Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L03AB05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

INTERFERON ALFA-2B

**Φαρμακοδυναμικές:** * Αυξομοιώνει την έκφραση των πρωτεϊνών MHC I, επιτρέποντας την αυξημένη παρουσίαση πεπτιδίων που προέρχονται από ιογενή αντιγόνα. * Αυτό ενισχύει την ενεργοποίηση των CD8+ Τ κυττάρων, που είναι οι πρόδρομοι των κυτταροτοξικών Τ λεμφοκυττάρων (CTLs) και …

Chemical structure of INTERFERON ALFA-2B

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-INTRONA

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
υποδορίως, ενδοφλεβίως
Χορήγηση:
τρεις φορές την εβδομάδα, καθημερινώς, πέντε ημέρες την εβδομάδα
Δόση έναρξης:
5 έως 10 εκατομμύρια IU
Τιτλοποίηση:
Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IntronA για οποιαδήποτε ένδειξη, εκδηλωθούν ανεπιθύμητες ενέργειες τροποποιείστε τη δόση ή διακόψτε προσωρινά τη θεραπεία μέχρι να υποχωρήσουν οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε περίπτωση που παρουσιαστεί επιμονή ή καθ’ υποτροπή δυσανεξία μετά την επαρκή προσαρμογή της δόσης, ή επιδείνωση της νόσου, διακόψτε τη θεραπεία με IntronA. Για χρόνια ηπατίτιδα Β: μείωση δόσης κατά 50% για αιματολογικές διαταραχές. Για κακόηθες μελάνωμα (θεραπεία συντήρησης): επανέναρξη με το 50% της προηγούμενης θεραπείας μετά προσωρινή διακοπή λόγω σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Ενήλικες με χρόνια ηπατίτιδα Β
    Δόση5 έως 10 εκατομμύρια IU
    χορηγούμενα υποδορίως τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για χρονικό διάστημα 4 έως 6 μηνών. Σε περίπτωση εμφάνισης αιματολογικών διαταραχών, η χορηγούμενη δόση θα πρέπει να μειωθεί κατά 50% (λευκά αιμοσφαίρια < 1.500/mm³, κοκκιοκύτταρα < 1.000/mm³, αιμοπετάλια < 100.000/mm³). Σε περίπτωση σοβαρής λευκοπενίας (< 1.200/mm³), σοβαρής ουδετεροπενίας (< 750/mm³) ή σοβαρής θρομβοπενίας (< 70.000/mm³), η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί. Εάν δεν παρατηρηθεί βελτίωση του HBV-DNA στον ορό μετά από θεραπεία διάρκειας τριών έως τεσσάρων μηνών (στη μέγιστη ανεκτή δόση), διακόψτε τη θεραπεία IntronA.
  • Ενήλικες με χρόνια ηπατίτιδα C (μονοθεραπεία ή με ριμπαβιρίνη)
    Δόση3 εκατομμυρίων IU
    χορηγείται υποδορίως, τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη ημέρα)
  • Παιδιά ηλικίας 3 ετών και άνω και έφηβοι με χρόνια ηπατίτιδα C
    Δόση3 ΜΙU/m2
    χορηγείται υποδόρια 3 φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη ημέρα) σε συνδυασμό με καψάκια ή πόσιμο διάλυμα ριμπαβιρίνης χορηγούμενης από του στόματος σε δύο διαιρεμένες δόσεις καθημερινά με τροφή (πρωί και βράδυ). (Βλ. ΠΧΠ για τα καψάκια ριμπαβιρίνης για τη δόση ριμπαβιρίνης σε καψάκια και κατευθυντήριες γραμμές τροποποίησης δόσης για θεραπεία συνδυασμού. Για παιδιατρικούς ασθενείς που ζυγίζουν < 47 kg, ή δεν είναι σε θέση να καταπιούν καψάκια, βλ. ΠΧΠ για πόσιμο διάλυμα ριμπαβιρίνης.)
  • Ενήλικες ασθενείς που υποτροπιάζουν με χρόνια ηπατίτιδα C
    Το IntronA χορηγείται σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Συνιστάται οι ασθενείς να λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή με IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, για 6 μήνες.
  • Ενήλικες ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για πρώτη φορά με χρόνια ηπατίτιδα C (σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη)
    Η αποτελεσματικότητα του IntronA ενισχύεται όταν χορηγείται σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Συνιστάται οι ασθενείς να λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή με IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, για 6 μήνες τουλάχιστον. Σε ασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν αρνητικό HCV-RNA κατά τον 6 μήνα, και με ιικό γονότυπο 1 (όπως έχει προσδιορισθεί στο δείγμα πριν από τη θεραπευτική αγωγή) και υψηλό ιικό φορτίο πριν από τη θεραπευτική αγωγή, η θεραπευτική αγωγή, θα πρέπει να συνεχίζεται για άλλη μια περίοδο 6 μηνών (δηλ. συνολικά 12 μήνες). Θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν άλλοι αρνητικοί προγνωστικοί παράγοντες (ηλικία > 40 ετών, άρρεν φύλο, γεφυροποιός ίνωση) για να παραταθεί η θεραπεία στους 12 μήνες. Ασθενείς οι οποίοι απέτυχαν να εμφανίσουν ιολογική ανταπόκριση μετά από 6 μήνες θεραπευτικής αγωγής, δεν είχαν παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση.
  • Ενήλικες ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για πρώτη φορά με χρόνια ηπατίτιδα C (μόνο IntronA)
    Η βέλτιστη διάρκεια θεραπείας δεν έχει ακόμα καθοριστεί πλήρως, συνιστάται όμως μια θεραπεία μεταξύ 12 και 18 μηνών. Συνιστάται οι ασθενείς να λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή επί 3 έως 4 μήνες τουλάχιστον και στο σημείο αυτό να γίνεται προσδιορισμός της κατάστασης ως προς το HCV-RNA. Η θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται σε ασθενείς που εμφανίζουν αρνητικά HCV-RNA.
  • Παιδιά και έφηβοι που λαμβάνουν θεραπεία για πρώτη φορά με χρόνια ηπατίτιδα C
    Για Γονότυπο 1: Η συνιστώμενη διάρκεια της αγωγής είναι 1 έτος. Να τερματίζεται η θεραπεία εάν το HCV-RNA την εβδομάδα 12 πέσει < 2 log10 συγκριτικά με πριν τη θεραπεία, ή εάν έχουν ανιχνεύσιμο HCV-RNA την εβδομάδα θεραπείας 24. Για Γονότυπο 2/3: Η συνιστώμενη διάρκεια της αγωγής είναι 24 εβδομάδες.
  • Ασθενείς με λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων
    Δόση2 εκατομμύρια IU/m²
    χορηγούμενα υποδόρια, τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα). Το σχήμα πρέπει να διατηρείται, εκτός και αν η νόσος αρχίσει να επιδεινώνεται γρήγορα, ή εκδηλωθεί σοβαρή δυσανεξία.
  • Ασθενείς με χρόνια μυελογενή λευχαιμία
    Δόση4 έως 5 εκατομμύρια IU/m²
    Μέγ. δόση5 εκατομμύρια IU/m²
    χορηγούμενα υποδορίως ημερησίως. Σε συνδυασμό με κυτταραβίνη (Ara-C) 20 mg/m² υποδορίως ημερησίως επί 10 ημέρες τον μήνα (μέχρι μέγιστη ημερήσια δόση 40 mg). Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί μετά από 8 έως 12 εβδομάδες εάν δεν επιτευχθεί τουλάχιστον μερική αιματολογική ύφεση ή κλινικά σημαντικό κυτταρομειωτικό αποτέλεσμα.
  • Ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα (αγωγή συντήρησης)
    Δόση3 εκατομμυρίων IU/m²
    υποδόρια, τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα), μετά την αρχική χημειοθεραπεία εφόδου σε ασθενείς που βρίσκονται στη φάση σταθεροποίησης (> 50% μείωση της πρωτεΐνης του μυελώματος).
  • Ασθενείς με οζώδες λέμφωμα (συμπληρωματική αγωγή)
    Δόση5 εκατομμυρίων IU
    χορηγείται υποδορίως τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για διάστημα 18 μηνών. Με χημειοθεραπευτικά σχήματα του τύπου CHOP/CHVP.
  • Ασθενείς με καρκινοειδή όγκο
    Δόση5 εκατομμύρια IU (3 έως 9 εκατομμύρια IU)
    Μέγ. δόση9 εκατομμύρια IU
    χορηγούμενα υποδόρια τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα). Ασθενείς με προχωρημένη νόσο μπορεί να απαιτήσουν ημερήσια δόση 5 εκατομμυρίων IU. Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί προσωρινά κατά τη διάρκεια και μετά τη χειρουργική επέμβαση. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί για όσο χρονικό διάστημα ο ασθενής ανταποκρίνεται.
  • Ασθενείς με κακόηθες μελάνωμα (θεραπεία εφόδου)
    Δόση20 εκατομμυρίων IU/m²
    χορηγείται ενδοφλεβίως ημερησίως για πέντε ημέρες την εβδομάδα και για χρονικό διάστημα τεσσάρων εβδομάδων, ως 20-λεπτη έγχυση.
  • Ασθενείς με κακόηθες μελάνωμα (θεραπεία συντήρησης)
    Δόση10 εκατομμύρια IU/m²
    χορηγούμενη υποδόρια τρεις ημέρες την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για 48 εβδομάδες. Δόση μείωσης στο 50% εάν κοκκιοκύτταρα < 500/mm³ ή ALT/AST > 5x ανώτερο φυσιολογικό όριο. Διακοπή εάν δυσανεξία επιμένει ή κοκκιοκύτταρα < 250/mm³ ή ALT/AST > 10x ανώτερο φυσιολογικό όριο.
block
SPC-INTRONA

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Ιστορικό σοβαρής προϋπάρχουσας καρδιακής νόσου (π.χ. μη ελεγχόμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, σοβαρές διαταραχές τύπου αρρυθμίας)
  • Σοβαρή νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης αυτής που προκλήθηκε από μεταστάσεις
  • Επιληψία και/ή διαταραχή της λειτουργίας του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ)
  • Χρόνια ηπατίτιδα με μη αντιρροπούμενη κίρρωση του ήπατος
  • Χρόνια ηπατίτιδα σε ασθενείς που λαμβάνουν ή έχουν λάβει πρόσφατα αγωγή με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες, εκτός από τη βραχυχρόνια χορήγηση κορτικοστεροειδών η οποία έχει τερματιστεί
  • Αυτοάνομη ηπατίτιδα ή ιστορικό αυτοάνοσης νόσου, ανοσοκατασταλμένοι ασθενείς μετά από μεταμόσχευση
  • Προϋπάρχουσα θυρεοειδική νόσο, εκτός αν αυτή μπορεί να ελεγχθεί με συμβατική θεραπεία
  • Συνδυασμός του IntronA με τελμπιβουδίνη
  • Ύπαρξη, ή ιστορικό σοβαρής ψυχιατρικής κατάστασης, ειδικότερα σοβαρή κατάθλιψη, ιδεασμός αυτοκτονίας, ή απόπειρα αυτοκτονίας
    ΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι
  • Συνδυασμένη θεραπεία με ριμπαβιρίνη
    Πληθυσμόςασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C που λαμβάνουν ριμπαβιρίνη
warning
SPC-INTRONA

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ψυχιατρικές και ΚΝΣ διαταραχές
    Σοβαρές
    ΠληθυσμόςΓενικά
    Παρακολούθηση για σημεία ή συμπτώματα ψυχιατρικών διαταραχών. Εάν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται, ή εάν ταυτοποιηθεί ιδεασμός αυτοκτονίας ή ανθρωποκτονίας, διακοπή της θεραπείας και ψυχιατρική παρέμβαση.
  • Ψυχιατρικές και ΚΝΣ διαταραχές (Παιδιά και έφηβοι)
    Σοβαρές
    ΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι υπό θεραπεία με IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη
    Ιδεασμός αυτοκτονίας ή απόπειρες αυτοκτονίας αναφέρθηκαν πιο συχνά έναντι των ενηλίκων. Εμφάνισαν άλλες ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες (κατάθλιψη, συναισθηματική αστάθεια, υπνηλία).
  • Ψυχιατρικές και ΚΝΣ διαταραχές (Ασθενείς με ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεων)
    ΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με ύπαρξη ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεων
    Να ξεκινήσει θεραπεία μόνο μετά την πιστοποίηση κατάλληλης εξατομικευμένης διάγνωσης και θεραπευτικής αντιμετώπισης της ψυχιατρικής κατάστασης.
  • Ψυχιατρικές και ΚΝΣ διαταραχές (Ασθενείς με ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεων)
    Αντενδείκνυται
    ΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηφοι με ύπαρξη ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεων
    Η χορήγηση ιντερφερόνης άλφα-2b αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Ψυχιατρικές διαταραχές και κατάχρηση ουσιών
    Αυξημένος κίνδυνος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με λοίμωξη HCV, οι οποίοι εμφανίζουν συνυπάρχουσα διαταραχή χρήσης ουσιών (οινόπνευμα, κάνναβη κ.λπ.)
    Προσεκτική εκτίμηση και επαρκής αντιμετώπιση ψυχιατρικών συν-νοσηροτήτων και πιθανότητας χρήσης άλλων ουσιών πριν την έναρξη της θεραπείας. Εξέταση διεπιστημονικής προσέγγισης. Προσεκτική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια και μετά τη διακοπή της θεραπείας. Έγκαιρη παρέμβαση σε περίπτωση επανεμφάνισης ή ανάπτυξης ψυχιατρικών διαταραχών και χρήσης ουσιών.
  • Αναστολή ανάπτυξης
    Σημαντική καθυστέρηση
    ΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι ηλικίας 3 έως και 17 ετών με χρόνια ηπατίτιδα C που λαμβάνουν συνδυασμένη θεραπεία ιντερφερόνης/ριμπαβιρίνης
    Προσεκτική στάθμιση οφέλους/κινδύνου. Να λαμβάνεται υπόψη η αναστολή της ανάπτυξης και μειωμένο τελικό ύψος ενήλικα. Η απόφαση για θεραπεία να λαμβάνεται ανά περίπτωση. Εάν δυνατόν, θεραπεία μετά την απότομη ανάπτυξη κατά την εφηβεία.
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Σπάνιες, οξείες
    ΠληθυσμόςΓενικά
    Σε περίπτωση οξείας αντίδρασης, διακοπή του φαρμάκου και έναρξη κατάλληλης ιατρικής θεραπείας. Παροδικά εξανθήματα δεν απαιτούν διακοπή.
  • Ηπατική δυσλειτουργία και παράταση δεικτών πήξης
    Αυξάνει κίνδυνο άρσης ηπατικής αντιρρόπησης και θανάτου σε κιρρωτικούς
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα, κιρρωτικοί ασθενείς
    Τροποποίηση δοσολογικού σχήματος ή τερματισμός θεραπείας για μέτριες έως σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Διακοπή θεραπείας σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα που αναπτύσσουν παράταση δεικτών πήξης. Στενή παρακολούθηση ασθενών με ανωμαλίες ηπατικής λειτουργίας και διακοπή εάν τα σημεία και τα συμπτώματα της νόσου προοδεύσουν.
  • Υπόταση
    ΠληθυσμόςΓενικά
    Μπορεί να απαιτηθεί κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία.
  • Αφυδάτωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με IntronA
    Διατήρηση επαρκούς ενυδάτωσης. Μπορεί να απαιτηθεί συμπλήρωση υγρών.
  • Πυρεξία
    ΠληθυσμόςΓενικά
    Να αποκλεισθούν άλλες αιτίες επίμονης πυρεξίας.
  • Νοσήματα συνοδευόμενα από εξασθένιση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό πνευμονικής πάθησης (π.χ. ΧΑΠ), σακχαρώδη διαβήτη επιρρεπή στην κετο-οξέωση, διαταραχές στην πήξη του αίματος (π.χ. θρομβοφλεβίτιδα, πνευμονική εμβολή), σοβαρή μυελοκαταστολή
    Χρήση με προσοχή.
  • Πνευμονικές καταστάσεις (πνευμονικές διηθήσεις, πνευμονίτιδα, πνευμονία)
    Σπάνιες, περιστασιακά θανατηφόρες
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υπεβλήθησαν σε θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα
    Σε εμφάνιση πυρεξίας, βήχα, δύσπνοιας ή άλλων αναπνευστικών συμπτωμάτων, ακτινογραφία θώρακος. Εάν ακτινογραφία δείχνει διηθήσεις ή βλάβη αναπνευστικής λειτουργίας, στενή παρακολούθηση και, αν κριθεί απαραίτητο, διακοπή της ιντερφερόνης άλφα. Άμεση διακοπή της χορήγησης και θεραπευτική αντιμετώπιση με κορτικοστεροειδή.
  • Οφθαλμολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες
    Σπάνιες
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ιδιαιτέρως ασθενείς με διαταραχές που μπορεί να σχετίζονται με αμφιβληστροειδοπάθεια (σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση)
    Οφθαλμολογική εξέταση στην έναρξη της θεραπείας. Σε αλλαγές στην όραση, άμεση και γενική οφθαλμολογική εξέταση. Εξέταση διακοπής του IntronA σε εμφάνιση νέων ή επιδεινούμενων διαταραχών.
  • Διαταραχή της συνείδησης, κώμα και εγκεφαλοπάθεια
    Μεγαλύτερου βαθμού, πολύ σπάνια επιληπτικές κρίσεις
    ΠληθυσμόςΜερικοί ασθενείς, ιδιαίτερα ηλικιωμένοι, με υψηλότερες δόσεις
  • Καρδιακές ανωμαλίες και αρρυθμίες
    ΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με ιστορικό συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, εμφράγματος του μυοκαρδίου και/ή διαταραχών καρδιακού ρυθμού, και ασθενείς σε προχωρημένα στάδια καρκίνου
    Στενή παρακολούθηση. Ηλεκτροκαρδιογραφικός έλεγχος πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι καρδιακές αρρυθμίες μπορεί να απαιτήσουν διακοπή της θεραπείας με το IntronA.
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
    Μερικές φορές σοβαρή
    ΠληθυσμόςΓενικά
    Παρακολούθηση των επιπέδων των λιπιδίων.
  • Παρόξυνση ψωρίασης και σαρκοείδωσης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ψωρίαση ή σαρκοείδωση
    Χρήση μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο.
  • Απόρριψη νεφρικού και ηπατικού μοσχεύματος
    Αυξημένο ποσοστό απόρριψης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρικό ή ηπατικό μόσχευμα
  • Αυτοάνοσες διαταραχές
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προδιάθεση στην ανάπτυξη αυτοάνοσων διαταραχών. Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C (σύνδρομο VKH)
    Αξιολόγηση ασθενών με σημεία ή συμπτώματα, επανεκτίμηση σχέσης οφέλους-κινδύνου. Εάν υποψία συνδρόμου VKH, απόσυρση αντιιικής θεραπείας και εξέταση θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
  • Αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας με συνοδό χημειοθεραπεία
    Απειλητική για τη ζωή ή θανατηφόρα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν IntronA με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες (π.χ. Ara-C, κυκλοφωσφαμίδη, δοξορουβικίνη, τενιποσίδη) ή υδροξυουρία
    Προσεκτικές προσαρμογές των δόσεων του IntronA καθώς και των ταυτόχρονα χορηγούμενων χημειοθεραπευτικών παραγόντων.
  • Διαταραχές λειτουργίας θυρεοειδούς
    ΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C (μονοθεραπεία)
    Αξιολόγηση TSH πριν την έναρξη, αντιμετώπιση ανωμαλιών. Θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει/συνεχιστεί εάν TSH διατηρείται σε φυσιολογικά επίπεδα με αγωγή.
  • Δυσλειτουργία θυρεοειδούς
    ΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηφοι που λαμβάνουν θεραπεία συνδυασμού με ιντερφερόνη άλφα-2b και ριμπαβιρίνη
    Αξιολόγηση TSH πριν την έναρξη, αντιμετώπιση ανωμαλιών. Θεραπεία μπορεί να αρχίσει εάν TSH διατηρείται σε φυσιολογικά όρια με αγωγή. Αξιολόγηση και θεραπευτική αντιμετώπιση εάν ανιχνευθούν ανωμαλίες.
  • Αυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης, αναιμία, άρση ηπατικής αντιρρόπησης/θάνατος
    Αυξημένος κίνδυνος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με συν-λοίμωξη HCV-HIV που λαμβάνουν HAART. Ασθενείς με συνδυασμένη θεραπεία IntronA + ριμπαβιρίνη + ζιδοβουδίνη. Ασθενείς με συν-λοίμωξη και προχωρημένη κίρρωση που λαμβάνουν HAART.
    Συνιστάται προσοχή όταν προστίθεται IntronA και ριμπαβιρίνη στο HAART.
  • Επανενεργοποίηση ιού ηπατίτιδας Β
    Μερικές με σοβαρές επιπτώσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με συν-λοίμωξη με τους ιούς της ηπατίτιδας B και C που λάμβαναν θεραπεία με ιντερφερόνη
    Όλοι οι ασθενείς να ελέγχονται για ηπατίτιδα Β πριν την έναρξη θεραπείας. Οι ασθενείς με συν-λοίμωξη B και C να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες.
  • Οδοντικές και περιοδοντικές διαταραχές
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λάμβαναν συνδυασμένη θεραπεία IntronA και ριμπαβιρίνης
    Επιμελές βούρτσισμα δοντιών δύο φορές την ημέρα και τακτικές οδοντιατρικές εξετάσεις. Εάν έμετος, ξέπλυμα στόματος.
  • Επίδραση στη γονιμότητα
swap_horiz
SPC-INTRONA

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Ναρκωτικά, υπνωτικά ή ηρεμιστικά
    προσοχή
    Χορηγούνται με προσοχή
    ΣύστασηΠρέπει να χορηγούνται με προσοχή όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα με IntronA.
  • Άλλοι δυνητικά μυελοκατασταλτικοί παράγοντες
    προσοχή
    Προσοχή
    ΣύστασηΕφιστάται προσοχή όταν χορηγείται IntronA σε συνδυασμό με άλλους δυνητικά μυελοκατασταλτικούς παράγοντες.
  • Παράγωγα ξανθίνης (θεοφυλλίνη, αμινοφυλλίνη)
    παρακολούθηση
    Επηρεασμός του οξειδωτικού μεταβολισμού, απαιτείται προσαρμογή δόσης
    ΣύστασηΤα επίπεδα της θεοφυλλίνης στον ορό πρέπει να ελέγχονται και εάν είναι απαραίτητο, η δόση να προσαρμόζεται.
  • Shosaikoto (κινέζικο φυτικό φάρμακο)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος πνευμονικών διηθήσεων, πνευμονίτιδας και πνευμονίας (περιστασιακά θανατηφόρα).
    ΣύστασηΤα συμπτώματα αυτά έχουν αναφερθεί πιο συχνά κατά την ταυτόχρονη χορήγηση ιντερφερόνης άλφα με shosaikoto.
  • Άλλοι χημειοθεραπευτικοί παράγοντες (π.χ. Ara-C, κυκλοφωσφαμίδη, δοξορουβικίνη, τενιποσίδη)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας (μεγαλύτερης βαρύτητας και διάρκειας).
    ΣύστασηΗ χορήγηση του IntronA σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες είναι δυνατόν να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας.
  • προσοχή
    Επηρεάζει την αποτελεσματικότητα του IntronA σε συνδυασμό, αλλά αναφορά στην ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης για ανεπιθύμητες ενέργειες.
    ΣύστασηΔείτε την ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης εάν πρόκειται να χορηγηθεί IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη.
  • αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης περιφερικής νευροπάθειας. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του συνδυασμού δεν έχουν τεκμηριωθεί για χρόνια ηπατίτιδα Β.
    ΣύστασηΟ συνδυασμός του IntronA με τελμπιβουδίνη αντενδείκνυται.
sick
SPC-INTRONA

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Φαρυγγίτιδα
  • Ιογενής λοίμωξη
  • Βρογχίτιδα
  • Παραρρινοκολπίτιδα
  • Βακτηριακή λοίμωξη
  • Πνευμονία
  • Σήψη
  • Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας B
  • Μυκητιασική λοίμωξη
  • Πνευμονική λοίμωξη
  • Μέση ωτίτιδα
  • Οδοντικό απόστημα
  • Ουρολοίμωξη
  • Κολπίτιδα
  • Γαστρεντερίτιδα
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Έρπης απλός (αντίσταση)
Αναπνευστικό
  • Ρινίτιδα
  • Βρογχοσύσπαση
  • Δυσφωνία
  • Δύσπνοια
  • Βήχας
  • Επίσταξη
  • Διαταραχή αναπνευστικού συστήματος
  • Ρινική συμφόρηση
  • Ρινόρροια
  • Μη παραγωγικός βήχας
  • Πνευμονικές διηθήσεις
  • Πνευμονίτιδα
  • Πνευμονική ίνωση
  • Ταχύπνοια
  • Ρινικός ερεθισμός
  • Πταρμός
Αίμα
  • Λευκοπενία
  • Θρομβοπενία
  • Λεμφαδενοπάθεια
  • Λεμφοπενία
  • Απλαστική αναιμία
  • Αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς
  • Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα
  • Θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα
  • Αναιμία
  • Ουδετεροπενία
  • Μείωση αριθμού λευκών αιμοσφαιρίων
  • Μείωση αριθμού αιμοπεταλίων
  • Πανκυτταροπενία
Ανοσοποιητικό
  • Σαρκοείδωση
  • Παρόξυνση σαρκοείδωσης
  • Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
  • Ρευματοειδής αρθρίτιδα
  • Σύνδρομο Vogt-Koyanagi-Harada
  • Αντίδραση υπερευαισθησίας
  • Αναφυλαξία
Αγγειακές
  • Αγγειίτιδα
  • Έξαψη
  • Υπέρταση
  • Περιφερική ισχαιμία
  • Υπόταση
  • Εξάψεις
  • Ωχρότητα
  • Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση
Δέρμα
  • Κνίδωση
  • Αγγειοοίδημα
  • Αλωπεκία
  • Κνησμός
  • Ξηροδερμία
  • Εξάνθημα
  • Αυξημένη εφίδρωση
  • Ψωρίαση
  • Επιδείνωση ψωρίασης
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
  • Ερυθηματοειδές εξάνθημα
  • Έκζεμα
  • Ερύθημα
  • Διαταραχή δέρματος
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
  • Διαταραχή όνυχα
  • Δυσχρωματισμός δέρματος
Ενδοκρινικό
  • Υποθυρεοειδισμός
  • Υπερθυρεοειδισμός
  • Διαβήτης
  • Ανδρογενετισμός
Μεταβολισμός
  • Επιδεινωθείς διαβήτης
  • Ανορεξία
  • Υπασβεστιαιμία
  • Αφυδάτωση
  • Υπερουριχαιμία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
  • Αυξημένη όρεξη
  • Μείωση βάρους
  • Μείωση ρυθμού ανάπτυξης
Γενικές
  • Δίψα
  • Φλεγμονή της θέσης ένεσης
  • Αντίδραση στη θέση ένεσης
  • Κόπωση
  • Ρίγη
  • Πυρεξία
  • Γριππώδη συμπτώματα
  • Εξασθένιση
  • Θωρακικό άλγος
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Άλγος θέσης ένεσης
  • Νέκρωση της θέσης ένεσης
  • Οίδημα προσώπου
  • Οίδημα
Ψυχιατρικές
  • Κατάθλιψη
  • Αϋπνία
  • Άγχος
  • Συναισθηματική αστάθεια
  • Διέγερση
  • Νευρικότητα
  • Σύγχυση
  • Διαταραχή ύπνου
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
  • Αυτοκτονικός ιδεασμός
  • Αυτοκτονία
  • Απόπειρα αυτοκτονίας
  • Επιθετική συμπεριφορά
  • Ψύχωση
  • Παραισθήσεις
  • Ιδεασμός ανθρωποκτονίας
  • Μεταβολή της νοητικής κατάστασης
  • Μανία
  • Διπολική διαταραχή
  • Επιθετική αντίδραση
  • Διαταραχή συμπεριφοράς
  • Υπνοβασία
  • Μη φυσιολογικά όνειρα
  • Απάθεια
  • Ευερεθιστότητα
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Κεφαλαλγία
  • Διαταραγμένη συγκέντρωση
  • Τρόμος
  • Παραισθησία
  • Υπαισθησία
  • Ημικρανία
  • Υπνηλία
  • Απώλεια γεύσης
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Εγκεφαλοαγγειακή αιμορραγία
  • Εγκεφαλοαγγειακή ισχαιμία
  • Επιληπτική κρίση
  • Διαταραχή συναίσθησης
  • Εγκεφαλοπάθεια
  • Μονονευροπάθειες
  • Κώμα
  • Υπερκινησία
  • Υπεραισθησία
  • Διαταραχή συγκέντρωσης
  • Ίλιγγος
Γαστρεντερικό
  • Ξηροστομία
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Διάρροια
  • Στοματίτιδα
  • Δυσπεψία
  • Ελκώδης στοματίτιδα
  • Πόνος άνω δεξιού τεταρτημορίου
  • Γλωσσίτιδα
  • Ουλίτιδα
  • Δυσκοιλιότητα
  • Χαλαρά κόπρανα
  • Παγκρεατίτιδα
  • Ισχαιμική κολίτιδα
  • Ελκώδης κολίτιδα
  • Αιμορραγία των ούλων
  • Μελάγχρωση γλώσσας
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
  • Διαταραχή ορθού
  • Γαστρεντερική διαταραχή
  • Οδονταλγία
  • Διαταραχή οδόντος
Οφθαλμικές
  • Θαμπή όραση
  • Επιπεφυκίτιδα
  • Ανώμαλη όραση
  • Διαταραχή δακρυϊκού αδένα
  • Πόνος οφθαλμού
  • Αιμορραγία αμφιβληστροειδούς
  • Αμφιβληστροειδοπάθεια
  • Κηλιδώδες οίδημα
  • Απόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας
  • Απόφραξη αμφιβληστροειδικής φλέβας
  • Οπτική νευρίτιδα
  • Οίδημα οπτικής θηλής
  • Απώλεια οπτικής οξύτητας
  • Απώλεια οπτικών πεδίων
  • Βαμβακοειδείς κηλίδες
  • Ορώδης αποκόλληση αμφιβληστροειδούς
Αυτί
  • Εμβοές
  • Απώλεια ακοής
  • Διαταραχή ακοής
Καρδιά
  • Αίσθημα παλμών
  • Ταχυκαρδία
  • Περικαρδίτιδα
  • Καρδιομυοπάθεια
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Καρδιακή ισχαιμία
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
  • Περικαρδιακή συλλογή
  • Αρρυθμία
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Περιοδοντική διαταραχή ΜΑΚ
  • Οδοντική διαταραχή ΜΑΚ
Ήπαρ
  • Ηπατομεγαλία
  • Ηπατοτοξικότητα
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
Τραυματισμοί
  • Μώλωπας
  • Ρήξη δέρματος
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
  • Αρθραλγία
  • Μυοσκελετικός πόνος
  • Αρθρίτιδα
  • Ραβδομυόλυση
  • Μυοσίτιδα
  • Κράμπες στα πόδια
  • Οσφυαλγία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Συχνοουρία
  • Έκπτωση νεφρικής λειτουργίας
  • Νεφρική ανεπάρκεια
  • Νεφρωσικό σύνδρομο
  • Ενούρηση
  • Διαταραχή ούρησης
  • Ακράτεια ούρων
Αναπαραγωγικό
  • Αμηνόρροια
  • Μαστοδυνία
  • Δυσμηνόρροια
  • Μηνορραγία
  • Διαταραχή εμμήνου ρύσης
  • Κολπική διαταραχή
  • Άλγος όρχεων
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Μείωση του αριθμού των κοκκιοκυττάρων
  • Μείωση του επιπέδου της αιμοσφαιρίνης
  • Αύξηση της κρεατινίνης στον ορό
  • Αύξηση των επιπέδων της ουρίας στον ορό
  • Αύξηση των επιπέδων ALT/AST (SGPT/SGOT) στον ορό
Εργαστηριακές
  • Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
  • Αύξηση LDH
Νεοπλάσματα
  • Νεόπλασμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Αντίδραση στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη εφίδρωση
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Αύξηση LDH
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αύξηση της κρεατινίνης στον ορό
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Πολύ συχνές
  • Αύξηση των επιπέδων της ουρίας στον ορό
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Πολύ συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Γριππώδη συμπτώματα
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Διέγερση
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Διαταραγμένη συγκέντρωση
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ευερεθιστότητα
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Πολύ συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ιογενής λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Μείωση αριθμού αιμοπεταλίων
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Μείωση αριθμού λευκών αιμοσφαιρίων
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Μείωση βάρους
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μείωση ρυθμού ανάπτυξης
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μείωση του αριθμού των κοκκιοκυττάρων
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Πολύ συχνές
  • Μείωση του επιπέδου της αιμοσφαιρίνης
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Πολύ συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Μυοσκελετικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Ξηροδερμία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Συναισθηματική αστάθεια
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Φλεγμονή της θέσης ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Άλγος θέσης ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Άλγος της θέσης ένεσης (παιδιατρικό)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Έκζεμα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Έξαψη
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Έρπης απλός (αντίσταση)
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Συχνές
  • Ακράτεια ούρων
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Αμηνόρροια
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Ανδρογενετισμός
    Ενδοκρινικό
    Συχνές
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ανώμαλη όραση
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Απάθεια
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Απώλεια γεύσης
    Νευρικό
    Συχνές
  • Αρθρίτιδα
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αφυδάτωση
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Βρογχίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Γαστρεντερίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Γαστρεντερική διαταραχή
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Γλωσσίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δίψα
    Γενικές
    Συχνές
  • Διαταραχή αναπνευστικού συστήματος
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Διαταραχή δέρματος
    Δέρμα
    Συχνές
  • Διαταραχή δακρυϊκού αδένα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Διαταραχή εμμήνου ρύσης
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Διαταραχή οδόντος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διαταραχή ορθού
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διαταραχή ούρησης
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Διαταραχή συγκέντρωσης
    Νευρικό
    Συχνές
  • Διαταραχή συμπεριφοράς
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Διαταραχή όνυχα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Διαταραχή ύπνου
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσμηνόρροια
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Δυσφωνία
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Δυσχρωματισμός δέρματος
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ελκώδης στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εμβοές
    Αυτί
    Συχνές
  • Ενούρηση
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Επιδείνωση ψωρίασης
    Δέρμα
    Συχνές
  • Επιθετική αντίδραση
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Ερυθηματοειδές εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ημικρανία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ηπατομεγαλία
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Θήλυ: άλγος όρχεων
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Θωρακικό άλγος (παιδιατρικό)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κολπίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Κολπική διαταραχή
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Λεμφαδενοπάθεια
    Αίμα
    Συχνές
  • Λεμφοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Μέση ωτίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Μαστοδυνία
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Μη παραγωγικός βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Μη φυσιολογικά όνειρα
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Μηνορραγία
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Μυκητιασική λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Μώλωπας
    Τραυματισμοί
    Συχνές
  • Νεόπλασμα
    Νεοπλάσματα
    Συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Οδονταλγία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Οδοντικό απόστημα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Ουλίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Παραρρινοκολπίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Πνευμονική λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Πταρμός
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Πόνος άνω δεξιού τεταρτημορίου
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Πόνος οφθαλμού
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Ρήξη δέρματος
    Τραυματισμοί
    Συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Ρινική συμφόρηση
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Ρινικός ερεθισμός
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Ρινόρροια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Συχνοουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Σύγχυση
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Ταχύπνοια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπασβεστιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπεραισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπερθυρεοειδισμός
    Ενδοκρινικό
    Συχνές
  • Υπερκινησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπερουριχαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπνοβασία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Υποθυρεοειδισμός
    Ενδοκρινικό
    Συχνές
  • Χαλαρά κόπρανα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ψωρίαση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ωχρότητα
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Βακτηριακή λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Περικαρδίτιδα
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία αμφιβληστροειδούς
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Αμφιβληστροειδοπάθεια
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Απόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Απόφραξη αμφιβληστροειδικής φλέβας
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Απώλεια οπτικής οξύτητας
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Απώλεια οπτικών πεδίων
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Αυτοκτονικός ιδεασμός
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Βαμβακοειδείς κηλίδες
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Καρδιομυοπάθεια
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Κηλιδώδες οίδημα
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Οίδημα οπτικής θηλής
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Οπτική νευρίτιδα
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Σπάνιες
  • Σήψη
    Λοιμώξεις
    Σπάνιες
  • Έκπτωση νεφρικής λειτουργίας
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Πολύ σπάνιες
  • Αιμορραγία των ούλων
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Απλαστική αναιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Απόπειρα αυτοκτονίας
    Ψυχιατρικές
    Πολύ σπάνιες
  • Απώλεια ακοής
    Αυτί
    Πολύ σπάνιες
  • Αυξημένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Πολύ σπάνιες
  • Αυτοκτονία
    Ψυχιατρικές
    Πολύ σπάνιες
  • Διαβήτης
    Ενδοκρινικό
    Πολύ σπάνιες
  • Διαταραχή ακοής
    Αυτί
    Πολύ σπάνιες
  • Διαταραχή συναίσθησης
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Εγκεφαλοαγγειακή αιμορραγία
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Εγκεφαλοαγγειακή ισχαιμία
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Εγκεφαλοπάθεια
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Ελκώδης κολίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Επιδεινωθείς διαβήτης
    Μεταβολισμός
    Πολύ σπάνιες
  • Επιθετική συμπεριφορά
    Ψυχιατρικές
    Πολύ σπάνιες
  • Επιληπτική κρίση
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Ηπατοτοξικότητα
    Ήπαρ
    Πολύ σπάνιες
  • Ισχαιμική κολίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Καρδιακή ισχαιμία
    Καρδιά
    Πολύ σπάνιες
  • Κράμπες στα πόδια
    Μυοσκελετικό
    Πολύ σπάνιες
  • Μυοσίτιδα
    Μυοσκελετικό
    Πολύ σπάνιες
  • Νέκρωση της θέσης ένεσης
    Γενικές
    Πολύ σπάνιες
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Νεφρωσικό σύνδρομο
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Οίδημα προσώπου
    Γενικές
    Πολύ σπάνιες
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Παραισθήσεις
    Ψυχιατρικές
    Πολύ σπάνιες
  • Παρόξυνση σαρκοείδωσης
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Περιφερική ισχαιμία
    Αγγειακές
    Πολύ σπάνιες
  • Πνευμονίτιδα
    Αναπνευστικό
    Πολύ σπάνιες
  • Πνευμονικές διηθήσεις
    Αναπνευστικό
    Πολύ σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Πολύ σπάνιες
  • Σαρκοείδωση
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ σπάνιες
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ σπάνιες
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Πολύ σπάνιες
  • Ψύχωση
    Ψυχιατρικές
    Πολύ σπάνιες
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Αναφυλαξία
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αντίδραση υπερευαισθησίας
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Αύξηση των επιπέδων ALT/AST (SGPT/SGOT) στον ορό
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Μη γνωστές
  • Βρογχοσύσπαση
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Διπολική διαταραχή
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας B
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Ιδεασμός ανθρωποκτονίας
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Κώμα
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Μανία
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Μελάγχρωση γλώσσας
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Μεταβολή της νοητικής κατάστασης
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Μονονευροπάθειες
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Οδοντική διαταραχή ΜΑΚ
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Μη γνωστές
  • Ορώδης αποκόλληση αμφιβληστροειδούς
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Πανκυτταροπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Περικαρδιακή συλλογή
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Περιοδοντική διαταραχή ΜΑΚ
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Μη γνωστές
  • Πνευμονική ίνωση
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Ρευματοειδής αρθρίτιδα
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Vogt-Koyanagi-Harada
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-INTRONA

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον ενδεχόμενο κίνδυνο.
    Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της ιντερφερόνης άλφα-2b σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Η θεραπεία με ριμπαβιρίνη αντενδείκνυται σε έγκυες γυναίκες.
  • Γαλουχία
    Ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται.
    Δεν είναι γνωστό εάν τα συστατικά απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της πιθανότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε θηλάζοντα βρέφη, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη της θεραπείας.
  • Γονιμότητα
    Πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη.
    Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Έχουν αναφερθεί μειωμένες συγκεντρώσεις οιστραδιόλης και προγεστερόνης ορού σε γυναίκες που έλαβαν αγωγή με ιντερφερόνη ανθρώπινων λευκοκυττάρων.
  • Γονιμότητα
    Πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
    Το IntronA πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε γόνιμους άνδρες.
  • Γονιμότητα
    Πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισυλληπτική μέθοδο κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 μήνες μετά.
    Η ριμπαβιρίνη προκαλεί σοβαρές συγγενείς ανωμαλίες όταν λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Πρέπει να λαμβάνεται μεγάλη φροντίδα για την αποφυγή εγκυμοσύνης σε θηλυκές ασθενείς.
  • Γονιμότητα
    Πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισυλληπτική μέθοδο κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 7 μήνες μετά.
    Η ριμπαβιρίνη προκαλεί σοβαρές συγγενείς ανωμαλίες όταν λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Πρέπει να λαμβάνεται μεγάλη φροντίδα για την αποφυγή εγκυμοσύνης σε συντρόφους αρρένων ασθενών.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης: Η ιντερφερόνη άλφα συνδέεται με τους υποδοχείς ιντερφερόνης τύπου Ι (IFNAR1 και IFNAR2c) οι οποίοι, μετά από διμερισμό, ενεργοποιούν δύο τυροσινικές κινάσες Jak (Janus kinase) (Jak1 και Tyk2). Αυτές αλληλο-φωσφορυλιώνονται και…
monitor_heart
SPC-INTRONA

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ιντερφερόνη άλφα-2b, κωδικός ATC: L03A B05. Το IntronA είναι ένα στείρο, σταθερό σκεύασμα ιντερφερόνης άλφα-2b υψηλής καθαρότητας, που παράγεται με τεχνικές ανασυνδυασμού του DNA. Η ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη άλφα-2b είναι μια…
biotech
SPC-INTRONA

Φαρμακοκινητική

expand_more
Η φαρμακοκινητική του IntronA μελετήθηκε σε υγιείς εθελοντές μετά από τη χορήγηση μεμονωμένων δόσεων 5 εκατομμυρίων IU/m² και 10 εκατομμύρια IU υποδορίως, των 5 εκατομμυρίων IU/m² χορηγούμενων ενδομυικώς και ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών. Οι μέσες…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση: * Η απορρόφηση είναι υψηλή (μεγαλύτερη από 80%) όταν χορηγείται ενδομυϊκά ή υποδορίως. * Για συστηματικά αποτελέσματα, η ιντερφερόνη άλφα χορηγείται παρεντερικά, διότι το φάρμακο είναι ευαίσθητο στην αποικοδόμηση από…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Έλεγχος ηπατίτιδας Β (HBV) · Πριν την έναρξη της θεραπείας με ιντερφερόνη
    Ασθενείς που πρόκειται να λάβουν θεραπεία για ηπατίτιδα C
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Κρεατινίνη ορού water_dropΝεφρική λειτουργία Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA
Αλανινική αμινοτρανσφεράση (ALT) gastroenterologyΗπατική λειτουργία Κατά διαστήματα δύο εβδομάδων Περίοδος αναζωπύρωσης ALT
Αλκαλική φωσφατάση (ALP) gastroenterologyΗπατική λειτουργία Κατά διαστήματα δύο εβδομάδων Περίοδος αναζωπύρωσης ALT
Ηπατικά ένζυμα gastroenterologyΗπατική λειτουργία Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA
Ηπατική λειτουργία (LFTs) gastroenterologyΗπατική λειτουργία Κάθε εβδομάδα (φάση εφόδου), κάθε μήνα (φάση συντήρησης) Κακόηθες μελάνωμα
Λευκωματίνη gastroenterologyΗπατική λειτουργία Κατά διαστήματα δύο εβδομάδων Περίοδος αναζωπύρωσης ALT
Χολερυθρίνη gastroenterologyΗπατική λειτουργία Κατά διαστήματα δύο εβδομάδων Περίοδος αναζωπύρωσης ALT
Χολερυθρίνη ορού gastroenterologyΗπατική λειτουργία Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA
Αιμοπετάλια bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA
Αριθμός λευκοκυττάρων (WBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Κάθε εβδομάδα (φάση εφόδου), κάθε μήνα (φάση συντήρησης) Κακόηθες μελάνωμα
Γενική αίματος (CBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA
Διαφορικός τύπος λευκοκυττάρων bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA
Κάθε εβδομάδα (φάση εφόδου), κάθε μήνα (φάση συντήρησης) Κακόηθες μελάνωμα
Ηλεκτρολύτες scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA
Πρωτεΐνη ορού scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA
Επίπεδα λιπιδίων monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος Υπερτριγλυκεριδαιμία
Θυρεοειδική λειτουργία (TSH) endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες Πριν από την έναρξη της θεραπείας Ενήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C (μονοθεραπεία)
Εάν ο ασθενής εμφανίσει συμπτώματα συμβατά με πιθανή θυρεοειδική δυσλειτουργία Ενήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C (μονοθεραπεία)
Πριν από την έναρξη της αγωγής Παιδιά και έφηφοι με συνδυαστική θεραπεία ιντερφερόνης άλφα-2b και ριμπαβιρίνης
Θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH) endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες Κάθε 3 μήνες Παιδιά και έφηφοι
Χρόνος προθρομβίνης (PT) water_dropΠηκτικότητα αίματος Κατά διαστήματα δύο εβδομάδων Περίοδος αναζωπύρωσης ALT
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Εργαστηριακός έλεγχος stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Εβδομάδες 1, 2, 4, 8, 12, 16 και μήνα παρά μήνα στη συνέχεια Ασθενής με ηπατίτιδα B ή C
Οδοντιατρική εξέταση more_horizΆλλο / λοιπά Τακτικά Συνδυασμένη θεραπεία IntronA και ριμπαβιρίνης
cardiology

ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) Πριν από την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας Ενήλικες με προϋπάρχουσες καρδιακές ανωμαλίες ή/και προχωρημένο καρκίνο
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-INTRONA
expand_more

Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά από έναν γιατρό έμπειρο στο χειρισμό της νόσου. Όλες οι δοσολογικές μορφές και περιεκτικότητες δεν είναι κατάλληλες για ορισμένες ενδείξεις. Πρέπει να επιλέγεται κατάλληλη δοσολογική μορφή και περιεκτικότητα. Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IntronA για οποιαδήποτε ένδειξη, εκδηλωθούν ανεπιθύμητες ενέργειες τροποποιείστε τη δόση ή διακόψτε προσωρινά τη θεραπεία μέχρι να υποχωρήσουν οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε περίπτωση που παρουσιαστεί επιμονή ή καθ’ υποτροπή δυσανεξία μετά την επαρκή προσαρμογή της δόσης, ή επιδείνωση της νόσου, διακόψτε τη θεραπεία με IntronA. Επαφίεται στην κρίση του θεράποντος γιατρού η δυνατότητα να χορηγεί ο ίδιος ο ασθενής τη συνιστώμενη δόση για θεραπευτικά σχήματα συντήρησης χορηγούμενα υποδορίως.

Χρόνια ηπατίτιδα Β

Η συνιστώμενη δόση για ενήλικες κυμαίνεται μεταξύ 5 έως 10 εκατομμύρια IU χορηγούμενα υποδορίως τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για χρονικό διάστημα 4 έως 6 μηνών. Σε περίπτωση εμφάνισης αιματολογικών διαταραχών, η χορηγούμενη δόση θα πρέπει να μειωθεί κατά 50% (λευκά αιμοσφαίρια < 1.500/mm³, κοκκιοκύτταρα < 1.000/mm³, αιμοπετάλια < 100.000/mm³). Σε περίπτωση σοβαρής λευκοπενίας, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί (< 1.200/mm³), σοβαρής ουδετεροπενίας (< 750/mm³) ή σοβαρής θρομβοπενίας (< 70.000/mm³). Για όλους τους ασθενείς, εάν δεν παρατηρηθεί βελτίωση του HBV-DNA στον ορό μετά από θεραπεία διάρκειας τριών έως τεσσάρων μηνών (στη μέγιστη ανεκτή δόση), διακόψτε τη θεραπεία IntronA.

Χρόνια ηπατίτιδα C

Ενήλικες Το IntronA χορηγείται υποδορίως, σε δόση 3 εκατομμυρίων IU, τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη ημέρα) σε ενήλικες ασθενείς, είτε όταν χορηγείται ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη.

Παιδιά ηλικίας 3 ετών και άνω και έφηβοι Το IntronA 3 ΜΙU/m2 χορηγείται υποδόρια 3 φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη ημέρα) σε συνδυασμό με καψάκια ή πόσιμο διάλυμα ριμπαβιρίνης χορηγούμενης από του στόματος σε δύο διαιρεμένες δόσεις καθημερινά με τροφή (πρωί και βράδυ). (Βλ. ΠΧΠ για τα καψάκια ριμπαβιρίνης για τη δόση ριμπαβιρίνης σε καψάκια και κατευθυντήριες γραμμές τροποποίησης δόσης για θεραπεία συνδυασμού. Για παιδιατρικούς ασθενείς που ζυγίζουν < 47 kg, ή δεν είναι σε θέση να καταπιούν καψάκια, βλ. ΠΧΠ για πόσιμο διάλυμα ριμπαβιρίνης.)

Ασθενείς που υποτροπιάζουν (ενήλικες) Το IntronA χορηγείται σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Με βάση τα αποτελέσματα κλινικών δοκιμών, στις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για 6 μήνες θεραπευτικής αγωγής, συνιστάται οι ασθενείς να λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή με IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, για 6 μήνες.

Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για πρώτη φορά (ενήλικες) Η αποτελεσματικότητα του IntronA ενισχύεται όταν χορηγείται σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Το IntronA θα πρέπει να χορηγείται μόνο του κυρίως στην περίπτωση μη ανοχής ή αντένδειξης στη ριμπαβιρίνη.

  • IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη Με βάση τα δεδομένα κλινικών δοκιμών, στις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για 12 μήνες θεραπευτικής αγωγής, συνιστάται οι ασθενείς να λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή με IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, για 6 μήνες τουλάχιστον. Σε ασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν αρνητικό HCV-RNA κατά τον 6 μήνα, και με ιικό γονότυπο 1 (όπως έχει προσδιορισθεί στο δείγμα πριν από τη θεραπευτική αγωγή) και υψηλό ιικό φορτίο πριν από τη θεραπευτική αγωγή, η θεραπευτική αγωγή, θα πρέπει να συνεχίζεται για άλλη μια περίοδο 6 μηνών (δηλ. συνολικά 12 μήνες). Θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν άλλοι αρνητικοί προγνωστικοί παράγοντες (ηλικία > 40 ετών, άρρεν φύλο, γεφυροποιός ίνωση) για να παραταθεί η θεραπεία στους 12 μήνες. Κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών, ασθενείς οι οποίοι απέτυχαν να εμφανίσουν ιολογική ανταπόκριση μετά από 6 μήνες θεραπευτικής αγωγής (HCV-RNA κάτω από το κατώτερο όριο εντοπισμού), δεν είχαν παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση (HCV-RNA κάτω από το κατώτερο όριο εντοπισμού έξι μήνες μετά τη διακοπή της θεραπευτικής αγωγής).

  • IntronA μόνο του Η βέλτιστη διάρκεια θεραπείας με μόνο IntronA, δεν έχει ακόμα καθοριστεί πλήρως, συνιστάται όμως μια θεραπεία μεταξύ 12 και 18 μηνών. Συνιστάται όπως οι ασθενείς λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή με μόνο IntronA επί 3 έως 4 μήνες τουλάχιστον και στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνεται προσδιορισμός της κατάστασης ως προς το HCV-RNA. Η θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται σε ασθενείς που εμφανίζουν αρνητικά HCV-RNA.

Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για πρώτη φορά (παιδιά και έφηβοι) Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του IntronA σε συνδυασμό με την ριμπαβιρίνη μελετήθηκε σε παιδιά και εφήβους που δεν είχαν θεραπευθεί προηγούμενα για χρόνια ηπατίτιδα C.

Διάρκεια της θεραπείας για παιδιά και εφήβους

  • Γονότυπος 1: Η συνιστώμενη διάρκεια της αγωγής είναι 1 έτος. Οι ασθενείς που δεν επιτυγχάνουν ιολογική ανταπόκριση σε 12 εβδομάδες είναι ιδιαίτερα απίθανο να παρουσιάσουν παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση (αρνητική προγνωστική αξία 96%). Συνεπώς, συνιστάται τα παιδιά και οι έφηβοι ασθενείς που λαμβάνουν συνδυασμό IntronA/ριμπαβιρίνης να τερματίζουν τη θεραπεία εάν το HCV-RNA τους την εβδομάδα 12 πέσει < 2 log10 συγκριτικά με πριν τη θεραπεία, ή εάν έχουν ανιχνεύσιμο HCV-RNA την εβδομάδα θεραπείας 24.
  • Γονότυπος 2/3: Η συνιστώμενη διάρκεια της αγωγής είναι 24 εβδομάδες.

Λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων

Η συνιστώμενη δόση είναι 2 εκατομμύρια IU/m², χορηγούμενα υποδόρια, τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) και για τους ασθενείς οι οποίοι υποβλήθηκαν σε σπληνεκτομή, και για τους ασθενείς οι οποίοι δεν υποβλήθηκαν σε σπληνεκτομή. Στους περισσότερους ασθενείς με λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων, ομαλοποίηση ενός ή περισσοτέρων αιματολογικών παραμέτρων παρατηρείται εντός διαστήματος ενός ή δύο μηνών από την αγωγή με IntronA. Η βελτίωση και στις τρεις αιματολογικές παραμέτρους (δηλαδή του αριθμού των κοκκιοκυττάρων, του αριθμού των αιμοπεταλίων και του επιπέδου της αιμοσφαιρίνης) μπορεί να απαιτήσει 6 μήνες ή περισσότερο. Αυτό το σχήμα πρέπει να διατηρείται, εκτός και αν η νόσος αρχίσει να επιδεινώνεται γρήγορα, ή εκδηλωθεί σοβαρή δυσανεξία.

Χρόνια μυελογενής λευχαιμία

H συνιστώμενη δόση του IntronA, είναι 4 έως 5 εκατομμύρια IU/m², χορηγούμενα υποδορίως ημερησίως. Έχει δειχθεί ότι μερικοί ασθενείς ωφελήθηκαν από τη χορήγηση IntronA 5 εκατομμύρια IU/m² υποδορίως ημερησίως, σε συνδυασμό με κυτταραβίνη (Ara-C) 20 mg/m² χορηγούμενη υποδορίως ημερησίως επί 10 ημέρες τον μήνα (μέχρι μέγιστη ημερήσια δόση 40 mg). Όταν ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων ελέγχεται, χορηγήστε τη μέγιστη ανεκτή δόση IntronA (4 έως 5 εκατομμύρια IU/m² ημερησίως) για να διατηρηθεί η αιματολογική ύφεση. Η θεραπεία IntronA πρέπει να διακοπεί μετά από 8 έως 12 εβδομάδες θεραπείας εάν δεν επιτευχθεί τουλάχιστον μερική αιματολογική ύφεση ή κάποιο κλινικά σημαντικό κυτταρομειωτικό αποτέλεσμα.

Πολλαπλό μυέλωμα

Αγωγή συντήρησης Σε ασθενείς που βρίσκονται στη φάση σταθεροποίησης (> 50% μείωση της πρωτεΐνης του μυελώματος) μετά την αρχική χημειοθεραπεία εφόδου, η ιντερφερόνη άλφα-2b μπορεί να χορηγηθεί ως μονοθεραπεία, υποδόρια, σε δόση των 3 εκατομμυρίων IU/m² τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα).

Οζώδες λέμφωμα

Ως συμπληρωματική αγωγή της χημειοθεραπείας, η ιντερφερόνη άλφα-2b μπορεί να χορηγηθεί υποδορίως, σε δόση των 5 εκατομμυρίων IU τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για διάστημα 18 μηνών. Συνιστάται η εφαρμογή κάποιων χημειοθεραπευτικών σχημάτων του τύπου CHOP, αλλά κλινική εμπειρία υπάρχει μόνο με το σχήμα CHVP (συνδυασμός κυκλοφωσφαμίδης, δοξορουβικίνης, τενιποζίδης και πρεδνιζολόνης).

Καρκινοειδής όγκος

Η συνήθης δόσης είναι 5 εκατομμύρια IU (3 έως 9 εκατομμύρια IU) χορηγούμενα υποδόρια τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα). Ασθενείς με προχωρημένη νόσο μπορεί να απαιτήσουν ημερήσια δόση 5 εκατομμυρίων IU. Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί προσωρινά κατά τη διάρκεια και μετά τη χειρουργική επέμβαση. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί για όσο χρονικό διάστημα ο ασθενής ανταποκρίνεται στη θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα-2b.

Κακόηθες μελάνωμα

Ως θεραπεία εφόδου, η ιντερφερόνη άλφα-2b χορηγείται ενδοφλεβίως σε δόση 20 εκατομμυρίων IU/m² ημερησίως για πέντε ημέρες την εβδομάδα και για χρονικό διάστημα τεσσάρων εβδομάδων. Η υπολογιζόμενη δόση της ιντερφερόνης άλφα-2b προστίθεται σε ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) και χορηγείται ως 20-λεπτη έγχυση (βλ. Οδηγίες χρήσης, χειρισμού και απόρριψης). Για θεραπεία συντήρησης, η συνιστώμενη δόση είναι 10 εκατομμύρια IU/m², χορηγούμενη υποδόρια τρεις ημέρες την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για 48 εβδομάδες. Εάν εμφανισθούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιντερφερόνη άλφα-2b, ειδικά εάν μειωθούν τα κοκκιοκύτταρα < 500/mm³ ή η αλανινική αμινοτρανσφεράση/ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (ALT/AST) αυξηθεί > 5 φορές από το ανώτερο φυσιολογικό όριο, διακόψτε προσωρινά τη θεραπεία μέχρι να υποχωρήσουν οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Η θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα-2b πρέπει να ξαναρχίσει με το 50% της προηγούμενης θεραπείας. Εάν η δυσανεξία επιμένει μετά την αναπροσαρμογή της δόσης ή εάν τα κοκκιοκύτταρα μειωθούν σε < 250/mm³ ή η ALT/AST αυξηθεί > 10 φορές πάνω από το φυσιολογικό όριο, διακόψτε τη θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα-2b. Αν και η βέλτιστη (ελάχιστη) δόση για πλήρες κλινικό όφελος είναι άγνωστη, οι ασθενείς πρέπει να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με τη συνιστώμενη δόση, με μείωση της δόσης όσον αφορά την τοξικότητα, όπως ήδη περιγράφηκε.

To IntronA μπορεί να χορηγηθεί χρησιμοποιώντας είτε γυάλινες ή πλαστικές σύριγγες για ενέσεις της μίας χρήσης.

block

Αντενδείξεις

SPC-INTRONA
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Ιστορικό σοβαρής προϋπάρχουσας καρδιακής νόσου, π.χ. μη ελεγχόμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, σοβαρές διαταραχές τύπου αρρυθμίας.
  • Σοβαρή νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης αυτής που προκλήθηκε από μεταστάσεις.
  • Επιληψία και/ή διαταραχή της λειτουργίας του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Χρόνια ηπατίτιδα με μη αντιρροπούμενη κίρρωση του ήπατος.
  • Χρόνια ηπατίτιδα σε ασθενείς που λαμβάνουν ή έχουν λάβει πρόσφατα αγωγή με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες, εκτός από τη βραχυχρόνια χορήγηση κορτικοστεροειδών η οποία έχει τερματιστεί.
  • Αυτοάνομη ηπατίτιδα ή ιστορικό αυτοάνοσης νόσου, ανοσοκατασταλμένοι ασθενείς μετά από μεταμόσχευση.
  • Προϋπάρχουσα θυρεοειδική νόσο, εκτός αν αυτή μπορεί να ελεγχθεί με συμβατική θεραπεία.
  • Συνδυασμός του IntronA με τελμπιβουδίνη.

Παιδιά και έφηβοι

  • Ύπαρξη, ή ιστορικό σοβαρής ψυχιατρικής κατάστασης, ειδικότερα σοβαρή κατάθλιψη, ιδεασμός αυτοκτονίας, ή απόπειρα αυτοκτονίας.

Συνδυασμένη θεραπεία με ριμπαβιρίνη

  • Δείτε επίσης την ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης εάν πρόκειται να χορηγηθεί IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-INTRONA
expand_more

Ψυχιατρικές και από το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ)

Σοβαρές επιδράσεις στο ΚΝΣ, ιδιαίτερα κατάθλιψη, ιδεασμός αυτοκτονίας και απόπειρα αυτοκτονίας έχουν παρατηρηθεί σε μερικούς ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IntronA, ακόμα και μετά τη διακοπή της θεραπείας κυρίως κατά τη διάρκεια της 6-μηνης περιόδου παρακολούθησης. Μεταξύ των παιδιών και εφήβων υπό θεραπεία με IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, ιδεασμός αυτοκτονίας ή απόπειρες αυτοκτονίας αναφέρθηκαν πιο συχνά έναντι των ενηλίκων ασθενών (2,4% έναντι 1%) κατά τη διάρκεια της αγωγής και κατά τη διάρκεια της εξάμηνης παρακολούθησης μετά την αγωγή. Όπως και οι ενήλικες ασθενείς, τα παιδιά και οι έφηβοι παρουσίασαν άλλες ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. κατάθλιψη, συναισθηματική αστάθεια, και υπνηλία). Άλλες επιδράσεις στο ΚΝΣ που παρατηρήθηκαν με τις ιντερφερόνες άλφα συμπεριλάμβαναν επιθετική συμπεριφορά (μερικές φορές κατευθυνόμενη εναντίον άλλων όπως ιδεασμός ανθρωποκτονίας), διπολικές διαταραχές, μανία, σύγχυση και μεταβολές της ψυχικής κατάστασης.

  • Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για οποιαδήποτε σημεία ή συμπτώματα ψυχιατρικών διαταραχών.
  • Εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα, η δυνητική σοβαρότητα αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το συνταγογραφούντα γιατρό και θα πρέπει να εξετάζεται η ανάγκη για επαρκή θεραπευτική αντιμετώπιση.
  • Εάν τα ψυχιατρικά συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται, ή εάν ταυτοποιηθεί ιδεασμός αυτοκτονίας ή ανθρωποκτονίας, συνιστάται να διακοπεί η θεραπεία με IntronA, και η παρακολούθηση του ασθενούς, με ψυχιατρική παρέμβαση όπως κρίνεται κατάλληλα.

Ασθενείς με ύπαρξη ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεων:

  • Εάν η θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα-2b έχει κριθεί απαραίτητη σε ενήλικες ασθενείς με ύπαρξη ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεων, τότε αυτή πρέπει να ξεκινήσει μόνον μετά την πιστοποίηση μιας κατάλληλης εξατομικευμένης διάγνωσης και θεραπευτικής αντιμετώπισης της ψυχιατρικής κατάστασης.
  • Η χορήγηση ιντερφερόνης άλφα-2b σε παιδιά και εφήβους με ύπαρξη ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεων αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).

Ασθενείς που κάνουν χρήση/κατάχρηση ουσιών:

  • Ασθενείς με λοίμωξη HCV, οι οποίοι εμφανίζουν συνυπάρχουσα διαταραχή χρήσης ουσιών (οινόπνευμα, κάνναβη κ.λπ.), εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ψυχιατρικών διαταραχών ή παρόξυνσης ήδη υπαρχουσών ψυχιατρικών διαταραχών όταν λαμβάνουν θεραπεία με άλφα ιντερφερόνη.
  • Εάν η θεραπεία με άλφα ιντερφερόνη κριθεί απαραίτητη, η παρουσία ψυχιατρικών συν-νοσηροτήτων και η πιθανότητα χρήσης άλλων ουσιών πρέπει να εκτιμηθούν προσεκτικά και να αντιμετωπιστούν επαρκώς πριν την έναρξη της θεραπείας.
  • Εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διεπιστημονικής προσέγγισης για την αξιολόγηση, θεραπεία και παρακολούθηση του ασθενούς, συμπεριλαμβανομένης της αναζήτησης συμβουλής από έναν επαγγελματία του τομέα ψυχικής υγείας ή έναν ειδικό στον εθισμό.
  • Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και ακόμα και μετά τη διακοπή της θεραπείας. Συνιστάται έγκαιρη παρέμβαση σε περίπτωση επανεμφάνισης ή ανάπτυξης ψυχιατρικών διαταραχών και χρήσης ουσιών.

Παιδιατρικός και εφηβικός πληθυσμός: Ανάπτυξη και εξέλιξη (χρόνια ηπατίτιδα C)

  • Κατά τη διάρκεια της αγωγής με θεραπεία συνδυασμού ιντερφερόνης (απλής και πεγκυλιωμένης)/ριμπαβιρίνης διάρκειας έως 48 εβδομάδων σε ασθενείς ηλικίας 3 έως και 17 ετών, η απώλεια σωματικού βάρους και η αναστολή της ανάπτυξης ήταν κοινές (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες).
  • Τα μακροπρόθεσμα δεδομένα είναι ενδεικτικά της σημαντικής καθυστέρησης στην ανάπτυξη (μείωση > 15 ποσοστημοριακές μονάδες στο εκατοστημόριο ύψος συγκριτικά με την έναρξη θεραπείας) στο 21% των παιδιών, με έλλειμμα ύψους > 15 τοις εκατό 10 έως 12 έτη μετά το τέλος της θεραπείας.
  • Το αναμενόμενο όφελος της θεραπείας θα πρέπει να ζυγισθεί προσεκτικά έναντι των ευρημάτων ασφάλειας που παρατηρήθηκαν για τα παιδιά και τους εφήβους.
  • Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι η θεραπεία συνδυασμού προκάλεσε αναστολή της ανάπτυξης, η οποία οδήγησε σε μειωμένο τελικό ύψος ενήλικα σε μερικούς ασθενείς.
  • Ο κίνδυνος αυτός θα πρέπει να ζυγισθεί έναντι των χαρακτηριστικών της νόσου του παιδιού, όπως στοιχεία εξέλιξης της νόσου (κυρίως ίνωση), συν-νοσηρότητες που μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την εξέλιξη της νόσου (όπως συν-λοίμωξη με HIV), καθώς και προγνωστικοί παράγοντες ανταπόκρισης, (γονότυπος HCV και ιικό φορτίο).
  • Όποτε είναι δυνατό το παιδί θα πρέπει να λαμβάνει θεραπεία μετά την απότομη ανάπτυξη κατά την εφηβεία, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος αναστολής της ανάπτυξης.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

  • Σπάνια έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της αγωγής με IntronA οξείες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. κνίδωση, αγγειοοίδημα, βρογχόσπασμος, αναφυλαξία).
  • Σε περίπτωση που θα εμφανισθεί μια τέτοια αντίδραση, διακόψτε το φάρμακο και αρχίστε την κατάλληλη ιατρική θεραπεία.
  • Παροδικά εξανθήματα δεν απαιτούν τη διακοπή της θεραπείας.

Ανεπιθύμητες εμπειρίες που περιλαμβάνουν παράταση των δεικτών πήξης του αίματος και ηπατικές ανωμαλίες

  • Για τις μέτριες έως σοβαρές ανεπιθύμητες εμπειρίες μπορεί να χρειαστεί τροποποίηση του δοσολογικού σχήματος ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, τερματισμός της θεραπείας με το IntronA. Το IntronA αυξάνει τον κίνδυνο άρσης της ηπατικής αντιρρόπησης και θανάτου σε ασθενείς με κίρρωση.
  • Διακόψτε τη θεραπεία με IntronA σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα οι οποίοι αναπτύσσουν παράταση των δεικτών πήξης του αίματος, οι οποίοι θα μπορούσαν να υποδηλώνουν μη αντιρροπούμενη ηπατοπάθεια.
  • Οποιοσδήποτε ασθενής εμφανίσει ανωμαλίες της ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IntronA πρέπει να υποβάλλεται σε στενή παρακολούθηση και η θεραπεία να διακοπεί εάν τα σημεία και τα συμπτώματα της νόσου προοδεύσουν.
  • Τα ηπατικά ένζυμα και η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά σε κιρρωτικούς ασθενείς.

Υπόταση

  • Κατά τη διάρκεια της αγωγής με το IntronA ή και μέχρι 2 ημέρες μετά το πέρας της αγωγής μπορεί να εμφανισθεί υπόταση, και ενδέχεται να απαιτηθεί κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία.

Ανάγκη για επαρκή ενυδάτωση

  • Πρέπει να διατηρείται επαρκής ενυδάτωση σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με το IntronA, μια και σε μερικούς ασθενείς έχει παρατηρηθεί υπόταση σχετιζόμενη με ανεπάρκεια υγρών. Μπορεί να απαιτηθεί συμπλήρωση υγρών.

Πυρεξία

  • Παρά το γεγονός ότι η πυρεξία μπορεί να συσχετίζεται με το γριππώδες σύνδρομο, πρέπει να αποκλεισθούν άλλες αιτίες επίμονης πυρεξίας.

Ασθενείς με νοσήματα συνοδευόμενα από εξασθένιση

  • Το IntronA πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με νοσήματα συνοδευόμενα από εξασθένιση, όπως σε αυτούς με ιστορικό πνευμονικής πάθησης (π.χ. με χρόνια αποφρακτική πνευμονική νόσο) ή σακχαρώδη διαβήτη επιρρεπή στην κετο-οξέωση. Προσοχή απαιτείται επίσης σε ασθενείς με διαταραχές στην πήξη του αίματος (π.χ. θρομβοφλεβίτιδα, πνευμονική εμβολή) ή σοβαρή μυελοκαταστολή.

Πνευμονικές καταστάσεις

  • Σπάνια παρατηρήθηκαν πνευμονικές διηθήσεις, πνευμονίτιδα και πνευμονία, που περιστασιακά είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο.
  • Οποιοσδήποτε ασθενής ο οποίος αναπτύσσει πυρεξία, βήχα, δύσπνοια ή άλλα συμπτώματα του αναπνευστικού πρέπει να κάνει μια ακτινογραφία θώρακος.
  • Εάν η ακτινογραφία θώρακος δείχνει πνευμονικές διηθήσεις ή υπάρχουν στοιχεία βλάβης της αναπνευστικής λειτουργίας, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, και αν αυτό κριθεί απαραίτητο, να διακόψει την ιντερφερόνη άλφα.
  • Άμεση διακοπή της χορήγησης ιντερφερόνης άλφα και θεραπευτική αντιμετώπιση με κορτικοστεροειδή φαίνεται ότι συσχετίζεται με αποκατάσταση των πνευμονολoγικών ανεπιθύμητων ενεργειών.

Οφθαλμολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες

  • Οι οφθαλμολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) συμπεριλαμβανομένων της αιμορραγίας του αμφιβληστροειδούς, των βαμβακοειδών κηλίδων, της ορώδους αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς και της απόφραξης της αμφιβληστροειδικής αρτηρίας ή φλέβας έχουν παρατηρηθεί σε σπάνιες περιπτώσεις.
  • Όλοι οι ασθενείς πρέπει να έχουν υποβληθεί σε οφθαλμολογική εξέταση στην έναρξη της θεραπείας.
  • Όποιος ασθενής παραπονεθεί για αλλαγές στην οπτική οξύτητα ή στα οπτικά πεδία ή αναφέρει άλλα οφθαλμολογικά συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IntronA, πρέπει να κάνει άμεση και γενική οφθαλμολογική εξέταση.
  • Συνιστάται μια γενική κλινική οφθαλμολογική εξέταση πριν την έναρξη της θεραπείας με IntronA ιδιαιτέρως σε ασθενείς με διαταραχές που μπορεί να σχετίζονται με αμφιβληστροειδοπάθεια, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης ή η υπέρταση.
  • Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η διακοπή του IntronA σε ασθενείς που εμφανίζουν νέες ή επιδεινούμενες οφθαλμολογικές διαταραχές.

Διαταραχή της συνείδησης, κώμα και εγκεφαλοπάθεια

  • Σε μερικούς ασθενείς, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, που αντιμετωπίσθηκαν θεραπευτικά με υψηλότερες δόσεις έχει παρατηρηθεί μεγαλύτερου βαθμού διαταραχή της συνείδησης και κώμα, περιλαμβανομένων περιστατικών εγκεφαλοπάθειας.
  • Ενώ αυτού του τύπου οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γενικώς αναστρέψιμες, σε μερικούς ασθενείς για την πλήρη υποχώρησή τους απαιτήθηκαν μέχρι τρεις εβδομάδες.
  • Πολύ σπάνια, έχουν εμφανισθεί επιληπτικές κρίσεις με υψηλές δόσεις IntronA.

Ασθενείς με προϋπάρχουσες καρδιακές ανωμαλίες

  • Ενήλικες ασθενείς που έχουν ιστορικό συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, εμφράγματος του μυοκαρδίου και/ή προηγούμενο ή παρόν ιστορικό διαταραχών του καρδιακού ρυθμού, και χρειάζονται θεραπεία με IntronA πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
  • Συνιστάται εκείνοι οι ασθενείς οι οποίοι έχουν προϋπάρχουσες καρδιακές ανωμαλίες και/ή βρίσκονται σε προχωρημένα στάδια καρκίνου, πρέπει να υποβάλλονται σε ηλεκτροκαρδιογραφικό έλεγχο πριν από την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Οι καρδιακές αρρυθμίες (κυρίως οι υπερκοιλιακές) συνήθως ανταποκρίνονται σε συμβατική θεραπεία, αλλά μπορεί να απαιτήσουν διακοπή της θεραπείας με το IntronA.

Υπερτριγλυκεριδαιμία

  • Έχει παρατηρηθεί υπερτριγλυκεριδαιμία και επιδείνωση της υπερτριγλυκεριδαιμίας, η οποία μερικές φορές είναι σοβαρή. Επομένως συνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων των λιπιδίων.

Ασθενείς με ψωρίαση και σαρκοείδωση

  • Λόγω αναφορών παρόξυνσης της προϋπάρχουσας ψωριασικής νόσου και σαρκοείδωσης από την ιντερφερόνη άλφα, η χρήση του IntronA σε ασθενείς με ψωρίαση ή σαρκοείδωση, συνιστάται μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο.

Απόρριψη νεφρικού και ηπατικού μοσχεύματος

  • Προκαταρκτικά στοιχεία δείχνουν ότι η θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα μπορεί να συνδέεται με αυξημένο ποσοστό απόρριψης νεφρικού μοσχεύματος. Απόρριψη ηπατικού μοσχεύματος έχει επίσης αναφερθεί.

Αυτο-αντισώματα και αυτοάνοσες διαταραχές

  • Έχει αναφερθεί ανάπτυξη αυτο-αντισωμάτων και αυτοάνοσων διαταραχών κατά τη διάρκεια της θεραπείας με άλφα ιντερφερόνες. Ασθενείς με προδιάθεση στην ανάπτυξη αυτοάνοσων διαταραχών μπορεί να παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο.
  • Ασθενείς με σημεία ή συμπτώματα συμβατά με αυτοάνοσες διαταραχές θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά, καθώς και να επανεκτιμηθεί η σχέση οφέλους-κινδύνου της συνεχιζόμενης θεραπείας με ιντερφερόνες (βλ. επίσης Χρόνια ηπατίτιδα C, Μονοθεραπεία (ανωμαλίες θυρεοειδούς) και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Περιπτώσεις συνδρόμου Vogt-Koyanagi-Harada (VKH) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C που έλαβαν θεραπεία με ιντερφερόνη. Εάν υπάρχουν υποψίες για σύνδρομο VKH, η αντιιική θεραπεία θα πρέπει να αποσύρεται και να εξετάζεται η θεραπεία με κορτικοστεροειδή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Συνοδός χημειοθεραπεία

  • Η χορήγηση του IntronA σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες (π.χ. Ara-C, κυκλοφωσφαμίδη, δοξορουβικίνη, τενιποσίδη) είναι δυνατόν να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας (μεγαλύτερης βαρύτητας και διάρκειας), η οποία μπορεί να καταστεί απειλητική για τη ζωή των ασθενών ή ακόμα και θανατηφόρα.
  • Οι πιο συχνά αναφερθείσες δυνητικά απειλητικές για τη ζωή ή μοιραίες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν βλεννογονίτιδα, διάρροια, ουδετεροπενία, νεφρική δυσλειτουργία και ηλεκτρολυτική διαταραχή.
  • Λόγω του κινδύνου αυξημένης τοξικότητας, απαιτούνται προσεκτικές προσαρμογές των δόσεων του IntronA καθώς και των ταυτόχρονα χορηγούμενων χημειοθεραπευτικών παραγόντων (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Όταν το IntronA χρησιμοποιείται με υδροξυουρία, η συχνότητα και η σοβαρότητα της επιδερμικής αγγειίτιδας μπορεί να αυξηθούν.

Χρόνια ηπατίτιδα C

Συνδυασμένη θεραπεία με ριμπαβιρίνη

  • Δείτε επίσης την ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης εάν πρόκειται να χορηγηθεί IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C.
  • Όλοι οι ασθενείς πριν να ενταχθούν στις μελέτες για χρόνια ηπατίτιδα C είχαν μια ηπατική βιοψία, αλλά σε ορισμένα περιστατικά (π.χ. ασθενείς με γονότυπο 2 και 3), μπορεί η θεραπεία να ξεκινήσει χωρίς ιστολογική τεκμηρίωση. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’όψιν οι τρέχουσες οδηγίες θεραπείας για το αν χρειάζεται ηπατική βιοψία πριν την έναρξη της θεραπείας.

Μονοθεραπεία

  • Σπανίως, ενήλικες ασθενείς που αντιμετωπίσθηκαν θεραπευτικά για χρόνια ηπατίτιδα C με IntronA, ανέπτυξαν διαταραχές της λειτουργίας του θυρεοειδούς, είτε υποθυρεοειδισμό ή υπερθυρεοειδισμό.
  • Πριν από την έναρξη της θεραπείας με IntronA, αξιολογήστε τα επίπεδα της ορμόνης του θυρεοειδούς (TSH) στον ορό. Οποιαδήποτε διαταραχή της λειτουργίας του θυρεοειδούς ανιχνευθεί τότε, πρέπει να αντιμετωπισθεί με τη συμβατική θεραπεία.
  • Η θεραπεία IntronA μπορεί να ξεκινήσει εάν τα επίπεδα της TSH είναι δυνατόν να διατηρηθούν εντός του φυσιολογικού εύρους των τιμών της με φαρμακευτική αγωγή.
  • Καθορίστε τα επίπεδα της TSH εάν, κατά τη διάρκεια της θεραπείας κάποιος ασθενής εμφανίσει συμπτώματα συμβατά με πιθανή θυρεοειδική δυσλειτουργία.
  • Επί παρουσίας θυρεοειδικής δυσλειτουργίας, η θεραπεία με IntronA μπορεί να συνεχιστεί, εάν τα επίπεδα της TSH μπορούν να διατηρηθούν εντός του φυσιολογικού εύρους των τιμών της με φαρμακευτική αγωγή.

Συμπληρωματική παρακολούθηση του θυρεοειδούς ειδική για παιδιά και εφήβους

  • Περίπου 12% των παιδιών που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού με ιντερφερόνη άλφα-2b και ριμπαβιρίνη ανέπτυξε αύξηση της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH). Ένα άλλο 4% είχε μια παροδική μείωση κάτω από το ελάχιστο φυσιολογικό όριο.
  • Πριν από την έναρξη της αγωγής με IntronA, θα πρέπει να αξιολογούνται τα επίπεδα της TSH και κάθε ανωμαλία του θυρεοειδούς που ανιχνεύεται εκείνη τη χρονική στιγμή πρέπει να αντιμετωπίζεται με συμβατική αγωγή.
  • Η αγωγή με IntronA μπορεί να αρχίσει, εάν τα επίπεδα της TSH μπορούν να διατηρηθούν εντός των φυσιολογικών ορίων με φαρμακευτική αγωγή.
  • Έχει παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της αγωγής με ιντερφερόνη άλφα-2b και ριμπαβιρίνη δυσλειτουργία του θυρεοειδούς. Εάν ανιχνευθούν ανωμαλίες του θυρεοειδούς, η κατάσταση του θυρεοειδούς του ασθενούς θα πρέπει να αξιολογείται και να αντιμετωπίζεται θεραπευτικά όπως κρίνεται κλινικά κατάλληλα.
  • Τα παιδιά και οι έφηβοι θα πρέπει να παρακολουθούνται κάθε 3 μήνες για ένδειξη δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς (π.χ. TSH).

Συν-λοίμωξη HCV-HIV

  • Aσθενείς με συν-λοίμωξη που λαμβάνουν Αντι-ρετροϊική Θεραπεία Υψηλής Δραστικότητας (HAART) μπορούν να είναι σε αυξημένο κίνδυνο για γαλακτική οξέωση. Συνιστάται προσοχή όταν προστίθεται IntronA και ριμπαβιρίνη στη θεραπεία (HAART) (βλ. ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης).
  • Ασθενείς που λαμβάνουν συνδυασμένη θεραπεία με IntronA και ριμπαβιρίνη και ζιδοβουδίνη μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης αναιμίας.
  • Ασθενείς με συν-λοίμωξη και προχωρημένη κίρρωση που λαμβάνουν HAART μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένο κίνδυνο άρσης της ηπατικής αντιρρόπησης ή θανάτου. Η προσθήκη μονοθεραπείας με ιντερφερόνες άλφα ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο σε αυτή την υποομάδα ασθενών.

Συν-λοίμωξη HCV/HBV

  • Περιπτώσεις επανενεργοποίησης του ιού της ηπατίτιδας Β (μερικές με σοβαρές επιπτώσεις) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με συν-λοίμωξη με τους ιούς της ηπατίτιδας B και C που λάμβαναν θεραπεία με ιντερφερόνη. Η συχνότητα μιας τέτοιας επανενεργοποίησης φαίνεται να είναι χαμηλή.
  • Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται για ηπατίτιδα Β πριν την έναρξη της θεραπείας με ιντερφερόνη για την ηπατίτιδα C.
  • Οι ασθενείς με συν-λοίμωξη με ηπατίτιδα B και C θα πρέπει έπειτα να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες.

Οδοντικές και περιοδοντικές διαταραχές

  • Οδοντικές και περιοδοντικές διαταραχές, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια οδόντων, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν συνδυασμένη θεραπεία IntronA και ριμπαβιρίνης.
  • Επιπλέον, η ξηροστομία μπορεί να έχει βλαβερή επίδραση στους οδόντες και στους βλεννογόνιους υμένες του στόματος κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με το συνδυασμό IntronA και ριμπαβιρίνης.
  • Οι ασθενείς θα πρέπει να βουρτσίζουν τα δόντια τους επιμελώς δύο φορές την ημέρα και να υποβάλλονται σε τακτικές οδοντιατρικές εξετάσεις.
  • Επιπλέον ορισμένοι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν έμετο. Εάν συμβεί αυτή η αντίδραση, θα πρέπει να τους συμβουλεύσετε να ξεπλύνουν μετά επιμελώς το στόμα τους.

Εργαστηριακές Εξετάσεις

  • Σε όλους τους ασθενείς που υποβάλλονται σε συστηματική θεραπεία με το IntronA, πρέπει πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά κατά τη διάρκειά της να γίνονται οι κλασικές αιματολογικές εξετάσεις και οι βιοχημικές εξετάσεις του αίματος (γενική αίματος και διαφορικός τύπος κυττάρων αίματος, αριθμός αιμοπεταλίων, ηλεκτρολύτες, ηπατικά ένζυμα, πρωτεΐνη ορού, χολερυθρίνη ορού και κρεατινίνη ορού).
  • Κατά τη διάρκεια της αγωγής ενός ασθενούς με ηπατίτιδα B ή C, συνιστάται τακτικός εργαστηριακός έλεγχος τις εβδομάδες 1, 2, 4, 8, 12, 16 και μήνα παρά μήνα στη συνέχεια, καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IntronA παρατηρηθεί «αναζωπύρωση» της δραστηριότητας της ALT σε τιμές μεγαλύτερες ή ίσες με 2 φορές την τιμή στην έναρξη της θεραπείας, η θεραπεία με IntronA μπορεί να συνεχιστεί, εκτός και εμφανισθούν σημεία ή συμπτώματα ηπατικής ανεπάρκειας. Κατά τη διάρκεια της περιόδου «αναζωπύρωσης» της δραστηριότητας της ALT, οι παρακάτω έλεγχοι της ηπατικής λειτουργίας πρέπει να παρακολουθούνται κατά διαστήματα δύο εβδομάδων: ALT, χρόνος προθρομβίνης, αλκαλική φωσφατάση, λευκωματίνη και χολερυθρίνη.
  • Σε ασθενείς που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά για κακόηθες μελάνωμα, πρέπει να ελέγχεται η ηπατική λειτουργία, καθώς και ο αριθμός και ο διαφορικός τύπος των λευκοκυττάρων, κάθε εβδομάδα κατά τη διάρκεια της φάσης εφόδου της θεραπείας και κάθε μήνα κατά τη φάση συντήρησης της θεραπείας.

Επίδραση στη γονιμότητα

  • Η ιντερφερόνη μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα (βλ. Κύηση και γαλουχία και Προκλινικά δεδομένα).

Σημαντικές πληροφορίες σχετικά με ορισμένα συστατικά του IntronA

  • Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά 0,5 ml, δηλ. είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-INTRONA
expand_more
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Ναρκωτικά, υπνωτικά ή ηρεμιστικά πρέπει να χορηγούνται με προσοχή όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα με IntronA. Αλληλεπιδράσεις μεταξύ του IntronA και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων δεν έχουν πλήρως αξιολογηθεί. Εφιστάται προσοχή όταν χορηγείται IntronA σε συνδυασμό με άλλους δυνητικά μυελοκατασταλτικούς παράγοντες. Οι ιντερφερόνες μπορεί να επηρεάσουν τον οξειδωτικό μεταβολισμό. Αυτό πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης θεραπείας με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από την ίδια οδό, όπως τα παράγωγα ξανθίνης, θεοφυλλίνη ή αμινοφυλλίνη. Κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης θεραπείας με παράγωγα ξανθίνης, τα επίπεδα της θεοφυλλίνης στον ορό πρέπει να ελέγχονται και εάν είναι απαραίτητο, η δόση να προσαρμόζεται. Σπάνια παρατηρήθηκαν πνευμονικές διηθήσεις, πνευμονίτιδα και πνευμονία, που περιστασιακά είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, σε ασθενείς που υποβλήθησαν σε θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα, συμπεριλαμβανομένων αυτών οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με IntronA. Η αιτιολογία δεν έχει εξακριβωθεί. Τα συμπτώματα αυτά έχουν αναφερθεί πιο συχνά κατά την ταυτόχρονη χορήγηση ιντερφερόνης άλφα με ένα κινέζικο φυτικό φάρμακο, το shosaikoto (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η χορήγηση του IntronA σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες (π.χ. Ara-C, κυκλοφωσφαμίδη, δοξορουβικίνη, τενιποσίδη) είναι δυνατόν να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας (μεγαλύτερης βαρύτητας και διάρκειας) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Δείτε επίσης την ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης εάν πρόκειται να χορηγηθεί IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C. Μια κλινική δοκιμή που διερευνούσε τον συνδυασμό τελμπιβουδίνης, 600 mg ημερησίως, με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2a, 180 μικρογραμμάρια μία φορά την εβδομάδα με υποδόρια χορήγηση, υποδεικνύει ότι αυτός ο συνδυασμός σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης περιφερικής νευροπάθειας. Ο μηχανισμός πίσω από αυτά τα συμβάματα δεν είναι γνωστός (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις της ΠΧΠ της τελμπιβουδίνης). Επιπλέον, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της τελμπιβουδίνης σε συνδυασμό με ιντερφερόνες για τη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας Β δεν έχουν τεκμηριωθεί. Συνεπώς, ο συνδυασμός του IntronA με τελμπιβουδίνη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-INTRONA
expand_more

Δείτε την ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης για τις ανεπιθύμητες ενέργειες από τη ριμπαβιρίνη εάν πρόκειται να χορηγηθεί IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C. Σε κλινικές δοκιμές που διεξήχθησαν σε ένα ευρύ φάσμα ενδείξεων και με ένα ευρύ φάσμα δόσεων (από 6 εκατομμύρια IU/m²/εβδομάδα σε λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων μέχρι 100 εκατομμύρια IU/m²/εβδομάδα σε μελάνωμα), οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες αντιδράσεις ήταν πυρεξία, κόπωση, πονοκέφαλος και μυαλγίες. Η πυρεξία και η κόπωση ήταν συχνά αναστρέψιμα εντός 72 ωρών από τη προσωρινή διακοπή ή τη διακοπή της θεραπείας.

Ενήλικες

Σε κλινικές δοκιμές που διεξήχθησαν στον πληθυσμό με ηπατίτιδα C, οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία μόνο με IntronA ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη για ένα χρόνο. Όλοι οι ασθενείς σε αυτές τις δοκιμές έλαβαν 3 εκατομμύρια IU IntronA τρεις φορές την εβδομάδα. Στον Πίνακα 1 παρουσιάζεται η συχνότητα με την οποία οι ασθενείς ανέφεραν (σχετιζόμενες με τη θεραπεία) ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές δοκιμές σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως αγωγή και που έλαβαν αγωγή για ένα έτος. Η σοβαρότητα ήταν γενικά ήπια έως μέτρια. Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που παρατίθενται στον Πίνακα 1 βασίζονται στην εμπειρία από κλινικές δοκιμές και μετά την κυκλοφορία. Εντός των κατηγοριών οργάνων συστήματος, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται κάτω από τίτλους συχνότητας χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100), σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών ή ύστερα από τη χρήση του IntronA μετά τη κυκλοφορία μόνου του ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη

Κατηγορία Οργάνου Συστήματος Ανεπιθύμητες Αντιδράσεις
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Πολύ συχνές: Φαρυγγίτιδα*, ιογενής λοίμωξη*
Συχνές: Βρογχίτιδα, παραρρινοκολπίτιδα, έρπης απλός (αντίσταση), ρινίτιδα
Όχι συχνές: Βακτηριακή λοίμωξη
Σπάνιες: Πνευμονία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), σήψη
Μη γνωστές: Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας B σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HCV/HBV
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Πολύ συχνές: Λευκοπενία
Συχνές: Θρομβοπενία, λεμφαδενοπάθεια, λεμφοπενία
Πολύ σπάνιες: Απλαστική αναιμία
Μη γνωστές: Αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς, ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα, θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Πολύ σπάνιες: Σαρκοείδωση, παρόξυνση σαρκοείδωσης
Μη γνωστές: Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, αγγειίτιδα, ρευματοειδής αρθρίτιδα (νέα ή επιδεινωθείσα), σύνδρομο Vogt-Koyanagi-Harada, οξείες αντιδράσεις υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένης της κνίδωσης, αγγειοοίδημα, βρογχοσύσπαση, αναφυλαξία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
Συχνές: Υποθυρεοειδισμός (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), υπερθυρεοειδισμός (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Πολύ σπάνιες: Διαβήτης, επιδεινωθείς διαβήτης
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Πολύ συχνές: Ανορεξία
Συχνές: Υπασβεστιαιμία, αφυδάτωση, υπερουριχαιμία, δίψα
Πολύ σπάνιες: Υπεργλυκαιμία, υπερτριγλυκεριδαιμία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), αυξημένη όρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχές (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Πολύ συχνές: Κατάθλιψη, αϋπνία, άγχος, συναισθηματική αστάθεια*, διέγερση, νευρικότητα
Συχνές: Σύγχυση, διαταραχή ύπνου, γενετήσια ορμή μειωμένη
Σπάνιες: Ιδεασμός αυτοκτονίας
Πολύ σπάνιες: Αυτοκτονία, απόπειρες αυτοκτονίας, επιθετική συμπεριφορά (μερικές φορές κατευθυνόμενη εναντίον άλλων), ψύχωση συμπεριλαμβανομένων παραισθήσεων
Μη γνωστές: Ιδεασμός ανθρωποκτονίας, μεταβολή της νοητικής κατάστασης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), μανία, διπολικές διαταραχές
Διαταραχές του νευρικού συστήματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Πολύ συχνές: Ζάλη, κεφαλαλγία, συγκέντρωση διαταραγμένη, ξηροστομία
Συχνές: Τρόμος, παραισθησία, υπαισθησία, ημικρανία, έξαψη, υπνηλία, απώλεια γεύσης
Όχι συχνές: Περιφερική νευροπάθεια
Πολύ σπάνιες: Εγκεφαλοαγγειακή αιμορραγία, εγκεφαλοαγγειακή ισχαιμία, επιληπτική κρίση, διαταραχή συναίσθησης, εγκεφαλοπάθεια
Μη γνωστές: Μονονευροπάθειες, κώμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Οφθαλμικές διαταραχές
Πολύ συχνές: Όραση θαμπή
Συχνές: Επιπεφυκίτιδα, όραση ανώμαλη, διαταραχή του δακρυϊκού αδένα, πόνος του οφθαλμού
Σπάνιες: Αιμορραγίες του αμφιβληστροειδούς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), αμφιβληστροειδοπάθειες (συμπεριλαμβανομένου του κηλιδώδους οιδήματος), απόφραξη της αμφιβληστροειδικής αρτηρίας ή φλέβας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), οπτική νευρίτιδα, οίδημα της οπτικής θηλής, απώλεια της οπτικής οξύτητας ή των οπτικών πεδίων, βαμβακοειδείς κηλίδες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Μη γνωστές: Ορώδης αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Συχνές: Ίλιγγος, εμβοές
Πολύ σπάνιες: Απώλεια ακοής, διαταραχή της ακοής
Καρδιακές διαταραχές
Συχνές: Αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία
Όχι συχνές: Περικαρδίτιδα
Σπάνιες: Καρδιομυοπάθεια
Πολύ σπάνιες: Έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ισχαιμία
Μη γνωστές: Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, περικαρδιακή συλλογή, αρρυθμία
Αγγειακές διαταραχές
Συχνές: Υπέρταση
Πολύ σπάνιες: Περιφερική ισχαιμία, υπόταση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
Πολύ συχνές: Δύσπνοια*, βήχας*
Συχνές: Επίσταξη, διαταραχή του αναπνευστικού συστήματος, ρινική συμφόρηση, ρινόρροια, βήχας μη παραγωγικός
Πολύ σπάνιες: Πνευμονικές διηθήσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), πνευμονίτιδα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Μη γνωστές: Πνευμονική ίνωση, πνευμονική αρτηριακή υπέρταση
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Πολύ συχνές: Ναυτία/έμετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια, στοματίτιδα, δυσπεψία
Συχνές: Ελκώδης στοματίτιδα, πόνος άνω δεξιού τεταρτημορίου, γλωσσίτιδα, ουλίτιδα, δυσκοιλιότητα, χαλαρά κόπρανα
Πολύ σπάνιες: Παγκρεατίτιδα, ισχαιμική κολίτιδα, ελκώδης κολίτιδα, αιμορραγία των ούλων
Μη γνωστές: Περιοδοντική διαταραχή ΜΑΚ, οδοντική διαταραχή ΜΑΚ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), μελάγχρωση γλώσσας
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Συχνές: Ηπατομεγαλία
Πολύ σπάνιες: Ηπατοτοξικότητα, (συμπεριλαμβανομένης της μοιραίας)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Πολύ συχνές: Αλωπεκία, κνησμός*, ξηροδερμία*, εξάνθημα*, εφίδρωση αυξημένη
Συχνές: Ψωρίαση (νέα ή επιδεινωθείσα) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες, εξάνθημα ερυθηματοειδές, έκζεμα, ερύθημα, διαταραχή του δέρματος
Πολύ σπάνιες: Σύνδρομο Stevens Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Πολύ συχνές: Μυαλγία, αρθραλγία, μυοσκελετικός πόνος
Συχνές: Αρθρίτιδα
Πολύ σπάνιες: Ραβδομυόλυση, μυοσίτιδα, κράμπες στα πόδια, οσφυαλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Συχνές: Συχνοουρία
Πολύ σπάνιες: Έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, νεφρική ανεπάρκεια, νεφρωσικό σύνδρομο
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Συχνές: Αμηνόρροια, μαστοδυνία, δυσμηνόρροια, μηνορραγία, διαταραχή εμμήνου ρύσης, κολπική διαταραχή
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Πολύ συχνές: Φλεγμονή της θέσης ένεσης, αντίδραση της θέσης ένεσης*, κόπωση, ρίγη, πυρεξία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), γριππώδη συμπτώματα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), εξασθένιση, ευερεθιστότητα, θωρακικό άλγος, αίσθημα κακουχίας
Συχνές: Άλγος της θέσης ένεσης
Πολύ σπάνιες: Νέκρωση της θέσης ένεσης, οίδημα προσώπου
Παρακλινικές εξετάσεις
Πολύ συχνές: Μείωση βάρους

*Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν μόνο συχνές με το IntronA μόνο του

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες παρατηρούνται στην ηπατίτιδα C είναι αντιπροσωπευτικές εκείνων που αναφέρονται όταν το IntronA χορηγείται σε άλλες ενδείξεις, με κάποιες αναμενόμενες δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις της συχνότητας εμφάνισης. Για παράδειγμα σε μια δοκιμή επικουρικής θεραπείας με IntronA σε ασθενείς με μελάνωμα, η συχνότητα εμφάνισης της κόπωσης, πυρεξίας, μυαλγίας, ουδετεροπενίας/αναιμίας, ανορεξίας, ναυτίας και εμέτου, διάρροιας, ριγών, γριππωδών συμπτωμάτων, κατάθλιψης, αλωπεκίας, διαταραχής της γεύσης και ζάλης ήταν υψηλότερη από αυτές που παρατηρήθηκαν σε δοκιμές στην ηπατίτιδα C. Η σοβαρότητα επίσης αυξήθηκε με τη θεραπεία σε υψηλές δόσεις (Βαθμός ΠΟΥ 3 και 4 σε 66% και 14% των ασθενών, αντίστοιχα), σε σύγκριση με την ήπια έως μέτρια σοβαρότητα που συνήθως συνδέεται με τις χαμηλότερες δόσεις. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες συνήθως αντιμετωπίζονταν με προσαρμογή της δόσης. Καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδιαίτερα αρρυθμία, φαίνεται να συσχετίζονται κυρίως με την ύπαρξη προϋπάρχουσας καρδιαγγειακής νόσου, και με προηγηθείσα θεραπεία με καρδιοτοξικούς παράγοντες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Καρδιομυοπάθεια, που μπορεί να είναι αναστρέψιμη επί διακοπής της ιντερφερόνης άλφα, έχει αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που δεν εμφάνισαν στο παρελθόν σημεία καρδιακής νόσου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Περιστατικά πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (ΠΑΥ) έχουν αναφερθεί με προϊόντα ιντερφερόνης άλφα, κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου ΠΑΥ (όπως πυλαία υπέρταση, λοίμωξη HIV, κίρρωση). Τα συμβάντα παρατηρήθηκαν σε διάφορα χρονικά σημεία, συνήθως αρκετούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας με ιντερφερόνη άλφα. Ένα ευρύ φάσμα αυτοάνοσων και ανοσοσχετιζόμενων διαταραχών έχει αναφερθεί με τις άλφα ιντερφερόνες, συμπεριλαμβανομένων διαταραχών του θυρεοειδούς, συστηματικού ερυθηματώδους λύκου, ρευματοειδούς αρθρίτιδας (νέα ή επιδεινούμενη), ιδιοπαθούς και θρομβωτικής θρομβοπενικής πορφύρας, αγγειίτιδας, νευροπαθειών συμπεριλαμβανομένων μονονευροπαθειών (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις). Στις κλινικά σημαντικές εργαστηριακές ανωμαλίες, οι οποίες παρατηρούνται συχνότερα σε δόσεις άνω των 10 εκατομμυρίων IU ημερησίως περιλαμβάνονται η μείωση του αριθμού των κοκκιοκυττάρων και των λευκών αιμοσφαιρίων, η μείωση του επιπέδου της αιμοσφαιρίνης και του αριθμού των αιμοπεταλίων, η αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης, της LDH, της κρεατινίνης στον ορό και των επιπέδων της ουρίας στον ορό. Έχει αναφερθεί μέτρια και συνήθως αναστρέψιμη πανκυτταροπενία. Αύξηση των επιπέδων ALT/AST (SGPT/SGOT) στον ορό έχει παρατηρηθεί σαν μια ανωμαλία σε ορισμένα άτομα που δεν πάσχουν από ηπατίτιδα καθώς και σε ορισμένους ασθενείς που πάσχουν από χρόνια ηπατίτιδα Β κατά το χρόνο κάθαρσης της DNAp του ιού.

Παιδιατρικός και εφηβικός πληθυσμός

Χρόνια Ηπατίτιδα C - Θεραπεία συνδυασμού με ριμπαβιρίνη Σε κλινικές μελέτες με 118 παιδιά και εφήβους (ηλικίας 3 έως 16 ετών), το 6% διέκοψαν τη θεραπεία λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων. Γενικά, το προφίλ ανεπιθύμητων αντιδράσεων στον περιορισμένο πληθυσμό των παιδιών και των εφήβων που μελετήθηκε ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρείται στους ενήλικους, αν και υπάρχει μια ειδική παιδιατρική ανησυχία όσον αφορά την αναστολή της ανάπτυξης, καθώς μείωση του εκατοστημόριου ύψους (μέση εκατοστημόρια μείωση κατά 9 ποσοστημοριακές μονάδες) και του εκατοστημόριου βάρους (μέση εκατοστημόρια μείωση κατά 13 ποσοστημοριακές μονάδες) παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της αγωγής. Εντός των 5 ετών της περιόδου παρακολούθησης μετά τη θεραπεία, τα παιδιά είχαν ένα μέσο ύψος στο 44ο εκατοστημόριο, το οποίο ήταν κάτω από το διάμεσο του ομαλοποιημένου πληθυσμού και μικρότερο από το μέσο ύψος τους στην έναρξη της θεραπείας (48ο εκατοστημόριο). Είκοσι (21%) από τα 97 παιδιά είχαν μείωση > 15 ποσοστημοριακές μονάδες του εκατοστημόριου ύψους, εκ των οποίων 10 από τα 20 παιδιά είχαν μείωση > 30 ποσοστημοριακές μονάδες του εκατοστημόριου ύψους τους από την έναρξη της θεραπείας μέχρι το τέλος της μακροχρόνιας περιόδου παρακολούθησης (μέχρι 5 χρόνια). Τελικό ύψος ενήλικα επιτεύχθηκε για 14 από εκείνα τα παιδιά και αποδείχθηκε ότι 12 συνέχισαν να εμφανίζουν έλλειμμα ύψους > 15 τοις εκατό, 10 έως 12 έτη μετά το τέλος της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια θεραπείας συνδυασμού μέχρι 48 εβδομάδες με IntronA και ριμπαβιρίνη, παρατηρήθηκε αναστολή της ανάπτυξης, η οποία οδήγησε σε μειωμένο τελικό ύψος ενήλικα σε μερικούς ασθενείς. Πιο συγκεκριμένα, η μείωση του μέσου εκατοστημόριου ύψους από την τιμή στην έναρξη της θεραπείας μέχρι το τέλος της μακροχρόνιας περιόδου παρακολούθησης ήταν περισσότερο εμφανής σε παιδιά ηλικίας πριν την εφηβεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Επιπλέον, ιδεασμός αυτοκτονίας ή απόπειρες αυτοκτονίας αναφέρθηκαν συχνότερα έναντι των ενήλικων ασθενών (2,4% έναντι 1%) κατά τη διάρκεια της θεραπείας και της εξάμηνης παρακολούθησης μετά τη θεραπεία. Όπως και οι ενήλικες ασθενείς, τα παιδιά και οι έφηβοι επίσης εμφάνισαν άλλες ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. κατάθλιψη, συναισθηματική αστάθεια, και υπνηλία) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Επιπρόσθετα, διαταραχές στο σημείο της ένεσης, πυρεξία, ανορεξία, έμετος, και συναισθηματική αστάθεια εμφανίσθηκαν συχνότερα σε παιδιά και εφήβους συγκριτικά με ενήλικους ασθενείς. Τροποποιήσεις της δόσης χρειάσθηκαν στο 30% των ασθενών, πιο συχνά για αναιμία και ουδετεροπενία.

Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που παρατίθενται στον Πίνακα 2 βασίζονται στην εμπειρία από τις δύο πολυκεντρικές κλινικές δοκιμές σε παιδιά και εφήβους. Εντός των κατηγοριών οργάνων συστήματος, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται κάτω από τίτλους συχνότητας χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πίνακας 2 Ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν πολύ συχνά και συχνά σε κλινικές δοκιμές σε παιδιά και έφηβους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη

Κατηγορία Οργάνου Συστήματος Ανεπιθύμητες Αντιδράσεις
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Πολύ συχνές: Ιογενής λοίμωξη, φαρυγγίτιδα
Συχνές: Μυκητιασική λοίμωξη, βακτηριακή λοίμωξη, πνευμονική λοίμωξη, μέση ωτίτιδα, οδοντικό απόστημα, έρπης απλός, ουρολοίμωξη, κολπίτιδα, γαστρεντερίτιδα
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
Συχνές: Νεόπλασμα (μη καθορισμένο)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Πολύ συχνές: Αναιμία, ουδετεροπενία
Συχνές: Θρομβοπενία, λεμφαδενοπάθεια
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
Πολύ συχνές: Υποθυρεοειδισμός (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Συχνές: Υπερθυρεοειδισμός (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), ανδρογενετισμός
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Πολύ συχνές: Ανορεξία
Συχνές: Υπερτριγλυκεριδαιμία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), υπερουριχαιμία, αυξημένη όρεξη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Ψυχιατρικές διαταραχές
Πολύ συχνές: Κατάθλιψη, συναισθηματική αστάθεια, αϋπνία
Συχνές: Ιδεασμός αυτοκτονίας, επιθετική αντίδραση, σύγχυση, διαταραχή συμπεριφοράς, διέγερση, υπνοβασία, άγχος, νευρικότητα, διαταραχή ύπνου, μη φυσιολογικά όνειρα, απάθεια
Διαταραχές του νευρικού συστήματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία, ζάλη
Συχνές: Υπερκινησία, τρόμος, δυσφωνία, παραισθησία, υπαισθησία, υπεραισθησία, διαταραχή συγκέντρωσης, υπνηλία
Οφθαλμικές διαταραχές
Συχνές: Επιπεφυκίτιδα, πόνος του οφθαλμού, ανώμαλη όραση, διαταραχή του δακρυϊκού αδένα
Αγγειακές διαταραχές
Συχνές: Εξάψεις, ωχρότητα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
Συχνές: Δύσπνοια, ταχύπνοια, επίσταξη, βήχας, ρινική συμφόρηση, ρινικός ερεθισμός, ρινόρροια, πταρμός
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Πολύ συχνές: Διάρροια, έμετος, ναυτία, κοιλιακό άλγος
Συχνές: Εξέλκωση του στόματος, ελκώδης στοματίτιδα, στοματίτιδα, πόνος άνω δεξιού τεταρτημορίου, δυσπεψία, γλωσσίτιδα, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, διαταραχή του ορθού, γαστρεντερική διαταραχή, δυσκοιλιότητα, χαλαρά κόπρανα, οδονταλγία, διαταραχή οδόντος
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Συχνές: Ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Πολύ συχνές: Αλωπεκία, εξάνθημα
Συχνές: Αντίδραση από φωτοευαισθησία, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, έκζεμα, ακμή, διαταραχή δέρματος, διαταραχή όνυχα, δυσχρωματισμός δέρματος, κνησμός, ξηροδερμία, ερύθημα, μώλωπας, εφίδρωση αυξημένη
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Πολύ συχνές: Αρθραλγία, μυαλγία, μυοσκελετικός πόνος
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Συχνές: Ενούρηση, διαταραχή ούρησης, ακράτεια ούρων
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Συχνές: Θήλυ: αμηνόρροια, μηνορραγία, διαταραχή εμμήνου ρύσης, κολπική διαταραχή. Άρρεν: άλγος όρχεων
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Πολύ συχνές: Φλεγμονή της θέσης ένεσης, αντίδραση της θέσης ένεσης, κόπωση, ρίγη, πυρεξία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), γριππώδη συμπτώματα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), αίσθημα κακουχίας, ευερεθιστότητα
Συχνές: Θωρακικό άλγος, εξασθένιση, οίδημα, άλγος της θέσης ένεσης
Παρακλινικές εξετάσεις
Πολύ συχνές: Μείωση του ρυθμού ανάπτυξης (μείωση ύψους και/ή βάρους για την ηλικία) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Κακώσεις και δηλητηριάσεις
Συχνές: Ρήξη δέρματος

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-INTRONA
expand_more

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/αντισύλληψη σε άντρες και γυναίκες

  • Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Έχουν αναφερθεί μειωμένες συγκεντρώσεις οιστραδιόλης και προγεστερόνης ορού σε γυναίκες που έλαβαν αγωγή με ιντερφερόνη ανθρώπινων λευκοκυττάρων.
  • Το IntronA πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε γόνιμους άνδρες.

Συνδυασμένη θεραπεία με ριμπαβιρίνη

  • Η ριμπαβιρίνη προκαλεί σοβαρές συγγενείς ανωμαλίες όταν λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Πρέπει να λαμβάνεται μεγάλη φροντίδα για την αποφυγή εγκυμοσύνης σε θηλυκές ασθενείς ή σε συντρόφους αρρένων ασθενών που λαμβάνουν IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη.
  • Θηλυκές σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν μια αποτελεσματική αντισυλληπτική μέθοδο κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.
  • Άρρενες ασθενείς ή οι θηλυκές σύντροφοί τους πρέπει να χρησιμοποιούν μια αποτελεσματική αντισυλληπτική μέθοδο κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 7 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας (βλ. την ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης).

Κύηση

  • Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της ιντερφερόνης άλφα-2b σε έγκυες γυναίκες.
  • Μελέτες σε πειραματόζωα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
  • Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
  • Το IntronA πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο.

Συνδυασμένη θεραπεία με ριμπαβιρίνη

  • Η θεραπεία με ριμπαβιρίνη αντενδείκνυται σε έγκυες γυναίκες.

Θηλασμός

  • Δεν είναι γνωστό εάν τα συστατικά αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
  • Λόγω της πιθανότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε θηλάζοντα βρέφη, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη της θεραπείας.
monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-INTRONA
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ιντερφερόνη άλφα-2b, κωδικός ATC: L03A B05. Το IntronA είναι ένα στείρο, σταθερό σκεύασμα ιντερφερόνης άλφα-2b υψηλής καθαρότητας, που παράγεται με τεχνικές ανασυνδυασμού του DNA. Η ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη άλφα-2b είναι μια υδατοδιαλυτή πρωτεΐνη με ένα μοριακό βάρος περίπου 19.300 daltons. Λαμβάνεται από έναν κλώνο E. coli, που φέρει πλασμίδιο υβριδοποιημένο με γονίδιο άλφα-2b ιντερφερόνης από ανθρώπινα λευκοκύτταρα και το οποίο έχει παρασκευασθεί με μεθόδους γενετικής μηχανικής. Η δραστικότητα του IntronA εκφράζεται σε IU, όπου 1 mg ανασυνδυασμένης ιντερφερόνης άλφα-2b πρωτεΐνης αντιστοιχεί σε 2,6 x 108 IU. Οι Διεθνείς Μονάδες (IU) καθορίζονται μετά από σύγκριση της δραστικότητας της ανασυνδυασμένης ιντερφερόνης άλφα-2b με τη δραστικότητα του διεθνούς προτύπου παρασκευάσματος αναφοράς της ανθρώπινης λευκοκυτταρικής ιντερφερόνης, που έχει καθιερωθεί από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας. Οι ιντερφερόνες αποτελούν μια οικογένεια μικρών πρωτεϊνικών μορίων με μοριακά βάρη που κυμαίνονται από 15.000 έως 21.000 daltons περίπου. Παράγονται και εκκρίνονται από κύτταρα ως απάντηση σε διάφορες ιογενείς λοιμώξεις ή σε διάφορους συνθετικούς και βιολογικούς επαγωγείς. Έχουν προσδιορισθεί τρεις κύριες κατηγορίες ιντερφερονών: άλφα, βήτα και γάμμα. Οι τρεις κύριες αυτές κατηγορίες δεν είναι από μόνες τους ομοιογενείς και μπορεί να περιέχουν αρκετά διαφορετικά μοριακά είδη ιντερφερονών. Έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη άνω των 14 γενετικά διαφορετικών ανθρωπίνων άλφα ιντερφερονών. Το IntronA έχει ταξινομηθεί ως ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη άλφα-2b. Οι ιντερφερόνες ασκούν τις κυτταρικές τους δράσεις κατόπιν σύνδεσής τους με ειδικούς μεμβρανικούς υποδοχείς πάνω στην κυτταρική επιφάνεια. Οι υποδοχείς της ανθρώπινης ιντερφερόνης, όπως απομονώνονται από λεμφοβλαστοειδή (Daudi) κύτταρα του ανθρώπου, διαπιστώνεται ότι είναι σε υψηλό βαθμό ασύμμετρες πρωτεΐνες. Εμφανίζουν εκλεκτικότητα για τις ιντερφερόνες του ανθρώπου, αλλά όχι του ποντικού, γεγονός που υποδηλώνει ειδικότητα ως προς το είδος προέλευσης. Μελέτες με άλλες ιντερφερόνες έχουν καταδείξει ειδικότητα του είδους. Όμως ορισμένα είδη πιθήκων, π.χ. οι πίθηκοι rhesus, είναι ευαίσθητοι σε φαρμακοδυναμική διέγερση κατά την έκθεσή τους σε ανθρώπινες τύπου 1 ιντερφερόνες. Τα αποτελέσματα αρκετών μελετών δείχνουν ότι, αφότου η ιντερφερόνη προσδεθεί στην κυτταρική μεμβράνη, διεγείρεται μια πολύπλοκη διαδοχή ενδοκυτταρικών γεγονότων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η επαγωγή ορισμένων ενζύμων. Πιστεύεται ότι η διεργασία αυτή, είναι τουλάχιστον εν μέρει υπεύθυνη για τις ποικίλες κυτταρικές ανταποκρίσεις της ιντερφερόνης συμπεριλαμβανομένων της αναστολής της αντιγραφής του ιού μέσα στα μολυσμένα από ιό κύτταρα, της καταστολής του κυτταρικού πολλαπλασιασμού και για μια σειρά ανοσοτροποποιητικών δράσεων, όπως η διέγερση της φαγοκυτταρικής δραστηριότητας των μακροφάγων και η επαύξηση της ειδικής κυτταροτοξικότητας των λεμφοκυττάρων για συγκεκριμένα κύτταρα. Οποιαδήποτε από τις ανωτέρω δράσεις ή και όλες μαζί, συμβάλλουν στην επίτευξη των θεραπευτικών αποτελεσμάτων της ιντερφερόνης. Σε μελέτες που έγιναν με συστήματα καλλιεργειών από ζωικά και ανθρώπινα κύτταρα καθώς και με ξενομοσχεύματα ανθρωπίνων όγκων σε πειραματόζωα αποδείχθηκε ότι η ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη άλφα-2b εμφανίζει ανασταλτική επί του κυτταρικού πολλαπλασιασμού, αντινεοπλασματική δράση και σημαντική ανοσοτροποποιητική δράση in vitro. Η ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη άλφα-2b αναστέλλει επίσης την αντιγραφή του ιού in vitro και in vivo. Αν και ο ακριβής τρόπος αντιιικής δράσης της ιντερφερόνης άλφα-2b δεν είναι γνωστός, φαίνεται ότι η ιντερφερόνη τροποποιεί τον μεταβολισμό των κυττάρων του ξενιστή. Αυτή η δράση αναστέλλει την αντιγραφή του ιού, ή εάν συνεχίζεται η αντιγραφή, τα ιικά σωματίδια που σχηματίζονται, δεν έχουν την ικανότητα να εξέλθουν από το κύτταρο.

Χρόνια ηπατίτιδα Β

Η τρέχουσα κλινική εμπειρία σε ασθενείς που παραμένουν σε ιντερφερόνη άλφα-2b για 4 έως 6 μήνες υποδεικνύει ότι η θεραπεία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα κάθαρση του HBV-DNA του ορού. Έχει παρατηρηθεί μια βελτίωση στην ιστολογική εικόνα του ήπατος. Σε ενήλικες ασθενείς με απώλεια του HbeAg και του HBV-DNA, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση στη νοσηρότητα και θνησιμότητα. Η ιντερφερόνη άλφα-2b (6 εκατομμύρια IU/m² 3 φορές την εβδομάδα για 6 μήνες) χορηγήθηκε σε παιδιά με χρόνια ηπατίτιδα Β. Λόγω μιας μεθοδολογικής ατέλειας, δεν μπορούσε να δειχθεί αποτελεσματικότητα. Επιπλέον σε παιδιά που έλαβαν αγωγή με ιντερφερόνη άλφα-2b παρατηρήθηκαν μειωμένος ρυθμός ανάπτυξης και μερικές περιπτώσεις κατάθλιψης.

Χρόνια ηπατίτιδα C σε ενήλικες ασθενείς

Σε ενήλικες ασθενείς που λαμβάνουν ιντερφερόνη σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, το επιτυγχανόμενο ποσοστό παρατεταμένης ανταπόκρισης είναι 47%. Ανώτερη αποτελεσματικότητα έχει δειχθεί με το συνδυασμό πεγκυλιωμένης ιντερφερόνης με ριμπαβιρίνη (ποσοστό παρατεταμένης ανταπόκρισης 61% επιτευχθέν σε μια μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με μια δόση ριμπαβιρίνης > 10,6 mg/kg, p < 0,01). Το IntronA, μόνo και σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, μελετήθηκε σε 4 τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές Φάσης ΙΙΙ, επί 2.552 ασθενών με χρόνια ηπατίτιδα C που δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με ιντερφερόνη. Οι δοκιμές συνέκριναν την αποτελεσματικότητα του IntronA, όταν χρησιμοποιείται μόνo ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Ως αποτελεσματικότητα ορίσθηκε η παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση, 6 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας. Οι ασθενείς που θα μπορούσαν να επιλεγούν για τις δοκιμές αυτές, είχαν χρόνια ηπατίτιδα C, επιβεβαιωμένη με θετική μέτρηση αντίδρασης αλύσου πολυμεράσης για HCV-RNA (PCR) (> 100 αντίγραφα/ml), βιοψία ήπατος συμβατή με ιστολογική διάγνωση χρόνιας ηπατίτιδας χωρίς καμία άλλη αιτία για χρόνια ηπατίτιδα και μη φυσιολογική ALT του ορού. Το IntronA χορηγήθηκε σε δόση 3 εκατομμυρίων IU 3 φορές την εβδομάδα ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Η πλειοψηφία των ασθενών σε αυτές τις κλινικές δοκιμές έλαβε θεραπεία για ένα χρόνο. Όλοι οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για επιπλέον 6 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας για τον προσδιορισμό της παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης. Στον Πίνακα 3 παρουσιάζονται τα ποσοστά παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης θεραπευτικών ομάδων που έλαβαν αγωγή με IntronA μόνο ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη για ένα έτος (από δύο μελέτες). Η ταυτόχρονη χορήγηση του IntronA με ριμπαβιρίνη αύξησε κατά τουλάχιστον δύο φορές την αποτελεσματικότητα του IntronA, για τη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας C σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη αγωγή. Ο γονότυπος του HCV και το ιικό φορτίο στην έναρξη της θεραπείας είναι προγνωστικοί παράγοντες που είναι γνωστοί ότι επηρεάζουν τα ποσοστά της ανταπόκρισης. Το αυξημένο ποσοστό ανταπόκρισης του συνδυασμού του IntronA + ριμπαβιρίνη, συγκρινόμενο με το IntronA μόνο του, διατηρείται σε όλες τις υποομάδες. Το σχετικό όφελος της συνδυασμένης θεραπείας με IntronA + ριμπαβιρίνη είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην υποομάδα των ασθενών που είναι περισσότερο δύσκολο να αντιμετωπισθούν (γονότυπος 1 και υψηλό ιικό φορτίο) (Πίνακας 3). Τα ποσοστά ανταπόκρισης σ’ αυτές τις δοκιμές αυξάνονταν με τη συμμόρφωση. Άσχετα με το γονότυπο, οι ασθενείς που έλαβαν IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη και έλαβαν  80% της αγωγής τους είχαν υψηλότερη παρατεταμένη ανταπόκριση 6 μήνες μετά από 1 έτους θεραπεία σε σύγκριση με εκείνους που έλαβαν < 80% της θεραπείας τους (56% έναντι 32% στην δοκιμή C/I98580).

Ασθενείς με συν-λοίμωξη HCV/HIV

Δύο δοκιμές έχουν διεξαχθεί σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV και HCV. Συνολικά, και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς που έλαβαν IntronA συν ριμπαβιρίνη, ήταν λιγότερο πιθανό να ανταποκριθούν απ’ ότι οι ασθενείς που έλαβαν πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b με ριμπαβιρίνη. Η ανταπόκριση στη θεραπεία και στις δύο αυτές δοκιμές παρουσιάζεται στον Πίνακα 4. Η Μελέτη 1 (RIBAVIC, P01017) ήταν μια τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη στην οποία ήταν ενταγμένοι 412 ενήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία οι οποίοι είχαν συν-λοίμωξη με HIV. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b (1,5 µg/kg/εβδομάδα) συν ριμπαβιρίνη (800 mg/ημέρα) ή IntronA (3 MIU TIW) συν ριμπαβιρίνη (800 mg/ημέρα) για 48 εβδομάδες με περίοδο παρακολούθησης 6 μηνών. Η Μελέτη 2 (P02080) ήταν μια τυχαιοποιημένη, μελέτη ενός κέντρου στην οποία ήταν ενταγμένοι 95 ενήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία οι οποίοι είχαν συν-λοίμωξη με HIV. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b (100 ή 150 µg /εβδομάδα βάσει σωματικού βάρους) συν ριμπαβιρίνη (800-1.200 mg/ημέρα βάσει σωματικού βάρους) ή IntronA (3 MIU TIW) συν ριμπαβιρίνη (800-1.200 mg/ ημέρα βάσει σωματικού βάρους). Η διάρκεια της θεραπείας ήταν 48 εβδομάδες με περίοδο παρακολούθησης 6 μηνών με εξαίρεση τους ασθενείς με λοίμωξη με γονότυπους 2 ή 3 και ιικό φορτίο < 800.000 IU/ml (Amplicor) οι οποίοι έλαβαν θεραπεία για 24 εβδομάδες με περίοδο παρακολούθησης 6 μηνών.

Ασθενείς που υποτροπίασαν

Ένα σύνολο 345 ασθενών που υποτροπίασαν μετά από θεραπεία με ιντερφερόνη έλαβαν θεραπεία σε δύο κλινικές δοκιμές με μονοθεραπεία με IntronA ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Σ’ αυτούς τους ασθενείς, η προσθήκη της ριμπαβιρίνης στο IntronA αύξησε κατά 10 φορές την αποτελεσματικότητα του IntronA χρησιμοποιούμενου μόνου στη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας C (48,6% έναντι 4,7%). Αυτή η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας περιλάμβανε απώλεια του HCV του ορού (< 100 αντίγραφα/ml με PCR), βελτίωση στη ηπατική φλεγμονή, και επάνοδο της ALT στις φυσιολογικές τιμές και διατηρείτο όταν μετρήθηκε 6 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας.

Δεδομένα μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας

Σε μια μεγάλη μελέτη, 1.071 ασθενείς εντάχθηκαν μετά τη θεραπεία σε μια προγενέστερη μελέτη με μη πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b ή με μη πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b/ριμπαβιρίνη για να αξιολογηθεί η ανθεκτικότητα της παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης και να εκτιμηθεί η επίπτωση της συνεχιζόμενης ιολογικής αρνητικότητας στα κλινικά αποτελέσματα. 462 ασθενείς συμπλήρωσαν τουλάχιστον 5 χρόνια μακροχρόνιας παρακολούθησης και μόνο 12 «παρατεταμένως ανταποκριθέντες» από τους 492 υποτροπίασαν κατά τη διάρκεια αυτής της μελέτης. Η εκτίμηση κατά Kaplan-Meier για συνεχιζόμενη παρατεταμένη ανταπόκριση πάνω από 5 χρόνια για όλους τους ασθενείς είναι 97% με ένα 95% Διάστημα Εμπιστοσύνης [95%, 99%]. Παρατεταμένη Ιολογική Ανταπόκριση (SVR) μετά τη θεραπεία χρόνιας HCV με μη πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b (με ή χωρίς ριμπαβιρίνη) οδηγεί σε μακροχρόνια κάθαρση του ιού παρέχοντας υποχώρηση της ηπατικής λοίμωξης και κλινική «ίαση» από χρόνια HCV. Ωστόσο, αυτό δεν αποκλείει την εμφάνιση ηπατικών επεισοδίων σε ασθενείς με κίρρωση (συμπεριλαμβανομένου ηπατοκαρκινώματος).

Χρόνια ηπατίτιδα C σε παιδιατρικό και εφηβικό πληθυσμό

Έχουν διεξαχθεί τρεις κλινικές δοκιμές σε παιδιά και εφήβους, δύο με απλή ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη και μία με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη. Οι ασθενείς που έλαβαν IntronA συν ριμπαβιρίνη ήταν λιγότερο πιθανό να ανταποκριθούν από τους ασθενείς που έλαβαν πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b και ριμπαβιρίνη. Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 3 έως 16 ετών με αντιρροπούμενη χρόνια ηπατίτιδα C και ανιχνεύσιμο HCV-RNA (που αξιολογήθηκε από ένα κεντρικό εργαστήριο που χρησιμοποιεί μια τεχνική RT-PCR βασισμένη στην έρευνα) εντάχθηκαν σε δύο πολυκεντρικές μελέτες και έλαβαν IntronA 3 MIU/m2 3 φορές εβδομαδιαίως και ριμπαβιρίνη 15 mg/kg ανά ημέρα για 1 έτος και ακολούθησε εξάμηνη παρακολούθηση μετά τη θεραπεία. Συνολικά εντάχθηκαν 118 ασθενείς: 57% άρρενες, 80% Καυκάσιοι, και 78% με γονότυπο 1, 64% ηλικίας  12 ετών. Ο ενταγμένος πληθυσμός αποτελείτο κυρίως από παιδιά με ήπια έως μέτρια ηπατίτιδα C. Στις δύο πολυκεντρικές δοκιμές τα ποσοστά παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης στα παιδιά και τους εφήβους ήταν παρόμοια με αυτά των ενηλίκων. Λόγω έλλειψης δεδομένων σε αυτές τις δύο πολυκεντρικές δοκιμές για παιδιά με σοβαρή πρόοδο της νόσου, και την πιθανότητα ανεπιθύμητων ενεργειών, ο λόγος οφέλους/κινδύνου του συνδυασμού ριμπαβιρίνης και ιντερφερόνης άλφα-2b πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά σε αυτόν τον πληθυσμό (βλ. Θεραπευτικές ενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-INTRONA
expand_more

Η φαρμακοκινητική του IntronA μελετήθηκε σε υγιείς εθελοντές μετά από τη χορήγηση μεμονωμένων δόσεων 5 εκατομμυρίων IU/m² και 10 εκατομμύρια IU υποδορίως, των 5 εκατομμυρίων IU/m² χορηγούμενων ενδομυικώς και ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών. Οι μέσες συγκεντρώσεις ιντερφερόνης στον ορό, μετά την υποδόρια και την ενδομυϊκή χορήγησή της, ήταν παρόμοιες. Η Cmax σημειώθηκε τρεις έως 12 ώρες μετά τη χορήγηση της χαμηλότερης δόσης και έξι έως οκτώ ώρες μετά τη χορήγηση της υψηλότερης δόσης. Οι χρόνοι ημιζωής της αποβολής της ιντερφερόνης, μετά από την χορήγησή της, ήταν περίπου δύο έως τρεις ώρες και έξι έως επτά ώρες αντιστοίχως. Τα επίπεδα της ιντερφερόνης στον ορό έπεφταν κάτω από τα όρια ανίχνευσης 16 και 24 ώρες αντίστοιχα μετά την ένεση του φαρμάκου. Τόσο με την υποδόρια όσο και με την ενδομυϊκή χορήγηση, η βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου υπερέβαινε το 100%. Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση, τα επίπεδα της ιντερφερόνης στον ορό έφθαναν στο μέγιστο (135 έως 273 IU/ml) κατά το πέρας της έγχυσης, στη συνέχεια μειώθηκαν με ελαφρώς ταχύτερο ρυθμό απ’ ότι μετά την υποδόρια ή ενδομυϊκή χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος και έπεφταν κάτω από τα όρια ανίχνευσης τέσσερις ώρες μετά την έγχυση. Ο χρόνος ημιζωής της αποβολής της ιντερφερόνης ήταν περίπου δύο ώρες. Τα επίπεδα της ιντερφερόνης στα ούρα ήταν κάτω από τα όρια ανίχνευσης, μετά την χορήγηση της ιντερφερόνης και με τις τρεις οδούς χορήγησης. Στις κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν υπό την εποπτεία της Schering-Plough, έγινε έλεγχος στα δείγματα ορού των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε IntronA, για την ανίχνευση παραγόντων που εξουδετερώνουν τη δράση της ιντερφερόνης. Οι παράγοντες που εξουδετερώνουν τη δράση της ιντερφερόνης είναι αντισώματα τα οποία εξουδετερώνουν την αντιιική δράση της ιντερφερόνης. Η κλινική συχνότητα ανάπτυξης εξουδετερωτικών παραγόντων στους ασθενείς που αντιμετωπίσθηκαν θεραπευτικά με συστηματική χορήγηση ήταν στους καρκινοπαθείς 2,9% και στους ασθενείς που έπασχαν από ηπατίτιδα 6,2%. Οι ανιχνεύσιμοι τίτλοι είναι χαμηλοί σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις και δεν σχετίζονται κατά κανόνα με απώλεια της θεραπευτικής ανταπόκρισης ή με οποιοδήποτε άλλο αυτοάνοσο φαινόμενο. Στους ασθενείς με ηπατίτιδα, δεν παρατηρήθηκε απώλεια της θεραπευτικής ανταπόκρισης, προφανώς λόγω των χαμηλών τίτλων.

Παιδιατρικός και εφηβικός πληθυσμός

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες πολλαπλών δόσεων από IntronA και καψάκια ριμπαβιρίνης σε παιδιά και εφήβους με χρόνια ηπατίτιδα C, ηλικίας μεταξύ 5 και 16 ετών συνοψίζονται στον Πίνακα 7. Οι φαρμακοκινητικές του IntronA και της ριμπαβιρίνης (τιτλοποιημένη δόση) είναι παρόμοιες σε ενήλικες και παιδιά ή εφήβους.

Πίνακας 7 Μέση τιμή (% CV) φαρμακοκινητικών παραμέτρων πολλαπλών δόσεων για το ΙntronΑ και ριμπαβιρίνη σε καψάκια όταν χορηγούνται σε παιδιά ή εφήβους με χρόνια ηπατίτιδα C

Παράμετρος IntronA 3 MIU/m2 3 φορές την εβδομάδα (n = 54)
Tmax (hr) 5.9 (36)
Cmax (ng/ml) 51 (48)
AUC* 622 (48)
Κάθαρση l/hr/kg Δεν ελέγχθηκε
*AUC12 (ng.hr/ml) για τη ριμπαβιρίνη, AUC0-24 (IU.hr/ml) για το IntronA

Μεταφορά στο σπερματικό υγρό

Έχει μελετηθεί η μεταφορά της ριμπαβιρίνης στο σπέρμα. Η συγκέντρωση της ριμπαβιρίνης στο σπερματικό υγρό είναι περίπου δύο φορές υψηλότερη σε σύγκριση με τη συγκέντρωσή της στον ορό. Ωστόσο, έχει εκτιμηθεί η συστηματική έκθεση στη ριμπαβιρίνη μιας θήλεος συντρόφου έπειτα από σεξουαλική επαφή με ασθενή που έχει λάβει θεραπεία με ριμπαβιρίνη και παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη σε σύγκριση με τη θεραπευτική συγκέντρωση της ριμπαβιρίνης στο πλάσμα.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

2-3 ώρες
PubChem
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
71306834
Μοριακός τύπος
C16H17Cl3I2N3NaO5S
Μοριακό βάρος
746.5
IUPAC
sodium;diiodomethanesulfonate;N-propyl-N-[2-(2,4,6-trichlorophenoxy)ethyl]imidazole-1-carboxamide
InChIKey
MIXCUJKCXRNYFM-UHFFFAOYSA-M
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH:

  • Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
  • Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην προφύλαξη ή θεραπεία των ΙΟΓΕΝΩΝ ΝΟΣΩΝ. Ορισμένοι από τους τρόπους που μπορούν να δράσουν περιλαμβάνουν την πρόληψη της ιογενούς αναπαραγωγής με αναστολή της ιογενούς DNA πολυμεράσης· τη σύνδεση με ειδικούς υποδοχείς στην κυτταρική επιφάνεια και την αναστολή της ιογενούς διείσδυσης ή απογύμνωσης· την αναστολή της ιογενούς σύνθεσης πρωτεϊνών· ή το μπλοκάρισμα των όψιμων σταδίων της συναρμολόγησης του ιού.