Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ A16AB05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

LARONIDASE

Λαρονιδάση

Για τη θεραπεία της μυκοπολυσακχαριδώσεως.

Chemical structure of LARONIDASE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
DrugBank

Ενδείξεις

expand_more
Για τη θεραπεία της μυκοπολυσακχαριδώσεως.
block
SPC-ALDURAZYME

Αντενδείξεις

expand_more
  • Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση) στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
warning
SPC-ALDURAZYME

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Αντιδράσεις συσχετιζόμενες με την έγχυση (ΑΣΕ)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους χορηγείται το Aldurazyme
    Πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Κάθε περίπτωση αντίδρασης σχετιζόμενης με την έγχυση, καθυστερημένης αντίδρασης ή πιθανής ανοσολογικής αντίδρασης θα πρέπει να αναφέρεται.
  • Βαριές αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση
    Βαριές
    ΠληθυσμόςΑσθενείς µε προϋπάρχουσα βαριά υποκείµενη προσβολή του άνω αεραγωγού
    Θα πρέπει να συνεχίζεται η προσεκτική παρακολούθηση και η έγχυση µε Aldurazyme να πραγµατοποιείται µόνο σε κατάλληλο κλινικό περιβάλλον, όπου θα υπάρχει άµεσα διαθέσιµος εξοπλισµός ανάνηψης για την αντιµετώπιση επειγουσών ιατρικών καταστάσεων.
  • Κίνδυνος εμφάνισης ΑΣΕ
    ΠληθυσμόςΑσθενείς µε οξεία υποκείµενη νόσο κατά το χρόνο έγχυσης του Aldurazyme
    Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην κλινική κατάσταση του ασθενούς πριν από τη χορήγηση του Aldurazyme.
  • Χορήγηση σε ασθενείς µε αντισώµατα ή συµπτώµατα ΑΣΕ
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν παρουσιάσει αντισώµατα ή συµπτώµατα ΑΣΕ
    Θα πρέπει να πραγµατοποιείται µε προσοχή.
  • Συνέχιση αγωγής έπειτα από παρατεταµένη διακοπή
    Να είστε προσεκτικοί λόγω του θεωρητικά αυξηµένου κινδύνου να προκύψει αντίδραση υπερευαισθησίας µετά τη διακοπή της θεραπείας.
  • Προθεραπεία
    ΠληθυσμόςΚατά την αρχική χορήγηση ή επαναχορήγηση έπειτα από διακοπή της θεραπείας
    Συνιστάται η πραγµατοποίηση προθεραπείας (µε αντιϊσταµινικά ή/και αντιπυρετικά) περίπου 60 λεπτά πριν από την έναρξη της έγχυσης, έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανή εµφάνιση ΑΣΕ. Αν ενδείκνυται κλινικά, εξετάστε το ενδεχόµενο η χορήγηση των φαρµάκων προθεραπείας να συνεχιστεί και µε τις επόµενες εγχύσεις του Aldurazyme.
  • Αντιµετώπιση ήπιας ή µέτριας ΑΣΕ
    Ήπιας ή μέτριας
    Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόµενο χορήγησης αντιϊσταµινικών και παρακεταµόλης/ιβουπροφένης, ή/και ο ρυθµός έγχυσης να µειωθεί στο µισό της τιµής του ρυθµού έγχυσης µε τον οποίο προέκυψε η αντίδραση.
  • Αντιµετώπιση µονής σοβαρής ΑΣΕ
    Σοβαρής
    Η έγχυση θα πρέπει να διακοπεί έως ότου τα συµπτώµατα να υποχωρήσουν και θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόµενο χορήγησης αντιϊσταµινικών και παρακεταµόλης/ιβουπροφένης. Η έγχυση µπορεί να αρχίσει εκ νέου µε µείωση του ρυθµού έγχυσης στο 1/2 - 1/4 του ρυθµού έγχυσης µε τον οποίο προέκυψε η αντίδραση.
  • Αντιµετώπιση υποστρέφουσας ΑΣΕ µέτριας σοβαρότητας ή νέας πρόκλησης έπειτα από µονή σοβαρή ΑΣΕ
    Μέτριας σοβαρότητας ή νέα πρόκληση έπειτα από μονή σοβαρή
    Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόµενο προθεραπείας (µε αντιϊσταµινικά και παρακεταµόλη/ιβουπροφένη ή/και κορτικοστεροειδή) και µείωσης του ρυθµού έγχυσης στο 1/2 - 1/4 του ρυθµού έγχυσης µε τον οποίο προέκυψε η προηγούµενη αντίδραση.
  • Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας αλλεργικού τύπου
    Σοβαρές
    Συνιστάται η άµεση διακοπή του Aldurazyme και η έναρξη κατάλληλης φαρµακευτικής αγωγής. Τα υφιστάµενα ιατρικά πρότυπα σχετικά µε τη χορήγηση επείγουσας θεραπείας θα πρέπει να τηρούνται.
  • Περιεκτικότητα σε νάτριο
    ΠληθυσμόςΑσθενείς υπό δίαιτα µε ελεγχόµενη ποσότητα νατρίου
    Να ληφθεί υπόψη.
swap_horiz
SPC-ALDURAZYME

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • αντένδειξη
    παρεµβολή στην ενδοκυτταρική πρόσληψη της laronidase
  • αντένδειξη
    παρεµβολή στην ενδοκυτταρική πρόσληψη της laronidase
sick
SPC-ALDURAZYME

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • µειωµένο οξυγόνο στο αίµα
    Πολύ συχνές
  • Έξαψη
    Αγγειακές
    Πολύ συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Πυρετός
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Πόνος στα άνω άκρα
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Πόνος στα κάτω άκρα
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • αντίδραση του σηµείου έγχυσης
    Πολύ συχνές
  • αυξηµένη καρδιακή συχνότητα
    Πολύ συχνές
  • αυξηµένη πίεση αίµατος
    Πολύ συχνές
  • εξάνθηµα
    Πολύ συχνές
  • µυϊκοί πόνοι
    Συχνές
  • Αλλεργική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Συχνές
  • Ανησυχία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κρύα χέρια και πόδια
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Φαγούρα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ωχρότητα
    Δέρμα
    Συχνές
  • έµετος
    Συχνές
  • αίσθηση θερµού, αίσθηση ψυχρού
    Συχνές
  • αναπνευστική δυσχέρεια που µπορεί να είναι ακραία
    Συχνές
  • απώλεια µαλλιών
    Συχνές
  • αυξηµένη θερµοκρασία σώµατος
    Συχνές
  • γριππώδης συνδροµή
    Συχνές
  • κνησµός
    Συχνές
  • κρύος ιδρώτας, έντονη εφίδρωση
    Συχνές
  • οίδηµα του προσώπου ή του λαιµού
    Συχνές
  • χαµηλή πίεση αίµατος
    Συχνές
  • Γρήγορη αναπνοή
    Αναπνευστικό
    Άγνωστης συχνότητας
  • Ερυθρότητα του δέρµατος
    Άγνωστης συχνότητας
  • Κυανωπός χρωµατισµός του δέρµατος (εξαιτίας των χαµηλότερων επιπέδων οξυγόνου στο αίµα)
    Άγνωστης συχνότητας
  • ∆ιαρροή του φαρµάκου στον περιβάλλοντα ιστό στο σηµείο της ένεσης, η οποία µπορεί να προκαλέσει πρήξιµο ή ερυθρότητα
    Άγνωστης συχνότητας
pregnant_woman
SPC-ALDURAZYME

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    ∆εν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση του Aldurazyme σε έγκυες γυναίκες. Οι µελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν άµεσες ή έµµεσες επιπτώσεις στην εγκυµοσύνη, στην ανάπτυξη του εµβρύου/κυήµατος, στον τοκετό, ή στη µεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόµενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το Aldurazyme δεν πρέπει να χρησιµοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.
  • Γαλουχία
    ∆ιακοπή της γαλουχίας
    Η laronidase µπορεί να απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Καθώς δεν υπάρχουν δεδοµένα διαθέσιµα σχετικά µε τις επιπτώσεις σε νεογνά που εκτέθηκαν στη laronidase µέσω του µητρικού γάλακτος.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η λαρονιδάση καταλύει την υδρολύση των τελικών υπολειμμάτων α-L-idurononic οξέος στα dermatan sulfate και heparan sulfate.
monitor_heart
DrugBank

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Η λαρονιδάση χρησιμοποιείται για τη θεραπεία διαταραχών αποθήκευσης γλυκοζαμνογλυκανών (GAGs), συγκεκριμένα μυκοπολυσακχαριδώσεις τύπου 1 ή Hurler σύνδρομο, που οφείλονται σε ελλείψεις α-L-iduronidase. Η μειωμένη ή απουσία δραστηριότητας α-L-iduronidase…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Κατάσταση αντισωμάτων vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος Τακτικά
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

block

Αντενδείξεις

SPC-ALDURAZYME
expand_more
  • Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση) στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-ALDURAZYME
expand_more

Οι ασθενείς στους οποίους χορηγείται το Aldurazyme ενδέχεται να αναπτύξουν αντιδράσεις συσχετιζόμενες με την έγχυση (ΑΣΕ), οι οποίες ορίζονται ως κάθε σχετιζόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια που εμφανίζεται κατά την έγχυση ή έως το πέρας της ημέρας έγχυσης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ορισμένες από αυτές τις ΑΣΕ ενδέχεται να είναι σοβαρές (βλέπε παρακάτω). Οι ασθενείς στους οποίους χορηγείται το Aldurazyme πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Κάθε περίπτωση αντίδρασης σχετιζόμενης με την έγχυση, καθυστερημένης αντίδρασης ή πιθανής ανοσολογικής αντίδρασης θα πρέπει να αναφέρεται. Η κατάσταση των αντισωμάτων θα πρέπει να παρακολουθείται και να αναφέρεται τακτικά.

Σε ασθενείς µε προϋπάρχουσα βαριά υποκείµενη προσβολή του άνω αεραγωγού έχουν αναφερθεί βαριές αντιδράσεις που σχετίζονται µε την έγχυση και εποµένως θα πρέπει να συνεχίζεται η προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών αυτών ειδικά και η έγχυση µε Aldurazyme να πραγµατοποιείται µόνο σε κατάλληλο κλινικό περιβάλλον, όπου θα υπάρχει άµεσα διαθέσιµος εξοπλισµός ανάνηψης για την αντιµετώπιση επειγουσών ιατρικών καταστάσεων.

Οι ασθενείς µε οξεία υποκείµενη νόσο κατά το χρόνο έγχυσης του Aldurazyme φαίνεται να βρίσκονται σε µεγαλύτερο κίνδυνο εµφάνισης ΑΣΕ. Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην κλινική κατάσταση του ασθενούς πριν από τη χορήγηση του Aldurazyme.

Βάσει των κλινικών δοκιμών Φάσης 3, σχεδόν όλοι οι ασθενείς αναµένεται να αναπτύξουν αντισώµατα IgG στη larodinase, οι περισσότεροι εντός 3 µηνών από την έναρξη της θεραπείας. Η χορήγηση Aldurazyme στους ασθενείς που έχουν παρουσιάσει αντισώµατα ή συµπτώµατα ΑΣΕ θα πρέπει να πραγµατοποιείται µε προσοχή (βλ. Αντενδείξεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Στις κλινικές µελέτες οι ΑΣΕ συνήθως αντιµετωπίστηκαν µε µείωση του ρυθµού έγχυσης και µε (προ)-θεραπεία µε τη χορήγηση αντιϊσταµινικών ή/και αντιπυρετικών (παρακεταµόλη ή ιβουπροφένη), προκειµένου ο ασθενής να µπορέσει να συνεχίσει την αγωγή.

Καθώς µικρή είναι η υπάρχουσα εµπειρία σχετικά µε τη συνέχιση της αγωγής έπειτα από παρατεταµένη διακοπή, να είστε προσεχτικοί λόγω του θεωρητικά αυξηµένου κινδύνου να προκύψει αντίδραση υπερευαισθησίας µετά τη διακοπή της θεραπείας.

Με την αρχική χορήγηση του Aldurazyme, ή µε την επαναχορήγησή του έπειτα από διακοπή της θεραπείας, συνιστάται η πραγµατοποίηση προθεραπείας (µε αντιϊσταµινικά ή/και αντιπυρετικά) περίπου 60 λεπτά πριν από την έναρξη της έγχυσης, έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανή εµφάνιση ΑΣΕ. Αν ενδείκνυται κλινικά, εξετάστε το ενδεχόµενο η χορήγηση των φαρµάκων προθεραπείας να συνεχιστεί και µε τις επόµενες εγχύσεις του Aldurazyme.

Στην περίπτωση ήπιας ή µέτριας ΑΣΕ, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόµενο χορήγησης αντιϊσταµινικών και παρακεταµόλης/ιβουπροφένης, ή/και ο ρυθµός έγχυσης να µειωθεί στο µισό της τιµής του ρυθµού έγχυσης µε τον οποίο προέκυψε η αντίδραση.

Στην περίπτωση μονής σοβαρής ΑΣΕ, η έγχυση θα πρέπει να διακοπεί έως ότου τα συµπτώµατα να υποχωρήσουν και θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόµενο χορήγησης αντιϊσταµινικών και παρακεταµόλης/ιβουπροφένης. Η έγχυση µπορεί να αρχίσει εκ νέου µε µείωση του ρυθµού έγχυσης στο 1/2 - 1/4 του ρυθµού έγχυσης µε τον οποίο προέκυψε η αντίδραση.

Στην περίπτωση υποστρέφουσας ΑΣΕ µέτριας σοβαρότητας ή νέας πρόκλησης έπειτα από µονή σοβαρή ΑΣΕ, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόµενο προθεραπείας (µε αντιϊσταµινικά και παρακεταµόλη/ιβουπροφένη ή/και κορτικοστεροειδή) και µείωσης του ρυθµού έγχυσης στο 1/2 - 1/4 του ρυθµού έγχυσης µε τον οποίο προέκυψε η προηγούµενη αντίδραση.

Όπως µε κάθε ενδοφλέβιο πρωτεϊνικό προϊόν, υπάρχει το ενδεχόµενο σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας αλλεργικού τύπου. Αν παρουσιαστούν τέτοιες αντιδράσεις, συνιστάται η άµεση διακοπή του Aldurazyme και η έναρξη κατάλληλης φαρµακευτικής αγωγής. Τα υφιστάµενα ιατρικά πρότυπα σχετικά µε τη χορήγηση επείγουσας θεραπείας θα πρέπει να τηρούνται.

Αυτό το φαρµακευτικό προϊόν περιέχει νάτριο και χορηγείται σε 0,9% διάλυµα ενδοφλέβιας έγχυσης χλωριούχου νατρίου (βλέπε παράγραφο6.6). Να ληφθεί υπόψη από ασθενείς υπό δίαιτα µε ελεγχόµενη ποσότητα νατρίου.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-ALDURAZYME
expand_more

Δεν έχουν πραγµατοποιηθεί µελέτες αλληλεπιδράσεων. Βάσει του µεταβολισµού της, η laronidase δεν είναι πιθανή υποψήφια για αλληλεπίδραση µεταξύ φαρµάκων µε µεσολάβηση του Κυτοχρώµατος P450.

Το Aldurazyme δεν πρέπει να συγχορηγείται µε χλωροκίνη ή προκαΐνη λόγω του πιθανού κινδύνου παρεµβολής στην ενδοκυτταρική πρόσληψη της laronidase.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-ALDURAZYME
expand_more

Όπως όλα τα φάρµακα, έτσι και το Aldurazyme µπορεί να προκαλέσει ανεπιθύµητες ενέργειες αν και δεν παρουσιάζονται σε όλους τους ανθρώπους.

Οι ανεπιθύµητες ενέργειες παρουσιάστηκαν κυρίως ενώ οι ασθενείς ελάµβαναν το φάρµακο ή αµέσως µετά (αντιδράσεις σχετιζόµενες µε την έγχυση). Εάν παρατηρήσετε οποιαδήποτε ανεπιθύµητη ενέργεια όπως αυτή, παρακαλείσθε να ενηµερώσετε αµέσως το γιατρό σας. Ο αριθµός αυτών των αντιδράσεων µειώθηκε όσο αυξανόταν ο χρόνος που οι ασθενείς ελάµβαναν το Aldurazyme. Η πλειονότητα αυτών των αντιδράσεων ήταν ήπιας έως µέτριας έντασης. Εντούτοις, µερικοί ασθενείς που είχαν προηγούµενο ιστορικό βαριάς προσβολής του άνω αεραγωγού και του πνεύµονα που σχετίζεται µε MPS I, παρουσίασαν βαριές αντιδράσεις, συµπεριλαµβανοµένου του βρογχόσπασµου, της αναπνευστικής ανακοπής και του οιδήµατος του προσώπου.

Οι ακόλουθες ανεπιθύµητες ενέργειες έχουν αναφερθεί:

  • Πολύ συχνές (παρουσιάστηκαν σε περισσότερους από 1 στους 10 ασθενείς):
    • κεφαλαλγία
    • ναυτία
    • κοιλιακό άλγος
    • εξάνθηµα
    • αρθραλγία, οσφυαλγία, πόνο στα άνω και κάτω άκρα
    • έξαψη
    • πυρετός
    • ρίγη
    • αυξηµένη καρδιακή συχνότητα
    • αυξηµένη πίεση αίµατος
    • µειωµένο οξυγόνο στο αίµα
    • αντίδραση του σηµείου έγχυσης
  • Συχνές (παρουσιάστηκαν σε περισσότερους από 1 στους 100 ασθενείς και σε λιγότερους από 1 στους 10 ασθενείς):
    • αυξηµένη θερµοκρασία σώµατος
    • φαγούρα
    • ζάλη
    • βήχας
    • αναπνευστική δυσχέρεια που µπορεί να είναι ακραία
    • έµετος
    • διάρροια
    • οίδηµα του προσώπου ή του λαιµού
    • εξάνθηµα
    • κνησµός
    • απώλεια µαλλιών
    • κρύος ιδρώτας, έντονη εφίδρωση
    • µυϊκοί πόνοι
    • χαµηλή πίεση αίµατος
    • ωχρότητα
    • κρύα χέρια ή πόδια
    • αίσθηση θερµού, αίσθηση ψυχρού
    • κόπωση
    • γριππώδης συνδροµή
    • αλλεργική αντίδραση
    • ανησυχία
  • Άγνωστης συχνότητας:
    • Κυανωπός χρωµατισµός του δέρµατος (εξαιτίας των χαµηλότερων επιπέδων οξυγόνου στο αίµα)
    • Γρήγορη αναπνοή
    • Ερυθρότητα του δέρµατος
    • ∆ιαρροή του φαρµάκου στον περιβάλλοντα ιστό στο σηµείο της ένεσης, η οποία µπορεί να προκαλέσει πρήξιµο ή ερυθρότητα
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-ALDURAZYME
expand_more
∆εν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση του Aldurazyme σε έγκυες γυναίκες. Οι µελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν άµεσες ή έµµεσες επιπτώσεις στην εγκυµοσύνη, στην ανάπτυξη του εµβρύου/κυήµατος, στον τοκετό, ή στη µεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόµενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Εποµένως το Aldurazyme δεν πρέπει να χρησιµοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Η laronidase µπορεί να απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Καθώς δεν υπάρχουν δεδοµένα διαθέσιµα σχετικά µε τις επιπτώσεις σε νεογνά που εκτέθηκαν στη laronidase µέσω του µητρικού γάλακτος, κατά την περίοδο χρήσης του Aldurazyme συνιστάται διακοπή της γαλουχίας.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

1.5-3.6 ώρες
DrugBank
science