαση για επανέναρξη της λενβατινίμπης έπειτα από μείζων χειρουργική επέμβαση θα πρέπει να βασίζεται στην κλινική κρίση αναφορικά με την επαρκή επούλωση τραυμάτων.
-
Οστεονέκρωση της γνάθου (ΟΝΓ)ΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λενβατινίμπη, ειδικά σε συνδυασμό με αντιαπορροφητική οστική θεραπεία ή/και άλλους αναστολείς αγγειογένεσης. Ασθενείς που έχουν λάβει προηγουμένως ή λαμβάνουν τη δεδομένη στιγμή ενδοφλέβια διφωσφονικά.Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά τη χρήση της λενβατινίμπης είτε ταυτόχρονα είτε διαδοχικά με αντιαπορροφητική θεραπεία ή/και άλλους αναστολείς αγγειογένεσης. Πριν από τη θεραπεία με λενβατινίμπη, θα πρέπει να μελετάται το ενδεχόμενο διενέργειας οδοντιατρικής εξέτασης και κατάλληλων προληπτικών οδοντιατρικών ελέγχων. Στους ασθενείς που έχουν λάβει προηγουμένως ή λαμβάνουν τη δεδομένη στιγμή ενδοφλέβια διφωσφονικά, οι επεμβατικές οδοντιατρικές διαδικασίες θα πρέπει να αποφεύγονται, εάν είναι εφικτό (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Ειδικοί πληθυσμοί (Εθνοτική καταγωγή, Ηλικία)ΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς εθνοτικής καταγωγής εκτός των Καυκάσιων ή Ασιατών, και σε ασθενείς ηλικίας ≥ 75 ετώνΗ λενβατινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς, δεδομένης της μειωμένης ανεκτικότητας στη λενβατινίμπη σε Ασιάτες και ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Χρήση μετά από άλλες αντικαρκινικές θεραπείεςΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που έχουν λάβει σοραφενίμπη ή άλλες αντικαρκινικές θεραπείεςΔεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση της λενβατινίμπης αμέσως μετά τη σοραφενίμπη ή άλλες αντικαρκινικές θεραπείες και μπορεί να υπάρχει δυνητικός κίνδυνος για πρόσθετες τοξικότητες εκτός εάν υπάρχει επαρκής περίοδος κάθαρσης μεταξύ των θεραπειών.
-
ECOG Performance StatusΠληθυσμόςΑσθενείς με ECOG PS ≥ 2αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες (εκτός από καρκίνωμα του θυρεοειδούς).
swap_horiz
SPC-LENVIMA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΑμελητέαΔεν υπάρχει σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική.
-
Μιδαζολάμη (υπόστρωμα CYP3A και P-γλυκοπρωτεΐνης)ΑμελητέαΟι συγκεντρώσεις στο πλάσμα δεν τροποποιήθηκαν. Δεν αναμένεται σημαντική αλληλεπίδραση με άλλα υποστρώματα CYP3A4/P-γλυκοπρωτεΐνης.
-
Ορμονικά αντισυλληπτικάΠροσοχήΆγνωστο εάν η λενβατινίμπη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΟι γυναίκες θα πρέπει να προσθέσουν μια μέθοδο φραγμού (βλ. Κύηση και γαλουχία).
sick
SPC-LENVIMA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
SPC-LENVIMA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο και μετά από προσεκτική εκτίμησηΔεν διατίθενται δεδομένα σε έγκυο γυναίκα. Εμβρυοτοξική και τερατογόνος σε αρουραίους και κουνέλια.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΔεν είναι γνωστό εάν απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΆγνωστες οι επιδράσεις στον άνθρωπο. Έχει παρατηρηθεί τοξικότητα στους όρχεις και τις ωοθήκες σε αρουραίους, σκύλους και πιθήκους.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LENVIMA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-LENVIMA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Αρτηριακή πίεση
· πριν τη θεραπεία, 1 εβδομάδα μετά τη θεραπεία, στη συνέχεια κάθε 2 εβδομάδες για τους πρώτους 2 μήνες και μηνιαίως εφεξής
Θεραπεία με λενβατινίμπη
- Αμινοτρανσφεράσες (ALT) · πριν την έναρξη, κάθε 2 εβδομάδες για τους πρώτους 2 μήνες, μηνιαίως εφεξής
- Χολερυθρίνη · πριν την έναρξη, κάθε 2 εβδομάδες για τους πρώτους 2 μήνες, μηνιαίως εφεξής
- Μαγνήσιο ορού (Mg) · πριν την έναρξη, περιοδικά κατά τη διάρκεια
- Κάλιο ορού (K⁺) · πριν την έναρξη, περιοδικά κατά τη διάρκεια
- Ασβέστιο ορού (Ca) · πριν την έναρξη, περιοδικά κατά τη διάρκεια
-
Θυρεοειδική λειτουργία (TSH)
· πριν την έναρξη και περιοδικά καθ’ όλη τη διάρκεια
Θεραπεία με λενβατινίμπη
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Ασθενείς με HCC |
| Ασβέστιο ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | τουλάχιστον μηνιαίως | — |
| Πρωτεΐνη ούρων | humidity_midΟυρολογικός / ανάλυση ούρων | τακτικά | Θεραπεία με λενβατινίμπη |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | — |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | κατά την έναρξη και περιοδικά | — |
Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Μαγνητική Τομογραφία (MRI) | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | όταν υπάρχει υποψία | Επιβεβαίωση διάγνωσης ΣΟΑΕ |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LENVIMA
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία με LENVIMA θα πρέπει να ξεκινά και να επιτηρείται από έναν επαγγελματία του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης με εμπειρία στη χρήση αντικαρκινικών θεραπειών. Βέλτιστη ιατρική διαχείριση (π.χ. αγωγή ή θεραπεία) για ναυτία, έμετο και διάρροια θα πρέπει να ξεκινήσει πριν από οποιαδήποτε προσωρινή διακοπή ή μείωση της δόσης της λενβατινίμπης. Απαιτείται ενεργή διαχείριση της τοξικότητας στο γαστρεντερικό, για να μειωθεί ο κίνδυνος ανάπτυξης νεφρικής δυσλειτουργίας ή ανεπάρκειας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Δοσολογία
Αν ένας ασθενής παραλείψει µια δόση, η οποία δεν μπορεί να ληφθεί εντός 12 ωρών, τότε αυτή η δόση θα πρέπει να παραλειφθεί και η επόμενη δόση θα πρέπει να ληφθεί στη συνηθισμένη ώρα χορήγησης. Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται όσο εξακολουθεί να παρατηρείται κλινικό όφελος ή μέχρι να εμφανιστεί μη αποδεκτή τοξικότητα.
Διαφοροποιημένος καρκίνος του θυρεοειδούς (DTC)
Η συνιστώμενη ημερήσια δόση της λενβατινίμπης είναι 24 mg (δύο καψάκια των 10 mg και ένα καψάκιο των 4 mg) μία φορά την ημέρα. Η ημερήσια δόση θα πρέπει να τροποποιείται ανάλογα με τις ανάγκες, σύμφωνα με το σχέδιο διαχείρισης της δόσης/τοξικότητας.
Προσαρμογές της δόσης και διακοπές λόγω DTC Η διαχείριση των ανεπιθύμητων ενεργειών μπορεί να απαιτήσει προσωρινή διακοπή, προσαρμογή ή μόνιμη διακοπή της θεραπείας με λενβατινίμπη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Ήπιες έως μέτριες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ., Βαθμού 1 ή 2) γενικά δεν δικαιολογούν προσωρινή διακοπή της λενβατινίμπης, εκτός εάν είναι μη ανεκτή για τον ασθενή παρά τη βέλτιστη διαχείριση. Σοβαρές (π.χ., Βαθμού 3) ή μη ανεκτές ανεπιθύμητες ενέργειες απαιτούν προσωρινή διακοπή της λενβατινίμπης μέχρι τη βελτίωση της αντίδρασης στον Βαθμό 0 έως 1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη.
Για τις τοξικότητες που θεωρείται ότι σχετίζονται με τη λενβατινίμπη, κατά την αποδρομή/βελτίωση μιας ανεπιθύμητης ενέργειας στον Βαθμό 0 έως 1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη, η θεραπεία θα πρέπει να αρχίσει εκ νέου σε μειωμένη δόση λενβατινίμπης, όπως προτείνεται στον Πίνακα 1.
Πίνακας 1: Τροποποιήσεις της δόσης από τη συνιστώμενη ημερήσια δόση λενβατινίμπης σε ασθενείς με DTC
| Επίπεδο δόσης | Ημερήσια δόση | Αριθμός καψακίων |
|---|---|---|
| Συνιστώμενη ημερήσια δόση | 24 mg από στόματος μία φορά την ημέρα | Δύο καψάκια των 10 mg συν ένα καψάκιο των 4 mg |
| Πρώτη μείωση της δόσης | 20 mg από στόματος μία φορά την ημέρα | Δύο καψάκια των 10 mg |
| Δεύτερη μείωση της δόσης | 14 mg από στόματος μία φορά την ημέρα | Ένα καψάκιο των 10 mg συν ένα καψάκιο των 4 mg |
| Τρίτη μείωση της δόσης | 10 mg από στόματος μία φορά την ημέρα | Ένα καψάκιο των 10 mg |
Περαιτέρω μειώσεις της δόσης θα πρέπει να εξετάζονται σε ατομική βάση για κάθε ασθενή καθώς είναι διαθέσιμα περιορισμένα δεδομένα για δόσεις κάτω των 10 mg. Η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί σε περίπτωση απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων (π.χ., Βαθμού 4) με την εξαίρεση εργαστηριακών ανωμαλιών που κρίνονται ως μη απειλητικές για τη ζωή, περίπτωση στην οποία μπορεί να αντιμετωπίζονται ως σοβαρές αντιδράσεις (π.χ., Βαθμού 3).
Ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα
Η συνιστώμενη ημερήσια δόση της λενβατινίμπης είναι 8 mg (δύο καψάκια των 4 mg) μία φορά την ημέρα για ασθενείς με σωματικό βάρος < 60 kg και 12 mg (τρία καψάκια των 4 mg) μία φορά την ημέρα για ασθενείς με σωματικό βάρος ≥ 60 kg. Οι προσαρμογές της δόσης βασίζονται μόνο στις τοξικότητες που παρατηρήθηκαν και όχι σε αλλαγές του σωματικούς βάρους κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η ημερήσια δόση θα πρέπει να τροποποιείται, ανάλογα με τις ανάγκες, σύμφωνα με το σχέδιο διαχείρισης της δόσης/τοξικότητας.
Προσαρμογές της δόσης και διακοπή λόγω HCC Η διαχείριση ορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών μπορεί να απαιτήσει προσωρινή διακοπή, προσαρμογή ή μόνιμη διακοπή της θεραπείας με λενβατινίμπη. Ήπιες έως μέτριες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ., Βαθμού 1 ή 2) γενικά δεν δικαιολογούν προσωρινή διακοπή της λενβατινίμπης, εκτός εάν είναι μη ανεκτή για τον ασθενή παρά τη βέλτιστη διαχείριση. Λεπτομέρειες για την παρακολούθηση, την προσαρμογή και τη μόνιμη διακοπή της δόσης παρέχονται στον Πίνακα 2.
Πίνακας 2: Τροποποιήσεις της δόσης από τη συνιστώμενη ημερήσια δόση λενβατινίμπης σε ασθενείς με HCC
| Σωμ. βάρος ≥60 kg | Σωμ. βάρος <60 kg | |
|---|---|---|
| Δόση έναρξης | 12 mg (τρία καψάκια των 4 mg από στόματος μία φορά την ημέρα) | 8 mg (δύο καψάκια των 4 mg από στόματος μία φορά την ημέρα) |
Επίμονες και μη ανεκτές τοξικότητες Βαθμού 2 ή Βαθμού 3
| Ανεπιθύμητη ενέργεια | Τροποποίηση | Προσαρμοσμένη δόση (Σωμ. βάρος ≥60 kg) | Προσαρμοσμένη δόση (Σωμ. βάρος <60 kg) |
|---|---|---|---|
| Πρώτη εμφάνιση | Προσωρινή διακοπή μέχρι την υποχώρηση σε Βαθμό 0-1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη | 8 mg (δύο καψάκια των 4 mg) από στόματος μία φορά την ημέρα | 4 mg (ένα καψάκιο των 4 mg) από στόματος μία φορά την ημέρα |
| Δεύτερη εμφάνιση (ίδια ενέργεια ή νέα ενέργεια) | Προσωρινή διακοπή μέχρι την υποχώρηση σε Βαθμό 0-1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη | 4 mg (ένα καψάκιο των 4 mg) από στόματος μία φορά την ημέρα | 4 mg (ένα καψάκιο των 4 mg) από στόματος κάθε δεύτερη ημέρα |
| Τρίτη εμφάνιση (ίδια ενέργεια ή νέα ενέργεια) | Προσωρινή διακοπή μέχρι την υποχώρηση σε Βαθμό 0-1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη | 4 mg (ένα καψάκιο των 4 mg) από στόματος κάθε δεύτερη ημέρα | Μόνιμη διακοπή |
Απειλητικές για τη ζωή τοξικότητες (Βαθμού 4): Μόνιμη διακοπή.
- Ξεκινήστε ιατρική διαχείριση για τη ναυτία, τον έμετο ή τη διάρροια πριν από την προσωρινή διακοπή ή τη μείωση της δόσης.
- Μειώστε τη δόση διαδοχικά με βάση το προηγούμενο επίπεδο δόσης (12 mg, 8 mg, 4 mg ή 4 mg κάθε δεύτερη ημέρα).
- Αιματολογική τοξικότητα ή πρωτεϊνουρία: δεν απαιτείται καμία προσαρμογή της δόσης για την πρώτη εμφάνιση.
- Για την αιματολογική τοξικότητα, η δοσολογία μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου όταν υποχωρήσει σε Βαθμού 2. Για την πρωτεϊνουρία, συνεχίστε όταν υποχωρήσει σε λιγότερο από 2 g / 24 ώρες.
- Με την εξαίρεση εργαστηριακών ανωμαλιών που κρίνονται ως μη απειλητικές για τη ζωή, οι οποίες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως Βαθμού 3.
Καρκίνωμα του ενδομητρίου (EC)
Η συνιστώμενη δοσολογία του LENVIMA είναι 20 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα, σε συνδυασμό με πεμπρολιζουμάμπη είτε 200 mg κάθε 3 εβδομάδες ή 400 mg κάθε 6 εβδομάδες, χορηγούμενης ως ενδοφλέβια έγχυση επί 30 λεπτά, μέχρι την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας ή εξέλιξης της νόσου (βλ. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες).
Προσαρμογές της δόσης και μόνιμη διακοπή για EC Όταν χορηγείτε το LENVIMA σε συνδυασμό με πεμπρολιζουμάμπη, διακόψτε προσωρινά, μειώστε τη δόση ή διακόψτε μόνιμα τη χορήγηση του LENVIMA όπως είναι κατάλληλο (βλ. Πίνακα 3). Αναστείλετε ή διακόψτε μόνιμα τη χορήγηση πεμπρολιζουμάμπης σύμφωνα με τις οδηγίες στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (ΠΧΠ) για την πεμπρολιζουμάμπη. Δεν συνιστώνται μειώσεις δόσης για την πεμπρολιζουμάμπη.
Πίνακας 3: Τροποποιήσεις δόσης από τη συνιστώμενη ημερήσια δόσης της λενβατινίμπης σε ασθενείς με EC
| Ανεπιθύμητη ενέργεια | Τροποποίηση | Προσαρμοσμένη δόση |
|---|---|---|
| Δόση έναρξης | Σε συνδυασμό με πεμπρολιζουμάμπη | 20 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα (δύο καψάκια των 10 mg) |
Επίμονες και μη ανεκτές τοξικότητες Βαθμού 2 ή Βαθμού 3
| Ανεπιθύμητη ενέργεια | Τροποποίηση | Προσαρμοσμένη δόση |
|---|---|---|
| Πρώτη εμφάνιση | Προσωρινή διακοπή μέχρι την υποχώρηση σε Βαθμό 0-1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη | 14 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα (ένα καψάκιο των 10 mg + ένα καψάκιο των 4 mg) |
| Δεύτερη εμφάνιση (ίδια ενέργεια ή νέα ενέργεια) | Προσωρινή διακοπή μέχρι την υποχώρηση σε Βαθμό 0-1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη | 10 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα (ένα καψάκιο των 10 mg) |
| Τρίτη εμφάνιση (ίδια ενέργεια ή νέα ενέργεια) | Προσωρινή διακοπή μέχρι την υποχώρηση σε Βαθμό 0-1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη | 8 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα (δύο καψάκια των 4 mg) |
Απειλητικές για τη ζωή τοξικότητες (Βαθμού 4): Μόνιμη διακοπή.
- Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα για δόσεις μικρότερες των 8 mg.
- Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων (π.χ., Βαθμού 4), με την εξαίρεση εργαστηριακών ανωμαλιών που κρίνονται ως μη απειλητικές για τη ζωή, οι οποίες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως σοβαρές αντιδράσεις (Βαθμού 3).
Ειδικοί πληθυσμοί
- DTC
- Ασθενείς ηλικίας ≥75 ετών, Ασιατικής φυλής, με συννοσηρότητες (όπως υπέρταση και ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία) ή σωματικό βάρος κάτω των 60 kg εμφανίζουν μειωμένη ανεκτικότητα στη λενβατινίμπη. Όλοι οι ασθενείς εκτός από εκείνους με σοβαρή ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να ξεκινήσουν θεραπεία στη συνιστώμενη δόση των 24 mg, μετά την οποία η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται περαιτέρω με βάση την ατομική ανεκτικότητα.
- HCC
- Ασθενείς ηλικίας ≥75 ετών, λευκής φυλής ή θηλυκού γένους ή ασθενείς με χειρότερη ηπατική δυσλειτουργία κατά την έναρξη (βαθμολογία Child-Pugh A 6 σε σύγκριση με βαθμολογία 5) φαίνεται να έχουν μειωμένη ανεκτικότητα στη λενβατινίμπη. Ασθενείς με HCC εκτός από αυτούς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να ξεκινούν τη θεραπεία στη συνιστώμενη δόση έναρξης των 8 mg (για < 60 kg) ή 12 mg (για ≥ 60 kg), μετά την οποία η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται περαιτέρω με βάση την ατομική ανεκτικότητα.
- Ασθενείς με υπέρταση
- Η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να ελέγχεται καλά πριν τη θεραπεία με λενβατινίμπη, και θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
- Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
- DTC: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης σε ασθενείς με ήπια (Child-Pugh A) ή μέτρια (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή (Child-Pugh C) ηπατική δυσλειτουργία, η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 14 mg μία φορά την ημέρα. Μπορεί να απαιτούνται περαιτέρω προσαρμογές.
- HCC: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A). Πολύ περιορισμένα δεδομένα για μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B), συνιστάται στενή παρακολούθηση. Δεν έχει μελετηθεί σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C) και δεν συνιστάται η χρήση.
- EC: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης του συνδυασμού σε ασθενείς με ήπια (Child-Pugh A) ή μέτρια (Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή (Child-Pugh C) ηπατική δυσλειτουργία, η συνιστώμενη δόση έναρξης της λενβατινίμπης είναι 10 mg μία φορά την ημέρα. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ για την πεμπρολιζουμάμπη για τη δοσολογία σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
- Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
- DTC: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 14 mg μία φορά την ημέρα. Μπορεί να απαιτούνται περαιτέρω προσαρμογές. Δεν μελετήθηκαν ασθενείς με τελικού σταδίου νεφροπάθεια, δεν συνιστάται η χρήση.
- HCC: Δεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Δεν επιτρέπουν τα δεδομένα σύσταση δοσολογίας για σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
- EC: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 10 mg λενβατινίμπης μία φορά την ημέρα. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ για την πεμπρολιζουμάμπη για τη δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου, δεν συνιστάται η χρήση.
- Ηλικιωμένος πληθυσμός
- Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης με βάση την ηλικία. Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς ηλικίας ≥75 ετών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
- Παιδιατρικός πληθυσμός
- Η λενβατινίμπη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά ηλικίας 2 έως <18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.
- Φυλή
- Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης με βάση τη φυλή (βλ. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες). Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς με εθνοτική καταγωγή εκτός των Καυκάσιων ή των Ασιατών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Τρόπος χορήγησης
Η λενβατινίμπη προορίζεται για από στόματος χρήση. Τα καψάκια θα πρέπει να λαμβάνονται περίπου την ίδια ώρα κάθε μέρα, με ή χωρίς τροφή (βλ. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες). Οι φροντιστές δεν θα πρέπει να ανοίγουν το καψάκιο. Τα καψάκια λενβατινίμπης μπορούν να καταπίνονται ολόκληρα με νερό ή να χορηγούνται ως εναιώρημα που παρασκευάζεται μέσω διασποράς ολόκληρου του καψακίου ή των καψακίων σε νερό, χυμό μήλου ή γάλα. Το εναιώρημα μπορεί να χορηγείται από του στόματος ή μέσω ενός σωλήνα σίτισης. Αν χορηγείται μέσω σωλήνα σίτισης, τότε το εναιώρημα θα πρέπει να παρασκευάζεται χρησιμοποιώντας νερό. Αν δεν χρησιμοποιηθεί τη στιγμή της παρασκευής, το εναιώρημα λενβατινίμπης μπορεί να φυλαχθεί σε καλυμμένο περιέκτη και πρέπει να παραμείνει στο ψυγείο σε θερμοκρασία 2 ºC έως 8 ºC για 24 ώρες το μέγιστο. Μετά την αφαίρεσή του από το ψυγείο, θα πρέπει να ανακινήσετε το εναιώρημα για περίπου 30 δευτερόλεπτα πριν από τη χρήση. Αν δεν χρησιμοποιηθεί εντός 24 ωρών, το εναιώρημα θα πρέπει να απορριφθεί. Για χρήση σε συνδυασμό με πεμπρολιζουμάμπη, ανατρέξτε στην ΠΧΠ για την πεμπρολιζουμάμπη.
block
Αντενδείξεις
SPC-LENVIMA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
- Θηλασμός (βλ. Κύηση και γαλουχία).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LENVIMA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Υπέρταση
Υπέρταση έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη, η οποία εμφανίζεται συνήθως νωρίς κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η αρτηριακή πίεση (ΑΠ) θα πρέπει να ελέγχεται καλά πριν τη θεραπεία με λενβατινίμπη και, αν είναι γνωστό ότι οι ασθενείς είναι υπερτασικοί, θα πρέπει να λαμβάνουν σταθερή δόση αντιυπερτασικής θεραπείας για τουλάχιστον 1 εβδομάδα πριν από τη θεραπεία με λενβατινίμπη. Έχουν αναφερθεί σοβαρές επιπλοκές ανεπαρκώς ελεγχόμενης υπέρτασης, συμπεριλαμβανομένου του διαχωρισμού της αορτής. Η πρόωρη διάγνωση και η αποτελεσματική διαχείριση της υπέρτασης είναι σημαντικές για την ελαχιστοποίηση της ανάγκης για προσωρινές διακοπές και μειώσεις της δόσης της λενβατινίμπης. Η θεραπεία με αντιυπερτασικούς παράγοντες θα πρέπει να ξεκινά αμέσως μόλις επιβεβαιωθεί αυξημένη ΑΠ. Η ΑΠ θα πρέπει να παρακολουθείται 1 εβδομάδα μετά τη θεραπεία με λενβατινίμπη, στη συνέχεια κάθε 2 εβδομάδες για τους πρώτους 2 μήνες και μηνιαίως εφεξής. Η επιλογή της αντιυπερτασικής θεραπείας θα πρέπει να εξατομικεύεται στην κλινική κατάσταση του ασθενούς και να ακολουθεί τη συνήθη ιατρική πρακτική. Για προηγουμένως νορμοτασικά άτομα, η μονοθεραπεία με μία από τις κατηγορίες αντιυπερτασικών πρέπει να ξεκινά όταν παρατηρείται αυξημένη ΑΠ. Για εκείνους τους ασθενείς που λαμβάνουν ήδη ένα αντιυπερτασικό φαρμακευτικό προϊόν, η δόση του τρέχοντος παράγοντα μπορεί να αυξηθεί, ανάλογα με την περίπτωση, ή θα πρέπει να προστεθεί ένας ή περισσότεροι παράγοντες από μια διαφορετική κατηγορία αντιυπερτασικών. Όταν απαιτείται, διαχειριστείτε την υπέρταση όπως συνιστάται στον Πίνακα 5.
Πίνακας 5 Συνιστώμενη διαχείριση της υπέρτασης
| Επίπεδο αρτηριακής πίεσης (ΑΠ) | Συνιστώμενη ενέργεια |
|---|---|
| Συστολική ΑΠ ≥140 mmHg έως και<160 mmHg ή διαστολική ΑΠ ≥90 mmHg έως και<100 mmHg | Συνεχίστε τη λενβατινίμπη και ξεκινήστε αντιυπερτασική θεραπεία, εάν δεν λαμβάνετε ήδη Ή Συνεχίστε τη λενβατινίμπη και αυξήστε τη δόση της τρέχουσας αντιυπερτασικής θεραπείας ή ξεκινήστε πρόσθετη αντιυπερτασική θεραπεία |
| Συστολική ΑΠ ≥160 mmHg ή διαστολική ΑΠ ≥100 mmHg παρά τη βέλτιστη αντιυπερτασική θεραπεία | Διακόψτε τη λενβατινίμπη. Όταν η συστολική ΑΠ ≤150 mmHg, η διαστολική ΑΠ ≤95 mmHg και ο ασθενής λαμβάνει σταθερή δόση αντιυπερτασικής θεραπείας για τουλάχιστον 48 ώρες, ξεκινήστε εκ νέου τη λενβατινίμπη σε μειωμένη δόση (βλ. Δοσολογία). |
| Απειλητικές για τη ζωή συνέπειες (κακοήθης υπέρταση, νευρολογικό έλλειμμα ή υπερτασική κρίση) | Ενδείκνυται επείγουσα παρέμβαση. Διακόψτε τη λενβατινίμπη και ξεκινήστε κατάλληλη ιατρική διαχείριση. |
Ανευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοί
Η χρήση αναστολέων VEGF σε ασθενείς με ή χωρίς υπέρταση μπορεί να ευνοήσει τον σχηματισμό ανευρυσμάτων και/ή αρτηριακών διαχωρισμών. Ο κίνδυνος αυτός πρέπει να λαμβάνεται προσεκτικά υπόψη πριν από την έναρξη της θεραπείας με λενβατινίμπη σε ασθενείς που παρουσιάζουν παράγοντες κινδύνου όπως υπέρταση ή ιστορικό ανευρύσματος.
Πρωτεϊνουρία
Έχει αναφερθεί πρωτεϊνουρία σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη, η οποία εμφανίζεται συνήθως νωρίς κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η πρωτεΐνη στα ούρα θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά. Αν ανιχνεύεται πρωτεϊνουρία με ανάλυση ούρων με δοκιμαστική ταινία ≥2+, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία). Έχουν αναφερθεί περιστατικά νεφρωσικού συνδρόμου σε ασθενείς που χρησιμοποίησαν λενβατινίμπη. Η λενβατινίμπη θα πρέπει να διακοπεί σε περίπτωση νεφρωσικού συνδρόμου.
Ηπατοτοξικότητα
Στον DTC, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το ήπαρ σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη περιλάμβαναν αυξήσεις στην αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT), στην ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) και στη χολερυθρίνη αίματος. Έχουν αναφερθεί ηπατική ανεπάρκεια και οξεία ηπατίτιδα (<1%, βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) σε ασθενείς με DTC που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη. Τα περιστατικά ηπατικής ανεπάρκειας έχουν γενικά αναφερθεί σε ασθενείς με προοδευτική μεταστατική ηπατική νόσο.
Σε ασθενείς με HCC οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη στη δοκιμή REFLECT, ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το ήπαρ, συμπεριλαμβανομένης της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας και της ηπατικής ανεπάρκειας (συμπεριλαμβανομένων των θανατηφόρων ενεργειών) αναφέρθηκαν σε υψηλότερη συχνότητα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) σε σύγκριση με τους ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με σοραφενίμπη. Οι ασθενείς με χειρότερη ηπατική δυσλειτουργία ή/και μεγαλύτερο φορτίο όγκου στο ήπαρ κατά την έναρξη είχαν υψηλότερο κίνδυνο εκδήλωσης ηπατικής εγκεφαλοπάθειας και ηπατικής ανεπάρκειας. Ηπατική εγκεφαλοπάθεια παρουσιάστηκε επίσης πιο συχνά σε ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω. Περίπου τα μισά από τα συμβάντα ηπατικής ανεπάρκειας και το ένα τρίτο από τα συμβάντα ηπατικής εγκεφαλοπάθειας αναφέρθηκαν σε ασθενείς με εξέλιξη της νόσου.
Τα δεδομένα σε ασθενείς με HCC με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B) είναι πολύ περιορισμένα και δεν υπάρχουν, επί του παρόντος, διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με HCC με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C). Καθώς η λενβατινίμπη αποβάλλεται κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού, αναμένεται αύξηση της έκθεσης σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Στο EC, οι σχετιζόμενες με το ήπαρ ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται πιο συχνά σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λενβατινίμπη και πεμπρολιζουμάμπη περιλάμβαναν αυξήσεις στην αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) και την ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST). Έχουν αναφερθεί ηπατική ανεπάρκεια και ηπατίτιδα (<1%, βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) σε ασθενείς με EC που λάμβαναν θεραπεία με λενβατινίμπη και πεμπρολιζουμάμπη.
Συνιστάται στενή παρακολούθηση της συνολικής ασφάλειας σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές). Οι δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να παρακολουθούνται πριν την έναρξη της θεραπείας, στη συνέχεια κάθε 2 εβδομάδες για τους πρώτους 2 μήνες και μηνιαίως εφεξής κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς με HCC θα πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας. Σε περίπτωση ηπατοτοξικότητας, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική ανεπάρκεια και δυσλειτουργία
Έχουν αναφερθεί νεφρική δυσλειτουργία και ανεπάρκεια σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ο κύριος παράγοντας κινδύνου που διαπιστώθηκε ήταν η αφυδάτωση και/ή η υποογκαιμία λόγω τοξικότητας στο γαστρεντερικό. Απαιτείται ενεργή διαχείριση της τοξικότητας στο γαστρεντερικό, για να μειωθεί ο κίνδυνος ανάπτυξης νεφρικής δυσλειτουργίας ή ανεπάρκειας. Μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
Αν οι ασθενείς έχουν σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η δόση έναρξης της λενβατινίμπης θα πρέπει να προσαρμόζεται (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Διάρροια
Έχει αναφερθεί συχνά διάρροια σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη, η οποία εμφανίζεται συνήθως νωρίς κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Θα πρέπει να ξεκινήσει άμεση ιατρική διαχείριση της διάρροιας προκειμένου να αποφευχθεί η αφυδάτωση. Η λενβατινίμπη θα πρέπει να διακοπεί σε περίπτωση επιμονής της διάρροιας Βαθμού 4 παρά την ιατρική διαχείριση.
Καρδιακή δυσλειτουργία
Έχουν αναφερθεί καρδιακή ανεπάρκεια (<1%) και μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για κλινικά συμπτώματα ή σημεία καρδιακής ανεπάρκειας, καθώς μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (ΣΟΑΕ) / Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειας (ΣΑΟΛ)
Έχει αναφερθεί ΣΟΑΕ, επίσης γνωστό ως ΣΑΟΛ, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη (<1%, βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το ΣΟΑΕ είναι μια νευρολογική διαταραχή που μπορεί να εμφανιστεί με κεφαλαλγία, σπασμούς, λήθαργο, σύγχυση, μεταβολή της νοητικής λειτουργίας, τύφλωση και άλλες οπτικές ή νευρολογικές διαταραχές. Ήπια έως σοβαρή υπέρταση μπορεί να εμφανίζεται. Απαιτείται μαγνητική τομογραφία για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση του ΣΟΑΕ. Κατάλληλα μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται για τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε ασθενείς με σημεία ή συμπτώματα ΣΟΑΕ, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
Αρτηριακές θρομβοεμβολές
Έχουν αναφερθεί αρτηριακές θρομβοεμβολές (αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο και έμφραγμα του μυοκαρδίου) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η λενβατινίμπη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς που είχαν αρτηριακή θρομβοεμβολή εντός των προηγούμενων 6 μηνών και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς. Η απόφαση για τη θεραπεία θα πρέπει να βασίζεται στην εκτίμηση του οφέλους/κινδύνου για κάθε ασθενή ξεχωριστά. Η λενβατινίμπη θα πρέπει να διακοπεί μετά από ένα αρτηριακό θρομβωτικό συμβάν.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν ιδιαίτερα αποτελεσματική αντισύλληψη ενώ λαμβάνουν λενβατινίμπη και για ένα μήνα μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. Κύηση και γαλουχία). Είναι άγνωστο επί του παρόντος αν η λενβατινίμπη αυξάνει τον κίνδυνο θρομβοεμβολικών συμβάντων όταν συνδυάζεται με από στόματος αντισυλληπτικά.
Αιμορραγία
Έχουν διαπιστωθεί σοβαρές, σχετικές με όγκους αιμορραγίες, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων αιμορραγικών συμβάντων σε κλινικές δοκιμές και έχουν αναφερθεί στην εμπειρία μετά την κυκλοφορία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Στον έλεγχο μετά την κυκλοφορία παρατηρήθηκαν σοβαρές και θανατηφόρες αιμορραγίες της καρωτιδικής αρτηρίας πιο συχνά σε ασθενείς με αναπλαστικό καρκίνωμα του θυρεοειδούς (ATC) από ό,τι σε εκείνους με DTC ή άλλους τύπους όγκου. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο βαθμός εισβολής/διήθησης των μείζονων αιμοφόρων αγγείων (πχ., καρωτιδική αρτηρία) από τον όγκο λόγω του πιθανού κινδύνου σοβαρής αιμορραγίας, η οποία σχετίζεται με τη συρρίκνωση/νέκρωση του όγκου ύστερα από τη θεραπεία με λενβατινίμπη. Έχουν διαπιστωθεί ορισμένα περιστατικά αιμορραγίας τα οποία εμφανίστηκαν δευτεροπαθώς ως προς τη συρρίκνωση του όγκου και τον σχηματισμό συριγγίων, πχ., τραχειοοισοφαγικών συριγγίων. Έχουν αναφερθεί περιστατικά θανατηφόρας ενδοκρανιακής αιμορραγίας σε ορισμένους ασθενείς με ή χωρίς μεταστάσεις στον εγκέφαλο. Έχει επίσης αναφερθεί αιμορραγία σε άλλες περιοχές πέραν του εγκεφάλου (π.χ., τραχεία, ενδοκοιλιακή περιοχή, πνεύμονας). Έχει αναφερθεί μια θανατηφόρα περίπτωση αιμορραγίας του ηπατικού όγκου σε ασθενή με HCC.
Θα πρέπει να πραγματοποιούνται διαλογή και επακόλουθη θεραπεία των κιρσών του οισοφάγου σε ασθενείς με ηπατική κίρρωση, σύμφωνα με το πρότυπο φροντίδας, πριν από την έναρξη της θεραπείας με λενβατινίμπη.
Σε περίπτωση αιμορραγίας, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία, Πίνακας 3).
Διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα και σχηματισμός συριγγίων
Έχει αναφερθεί διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα ή συρίγγιο σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Στις περισσότερες περιπτώσεις, η διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα και το συρίγγιο εμφανίστηκαν σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου, όπως προηγούμενη χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία. Σε περίπτωση διάτρησης του γαστρεντερικού σωλήνα ή συριγγίου, μπορεί να απαιτούνται προσωρινές διακοπές, προσαρμογές ή μόνιμη διακοπή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
Μη γαστρεντερικό συρίγγιο
Οι ασθενείς ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης συριγγίου όταν λαμβάνουν θεραπεία με λενβατινίμπη. Παρατηρήθηκαν περιστατικά σχηματισμού ή διόγκωσης συριγγίου που περιλαμβάνουν άλλα μέρη του σώματος εκτός του στομάχου ή των εντέρων στις κλινικές δοκιμές και στην εμπειρία μετά την κυκλοφορία (πχ. τραχειακό, τραχειοοισοφαγικό, οισοφαγικό, υποδόριο συρίγγιο, συρίγγιο του γεννητικού συστήματος του θήλεος). Επιπροσθέτως, έχει αναφερθεί πνευμοθώρακας με ή χωρίς σαφείς ενδείξεις βρογχοπλευρικού συριγγίου. Ορισμένες αναφορές συριγγίου και πνευμοθώρακα συσχετίστηκαν με υποχώρηση ή νέκρωση του όγκου. Η προγενέστερη χειρουργική επέμβαση και η ακτινοθεραπεία ενδέχεται να αποτελούν συμβάλλοντες παράγοντες κινδύνου. Οι μεταστάσεις στον πνεύμονα ενδέχεται επίσης να αυξήσουν τον κίνδυνο πνευμοθώρακα. Δεν θα πρέπει να ξεκινήσετε θεραπεία με λενβατινίμπη σε ασθενείς με συρίγγιο προκειμένου να αποτραπεί η επιδείνωση, ενώ η θεραπεία της λενβατινίμπης θα πρέπει να διακοπεί μόνιμα σε ασθενείς με συμμετοχή του οισοφαγικού ή τραχειοβρογχικού σωλήνα και οποιοδήποτε Βαθμού 4 συρίγγιο (βλ. Δοσολογία). Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της προσωρινής διακοπής ή μείωσης της δόσης στη διαχείριση άλλων συμβάντων. Παρατηρήθηκε, ωστόσο, επιδείνωση σε ορισμένες περιπτώσεις και θα πρέπει να δοθεί προσοχή. Η λενβατινίμπη ενδέχεται να επηρεάσει δυσμενώς τη διαδικασία επούλωσης της πληγής όπως και άλλοι παράγοντες της ίδιας κατηγορίας.
Παράταση διαστήματος QT
Έχει αναφερθεί παράταση του διαστήματος QT/QTc σε υψηλότερη συχνότητα σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη από ό,τι σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Θα πρέπει να παρακολουθούνται τα ηλεκτροκαρδιογραφήματα κατά την έναρξη και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε όλους τους ασθενείς με ειδική προσοχή σε εκείνους με συγγενές σύνδρομο μακρού QT, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυαρρυθμίες, και σε εκείνους οι οποίοι λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT, συμπεριλαμβανομένων των αντιαρρυθμικών κατηγορίας Ia και ΙΙΙ. Η λενβατινίμπη θα πρέπει να διακοπεί σε περίπτωση εμφάνισης παράτασης διαστήματος QT >500 ms. Η λενβατινίμπη θα πρέπει να ξεκινά εκ νέου σε μειωμένη δόση όταν η παράταση του QTc υποχωρεί στα < 480 ms ή την κατάσταση κατά την έναρξη.
Οι διαταραχές των ηλεκτρολυτών όπως υποκαλιαιμία, υπασβεστιαιμία ή υπομαγνησιαιμία αυξάνουν τον κίνδυνο παράτασης του διαστήματος QT, ως εκ τούτου, οι ανωμαλίες των ηλεκτρολυτών θα πρέπει να παρακολουθούνται και να διορθώνονται σε όλους τους ασθενείς πριν την έναρξη της θεραπείας. Θα πρέπει να παρακολουθούνται περιοδικά οι ηλεκτρολύτες (μαγνήσιο, κάλιο και ασβέστιο) κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Τα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα θα πρέπει να παρακολουθούνται τουλάχιστον μηνιαίως και το ασβέστιο θα πρέπει να αντικαθίσταται όπως κρίνεται απαραίτητο κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λενβατινίμπη. Η χορήγηση δόσης λενβατινίμπης θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά ή η δόση να προσαρμόζεται όπως κρίνεται απαραίτητο, ανάλογα με τη σοβαρότητα, την παρουσία μεταβολών στο ΗΚΓ και την επιμονή της υπασβεστιαιμίας.
Δυσλειτουργία της καταστολής της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης/Δυσλειτουργία θυρεοειδούς
Έχει αναφερθεί υποθυρεοειδισμός σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λενβατινίμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Θα πρέπει να παρακολουθείται η λειτουργία του θυρεοειδούς πριν από την έναρξη και περιοδικά καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με λενβατινίμπη. Η θεραπεία του υποθυρεοειδισμού θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με την πρότυπη ιατρική πρακτική για τη διατήρηση της ευθυρεοειδικής κατάστασης.
Η λενβατινίμπη βλάπτει την εξωγενή καταστολή του θυρεοειδούς (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα επίπεδα της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) θα πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτική βάση και θα πρέπει να προσαρμόζεται χορήγηση ορμονών θυρεοειδούς για να επιτευχθούν κατάλληλα επίπεδα της TSH, σύμφωνα με τον θεραπευτικό στόχο του ασθενή.
Επιπλοκές επούλωσης τραυμάτων
Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες για την επίδραση της λενβατινίμπης στην επούλωση τραυμάτων. Καθυστερημένη επούλωση τραυμάτων έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν λενβατινίμπη. Το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής της λενβατινίμπης θα πρέπει να μελετάται σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις. Υπάρχει περιορισμένη κλινική εμπειρία αναφορικά με τον χρόνο επανέναρξης της λενβατινίμπης έπειτα από μείζων χειρουργική επέμβαση. Ως εκ τούτου, η απόφαση για επανέναρξη της λενβατινίμπης έπειτα από μείζων χειρουργική επέμβαση θα πρέπει να βασίζεται στην κλινική κρίση αναφορικά με την επαρκή επούλωση τραυμάτων.
Οστεονέκρωση της γνάθου (ΟΝΓ)
Έχουν αναφερθεί περιστατικά ΟΝΓ σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λενβατινίμπη. Ορισμένα περιστατικά αναφέρθηκαν σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη ή ταυτόχρονη αντιαπορροφητική οστική θεραπεία ή/και άλλους αναστολείς αγγειογένεσης, π.χ. μπεβασιζουμάμπη, αναστολείς της τυροσινικής κινάσης (TKI), αναστολείς mTOR. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά τη χρήση της λενβατινίμπης είτε ταυτόχρονα είτε διαδοχικά με αντιαπορροφητική θεραπεία ή/και άλλους αναστολείς αγγειογένεσης. Οι επεμβατικές οδοντιατρικές διαδικασίες αποτελούν προσδιορισμένο παράγοντα κινδύνου. Πριν από τη θεραπεία με λενβατινίμπη, θα πρέπει να μελετάται το ενδεχόμενο διενέργειας οδοντιατρικής εξέτασης και κατάλληλων προληπτικών οδοντιατρικών ελέγχων. Στους ασθενείς που έχουν λάβει προηγουμένως ή λαμβάνουν τη δεδομένη στιγμή ενδοφλέβια διφωσφονικά, οι επεμβατικές οδοντιατρικές διαδικασίες θα πρέπει να αποφεύγονται, εάν είναι εφικτό (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ειδικοί πληθυσμοί
Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς εθνοτικής καταγωγής εκτός των Καυκάσιων ή Ασιατών, και σε ασθενείς ηλικίας ≥ 75 ετών. Η λενβατινίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς, δεδομένης της μειωμένης ανεκτικότητας στη λενβατινίμπη σε Ασιάτες και ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση της λενβατινίμπης αμέσως μετά τη σοραφενίμπη ή άλλες αντικαρκινικές θεραπείες και μπορεί να υπάρχει δυνητικός κίνδυνος για πρόσθετες τοξικότητες εκτός εάν υπάρχει επαρκής περίοδος κάθαρσης μεταξύ των θεραπειών. Η ελάχιστη περίοδος κάθαρσης σε κλινικές δοκιμές ήταν 4 εβδομάδες.
Οι ασθενείς με ECOG PS ≥ 2 αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες (εκτός από καρκίνωμα του θυρεοειδούς).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LENVIMA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη λενβατινίμπη
- Χημειοθεραπευτικοί παράγοντες Η συγχορήγηση λενβατινίμπης, καρβοπλατίνης και πακλιταξέλης δεν έχει σημαντική επίπτωση στη φαρμακοκινητική οποιασδήποτε από αυτές τις 3 ουσίες.
Επίδραση της λενβατινίμπης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
- Μια μελέτη αλληλεπίδρασης φαρμάκου με φάρμακο (DDI) σε ασθενείς με καρκίνο έδειξε ότι οι συγκεντρώσεις της μιδαζολάμης στο πλάσμα (ένα ευαίσθητο υπόστρωμα του CYP3A και της P-γλυκοπρωτεΐνης) δεν τροποποιήθηκαν παρουσία της λενβατινίμπης. Συνεπώς, δεν αναμένεται σημαντική αλληλεπίδραση φαρμάκου με φάρμακο μεταξύ της λενβατινίμπης και άλλων υποστρωμάτων του CYP3A4/της P-γλυκοπρωτεΐνης.
- Από στόματος αντισυλληπτικά Είναι επί του παρόντος άγνωστο εάν η λενβατινίμπη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών και, ως εκ τούτου, οι γυναίκες που χρησιμοποιούν από στόματος ορμονικά αντισυλληπτικά θα πρέπει να προσθέσουν μια μέθοδο φραγμού (βλ. Κύηση και γαλουχία).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LENVIMA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η παρούσα ενότητα περιγράφει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που απαιτούν τροποποίηση της δόσης της λενβατινίμπης, όπως αναφέρεται στον Πίνακα 4. Μια πλήρης λίστα όλων των ανεπιθύμητων ενεργειών με συχνότητες (όπως ορίζονται από το MedDRA) δεν παρέχεται στο παρόν κείμενο.
Πίνακας 4: Ανεπιθύμητες ενέργειες που απαιτούν τροποποίηση της δόσης της λενβατινίμπης
| Ανεπιθύμητη ενέργεια | Σοβαρότητα | Ενέργεια | Μείωση δόσης και έναρξη εκ νέου θεραπείας με λενβατινίμπη |
|---|---|---|---|
| Υπέρταση | Βαθμός 3 (παρά τη βέλτιστη αντιυπερτασική θεραπεία) | Προσωρινή διακοπή | Υποχωρεί στον Βαθμό 0, 1 ή 2. Βλ. λεπτομερείς οδηγίες στον Πίνακα 5 στην (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). |
| Υπέρταση | Βαθμός 4 | Μόνιμη διακοπή | Μην αρχίζετε εκ νέου τη θεραπεία |
| Πρωτεϊνουρία | ≥ 2 g / 24 ώρες | Προσωρινή διακοπή | Υποχωρεί σε λιγότερο από 2 g / 24 ώρες. |
| Νεφρωσικό σύνδρομο | Μόνιμη διακοπή | Μην αρχίζετε εκ νέου τη θεραπεία | |
| Νεφρική δυσλειτουργία ή ανεπάρκεια | Βαθμός 3 | Προσωρινή διακοπή | Υποχωρεί στον Βαθμό 0-1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη. |
| Νεφρική δυσλειτουργία ή ανεπάρκεια | Βαθμός 4* | Μόνιμη διακοπή | Μην αρχίζετε εκ νέου τη θεραπεία |
| Καρδιακή δυσλειτουργία | Βαθμός 3 | Προσωρινή διακοπή | Υποχωρεί στον Βαθμό 0-1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη. |
| Καρδιακή δυσλειτουργία | Βαθμός 4 | Μόνιμη διακοπή | Μην αρχίζετε εκ νέου τη θεραπεία |
| Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (ΣΟΑΕ) / Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειας (ΣΑΟΛ) | Οποιοσδήποτε βαθμός | Προσωρινή διακοπή | Εξετάστε το ενδεχόμενο να αρχίσετε εκ νέου τη θεραπεία σε μειωμένη δόση εάν υποχωρεί στον Βαθμό 0-1. |
| Ηπατοτοξικότητα | Βαθμός 3 | Προσωρινή διακοπή | Υποχωρεί στον Βαθμό 0-1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη. |
| Ηπατοτοξικότητα | Βαθμός 4* | Μόνιμη διακοπή | Μην αρχίζετε εκ νέου τη θεραπεία |
| Αρτηριακές θρομβοεμβολές | Οποιοσδήποτε βαθμός | Μόνιμη διακοπή | Μην αρχίζετε εκ νέου τη θεραπεία |
| Αιμορραγία | Βαθμός 3 | Προσωρινή διακοπή | Υποχωρεί στον Βαθμό 0-1. |
| Αιμορραγία | Βαθμός 4 | Μόνιμη διακοπή | Μην αρχίζετε εκ νέου τη θεραπεία |
| Μη γαστρεντερικό συρίγγιο | Οποιοσδήποτε βαθμός | Μόνιμη διακοπή | Μην αρχίζετε εκ νέου τη θεραπεία |
| Παράταση διαστήματος QT | >500 ms | Προσωρινή διακοπή | Υποχωρεί στα <480 ms ή την κατάσταση κατά την έναρξη |
| Διάρροια | Βαθμός 3 | Προσωρινή διακοπή | Υποχωρεί στον Βαθμό 0-1 ή την κατάσταση κατά την έναρξη. |
| Διάρροια | Βαθμός 4 (παρά την ιατρική διαχείριση) | Μόνιμη διακοπή | Μην αρχίζετε εκ νέου τη θεραπεία |
| Διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα ή συρίγγια | Οποιοσδήποτε βαθμός | Μόνιμη διακοπή | Μην αρχίζετε εκ νέου τη θεραπεία |
- Οι εργαστηριακές ανωμαλίες Βαθμού 4 που κρίθηκαν μη απειλητικές για τη ζωή μπορεί να αντιμετωπίζονται ως σοβαρές αντιδράσεις (π.χ., Βαθμού 3).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LENVIMA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες και να χρησιμοποιούν ιδιαίτερα αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λενβατινίμπη και για διάστημα τουλάχιστον ένα μήνα μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Είναι άγνωστο επί του παρόντος αν η λενβατινίμπη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών και, ως εκ τούτου, οι γυναίκες που χρησιμοποιούν από στόματος ορμονικά αντισυλληπτικά θα πρέπει να προσθέσουν μια μέθοδο φραγμού.
Κύηση
Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση της λενβατινίμπης σε έγκυο γυναίκα. Η λενβατινίμπη ήταν εμβρυοτοξική και τερατογόνος όταν χορηγήθηκε σε αρουραίους και κουνέλια (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Η λενβατινίμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο και μετά από προσεκτική εκτίμηση για τις ανάγκες της μητέρας και τον κίνδυνο για το έμβρυο.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η λενβατινίμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η λενβατινίμπη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο γάλα των αρουραίων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί και, ως εκ τούτου, η λενβατινίμπη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλέπε Αντενδείξεις).
Γονιμότητα
Είναι άγνωστες οι επιδράσεις στον άνθρωπο. Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί τοξικότητα στους όρχεις και τις ωοθήκες σε αρουραίους, σκύλους και πιθήκους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LENVIMA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικών κινασών, κωδικός ATC: L01EX08
Η λενβατινίμπη είναι ένας αναστολέας πολλαπλών κινασών που έχει δείξει κυρίως αντιαγγειογενετικές ιδιότητες in vitro και in vivo, και άμεση αναστολή της ανάπτυξης του όγκου παρατηρήθηκε επίσης σε in vitro μοντέλα.
Μηχανισμός δράσης
Η λενβατινίμπη αποτελεί αναστολέα των υποδοχέων κινάσης της τυροσίνης (RTK) που αναστέλλει εκλεκτικά τις δράσεις της κινάσης των υποδοχέων του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα (VEGF), VEGFR1 (FLT1), VEGFR2 (KDR) και VEGFR3 (FLT4), επιπλέον με άλλους προαγγειογόνους και ογκογόνους σχετιζόμενους με την οδό RTKs, συμπεριλαμβανομένων των υποδοχέων του παράγοντα ανάπτυξης ινοβλαστών (FGF), FGFR1, 2, 3 και 4, του υποδοχέα του αυξητικού παράγοντα που παράγεται από τα αιµοπετάλια (PDGF), PDGFRα, KIT και RET. Επιπλέον, η λενβατινίμπη είχε εκλεκτική, άμεση αντιπολλαπλασιαστική δράση στις κυτταρικές σειρές ηπατοκυττάρων που εξαρτώνται από την ενεργοποιημένη σηματοδότηση FGFR, η οποία αποδίδεται στην αναστολή της σηματοδότησης FGFR από τη λενβατινίμπη.
Σε ομοιογονιδιακά μοντέλα όγκου ποντικών, η λενβατινίμπη μείωσε τα σχετιζόμενα με νεοπλασίες μακροφάγα, αύξησε τα ενεργοποιημένα κυτταροτοξικά κύτταρα Τ και έδειξε μεγαλύτερη αντινεοπλασματική δραστικότητα σε συνδυασμό με ένα μονοκλωνικό αντίσωμα anti-PD-1, σε σύγκριση με τη θεραπεία μόνο με έναν από τους δύο παράγοντες.
Παρόλο που δεν μελετήθηκε απευθείας με τη λενβατινίμπη, ο μηχανισμός δράσης για υπέρταση θεωρείται ότι διαμεσολαβείται από την αναστολή του VEGFR2 σε αγγειακά ενδοθηλιακά κύτταρα. Ομοίως, αν και δεν έχει μελετηθεί απευθείας, ο μηχανισμός δράσης για πρωτεϊνουρία θεωρείται ότι διαμεσολαβείται από τη μειορρύθμιση των VEGFR1 και VEGFR2 στα ποδοκύτταρα του σπειράματος.
Ο μηχανισμός δράσης για υποθυρεοειδισμό δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Το κείμενο περιγράφει τη κλινική αποτελεσματικότητα για τον Ανθεκτικό στο ραδιενεργό ιώδιο, διαφοροποιημένο καρκίνο του θυρεοειδούς (μελέτη SELECT) και για το Ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα (μελέτη REFLECT), συμπεριλαμβανομένων δεδομένων PFS, ORR και OS, καθώς και τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των ασθενών των μελετών.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LENVIMA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Έχουν μελετηθεί παράμετροι φαρμακοκινητικής της λενβατινίμπης σε υγιή ενήλικα άτομα, ενήλικα άτομα με ηπατική δυσλειτουργία, νεφρική δυσλειτουργία και συμπαγείς όγκους.
Απορρόφηση
Η λενβατινίμπη απορροφάται ταχέως μετά την από στόματος χορήγηση με το tmax να παρατηρείται συνήθως από 1 έως 4 ώρες μετά τη δόση. Η τροφή δεν επηρεάζει τον βαθμό απορρόφησης, αλλά επιβραδύνει τον ρυθμό απορρόφησης. Όταν χορηγείται με τροφή, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα καθυστερούν κατά 2 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν έχει καθοριστεί στον άνθρωπο, αλλά δεδομένα υποδηλώνουν ότι είναι της τάξης του 85%.
Κατανομή
Η in vitro δέσμευση της λενβατινίμπης στις ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος είναι υψηλή και κυμάνθηκε από 98% έως 99%. Αυτή η δέσμευση ήταν κυρίως στη λευκωματίνη. Η αναλογία συγκέντρωσης αίματος προς πλάσμα κυμάνθηκε από 0,589 έως 0,608. Η λενβατινίμπη αποτελεί υπόστρωμα της P-gp και της BCRP. Ο διάμεσος φαινομενικός όγκος κατανομής (Vz/F) της πρώτης δόσης κυμάνθηκε από 50,5 L έως 92 L και σε σταθερή κατάσταση (Vz/Fss) από 43,2 L έως 121 L.
Βιομετασχηματισμός
In vitro, το κυτόχρωμα P450 3A4 αποδείχθηκε ως η κύρια ισομορφή (>80%) που συμμετέχει στο μεταβολισμό με τη διαμεσολάβηση του P450. Ωστόσο, in vivo δεδομένα έδειξαν ότι οι οδοί χωρίς τη διαμεσολάβηση του P450 συνέβαλαν σε σημαντικό ποσοστό του συνολικού μεταβολισμού. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η διμεθυλιωμένη μορφή M2. Οι κύριες μεταβολικές οδοί στον άνθρωπο προσδιορίστηκαν ως η οξείδωση από την αλδεϋδο-οξειδάση, η διμεθυλίωση μέσω του CYP3A4, η σύζευξη γλουταθειόνης με απαλοιφή της O-αρυλο-ομάδας και συνδυασμοί αυτών των οδών ακολουθούμενες από περαιτέρω βιομετασχηματισμούς.
Αποβολή
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται διεκθετικά. Η μέση τελική εκθετική ημίσεια ζωή της λενβατινίμπης είναι περίπου 28 ώρες. Περίπου τα δύο τρίτα και το ένα τέταρτο της ραδιοεπισήμανσης αποβλήθηκαν στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα. Ο M3 μεταβολίτης ήταν η κύρια προσδιοριζόμενη ουσία στα απεκκρίματα (~17% της δόσης).
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η έκθεση στη λενβατινίμπη (Cmax και AUC) αυξήθηκε σε άμεση αναλογία προς τη χορηγούμενη δόση για όλο το εύρος των 3,2 έως 32 mg μία φορά την ημέρα. Η λενβατινίμπη εμφανίζει ελάχιστη συσσώρευση σε σταθερή κατάσταση.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηπατική δυσλειτουργία: Η έκθεση της λενβατινίμπης (AUC) ήταν 119%, 107% και 180% της κανονικής για άτομα με ήπια (Child-Pugh A), μέτρια (Child-Pugh B) και σοβαρή (Child-Pugh C) ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Η μέση ημίσεια ζωή ήταν συγκρίσιμη (26-31 ώρες). (βλ. Δοσολογία).
- Νεφρική δυσλειτουργία: Η έκθεση της λενβατινίμπης (AUC) ήταν 101%, 90% και 122% της κανονικής για άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Δεν μελετήθηκαν άτομα με νεφροπάθεια τελικού σταδίου (βλ. Δοσολογία).
- Ηλικία, φύλο, σωματικό βάρος, φυλή: Δεν είχαν κλινικά συναφή επίδραση στην κάθαρση (βλ. Δοσολογία).
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Με βάση κρυσταλλογραφία ακτίνων Χ και μελέτες κινητικής αλληλεπίδρασης, το lenvatinib συνδέεται με τη θέση πρόσδεσης αδενοσινο5’-τριφωσφορικής του VEGFR2 και με γειτονική περιοχή μέσω ενός δακτυλίου κυκλοπροπανίου, αναστέλλοντας έτσι τη δραστηριότητα της τυροσινικής κινάσης και των σχετιζόμενων μονοπατιών σηματοδότησης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το Lenvatinib είναι ένας αναστολέας κινάσης υποδοχέα τυροσίνης (RTK) που αναστέλλει τις δραστηριότητες κινάσης των αγγειακών ενδοθηλιακών αυξητικών παραγόντων (VEGF) υποδοχείς VEGFR1 (FLT1), VEGFR2 (KDR) και VEGFR3 (FLT4). Το Lenvatinib αναστέλλει επίσης άλλους RTKs που εμπλέκονται στην παθολογική αγγειογένεση, την ανάπτυξη όγκων και την πρόοδο του καρκίνου, εκτός από τις φυσιολογικές κυτταρικές τους λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένων των υποδοχέων παραγόντων ινοβλαστών (FGF) FGFR1, 2, 3 και 4· τον υποδοχέα παραγόντων αυξητικού παράγοντα των αιμοπεταλίων άλφα (PDGFRα), KIT και RET.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Ο χρόνος για τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση σημειώθηκε από 1 έως 4 ώρες μετά τη δόση. Η χορήγηση με τροφή δεν επηρέασε την έκταση της απορρόφησης, αλλά μείωσε τον ρυθμό απορρόφησης και καθυστέρησε το διάμεσο Tmax από 2 ώρες σε 4 ώρες.
Μετά τη χορήγηση ραδιοσημασμένης δόσης, περίπου το 64% και το 25% του ραδιοσημασμένου υλικού αποβλήθηκαν στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η in vitro σύνδεση του lenvatinib με ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος κυμάνθηκε από 98% έως 99%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Το Lenvatinib μεταβολίζεται από το CYP3A και την αλδεΰδη οξειδάση.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του lenvatinib είναι περίπου 28 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
Παράγοντες που αναστέλλουν τις ΠΡΩΤΕΪΝΙΚΕΣ ΚΙΝΑΣΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
EE083865G2
LENVATINIB
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Κινάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κινάσης Υποδοχέα Τυροσίνης
Το Lenvatinib είναι Αναστολέας Κινάσης. Ο μηχανισμός δράσης του lenvatinib είναι ως Αναστολέας Κινάσης Υποδοχέα Τυροσίνης.
LENVATINIB
Αναστολέας Κινάσης [EPC]· Αναστολείς Κινάσης Υποδοχέα Τυροσίνης [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
Παράγοντες που αναστέλλουν τις ΠΡΩΤΕΪΝΙΚΕΣ ΚΙΝΑΣΕΣ.