INSULIN DETEMIR
Ινσουλίνη detemir
Για τη θεραπεία του **σακχαρώδους διαβήτη τύπου 1 ή 2**. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με από του στόματος αντιδιαβητικούς παράγοντες σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που δεν επιτυγχάνουν επαρκή μεταβολικό έλεγχο μόνο με από του στόματος αντιδιαβητικούς παράγοντες.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LEVEMIR
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Υποδορίως
- Χορήγηση: Μία ή δύο φορές ημερησίως, οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά την ίδια ώρα κάθε ημέρα. Εάν δύο φορές ημερησίως, η βραδινή δόση μπορεί να χορηγηθεί είτε το βράδυ είτε κατά την κατάκλιση.
- Δόση έναρξης: 0,1-0,2 μονάδες/kg ή 10 μονάδες
- Τιτλοποίηση: Για εξατομικευμένες προσαρμογές δόσης σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 2, συστήνονται οδηγίες τιτλοποίησης βάσει μέσης SMPG προ του πρωινού γεύματος. Η δόση μπορεί να αυξηθεί κατά 2-8 μονάδες ή να μειωθεί κατά 2-4 μονάδες ανάλογα με τα επίπεδα γλυκόζης. Μια απλοποιημένη οδηγία προτείνει αύξηση κατά 3 μονάδες για SMPG > 6,1 mmol/l και μείωση κατά 3 μονάδες για SMPG < 4,4 mmol/l.
-
ΕνήλικεςΔόσηάπαξ ημερησίως, αρχικά με μία δόση 0,1-0,2 μονάδες/kg ή 10 μονάδεςΗ δόση του Levemir θα πρέπει να τιτλοποιείται με βάση τις ατομικές ανάγκες του ασθενούς. Όταν ένας αγωνιστής του υποδοχέα GLP-1 προστίθεται στο Levemir, συνιστάται η μείωση της δόσης του Levemir κατά 20% για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας. Ακολούθως, η δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται εξατομικευμένα. Οι οδηγίες τιτλοποίησης για διαβήτη τύπου 2 περιλαμβάνουν προσαρμογές δόσης βάσει μέσης SMPG προ του πρωινού γεύματος.
-
Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)Το Levemir μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς. Η παρακολούθηση της γλυκόζης θα πρέπει να εντατικοποιείται και η δόση του Levemir να ρυθμίζεται σε εξατομικευμένη βάση.
-
Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική βλάβηΗ νεφρική ή η ηπατική βλάβη μπορεί να ελαττώσει τις απαιτήσεις του ασθενούς σε ινσουλίνη. Η παρακολούθηση της γλυκόζης θα πρέπει να εντατικοποιείται και η δόση του Levemir να ρυθμίζεται σε εξατομικευμένη βάση.
-
Παιδιά και έφηβοι (≥ 1 έτους)Το Levemir μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε εφήβους και παιδιά από την ηλικία του 1 έτους (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Κατά την εναλλαγή της βασικής ινσουλίνης σε Levemir, η μείωση της δόσης της βασικής ινσουλίνης και της ινσουλίνης εφόδου πρέπει να εξετάζεται σε εξατομικευμένη βάση, έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Στα παιδιά και στους εφήβους, η παρακολούθηση της γλυκόζης θα πρέπει να εντατικοποιείται και η δόση του Levemir να ρυθμίζεται σε εξατομικευμένη βάση.
-
Παιδιά (< 1 έτους)Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Levemir σε παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ασθενείς που μεταβαίνουν από άλλες ινσουλίνεςΚατά τη μετάταξη από άλλα φαρμακευτικά προϊόντα μέσης ή μακράς δράσης ινσουλίνης ενδέχεται να είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης και της χρονικής στιγμής χορήγησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Συνιστάται στενή παρακολούθηση της γλυκόζης κατά τη διάρκεια της μετάταξης και κατά τις πρώτες εβδομάδες μετά από αυτήν (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η συγχορηγούμενη αντιδιαβητική θεραπεία ενδέχεται να χρειαστεί αναπροσαρμογή.
block
SPC-LEVEMIR
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-LEVEMIR
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ταξίδι σε διαφορετική τοπική ώραΠληθυσμόςΑσθενείςΝα ζητούν συμβουλή ιατρού προτού ταξιδέψουν
-
Υπεργλυκαιμία και διαβητική κετοξέωσηΔυνητικά θανατηφόρα (για κετοξέωση)ΠληθυσμόςΑσθενείς (ειδικά με διαβήτη τύπου 1)Να αποφεύγεται η ανεπαρκής δόση ή η διακοπή της θεραπείας
-
Υπογλυκαιμία λόγω παράλειψης γεύματος ή μη προγραμματισμένης, εντατικής φυσικής άσκησηςΠληθυσμόςΑσθενείςΝα αποφεύγεται παράλειψη γεύματος ή μη προγραμματισμένη, εντατική φυσική άσκηση
-
Υπογλυκαιμία σε παιδιάΠληθυσμόςΠαιδιά (ειδικά σε εντατικοποιημένα σχήματα ινσουλίνης)Να δίνεται προσοχή στην αντιστοίχιση των δόσεων της ινσουλίνης με την πρόσληψη τροφής και τις φυσικές δραστηριότητες για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας
-
Υπογλυκαιμία λόγω υπερβολικής δόσης ινσουλίνηςΠληθυσμόςΑσθενείςΝα μην ενίεται το Levemir σε περίπτωση υπογλυκαιμίας ή υποψίας υπογλυκαιμίας. Μετά τη σταθεροποίηση της γλυκόζης του αίματος, να εκτιμάται η προσαρμογή της δόσης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Υπερδοσολογία).
-
Μεταβολή των συνήθων προειδοποιητικών συμπτωμάτων της υπογλυκαιμίαςΠληθυσμόςΑσθενείς των οποίων ο έλεγχος των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα βελτιώνεται σημαντικά (π.χ. μέσω εντατικοποιημένης θεραπείας με ινσουλίνη) ή ασθενείς με μακροχρόνιο διαβήτηΝα ενημερώνονται οι ασθενείς σχετικά
-
Επιρροή άλλων νόσων στις ανάγκες σε ινσουλίνηΠληθυσμόςΑσθενείς με λοιμώξεις, εμπύρετες καταστάσεις, νεφρική, ηπατική, επινεφριδική, υποφυσιακή ή θυρεοειδική νόσοΜπορεί να απαιτεί αλλαγές στη δόση ινσουλίνης
-
Μεταβολή προειδοποιητικών συμπτωμάτων υπογλυκαιμίας κατά τη μετάταξη μεταξύ διαφορετικών τύπων ινσουλίνηςΠληθυσμόςΑσθενείςΝα ενημερώνονται οι ασθενείς ότι μπορεί να αλλάξουν τα πρώιμα προειδοποιητικά συμπτώματα
-
Μετάταξη σε άλλο τύπο ή όνομα προϊόντος ινσουλίνηςΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να γίνεται υπό αυστηρή ιατρική παρακολούθηση. Μπορεί να οδηγήσει στην ανάγκη αλλαγής της δόσης.
-
Αντιδράσεις στη θέση της ένεσης (πόνος, ερυθρότητα, κνίδωση, φλεγμονή, μώλωπες, οίδημα, κνησμός)Σπάνια μπορεί να απαιτήσει διακοπήΠληθυσμόςΑσθενείςΣυνεχής κυκλική εναλλαγή του σημείου ένεσης μέσα σε μία δεδομένη περιοχή μπορεί να βοηθήσει στη μείωση ή την αποτροπή. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί διακοπή χορήγησης του Levemir.
-
Σοβαρή υπολευκωματιναιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή υπολευκωματιναιμίαΣυνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση
-
Συνδυασμός του Levemir με πιογλιταζόνη και καρδιακή ανεπάρκειαΑναφορές καρδιακής ανεπάρκειαςΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη καρδιακής ανεπάρκειαςΝα λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, αύξησης βάρους και οιδήματος. Η πιογλιταζόνη θα πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστεί επιδείνωση των καρδιακών συμπτωμάτων.
-
Αποφυγή τυχαίων αναμείξεων/σφαλμάτων κατά την φαρμακευτική αγωγήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα ελέγχουν πάντοτε την επισήμανση της ινσουλίνης πριν από κάθε ένεση ώστε να αποφευχθούν τυχαίες αναμείξεις μεταξύ του Levemir και των λοιπών προϊόντων ινσουλίνης.
swap_horiz
SPC-LEVEMIR
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Από του στόματος αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΜείωση των αναγκών σε ινσουλίνη
-
Αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1προσοχήΜείωση των αναγκών σε ινσουλίνη
-
Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (αναστολείς MAO)προσοχήΜείωση των αναγκών σε ινσουλίνη
-
β-αποκλειστέςπροσοχήΜείωση των αναγκών σε ινσουλίνη / Συγκάλυψη συμπτωμάτων υπογλυκαιμίας
-
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ)προσοχήΜείωση των αναγκών σε ινσουλίνη
-
ΣαλικυλικάπροσοχήΜείωση των αναγκών σε ινσουλίνη
-
Αναβολικά στεροειδήπροσοχήΜείωση των αναγκών σε ινσουλίνη
-
ΣουλφοναμίδεςπροσοχήΜείωση των αναγκών σε ινσουλίνη
-
Από του στόματος αντισυλληπτικάπροσοχήΑύξηση των αναγκών σε ινσουλίνη
-
Θειαζιδικά διουρητικάπροσοχήΑύξηση των αναγκών σε ινσουλίνη
-
ΓλυκοκορτικοειδήπροσοχήΑύξηση των αναγκών σε ινσουλίνη
-
Θυρεοειδικές ορμόνεςπροσοχήΑύξηση των αναγκών σε ινσουλίνη
-
ΣυμπαθομιμητικάπροσοχήΑύξηση των αναγκών σε ινσουλίνη
-
Αυξητική ορμόνηπροσοχήΑύξηση των αναγκών σε ινσουλίνη
-
προσοχήΑύξηση των αναγκών σε ινσουλίνη
-
προσοχήΜπορεί είτε να αυξήσει είτε να μειώσει τις ανάγκες σε ινσουλίνη
-
ΑλκοόλπροσοχήΕνίσχυση ή μείωση της υπογλυκαιμικής δράσης της ινσουλίνης
sick
SPC-LEVEMIR
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αλλεργικές αντιδράσεις, ενδεχομένως αλλεργικές αντιδράσεις, κνίδωση και εξανθήματα
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Υπογλυκαιμία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Διαθλαστικές διαταραχές
- Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια
- Λιποδυστροφία
- Αντίδραση στο σημείο της ένεσης
- Οίδημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑντίδραση στο σημείο της ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑλλεργικές αντιδράσεις, ενδεχομένως αλλεργικές αντιδράσεις, κνίδωση και εξανθήματαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔιαβητική αμφιβληστροειδοπάθειαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔιαθλαστικές διαταραχέςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΛιποδυστροφίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣπάνιεςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
SPC-LEVEMIR
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΤο ενδεχόμενο θεραπείας με Levemir μπορεί να εξετασθεί κατά την εγκυμοσύνη, αλλά οποιοδήποτε πιθανό όφελος πρέπει να σταθμίζεται έναντι του ενδεχομένως αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητης εκβάσεως της εγκυμοσύνης.Γενικά, συνιστάται εντατικός έλεγχος των επιπέδων της γλυκόζης του αίματος και παρακολούθηση των εγκύων γυναικών με διαβήτη καθ’ όλη την διάρκεια της εγκυμοσύνης και κατά το διάστημα προγραμματισμού μίας εγκυμοσύνης. Οι ανάγκες σε ινσουλίνη συνήθως μειώνονται κατά το πρώτο τρίμηνο και αυξάνονται εν συνεχεία κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο. Μετά τον τοκετό, οι ανάγκες σε ινσουλίνη φυσιολογικά επανέρχονται ταχέως στα επίπεδα προ της εγκυμοσύνης. Σε μια ανοικτής επισήμανσης τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη κλινική μελέτη έγκυες με διαβήτη τύπου1 (n=310) έλαβαν θεραπεία σε θεραπευτικό σχήμα basal-bolus με Levemir (n=152) ή με ινσουλίνη NPH (n=158) ως βασική ινσουλίνη, και οι δύο σε συνδυασμό με NovoRapid. Ο πρωταρχικός στόχος αυτής της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η επίδραση του Levemir στη ρύθμιση της γλυκόζης του αίματος σε εγκύους με διαβήτη (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Τα ολικά ποσοστά των ανεπιθύμητων ενεργειών στις μητέρες ήταν παρόμοια για τις ομάδες θεραπείας με Levemir και ινσουλίνη NPH, ωστόσο παρατηρήθηκε αριθμητικά υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών στις μητέρες (61 (40%) έναντι 49 (31%)) και στα νεογέννητα (36 (24%) έναντι 32 (20%)) για το Levemir σε σύγκριση με την ινσουλίνη NPH. Ο αριθμός των παιδιών που γεννήθηκαν ζωντανά από μητέρες που έμειναν έγκυες μετά την τυχαιοποίηση ήταν 50 (83%) για το Levemir και 55 (89%) για την NPH. Η συχνότητα των συγγενών δυσπλασιών ήταν 4 (5%) για το Levemir και 11 (7%) για την NPH με 3 (4%) μείζονες δυσπλασίες για το Levemir και 3 (2%) για την NPH. Τα δεδομένα μετά την κυκλοφορία από 250 επιπλέον εκβάσεις εγκύων που εκτέθηκαν στο Levemir δεν καταδεικνύουν ανεπιθύμητες ενέργειες της ινσουλίνης detemir στην εγκυμοσύνη και πρόκληση δυσμορφιών ή τοξικότητα στο έμβρυο/νεογνό της ινσουλίνης detemir. Τα δεδομένα από ζώα δεν υποδεικνύουν τοξικότητα στην αναπαραγωγή (βλέπε Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΔεν είναι γνωστό αν η ινσουλίνη detemir εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν αναμένονται μεταβολικές επιπτώσεις της ινσουλίνης detemir που καταπίνεται στο θηλάζον νεγνό/βρέφος, καθώς η ινσουλίνη detemir, ως πεπτίδιο, διασπάται σε αμινοξέα στον ανθρώπινο γαστρεντερικό σωλήνα. Οι θηλάζουσες µητέρες ενδέχεται να χρειαστούν αναπροσαρμογή στη δόση της ινσουλίνης και στο διαιτολόγιό τους.
-
ΓονιμότηταΜελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν επιβλαβείς επιπτώσεις όσον αφορά τη γονιμότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LEVEMIR
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-LEVEMIR
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η μέγιστη συγκέντρωση στον ορό επιτυγχάνεται εντός 6 έως 8 ωρών μετά τη χορήγηση. Όταν χορηγείται δύο φορές ημερησίως, οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης στον ορό επιτυγχάνονται έπειτα από χορήγηση 2-3 δόσεων. Η ενδοατομική μεταβλητότητα…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Σωματικό βάρος | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | — | Συνδυασμός Levemir με πιογλιταζόνη σε ασθενείς με κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Σοβαρή υπολευκωματιναιμία |
| — | Συνδυασμός Levemir με πιογλιταζόνη σε ασθενείς με κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LEVEMIR
expand_more
Δοσολογία
Η δραστικότητα των αναλόγων ινσουλίνης, συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης detemir, εκφράζεται σε μονάδες, ενώ η δραστικότητα της ανθρώπινης ινσουλίνης εκφράζεται σε διεθνείς μονάδες. 1 μονάδα ινσουλίνης detemir αντιστοιχεί σε 1 διεθνή μονάδα ανθρώπινης ινσουλίνης.
Το Levemir μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο του ως βασική ινσουλίνη ή σε συνδυασμό με ινσουλίνη εφόδου. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με από του στόματος αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα και/ή αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1.
Γενική δοσολογία
Όταν το Levemir χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με από του στόματος χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα ή όταν προστίθεται σε αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 συνιστάται η χορήγηση του Levemir άπαξ ημερησίως, αρχικά με μία δόση 0,1-0,2 μονάδες/kg ή 10 μονάδες σε ενήλικες ασθενείς. Η δόση του Levemir θα πρέπει να τιτλοποιείται με βάση τις ατομικές ανάγκες του ασθενούς.
Όταν ένας αγωνιστής του υποδοχέα GLP-1 προστίθεται στο Levemir, συνιστάται η μείωση της δόσης του Levemir κατά 20% για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας. Ακολούθως, η δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται εξατομικευμένα.
Για εξατομικευμένες προσαρμογές δόσης, συστήνονται οι ακόλουθες οδηγίες τιτλοποίησης για τους ενήλικες:
Οδηγία τιτλοποίησης για ενήλικες με διαβήτη τύπου 2:
| Μέση SMPG προ του πρωινού γεύματος* | Προσαρμογή δόσης Levemir |
|---|---|
| > 10,0 mmol/l (180 mg/dl) | +8 μονάδες |
| 9,1-10,0 mmol/l (163-180 mg/dl) | +6 μονάδες |
| 8,1-9,0 mmol/l (145-162 mg/dl) | +4 μονάδες |
| 7,1-8,0 mmol/l (127-144 mg/dl) | +2 μονάδες |
| 6,1-7,0 mmol/l (109-126 mg/dl) | +2 μονάδες |
| 4,1-6,0 mmol/l (73-108 mg/dl) | Καμία μεταβολή στην δόση (στόχος) |
| Εάν διεξαχθεί μία μέτρηση SMPG | |
| 3,1-4,0 mmol/l (56-72 mg/dl) | -2 μονάδες |
| <3,1 mmol/l (<56 mg/dl) | -4 μονάδες |
- Αυτοπαρακολούθηση Γλυκόζης Πλάσματος
Απλοποιημένη οδηγία ατομικής τιτλοποίησης για ενήλικες με διαβήτη τύπου 2:
| Μέση SMPG προ του πρωινού γεύματος* | Προσαρμογή δόσης Levemir |
|---|---|
| > 6,1 mmol/l (> 110 mg/dl) | +3 μονάδες |
| 4,4-6,1 mmol/l (80-110 mg/dl) | Καμία μεταβολή στην δόση (στόχος) |
| < 4,4 mmol/l (< 80 mg/dl) | -3 μονάδες |
*Αυτοπαρακολούθηση Γλυκόζης Πλάσματος
Όταν το Levemir χρησιμοποιείται στο θεραπευτικό σχήμα basal bolus ως βασική ινσουλίνη, θα πρέπει να χορηγείται μία ή δύο φορές ημερησίως, ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς. Η δόση του Levemir θα πρέπει να εξατομικεύεται.
Η προσαρμογή της δόσης μπορεί να είναι απαραίτητη εάν οι ασθενείς έχουν αυξημένη σωματική δραστηριότητα, αλλάξουν τη συνηθισμένη τους δίαιτα ή κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης ασθένειας.
Όταν ρυθμίζεται η δόση έτσι ώστε να βελτιώνεται ο γλυκαιμικός έλεγχος, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για να αναγνωρίζουν τα σημεία της υπογλυκαιμίας.
Ειδικές κατηγορίες πληθυσμού
Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών) Το Levemir μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς. Στους ηλικιωμένους ασθενείς, η παρακολούθηση της γλυκόζης θα πρέπει να εντατικοποιείται και η δόση του Levemir να ρυθμίζεται σε εξατομικευμένη βάση.
Νεφρική και ηπατική βλάβη Η νεφρική ή η ηπατική βλάβη μπορεί να ελαττώσει τις απαιτήσεις του ασθενούς σε ινσουλίνη. Στους ασθενείς με νεφρική ή ηπατική βλάβη, η παρακολούθηση της γλυκόζης θα πρέπει να εντατικοποιείται και η δόση του Levemir να ρυθμίζεται σε εξατομικευμένη βάση.
Παιδιατρικός πληθυσμός Το Levemir μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε εφήβους και παιδιά από την ηλικία του 1 έτους (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Κατά την εναλλαγή της βασικής ινσουλίνης σε Levemir, η μείωση της δόσης της βασικής ινσουλίνης και της ινσουλίνης εφόδου πρέπει να εξετάζεται σε εξατομικευμένη βάση, έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Στα παιδιά και στους εφήβους, η παρακολούθηση της γλυκόζης θα πρέπει να εντατικοποιείται και η δόση του Levemir να ρυθμίζεται σε εξατομικευμένη βάση.
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Levemir σε παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Μετάταξη από άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ινσουλίνης
Κατά τη μετάταξη από άλλα φαρμακευτικά προϊόντα μέσης ή μακράς δράσης ινσουλίνης ενδέχεται να είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης και της χρονικής στιγμής χορήγησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Συνιστάται στενή παρακολούθηση της γλυκόζης κατά τη διάρκεια της μετάταξης και κατά τις πρώτες εβδομάδες μετά από αυτήν (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Η συγχορηγούμενη αντιδιαβητική θεραπεία ενδέχεται να χρειαστεί αναπροσαρμογή (η δόση και/ή η χρονική στιγμή λήψης των από του στόματος χορηγούμενων αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων ή των παράλληλα χορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων ινσουλίνης βραχείας/ταχείας δράσης).
Τρόπος χορήγησης
Το Levemir είναι ένα μακράς δράσης ανάλογο ινσουλίνης που χρησιμοποιείται ως βασική ινσουλίνη. Το Levemir χορηγείται μόνο υποδορίως. Το Levemir δεν θα πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως, αφού μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπογλυκαιμία. Ενδομυική χορήγηση θα πρέπει επίσης να αποφεύγεται.
Το Levemir δεν προορίζεται για χρήση σε αντλίες έγχυσης ινσουλίνης.
Το Levemir χορηγείται υποδορίως με ένεση στο κοιλιακό τοίχωμα, στο μηρό, στο βραχίονα, στη δελτοειδή ή στη γλουτιαία περιοχή. Τα σημεία των ενέσεων θα πρέπει πάντα να εναλλάσσονται κυκλικά εντός της ίδιας περιοχής για να μειωθεί ο κίνδυνος λιποδυστροφίας. Η διάρκεια δράσης ενδέχεται να ποικίλει ανάλογα με τη δόση, το σημείο της ένεσης, την αιματική ροή, τη θερμοκρασία και το επίπεδο σωματικής δραστηριότητας. Η ένεση μπορεί να γίνει οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά την ίδια ώρα κάθε ημέρα. Στους ασθενείς στους οποίους απαιτείται δόση δύο φορές την ημέρα για την βελτιστοποίηση του ελέγχου της γλυκόζης του αίματος, η βραδινή δόση μπορεί να χορηγηθεί είτε το βράδυ είτε κατά την κατάκλιση.
Για λεπτομερείς οδηγίες χρήσης, ανατρέξτε στο φύλλο οδηγιών χρήσης.
Levemir Penfill Χορήγηση με ένα σύστημα χορήγησης ινσουλίνης Το Levemir Penfill είναι σχεδιασμένο για χρήση με τα συστήματα χορήγησης ινσουλίνης της Novo Nordisk και τις βελόνες NovoFine ή NovoTwist. Το Levemir Penfill είναι κατάλληλο αποκλειστικά για υποδόρια ένεση με επαναχρησιμοποιούμενη συσκευή τύπου πένας. Εάν το προϊόν χορηγείται με σύριγγα, τότε είναι απαραίτητη η χρήση φιαλιδίου.
Levemir FlexPen Χορήγηση με ένα FlexPen Το Levemir FlexPen είναι μία προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας (με χρωματικό κώδικα) σχεδιασμένη για χρήση με αναλώσιμες βελόνες NovoFine ή NovoTwist με μήκος όχι μεγαλύτερο από 8 mm. Το FlexPen χορηγεί 1-60 μονάδες σε πολλαπλάσια της 1 μονάδας. Το Levemir FlexPen είναι κατάλληλο αποκλειστικά για υποδόρια ένεση. Εάν το προϊόν χορηγείται με σύριγγα, τότε είναι απαραίτητη η χρήση φιαλιδίου.
Levemir InnoLet Χορήγηση με ένα Innolet Το Levemir Innolet είναι μία προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας σχεδιασμένη για χρήση με αναλώσιμες βελόνες NovoFine ή NovoTwist με μήκος όχι μεγαλύτερο από 8 mm. Το Innolet χορηγεί 1-50 μονάδες σε πολλαπλάσια της 1 μονάδας. Το Levemir InnoLet είναι κατάλληλο αποκλειστικά για υποδόρια ένεση. Εάν το προϊόν χορηγείται με σύριγγα, τότε είναι απαραίτητη η χρήση φιαλιδίου.
Levemir FlexTouch Χορήγηση με ένα FlexTouch Το Levemir FlexTouch είναι μία προγεμισμένες συσκευή τύπου πένας (με χρωματικό κώδικα) σχεδιασμένη για χρήση με αναλώσιμες βελόνες NovoFine ή NovoTwist με μήκος όχι μεγαλύτερο από 8 mm. Το FlexTouch χορηγεί 1-80 μονάδες σε πολλαπλάσια της 1 μονάδας. Το Levemir FlexTouch είναι κατάλληλο αποκλειστικά για υποδόρια ένεση. Εάν το προϊόν χορηγείται με σύριγγα, τότε είναι απαραίτητη η χρήση φιαλιδίου.
block
Αντενδείξεις
SPC-LEVEMIR
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LEVEMIR
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ο ασθενής θα πρέπει να ζητά τη συμβουλή του ιατρού προτού ταξιδέψει σε χώρες με διαφορετική τοπική ώρα, αφού αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στην χορήγηση ινσουλίνης και στην λήψη γευμάτων σε διαφορετικές ώρες.
Υπεργλυκαιμία
Η ανεπαρκής δόση ή η διακοπή της θεραπείας, ειδικά στο διαβήτη τύπου 1, μπορεί να οδηγήσει σε υπεργλυκαιμία και διαβητική κετοξέωση. Τα πρώτα συμπτώματα της υπεργλυκαιμίας συνήθως εμφανίζονται σταδιακά, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ωρών ή ημερών. Περιλαμβάνουν δίψα, αυξημένη συχνότητα ούρησης, ναυτία, εμετό, υπνηλία, ερυθηματώδη ξηροδερμία, ξηροστομία, απώλεια όρεξης καθώς και αναπνοή με οσμή ακετόνης. Στο διαβήτη τύπου 1, τα υπεργλυκαιμικά συμβάντα που δεν αντιμετωπίζονται θεραπευτικά, οδηγούν τελικά σε διαβητική κετοξέωση, η οποία είναι δυνητικά θανατηφόρα.
Υπογλυκαιμία
Η παράλειψη κάποιου γεύματος ή η μη προγραμματισμένη, εντατική φυσική άσκηση μπορεί να οδηγήσουν σε υπογλυκαιμία.
Στα παιδιά, θα πρέπει να δίνεται προσοχή στην αντιστοίχιση των δόσεων της ινσουλίνης [ειδικά στα εντατικοποιημένα σχήματα ινσουλίνης (basal-bolus)] με την πρόσληψη τροφής και τις φυσικές δραστηριότητες έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας.
Η υπογλυκαιμία μπορεί να συμβεί εάν η δόση της ινσουλίνης είναι πολύ υψηλή σε σχέση με την ανάγκη σε ινσουλίνη. Στην περίπτωση υπογλυκαιμίας ή υποψίας υπογλυκαιμίας, το Levemir δεν πρέπει να ενίεται. Ύστερα από την σταθεροποίηση της γλυκόζης του αίματος του ασθενούς, θα πρέπει να εκτιμάται η προσαρμογή της δόσης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Υπερδοσολογία).
Οι ασθενείς των οποίων ο έλεγχος των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα βελτιώνεται σημαντικά, π.χ. μέσω εντατικοποιημένης θεραπείας με ινσουλίνη, μπορεί να εμφανίσουν μεταβολή των συνήθων προειδοποιητικών συμπτωμάτων της υπογλυκαιμίας και θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά. Τα συνήθη προειδοποιητικά συμπτώματα μπορεί να εξαφανιστούν σε ασθενείς με μακροχρόνιο διαβήτη.
Η ταυτόχρονη παρουσία άλλων νόσων, ιδίως λοιμώξεων και εμπύρετων καταστάσεων, συνήθως αυξάνει τις ανάγκες του ασθενή σε ινσουλίνη. Η ταυτόχρονη παρουσία άλλων νόσων στα νεφρά, στο ήπαρ ή στον επινεφρίδιο αδένα, την υπόφυση ή το θυρεοειδή αδένα μπορεί να απαιτεί αλλαγές στη δόση ινσουλίνης.
Όταν οι ασθενείς μετατάσσονται μεταξύ διαφορετικών τύπων φαρμακευτικών προϊόντων ινσουλίνης, μπορεί να αλλάξουν τα πρώιμα προειδοποιητικά συμπτώματα της υπογλυκαιμίας ή να γίνουν λιγότερα έντονα από εκείνα που βίωσαν με την προηγούμενη ινσουλίνη τους.
Μετάταξη από άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ινσουλίνης
Η μετάταξη ενός ασθενή σε άλλο τύπο ή όνομα προϊόντος ινσουλίνης πρέπει να γίνεται υπό αυστηρή ιατρική παρακολούθηση. Αλλαγές στην περιεκτικότητα, στο όνομα προϊόντος (παρασκευαστής), στον τύπο, στην προέλευση (ζωική ινσουλίνη, ανθρώπινη ινσουλίνη ή ανάλογο ινσουλίνης) και/ή στη μέθοδο παρασκευής (ινσουλίνη ανασυνδυασμένου DNA έναντι ινσουλίνης ζωικής προέλευσης) μπορεί να οδηγήσουν στην ανάγκη αλλαγής της δόσης. Οι ασθενείς που μετατάσσονται από άλλο τύπο ινσουλίνης σε Levemir μπορεί να χρειαστούν μία αλλαγή της δόσης που ελάμβαναν με τα συνηθισμένα τους φαρμακευτικά προϊόντα ινσουλίνης. Εάν χρειάζεται κάποια αναπροσαρμογή, αυτό μπορεί να συμβεί από την πρώτη δόση ή κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων ή μηνών.
Αντιδράσεις στη θέση της ένεσης
Όπως σε κάθε θεραπεία με ινσουλίνη, μπορεί να εμφανιστούν αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης και να περιλαμβάνουν πόνο, ερυθρότητα, κνίδωση, φλεγμονή, μώλωπες, οίδημα και κνησμό. Συνεχής κυκλική εναλλαγή του σημείου ένεσης μέσα σε μία δεδομένη περιοχή μπορεί να βοηθήσει στη μείωση ή την αποτροπή αυτών των αντιδράσεων. Οι αντιδράσεις συνήθως αποκαθίστανται μέσα σε λίγες ημέρες μέχρι λίγες εβδομάδες. Σε σπάνιες περιπτώσεις, οι αντιδράσεις στις περιοχές της ένεσης μπορεί να απαιτήσουν διακοπή χορήγησης του Levemir.
Υπολευκωματιναιμία
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή υπολευκωματιναιμία. Συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση αυτών των ασθενών.
Συνδυασμός του Levemir με πιογλιταζόνη
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις καρδιακής ανεπάρκειας, όταν η πιογλιταζόνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με ινσουλίνη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη καρδιακής ανεπάρκειας. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη χορήγηση θεραπείας πιογλιταζόνης σε συνδυασμό με Levemir. Εάν χρησιμοποιηθεί ο συνδυασμός, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, αύξησης βάρους και οιδήματος. Η πιογλιταζόνη θα πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστεί επιδείνωση των καρδιακών συμπτωμάτων.
Αποφυγή τυχαίων αναμείξεων/σφαλμάτων κατά την φαρμακευτική αγωγή
Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες για να ελέγχουν πάντοτε την επισήμανση της ινσουλίνης πριν από κάθε ένεση ώστε να αποφευχθούν τυχαίες αναμείξεις μεταξύ του Levemir και των λοιπών προϊόντων ινσουλίνης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LEVEMIR
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Είναι γνωστό ότι ένας αριθμός φαρμακευτικών προϊόντων αλληλεπιδρά με το μεταβολισμό της γλυκόζης.
Ουσίες που μπορεί να μειώσουν τις ανάγκες του ασθενούς σε ινσουλίνη:
- Από του στόματος αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα
- Αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1
- Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (αναστολείς MAO)
- Β-αποκλειστές
- Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ)
- Σαλικυλικά
- Αναβολικά στεροειδή
- Σουλφοναμίδες
Ουσίες που μπορεί να αυξήσουν τις ανάγκες του ασθενή σε ινσουλίνη:
- Από του στόματος αντισυλληπτικά
- Θειαζιδικά διουρητικά
- Γλυκοκορτικοειδή
- Θυρεοειδικές ορμόνες
- Συμπαθομιμητικά
- Αυξητική ορμόνη
- Δαναζόλη
Οι β-αποκλειστές ενδέχεται να συγκαλύψουν τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας.
Η οκτρεοτίδη/λανρεοτίδη μπορεί είτε να αυξήσει είτε να μειώσει τις ανάγκες σε ινσουλίνη.
Το αλκοόλ ενδέχεται να ενισχύσει ή να μειώσει την υπογλυκαιμική δράση της ινσουλίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LEVEMIR
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που παρατηρούνται σε ασθενείς που λαμβάνουν Levemir οφείλονται κυρίως στη φαρμακολογική δράση της ινσουλίνης. Το συνολικό ποσοστό ασθενών που αναμένεται να εμφανίσουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις υπολογίζεται στο 12%.
Η υπογλυκαιμία είναι η συχνότερα αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες, Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών).
Από τις κλινικές έρευνες, είναι γνωστό ότι η σοβαρή υπογλυκαιμία, που ορίζεται ως ανάγκη για επέμβαση τρίτων, παρουσιάζεται στο 6% περίπου των ασθενών που λαμβάνουν αγωγή με Levemir.
Οι αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης εμφανίζονται συχνότερα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Levemir από ότι με προϊόντα ανθρώπινης ινσουλίνης. Οι αντιδράσεις αυτές περιλαμβάνουν πόνο, ερυθρότητα, κνίδωση, φλεγμονή, μώλωπες, οίδημα και κνησμό στο σημείο της ένεσης. Οι περισσότερες αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης είναι ήσσονος σοβαρότητας και παροδικής φύσης, δηλαδή φυσιολογικά υποχωρούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας μέσα σε λίγες μέρες μέχρι λίγες εβδομάδες.
Κατά την έναρξη της θεραπείας με ινσουλίνη, ενδέχεται να εμφανιστούν διαθλαστικές διαταραχές και οίδημα, οι αντιδράσεις αυτές είναι συνήθως παροδικές. Η γρήγορη βελτίωση του ελέγχου των επιπέδων γλυκόζης του αίματος μπορεί να σχετίζεται με την κατάσταση που ονομάζεται οξεία επώδυνη νευροπάθεια, η οποία συνήθως είναι αναστρέψιμη. Η εντατικοποίηση της θεραπείας με ινσουλίνη με απότομη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου μπορεί να σχετίζεται με προσωρινή επιδείνωση της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας, ενώ η μακροπρόθεσμη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου μειώνει τον κίνδυνο εξέλιξης της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρονται παρακάτω βασίζονται σε δεδομένα κλινικών μελετών και ταξινομούνται σύμφωνα με τη συχνότητα MedDRA και κατά Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα (System Organ Class). Οι κατηγορίες συχνότητας καθορίζονται σύμφωνα με την παρακάτω σύμβαση:
- Πολύ συχνές: (≥1/10)
- Συχνές: (≥1/100 έως <1/10)
- Όχι συχνές: (≥1/1.000 έως <1/100)
- Σπάνιες: (≥1/10.000 έως <1/1.000)
- Πολύ σπάνιες: (<1/10.000)
- Άγνωστες: (δε μπορούν να υπολογιστούν από τα διαθέσιμα στοιχεία)
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Όχι συχνές | Αλλεργικές αντιδράσεις, ενδεχομένως αλλεργικές αντιδράσεις, κνίδωση και εξανθήματα* |
| Πολύ σπάνιες | Αναφυλακτικές αντιδράσεις* | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Πολύ συχνές | Υπογλυκαιμία* |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Σπάνιες | Περιφερική νευροπάθεια (επώδυνη νευροπάθεια) |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Όχι συχνές | Διαθλαστικές διαταραχές |
| Όχι συχνές | Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Όχι συχνές | Λιποδυστροφία* |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης |
| Όχι συχνές | Οίδημα |
- (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες), Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Αλλεργικές αντιδράσεις, δυνητικά αλλεργικές αντιδράσεις, κνίδωση και εξανθήματα Όταν το Levemir χρησιμοποιείται σε θεραπευτικό σχήμα basal-bolus αλλεργικές αντιδράσεις, δυνητικά αλλεργικές αντιδράσεις, κνίδωση και εξανθήματα είναι μη συνήθη. Παρόλα αυτά τρεις κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η συχνότητα είναι συνήθης, όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με από του στόματος αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα (παρατηρήθηκε μία συχνότητα 2,2% των αλλεργικών αντιδράσεων και των δυνητικά αλλεργικών αντιδράσεων).
Αναφυλακτικές αντιδράσεις Η εμφάνιση των γενικευμένων αντιδράσεων υπερευαισθησίας (περιλαμβανομένων γενικευμένου δερματικού εξανθήματος, κνησμού, εφίδρωσης, γαστρεντερικών ενοχλήσεων, αγγειονευρωτικού οιδήματος, δυσκολιών στην αναπνοή, αισθήματος παλμών και πτώσης της αρτηριακής πίεσης) είναι πολύ σπάνια, αλλά μπορεί να είναι δυνητικά απειλητικές για τη ζωή.
Υπογλυκαιμία Η συχνότερα αναφερόμενη ανεπιθύμητη αντίδραση είναι η υπογλυκαιμία. Μπορεί να συμβεί αν η δόση της ινσουλίνης είναι πολύ υψηλή σε σχέση με την ανάγκη για ινσουλίνη. Η σοβαρή υπογλυκαιμία μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια των αισθήσεων ή/και σπασμούς και ενδέχεται να προκαλέσει παροδική ή μόνιμη βλάβη της εγκεφαλικής λειτουργίας ή ακόμη και θάνατο. Τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας συνήθως εμφανίζονται αιφνίδια. Μπορεί να περιλαμβάνουν κρύο ιδρώτα, κρύο και ωχρό δέρμα, κόπωση, νευρικότητα ή τρόμο, αίσθημα άγχους, ασυνήθη κούραση ή αδυναμία, σύγχυση, δυσκολία στη συγκέντρωση, υπνηλία, αίσθημα μεγάλης πείνας, διαταραχές της όρασης, πονοκέφαλο, αίσθημα ναυτίας και αίσθημα παλμών.
Λιποδυστροφία Η λιποδυστροφία (συμπεριλαμβανομένης της λιποϋπερτροφίας, λιποατροφίας) ενδέχεται να παρουσιαστεί στο σημείο ένεσης. Η συνεχής εναλλαγή του σημείου ένεσης εντός της συγκεκριμένης περιοχής ένεσης μειώνει τον κίνδυνο ανάπτυξης τέτοιων αντιδράσεων.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Με βάση τις πηγές μετά την κυκλοφορία και τις κλινικές δοκιμές, η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρούνται στον παιδιατρικό πληθυσμό δεν παρουσιάζουν διαφορές με την ευρύτερη εμπειρία στο γενικό πληθυσμό διαβήτη.
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Με βάση τις πηγές μετά την κυκλοφορία και τις κλινικές δοκιμές, η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκαν σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική βλάβη δεν δείχνουν διαφορές με την ευρύτερη εμπειρία στο γενικό πληθυσμό.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LEVEMIR
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Το ενδεχόμενο θεραπείας με Levemir μπορεί να εξετασθεί κατά την εγκυμοσύνη, αλλά οποιοδήποτε πιθανό όφελος πρέπει να σταθμίζεται έναντι του ενδεχομένως αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητης εκβάσεως της εγκυμοσύνης.
Γενικά, συνιστάται εντατικός έλεγχος των επιπέδων της γλυκόζης του αίματος και παρακολούθηση των εγκύων γυναικών με διαβήτη καθ’ όλη την διάρκεια της εγκυμοσύνης και κατά το διάστημα προγραμματισμού μίας εγκυμοσύνης. Οι ανάγκες σε ινσουλίνη συνήθως μειώνονται κατά το πρώτο τρίμηνο και αυξάνονται εν συνεχεία κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο. Μετά τον τοκετό, οι ανάγκες σε ινσουλίνη φυσιολογικά επανέρχονται ταχέως στα επίπεδα προ της εγκυμοσύνης.
Σε μια ανοικτής επισήμανσης τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη κλινική μελέτη έγκυες με διαβήτη τύπου1 (n=310) έλαβαν θεραπεία σε θεραπευτικό σχήμα basal-bolus με Levemir (n=152) ή με ινσουλίνη NPH (n=158) ως βασική ινσουλίνη, και οι δύο σε συνδυασμό με NovoRapid. Ο πρωταρχικός στόχος αυτής της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η επίδραση του Levemir στη ρύθμιση της γλυκόζης του αίματος σε εγκύους με διαβήτη (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Τα ολικά ποσοστά των ανεπιθύμητων ενεργειών στις μητέρες ήταν παρόμοια για τις ομάδες θεραπείας με Levemir και ινσουλίνη NPH, ωστόσο παρατηρήθηκε αριθμητικά υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών στις μητέρες (61 (40%) έναντι 49 (31%)) και στα νεογέννητα (36 (24%) έναντι 32 (20%)) για το Levemir σε σύγκριση με την ινσουλίνη NPH. Ο αριθμός των παιδιών που γεννήθηκαν ζωντανά από μητέρες που έμειναν έγκυες μετά την τυχαιοποίηση ήταν 50 (83%) για το Levemir και 55 (89%) για την NPH. Η συχνότητα των συγγενών δυσπλασιών ήταν 4 (5%) για το Levemir και 11 (7%) για την NPH με 3 (4%) μείζονες δυσπλασίες για το Levemir και 3 (2%) για την NPH.
Τα δεδομένα μετά την κυκλοφορία από 250 επιπλέον εκβάσεις εγκύων που εκτέθηκαν στο Levemir δεν καταδεικνύουν ανεπιθύμητες ενέργειες της ινσουλίνης detemir στην εγκυμοσύνη και πρόκληση δυσμορφιών ή τοξικότητα στο έμβρυο/νεογνό της ινσουλίνης detemir.
Τα δεδομένα από ζώα δεν υποδεικνύουν τοξικότητα στην αναπαραγωγή (βλέπε Προκλινικά δεδομένα).
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό αν η ινσουλίνη detemir εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν αναμένονται μεταβολικές επιπτώσεις της ινσουλίνης detemir που καταπίνεται στο θηλάζον νεγνό/βρέφος, καθώς η ινσουλίνη detemir, ως πεπτίδιο, διασπάται σε αμινοξέα στον ανθρώπινο γαστρεντερικό σωλήνα.
Οι θηλάζουσες µητέρες ενδέχεται να χρειαστούν αναπροσαρμογή στη δόση της ινσουλίνης και στο διαιτολόγιό τους.
Γονιμότητα
Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν επιβλαβείς επιπτώσεις όσον αφορά τη γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LEVEMIR
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στο διαβήτη. Ινσουλίνες και ενέσιμα ανάλογα μακράς δράσης. Κωδικός ATC: A10AE05.
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Levemir είναι ένα διαλυτό ανάλογο ινσουλίνης μακράς δράσης με παρατεταμένη διάρκεια δράσης που χρησιμοποιείται ως βασική ινσουλίνη.
Η υπογλυκαιμική δράση του Levemir οφείλεται στη διευκόλυνση της πρόσληψης της γλυκόζης μετά τη δέσμευση της ινσουλίνης στους υποδοχείς στα μυϊκά και λιπώδη κύτταρα και στην ταυτόχρονη αναστολή της απελευθέρωσης γλυκόζης από το ήπαρ.
Το προφίλ της χρονικής δράσης του Levemir είναι στατιστικά σημαντικά λιγότερο μεταβλητό και συνεπώς περισσότερο προβλέψιμο από ό,τι εκείνο της ινσουλίνης NPH (Neutral Protamine Hagedorn), όπως φαίνεται από τους συντελεστές μεταβλητότητας (CV) στο ίδιο άτομο, για τη συνολική και για τη μέγιστη φαρμακοδυναμική δράση στον Πίνακα 1.
Πίνακας 1. Ενδοατομική μεταβλητότητα του προφίλ δράσης του Levemir και της ινσουλίνης NPH
| Φαρμακοδυναμικό τελικό σημείο | Levemir CV (%) | Ινσουλίνη NPH CV (%) |
|---|---|---|
| AUCGIR,0-24h* | 27 | 68 |
| GIRmax** | 23 | 46 |
*Περιοχή κάτω από την καμπύλη **Ρυθμός Έγχυσης Γλυκόζης τιμή p <0,001 για όλες τις συγκρίσεις με το Levemir
Η παρατεταμένη δράση του Levemir επιτυγχάνεται από την ισχυρή ένωση μεταξύ των μορίων της ινσουλίνης detemir στο σημείο της ένεσης και τη δέσμευση της λευκωματίνης μέσω της πλευρικής αλυσίδας του λιπαρού οξέος. Η ινσουλίνη detemir κατανέμεται βραδύτερα στους περιφερικούς ιστούς-στόχους σε σύγκριση με την ινσουλίνη NPH. Αυτοί οι συνδυασμένοι μηχανισμοί παράτασης παρέχουν ένα πιο αναπαραγώγιμο προφίλ απορρόφησης και δράσης της ινσουλίνης detemir σε σύγκριση με την ινσουλίνη NPH.
Η διάρκεια δράσης είναι έως 24 ώρες, ανάλογα με τη δόση, επιτρέποντας τη χορήγηση μία ή δύο φορές ημερησίως. Εάν χορηγηθεί δύο φορές ημερησίως, η σταθερή κατάσταση θα λάβει χώρα έπειτα από χορήγηση 2-3 δόσεων. Για δόσεις στο εύρος από 0,2-0,4 μονάδες/kg (U/kg), το Levemir ασκεί περισσότερο από το 50% της μέγιστης δράσης του από 3-4 ώρες και άνω έως περίπου 14 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης.
Μετά από υποδόρια χορήγηση παρατηρείται δοσοεξαρτώμενη φαρμακοδυναμική απάντηση (μέγιστη δράση, διάρκεια δράσης, συνολική επίδραση).
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Levemir παρατηρήθηκε μικρότερη διακύμανση της γλυκόζης πλάσματος νηστείας (FPG) από ημέρα σε ημέρα, σε σύγκριση με την NPH, σε κλινικές δοκιμές μεγάλης διάρκειας.
Μελέτες σε ασθενείς πάσχοντες από διαβήτη τύπου 2 οι οποίοι είχαν τεθεί υπό αγωγή με βασική ινσουλίνη σε συνδυασμό με από του στόματος χορηγούμενα αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα έδειξαν ότι ο γλυκαιμικός έλεγχος (HbA1c) με Levemir είναι συγκρίσιμος με την ινσουλίνη NPH και την ινσουλίνη glargine και συνδέεται με μικρότερη αύξηση βάρους (βλέπε τον Πίνακα 2 πιο κάτω).
Στη μελέτη σύγκρισης με την ινσουλίνη glargine, το Levemir επετράπη να χορηγείται μία ή δύο φορές ημερησίως ενώ η ινσουλίνη glargine έπρεπε να χορηγείται μία φορά την ημέρα, το 55% των ασθενών στους οποίους χορηγούνταν Levemir ολοκλήρωσαν την θεραπεία των 52 εβδομάδων με το σχήμα δύο φορές την ημέρα.
Πίνακας 2. Μεταβολή του σωματικού βάρους μετά από θεραπεία με ινσουλίνη
| Διάρκεια μελέτης | Levemir μία φορά την ημέρα | Levemir δύο φορές την ημέρα | Ινσουλίνη NPH | Ινσουλίνη glargine |
|---|---|---|---|---|
| 20 εβδομάδες | +0.7 kg | +1.6 kg | ||
| 26 εβδομάδες | +1.2 kg | +2.3 kg | ||
| 52 εβδομάδες | +3.7 kg | +4.0 kg |
Σε δοκιμές όπου διερευνήθηκε η χρήση των από του στόματος χορηγούμενων αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων, ο συνδυασμός της θεραπείας με Levemir κατέληξε σε μείωση του κινδύνου εμφάνισης ήπιας νυκτερινής υπογλυκαιμίας κατά 61-65% σε σχέση με την ινσουλίνη NPH.
Πραγματοποιήθηκε μία ανοιχτής-επισήμανσης τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που δεν πέτυχαν το στόχο με από του στόματος χορηγούμενα αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα. Η μελέτη ξεκίνησε με μία εισαγωγική περίοδο (run-in) 12 εβδομάδων με λιραγλουτίδη+μετφορμίνη, όπου το 61% έφτασε να έχει HbA1c <7%. Το 39% των ασθενών που δεν πέτυχαν το στόχο τυχαιοποιήθηκαν να τους προστεθεί Levemir μία φορά την ημέρα ή να συνεχίσουν με λιραγλουτίδη+μετφορμίνη για 52 εβδομάδες. Η προσθήκη Levemir παρείχε μία επιπλέον μείωση της HbA1c από 7.6% σε 7.1% μετά τις 52 εβδομάδες. Δεν υπήρξαν σοβαρά υπογλυκαιμικά επεισόδια. Σοβαρό υπογλυκαιμικό επεισόδιο ορίζεται αυτό στο οποίο το άτομο δεν ήταν ικανό να φροντίσει τον εαυτό του και εάν χρειάστηκε γλυκαγόνη ή ενδοφλέβια γλυκόζη. (Βλ. Πίνακα 3).
Πίνακας 3. Δεδομένα κλινικής μελέτης - Το Levemir συμπληρωματικά στη λιραγλουτίδη+μετφορμίνη
| Εβδομάδα μελέτης | Τυχαιοποιημένη Levemir + λιραγλουτίδη + μετφορμίνη (n = 160) | Τυχαιοποιημένη λιραγλουτίδη + μετφορμίνη (n = 149) | P-value |
|---|---|---|---|
| Μέση μεταβολή από την αρχική τιμή στην HbA1c (%) | |||
| 0-26 εβδομάδες | -0,51 | +0,02 | <0,0001 |
| 0-52 εβδομάδες | -0,50 | 0,01 | <0,0001 |
| Ποσοστά ασθενών που πέτυχαν στόχο HbA1c <7% (%) | |||
| 0-26 εβδομάδες | 43,1 | 16,8 | <0,0001 |
| 0-52 εβδομάδες | 51,9 | 21,5 | <0,0001 |
| Μεταβολή του σωματικού βάρους από την αρχική τιμή (kg) | |||
| 0-26 εβδομάδες | -0,16 | -0,95 | 0,0283 |
| 0-52 εβδομάδες | -0,05 | -1,02 | 0,0416 |
| Ήπια υπογλυκαιμικά επεισόδια (ανά έτη ασθενή) | |||
| 0-26 εβδομάδες | 0,286 | 0,029 | 0,0037 |
| 0-52 εβδομάδες | 0,228 | 0,034 | 0,0011 |
Μία 26 εβδομάδων, διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή διεξήχθη για να διερευνηθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της προσθήκης λιραγλουτίδης (1,8 mg) έναντι του εικονικού φαρμάκου σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που ρυθμίζονται ανεπαρκώς με βασική ινσουλίνη με ή χωρίς μετφορμίνη. Η δόση της ινσουλίνης μειώθηκε κατά 20% για ασθενείς με αρχική τιμή HbA1c ≤8.0%, έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας. Ακολούθως, οι ασθενείς είχαν τη δυνατότητα να τιτλοδοτήσουν υψηλότερα τη δόση της ινσουλίνης τους σε τιμή όχι μεγαλύτερη από τη δόση πριν από την τυχαιοποίηση. Το Levemir ήταν το βασικό προϊόν ινσουλίνης για 33% (n=147) των ασθενών (97,3% χρησιμοποιούσε μετφορμίνη). Σε αυτούς τους ασθενείς, η προσθήκη της λιραγλουτίδης οδήγησε σε μεγαλύτερη μείωση της HbA1c σε σύγκριση με την προσθήκη εικονικού φαρμάκου (στο 6,93% έναντι 8,24%), μια μεγαλύτερη μείωση στη γλυκόζη νηστείας του πλάσματος (7,20 mmol/l έναντι 8,13 σε mmol/l) και μία μεγαλύτερη μείωση του σωματικού βάρους (-3,47 kg έναντι -0,43 kg). Οι αρχικές τιμές για αυτές τις παραμέτρους ήταν παρόμοιες και στις δύο ομάδες. Τα παρατηρούμενα ποσοστά ήσσονος σημασίας υπογλυκαιμικών επεισοδίων ήταν παρόμοια και δεν παρατηρήθηκαν σοβαρά υπογλυκαιμικά επεισόδια και στις δύο ομάδες.
Σε μεγάλης διάρκειας μελέτες σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, οι οποίοι έλαβαν ινσουλινοθεραπεία σε σχήμα basal-bolus, η γλυκόζη πλάσματος νηστείας ήταν βελτιωμένη με το Levemir σε σύγκριση με την ινσουλίνη NPH. Ο γλυκαιμικός έλεγχος (HbA1c) με το Levemir ήταν συγκρίσιμος με εκείνον που επιτυγχάνεται με την ινσουλίνη NPH, με χαμηλότερο κίνδυνο νυκτερινής υπογλυκαιμίας και χωρίς σχετιζόμενη αύξηση βάρους.
Σε κλινικές μελέτες όπου χορηγείτο θεραπεία με ινσουλίνη σε θεραπευτικό σχήμα basal bolus, τα συνολικά ποσοστά υπογλυκαιμίας με το Levemir και την ινσουλίνη NPH ήταν παρόμοια. Οι αναλύσεις για τη νυκτερινή υπογλυκαιμία σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 έδειξαν ένα σημαντικά μικρότερο κίνδυνο ήπιας νυκτερινής υπογλυκαιμίας (που ήταν δυνατό να αντιμετωπιστεί από τον ίδιο τον ασθενή και επιβεβαιωμένης με τιμή γλυκόζης τριχοειδικού αίματος κάτω από 2,8 mmol/l ή 3,1 mmol/l εάν εκφράζεται ως γλυκόζη πλάσματος) σε σύγκριση με την ινσουλίνη NPH, ενώ δεν παρατηρήθηκε διαφορά στο διαβήτη τύπου 2.
Παρατηρήθηκε η ανάπτυξη αντισωμάτων με τη χρήση του Levemir. Παρόλα αυτά, αυτό δεν φαίνεται να έχει κάποια επίπτωση στον γλυκαιμικό έλεγχο.
Εγκυμοσύνη Το Levemir μελετήθηκε σε μια ανοικτής επισήμανσης τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη κλινική μελέτη, στην οποία έγκυες με διαβήτη τύπου 1 (n=310) έλαβαν θεραπεία σε θεραπευτικό σχήμα basal-bolus με Levemir (n=152) ή με ινσουλίνη NPH (n=158) ως βασική ινσουλίνη, και οι δύο σε συνδυασμό με NovoRapid (βλ. Κύηση και γαλουχία).
Το Levemir δεν ήταν κατώτερο της ινσουλίνης NPH όπως μετρήθηκε από την HbA1c στην 36η εβδομάδα της κύησης (GW) και η ελάττωση της μέσης HbA1c κατά τη διάρκεια της κύησης ήταν παρόμοια (βλ. Πίνακα 4).
Πίνακας 4. Γλυκαιμικός έλεγχος της μητέρας
| Levemir | NPH | Διαφορά/Λόγος πιθανοτήτων/Λόγος συχνοτήτων 95% ΔΕ | |
|---|---|---|---|
| Μέση HbA1c (%) στην GW 36 | 6,27 | 6,33 | Διαφορά: -0,06 [-0,21; 0,08] |
| Μέση FPG στην GW 36 (mmol/l) | 4,76 | 5,41 | Διαφορά: -0,65 [-1,19; -0,12] |
| Ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν τους στόχους της HbA1c ≤6% και στην GW 24 και στην GW 36 (%) | 41% | 32% | Λόγος πιθανοτήτων: 1,36 [0,78; 2,37] |
| Συνολικός αριθμός των επεισοδίων μείζονος υπογλυκαιμίας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (ανά έτη ασθενή) | 1,1 | 1,2 | Λόγος συχνοτήτων: 0,82 [0,39; 1,75] |
Παιδιατρικός πληθυσμός Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Levemir μελετήθηκε για χρονικό διάστημα έως και 12 μηνών, σε τρεις τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε εφήβους και παιδιά (n=1045 συνολικά). Οι δοκιμές περιελάμβαναν συνολικά 167 παιδιά ηλικίας 1-5 ετών. Οι δοκιμές έδειξαν ότι ο γλυκαιμικός έλεγχος (HbA1c) με το Levemir είναι συγκρίσιμος της NPH ινσουλίνης και της ινσουλίνης degludec όταν χορηγείται σε εντατικοποιημένη θεραπεία ινσουλίνης basal-bolus, χρησιμοποιώντας ένα περιθώριο μη-υπεροχής 0.4%. Στη δοκιμή σύγκρισης του Levemir έναντι της ινσουλίνης degludec, ο λόγος των επεισοδίων υπογλυκαιμίας με την κέτωση ήταν σημαντικά υψηλότερος για το Levemir, 1.09 και 0.68 επεισόδια ανά έτος έκθεσης ασθενούς, αντίστοιχα.
Μικρότερη αύξηση βάρους (SD score, βάρος διορθωμένο ως προς το φύλο και ηλικία) παρατηρήθηκε με το Levemir σε σχέση με την NPH ινσουλίνη.
Έγινε επέκταση της μελέτης που περιελάμβανε παιδιά ηλικίας άνω των 2 ετών για 12 επιπλέον μήνες (συνολικά δεδομένα θεραπείας 24 μηνών) προκειμένου να εκτιμηθεί ο σχηματισμός αντισωμάτων μετά από μακροχρόνια θεραπεία με Levemir. Ύστερα από μία αύξηση των αντισωμάτων ινσουλίνης κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους, τα αντισώματα ινσουλίνης μειώθηκαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους σε ένα επίπεδο ελαφρώς υψηλότερο σε σχέση με τον τίτλο τους προ της μελέτης. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι ο σχηματισμός αντισωμάτων δεν είχε αρνητική επίδραση στο γλυκαιμικό έλεγχο και στη δόση του Levemir.
Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας για τους εφήβους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 έχουν παρεκταθεί από δεδομένα για παιδιά, εφήβους και ενήλικες ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και ενήλικες ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Τα αποτελέσματα υποστηρίζουν τη χρήση του Levemir στους εφήβους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LEVEMIR
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η μέγιστη συγκέντρωση στον ορό επιτυγχάνεται εντός 6 έως 8 ωρών μετά τη χορήγηση. Όταν χορηγείται δύο φορές ημερησίως, οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης στον ορό επιτυγχάνονται έπειτα από χορήγηση 2-3 δόσεων. Η ενδοατομική μεταβλητότητα στην απορρόφηση είναι μικρότερη για το Levemir σε σύγκριση με άλλα σκευάσματα βασικής ινσουλίνης.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ινσουλίνης detemir όταν χορηγείται υποδορίως είναι περίπου 60%.
Κατανομή
Ένας εμφανής όγκος κατανομής για το Levemir (περίπου 0,1 l/kg) δηλώνει ότι ένα υψηλό κλάσμα της ινσουλίνης detemir κυκλοφορεί στο αίμα.
Τα αποτελέσματα των in vitro και in vivo μελετών δέσμευσης πρωτεϊνών δείχνουν ότι δεν υπάρχει καμία κλινικώς σχετική αλληλεπίδραση μεταξύ της ινσουλίνης detemir και των λιπαρών οξέων ή άλλων δεσμευμένων σε πρωτεΐνες φαρμακευτικών προϊόντων.
Βιομετατροπή
Η αποδόμηση της ινσουλίνης detemir είναι παρόμοια με εκείνη της ανθρώπινης ινσουλίνης: Όλοι οι μεταβολίτες που σχηματίζονται είναι ανενεργοί.
Αποβολή
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής μετά από υποδόρια χορήγηση καθορίζεται από το ρυθμό απορρόφησης από τους υποδόριους ιστούς. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται μεταξύ 5 και 7 ωρών ανάλογα με τη δόση.
Γραμμικότητα
Αναλογικότητα στις συγκεντρώσεις ορού που παράγει μία δόση (μέγιστη συγκέντρωση, βαθμός απορρόφησης) παρατηρείται μετά από υποδόρια χορήγηση στο εύρος των θεραπευτικών δόσεων.
Δεν παρατηρήθηκαν φαρμακοκινητικές ή φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στη λιραγλουτίδη και στο Levemir, όταν χορηγήθηκε μία μονή δόση Levemir 0,5 μονάδες/kg με λιραγλουτίδη 1,8 mg σε σταθερή κατάσταση σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών) Δεν υπήρχε καμία κλινικώς ουσιώδης διαφορά στη φαρμακοκινητική του Levemir μεταξύ ηλικιωμένων και νεαρών ασθενών.
Νεφρική και ηπατική βλάβη Δεν υπήρχε καμία κλινικώς ουσιώδης διαφορά στη φαρμακοκινητική του Levemir μεταξύ ασθενών με νεφρική ή ηπατική διαταραχή και υγιών ατόμων. Επειδή η φαρμακοκινητική του Levemir δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά σε αυτούς τους πληθυσμούς, συνιστάται να παρακολουθείται στενά η γλυκόζη πλάσματος σε αυτούς τους πληθυσμούς.
Γένος Δεν υπήρχε καμία κλινικώς ουσιώδης διαφορά στη φαρμακοκινητική του Levemir μεταξύ ατόμων διαφορετικού γένους.
Παιδιατρικός πληθυσμός Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Levemir διερευνήθηκαν σε νέα παιδιά (1-5 ετών), παιδιά (6-12 ετών) και εφήβους (13-17 ετών) και συγκρίθηκαν με ενήλικες με διαβήτη τύπου 1. Δεν υπήρξαν κλινικώς ουσιώδεις διαφορές στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες μεταξύ των νέων παιδιών, παιδιών, εφήβων και ενηλίκων.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
98% συνδεδεμένη με αλβουμίνη
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 0.1 L/kg
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ινσουλίνη είναι μια φυσική ορμόνη που παράγεται από τα β-κύτταρα του παγκρέατος. Σε άτομα χωρίς διαβήτη, το πάγκρεας παράγει μια συνεχή παροχή χαμηλών επιπέδων βασικής ινσουλίνης, μαζί με αιχμές ινσουλίνης μετά τα γεύματα. Η αυξημένη έκκριση ινσουλίνης μετά τα γεύματα είναι υπεύθυνη για τις μεταβολικές αλλαγές που συμβαίνουν καθώς το σώμα μεταβαίνει από μια μετα-απορροφητική σε μια απορροφητική κατάσταση. Η ινσουλίνη προάγει την κυτταρική πρόσληψη γλυκόζης, ιδιαίτερα στους μυς και τον λιπώδη ιστό, προάγει την αποθήκευση ενέργειας μέσω της γλυκογένεσης, αντιτίθεται στον καταβολισμό των αποθεμάτων ενέργειας, αυξάνει την αντιγραφή του DNA και τη σύνθεση πρωτεϊνών διεγείροντας την πρόσληψη αμινοξέων από το ήπαρ, τους μύες και τον λιπώδη ιστό, και τροποποιεί τη δραστηριότητα πολυάριθμων ενζύμων που εμπλέκονται στη σύνθεση γλυκογόνου και τη γλυκόλυση. Η ινσουλίνη προάγει επίσης την ανάπτυξη και απαιτείται για τις δράσεις της αυξητικής ορμόνης (π.χ. σύνθεση πρωτεϊνών, κυτταρική διαίρεση, σύνθεση DNA).
Η ινσουλίνη detemir είναι ένα μακράς δράσης ανάλογο ινσουλίνης με ένα επίπεδο και προβλέψιμο προφίλ δράσης. Χρησιμοποιείται για να μιμηθεί τα βασικά επίπεδα ινσουλίνης σε άτομα με διαβήτη. Η έναρξη δράσης της ινσουλίνης detemir είναι 1 έως 2 ώρες και η διάρκεια δράσης της είναι έως 24 ώρες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι έχει χαμηλότερη συγγένεια (30%) για τον υποδοχέα ινσουλίνης από την ανθρώπινη ινσουλίνη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ινσουλίνη detemir συνδέεται με τον υποδοχέα ινσουλίνης (IR), μια ετεροτετραμερική πρωτεΐνη που αποτελείται από δύο εξωκυτταρικές άλφα μονάδες και δύο διαμεμβρανικές βήτα μονάδες. Η δέσμευση της ινσουλίνης στην άλφα υπομονάδα του IR διεγείρει τη δραστηριότητα της τυροσινικής κινάσης που είναι εγγενής στη βήτα υπομονάδα του υποδοχέα. Ο συνδεδεμένος υποδοχέας αυτοφωσφορυλιώνεται και φωσφορυλιώνει πολυάριθμες ενδοκυτταρικές υποστρώσεις όπως οι πρωτεΐνες υποστρωμάτων υποδοχέα ινσουλίνης (IRS), Cbl, APS, Shc και Gab 1. Η ενεργοποίηση αυτών των πρωτεϊνών οδηγεί στην ενεργοποίηση μορίων σηματοδότησης κατάντη, συμπεριλαμβανομένης της PI3 κινάσης και της Akt. Η Akt ρυθμίζει τη δραστηριότητα του μεταφορέα γλυκόζης 4 (GLUT4) και της πρωτεϊνικής κινάσης C (PKC), οι οποίοι παίζουν κρίσιμους ρόλους στον μεταβολισμό και τον καταβολισμό.
Η μακρά διάρκεια δράσης της ινσουλίνης detemir φαίνεται να είναι αποτέλεσμα αργής συστηματικής απορρόφησης από το σημείο ένεσης και καθυστερημένης κατανομής στους ιστούς-στόχους. Η αλυσίδα μυριστικού οξέος στην ινσουλίνη detemir αυξάνει την αυτο-συσσωμάτωση και της προσδίδει υψηλή συγγένεια σύνδεσης με την αλβουμίνη του ορού. Αυτά τα χαρακτηριστικά επιβραδύνουν την κατανομή της στους ιστούς-στόχους και παρατείνουν τη διάρκεια δράσης της.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από υποδόρια ένεση LEVEMIR σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με διαβήτη, οι συγκεντρώσεις ινσουλίνης detemir στον ορό είχαν ένα σχετικά σταθερό προφίλ συγκέντρωσης/χρόνου για 24 ώρες, με τη μέγιστη συγκέντρωση στον ορό (Cmax) να επιτυγχάνεται μεταξύ 6-8 ωρών μετά τη δόση. Όταν χορηγήθηκε εφάπαξ δόση 0,5 μονάδων/kg ινσουλίνης detemir σε ενήλικες ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, η μέγιστη συγκέντρωση στον ορό (Cmax) ήταν 4.641 ± 2.299 pmol/L.
Η ινσουλίνη detemir απορροφήθηκε πιο αργά μετά από υποδόρια χορήγηση στον μηρό, όπου η AUC0-5h ήταν 30-40% χαμηλότερη και η AUC0-∞ ήταν 10% χαμηλότερη από τις αντίστοιχες AUCs με υποδόριες ενέσεις στην περιοχή του δελτοειδούς και της κοιλιάς. Η ινσουλίνη detemir έχει αργή και παρατεταμένη απορρόφηση και ένα σχετικά σταθερό προφίλ συγκέντρωσης/χρόνου για 24 ώρες χωρίς εμφανή κορυφή. Ο διάμεσος χρόνος για τη μέγιστη συγκέντρωση ινσουλίνης στον ορό ήταν 12 ώρες μετά την ένεση. Κατά μέσο όρο, οι συγκεντρώσεις ινσουλίνης στον ορό μειώθηκαν στα βασικά επίπεδα περίπου στις 24 ώρες.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ινσουλίνης detemir είναι περίπου 60%.
30% έως 80% της κυκλοφορούσας ινσουλίνης απομακρύνεται από τους νεφρούς.
Η ινσουλίνη detemir έχει φαινομενικό όγκο κατανομής περίπου 0,1 L/kg.
Η φαινομενική κάθαρση (CL/F) ήταν αρκετά σταθερή μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών ασθενών με διαβήτη τύπου 1. Εκτιμήθηκε σε 3,43 ± 1,36 L/min·kg σε ασθενείς ηλικίας 6 έως 12 ετών, 3,74 ± 0,98 L/min·kg σε ηλικίας 13 έως 17 ετών, και 3,41 ± 1,00 L/min·kg σε ενήλικες ασθενείς (18-65 ετών).
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Περισσότερο από 98% της ινσουλίνης detemir στον κύκλο του αίματος συνδέεται με την αλβουμίνη. Τα αποτελέσματα μελετών in vitro και in vivo για τη δέσμευση πρωτεϊνών καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχει κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ της ινσουλίνης detemir και των λιπαρών οξέων ή άλλων φαρμάκων που δεσμεύονται με πρωτεΐνες.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Το ήπαρ και οι νεφροί παίζουν τον κύριο ρόλο στο μεταβολισμό της ινσουλίνης. Ωστόσο, ενώ το ήπαρ μεταβολίζει κυρίως την ενδογενή ινσουλίνη, η εξωγενής ινσουλίνη μεταβολίζεται πρωτίστως λόγω των νεφρών, καθώς δεν παραδίδεται απευθείας στο πυλαίο σύστημα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Μετά από υποδόρια χορήγηση σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, η ινσουλίνη detemir έχει τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 5 έως 7 ώρες, ανάλογα με τη δόση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH
Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατηγοριοποίηση FDA
4FT78T86XV
INSULIN DETEMIR
Εννοιολογική δομή χημικού/συστατικού [Χημικό/Συστατικό] - Insulin
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Insulin Analog
Η ινσουλίνη detemir είναι ένα Insulin Analog. Η χημική κατηγοριοποίηση της ινσουλίνης detemir είναι Insulin.
INSULIN DETEMIR
Insulin [Χημικό/Συστατικό]; Insulin Analog [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ ΣΔ1 A10AE05ΣΔ τύπου 1
- Απόλυτη έλλειψη ενδογενούς ινσουλίνης — αναπλήρωση
Δοσολογία: Εξατομικευμένα · Συνεχής -
ΒΗΜΑ ΚΥΗ A10AE05ΣΔ κατά την κύηση
- ΣΔ κύησης ή προϋπάρχων ΣΔ σε εγκυμοσύνη
Δοσολογία: — · Κύηση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατηγοριοποίηση MeSH
Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.