INTERFERON ALFA-2B
**Φαρμακοδυναμικές:** * Αυξομοιώνει την έκφραση των πρωτεϊνών MHC I, επιτρέποντας την αυξημένη παρουσίαση πεπτιδίων που προέρχονται από ιογενή αντιγόνα. * Αυτό ενισχύει την ενεργοποίηση των CD8+ Τ κυττάρων, που είναι οι πρόδρομοι των κυτταροτοξικών Τ λεμφοκυττάρων (CTLs) και …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-INTRONA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: υποδορίως, ενδοφλεβίως
- Χορήγηση: τρεις φορές την εβδομάδα, καθημερινώς, πέντε ημέρες την εβδομάδα
- Δόση έναρξης: 5 έως 10 εκατομμύρια IU
- Τιτλοποίηση: Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IntronA για οποιαδήποτε ένδειξη, εκδηλωθούν ανεπιθύμητες ενέργειες τροποποιείστε τη δόση ή διακόψτε προσωρινά τη θεραπεία μέχρι να υποχωρήσουν οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε περίπτωση που παρουσιαστεί επιμονή ή καθ’ υποτροπή δυσανεξία μετά την επαρκή προσαρμογή της δόσης, ή επιδείνωση της νόσου, διακόψτε τη θεραπεία με IntronA. Για χρόνια ηπατίτιδα Β: μείωση δόσης κατά 50% για αιματολογικές διαταραχές. Για κακόηθες μελάνωμα (θεραπεία συντήρησης): επανέναρξη με το 50% της προηγούμενης θεραπείας μετά προσωρινή διακοπή λόγω σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Ενήλικες με χρόνια ηπατίτιδα ΒΔόση5 έως 10 εκατομμύρια IUχορηγούμενα υποδορίως τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για χρονικό διάστημα 4 έως 6 μηνών. Σε περίπτωση εμφάνισης αιματολογικών διαταραχών, η χορηγούμενη δόση θα πρέπει να μειωθεί κατά 50% (λευκά αιμοσφαίρια < 1.500/mm³, κοκκιοκύτταρα < 1.000/mm³, αιμοπετάλια < 100.000/mm³). Σε περίπτωση σοβαρής λευκοπενίας (< 1.200/mm³), σοβαρής ουδετεροπενίας (< 750/mm³) ή σοβαρής θρομβοπενίας (< 70.000/mm³), η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί. Εάν δεν παρατηρηθεί βελτίωση του HBV-DNA στον ορό μετά από θεραπεία διάρκειας τριών έως τεσσάρων μηνών (στη μέγιστη ανεκτή δόση), διακόψτε τη θεραπεία IntronA.
-
Ενήλικες με χρόνια ηπατίτιδα C (μονοθεραπεία ή με ριμπαβιρίνη)Δόση3 εκατομμυρίων IUχορηγείται υποδορίως, τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη ημέρα)
-
Παιδιά ηλικίας 3 ετών και άνω και έφηβοι με χρόνια ηπατίτιδα CΔόση3 ΜΙU/m2χορηγείται υποδόρια 3 φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη ημέρα) σε συνδυασμό με καψάκια ή πόσιμο διάλυμα ριμπαβιρίνης χορηγούμενης από του στόματος σε δύο διαιρεμένες δόσεις καθημερινά με τροφή (πρωί και βράδυ). (Βλ. ΠΧΠ για τα καψάκια ριμπαβιρίνης για τη δόση ριμπαβιρίνης σε καψάκια και κατευθυντήριες γραμμές τροποποίησης δόσης για θεραπεία συνδυασμού. Για παιδιατρικούς ασθενείς που ζυγίζουν < 47 kg, ή δεν είναι σε θέση να καταπιούν καψάκια, βλ. ΠΧΠ για πόσιμο διάλυμα ριμπαβιρίνης.)
-
Ενήλικες ασθενείς που υποτροπιάζουν με χρόνια ηπατίτιδα CΤο IntronA χορηγείται σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Συνιστάται οι ασθενείς να λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή με IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, για 6 μήνες.
-
Ενήλικες ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για πρώτη φορά με χρόνια ηπατίτιδα C (σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη)Η αποτελεσματικότητα του IntronA ενισχύεται όταν χορηγείται σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Συνιστάται οι ασθενείς να λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή με IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, για 6 μήνες τουλάχιστον. Σε ασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν αρνητικό HCV-RNA κατά τον 6 μήνα, και με ιικό γονότυπο 1 (όπως έχει προσδιορισθεί στο δείγμα πριν από τη θεραπευτική αγωγή) και υψηλό ιικό φορτίο πριν από τη θεραπευτική αγωγή, η θεραπευτική αγωγή, θα πρέπει να συνεχίζεται για άλλη μια περίοδο 6 μηνών (δηλ. συνολικά 12 μήνες). Θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν άλλοι αρνητικοί προγνωστικοί παράγοντες (ηλικία > 40 ετών, άρρεν φύλο, γεφυροποιός ίνωση) για να παραταθεί η θεραπεία στους 12 μήνες. Ασθενείς οι οποίοι απέτυχαν να εμφανίσουν ιολογική ανταπόκριση μετά από 6 μήνες θεραπευτικής αγωγής, δεν είχαν παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση.
-
Ενήλικες ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για πρώτη φορά με χρόνια ηπατίτιδα C (μόνο IntronA)Η βέλτιστη διάρκεια θεραπείας δεν έχει ακόμα καθοριστεί πλήρως, συνιστάται όμως μια θεραπεία μεταξύ 12 και 18 μηνών. Συνιστάται οι ασθενείς να λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή επί 3 έως 4 μήνες τουλάχιστον και στο σημείο αυτό να γίνεται προσδιορισμός της κατάστασης ως προς το HCV-RNA. Η θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται σε ασθενείς που εμφανίζουν αρνητικά HCV-RNA.
-
Παιδιά και έφηβοι που λαμβάνουν θεραπεία για πρώτη φορά με χρόνια ηπατίτιδα CΓια Γονότυπο 1: Η συνιστώμενη διάρκεια της αγωγής είναι 1 έτος. Να τερματίζεται η θεραπεία εάν το HCV-RNA την εβδομάδα 12 πέσει < 2 log10 συγκριτικά με πριν τη θεραπεία, ή εάν έχουν ανιχνεύσιμο HCV-RNA την εβδομάδα θεραπείας 24. Για Γονότυπο 2/3: Η συνιστώμενη διάρκεια της αγωγής είναι 24 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρωνΔόση2 εκατομμύρια IU/m²χορηγούμενα υποδόρια, τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα). Το σχήμα πρέπει να διατηρείται, εκτός και αν η νόσος αρχίσει να επιδεινώνεται γρήγορα, ή εκδηλωθεί σοβαρή δυσανεξία.
-
Ασθενείς με χρόνια μυελογενή λευχαιμίαΔόση4 έως 5 εκατομμύρια IU/m²Μέγ. δόση5 εκατομμύρια IU/m²χορηγούμενα υποδορίως ημερησίως. Σε συνδυασμό με κυτταραβίνη (Ara-C) 20 mg/m² υποδορίως ημερησίως επί 10 ημέρες τον μήνα (μέχρι μέγιστη ημερήσια δόση 40 mg). Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί μετά από 8 έως 12 εβδομάδες εάν δεν επιτευχθεί τουλάχιστον μερική αιματολογική ύφεση ή κλινικά σημαντικό κυτταρομειωτικό αποτέλεσμα.
-
Ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα (αγωγή συντήρησης)Δόση3 εκατομμυρίων IU/m²υποδόρια, τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα), μετά την αρχική χημειοθεραπεία εφόδου σε ασθενείς που βρίσκονται στη φάση σταθεροποίησης (> 50% μείωση της πρωτεΐνης του μυελώματος).
-
Ασθενείς με οζώδες λέμφωμα (συμπληρωματική αγωγή)Δόση5 εκατομμυρίων IUχορηγείται υποδορίως τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για διάστημα 18 μηνών. Με χημειοθεραπευτικά σχήματα του τύπου CHOP/CHVP.
-
Ασθενείς με καρκινοειδή όγκοΔόση5 εκατομμύρια IU (3 έως 9 εκατομμύρια IU)Μέγ. δόση9 εκατομμύρια IUχορηγούμενα υποδόρια τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα). Ασθενείς με προχωρημένη νόσο μπορεί να απαιτήσουν ημερήσια δόση 5 εκατομμυρίων IU. Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί προσωρινά κατά τη διάρκεια και μετά τη χειρουργική επέμβαση. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί για όσο χρονικό διάστημα ο ασθενής ανταποκρίνεται.
-
Ασθενείς με κακόηθες μελάνωμα (θεραπεία εφόδου)Δόση20 εκατομμυρίων IU/m²χορηγείται ενδοφλεβίως ημερησίως για πέντε ημέρες την εβδομάδα και για χρονικό διάστημα τεσσάρων εβδομάδων, ως 20-λεπτη έγχυση.
-
Ασθενείς με κακόηθες μελάνωμα (θεραπεία συντήρησης)Δόση10 εκατομμύρια IU/m²χορηγούμενη υποδόρια τρεις ημέρες την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για 48 εβδομάδες. Δόση μείωσης στο 50% εάν κοκκιοκύτταρα < 500/mm³ ή ALT/AST > 5x ανώτερο φυσιολογικό όριο. Διακοπή εάν δυσανεξία επιμένει ή κοκκιοκύτταρα < 250/mm³ ή ALT/AST > 10x ανώτερο φυσιολογικό όριο.
block
SPC-INTRONA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ιστορικό σοβαρής προϋπάρχουσας καρδιακής νόσου (π.χ. μη ελεγχόμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, σοβαρές διαταραχές τύπου αρρυθμίας)
-
Σοβαρή νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης αυτής που προκλήθηκε από μεταστάσεις
-
Επιληψία και/ή διαταραχή της λειτουργίας του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ)
-
Χρόνια ηπατίτιδα με μη αντιρροπούμενη κίρρωση του ήπατος
-
Χρόνια ηπατίτιδα σε ασθενείς που λαμβάνουν ή έχουν λάβει πρόσφατα αγωγή με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες, εκτός από τη βραχυχρόνια χορήγηση κορτικοστεροειδών η οποία έχει τερματιστεί
-
Αυτοάνομη ηπατίτιδα ή ιστορικό αυτοάνοσης νόσου, ανοσοκατασταλμένοι ασθενείς μετά από μεταμόσχευση
-
Προϋπάρχουσα θυρεοειδική νόσο, εκτός αν αυτή μπορεί να ελεγχθεί με συμβατική θεραπεία
-
Συνδυασμός του IntronA με τελμπιβουδίνη
-
Ύπαρξη, ή ιστορικό σοβαρής ψυχιατρικής κατάστασης, ειδικότερα σοβαρή κατάθλιψη, ιδεασμός αυτοκτονίας, ή απόπειρα αυτοκτονίαςΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι
-
Συνδυασμένη θεραπεία με ριμπαβιρίνηΠληθυσμόςασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C που λαμβάνουν ριμπαβιρίνη
warning
SPC-INTRONA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ψυχιατρικές και ΚΝΣ διαταραχέςΣοβαρέςΠληθυσμόςΓενικάΠαρακολούθηση για σημεία ή συμπτώματα ψυχιατρικών διαταραχών. Εάν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται, ή εάν ταυτοποιηθεί ιδεασμός αυτοκτονίας ή ανθρωποκτονίας, διακοπή της θεραπείας και ψυχιατρική παρέμβαση.
-
Ψυχιατρικές και ΚΝΣ διαταραχές (Παιδιά και έφηβοι)ΣοβαρέςΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι υπό θεραπεία με IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνηΙδεασμός αυτοκτονίας ή απόπειρες αυτοκτονίας αναφέρθηκαν πιο συχνά έναντι των ενηλίκων. Εμφάνισαν άλλες ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες (κατάθλιψη, συναισθηματική αστάθεια, υπνηλία).
-
Ψυχιατρικές και ΚΝΣ διαταραχές (Ασθενείς με ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεων)ΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με ύπαρξη ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεωνΝα ξεκινήσει θεραπεία μόνο μετά την πιστοποίηση κατάλληλης εξατομικευμένης διάγνωσης και θεραπευτικής αντιμετώπισης της ψυχιατρικής κατάστασης.
-
Ψυχιατρικές και ΚΝΣ διαταραχές (Ασθενείς με ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεων)ΑντενδείκνυταιΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηφοι με ύπαρξη ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεωνΗ χορήγηση ιντερφερόνης άλφα-2b αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ψυχιατρικές διαταραχές και κατάχρηση ουσιώνΑυξημένος κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με λοίμωξη HCV, οι οποίοι εμφανίζουν συνυπάρχουσα διαταραχή χρήσης ουσιών (οινόπνευμα, κάνναβη κ.λπ.)Προσεκτική εκτίμηση και επαρκής αντιμετώπιση ψυχιατρικών συν-νοσηροτήτων και πιθανότητας χρήσης άλλων ουσιών πριν την έναρξη της θεραπείας. Εξέταση διεπιστημονικής προσέγγισης. Προσεκτική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια και μετά τη διακοπή της θεραπείας. Έγκαιρη παρέμβαση σε περίπτωση επανεμφάνισης ή ανάπτυξης ψυχιατρικών διαταραχών και χρήσης ουσιών.
-
Αναστολή ανάπτυξηςΣημαντική καθυστέρησηΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι ηλικίας 3 έως και 17 ετών με χρόνια ηπατίτιδα C που λαμβάνουν συνδυασμένη θεραπεία ιντερφερόνης/ριμπαβιρίνηςΠροσεκτική στάθμιση οφέλους/κινδύνου. Να λαμβάνεται υπόψη η αναστολή της ανάπτυξης και μειωμένο τελικό ύψος ενήλικα. Η απόφαση για θεραπεία να λαμβάνεται ανά περίπτωση. Εάν δυνατόν, θεραπεία μετά την απότομη ανάπτυξη κατά την εφηβεία.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΣπάνιες, οξείεςΠληθυσμόςΓενικάΣε περίπτωση οξείας αντίδρασης, διακοπή του φαρμάκου και έναρξη κατάλληλης ιατρικής θεραπείας. Παροδικά εξανθήματα δεν απαιτούν διακοπή.
-
Ηπατική δυσλειτουργία και παράταση δεικτών πήξηςΑυξάνει κίνδυνο άρσης ηπατικής αντιρρόπησης και θανάτου σε κιρρωτικούςΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα, κιρρωτικοί ασθενείςΤροποποίηση δοσολογικού σχήματος ή τερματισμός θεραπείας για μέτριες έως σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Διακοπή θεραπείας σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα που αναπτύσσουν παράταση δεικτών πήξης. Στενή παρακολούθηση ασθενών με ανωμαλίες ηπατικής λειτουργίας και διακοπή εάν τα σημεία και τα συμπτώματα της νόσου προοδεύσουν.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΓενικάΜπορεί να απαιτηθεί κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία.
-
ΑφυδάτωσηΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με IntronAΔιατήρηση επαρκούς ενυδάτωσης. Μπορεί να απαιτηθεί συμπλήρωση υγρών.
-
ΠυρεξίαΠληθυσμόςΓενικάΝα αποκλεισθούν άλλες αιτίες επίμονης πυρεξίας.
-
Νοσήματα συνοδευόμενα από εξασθένισηΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό πνευμονικής πάθησης (π.χ. ΧΑΠ), σακχαρώδη διαβήτη επιρρεπή στην κετο-οξέωση, διαταραχές στην πήξη του αίματος (π.χ. θρομβοφλεβίτιδα, πνευμονική εμβολή), σοβαρή μυελοκαταστολήΧρήση με προσοχή.
-
Πνευμονικές καταστάσεις (πνευμονικές διηθήσεις, πνευμονίτιδα, πνευμονία)Σπάνιες, περιστασιακά θανατηφόρεςΠληθυσμόςΑσθενείς που υπεβλήθησαν σε θεραπεία με ιντερφερόνη άλφαΣε εμφάνιση πυρεξίας, βήχα, δύσπνοιας ή άλλων αναπνευστικών συμπτωμάτων, ακτινογραφία θώρακος. Εάν ακτινογραφία δείχνει διηθήσεις ή βλάβη αναπνευστικής λειτουργίας, στενή παρακολούθηση και, αν κριθεί απαραίτητο, διακοπή της ιντερφερόνης άλφα. Άμεση διακοπή της χορήγησης και θεραπευτική αντιμετώπιση με κορτικοστεροειδή.
-
Οφθαλμολογικές ανεπιθύμητες ενέργειεςΣπάνιεςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ιδιαιτέρως ασθενείς με διαταραχές που μπορεί να σχετίζονται με αμφιβληστροειδοπάθεια (σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση)Οφθαλμολογική εξέταση στην έναρξη της θεραπείας. Σε αλλαγές στην όραση, άμεση και γενική οφθαλμολογική εξέταση. Εξέταση διακοπής του IntronA σε εμφάνιση νέων ή επιδεινούμενων διαταραχών.
-
Διαταραχή της συνείδησης, κώμα και εγκεφαλοπάθειαΜεγαλύτερου βαθμού, πολύ σπάνια επιληπτικές κρίσειςΠληθυσμόςΜερικοί ασθενείς, ιδιαίτερα ηλικιωμένοι, με υψηλότερες δόσεις
-
Καρδιακές ανωμαλίες και αρρυθμίεςΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με ιστορικό συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, εμφράγματος του μυοκαρδίου και/ή διαταραχών καρδιακού ρυθμού, και ασθενείς σε προχωρημένα στάδια καρκίνουΣτενή παρακολούθηση. Ηλεκτροκαρδιογραφικός έλεγχος πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι καρδιακές αρρυθμίες μπορεί να απαιτήσουν διακοπή της θεραπείας με το IntronA.
-
ΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜερικές φορές σοβαρήΠληθυσμόςΓενικάΠαρακολούθηση των επιπέδων των λιπιδίων.
-
Παρόξυνση ψωρίασης και σαρκοείδωσηςΠληθυσμόςΑσθενείς με ψωρίαση ή σαρκοείδωσηΧρήση μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο.
-
Απόρριψη νεφρικού και ηπατικού μοσχεύματοςΑυξημένο ποσοστό απόρριψηςΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρικό ή ηπατικό μόσχευμα
-
Αυτοάνοσες διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείς με προδιάθεση στην ανάπτυξη αυτοάνοσων διαταραχών. Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C (σύνδρομο VKH)Αξιολόγηση ασθενών με σημεία ή συμπτώματα, επανεκτίμηση σχέσης οφέλους-κινδύνου. Εάν υποψία συνδρόμου VKH, απόσυρση αντιιικής θεραπείας και εξέταση θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
-
Αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας με συνοδό χημειοθεραπείαΑπειλητική για τη ζωή ή θανατηφόραΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν IntronA με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες (π.χ. Ara-C, κυκλοφωσφαμίδη, δοξορουβικίνη, τενιποσίδη) ή υδροξυουρίαΠροσεκτικές προσαρμογές των δόσεων του IntronA καθώς και των ταυτόχρονα χορηγούμενων χημειοθεραπευτικών παραγόντων.
-
Διαταραχές λειτουργίας θυρεοειδούςΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C (μονοθεραπεία)Αξιολόγηση TSH πριν την έναρξη, αντιμετώπιση ανωμαλιών. Θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει/συνεχιστεί εάν TSH διατηρείται σε φυσιολογικά επίπεδα με αγωγή.
-
Δυσλειτουργία θυρεοειδούςΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηφοι που λαμβάνουν θεραπεία συνδυασμού με ιντερφερόνη άλφα-2b και ριμπαβιρίνηΑξιολόγηση TSH πριν την έναρξη, αντιμετώπιση ανωμαλιών. Θεραπεία μπορεί να αρχίσει εάν TSH διατηρείται σε φυσιολογικά όρια με αγωγή. Αξιολόγηση και θεραπευτική αντιμετώπιση εάν ανιχνευθούν ανωμαλίες.
-
Αυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης, αναιμία, άρση ηπατικής αντιρρόπησης/θάνατοςΑυξημένος κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με συν-λοίμωξη HCV-HIV που λαμβάνουν HAART. Ασθενείς με συνδυασμένη θεραπεία IntronA + ριμπαβιρίνη + ζιδοβουδίνη. Ασθενείς με συν-λοίμωξη και προχωρημένη κίρρωση που λαμβάνουν HAART.Συνιστάται προσοχή όταν προστίθεται IntronA και ριμπαβιρίνη στο HAART.
-
Επανενεργοποίηση ιού ηπατίτιδας ΒΜερικές με σοβαρές επιπτώσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με συν-λοίμωξη με τους ιούς της ηπατίτιδας B και C που λάμβαναν θεραπεία με ιντερφερόνηΌλοι οι ασθενείς να ελέγχονται για ηπατίτιδα Β πριν την έναρξη θεραπείας. Οι ασθενείς με συν-λοίμωξη B και C να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Οδοντικές και περιοδοντικές διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείς που λάμβαναν συνδυασμένη θεραπεία IntronA και ριμπαβιρίνηςΕπιμελές βούρτσισμα δοντιών δύο φορές την ημέρα και τακτικές οδοντιατρικές εξετάσεις. Εάν έμετος, ξέπλυμα στόματος.
-
Επίδραση στη γονιμότητα
swap_horiz
SPC-INTRONA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ναρκωτικά, υπνωτικά ή ηρεμιστικάπροσοχήΧορηγούνται με προσοχήΣύστασηΠρέπει να χορηγούνται με προσοχή όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα με IntronA.
-
Άλλοι δυνητικά μυελοκατασταλτικοί παράγοντεςπροσοχήΠροσοχήΣύστασηΕφιστάται προσοχή όταν χορηγείται IntronA σε συνδυασμό με άλλους δυνητικά μυελοκατασταλτικούς παράγοντες.
-
Παράγωγα ξανθίνης (θεοφυλλίνη, αμινοφυλλίνη)παρακολούθησηΕπηρεασμός του οξειδωτικού μεταβολισμού, απαιτείται προσαρμογή δόσηςΣύστασηΤα επίπεδα της θεοφυλλίνης στον ορό πρέπει να ελέγχονται και εάν είναι απαραίτητο, η δόση να προσαρμόζεται.
-
Shosaikoto (κινέζικο φυτικό φάρμακο)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος πνευμονικών διηθήσεων, πνευμονίτιδας και πνευμονίας (περιστασιακά θανατηφόρα).ΣύστασηΤα συμπτώματα αυτά έχουν αναφερθεί πιο συχνά κατά την ταυτόχρονη χορήγηση ιντερφερόνης άλφα με shosaikoto.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος τοξικότητας (μεγαλύτερης βαρύτητας και διάρκειας).ΣύστασηΗ χορήγηση του IntronA σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες είναι δυνατόν να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας.
-
προσοχήΕπηρεάζει την αποτελεσματικότητα του IntronA σε συνδυασμό, αλλά αναφορά στην ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης για ανεπιθύμητες ενέργειες.ΣύστασηΔείτε την ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης εάν πρόκειται να χορηγηθεί IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη.
-
αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης περιφερικής νευροπάθειας. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του συνδυασμού δεν έχουν τεκμηριωθεί για χρόνια ηπατίτιδα Β.ΣύστασηΟ συνδυασμός του IntronA με τελμπιβουδίνη αντενδείκνυται.
sick
SPC-INTRONA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Φαρυγγίτιδα
- Ιογενής λοίμωξη
- Βρογχίτιδα
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Βακτηριακή λοίμωξη
- Πνευμονία
- Σήψη
- Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας B
- Μυκητιασική λοίμωξη
- Πνευμονική λοίμωξη
- Μέση ωτίτιδα
- Οδοντικό απόστημα
- Ουρολοίμωξη
- Κολπίτιδα
- Γαστρεντερίτιδα
- Έρπης απλός (αντίσταση)
- Ρινίτιδα
- Βρογχοσύσπαση
- Δυσφωνία
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Επίσταξη
- Διαταραχή αναπνευστικού συστήματος
- Ρινική συμφόρηση
- Ρινόρροια
- Μη παραγωγικός βήχας
- Πνευμονικές διηθήσεις
- Πνευμονίτιδα
- Πνευμονική ίνωση
- Ταχύπνοια
- Ρινικός ερεθισμός
- Πταρμός
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Λεμφοπενία
- Απλαστική αναιμία
- Αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς
- Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα
- Θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα
- Αναιμία
- Ουδετεροπενία
- Μείωση αριθμού λευκών αιμοσφαιρίων
- Μείωση αριθμού αιμοπεταλίων
- Πανκυτταροπενία
- Σαρκοείδωση
- Παρόξυνση σαρκοείδωσης
- Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
- Ρευματοειδής αρθρίτιδα
- Σύνδρομο Vogt-Koyanagi-Harada
- Αντίδραση υπερευαισθησίας
- Αναφυλαξία
- Αγγειίτιδα
- Έξαψη
- Υπέρταση
- Περιφερική ισχαιμία
- Υπόταση
- Εξάψεις
- Ωχρότητα
- Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Ξηροδερμία
- Εξάνθημα
- Αυξημένη εφίδρωση
- Ψωρίαση
- Επιδείνωση ψωρίασης
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Ερυθηματοειδές εξάνθημα
- Έκζεμα
- Ερύθημα
- Διαταραχή δέρματος
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Διαταραχή όνυχα
- Δυσχρωματισμός δέρματος
- Υποθυρεοειδισμός
- Υπερθυρεοειδισμός
- Διαβήτης
- Ανδρογενετισμός
- Επιδεινωθείς διαβήτης
- Ανορεξία
- Υπασβεστιαιμία
- Αφυδάτωση
- Υπερουριχαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Αυξημένη όρεξη
- Μείωση βάρους
- Μείωση ρυθμού ανάπτυξης
- Δίψα
- Φλεγμονή της θέσης ένεσης
- Αντίδραση στη θέση ένεσης
- Κόπωση
- Ρίγη
- Πυρεξία
- Γριππώδη συμπτώματα
- Εξασθένιση
- Θωρακικό άλγος
- Αίσθημα κακουχίας
- Άλγος θέσης ένεσης
- Νέκρωση της θέσης ένεσης
- Οίδημα προσώπου
- Οίδημα
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Άγχος
- Συναισθηματική αστάθεια
- Διέγερση
- Νευρικότητα
- Σύγχυση
- Διαταραχή ύπνου
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Αυτοκτονικός ιδεασμός
- Αυτοκτονία
- Απόπειρα αυτοκτονίας
- Επιθετική συμπεριφορά
- Ψύχωση
- Παραισθήσεις
- Ιδεασμός ανθρωποκτονίας
- Μεταβολή της νοητικής κατάστασης
- Μανία
- Διπολική διαταραχή
- Επιθετική αντίδραση
- Διαταραχή συμπεριφοράς
- Υπνοβασία
- Μη φυσιολογικά όνειρα
- Απάθεια
- Ευερεθιστότητα
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Διαταραγμένη συγκέντρωση
- Τρόμος
- Παραισθησία
- Υπαισθησία
- Ημικρανία
- Υπνηλία
- Απώλεια γεύσης
- Περιφερική νευροπάθεια
- Εγκεφαλοαγγειακή αιμορραγία
- Εγκεφαλοαγγειακή ισχαιμία
- Επιληπτική κρίση
- Διαταραχή συναίσθησης
- Εγκεφαλοπάθεια
- Μονονευροπάθειες
- Κώμα
- Υπερκινησία
- Υπεραισθησία
- Διαταραχή συγκέντρωσης
- Ίλιγγος
- Ξηροστομία
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Στοματίτιδα
- Δυσπεψία
- Ελκώδης στοματίτιδα
- Πόνος άνω δεξιού τεταρτημορίου
- Γλωσσίτιδα
- Ουλίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Χαλαρά κόπρανα
- Παγκρεατίτιδα
- Ισχαιμική κολίτιδα
- Ελκώδης κολίτιδα
- Αιμορραγία των ούλων
- Μελάγχρωση γλώσσας
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Διαταραχή ορθού
- Γαστρεντερική διαταραχή
- Οδονταλγία
- Διαταραχή οδόντος
- Θαμπή όραση
- Επιπεφυκίτιδα
- Ανώμαλη όραση
- Διαταραχή δακρυϊκού αδένα
- Πόνος οφθαλμού
- Αιμορραγία αμφιβληστροειδούς
- Αμφιβληστροειδοπάθεια
- Κηλιδώδες οίδημα
- Απόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας
- Απόφραξη αμφιβληστροειδικής φλέβας
- Οπτική νευρίτιδα
- Οίδημα οπτικής θηλής
- Απώλεια οπτικής οξύτητας
- Απώλεια οπτικών πεδίων
- Βαμβακοειδείς κηλίδες
- Ορώδης αποκόλληση αμφιβληστροειδούς
- Εμβοές
- Απώλεια ακοής
- Διαταραχή ακοής
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Περικαρδίτιδα
- Καρδιομυοπάθεια
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Καρδιακή ισχαιμία
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Περικαρδιακή συλλογή
- Αρρυθμία
- Περιοδοντική διαταραχή ΜΑΚ
- Οδοντική διαταραχή ΜΑΚ
- Ηπατομεγαλία
- Ηπατοτοξικότητα
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Μώλωπας
- Ρήξη δέρματος
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυοσκελετικός πόνος
- Αρθρίτιδα
- Ραβδομυόλυση
- Μυοσίτιδα
- Κράμπες στα πόδια
- Οσφυαλγία
- Συχνοουρία
- Έκπτωση νεφρικής λειτουργίας
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρωσικό σύνδρομο
- Ενούρηση
- Διαταραχή ούρησης
- Ακράτεια ούρων
- Αμηνόρροια
- Μαστοδυνία
- Δυσμηνόρροια
- Μηνορραγία
- Διαταραχή εμμήνου ρύσης
- Κολπική διαταραχή
- Άλγος όρχεων
- Μείωση του αριθμού των κοκκιοκυττάρων
- Μείωση του επιπέδου της αιμοσφαιρίνης
- Αύξηση της κρεατινίνης στον ορό
- Αύξηση των επιπέδων της ουρίας στον ορό
- Αύξηση των επιπέδων ALT/AST (SGPT/SGOT) στον ορό
- Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
- Αύξηση LDH
- Νεόπλασμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση στη θέση ένεσηςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη εφίδρωσηΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΑύξηση LDHΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσηςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑύξηση της κρεατινίνης στον ορόΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΑύξηση των επιπέδων της ουρίας στον ορόΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΓριππώδη συμπτώματαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΔιαταραγμένη συγκέντρωσηΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΙογενής λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜείωση αριθμού αιμοπεταλίωνΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜείωση αριθμού λευκών αιμοσφαιρίωνΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜείωση βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜείωση ρυθμού ανάπτυξηςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜείωση του αριθμού των κοκκιοκυττάρωνΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΜείωση του επιπέδου της αιμοσφαιρίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΡίγηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΣυναισθηματική αστάθειαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΦλεγμονή της θέσης ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΆλγος θέσης ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΆλγος της θέσης ένεσης (παιδιατρικό)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΈρπης απλός (αντίσταση)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΑνδρογενετισμόςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
ΣυχνέςΑνώμαλη όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑπάθειαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑπώλεια γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓαστρεντερική διαταραχήΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔίψαΓενικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή αναπνευστικού συστήματοςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιαταραχή δακρυϊκού αδέναΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή εμμήνου ρύσηςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή οδόντοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ορθούΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή συγκέντρωσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή συμπεριφοράςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή όνυχαΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔυσχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΕλκώδης στοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΕνούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕπιδείνωση ψωρίασηςΔέρμα
-
ΣυχνέςΕπιθετική αντίδρασηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕρυθηματοειδές εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΗπατομεγαλίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΘήλυ: άλγος όρχεωνΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγος (παιδιατρικό)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚολπική διαταραχήΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
ΣυχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΜέση ωτίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜαστοδυνίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜη παραγωγικός βήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΜηνορραγίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜυκητιασική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜώλωπαςΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΝεόπλασμαΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟδονταλγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟδοντικό απόστημαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΟυλίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠταρμόςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠόνος άνω δεξιού τεταρτημορίουΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠόνος οφθαλμούΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΡήξη δέρματοςΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινικός ερεθισμόςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣυχνοουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΤαχύπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπεραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΥπερκινησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπνοβασίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΧαλαρά κόπραναΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΨωρίασηΔέρμα
-
ΣυχνέςΩχρότηταΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΒακτηριακή λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠερικαρδίτιδαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑιμορραγία αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑμφιβληστροειδοπάθειαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑπόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίαςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑπόφραξη αμφιβληστροειδικής φλέβαςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑπώλεια οπτικής οξύτηταςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑπώλεια οπτικών πεδίωνΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΒαμβακοειδείς κηλίδεςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΚαρδιομυοπάθειαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚηλιδώδες οίδημαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΟίδημα οπτικής θηλήςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΟπτική νευρίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΣήψηΛοιμώξεις
-
Πολύ σπάνιεςΈκπτωση νεφρικής λειτουργίαςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΑιμορραγία των ούλωνΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑπόπειρα αυτοκτονίαςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΑπώλεια ακοήςΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΑυτοκτονίαΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΔιαβήτηςΕνδοκρινικό
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχή ακοήςΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχή συναίσθησηςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΕγκεφαλοαγγειακή αιμορραγίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΕγκεφαλοαγγειακή ισχαιμίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΕγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΕλκώδης κολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΕπιδεινωθείς διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΕπιθετική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΕπιληπτική κρίσηΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΗπατοτοξικότηταΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΙσχαιμική κολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακή ισχαιμίαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΚράμπες στα πόδιαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΝέκρωση της θέσης ένεσηςΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρωσικό σύνδρομοΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΠαρόξυνση σαρκοείδωσηςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΠεριφερική ισχαιμίαΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΠνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΠνευμονικές διηθήσειςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΣαρκοείδωσηΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΨύχωσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑμιγής απλασία της ερυθράς σειράςΑίμα
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑντίδραση υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑύξηση των επιπέδων ALT/AST (SGPT/SGOT) στον ορόΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΒρογχοσύσπασηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔιπολική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΕπανενεργοποίηση ηπατίτιδας BΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΘρομβωτική θρομβοπενική πορφύραΑίμα
-
Μη γνωστέςΙδεασμός ανθρωποκτονίαςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΙδιοπαθής θρομβοπενική πορφύραΑίμα
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚώμαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜανίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜελάγχρωση γλώσσαςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΜεταβολή της νοητικής κατάστασηςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜονονευροπάθειεςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΟδοντική διαταραχή ΜΑΚΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Μη γνωστέςΟρώδης αποκόλληση αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠερικαρδιακή συλλογήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΠεριοδοντική διαταραχή ΜΑΚΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Μη γνωστέςΠνευμονική ίνωσηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονική αρτηριακή υπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΡευματοειδής αρθρίτιδαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΣυστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Vogt-Koyanagi-HaradaΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
SPC-INTRONA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΠρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον ενδεχόμενο κίνδυνο.Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της ιντερφερόνης άλφα-2b σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ θεραπεία με ριμπαβιρίνη αντενδείκνυται σε έγκυες γυναίκες.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται.Δεν είναι γνωστό εάν τα συστατικά απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της πιθανότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε θηλάζοντα βρέφη, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη της θεραπείας.
-
ΓονιμότηταΠρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη.Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Έχουν αναφερθεί μειωμένες συγκεντρώσεις οιστραδιόλης και προγεστερόνης ορού σε γυναίκες που έλαβαν αγωγή με ιντερφερόνη ανθρώπινων λευκοκυττάρων.
-
ΓονιμότηταΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.Το IntronA πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε γόνιμους άνδρες.
-
ΓονιμότηταΠρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισυλληπτική μέθοδο κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 μήνες μετά.Η ριμπαβιρίνη προκαλεί σοβαρές συγγενείς ανωμαλίες όταν λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Πρέπει να λαμβάνεται μεγάλη φροντίδα για την αποφυγή εγκυμοσύνης σε θηλυκές ασθενείς.
-
ΓονιμότηταΠρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισυλληπτική μέθοδο κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 7 μήνες μετά.Η ριμπαβιρίνη προκαλεί σοβαρές συγγενείς ανωμαλίες όταν λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Πρέπει να λαμβάνεται μεγάλη φροντίδα για την αποφυγή εγκυμοσύνης σε συντρόφους αρρένων ασθενών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-INTRONA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-INTRONA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Έλεγχος ηπατίτιδας Β (HBV)
· Πριν την έναρξη της θεραπείας με ιντερφερόνη
Ασθενείς που πρόκειται να λάβουν θεραπεία για ηπατίτιδα C
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά | Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA |
| Αλανινική αμινοτρανσφεράση (ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Κατά διαστήματα δύο εβδομάδων | Περίοδος αναζωπύρωσης ALT |
| Αλκαλική φωσφατάση (ALP) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Κατά διαστήματα δύο εβδομάδων | Περίοδος αναζωπύρωσης ALT |
| Ηπατικά ένζυμα | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά | Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA |
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Κάθε εβδομάδα (φάση εφόδου), κάθε μήνα (φάση συντήρησης) | Κακόηθες μελάνωμα |
| Λευκωματίνη | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Κατά διαστήματα δύο εβδομάδων | Περίοδος αναζωπύρωσης ALT |
| Χολερυθρίνη | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Κατά διαστήματα δύο εβδομάδων | Περίοδος αναζωπύρωσης ALT |
| Χολερυθρίνη ορού | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά | Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA |
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά | Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA |
| Αριθμός λευκοκυττάρων (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Κάθε εβδομάδα (φάση εφόδου), κάθε μήνα (φάση συντήρησης) | Κακόηθες μελάνωμα |
| Γενική αίματος (CBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά | Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA |
| Διαφορικός τύπος λευκοκυττάρων | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά | Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA |
| Κάθε εβδομάδα (φάση εφόδου), κάθε μήνα (φάση συντήρησης) | Κακόηθες μελάνωμα | ||
| Ηλεκτρολύτες | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά | Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA |
| Πρωτεΐνη ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά | Ασθενείς σε συστηματική θεραπεία με IntronA |
| Επίπεδα λιπιδίων | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | — | Υπερτριγλυκεριδαιμία |
| Θυρεοειδική λειτουργία (TSH) | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | Πριν από την έναρξη της θεραπείας | Ενήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C (μονοθεραπεία) |
| Εάν ο ασθενής εμφανίσει συμπτώματα συμβατά με πιθανή θυρεοειδική δυσλειτουργία | Ενήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C (μονοθεραπεία) | ||
| Πριν από την έναρξη της αγωγής | Παιδιά και έφηφοι με συνδυαστική θεραπεία ιντερφερόνης άλφα-2b και ριμπαβιρίνης | ||
| Θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH) | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | Κάθε 3 μήνες | Παιδιά και έφηφοι |
| Χρόνος προθρομβίνης (PT) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | Κατά διαστήματα δύο εβδομάδων | Περίοδος αναζωπύρωσης ALT |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Εργαστηριακός έλεγχος | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Εβδομάδες 1, 2, 4, 8, 12, 16 και μήνα παρά μήνα στη συνέχεια | Ασθενής με ηπατίτιδα B ή C |
| Οδοντιατρική εξέταση | more_horizΆλλο / λοιπά | Τακτικά | Συνδυασμένη θεραπεία IntronA και ριμπαβιρίνης |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Πριν από την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Ενήλικες με προϋπάρχουσες καρδιακές ανωμαλίες ή/και προχωρημένο καρκίνο |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-INTRONA
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά από έναν γιατρό έμπειρο στο χειρισμό της νόσου. Όλες οι δοσολογικές μορφές και περιεκτικότητες δεν είναι κατάλληλες για ορισμένες ενδείξεις. Πρέπει να επιλέγεται κατάλληλη δοσολογική μορφή και περιεκτικότητα. Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IntronA για οποιαδήποτε ένδειξη, εκδηλωθούν ανεπιθύμητες ενέργειες τροποποιείστε τη δόση ή διακόψτε προσωρινά τη θεραπεία μέχρι να υποχωρήσουν οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε περίπτωση που παρουσιαστεί επιμονή ή καθ’ υποτροπή δυσανεξία μετά την επαρκή προσαρμογή της δόσης, ή επιδείνωση της νόσου, διακόψτε τη θεραπεία με IntronA. Επαφίεται στην κρίση του θεράποντος γιατρού η δυνατότητα να χορηγεί ο ίδιος ο ασθενής τη συνιστώμενη δόση για θεραπευτικά σχήματα συντήρησης χορηγούμενα υποδορίως.
Χρόνια ηπατίτιδα Β
Η συνιστώμενη δόση για ενήλικες κυμαίνεται μεταξύ 5 έως 10 εκατομμύρια IU χορηγούμενα υποδορίως τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για χρονικό διάστημα 4 έως 6 μηνών. Σε περίπτωση εμφάνισης αιματολογικών διαταραχών, η χορηγούμενη δόση θα πρέπει να μειωθεί κατά 50% (λευκά αιμοσφαίρια < 1.500/mm³, κοκκιοκύτταρα < 1.000/mm³, αιμοπετάλια < 100.000/mm³). Σε περίπτωση σοβαρής λευκοπενίας, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί (< 1.200/mm³), σοβαρής ουδετεροπενίας (< 750/mm³) ή σοβαρής θρομβοπενίας (< 70.000/mm³). Για όλους τους ασθενείς, εάν δεν παρατηρηθεί βελτίωση του HBV-DNA στον ορό μετά από θεραπεία διάρκειας τριών έως τεσσάρων μηνών (στη μέγιστη ανεκτή δόση), διακόψτε τη θεραπεία IntronA.
Χρόνια ηπατίτιδα C
Ενήλικες Το IntronA χορηγείται υποδορίως, σε δόση 3 εκατομμυρίων IU, τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη ημέρα) σε ενήλικες ασθενείς, είτε όταν χορηγείται ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη.
Παιδιά ηλικίας 3 ετών και άνω και έφηβοι Το IntronA 3 ΜΙU/m2 χορηγείται υποδόρια 3 φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη ημέρα) σε συνδυασμό με καψάκια ή πόσιμο διάλυμα ριμπαβιρίνης χορηγούμενης από του στόματος σε δύο διαιρεμένες δόσεις καθημερινά με τροφή (πρωί και βράδυ). (Βλ. ΠΧΠ για τα καψάκια ριμπαβιρίνης για τη δόση ριμπαβιρίνης σε καψάκια και κατευθυντήριες γραμμές τροποποίησης δόσης για θεραπεία συνδυασμού. Για παιδιατρικούς ασθενείς που ζυγίζουν < 47 kg, ή δεν είναι σε θέση να καταπιούν καψάκια, βλ. ΠΧΠ για πόσιμο διάλυμα ριμπαβιρίνης.)
Ασθενείς που υποτροπιάζουν (ενήλικες) Το IntronA χορηγείται σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Με βάση τα αποτελέσματα κλινικών δοκιμών, στις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για 6 μήνες θεραπευτικής αγωγής, συνιστάται οι ασθενείς να λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή με IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, για 6 μήνες.
Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για πρώτη φορά (ενήλικες) Η αποτελεσματικότητα του IntronA ενισχύεται όταν χορηγείται σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Το IntronA θα πρέπει να χορηγείται μόνο του κυρίως στην περίπτωση μη ανοχής ή αντένδειξης στη ριμπαβιρίνη.
-
IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη Με βάση τα δεδομένα κλινικών δοκιμών, στις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για 12 μήνες θεραπευτικής αγωγής, συνιστάται οι ασθενείς να λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή με IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, για 6 μήνες τουλάχιστον. Σε ασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν αρνητικό HCV-RNA κατά τον 6 μήνα, και με ιικό γονότυπο 1 (όπως έχει προσδιορισθεί στο δείγμα πριν από τη θεραπευτική αγωγή) και υψηλό ιικό φορτίο πριν από τη θεραπευτική αγωγή, η θεραπευτική αγωγή, θα πρέπει να συνεχίζεται για άλλη μια περίοδο 6 μηνών (δηλ. συνολικά 12 μήνες). Θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν άλλοι αρνητικοί προγνωστικοί παράγοντες (ηλικία > 40 ετών, άρρεν φύλο, γεφυροποιός ίνωση) για να παραταθεί η θεραπεία στους 12 μήνες. Κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών, ασθενείς οι οποίοι απέτυχαν να εμφανίσουν ιολογική ανταπόκριση μετά από 6 μήνες θεραπευτικής αγωγής (HCV-RNA κάτω από το κατώτερο όριο εντοπισμού), δεν είχαν παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση (HCV-RNA κάτω από το κατώτερο όριο εντοπισμού έξι μήνες μετά τη διακοπή της θεραπευτικής αγωγής).
-
IntronA μόνο του Η βέλτιστη διάρκεια θεραπείας με μόνο IntronA, δεν έχει ακόμα καθοριστεί πλήρως, συνιστάται όμως μια θεραπεία μεταξύ 12 και 18 μηνών. Συνιστάται όπως οι ασθενείς λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή με μόνο IntronA επί 3 έως 4 μήνες τουλάχιστον και στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνεται προσδιορισμός της κατάστασης ως προς το HCV-RNA. Η θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται σε ασθενείς που εμφανίζουν αρνητικά HCV-RNA.
Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για πρώτη φορά (παιδιά και έφηβοι) Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του IntronA σε συνδυασμό με την ριμπαβιρίνη μελετήθηκε σε παιδιά και εφήβους που δεν είχαν θεραπευθεί προηγούμενα για χρόνια ηπατίτιδα C.
Διάρκεια της θεραπείας για παιδιά και εφήβους
- Γονότυπος 1: Η συνιστώμενη διάρκεια της αγωγής είναι 1 έτος. Οι ασθενείς που δεν επιτυγχάνουν ιολογική ανταπόκριση σε 12 εβδομάδες είναι ιδιαίτερα απίθανο να παρουσιάσουν παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση (αρνητική προγνωστική αξία 96%). Συνεπώς, συνιστάται τα παιδιά και οι έφηβοι ασθενείς που λαμβάνουν συνδυασμό IntronA/ριμπαβιρίνης να τερματίζουν τη θεραπεία εάν το HCV-RNA τους την εβδομάδα 12 πέσει < 2 log10 συγκριτικά με πριν τη θεραπεία, ή εάν έχουν ανιχνεύσιμο HCV-RNA την εβδομάδα θεραπείας 24.
- Γονότυπος 2/3: Η συνιστώμενη διάρκεια της αγωγής είναι 24 εβδομάδες.
Λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων
Η συνιστώμενη δόση είναι 2 εκατομμύρια IU/m², χορηγούμενα υποδόρια, τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) και για τους ασθενείς οι οποίοι υποβλήθηκαν σε σπληνεκτομή, και για τους ασθενείς οι οποίοι δεν υποβλήθηκαν σε σπληνεκτομή. Στους περισσότερους ασθενείς με λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων, ομαλοποίηση ενός ή περισσοτέρων αιματολογικών παραμέτρων παρατηρείται εντός διαστήματος ενός ή δύο μηνών από την αγωγή με IntronA. Η βελτίωση και στις τρεις αιματολογικές παραμέτρους (δηλαδή του αριθμού των κοκκιοκυττάρων, του αριθμού των αιμοπεταλίων και του επιπέδου της αιμοσφαιρίνης) μπορεί να απαιτήσει 6 μήνες ή περισσότερο. Αυτό το σχήμα πρέπει να διατηρείται, εκτός και αν η νόσος αρχίσει να επιδεινώνεται γρήγορα, ή εκδηλωθεί σοβαρή δυσανεξία.
Χρόνια μυελογενής λευχαιμία
H συνιστώμενη δόση του IntronA, είναι 4 έως 5 εκατομμύρια IU/m², χορηγούμενα υποδορίως ημερησίως. Έχει δειχθεί ότι μερικοί ασθενείς ωφελήθηκαν από τη χορήγηση IntronA 5 εκατομμύρια IU/m² υποδορίως ημερησίως, σε συνδυασμό με κυτταραβίνη (Ara-C) 20 mg/m² χορηγούμενη υποδορίως ημερησίως επί 10 ημέρες τον μήνα (μέχρι μέγιστη ημερήσια δόση 40 mg). Όταν ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων ελέγχεται, χορηγήστε τη μέγιστη ανεκτή δόση IntronA (4 έως 5 εκατομμύρια IU/m² ημερησίως) για να διατηρηθεί η αιματολογική ύφεση. Η θεραπεία IntronA πρέπει να διακοπεί μετά από 8 έως 12 εβδομάδες θεραπείας εάν δεν επιτευχθεί τουλάχιστον μερική αιματολογική ύφεση ή κάποιο κλινικά σημαντικό κυτταρομειωτικό αποτέλεσμα.
Πολλαπλό μυέλωμα
Αγωγή συντήρησης Σε ασθενείς που βρίσκονται στη φάση σταθεροποίησης (> 50% μείωση της πρωτεΐνης του μυελώματος) μετά την αρχική χημειοθεραπεία εφόδου, η ιντερφερόνη άλφα-2b μπορεί να χορηγηθεί ως μονοθεραπεία, υποδόρια, σε δόση των 3 εκατομμυρίων IU/m² τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα).
Οζώδες λέμφωμα
Ως συμπληρωματική αγωγή της χημειοθεραπείας, η ιντερφερόνη άλφα-2b μπορεί να χορηγηθεί υποδορίως, σε δόση των 5 εκατομμυρίων IU τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για διάστημα 18 μηνών. Συνιστάται η εφαρμογή κάποιων χημειοθεραπευτικών σχημάτων του τύπου CHOP, αλλά κλινική εμπειρία υπάρχει μόνο με το σχήμα CHVP (συνδυασμός κυκλοφωσφαμίδης, δοξορουβικίνης, τενιποζίδης και πρεδνιζολόνης).
Καρκινοειδής όγκος
Η συνήθης δόσης είναι 5 εκατομμύρια IU (3 έως 9 εκατομμύρια IU) χορηγούμενα υποδόρια τρεις φορές την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα). Ασθενείς με προχωρημένη νόσο μπορεί να απαιτήσουν ημερήσια δόση 5 εκατομμυρίων IU. Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί προσωρινά κατά τη διάρκεια και μετά τη χειρουργική επέμβαση. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί για όσο χρονικό διάστημα ο ασθενής ανταποκρίνεται στη θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα-2b.
Κακόηθες μελάνωμα
Ως θεραπεία εφόδου, η ιντερφερόνη άλφα-2b χορηγείται ενδοφλεβίως σε δόση 20 εκατομμυρίων IU/m² ημερησίως για πέντε ημέρες την εβδομάδα και για χρονικό διάστημα τεσσάρων εβδομάδων. Η υπολογιζόμενη δόση της ιντερφερόνης άλφα-2b προστίθεται σε ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) και χορηγείται ως 20-λεπτη έγχυση (βλ. Οδηγίες χρήσης, χειρισμού και απόρριψης). Για θεραπεία συντήρησης, η συνιστώμενη δόση είναι 10 εκατομμύρια IU/m², χορηγούμενη υποδόρια τρεις ημέρες την εβδομάδα (κάθε δεύτερη μέρα) για 48 εβδομάδες. Εάν εμφανισθούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιντερφερόνη άλφα-2b, ειδικά εάν μειωθούν τα κοκκιοκύτταρα < 500/mm³ ή η αλανινική αμινοτρανσφεράση/ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (ALT/AST) αυξηθεί > 5 φορές από το ανώτερο φυσιολογικό όριο, διακόψτε προσωρινά τη θεραπεία μέχρι να υποχωρήσουν οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Η θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα-2b πρέπει να ξαναρχίσει με το 50% της προηγούμενης θεραπείας. Εάν η δυσανεξία επιμένει μετά την αναπροσαρμογή της δόσης ή εάν τα κοκκιοκύτταρα μειωθούν σε < 250/mm³ ή η ALT/AST αυξηθεί > 10 φορές πάνω από το φυσιολογικό όριο, διακόψτε τη θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα-2b. Αν και η βέλτιστη (ελάχιστη) δόση για πλήρες κλινικό όφελος είναι άγνωστη, οι ασθενείς πρέπει να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με τη συνιστώμενη δόση, με μείωση της δόσης όσον αφορά την τοξικότητα, όπως ήδη περιγράφηκε.
To IntronA μπορεί να χορηγηθεί χρησιμοποιώντας είτε γυάλινες ή πλαστικές σύριγγες για ενέσεις της μίας χρήσης.
block
Αντενδείξεις
SPC-INTRONA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Ιστορικό σοβαρής προϋπάρχουσας καρδιακής νόσου, π.χ. μη ελεγχόμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, σοβαρές διαταραχές τύπου αρρυθμίας.
- Σοβαρή νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης αυτής που προκλήθηκε από μεταστάσεις.
- Επιληψία και/ή διαταραχή της λειτουργίας του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Χρόνια ηπατίτιδα με μη αντιρροπούμενη κίρρωση του ήπατος.
- Χρόνια ηπατίτιδα σε ασθενείς που λαμβάνουν ή έχουν λάβει πρόσφατα αγωγή με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες, εκτός από τη βραχυχρόνια χορήγηση κορτικοστεροειδών η οποία έχει τερματιστεί.
- Αυτοάνομη ηπατίτιδα ή ιστορικό αυτοάνοσης νόσου, ανοσοκατασταλμένοι ασθενείς μετά από μεταμόσχευση.
- Προϋπάρχουσα θυρεοειδική νόσο, εκτός αν αυτή μπορεί να ελεγχθεί με συμβατική θεραπεία.
- Συνδυασμός του IntronA με τελμπιβουδίνη.
Παιδιά και έφηβοι
- Ύπαρξη, ή ιστορικό σοβαρής ψυχιατρικής κατάστασης, ειδικότερα σοβαρή κατάθλιψη, ιδεασμός αυτοκτονίας, ή απόπειρα αυτοκτονίας.
Συνδυασμένη θεραπεία με ριμπαβιρίνη
- Δείτε επίσης την ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης εάν πρόκειται να χορηγηθεί IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-INTRONA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ψυχιατρικές και από το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ)
Σοβαρές επιδράσεις στο ΚΝΣ, ιδιαίτερα κατάθλιψη, ιδεασμός αυτοκτονίας και απόπειρα αυτοκτονίας έχουν παρατηρηθεί σε μερικούς ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IntronA, ακόμα και μετά τη διακοπή της θεραπείας κυρίως κατά τη διάρκεια της 6-μηνης περιόδου παρακολούθησης. Μεταξύ των παιδιών και εφήβων υπό θεραπεία με IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, ιδεασμός αυτοκτονίας ή απόπειρες αυτοκτονίας αναφέρθηκαν πιο συχνά έναντι των ενηλίκων ασθενών (2,4% έναντι 1%) κατά τη διάρκεια της αγωγής και κατά τη διάρκεια της εξάμηνης παρακολούθησης μετά την αγωγή. Όπως και οι ενήλικες ασθενείς, τα παιδιά και οι έφηβοι παρουσίασαν άλλες ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. κατάθλιψη, συναισθηματική αστάθεια, και υπνηλία). Άλλες επιδράσεις στο ΚΝΣ που παρατηρήθηκαν με τις ιντερφερόνες άλφα συμπεριλάμβαναν επιθετική συμπεριφορά (μερικές φορές κατευθυνόμενη εναντίον άλλων όπως ιδεασμός ανθρωποκτονίας), διπολικές διαταραχές, μανία, σύγχυση και μεταβολές της ψυχικής κατάστασης.
- Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για οποιαδήποτε σημεία ή συμπτώματα ψυχιατρικών διαταραχών.
- Εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα, η δυνητική σοβαρότητα αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το συνταγογραφούντα γιατρό και θα πρέπει να εξετάζεται η ανάγκη για επαρκή θεραπευτική αντιμετώπιση.
- Εάν τα ψυχιατρικά συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται, ή εάν ταυτοποιηθεί ιδεασμός αυτοκτονίας ή ανθρωποκτονίας, συνιστάται να διακοπεί η θεραπεία με IntronA, και η παρακολούθηση του ασθενούς, με ψυχιατρική παρέμβαση όπως κρίνεται κατάλληλα.
Ασθενείς με ύπαρξη ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεων:
- Εάν η θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα-2b έχει κριθεί απαραίτητη σε ενήλικες ασθενείς με ύπαρξη ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεων, τότε αυτή πρέπει να ξεκινήσει μόνον μετά την πιστοποίηση μιας κατάλληλης εξατομικευμένης διάγνωσης και θεραπευτικής αντιμετώπισης της ψυχιατρικής κατάστασης.
- Η χορήγηση ιντερφερόνης άλφα-2b σε παιδιά και εφήβους με ύπαρξη ή ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών καταστάσεων αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
Ασθενείς που κάνουν χρήση/κατάχρηση ουσιών:
- Ασθενείς με λοίμωξη HCV, οι οποίοι εμφανίζουν συνυπάρχουσα διαταραχή χρήσης ουσιών (οινόπνευμα, κάνναβη κ.λπ.), εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ψυχιατρικών διαταραχών ή παρόξυνσης ήδη υπαρχουσών ψυχιατρικών διαταραχών όταν λαμβάνουν θεραπεία με άλφα ιντερφερόνη.
- Εάν η θεραπεία με άλφα ιντερφερόνη κριθεί απαραίτητη, η παρουσία ψυχιατρικών συν-νοσηροτήτων και η πιθανότητα χρήσης άλλων ουσιών πρέπει να εκτιμηθούν προσεκτικά και να αντιμετωπιστούν επαρκώς πριν την έναρξη της θεραπείας.
- Εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διεπιστημονικής προσέγγισης για την αξιολόγηση, θεραπεία και παρακολούθηση του ασθενούς, συμπεριλαμβανομένης της αναζήτησης συμβουλής από έναν επαγγελματία του τομέα ψυχικής υγείας ή έναν ειδικό στον εθισμό.
- Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και ακόμα και μετά τη διακοπή της θεραπείας. Συνιστάται έγκαιρη παρέμβαση σε περίπτωση επανεμφάνισης ή ανάπτυξης ψυχιατρικών διαταραχών και χρήσης ουσιών.
Παιδιατρικός και εφηβικός πληθυσμός: Ανάπτυξη και εξέλιξη (χρόνια ηπατίτιδα C)
- Κατά τη διάρκεια της αγωγής με θεραπεία συνδυασμού ιντερφερόνης (απλής και πεγκυλιωμένης)/ριμπαβιρίνης διάρκειας έως 48 εβδομάδων σε ασθενείς ηλικίας 3 έως και 17 ετών, η απώλεια σωματικού βάρους και η αναστολή της ανάπτυξης ήταν κοινές (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες).
- Τα μακροπρόθεσμα δεδομένα είναι ενδεικτικά της σημαντικής καθυστέρησης στην ανάπτυξη (μείωση > 15 ποσοστημοριακές μονάδες στο εκατοστημόριο ύψος συγκριτικά με την έναρξη θεραπείας) στο 21% των παιδιών, με έλλειμμα ύψους > 15 τοις εκατό 10 έως 12 έτη μετά το τέλος της θεραπείας.
- Το αναμενόμενο όφελος της θεραπείας θα πρέπει να ζυγισθεί προσεκτικά έναντι των ευρημάτων ασφάλειας που παρατηρήθηκαν για τα παιδιά και τους εφήβους.
- Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι η θεραπεία συνδυασμού προκάλεσε αναστολή της ανάπτυξης, η οποία οδήγησε σε μειωμένο τελικό ύψος ενήλικα σε μερικούς ασθενείς.
- Ο κίνδυνος αυτός θα πρέπει να ζυγισθεί έναντι των χαρακτηριστικών της νόσου του παιδιού, όπως στοιχεία εξέλιξης της νόσου (κυρίως ίνωση), συν-νοσηρότητες που μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την εξέλιξη της νόσου (όπως συν-λοίμωξη με HIV), καθώς και προγνωστικοί παράγοντες ανταπόκρισης, (γονότυπος HCV και ιικό φορτίο).
- Όποτε είναι δυνατό το παιδί θα πρέπει να λαμβάνει θεραπεία μετά την απότομη ανάπτυξη κατά την εφηβεία, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος αναστολής της ανάπτυξης.
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Σπάνια έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της αγωγής με IntronA οξείες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. κνίδωση, αγγειοοίδημα, βρογχόσπασμος, αναφυλαξία).
- Σε περίπτωση που θα εμφανισθεί μια τέτοια αντίδραση, διακόψτε το φάρμακο και αρχίστε την κατάλληλη ιατρική θεραπεία.
- Παροδικά εξανθήματα δεν απαιτούν τη διακοπή της θεραπείας.
Ανεπιθύμητες εμπειρίες που περιλαμβάνουν παράταση των δεικτών πήξης του αίματος και ηπατικές ανωμαλίες
- Για τις μέτριες έως σοβαρές ανεπιθύμητες εμπειρίες μπορεί να χρειαστεί τροποποίηση του δοσολογικού σχήματος ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, τερματισμός της θεραπείας με το IntronA. Το IntronA αυξάνει τον κίνδυνο άρσης της ηπατικής αντιρρόπησης και θανάτου σε ασθενείς με κίρρωση.
- Διακόψτε τη θεραπεία με IntronA σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα οι οποίοι αναπτύσσουν παράταση των δεικτών πήξης του αίματος, οι οποίοι θα μπορούσαν να υποδηλώνουν μη αντιρροπούμενη ηπατοπάθεια.
- Οποιοσδήποτε ασθενής εμφανίσει ανωμαλίες της ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IntronA πρέπει να υποβάλλεται σε στενή παρακολούθηση και η θεραπεία να διακοπεί εάν τα σημεία και τα συμπτώματα της νόσου προοδεύσουν.
- Τα ηπατικά ένζυμα και η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά σε κιρρωτικούς ασθενείς.
Υπόταση
- Κατά τη διάρκεια της αγωγής με το IntronA ή και μέχρι 2 ημέρες μετά το πέρας της αγωγής μπορεί να εμφανισθεί υπόταση, και ενδέχεται να απαιτηθεί κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία.
Ανάγκη για επαρκή ενυδάτωση
- Πρέπει να διατηρείται επαρκής ενυδάτωση σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με το IntronA, μια και σε μερικούς ασθενείς έχει παρατηρηθεί υπόταση σχετιζόμενη με ανεπάρκεια υγρών. Μπορεί να απαιτηθεί συμπλήρωση υγρών.
Πυρεξία
- Παρά το γεγονός ότι η πυρεξία μπορεί να συσχετίζεται με το γριππώδες σύνδρομο, πρέπει να αποκλεισθούν άλλες αιτίες επίμονης πυρεξίας.
Ασθενείς με νοσήματα συνοδευόμενα από εξασθένιση
- Το IntronA πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με νοσήματα συνοδευόμενα από εξασθένιση, όπως σε αυτούς με ιστορικό πνευμονικής πάθησης (π.χ. με χρόνια αποφρακτική πνευμονική νόσο) ή σακχαρώδη διαβήτη επιρρεπή στην κετο-οξέωση. Προσοχή απαιτείται επίσης σε ασθενείς με διαταραχές στην πήξη του αίματος (π.χ. θρομβοφλεβίτιδα, πνευμονική εμβολή) ή σοβαρή μυελοκαταστολή.
Πνευμονικές καταστάσεις
- Σπάνια παρατηρήθηκαν πνευμονικές διηθήσεις, πνευμονίτιδα και πνευμονία, που περιστασιακά είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο.
- Οποιοσδήποτε ασθενής ο οποίος αναπτύσσει πυρεξία, βήχα, δύσπνοια ή άλλα συμπτώματα του αναπνευστικού πρέπει να κάνει μια ακτινογραφία θώρακος.
- Εάν η ακτινογραφία θώρακος δείχνει πνευμονικές διηθήσεις ή υπάρχουν στοιχεία βλάβης της αναπνευστικής λειτουργίας, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, και αν αυτό κριθεί απαραίτητο, να διακόψει την ιντερφερόνη άλφα.
- Άμεση διακοπή της χορήγησης ιντερφερόνης άλφα και θεραπευτική αντιμετώπιση με κορτικοστεροειδή φαίνεται ότι συσχετίζεται με αποκατάσταση των πνευμονολoγικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
Οφθαλμολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες
- Οι οφθαλμολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) συμπεριλαμβανομένων της αιμορραγίας του αμφιβληστροειδούς, των βαμβακοειδών κηλίδων, της ορώδους αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς και της απόφραξης της αμφιβληστροειδικής αρτηρίας ή φλέβας έχουν παρατηρηθεί σε σπάνιες περιπτώσεις.
- Όλοι οι ασθενείς πρέπει να έχουν υποβληθεί σε οφθαλμολογική εξέταση στην έναρξη της θεραπείας.
- Όποιος ασθενής παραπονεθεί για αλλαγές στην οπτική οξύτητα ή στα οπτικά πεδία ή αναφέρει άλλα οφθαλμολογικά συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IntronA, πρέπει να κάνει άμεση και γενική οφθαλμολογική εξέταση.
- Συνιστάται μια γενική κλινική οφθαλμολογική εξέταση πριν την έναρξη της θεραπείας με IntronA ιδιαιτέρως σε ασθενείς με διαταραχές που μπορεί να σχετίζονται με αμφιβληστροειδοπάθεια, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης ή η υπέρταση.
- Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η διακοπή του IntronA σε ασθενείς που εμφανίζουν νέες ή επιδεινούμενες οφθαλμολογικές διαταραχές.
Διαταραχή της συνείδησης, κώμα και εγκεφαλοπάθεια
- Σε μερικούς ασθενείς, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, που αντιμετωπίσθηκαν θεραπευτικά με υψηλότερες δόσεις έχει παρατηρηθεί μεγαλύτερου βαθμού διαταραχή της συνείδησης και κώμα, περιλαμβανομένων περιστατικών εγκεφαλοπάθειας.
- Ενώ αυτού του τύπου οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γενικώς αναστρέψιμες, σε μερικούς ασθενείς για την πλήρη υποχώρησή τους απαιτήθηκαν μέχρι τρεις εβδομάδες.
- Πολύ σπάνια, έχουν εμφανισθεί επιληπτικές κρίσεις με υψηλές δόσεις IntronA.
Ασθενείς με προϋπάρχουσες καρδιακές ανωμαλίες
- Ενήλικες ασθενείς που έχουν ιστορικό συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, εμφράγματος του μυοκαρδίου και/ή προηγούμενο ή παρόν ιστορικό διαταραχών του καρδιακού ρυθμού, και χρειάζονται θεραπεία με IntronA πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
- Συνιστάται εκείνοι οι ασθενείς οι οποίοι έχουν προϋπάρχουσες καρδιακές ανωμαλίες και/ή βρίσκονται σε προχωρημένα στάδια καρκίνου, πρέπει να υποβάλλονται σε ηλεκτροκαρδιογραφικό έλεγχο πριν από την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
- Οι καρδιακές αρρυθμίες (κυρίως οι υπερκοιλιακές) συνήθως ανταποκρίνονται σε συμβατική θεραπεία, αλλά μπορεί να απαιτήσουν διακοπή της θεραπείας με το IntronA.
Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Έχει παρατηρηθεί υπερτριγλυκεριδαιμία και επιδείνωση της υπερτριγλυκεριδαιμίας, η οποία μερικές φορές είναι σοβαρή. Επομένως συνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων των λιπιδίων.
Ασθενείς με ψωρίαση και σαρκοείδωση
- Λόγω αναφορών παρόξυνσης της προϋπάρχουσας ψωριασικής νόσου και σαρκοείδωσης από την ιντερφερόνη άλφα, η χρήση του IntronA σε ασθενείς με ψωρίαση ή σαρκοείδωση, συνιστάται μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο.
Απόρριψη νεφρικού και ηπατικού μοσχεύματος
- Προκαταρκτικά στοιχεία δείχνουν ότι η θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα μπορεί να συνδέεται με αυξημένο ποσοστό απόρριψης νεφρικού μοσχεύματος. Απόρριψη ηπατικού μοσχεύματος έχει επίσης αναφερθεί.
Αυτο-αντισώματα και αυτοάνοσες διαταραχές
- Έχει αναφερθεί ανάπτυξη αυτο-αντισωμάτων και αυτοάνοσων διαταραχών κατά τη διάρκεια της θεραπείας με άλφα ιντερφερόνες. Ασθενείς με προδιάθεση στην ανάπτυξη αυτοάνοσων διαταραχών μπορεί να παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο.
- Ασθενείς με σημεία ή συμπτώματα συμβατά με αυτοάνοσες διαταραχές θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά, καθώς και να επανεκτιμηθεί η σχέση οφέλους-κινδύνου της συνεχιζόμενης θεραπείας με ιντερφερόνες (βλ. επίσης Χρόνια ηπατίτιδα C, Μονοθεραπεία (ανωμαλίες θυρεοειδούς) και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
- Περιπτώσεις συνδρόμου Vogt-Koyanagi-Harada (VKH) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C που έλαβαν θεραπεία με ιντερφερόνη. Εάν υπάρχουν υποψίες για σύνδρομο VKH, η αντιιική θεραπεία θα πρέπει να αποσύρεται και να εξετάζεται η θεραπεία με κορτικοστεροειδή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Συνοδός χημειοθεραπεία
- Η χορήγηση του IntronA σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες (π.χ. Ara-C, κυκλοφωσφαμίδη, δοξορουβικίνη, τενιποσίδη) είναι δυνατόν να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας (μεγαλύτερης βαρύτητας και διάρκειας), η οποία μπορεί να καταστεί απειλητική για τη ζωή των ασθενών ή ακόμα και θανατηφόρα.
- Οι πιο συχνά αναφερθείσες δυνητικά απειλητικές για τη ζωή ή μοιραίες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν βλεννογονίτιδα, διάρροια, ουδετεροπενία, νεφρική δυσλειτουργία και ηλεκτρολυτική διαταραχή.
- Λόγω του κινδύνου αυξημένης τοξικότητας, απαιτούνται προσεκτικές προσαρμογές των δόσεων του IntronA καθώς και των ταυτόχρονα χορηγούμενων χημειοθεραπευτικών παραγόντων (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Όταν το IntronA χρησιμοποιείται με υδροξυουρία, η συχνότητα και η σοβαρότητα της επιδερμικής αγγειίτιδας μπορεί να αυξηθούν.
Χρόνια ηπατίτιδα C
Συνδυασμένη θεραπεία με ριμπαβιρίνη
- Δείτε επίσης την ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης εάν πρόκειται να χορηγηθεί IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C.
- Όλοι οι ασθενείς πριν να ενταχθούν στις μελέτες για χρόνια ηπατίτιδα C είχαν μια ηπατική βιοψία, αλλά σε ορισμένα περιστατικά (π.χ. ασθενείς με γονότυπο 2 και 3), μπορεί η θεραπεία να ξεκινήσει χωρίς ιστολογική τεκμηρίωση. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’όψιν οι τρέχουσες οδηγίες θεραπείας για το αν χρειάζεται ηπατική βιοψία πριν την έναρξη της θεραπείας.
Μονοθεραπεία
- Σπανίως, ενήλικες ασθενείς που αντιμετωπίσθηκαν θεραπευτικά για χρόνια ηπατίτιδα C με IntronA, ανέπτυξαν διαταραχές της λειτουργίας του θυρεοειδούς, είτε υποθυρεοειδισμό ή υπερθυρεοειδισμό.
- Πριν από την έναρξη της θεραπείας με IntronA, αξιολογήστε τα επίπεδα της ορμόνης του θυρεοειδούς (TSH) στον ορό. Οποιαδήποτε διαταραχή της λειτουργίας του θυρεοειδούς ανιχνευθεί τότε, πρέπει να αντιμετωπισθεί με τη συμβατική θεραπεία.
- Η θεραπεία IntronA μπορεί να ξεκινήσει εάν τα επίπεδα της TSH είναι δυνατόν να διατηρηθούν εντός του φυσιολογικού εύρους των τιμών της με φαρμακευτική αγωγή.
- Καθορίστε τα επίπεδα της TSH εάν, κατά τη διάρκεια της θεραπείας κάποιος ασθενής εμφανίσει συμπτώματα συμβατά με πιθανή θυρεοειδική δυσλειτουργία.
- Επί παρουσίας θυρεοειδικής δυσλειτουργίας, η θεραπεία με IntronA μπορεί να συνεχιστεί, εάν τα επίπεδα της TSH μπορούν να διατηρηθούν εντός του φυσιολογικού εύρους των τιμών της με φαρμακευτική αγωγή.
Συμπληρωματική παρακολούθηση του θυρεοειδούς ειδική για παιδιά και εφήβους
- Περίπου 12% των παιδιών που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού με ιντερφερόνη άλφα-2b και ριμπαβιρίνη ανέπτυξε αύξηση της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH). Ένα άλλο 4% είχε μια παροδική μείωση κάτω από το ελάχιστο φυσιολογικό όριο.
- Πριν από την έναρξη της αγωγής με IntronA, θα πρέπει να αξιολογούνται τα επίπεδα της TSH και κάθε ανωμαλία του θυρεοειδούς που ανιχνεύεται εκείνη τη χρονική στιγμή πρέπει να αντιμετωπίζεται με συμβατική αγωγή.
- Η αγωγή με IntronA μπορεί να αρχίσει, εάν τα επίπεδα της TSH μπορούν να διατηρηθούν εντός των φυσιολογικών ορίων με φαρμακευτική αγωγή.
- Έχει παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της αγωγής με ιντερφερόνη άλφα-2b και ριμπαβιρίνη δυσλειτουργία του θυρεοειδούς. Εάν ανιχνευθούν ανωμαλίες του θυρεοειδούς, η κατάσταση του θυρεοειδούς του ασθενούς θα πρέπει να αξιολογείται και να αντιμετωπίζεται θεραπευτικά όπως κρίνεται κλινικά κατάλληλα.
- Τα παιδιά και οι έφηβοι θα πρέπει να παρακολουθούνται κάθε 3 μήνες για ένδειξη δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς (π.χ. TSH).
Συν-λοίμωξη HCV-HIV
- Aσθενείς με συν-λοίμωξη που λαμβάνουν Αντι-ρετροϊική Θεραπεία Υψηλής Δραστικότητας (HAART) μπορούν να είναι σε αυξημένο κίνδυνο για γαλακτική οξέωση. Συνιστάται προσοχή όταν προστίθεται IntronA και ριμπαβιρίνη στη θεραπεία (HAART) (βλ. ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης).
- Ασθενείς που λαμβάνουν συνδυασμένη θεραπεία με IntronA και ριμπαβιρίνη και ζιδοβουδίνη μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης αναιμίας.
- Ασθενείς με συν-λοίμωξη και προχωρημένη κίρρωση που λαμβάνουν HAART μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένο κίνδυνο άρσης της ηπατικής αντιρρόπησης ή θανάτου. Η προσθήκη μονοθεραπείας με ιντερφερόνες άλφα ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο σε αυτή την υποομάδα ασθενών.
Συν-λοίμωξη HCV/HBV
- Περιπτώσεις επανενεργοποίησης του ιού της ηπατίτιδας Β (μερικές με σοβαρές επιπτώσεις) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με συν-λοίμωξη με τους ιούς της ηπατίτιδας B και C που λάμβαναν θεραπεία με ιντερφερόνη. Η συχνότητα μιας τέτοιας επανενεργοποίησης φαίνεται να είναι χαμηλή.
- Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται για ηπατίτιδα Β πριν την έναρξη της θεραπείας με ιντερφερόνη για την ηπατίτιδα C.
- Οι ασθενείς με συν-λοίμωξη με ηπατίτιδα B και C θα πρέπει έπειτα να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Οδοντικές και περιοδοντικές διαταραχές
- Οδοντικές και περιοδοντικές διαταραχές, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια οδόντων, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν συνδυασμένη θεραπεία IntronA και ριμπαβιρίνης.
- Επιπλέον, η ξηροστομία μπορεί να έχει βλαβερή επίδραση στους οδόντες και στους βλεννογόνιους υμένες του στόματος κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με το συνδυασμό IntronA και ριμπαβιρίνης.
- Οι ασθενείς θα πρέπει να βουρτσίζουν τα δόντια τους επιμελώς δύο φορές την ημέρα και να υποβάλλονται σε τακτικές οδοντιατρικές εξετάσεις.
- Επιπλέον ορισμένοι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν έμετο. Εάν συμβεί αυτή η αντίδραση, θα πρέπει να τους συμβουλεύσετε να ξεπλύνουν μετά επιμελώς το στόμα τους.
Εργαστηριακές Εξετάσεις
- Σε όλους τους ασθενείς που υποβάλλονται σε συστηματική θεραπεία με το IntronA, πρέπει πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά κατά τη διάρκειά της να γίνονται οι κλασικές αιματολογικές εξετάσεις και οι βιοχημικές εξετάσεις του αίματος (γενική αίματος και διαφορικός τύπος κυττάρων αίματος, αριθμός αιμοπεταλίων, ηλεκτρολύτες, ηπατικά ένζυμα, πρωτεΐνη ορού, χολερυθρίνη ορού και κρεατινίνη ορού).
- Κατά τη διάρκεια της αγωγής ενός ασθενούς με ηπατίτιδα B ή C, συνιστάται τακτικός εργαστηριακός έλεγχος τις εβδομάδες 1, 2, 4, 8, 12, 16 και μήνα παρά μήνα στη συνέχεια, καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
- Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της θεραπείας με IntronA παρατηρηθεί «αναζωπύρωση» της δραστηριότητας της ALT σε τιμές μεγαλύτερες ή ίσες με 2 φορές την τιμή στην έναρξη της θεραπείας, η θεραπεία με IntronA μπορεί να συνεχιστεί, εκτός και εμφανισθούν σημεία ή συμπτώματα ηπατικής ανεπάρκειας. Κατά τη διάρκεια της περιόδου «αναζωπύρωσης» της δραστηριότητας της ALT, οι παρακάτω έλεγχοι της ηπατικής λειτουργίας πρέπει να παρακολουθούνται κατά διαστήματα δύο εβδομάδων: ALT, χρόνος προθρομβίνης, αλκαλική φωσφατάση, λευκωματίνη και χολερυθρίνη.
- Σε ασθενείς που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά για κακόηθες μελάνωμα, πρέπει να ελέγχεται η ηπατική λειτουργία, καθώς και ο αριθμός και ο διαφορικός τύπος των λευκοκυττάρων, κάθε εβδομάδα κατά τη διάρκεια της φάσης εφόδου της θεραπείας και κάθε μήνα κατά τη φάση συντήρησης της θεραπείας.
Επίδραση στη γονιμότητα
- Η ιντερφερόνη μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα (βλ. Κύηση και γαλουχία και Προκλινικά δεδομένα).
Σημαντικές πληροφορίες σχετικά με ορισμένα συστατικά του IntronA
- Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά 0,5 ml, δηλ. είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-INTRONA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-INTRONA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Δείτε την ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης για τις ανεπιθύμητες ενέργειες από τη ριμπαβιρίνη εάν πρόκειται να χορηγηθεί IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C. Σε κλινικές δοκιμές που διεξήχθησαν σε ένα ευρύ φάσμα ενδείξεων και με ένα ευρύ φάσμα δόσεων (από 6 εκατομμύρια IU/m²/εβδομάδα σε λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων μέχρι 100 εκατομμύρια IU/m²/εβδομάδα σε μελάνωμα), οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες αντιδράσεις ήταν πυρεξία, κόπωση, πονοκέφαλος και μυαλγίες. Η πυρεξία και η κόπωση ήταν συχνά αναστρέψιμα εντός 72 ωρών από τη προσωρινή διακοπή ή τη διακοπή της θεραπείας.
Ενήλικες
Σε κλινικές δοκιμές που διεξήχθησαν στον πληθυσμό με ηπατίτιδα C, οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία μόνο με IntronA ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη για ένα χρόνο. Όλοι οι ασθενείς σε αυτές τις δοκιμές έλαβαν 3 εκατομμύρια IU IntronA τρεις φορές την εβδομάδα. Στον Πίνακα 1 παρουσιάζεται η συχνότητα με την οποία οι ασθενείς ανέφεραν (σχετιζόμενες με τη θεραπεία) ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές δοκιμές σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως αγωγή και που έλαβαν αγωγή για ένα έτος. Η σοβαρότητα ήταν γενικά ήπια έως μέτρια. Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που παρατίθενται στον Πίνακα 1 βασίζονται στην εμπειρία από κλινικές δοκιμές και μετά την κυκλοφορία. Εντός των κατηγοριών οργάνων συστήματος, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται κάτω από τίτλους συχνότητας χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100), σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών ή ύστερα από τη χρήση του IntronA μετά τη κυκλοφορία μόνου του ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη
| Κατηγορία Οργάνου Συστήματος | Ανεπιθύμητες Αντιδράσεις |
|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |
| Πολύ συχνές: | Φαρυγγίτιδα*, ιογενής λοίμωξη* |
| Συχνές: | Βρογχίτιδα, παραρρινοκολπίτιδα, έρπης απλός (αντίσταση), ρινίτιδα |
| Όχι συχνές: | Βακτηριακή λοίμωξη |
| Σπάνιες: | Πνευμονία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), σήψη |
| Μη γνωστές: | Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας B σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HCV/HBV |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
| Πολύ συχνές: | Λευκοπενία |
| Συχνές: | Θρομβοπενία, λεμφαδενοπάθεια, λεμφοπενία |
| Πολύ σπάνιες: | Απλαστική αναιμία |
| Μη γνωστές: | Αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς, ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα, θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) | |
| Πολύ σπάνιες: | Σαρκοείδωση, παρόξυνση σαρκοείδωσης |
| Μη γνωστές: | Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, αγγειίτιδα, ρευματοειδής αρθρίτιδα (νέα ή επιδεινωθείσα), σύνδρομο Vogt-Koyanagi-Harada, οξείες αντιδράσεις υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένης της κνίδωσης, αγγειοοίδημα, βρογχοσύσπαση, αναφυλαξία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | |
| Συχνές: | Υποθυρεοειδισμός (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), υπερθυρεοειδισμός (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) |
| Πολύ σπάνιες: | Διαβήτης, επιδεινωθείς διαβήτης |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
| Πολύ συχνές: | Ανορεξία |
| Συχνές: | Υπασβεστιαιμία, αφυδάτωση, υπερουριχαιμία, δίψα |
| Πολύ σπάνιες: | Υπεργλυκαιμία, υπερτριγλυκεριδαιμία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), αυξημένη όρεξη |
| Ψυχιατρικές διαταραχές (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) | |
| Πολύ συχνές: | Κατάθλιψη, αϋπνία, άγχος, συναισθηματική αστάθεια*, διέγερση, νευρικότητα |
| Συχνές: | Σύγχυση, διαταραχή ύπνου, γενετήσια ορμή μειωμένη |
| Σπάνιες: | Ιδεασμός αυτοκτονίας |
| Πολύ σπάνιες: | Αυτοκτονία, απόπειρες αυτοκτονίας, επιθετική συμπεριφορά (μερικές φορές κατευθυνόμενη εναντίον άλλων), ψύχωση συμπεριλαμβανομένων παραισθήσεων |
| Μη γνωστές: | Ιδεασμός ανθρωποκτονίας, μεταβολή της νοητικής κατάστασης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), μανία, διπολικές διαταραχές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) | |
| Πολύ συχνές: | Ζάλη, κεφαλαλγία, συγκέντρωση διαταραγμένη, ξηροστομία |
| Συχνές: | Τρόμος, παραισθησία, υπαισθησία, ημικρανία, έξαψη, υπνηλία, απώλεια γεύσης |
| Όχι συχνές: | Περιφερική νευροπάθεια |
| Πολύ σπάνιες: | Εγκεφαλοαγγειακή αιμορραγία, εγκεφαλοαγγειακή ισχαιμία, επιληπτική κρίση, διαταραχή συναίσθησης, εγκεφαλοπάθεια |
| Μη γνωστές: | Μονονευροπάθειες, κώμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
| Πολύ συχνές: | Όραση θαμπή |
| Συχνές: | Επιπεφυκίτιδα, όραση ανώμαλη, διαταραχή του δακρυϊκού αδένα, πόνος του οφθαλμού |
| Σπάνιες: | Αιμορραγίες του αμφιβληστροειδούς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), αμφιβληστροειδοπάθειες (συμπεριλαμβανομένου του κηλιδώδους οιδήματος), απόφραξη της αμφιβληστροειδικής αρτηρίας ή φλέβας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), οπτική νευρίτιδα, οίδημα της οπτικής θηλής, απώλεια της οπτικής οξύτητας ή των οπτικών πεδίων, βαμβακοειδείς κηλίδες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) |
| Μη γνωστές: | Ορώδης αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | |
| Συχνές: | Ίλιγγος, εμβοές |
| Πολύ σπάνιες: | Απώλεια ακοής, διαταραχή της ακοής |
| Καρδιακές διαταραχές | |
| Συχνές: | Αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία |
| Όχι συχνές: | Περικαρδίτιδα |
| Σπάνιες: | Καρδιομυοπάθεια |
| Πολύ σπάνιες: | Έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ισχαιμία |
| Μη γνωστές: | Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, περικαρδιακή συλλογή, αρρυθμία |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| Συχνές: | Υπέρταση |
| Πολύ σπάνιες: | Περιφερική ισχαιμία, υπόταση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | |
| Πολύ συχνές: | Δύσπνοια*, βήχας* |
| Συχνές: | Επίσταξη, διαταραχή του αναπνευστικού συστήματος, ρινική συμφόρηση, ρινόρροια, βήχας μη παραγωγικός |
| Πολύ σπάνιες: | Πνευμονικές διηθήσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), πνευμονίτιδα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) |
| Μη γνωστές: | Πνευμονική ίνωση, πνευμονική αρτηριακή υπέρταση |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |
| Πολύ συχνές: | Ναυτία/έμετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια, στοματίτιδα, δυσπεψία |
| Συχνές: | Ελκώδης στοματίτιδα, πόνος άνω δεξιού τεταρτημορίου, γλωσσίτιδα, ουλίτιδα, δυσκοιλιότητα, χαλαρά κόπρανα |
| Πολύ σπάνιες: | Παγκρεατίτιδα, ισχαιμική κολίτιδα, ελκώδης κολίτιδα, αιμορραγία των ούλων |
| Μη γνωστές: | Περιοδοντική διαταραχή ΜΑΚ, οδοντική διαταραχή ΜΑΚ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), μελάγχρωση γλώσσας |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |
| Συχνές: | Ηπατομεγαλία |
| Πολύ σπάνιες: | Ηπατοτοξικότητα, (συμπεριλαμβανομένης της μοιραίας) |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Πολύ συχνές: | Αλωπεκία, κνησμός*, ξηροδερμία*, εξάνθημα*, εφίδρωση αυξημένη |
| Συχνές: | Ψωρίαση (νέα ή επιδεινωθείσα) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες, εξάνθημα ερυθηματοειδές, έκζεμα, ερύθημα, διαταραχή του δέρματος |
| Πολύ σπάνιες: | Σύνδρομο Stevens Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Πολύ συχνές: | Μυαλγία, αρθραλγία, μυοσκελετικός πόνος |
| Συχνές: | Αρθρίτιδα |
| Πολύ σπάνιες: | Ραβδομυόλυση, μυοσίτιδα, κράμπες στα πόδια, οσφυαλγία |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| Συχνές: | Συχνοουρία |
| Πολύ σπάνιες: | Έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, νεφρική ανεπάρκεια, νεφρωσικό σύνδρομο |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | |
| Συχνές: | Αμηνόρροια, μαστοδυνία, δυσμηνόρροια, μηνορραγία, διαταραχή εμμήνου ρύσης, κολπική διαταραχή |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| Πολύ συχνές: | Φλεγμονή της θέσης ένεσης, αντίδραση της θέσης ένεσης*, κόπωση, ρίγη, πυρεξία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), γριππώδη συμπτώματα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), εξασθένιση, ευερεθιστότητα, θωρακικό άλγος, αίσθημα κακουχίας |
| Συχνές: | Άλγος της θέσης ένεσης |
| Πολύ σπάνιες: | Νέκρωση της θέσης ένεσης, οίδημα προσώπου |
| Παρακλινικές εξετάσεις | |
| Πολύ συχνές: | Μείωση βάρους |
*Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν μόνο συχνές με το IntronA μόνο του
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες παρατηρούνται στην ηπατίτιδα C είναι αντιπροσωπευτικές εκείνων που αναφέρονται όταν το IntronA χορηγείται σε άλλες ενδείξεις, με κάποιες αναμενόμενες δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις της συχνότητας εμφάνισης. Για παράδειγμα σε μια δοκιμή επικουρικής θεραπείας με IntronA σε ασθενείς με μελάνωμα, η συχνότητα εμφάνισης της κόπωσης, πυρεξίας, μυαλγίας, ουδετεροπενίας/αναιμίας, ανορεξίας, ναυτίας και εμέτου, διάρροιας, ριγών, γριππωδών συμπτωμάτων, κατάθλιψης, αλωπεκίας, διαταραχής της γεύσης και ζάλης ήταν υψηλότερη από αυτές που παρατηρήθηκαν σε δοκιμές στην ηπατίτιδα C. Η σοβαρότητα επίσης αυξήθηκε με τη θεραπεία σε υψηλές δόσεις (Βαθμός ΠΟΥ 3 και 4 σε 66% και 14% των ασθενών, αντίστοιχα), σε σύγκριση με την ήπια έως μέτρια σοβαρότητα που συνήθως συνδέεται με τις χαμηλότερες δόσεις. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες συνήθως αντιμετωπίζονταν με προσαρμογή της δόσης. Καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδιαίτερα αρρυθμία, φαίνεται να συσχετίζονται κυρίως με την ύπαρξη προϋπάρχουσας καρδιαγγειακής νόσου, και με προηγηθείσα θεραπεία με καρδιοτοξικούς παράγοντες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Καρδιομυοπάθεια, που μπορεί να είναι αναστρέψιμη επί διακοπής της ιντερφερόνης άλφα, έχει αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που δεν εμφάνισαν στο παρελθόν σημεία καρδιακής νόσου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Περιστατικά πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (ΠΑΥ) έχουν αναφερθεί με προϊόντα ιντερφερόνης άλφα, κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου ΠΑΥ (όπως πυλαία υπέρταση, λοίμωξη HIV, κίρρωση). Τα συμβάντα παρατηρήθηκαν σε διάφορα χρονικά σημεία, συνήθως αρκετούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας με ιντερφερόνη άλφα. Ένα ευρύ φάσμα αυτοάνοσων και ανοσοσχετιζόμενων διαταραχών έχει αναφερθεί με τις άλφα ιντερφερόνες, συμπεριλαμβανομένων διαταραχών του θυρεοειδούς, συστηματικού ερυθηματώδους λύκου, ρευματοειδούς αρθρίτιδας (νέα ή επιδεινούμενη), ιδιοπαθούς και θρομβωτικής θρομβοπενικής πορφύρας, αγγειίτιδας, νευροπαθειών συμπεριλαμβανομένων μονονευροπαθειών (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις). Στις κλινικά σημαντικές εργαστηριακές ανωμαλίες, οι οποίες παρατηρούνται συχνότερα σε δόσεις άνω των 10 εκατομμυρίων IU ημερησίως περιλαμβάνονται η μείωση του αριθμού των κοκκιοκυττάρων και των λευκών αιμοσφαιρίων, η μείωση του επιπέδου της αιμοσφαιρίνης και του αριθμού των αιμοπεταλίων, η αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης, της LDH, της κρεατινίνης στον ορό και των επιπέδων της ουρίας στον ορό. Έχει αναφερθεί μέτρια και συνήθως αναστρέψιμη πανκυτταροπενία. Αύξηση των επιπέδων ALT/AST (SGPT/SGOT) στον ορό έχει παρατηρηθεί σαν μια ανωμαλία σε ορισμένα άτομα που δεν πάσχουν από ηπατίτιδα καθώς και σε ορισμένους ασθενείς που πάσχουν από χρόνια ηπατίτιδα Β κατά το χρόνο κάθαρσης της DNAp του ιού.
Παιδιατρικός και εφηβικός πληθυσμός
Χρόνια Ηπατίτιδα C - Θεραπεία συνδυασμού με ριμπαβιρίνη Σε κλινικές μελέτες με 118 παιδιά και εφήβους (ηλικίας 3 έως 16 ετών), το 6% διέκοψαν τη θεραπεία λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων. Γενικά, το προφίλ ανεπιθύμητων αντιδράσεων στον περιορισμένο πληθυσμό των παιδιών και των εφήβων που μελετήθηκε ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρείται στους ενήλικους, αν και υπάρχει μια ειδική παιδιατρική ανησυχία όσον αφορά την αναστολή της ανάπτυξης, καθώς μείωση του εκατοστημόριου ύψους (μέση εκατοστημόρια μείωση κατά 9 ποσοστημοριακές μονάδες) και του εκατοστημόριου βάρους (μέση εκατοστημόρια μείωση κατά 13 ποσοστημοριακές μονάδες) παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της αγωγής. Εντός των 5 ετών της περιόδου παρακολούθησης μετά τη θεραπεία, τα παιδιά είχαν ένα μέσο ύψος στο 44ο εκατοστημόριο, το οποίο ήταν κάτω από το διάμεσο του ομαλοποιημένου πληθυσμού και μικρότερο από το μέσο ύψος τους στην έναρξη της θεραπείας (48ο εκατοστημόριο). Είκοσι (21%) από τα 97 παιδιά είχαν μείωση > 15 ποσοστημοριακές μονάδες του εκατοστημόριου ύψους, εκ των οποίων 10 από τα 20 παιδιά είχαν μείωση > 30 ποσοστημοριακές μονάδες του εκατοστημόριου ύψους τους από την έναρξη της θεραπείας μέχρι το τέλος της μακροχρόνιας περιόδου παρακολούθησης (μέχρι 5 χρόνια). Τελικό ύψος ενήλικα επιτεύχθηκε για 14 από εκείνα τα παιδιά και αποδείχθηκε ότι 12 συνέχισαν να εμφανίζουν έλλειμμα ύψους > 15 τοις εκατό, 10 έως 12 έτη μετά το τέλος της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια θεραπείας συνδυασμού μέχρι 48 εβδομάδες με IntronA και ριμπαβιρίνη, παρατηρήθηκε αναστολή της ανάπτυξης, η οποία οδήγησε σε μειωμένο τελικό ύψος ενήλικα σε μερικούς ασθενείς. Πιο συγκεκριμένα, η μείωση του μέσου εκατοστημόριου ύψους από την τιμή στην έναρξη της θεραπείας μέχρι το τέλος της μακροχρόνιας περιόδου παρακολούθησης ήταν περισσότερο εμφανής σε παιδιά ηλικίας πριν την εφηβεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Επιπλέον, ιδεασμός αυτοκτονίας ή απόπειρες αυτοκτονίας αναφέρθηκαν συχνότερα έναντι των ενήλικων ασθενών (2,4% έναντι 1%) κατά τη διάρκεια της θεραπείας και της εξάμηνης παρακολούθησης μετά τη θεραπεία. Όπως και οι ενήλικες ασθενείς, τα παιδιά και οι έφηβοι επίσης εμφάνισαν άλλες ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. κατάθλιψη, συναισθηματική αστάθεια, και υπνηλία) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Επιπρόσθετα, διαταραχές στο σημείο της ένεσης, πυρεξία, ανορεξία, έμετος, και συναισθηματική αστάθεια εμφανίσθηκαν συχνότερα σε παιδιά και εφήβους συγκριτικά με ενήλικους ασθενείς. Τροποποιήσεις της δόσης χρειάσθηκαν στο 30% των ασθενών, πιο συχνά για αναιμία και ουδετεροπενία.
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που παρατίθενται στον Πίνακα 2 βασίζονται στην εμπειρία από τις δύο πολυκεντρικές κλινικές δοκιμές σε παιδιά και εφήβους. Εντός των κατηγοριών οργάνων συστήματος, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται κάτω από τίτλους συχνότητας χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 2 Ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν πολύ συχνά και συχνά σε κλινικές δοκιμές σε παιδιά και έφηβους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη
| Κατηγορία Οργάνου Συστήματος | Ανεπιθύμητες Αντιδράσεις |
|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |
| Πολύ συχνές: | Ιογενής λοίμωξη, φαρυγγίτιδα |
| Συχνές: | Μυκητιασική λοίμωξη, βακτηριακή λοίμωξη, πνευμονική λοίμωξη, μέση ωτίτιδα, οδοντικό απόστημα, έρπης απλός, ουρολοίμωξη, κολπίτιδα, γαστρεντερίτιδα |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | |
| Συχνές: | Νεόπλασμα (μη καθορισμένο) |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
| Πολύ συχνές: | Αναιμία, ουδετεροπενία |
| Συχνές: | Θρομβοπενία, λεμφαδενοπάθεια |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | |
| Πολύ συχνές: | Υποθυρεοειδισμός (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) |
| Συχνές: | Υπερθυρεοειδισμός (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), ανδρογενετισμός |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
| Πολύ συχνές: | Ανορεξία |
| Συχνές: | Υπερτριγλυκεριδαιμία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), υπερουριχαιμία, αυξημένη όρεξη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |
| Πολύ συχνές: | Κατάθλιψη, συναισθηματική αστάθεια, αϋπνία |
| Συχνές: | Ιδεασμός αυτοκτονίας, επιθετική αντίδραση, σύγχυση, διαταραχή συμπεριφοράς, διέγερση, υπνοβασία, άγχος, νευρικότητα, διαταραχή ύπνου, μη φυσιολογικά όνειρα, απάθεια |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) | |
| Πολύ συχνές: | Κεφαλαλγία, ζάλη |
| Συχνές: | Υπερκινησία, τρόμος, δυσφωνία, παραισθησία, υπαισθησία, υπεραισθησία, διαταραχή συγκέντρωσης, υπνηλία |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
| Συχνές: | Επιπεφυκίτιδα, πόνος του οφθαλμού, ανώμαλη όραση, διαταραχή του δακρυϊκού αδένα |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| Συχνές: | Εξάψεις, ωχρότητα |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | |
| Συχνές: | Δύσπνοια, ταχύπνοια, επίσταξη, βήχας, ρινική συμφόρηση, ρινικός ερεθισμός, ρινόρροια, πταρμός |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |
| Πολύ συχνές: | Διάρροια, έμετος, ναυτία, κοιλιακό άλγος |
| Συχνές: | Εξέλκωση του στόματος, ελκώδης στοματίτιδα, στοματίτιδα, πόνος άνω δεξιού τεταρτημορίου, δυσπεψία, γλωσσίτιδα, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, διαταραχή του ορθού, γαστρεντερική διαταραχή, δυσκοιλιότητα, χαλαρά κόπρανα, οδονταλγία, διαταραχή οδόντος |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |
| Συχνές: | Ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Πολύ συχνές: | Αλωπεκία, εξάνθημα |
| Συχνές: | Αντίδραση από φωτοευαισθησία, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, έκζεμα, ακμή, διαταραχή δέρματος, διαταραχή όνυχα, δυσχρωματισμός δέρματος, κνησμός, ξηροδερμία, ερύθημα, μώλωπας, εφίδρωση αυξημένη |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Πολύ συχνές: | Αρθραλγία, μυαλγία, μυοσκελετικός πόνος |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| Συχνές: | Ενούρηση, διαταραχή ούρησης, ακράτεια ούρων |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | |
| Συχνές: | Θήλυ: αμηνόρροια, μηνορραγία, διαταραχή εμμήνου ρύσης, κολπική διαταραχή. Άρρεν: άλγος όρχεων |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| Πολύ συχνές: | Φλεγμονή της θέσης ένεσης, αντίδραση της θέσης ένεσης, κόπωση, ρίγη, πυρεξία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), γριππώδη συμπτώματα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), αίσθημα κακουχίας, ευερεθιστότητα |
| Συχνές: | Θωρακικό άλγος, εξασθένιση, οίδημα, άλγος της θέσης ένεσης |
| Παρακλινικές εξετάσεις | |
| Πολύ συχνές: | Μείωση του ρυθμού ανάπτυξης (μείωση ύψους και/ή βάρους για την ηλικία) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) |
| Κακώσεις και δηλητηριάσεις | |
| Συχνές: | Ρήξη δέρματος |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-INTRONA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/αντισύλληψη σε άντρες και γυναίκες
- Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Έχουν αναφερθεί μειωμένες συγκεντρώσεις οιστραδιόλης και προγεστερόνης ορού σε γυναίκες που έλαβαν αγωγή με ιντερφερόνη ανθρώπινων λευκοκυττάρων.
- Το IntronA πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε γόνιμους άνδρες.
Συνδυασμένη θεραπεία με ριμπαβιρίνη
- Η ριμπαβιρίνη προκαλεί σοβαρές συγγενείς ανωμαλίες όταν λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Πρέπει να λαμβάνεται μεγάλη φροντίδα για την αποφυγή εγκυμοσύνης σε θηλυκές ασθενείς ή σε συντρόφους αρρένων ασθενών που λαμβάνουν IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη.
- Θηλυκές σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν μια αποτελεσματική αντισυλληπτική μέθοδο κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.
- Άρρενες ασθενείς ή οι θηλυκές σύντροφοί τους πρέπει να χρησιμοποιούν μια αποτελεσματική αντισυλληπτική μέθοδο κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 7 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας (βλ. την ΠΧΠ της ριμπαβιρίνης).
Κύηση
- Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της ιντερφερόνης άλφα-2b σε έγκυες γυναίκες.
- Μελέτες σε πειραματόζωα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
- Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
- Το IntronA πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο.
Συνδυασμένη θεραπεία με ριμπαβιρίνη
- Η θεραπεία με ριμπαβιρίνη αντενδείκνυται σε έγκυες γυναίκες.
Θηλασμός
- Δεν είναι γνωστό εάν τα συστατικά αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
- Λόγω της πιθανότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε θηλάζοντα βρέφη, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη της θεραπείας.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-INTRONA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ιντερφερόνη άλφα-2b, κωδικός ATC: L03A B05. Το IntronA είναι ένα στείρο, σταθερό σκεύασμα ιντερφερόνης άλφα-2b υψηλής καθαρότητας, που παράγεται με τεχνικές ανασυνδυασμού του DNA. Η ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη άλφα-2b είναι μια υδατοδιαλυτή πρωτεΐνη με ένα μοριακό βάρος περίπου 19.300 daltons. Λαμβάνεται από έναν κλώνο E. coli, που φέρει πλασμίδιο υβριδοποιημένο με γονίδιο άλφα-2b ιντερφερόνης από ανθρώπινα λευκοκύτταρα και το οποίο έχει παρασκευασθεί με μεθόδους γενετικής μηχανικής. Η δραστικότητα του IntronA εκφράζεται σε IU, όπου 1 mg ανασυνδυασμένης ιντερφερόνης άλφα-2b πρωτεΐνης αντιστοιχεί σε 2,6 x 108 IU. Οι Διεθνείς Μονάδες (IU) καθορίζονται μετά από σύγκριση της δραστικότητας της ανασυνδυασμένης ιντερφερόνης άλφα-2b με τη δραστικότητα του διεθνούς προτύπου παρασκευάσματος αναφοράς της ανθρώπινης λευκοκυτταρικής ιντερφερόνης, που έχει καθιερωθεί από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας. Οι ιντερφερόνες αποτελούν μια οικογένεια μικρών πρωτεϊνικών μορίων με μοριακά βάρη που κυμαίνονται από 15.000 έως 21.000 daltons περίπου. Παράγονται και εκκρίνονται από κύτταρα ως απάντηση σε διάφορες ιογενείς λοιμώξεις ή σε διάφορους συνθετικούς και βιολογικούς επαγωγείς. Έχουν προσδιορισθεί τρεις κύριες κατηγορίες ιντερφερονών: άλφα, βήτα και γάμμα. Οι τρεις κύριες αυτές κατηγορίες δεν είναι από μόνες τους ομοιογενείς και μπορεί να περιέχουν αρκετά διαφορετικά μοριακά είδη ιντερφερονών. Έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη άνω των 14 γενετικά διαφορετικών ανθρωπίνων άλφα ιντερφερονών. Το IntronA έχει ταξινομηθεί ως ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη άλφα-2b. Οι ιντερφερόνες ασκούν τις κυτταρικές τους δράσεις κατόπιν σύνδεσής τους με ειδικούς μεμβρανικούς υποδοχείς πάνω στην κυτταρική επιφάνεια. Οι υποδοχείς της ανθρώπινης ιντερφερόνης, όπως απομονώνονται από λεμφοβλαστοειδή (Daudi) κύτταρα του ανθρώπου, διαπιστώνεται ότι είναι σε υψηλό βαθμό ασύμμετρες πρωτεΐνες. Εμφανίζουν εκλεκτικότητα για τις ιντερφερόνες του ανθρώπου, αλλά όχι του ποντικού, γεγονός που υποδηλώνει ειδικότητα ως προς το είδος προέλευσης. Μελέτες με άλλες ιντερφερόνες έχουν καταδείξει ειδικότητα του είδους. Όμως ορισμένα είδη πιθήκων, π.χ. οι πίθηκοι rhesus, είναι ευαίσθητοι σε φαρμακοδυναμική διέγερση κατά την έκθεσή τους σε ανθρώπινες τύπου 1 ιντερφερόνες. Τα αποτελέσματα αρκετών μελετών δείχνουν ότι, αφότου η ιντερφερόνη προσδεθεί στην κυτταρική μεμβράνη, διεγείρεται μια πολύπλοκη διαδοχή ενδοκυτταρικών γεγονότων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η επαγωγή ορισμένων ενζύμων. Πιστεύεται ότι η διεργασία αυτή, είναι τουλάχιστον εν μέρει υπεύθυνη για τις ποικίλες κυτταρικές ανταποκρίσεις της ιντερφερόνης συμπεριλαμβανομένων της αναστολής της αντιγραφής του ιού μέσα στα μολυσμένα από ιό κύτταρα, της καταστολής του κυτταρικού πολλαπλασιασμού και για μια σειρά ανοσοτροποποιητικών δράσεων, όπως η διέγερση της φαγοκυτταρικής δραστηριότητας των μακροφάγων και η επαύξηση της ειδικής κυτταροτοξικότητας των λεμφοκυττάρων για συγκεκριμένα κύτταρα. Οποιαδήποτε από τις ανωτέρω δράσεις ή και όλες μαζί, συμβάλλουν στην επίτευξη των θεραπευτικών αποτελεσμάτων της ιντερφερόνης. Σε μελέτες που έγιναν με συστήματα καλλιεργειών από ζωικά και ανθρώπινα κύτταρα καθώς και με ξενομοσχεύματα ανθρωπίνων όγκων σε πειραματόζωα αποδείχθηκε ότι η ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη άλφα-2b εμφανίζει ανασταλτική επί του κυτταρικού πολλαπλασιασμού, αντινεοπλασματική δράση και σημαντική ανοσοτροποποιητική δράση in vitro. Η ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη άλφα-2b αναστέλλει επίσης την αντιγραφή του ιού in vitro και in vivo. Αν και ο ακριβής τρόπος αντιιικής δράσης της ιντερφερόνης άλφα-2b δεν είναι γνωστός, φαίνεται ότι η ιντερφερόνη τροποποιεί τον μεταβολισμό των κυττάρων του ξενιστή. Αυτή η δράση αναστέλλει την αντιγραφή του ιού, ή εάν συνεχίζεται η αντιγραφή, τα ιικά σωματίδια που σχηματίζονται, δεν έχουν την ικανότητα να εξέλθουν από το κύτταρο.
Χρόνια ηπατίτιδα Β
Η τρέχουσα κλινική εμπειρία σε ασθενείς που παραμένουν σε ιντερφερόνη άλφα-2b για 4 έως 6 μήνες υποδεικνύει ότι η θεραπεία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα κάθαρση του HBV-DNA του ορού. Έχει παρατηρηθεί μια βελτίωση στην ιστολογική εικόνα του ήπατος. Σε ενήλικες ασθενείς με απώλεια του HbeAg και του HBV-DNA, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση στη νοσηρότητα και θνησιμότητα. Η ιντερφερόνη άλφα-2b (6 εκατομμύρια IU/m² 3 φορές την εβδομάδα για 6 μήνες) χορηγήθηκε σε παιδιά με χρόνια ηπατίτιδα Β. Λόγω μιας μεθοδολογικής ατέλειας, δεν μπορούσε να δειχθεί αποτελεσματικότητα. Επιπλέον σε παιδιά που έλαβαν αγωγή με ιντερφερόνη άλφα-2b παρατηρήθηκαν μειωμένος ρυθμός ανάπτυξης και μερικές περιπτώσεις κατάθλιψης.
Χρόνια ηπατίτιδα C σε ενήλικες ασθενείς
Σε ενήλικες ασθενείς που λαμβάνουν ιντερφερόνη σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, το επιτυγχανόμενο ποσοστό παρατεταμένης ανταπόκρισης είναι 47%. Ανώτερη αποτελεσματικότητα έχει δειχθεί με το συνδυασμό πεγκυλιωμένης ιντερφερόνης με ριμπαβιρίνη (ποσοστό παρατεταμένης ανταπόκρισης 61% επιτευχθέν σε μια μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με μια δόση ριμπαβιρίνης > 10,6 mg/kg, p < 0,01). Το IntronA, μόνo και σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη, μελετήθηκε σε 4 τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές Φάσης ΙΙΙ, επί 2.552 ασθενών με χρόνια ηπατίτιδα C που δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με ιντερφερόνη. Οι δοκιμές συνέκριναν την αποτελεσματικότητα του IntronA, όταν χρησιμοποιείται μόνo ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Ως αποτελεσματικότητα ορίσθηκε η παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση, 6 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας. Οι ασθενείς που θα μπορούσαν να επιλεγούν για τις δοκιμές αυτές, είχαν χρόνια ηπατίτιδα C, επιβεβαιωμένη με θετική μέτρηση αντίδρασης αλύσου πολυμεράσης για HCV-RNA (PCR) (> 100 αντίγραφα/ml), βιοψία ήπατος συμβατή με ιστολογική διάγνωση χρόνιας ηπατίτιδας χωρίς καμία άλλη αιτία για χρόνια ηπατίτιδα και μη φυσιολογική ALT του ορού. Το IntronA χορηγήθηκε σε δόση 3 εκατομμυρίων IU 3 φορές την εβδομάδα ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Η πλειοψηφία των ασθενών σε αυτές τις κλινικές δοκιμές έλαβε θεραπεία για ένα χρόνο. Όλοι οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για επιπλέον 6 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας για τον προσδιορισμό της παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης. Στον Πίνακα 3 παρουσιάζονται τα ποσοστά παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης θεραπευτικών ομάδων που έλαβαν αγωγή με IntronA μόνο ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη για ένα έτος (από δύο μελέτες). Η ταυτόχρονη χορήγηση του IntronA με ριμπαβιρίνη αύξησε κατά τουλάχιστον δύο φορές την αποτελεσματικότητα του IntronA, για τη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας C σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη αγωγή. Ο γονότυπος του HCV και το ιικό φορτίο στην έναρξη της θεραπείας είναι προγνωστικοί παράγοντες που είναι γνωστοί ότι επηρεάζουν τα ποσοστά της ανταπόκρισης. Το αυξημένο ποσοστό ανταπόκρισης του συνδυασμού του IntronA + ριμπαβιρίνη, συγκρινόμενο με το IntronA μόνο του, διατηρείται σε όλες τις υποομάδες. Το σχετικό όφελος της συνδυασμένης θεραπείας με IntronA + ριμπαβιρίνη είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην υποομάδα των ασθενών που είναι περισσότερο δύσκολο να αντιμετωπισθούν (γονότυπος 1 και υψηλό ιικό φορτίο) (Πίνακας 3). Τα ποσοστά ανταπόκρισης σ’ αυτές τις δοκιμές αυξάνονταν με τη συμμόρφωση. Άσχετα με το γονότυπο, οι ασθενείς που έλαβαν IntronA σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη και έλαβαν 80% της αγωγής τους είχαν υψηλότερη παρατεταμένη ανταπόκριση 6 μήνες μετά από 1 έτους θεραπεία σε σύγκριση με εκείνους που έλαβαν < 80% της θεραπείας τους (56% έναντι 32% στην δοκιμή C/I98580).
Ασθενείς με συν-λοίμωξη HCV/HIV
Δύο δοκιμές έχουν διεξαχθεί σε ασθενείς με συν-λοίμωξη HIV και HCV. Συνολικά, και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς που έλαβαν IntronA συν ριμπαβιρίνη, ήταν λιγότερο πιθανό να ανταποκριθούν απ’ ότι οι ασθενείς που έλαβαν πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b με ριμπαβιρίνη. Η ανταπόκριση στη θεραπεία και στις δύο αυτές δοκιμές παρουσιάζεται στον Πίνακα 4. Η Μελέτη 1 (RIBAVIC, P01017) ήταν μια τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη στην οποία ήταν ενταγμένοι 412 ενήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία οι οποίοι είχαν συν-λοίμωξη με HIV. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b (1,5 µg/kg/εβδομάδα) συν ριμπαβιρίνη (800 mg/ημέρα) ή IntronA (3 MIU TIW) συν ριμπαβιρίνη (800 mg/ημέρα) για 48 εβδομάδες με περίοδο παρακολούθησης 6 μηνών. Η Μελέτη 2 (P02080) ήταν μια τυχαιοποιημένη, μελέτη ενός κέντρου στην οποία ήταν ενταγμένοι 95 ενήλικες ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία οι οποίοι είχαν συν-λοίμωξη με HIV. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b (100 ή 150 µg /εβδομάδα βάσει σωματικού βάρους) συν ριμπαβιρίνη (800-1.200 mg/ημέρα βάσει σωματικού βάρους) ή IntronA (3 MIU TIW) συν ριμπαβιρίνη (800-1.200 mg/ ημέρα βάσει σωματικού βάρους). Η διάρκεια της θεραπείας ήταν 48 εβδομάδες με περίοδο παρακολούθησης 6 μηνών με εξαίρεση τους ασθενείς με λοίμωξη με γονότυπους 2 ή 3 και ιικό φορτίο < 800.000 IU/ml (Amplicor) οι οποίοι έλαβαν θεραπεία για 24 εβδομάδες με περίοδο παρακολούθησης 6 μηνών.
Ασθενείς που υποτροπίασαν
Ένα σύνολο 345 ασθενών που υποτροπίασαν μετά από θεραπεία με ιντερφερόνη έλαβαν θεραπεία σε δύο κλινικές δοκιμές με μονοθεραπεία με IntronA ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη. Σ’ αυτούς τους ασθενείς, η προσθήκη της ριμπαβιρίνης στο IntronA αύξησε κατά 10 φορές την αποτελεσματικότητα του IntronA χρησιμοποιούμενου μόνου στη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας C (48,6% έναντι 4,7%). Αυτή η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας περιλάμβανε απώλεια του HCV του ορού (< 100 αντίγραφα/ml με PCR), βελτίωση στη ηπατική φλεγμονή, και επάνοδο της ALT στις φυσιολογικές τιμές και διατηρείτο όταν μετρήθηκε 6 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας.
Δεδομένα μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας
Σε μια μεγάλη μελέτη, 1.071 ασθενείς εντάχθηκαν μετά τη θεραπεία σε μια προγενέστερη μελέτη με μη πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b ή με μη πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b/ριμπαβιρίνη για να αξιολογηθεί η ανθεκτικότητα της παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης και να εκτιμηθεί η επίπτωση της συνεχιζόμενης ιολογικής αρνητικότητας στα κλινικά αποτελέσματα. 462 ασθενείς συμπλήρωσαν τουλάχιστον 5 χρόνια μακροχρόνιας παρακολούθησης και μόνο 12 «παρατεταμένως ανταποκριθέντες» από τους 492 υποτροπίασαν κατά τη διάρκεια αυτής της μελέτης. Η εκτίμηση κατά Kaplan-Meier για συνεχιζόμενη παρατεταμένη ανταπόκριση πάνω από 5 χρόνια για όλους τους ασθενείς είναι 97% με ένα 95% Διάστημα Εμπιστοσύνης [95%, 99%]. Παρατεταμένη Ιολογική Ανταπόκριση (SVR) μετά τη θεραπεία χρόνιας HCV με μη πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b (με ή χωρίς ριμπαβιρίνη) οδηγεί σε μακροχρόνια κάθαρση του ιού παρέχοντας υποχώρηση της ηπατικής λοίμωξης και κλινική «ίαση» από χρόνια HCV. Ωστόσο, αυτό δεν αποκλείει την εμφάνιση ηπατικών επεισοδίων σε ασθενείς με κίρρωση (συμπεριλαμβανομένου ηπατοκαρκινώματος).
Χρόνια ηπατίτιδα C σε παιδιατρικό και εφηβικό πληθυσμό
Έχουν διεξαχθεί τρεις κλινικές δοκιμές σε παιδιά και εφήβους, δύο με απλή ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη και μία με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη. Οι ασθενείς που έλαβαν IntronA συν ριμπαβιρίνη ήταν λιγότερο πιθανό να ανταποκριθούν από τους ασθενείς που έλαβαν πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα-2b και ριμπαβιρίνη. Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 3 έως 16 ετών με αντιρροπούμενη χρόνια ηπατίτιδα C και ανιχνεύσιμο HCV-RNA (που αξιολογήθηκε από ένα κεντρικό εργαστήριο που χρησιμοποιεί μια τεχνική RT-PCR βασισμένη στην έρευνα) εντάχθηκαν σε δύο πολυκεντρικές μελέτες και έλαβαν IntronA 3 MIU/m2 3 φορές εβδομαδιαίως και ριμπαβιρίνη 15 mg/kg ανά ημέρα για 1 έτος και ακολούθησε εξάμηνη παρακολούθηση μετά τη θεραπεία. Συνολικά εντάχθηκαν 118 ασθενείς: 57% άρρενες, 80% Καυκάσιοι, και 78% με γονότυπο 1, 64% ηλικίας 12 ετών. Ο ενταγμένος πληθυσμός αποτελείτο κυρίως από παιδιά με ήπια έως μέτρια ηπατίτιδα C. Στις δύο πολυκεντρικές δοκιμές τα ποσοστά παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης στα παιδιά και τους εφήβους ήταν παρόμοια με αυτά των ενηλίκων. Λόγω έλλειψης δεδομένων σε αυτές τις δύο πολυκεντρικές δοκιμές για παιδιά με σοβαρή πρόοδο της νόσου, και την πιθανότητα ανεπιθύμητων ενεργειών, ο λόγος οφέλους/κινδύνου του συνδυασμού ριμπαβιρίνης και ιντερφερόνης άλφα-2b πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά σε αυτόν τον πληθυσμό (βλ. Θεραπευτικές ενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-INTRONA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική του IntronA μελετήθηκε σε υγιείς εθελοντές μετά από τη χορήγηση μεμονωμένων δόσεων 5 εκατομμυρίων IU/m² και 10 εκατομμύρια IU υποδορίως, των 5 εκατομμυρίων IU/m² χορηγούμενων ενδομυικώς και ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών. Οι μέσες συγκεντρώσεις ιντερφερόνης στον ορό, μετά την υποδόρια και την ενδομυϊκή χορήγησή της, ήταν παρόμοιες. Η Cmax σημειώθηκε τρεις έως 12 ώρες μετά τη χορήγηση της χαμηλότερης δόσης και έξι έως οκτώ ώρες μετά τη χορήγηση της υψηλότερης δόσης. Οι χρόνοι ημιζωής της αποβολής της ιντερφερόνης, μετά από την χορήγησή της, ήταν περίπου δύο έως τρεις ώρες και έξι έως επτά ώρες αντιστοίχως. Τα επίπεδα της ιντερφερόνης στον ορό έπεφταν κάτω από τα όρια ανίχνευσης 16 και 24 ώρες αντίστοιχα μετά την ένεση του φαρμάκου. Τόσο με την υποδόρια όσο και με την ενδομυϊκή χορήγηση, η βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου υπερέβαινε το 100%. Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση, τα επίπεδα της ιντερφερόνης στον ορό έφθαναν στο μέγιστο (135 έως 273 IU/ml) κατά το πέρας της έγχυσης, στη συνέχεια μειώθηκαν με ελαφρώς ταχύτερο ρυθμό απ’ ότι μετά την υποδόρια ή ενδομυϊκή χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος και έπεφταν κάτω από τα όρια ανίχνευσης τέσσερις ώρες μετά την έγχυση. Ο χρόνος ημιζωής της αποβολής της ιντερφερόνης ήταν περίπου δύο ώρες. Τα επίπεδα της ιντερφερόνης στα ούρα ήταν κάτω από τα όρια ανίχνευσης, μετά την χορήγηση της ιντερφερόνης και με τις τρεις οδούς χορήγησης. Στις κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν υπό την εποπτεία της Schering-Plough, έγινε έλεγχος στα δείγματα ορού των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε IntronA, για την ανίχνευση παραγόντων που εξουδετερώνουν τη δράση της ιντερφερόνης. Οι παράγοντες που εξουδετερώνουν τη δράση της ιντερφερόνης είναι αντισώματα τα οποία εξουδετερώνουν την αντιιική δράση της ιντερφερόνης. Η κλινική συχνότητα ανάπτυξης εξουδετερωτικών παραγόντων στους ασθενείς που αντιμετωπίσθηκαν θεραπευτικά με συστηματική χορήγηση ήταν στους καρκινοπαθείς 2,9% και στους ασθενείς που έπασχαν από ηπατίτιδα 6,2%. Οι ανιχνεύσιμοι τίτλοι είναι χαμηλοί σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις και δεν σχετίζονται κατά κανόνα με απώλεια της θεραπευτικής ανταπόκρισης ή με οποιοδήποτε άλλο αυτοάνοσο φαινόμενο. Στους ασθενείς με ηπατίτιδα, δεν παρατηρήθηκε απώλεια της θεραπευτικής ανταπόκρισης, προφανώς λόγω των χαμηλών τίτλων.
Παιδιατρικός και εφηβικός πληθυσμός
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες πολλαπλών δόσεων από IntronA και καψάκια ριμπαβιρίνης σε παιδιά και εφήβους με χρόνια ηπατίτιδα C, ηλικίας μεταξύ 5 και 16 ετών συνοψίζονται στον Πίνακα 7. Οι φαρμακοκινητικές του IntronA και της ριμπαβιρίνης (τιτλοποιημένη δόση) είναι παρόμοιες σε ενήλικες και παιδιά ή εφήβους.
Πίνακας 7 Μέση τιμή (% CV) φαρμακοκινητικών παραμέτρων πολλαπλών δόσεων για το ΙntronΑ και ριμπαβιρίνη σε καψάκια όταν χορηγούνται σε παιδιά ή εφήβους με χρόνια ηπατίτιδα C
| Παράμετρος | IntronA 3 MIU/m2 3 φορές την εβδομάδα (n = 54) |
|---|---|
| Tmax (hr) | 5.9 (36) |
| Cmax (ng/ml) | 51 (48) |
| AUC* | 622 (48) |
| Κάθαρση l/hr/kg | Δεν ελέγχθηκε |
| *AUC12 (ng.hr/ml) για τη ριμπαβιρίνη, AUC0-24 (IU.hr/ml) για το IntronA |
Μεταφορά στο σπερματικό υγρό
Έχει μελετηθεί η μεταφορά της ριμπαβιρίνης στο σπέρμα. Η συγκέντρωση της ριμπαβιρίνης στο σπερματικό υγρό είναι περίπου δύο φορές υψηλότερη σε σύγκριση με τη συγκέντρωσή της στον ορό. Ωστόσο, έχει εκτιμηθεί η συστηματική έκθεση στη ριμπαβιρίνη μιας θήλεος συντρόφου έπειτα από σεξουαλική επαφή με ασθενή που έχει λάβει θεραπεία με ριμπαβιρίνη και παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη σε σύγκριση με τη θεραπευτική συγκέντρωση της ριμπαβιρίνης στο πλάσμα.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές:
- Αυξομοιώνει την έκφραση των πρωτεϊνών MHC I, επιτρέποντας την αυξημένη παρουσίαση πεπτιδίων που προέρχονται από ιογενή αντιγόνα.
- Αυτό ενισχύει την ενεργοποίηση των CD8+ Τ κυττάρων, που είναι οι πρόδρομοι των κυτταροτοξικών Τ λεμφοκυττάρων (CTLs) και καθιστά τον μακροφάγο καλύτερο στόχο για τη θανάτωση που διαμεσολαβείται από CTLs.
- Η ιντερφερόνη άλφα προκαλεί επίσης τη σύνθεση αρκετών βασικών αντιιικών μεσολαβητών, συμπεριλαμβανομένης της 2’-5’ ολιγοαδενυλικής συνθετάσης (2’-5’ A synthetase) και της πρωτεϊνικής κινάσης R.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης:
Η ιντερφερόνη άλφα συνδέεται με τους υποδοχείς ιντερφερόνης τύπου Ι (IFNAR1 και IFNAR2c) οι οποίοι, μετά από διμερισμό, ενεργοποιούν δύο τυροσινικές κινάσες Jak (Janus kinase) (Jak1 και Tyk2). Αυτές αλληλο-φωσφορυλιώνονται και φωσφορυλιώνουν τους υποδοχείς. Οι φωσφορυλιωμένοι υποδοχείς INFAR στη συνέχεια συνδέονται με τα Stat1 και Stat2 (μεταγραφικοί μεταφορείς και ενεργοποιητές) τα οποία διμερίζονται και ενεργοποιούν πολλαπλές (~100) ανοσοτροποποιητικές και αντιιικές πρωτεΐνες.
Η ιντερφερόνη άλφα συνδέεται λιγότερο σταθερά με τους υποδοχείς ιντερφερόνης τύπου Ι από την ιντερφερόνη βήτα.
Οι ιντερφερόνες ασκούν τις κυτταρικές τους δραστηριότητες συνδεόμενες με ειδικούς υποδοχείς στην κυτταρική μεμβράνη. Μόλις συνδεθούν με την κυτταρική μεμβράνη, οι ιντερφερόνες ξεκινούν μια σύνθετη αλληλουχία ενδοκυτταρικών γεγονότων. Μελέτες in vitro έδειξαν ότι αυτές περιλαμβάνουν την επαγωγή ορισμένων ενζύμων, την καταστολή του πολλαπλασιασμού των κυττάρων, ανοσοτροποποιητικές δραστηριότητες όπως η ενίσχυση της φαγοκυτταρικής δραστηριότητας των μακροφάγων και η αύξηση της ειδικής κυτταροτοξικότητας των λεμφοκυττάρων για τα κύτταρα-στόχους, και η αναστολή της αναπαραγωγής ιών σε ιογενώς μολυσμένα κύτταρα.
Μετά τη σύνδεση με ειδικούς κυτταρικούς υποδοχείς, οι ιντερφερόνες (INFs) ενεργοποιούν την οδό σηματοδότησης JAK_STAT και οδηγούν στην πυρηνική μετατόπιση ενός κυτταρικού συμπλέγματος πρωτεϊνών που δεσμεύεται σε γονίδια που περιέχουν ένα στοιχείο απόκρισης ειδικό για INF. Αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί στη σύνθεση πάνω από δύο δεκάδων πρωτεϊνών που συμβάλλουν στην ιογενή αντίσταση που μεσολαβείται σε διαφορετικά στάδια της ιογενούς διείσδυσης. Η αναστολή της σύνθεσης πρωτεϊνών είναι η κύρια ανασταλτική επίδραση για πολλούς ιούς.
Οι πρωτεΐνες που επάγονται από INF περιλαμβάνουν τη 2’,5’-ολιγοαδενυλική (2-5(A)) συνθετάση και μια πρωτεϊνική κινάση, καθεμία από τις οποίες μπορεί να αναστείλει τη σύνθεση πρωτεϊνών παρουσία διπλής έλικας RNA. Η 2-5(A) συνθετάση παράγει ολιγομερή αδενολυλίου που ενεργοποιούν μια λανθάνουσα κυτταρική ενδοριβονουκλεάση (RNase L) για να διασπάσει τόσο κυτταρικά όσο και ιογενή μονής έλικας RNA. Η πρωτεϊνική κινάση φωσφορυλιώνει επιλεκτικά και αδρανοποιεί μια πρωτεΐνη που εμπλέκεται στη σύνθεση πρωτεϊνών, την έναρξη του μεταφραστικού παράγοντα 2 (eIF-2) των ευκαρυωτικών. Η πρωτεϊνική κινάση που επάγεται από INF μπορεί επίσης να είναι ένας σημαντικός παράγοντας απόπτωσης.
Επιπλέον, η INF επαγεί μια φωσφοδιεστεράση που διασπά ένα τμήμα του μεταφορικού RNA (tRNA) και έτσι εμποδίζει την επιμήκυνση του πεπτιδίου.
Οι ακριβείς μηχανισμοί δράσης των ιντερφερονών δεν έχουν πλήρως διευκρινιστεί, αλλά φαίνεται να είναι σύνθετοι, και οι προκύπτουσες δραστηριότητες φαίνεται να είναι ουσιαστικά αλληλένδετες. Σε αντίθεση με τους κλασικούς αντιιικούς και κυτταροτοξικούς παράγοντες, οι αντιιικές και αντικαρκινικές ιδιότητες των ιντερφερονών φαίνεται να προκύπτουν από μια σύνθετη αλληλουχία βιολογικής διαμόρφωσης και φαρμακολογικών επιδράσεων, παρά από άμεσες ιοκτόνες ή κυτταροκτόνες επιδράσεις. Τα φάρμακα επηρεάζουν πολλές κυτταρικές λειτουργίες, προκαλώντας αποκατάσταση, αύξηση ή/και διαμόρφωση του ανοσοποιητικού συστήματος του ξενιστή· άμεσες αντι-πολλαπλασιαστικές και αντικαρκινικές δραστηριότητες· διαμόρφωση της κυτταρικής διαφοροποίησης· και διαμόρφωση της κυτταρικής μεταγραφής και μετάφρασης, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης της έκφρασης ογκογονιδίων. Μερικές ή όλες αυτές οι επιδράσεις μπορεί να είναι αλληλένδετες και τελικά υπεύθυνες για την αντιιική και αντικαρκινική δράση των ιντερφερονών. Οι ιντερφερόνες πρέπει να συνδέονται με ειδικούς υποδοχείς στην επιφάνεια των κυττάρων για να ασκήσουν βιολογικές και φαρμακολογικές επιδράσεις (π.χ., αντιιική δράση)· μια τέτοια σύνδεση φαίνεται να περιλαμβάνει θέσεις υψηλής συγγένειας. Επιπλέον, ορισμένα στοιχεία υποδηλώνουν ότι οι κύριες επιδράσεις των ιντερφερονών δεν προκύπτουν από άμεσες ενδοκυτταρικές δράσεις, αλλά μάλλον από σύμπλοκα του συνδέτη-υποδοχέα στην κυτταρική επιφάνεια που μπορούν να διαμεσολαβήσουν και να προκαλέσουν ενδοκυτταρικά γεγονότα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση:
- Η απορρόφηση είναι υψηλή (μεγαλύτερη από 80%) όταν χορηγείται ενδομυϊκά ή υποδορίως.
- Για συστηματικά αποτελέσματα, η ιντερφερόνη άλφα χορηγείται παρεντερικά, διότι το φάρμακο είναι ευαίσθητο στην αποικοδόμηση από πρωτεολυτικά ένζυμα στον ΓΕΣ.
- Η ιντερφερόνη άλφα απορροφάται καλά μετά από IM ή υποδόρια ένεση· το φαινόμενο κλάσμα της δόσης που απορροφάται μετά από IM ή υποδόρια ένεση υπερβαίνει το 80%.
- Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ιντερφερόνης άλφα στον ορό μετά από IV χορήγηση του φαρμάκου γενικά παρατηρούνται εντός 15-60 λεπτών και είναι σημαντικά υψηλότερες από αυτές που επιτυγχάνονται μετά από IM ή υποδόρια χορήγηση.
- Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις ιντερφερόνης άλφα στον ορό μετά από IM ή υποδόρια χορήγηση γενικά διατηρούνται για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους από αυτές που παράγονται από ταχεία IV ένεση ή ταχεία (π.χ., 40 λεπτά ή λιγότερο) IV έγχυση.
- Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, οι συγκεντρώσεις INTRON A στον ορό κορυφώθηκαν (135-273 IU/mL) στο τέλος της έγχυσης των 30 λεπτών, στη συνέχεια μειώθηκαν με ελαφρώς ταχύτερο ρυθμό από ό,τι μετά από ενδομυϊκή ή υποδόρια χορήγηση του φαρμάκου, καθιστάμενες μη ανιχνεύσιμες 4 ώρες μετά την έγχυση.
- Η φαρμακοκινητική του INTRON A μελετήθηκε σε 12 υγιείς άνδρες εθελοντές μετά από εφάπαξ δόσεις 5 εκατομμυρίων IU/m² που χορηγήθηκαν ενδομυϊκά, υποδορίως και ως ενδοφλέβια έγχυση 30 λεπτών σε σχέδιο διασταυρούμενης μελέτης.
- Οι μέσες συγκεντρώσεις INTRON A στον ορό μετά από ενδομυϊκές και υποδόριες ενέσεις ήταν συγκρίσιμες.
- Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό που επιτεύχθηκαν με αυτές τις οδούς ήταν περίπου 18 έως 116 IU/mL και εμφανίστηκαν 3 έως 12 ώρες μετά τη χορήγηση.
- Οι συγκεντρώσεις στον ορό ήταν μη ανιχνεύσιμες 16 ώρες μετά τις ενέσεις.
- Περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την κατανομή των ιντερφερονών στους ιστούς σε ζώα υποδηλώνουν ότι τα μείγματα φυσικών ανθρώπινων ή ζωικών ιντερφερονών κατανέμονται ευρέως και ταχέως στους ιστούς του σώματος μετά από παρεντερική χορήγηση, με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις να παρατηρούνται στον σπλήνα, τα νεφρά, το ήπαρ και τους πνεύμονες.
- Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Ιντερφερόνη Άλφα-2β (σύνολο 7), επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής:
- Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής μετά από ενδομυϊκές και υποδόριες ενέσεις ήταν περίπου 2 έως 3 ώρες.
- Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν περίπου 2 ώρες μετά από ενδοφλέβια ένεση.
- Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν περίπου 2 ώρες μετά την ενδοφλέβια χορήγηση.
- Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του INTRON A μετά από ενδομυϊκές και υποδόριες ενέσεις ήταν περίπου 2 έως 3 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH:
- Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην προφύλαξη ή θεραπεία των ΙΟΓΕΝΩΝ ΝΟΣΩΝ. Ορισμένοι από τους τρόπους που μπορούν να δράσουν περιλαμβάνουν την πρόληψη της ιογενούς αναπαραγωγής με αναστολή της ιογενούς DNA πολυμεράσης· τη σύνδεση με ειδικούς υποδοχείς στην κυτταρική επιφάνεια και την αναστολή της ιογενούς διείσδυσης ή απογύμνωσης· την αναστολή της ιογενούς σύνθεσης πρωτεϊνών· ή το μπλοκάρισμα των όψιμων σταδίων της συναρμολόγησης του ιού.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA:
43K1W2T1M6
INTERFERON ALFA-2B
Χημική Δομή [CS] - Interferon-alpha
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Interferon alpha
Χημική Δομή [CS] - Interferon-alpha
Η ιντερφερόνη άλφα-2β είναι μια ιντερφερόνη άλφα.
Ημίσεια ζωή
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH:
- Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην προφύλαξη ή θεραπεία των ΙΟΓΕΝΩΝ ΝΟΣΩΝ. Ορισμένοι από τους τρόπους που μπορούν να δράσουν περιλαμβάνουν την πρόληψη της ιογενούς αναπαραγωγής με αναστολή της ιογενούς DNA πολυμεράσης· τη σύνδεση με ειδικούς υποδοχείς στην κυτταρική επιφάνεια και την αναστολή της ιογενούς διείσδυσης ή απογύμνωσης· την αναστολή της ιογενούς σύνθεσης πρωτεϊνών· ή το μπλοκάρισμα των όψιμων σταδίων της συναρμολόγησης του ιού.