LANREOTIDE
Λανρεοτίδη
Tα ανάλογα της γοναδορελίνης είναι ουσίες που προσομοιάζουν χημικά με τις γοναδοτροφίνες. Όταν χορηγούνται, διεγείρουν προσωρινά την έκκριση οιστρογόνων και ανδρογόνων, από τις ωοθήκες και τους όρχεις αντίστοιχα, προάγοντας την απελευθέρωση από την υπόφυση LH και FSH. Mετά από …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LANROD
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: εν τω βάθει υποδόρια ένεση
- Χορήγηση: ανά 28 ημέρες
- Δόση έναρξης: 60 έως 120 mg χορηγούμενα ανά 28 ημέρες
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή. Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή. Η δόση του LANROD μπορεί να αυξηθεί σε 120 mg το μέγιστο σε διαστήματα των 28 ημερών. Αν επιτευχθεί πλήρης έλεγχος, η δόση μπορεί να μειωθεί.
-
Ενήλικες (Μεγαλακρία)Μέγ. δόση120 mgΗ συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 60 έως 120 mg χορηγούμενα ανά 28 ημέρες. Η δόση μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή. Για ασθενείς που λάμβαναν προηγουμένως λανρεοτίδη 30 mg ανά 14 ημέρες, η αρχική δόση LANROD πρέπει να είναι 60 mg ανά 28 ημέρες. Για ασθενείς που λάμβαναν προηγουμένως λανρεοτίδη 30 mg ανά 10 ημέρες, η αρχική δόση LANROD πρέπει να είναι 90 mg ανά 28 ημέρες. Αν επιτευχθεί πλήρης έλεγχος, η δόση μπορεί να μειωθεί. Ασθενείς που ελέγχονται καλά με ανάλογο σωματοστατίνης μπορούν να λάβουν LANROD 120 mg κάθε 42-56 ημέρες.
-
Ενήλικες (Γαστροεντεροπαγκρεατικοί Νευροενδοκρινείς Όγκοι)Δόση120 mg ανά 28 ημέρεςΗ θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται για όσο διάστημα απαιτείται για τον έλεγχο του όγκου.
-
Ενήλικες (Συμπτωματική αντιμετώπιση Νευροενδοκρινικών όγκων)Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 60 έως 120 mg χορηγούμενα ανά 28 ημέρες. Η δόση πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με τον βαθμό συμπτωματικής ανακούφισης.
-
Ασθενείς με νεφρική ή/και ηπατική ανεπάρκειαΔόσηΔεν απαιτείται προσαρμογήΛόγω του ευρέος θεραπευτικού παραθύρου της λανρεοτίδης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔόσηΔεν απαιτείται προσαρμογήΛόγω του ευρέος θεραπευτικού παραθύρου της λανρεοτίδης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔόσηΔεν συνιστάταιΛόγω έλλειψης στοιχείων για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα.
block
SPC-LANROD
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη λανρεοτίδη, στη σωματοστατίνη ή σε ανάλογα πεπτίδια ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-LANROD
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Σχηματισμός χολολίθωνΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν λανρεοτίδηΕάν υπάρχει υποψία επιπλοκών της χολολιθίασης, διακόψτε τη λήψη της λανρεοτίδης και αντιμετωπίστε κατάλληλα.
-
Επίπεδα γλυκόζης στο αίμα (υπογλυκαιμία ή υπεργλυκαιμία)Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λανρεοτίδηΣε περίπτωση ύπαρξης αντιδιαβητικής αγωγής να γίνεται ανάλογη προσαρμογή της δοσολογίας της αντιδιαβητικής αγωγής.
-
Λειτουργία του θυρεοειδούςΠληθυσμόςασθενείς με μεγαλακρία που λαμβάνουν λανρεοτίδηΣυνιστώνται έλεγχοι της θυρεοειδικής λειτουργίας όταν ενδείκνυται κλινικά.
-
Καρδιακός ρυθμός / ΒραδυκαρδίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με βραδυκαρδίαΠρέπει να δίνεται προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας με λανρεοτίδη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
SPC-LANROD
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΜείωση της εντερικής απορρόφησης και της σχετικής βιοδιαθεσιμότητας της κυκλοσπορίνης.ΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης της κυκλοσπορίνης.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τη διαθεσιμότητα της βρωμοκρυπτίνης.
-
Φάρμακα που προκαλούν βραδυκαρδία (π.χ. β-αναστολείς)προσοχήΠροσθετική επίδραση στην ελαφρά μείωση του καρδιακού ρυθμού που σχετίζεται με τη λανρεοτίδη.ΣύστασηΗ προσαρμογή των δόσεων τέτοιων συγχορηγούμενων φαρμάκων μπορεί να είναι αναγκαία.
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A4 και τα οποία έχουν χαμηλό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. κινιδίνη, τερφεναδίνη)προσοχήΜείωση της μεταβολικής κάθαρσης των ουσιών αυτών λόγω καταστολής της αυξητικής ορμόνης.ΣύστασηΠρέπει να χορηγούνται με προσοχή.
sick
SPC-LANROD
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Απόστημα στο σημείο της ένεσης
- Υπογλυκαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Μείωση βάρους
- Μειωμένη όρεξη**
- Αϋπνία
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Λήθαργος**
- Φλεβοκομβική βραδυκαρδία*
- Εξάψεις*
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Διάταση κοιλίας
- Κοιλιακή δυσφορία
- Δυσπεψία
- Παγκρεατίτιδα
- Μαλακά κόπρανα*
- Στεατόρροια*
- Χολολιθίαση
- Χολοκυστίτιδα
- Χολαγγειίτιδα
- Διάταση χοληφόρων*
- Αποχρωματισμένα κόπρανα*
- Μυοσκελετικός πόνος**
- Μυαλγία**
- Αλωπεκία
- Υποτρίχωση*
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Πόνος στο σημείο ένεσης
- Μάζα στο σημείο ένεσης
- Σκλήρυνση στο σημείο ένεσης
- Οζίδιο στο σημείο ένεσης
- Κνησμός στο σημείο ένεσης
- ALAT αυξημένη*
- ASAT μη φυσιολογική*
- ALAT μη φυσιολογική*
- Χολερυθρίνη αίματος αυξημένη*
- Γλυκόζη αίματος αυξημένη*
- Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη αυξημένη*
- Μειωμένα παγκρεατικά ένζυμα**
- ASAT αυξημένη*
- Αλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη*
- Χολερυθρίνη αίματος μη φυσιολογική*
- Νάτριο αίματος μειωμένο*
- Αγγειοοίδημα
- Αναφυλαξία
- Υπερευαισθησία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΜαλακά κόπρανα*Γαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΧολολιθίασηΉπαρ
-
ΣυχνέςALAT αυξημένη*Εξετάσεις
-
ΣυχνέςALAT μη φυσιολογική*Εξετάσεις
-
ΣυχνέςASAT μη φυσιολογική*Εξετάσεις
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑποχρωματισμένα κόπρανα*Ηπατικές και χολικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΓλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη αυξημένη*Εξετάσεις
-
ΣυχνέςΓλυκόζη αίματος αυξημένη*Εξετάσεις
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάταση χοληφόρων*Ηπατικές και χολικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάψεις*Αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμός στο σημείο ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛήθαργος**Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜάζα στο σημείο ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΜείωση βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜειωμένα παγκρεατικά ένζυμα**Εξετάσεις
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξη**Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜυαλγία**Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνος**Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟζίδιο στο σημείο ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΠόνος στο σημείο ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΣκλήρυνση στο σημείο ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΣτεατόρροια*Γαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποτρίχωση*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΦλεβοκομβική βραδυκαρδία*Καρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΧολερυθρίνη αίματος αυξημένη*Εξετάσεις
-
Μη συχνέςASAT αυξημένη*Εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό
-
Μη συχνέςΑλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη*Εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη συχνέςΑπόστημα στο σημείο της ένεσηςΛοιμώξεις
-
Μη συχνέςΝάτριο αίματος μειωμένο*Εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΧολαγγειίτιδαΉπαρ
-
Μη συχνέςΧολερυθρίνη αίματος μη φυσιολογική*Εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
pregnant_woman
SPC-LANROD
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηπρέπει να χορηγείται σε εγκύους μόνο εφ’ όσον είναι απολύτως απαραίτητοΜελέτες σε ζώα κατά τη διάρκεια της οργανογένεσης δεν έδειξαν τερατογόνες επιδράσεις σχετιζόμενες με τη λανρεοτίδη. Στοιχεία από περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών οι οποίες εκτέθηκαν σε λανρεοτίδη δεν δείχνουν ανεπιθύμητες επιδράσεις της λανρεοτίδης στην κύηση ή στην υγεία του εμβρύου / νεογέννητου. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν διαθέσιμα άλλα σχετικά επιδημιολογικά δεδομένα.
-
Θηλασμόςπρέπει να χορηγείται με προσοχή κατά τη διάρκεια της γαλουχίαςΔεν είναι γνωστό εάν αυτό το φάρμακο εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Καθώς πολλά φάρμακα απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΜειωμένη γονιμότητα παρατηρήθηκε σε θήλεις αρουραίους λόγω της αναστολής της έκκρισης GH με δόσεις οι οποίες ήταν αρκετά μεγαλύτερες από αυτές που χορηγούνται σε ανθρώπους ως θεραπευτικές δόσεις.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LANROD
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-LANROD
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Κατά την έναρξη της θεραπείας ή όταν αλλάζει η δόση | — |
| Θυρεοειδική λειτουργία | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | όταν ενδείκνυται κλινικά | Μεγαλακρία |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Παρακολούθηση χολολίθων | more_horizΆλλο / λοιπά | περιοδικά | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LANROD
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Μεγαλακρία
Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 60 έως 120 mg χορηγούμενα ανά 28 ημέρες. Η δόση μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή (όπως κρίνεται με βάση τη συμπτωματολογία ή/και τη βιοχημική επίδραση) ή τυχόν εμπειρία του ασθενή με ανάλογα σωματοστατίνης. Για παράδειγμα, σε ασθενείς οι οποίοι ελάμβαναν προηγουμένως θεραπεία με λανρεοτίδη 30 mg ανά 14 ημέρες, η αρχική δόση LANROD πρέπει να είναι 60 mg χορηγούμενα ανά 28 ημέρες και σε ασθενείς οι οποίοι προηγουμένως ελάμβαναν θεραπεία με λανρεοτίδη 30 mg ανά 10 ημέρες, η αρχική δόση LANROD πρέπει να είναι 90 mg χορηγούμενα ανά 28 ημέρες. Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή (όπως αξιολογείται από τη μείωση των συμπτωμάτων ή/και τη μείωση των επιπέδων της GH και/ή του IGF-1). Για ασθενείς των οποίων τα κλινικά συμπτώματα και οι βιοχημικές παράμετροι δεν ελέγχονται επαρκώς, η δόση του LANROD μπορεί να αυξηθεί σε 120 mg το μέγιστο σε διαστήματα των 28 ημερών. Αν επιτευχθεί πλήρης έλεγχος (μείωση των επιπέδων της GH κάτω από 1 ng/ml, ομαλοποιημένα επίπεδα IGF-1 ή/και εξάλειψη των συμπτωμάτων), η δόση μπορεί να μειωθεί. Οι ασθενείς που ελέγχονται καλά με ανάλογο σωματοστατίνης μπορούν εναλλακτικά να λάβουν θεραπεία με LANROD 120 mg κάθε 42-56 ημέρες (6 έως 8 εβδομάδες). Θα πρέπει να παρακολουθούνται μακροχρόνια τα συμπτώματα και τα επίπεδα GH και IGF-1 σε όλους τους ασθενείς σε τακτικά βάση.
Θεραπεία βαθμού 1 και ενός υποσυνόλου του βαθμού 2 (δείκτης Ki67 έως 10%) γαστροεντεροπαγκρεατικών νευροενδοκρινών όγκων του μέσου εντέρου, παγκρεατικής ή αγνώστου προέλευσης όταν έχουν αποκλειστεί θέσεις προέλευσης του οπισθίου εντέρου, σε ενήλικους ασθενείς με μη εγχειρήσιμη, τοπικά προχωρημένη ή μεταστατική νόσο.
Η συνιστώμενη δόση είναι μία ένεση LANROD 120 mg χορηγούμενη ανά 28 ημέρες. Η θεραπεία με LANROD θα πρέπει να συνεχίζεται για όσο διάστημα απαιτείται για τον έλεγχο του όγκου.
Αντιμετώπιση συμπτωμάτων που σχετίζονται με νευροενδοκρινικούς όγκους
Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 60 έως 120 mg χορηγούμενα ανά 28 ημέρες. Η δόση πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με τον βαθμό συμπτωματικής ανακούφισης που επιτυγχάνεται.
Νεφρική ή/και ηπατική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με ανεπάρκεια νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας, δεν απαιτείται καμία προσαρμογή δόσης λόγω του ευρέος θεραπευτικού παραθύρου της λανρεοτίδης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Σε ηλικιωμένους ασθενείς, δεν είναι απαραίτητη προσαρμογή της δόσης, λόγω του ευρέος θεραπευτικού παραθύρου της λανρεοτίδης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το LANROD δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους λόγω της έλλειψης στοιχείων για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα.
Τρόπος χορήγησης
Το LANROD χορηγείται με εν τω βάθει υποδόρια ένεση στο άνω έξω τεταρτημόριο του γλουτού ή στο άνω έξω μέρος του μηρού. Για ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν σταθερή δόση LANROD, το προϊόν μπορεί να χορηγηθεί, μετά από κατάλληλη εκπαίδευση, είτε από τον ίδιο τον ασθενή είτε από κάποιο εκπαιδευμένο άτομο. Σε περίπτωση αυτοχορήγησης, η ένεση πρέπει να γίνεται στο άνω έξω μέρος του μηρού. Η απόφαση για χορήγηση είτε από τον ίδιο τον ασθενή είτε από κάποιο εκπαιδευμένο άτομο πρέπει να λαμβάνεται από έναν επαγγελματία υγείας. Ανεξάρτητα από το σημείο της ένεσης, το δέρμα δεν πρέπει να διπλώνεται και η βελόνα πρέπει να εισέρχεται γρήγορα σε όλο το μήκος της, κάθετα στο δέρμα. Τα σημεία της ένεσης πρέπει να εναλλάσσονται μεταξύ της αριστερής και της δεξιάς πλευράς του σώματος.
block
Αντενδείξεις
SPC-LANROD
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη λανρεοτίδη, στη σωματοστατίνη ή σε ανάλογα πεπτίδια ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LANROD
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η λανρεοτίδη μπορεί να μειώσει την κινητικότητα της χοληδόχου κύστης και να οδηγήσει σε σχηματισμό χολολίθων. Για το λόγο αυτό οι ασθενείς μπορεί να χρειάζεται να παρακολουθούνται περιοδικά. Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου υπήρξαν αναφορές χολόλιθων που οδήγησαν σε επιπλοκές, συμπεριλαμβανομένων της χολοκυστίτιδας, της χολαγγειίτιδας και της παγκρεατίτιδας, που χρειάστηκαν χολοκυστεκτομή σε ασθενείς που λάμβαναν λανρεοτίδη. Εάν υπάρχει υποψία επιπλοκών της χολολιθίασης, διακόψτε τη λήψη της λανρεοτίδης και αντιμετωπίστε κατάλληλα.
Φαρμακολογικές μελέτες σε ζώα και ανθρώπους δείχνουν ότι η λανρεοτίδη, όπως η σωματοστατίνη και άλλα ανάλογα σωματοστατίνης, αναστέλλει την έκκριση ινσουλίνης και γλυκαγόνης. Επομένως, ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με λανρεοτίδη μπορεί να εμφανίσουν υπογλυκαιμία ή υπεργλυκαιμία. Κατά την έναρξη της θεραπείας με λανρεοτίδη ή όταν αλλάζει η δόση, θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα και σε περίπτωση ύπαρξης αντιδιαβητικής αγωγής να γίνεται ανάλογη προσαρμογή της δοσολογίας της.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λανρεοτίδη σε ασθενείς με μεγαλακρία, έχει παρατηρηθεί ελαφρά μείωση στη λειτουργία του θυρεοειδούς, όμως ο κλινικός υποθυρεοειδισμός είναι σπάνιος (<1%). Συνιστώνται έλεγχοι της θυρεοειδικής λειτουργίας όταν ενδείκνυται κλινικά.
Σε ασθενείς χωρίς υποκείμενα καρδιακά προβλήματα, η λανρεοτίδη μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του καρδιακού ρυθμού, χωρίς απαραιτήτως να επιτευχθούν επίπεδα βραδυκαρδίας. Σε ασθενείς με καρδιακές διαταραχές πριν την έναρξη θεραπείας με λανρεοτίδη, μπορεί να προκληθεί φλεβοκομβική βραδυκαρδία. Πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας με λανρεοτίδη σε ασθενείς με βραδυκαρδία (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LANROD
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LANROD
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες από ασθενείς με μεγαλακρία και όγκους GEP-NET στους οποίους χορηγήθηκε θεραπεία με λανρεοτίδη, κατατάσσονται στα αντίστοιχα οργανικά συστήματα με βάση τη συχνότητα ως εξής:
- Πολύ συχνές (≥1/10)
- Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
- Μη συχνές (≥1/1000 έως <1/100)
- Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Οι συχνότερα αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, μετά τη θεραπεία με λανρεοτίδη είναι γαστρεντερικές διαταραχές (συχνότερα αναφερόμενες είναι η διάρροια και το κοιλιακό άλγος, συνήθως ήπιας ή μέτριας έντασης και παροδικές), χολολιθίαση (συχνά ασυμπτωματική) και τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (πόνος, οζίδια και σκληρύνσεις). Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι παρόμοιο για όλες τις ενδείξεις.
Πίνακας Ανεπιθύμητων Ενεργειών
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές (≥1/10) | Συχνές (≥1/100 έως <1/10) | Μη συχνές (≥1/1,000 έως <1/100) | Μη γνωστές (Μετά την κυκλοφορία) |
|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και μολύνσεις | Απόστημα στο σημείο της ένεσης | |||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπογλυκαιμία, μειωμένη όρεξη**, υπεργλυκαιμία, σακχαρώδης διαβήτης | |||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Αϋπνία* | |||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη, κεφαλαλγία, λήθαργος** | |||
| Καρδιακές διαταραχές | Φλεβοκομβική βραδυκαρδία* | |||
| Αγγειακές διαταραχές | Εξάψεις* | |||
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Διάρροια, μαλακά κόπρανα*, κοιλιακό άλγος | Ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός, διάταση κοιλίας, κοιλιακή δυσφορία, δυσπεψία, στεατόρροια* | Παγκρεατίτιδα | |
| Ηπατικές και χολικές διαταραχές | Χολολιθίαση | Διάταση χοληφόρων*, αποχρωματισμένα κόπρανα* | Χολοκυστίτιδα, χολαγγειίτιδα | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυοσκελετικός πόνος**, μυαλγία** | |||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αλωπεκία, υποτρίχωση* | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Εξασθένηση, κόπωση, αντίδραση στο σημείο της ένεσης (πόνος, μάζα, σκλήρυνση, οζίδιο, κνησμός) | |||
| Εξετάσεις | ALAT αυξημένη*, ASAT μη φυσιολογική*, ALAT μη φυσιολογική*, χολερυθρίνη αίματος αυξημένη*, γλυκόζη αίματος αυξημένη*, γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη αυξημένη*, μείωση βάρους, μειωμένα παγκρεατικά ένζυμα** | ASAT αυξημένη*, αλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη*, χολερυθρίνη αίματος μη φυσιολογική*, νάτριο αίματος μειωμένο* | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αλλεργικές αντιδράσεις (περιλαμβάνονται αγγειοοίδημα, αναφυλαξία, υπερευαισθησία) |
*με βάση ένα σύνολο μελετών που διεξήχθησαν σε ασθενείς με ακρομεγαλία **με βάση ένα σύνολο μελετών που διεξήχθησαν σε ασθενείς με όγκους GEP-NET
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων 284 15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LANROD
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Μελέτες σε ζώα κατά τη διάρκεια της οργανογένεσης δεν έδειξαν τερατογόνες επιδράσεις σχετιζόμενες με τη λανρεοτίδη. Στοιχεία από περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών οι οποίες εκτέθηκαν σε λανρεοτίδη δεν δείχνουν ανεπιθύμητες επιδράσεις της λανρεοτίδης στην κύηση ή στην υγεία του εμβρύου / νεογέννητου. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν διαθέσιμα άλλα σχετικά επιδημιολογικά δεδομένα. Καθώς οι μελέτες σε ζώα δεν είναι πάντα προγνωστικές της απόκρισης σε ανθρώπους, η λανρεοτίδη πρέπει να χορηγείται σε εγκύους μόνο εφ’ όσον είναι απολύτως απαραίτητο.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν αυτό το φάρμακο εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Καθώς πολλά φάρμακα απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, η λανρεοτίδη πρέπει να χορηγείται με προσοχή κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
Γονιμότητα
Μειωμένη γονιμότητα παρατηρήθηκε σε θήλεις αρουραίους λόγω της αναστολής της έκκρισης GH με δόσεις οι οποίες ήταν αρκετά μεγαλύτερες από αυτές που χορηγούνται σε ανθρώπους ως θεραπευτικές δόσεις.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LANROD
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Ορμόνες υπόφυσης και υποθαλάμου και ανάλογες ουσίες, σωματοστατίνη και ανάλογες ουσίες, κωδικός ATC: H01C B03
Μηχανισμός δράσης
Η λανρεοτίδη είναι ένα οκταπεπτιδικό ανάλογο της φυσικής σωματοστατίνης. Όπως η σωματοστατίνη, η λανρεοτίδη είναι αναστολέας πολλών ενδοκρινικών, νευροενδοκρινικών, εξωκρινικών και παρακρινικών μηχανισμών. Η λανρεοτίδη έχει υψηλή συγγένεια για τους ανθρώπινους υποδοχείς σωματοστατίνης (SSTR) 2 και 5 και μειωμένη συγγένεια πρόσδεσης ως προς τους ανθρώπινους υποδοχείς SSTR 1, 3 και 4. Ο πρωτεύων μηχανισμός που θεωρείται υπεύθυνος για την αναστολή της GH θεωρείται ότι είναι η δραστικότητα στους ανθρώπινους υποδοχείς SSTR 2 και 5. Η λανρεοτίδη είναι πιο δραστική από τη φυσική σωματοστατίνη και εμφανίζει μακρύτερη διάρκεια δράσης.
Η λανρεοτίδη, όπως η σωματοστατίνη, εμφανίζει μια γενική εξωκρινή αντι-εκκριτική δράση. Αναστέλλει τη βασική έκκριση μοτιλίνης, γαστρικού ανασταλτικού πεπτιδίου και παγκρεατικού πολυπεπτιδίου, όμως δεν έχει σημαντική επίδραση στην έκκριση σεκρετίνης σε κατάσταση νηστείας ή γαστρίνης. Επιπρόσθετα, μειώνει τα επίπεδα χρωμογρανίνης Α στο πλάσμα και 5-ΗΙΑΑ (5-υδροξυ ινδολοξεικό οξύ) στα ούρα στους ασθενείς με όγκους GEP-NET και αυξημένα επίπεδα αυτών των καρκινικών δεικτών. Η λανρεοτίδη αναστέλλει σημαντικά τις μεταγευματικές αυξήσεις της ροής του αίματος της άνω μεσεντέριας αρτηρίας, καθώς και τη ροή αίματος της πυλαίας φλέβας. Η λανρεοτίδη μειώνει σημαντικά τη νηστιδική έκκριση ύδατος, νατρίου, καλίου και χλωρίου που διεγείρεται από την προσταγλανδίνη Ε1. Η λανρεοτίδη μειώνει τα επίπεδα προλακτίνης σε ασθενείς με μεγαλακρία οι οποίοι λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία.
Σε μια ανοικτή μελέτη, χορηγήθηκε λανρεοτίδη 120mg ανά 28 ημέρες για 48 εβδομάδες σε 90 ασθενείς με μεγαλακρία οποίοι δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία και είχαν διαγνωσθεί με μακροαδένωμα της υπόφυσης. Οι ασθενείς οι οποίοι αναμενόταν να χρειαστούν χειρουργική επέμβαση υπόφυσης ή ακτινοθεραπεία κατά την διάρκεια της περιόδου της μελέτης αποκλείστηκαν. Παρατηρήθηκε μείωση στο μέγεθος του όγκου ≥ 20% στο 63% των ασθενών (95% CI: 52%-73%). Την εβδομάδα 48, η μέση ποσοστιαία μείωση του μεγέθους του όγκου ήταν 26,8%, τα επίπεδα GH ήταν κάτω από 2,5 μg / L στο 77,8% των ασθενών και τα επίπεδα του IGF-1 ομαλοποιήθηκαν στο 50%. Ομαλοποιημένα επίπεδα IGF-1 σε συνδυασμό με επίπεδα GH κάτω από 2,5 μg / L παρατηρήθηκαν στο 43,5% των ασθενών. Οι περισσότεροι ασθενείς ανέφεραν σαφή ανακούφιση από συμπτώματα της μεγαλακρίας όπως κόπωση, υπερβολική εφίδρωση, αρθραλγία και οίδημα των μαλακών ιστών. Από την εβδομάδα 12 και μετά παρατηρήθηκε τόσο πρώιμη όσο και διατηρούμενη μείωση του μεγέθους του όγκου, καθώς και των επιπέδων GH και IGF-1.
Μια φάσης III, καθορισμένης διάρκειας, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική δοκιμή 96 εβδομάδων της λανρεοτίδης διεξήχθη σε ασθενείς με γαστροεντεροπαγκρεατικούς νευροενδοκρινείς όγκους για την αξιολόγηση της αντιπολλαπλασιαστικής επίδρασης της λανρεοτίδης. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 1:1 για να λάβουν λανρεοτίδη 120 mg ανά 28 ημέρες (n=101) ή εικονικό φάρμακο (n=103). Η τυχαιοποίηση ήταν στρωματοποιημένη ως προς την προγενέστερη θεραπεία κατά την εισαγωγή και την παρουσία/απουσία εξέλιξης της νόσου κατά την αξιολόγηση αναφοράς, όπως αξιολογήθηκε σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST 1.0 (Κριτήρια Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης σε Συμπαγείς Όγκουs) κατά τη διάρκεια μιας φάσης διαλογής 3 έως 6 μηνών. Οι ασθενείς είχαν μεταστατική ή/και τοπικά προχωρημένη μη εγχειρήσιμη νόσο με ιστολογικά επιβεβαιωμένους καλά ή μετρίως καλά διαφοροποιημένους όγκους πρωτογενώς εντοπισμένους στο πάγκρεας (44,6% των ασθενών), το μέσο έντερο (35,8%), το οπίσθιο έντερο (6,9%) ή άλλης/άγνωστης πρωτοπαθούς εντόπισης (12,7%). Το 69% των ασθενών με όγκους GEP-NET είχαν όγκο βαθμού 1 (G1), καθορισμένου είτε με δείκτη πολλαπλασιασμού Ki67 ≤ 2% (50,5% του συνολικού πληθυσμού ασθενών) είτε με μιτωτικό δείκτη < 2 μιτώσεις/10 HPF (18,5% του συνολικού πληθυσμού ασθενών) και το 30% των ασθενών με όγκους GEP-NET είχαν όγκους στην κατώτερη περιοχή του βαθμού 2 (G2) (που ορίζονταν με δείκτη Ki67 > 2% - ≤ 10%). Ο βαθμός δεν ήταν διαθέσιμος για το 1% των ασθενών. Από τη μελέτη αποκλείστηκαν ασθενείς με όγκους GEP-NET βαθμού 2 με υψηλότερο κυτταρικό δείκτη πολλαπλασιασμού (Ki 67 >10% - ≤ 20%) και νευροενδοκρινή καρκινώματα GEP βαθμού 3 (δείκτης Ki 67 > 20%). Συνολικά, το 52,5% των ασθενών είχε ηπατικό φορτίο όγκου ≤10%, το 14,5% είχε ηπατικό φορτίο όγκου > 10 και ≤25% ενώ το 33% είχε ηπατικό φορτίο όγκου >25%. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS), η οποία μετρήθηκε ως ο χρόνος μέχρι την εξέλιξη της νόσου βάσει των κριτηρίων RECIST 1.0 ή μέχρι τον θάνατο εντός 96 εβδομάδων μετά τη χορήγηση της πρώτης θεραπείας. Η ανάλυση της PFS πραγματοποιήθηκε με ανεξάρτητη ακτινολογική αξιολόγηση της εξέλιξης της νόσου μέσω κεντρικής ανασκόπησης.
Πίνακας 1: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας της μελέτης φάσης III
| Διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (εβδομάδες) | Αναλογία κινδύνου (95% CI) | Μείωση του κινδύνου εξέλιξης της νόσου ή θανάτου | |
|---|---|---|---|
| lanreotide (n=101) | δεν επιτεύχθηκε | 0,470 (0,304, 0,729) | 53% |
| Εικονικό φάρμακο (n=103) | 72.00 εβδομάδες (95% CI: 48,57, 96,00) |
Εικόνα 1: Καμπύλες Kaplan-Meier της επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS)
Πιθανότητα επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου (%)
96 εβδομάδες Λανρεοτίδη (n = 101) Διάμεση τιμή = δεν επιτεύχθηκε Εικονικό φάρμακο (n = 103) Διάμεση τιμή = 72 εβδομάδες Αναλογία κινδύνου = 0,47 95% CI (0,30-0,73) p=0,0002 Αριθμός συμμετεχόντων ακόμα σε κίνδυνο Χρόνος (εβδομάδες)
Η ωφέλιμη επίδραση της λανρεοτίδης στη μείωση του κινδύνου εξέλιξης της νόσου ή του θανάτου ήταν σταθερή ανεξάρτητα από τον εντοπισμό του πρωτογενούς όγκου, το ηπατικό φορτίο όγκου, προγενέστερη χημειοθεραπεία, το Ki67 κατά την αξιολόγηση αναφοράς, τον βαθμό όγκου ή άλλα προκαθορισμένα χαρακτηριστικά, όπως φαίνεται στην Εικόνα 2. τιμή p 0,0002 Ένα κλινικά σχετιζόμενο όφελος της θεραπείας με λανρεοτίδη παρατηρήθηκε σε ασθενείς με όγκους παγκρεατικής, μεσεντερικής ή άλλης/ μη γνωστής προέλευσης, όπως στον συνολικό πληθυσμό της μελέτης. Ο περιορισμένος αριθμός ασθενών με όγκους οπίσθιου εντέρου (14/2014) συνετέλεσε στη δυσκολία ερμηνείας των αποτελεσμάτων σε αυτή την υποομάδα. Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν υπέδειξαν όφελος της λανρεοτίδης σε αυτούς τους ασθενείς.
Εικόνα 2 - Αποτελέσματα της ανάλυσης των συμμεταβλητών των αναλογικών κινδύνων Cox της PFS
- Ηλικία
- Χρωμογρανίνη Α αναφοράς
- Ki67 αναφοράς
- Δείκτης μάζας σώματος
- Βαθμός όγκου
- Ηπατικό φορτίο όγκου
- Εντοπισμός του πρωτογενούς όγκου
- Προγενέστερη χημειοθεραπεία
- Προγενέστερη χειρουργική επέμβαση για τον πρωτογενή όγκο
- Φυλή
- Φύλο
- Χρόνος από τη διάγνωση
Ευνοεί τη λανρεοτίδη 120 mg Ευνοεί το εικονικό Αναλογία κινδύνου (95%CI) Σημείωση: Όλες οι ΑΚ είναι ο σχετικός κίνδυνος για τη λανρεοτίδη Autogel έναντι του εικονικού φαρμάκου. Τα αποτελέσματα για τις συμμεταβλητές εξάγονται από χωριστά μοντέλα αναλογικού κινδύνου Cox με όρους για τη θεραπεία, την εξέλιξη κατά την αξιολόγηση αναφοράς, την προγενέστερη θεραπεία κατά την εισαγωγή και τον όρο που επισημαίνεται στον κάθετο άξονα.
Στο 45,6% (47/103) των ασθενών έγινε μεταπήδηση από το εικονικό φάρμακο στη λανρεοτίδη ανοικτής επισήμανσης στη μελέτη επέκτασης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής αποτελεσμάτων μελετών με το φαρμακευτικό προϊόν αναφοράς που περιέχει λανρεοτίδη σε όλες τις υποομάδες του παιδιατρικού πληθυσμού όσον αφορά τη μεγαλακρία και τον υποφυσιακό γιγαντισμό (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση). Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει κατατάξει τους γαστροεντεροπαγκρεατικούς νευροενδοκρινείς όγκουs (εξαιρώντας το νευροβλάστωμα, το νευρογαγγλιοβλάστωμα και το φαιοχρωμοκύττωμα) στον κατάλογο των τάξεων προς απαλλαγή.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LANROD
expand_more
Φαρμακοκινητική
Οι εγγενείς φαρμακοκινητικές παράμετροι της λανρεοτίδης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε υγιείς εθελοντές έδειξαν περιορισμένη εξωαγγειακή κατανομή, με όγκο κατανομής σταθερής κατάστασης 16,1 L. Η ολική κάθαρση ήταν 23,7 L/h, ο τελικός χρόνος ημιζωής ήταν 1,14 h και ο μέσος χρόνος παραμονής ήταν 0,68 h. Σε μελέτες αξιολόγησης της απέκκρισης, λιγότερο από 5% της λανρεοτίδης απεκκρίθηκε στα ούρα και λιγότερο από 0,5% ανακτήθηκε αμετάβλητο στα κόπρανα, το οποίο υποδεικνύει κάποιο βαθμό χολικής απέκκρισης. Μετά από εν τω βάθει υποδόρια χορήγηση λανρεοτίδης 60, 90 και 120 mg σε υγιείς εθελοντές, οι συγκεντρώσεις της λανρεοτίδης αυξάνονται ώστε να επιτευχθούν μέγιστες συγκεντρώσεις ορού 4,25, 8,39 και 6,79 ng/mL, αντίστοιχα. Αυτές οι τιμές Cmax επιτυγχάνονται κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας μετά τη χορήγηση σε 8, 12 και 7 ώρες (διάμεσες τιμές). Μετά τα κορυφαία επίπεδα της λανρεοτίδης στον ορό, οι συγκεντρώσεις του μειώνονται αργά ακολουθώντας κινητική πρώτης τάξης, με τελικό χρόνο ημιζωής στις 23,3, 27,4 και 30,1 ημέρες, αντίστοιχα. Τέσσερις εβδομάδες μετά τη χορήγηση, τα μέσα επίπεδα της λανρεοτίδης στον ορό ήταν 0,9, 1,11 και 1,69 ng/mL, αντίστοιχα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ήταν 73,4, 69,0 και 78,4%, αντίστοιχα. Μετά από εν τω βάθει υποδόρια χορήγηση λανρεοτίδης 60, 90 και 120 mg σε ασθενείς με μεγαλακρία, οι συγκεντρώσεις της λανρεοτίδης αυξάνονται ώστε να επιτευχθούν μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό 1,6, 3,5 και 3,1 ng/mL, αντίστοιχα. Αυτές οι τιμές Cmax επιτυγχάνονται κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας μετά τη χορήγηση σε 6, 6 και 24 ώρες, αντίστοιχα. Μετά τα κορυφαία επίπεδα της λανρεοτίδης στον ορό, οι συγκεντρώσεις του μειώνονται αργά ακολουθώντας κινητική πρώτης τάξης και 4 εβδομάδες μετά τη χορήγηση τα μέσα επίπεδα της λανρεοτίδης στον ορό ήταν 0,7, 1,0 και 1,4 ng/mL, αντίστοιχα. Επίπεδα σταθερής κατάστασης της λανρεοτίδης στον ορό επιτεύχθηκαν μετά από 4 ενέσεις ανά 4 εβδομάδες, κατά μέσο όρο. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσεων ανά εβδομάδες, οι μέσες τιμές της Cmax σε σταθερή κατάσταση ήταν 3,8, 5,7 και 7,7 ng/mL για 60, 90 και 120 mg αντίστοιχα, ενώ οι μέσες τιμές Cmin που επιτεύχθηκαν ήταν 1,8, 2,5 και 3,8 ng/mL. Ο δείκτης διακύμανσης μεταξύ της κορυφαίας και κατώτατης τιμής ήταν μέτριος και κυμαινόταν από 81 έως 108%. Μετά από εν τω βάθει υποδόρια χορήγηση λανρεοτίδης 60, 90 και 120 mg σε ασθενείς με μεγαλακρία, παρατηρήθηκαν γραμμικά προφίλ φαρμακοκινητικής απελευθέρωσης. Τα κατώτατα επίπεδα της λανρεοτίδης στον ορό που επιτεύχθηκαν μετά από τρεις εν τω βάθει υποδόριες ενέσεις λανρεοτίδης 60, 90 ή 120mg, οι οποίες χορηγήθηκαν ανά 28 ημέρες είναι παρόμοια με τα κατώτατα επίπεδα σταθερής κατάστασης της λανρεοτίδης στον ορό που επιτεύχθηκαν σε ασθενείς με μεγαλακρία, οι οποίοι προηγουμένως είχαν λάβει θεραπεία με ενδομυϊκή χορήγηση μικροσωματιδίων παρατεταμένης αποδέσμευσης της λανρεοτίδης 30 mg ανά 14, 10 ή 7 μέρες, αντίστοιχα. Σε μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε 290 ασθενείς με όγκους GEP-NET που λάμβαναν λανρεοτίδη 120 mg, παρατηρήθηκε ταχεία αρχική απελευθέρωση με μέσες τιμές Cmax 7,49 ± 7,58 ng/mL οι οποίες επιτεύχθηκαν μέσα στην πρώτη ημέρα μετά από μια εφάπαξ ένεση. Συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης επιτεύχθηκαν μετά από 5 ενέσεις λανρεοτίδης 120 mg ανά 28 ημέρες και διατηρήθηκαν μέχρι την τελευταία αξιολόγηση (μέχρι 96 εβδομάδες μετά την πρώτη ένεση). Σε σταθερή κατάσταση οι μέσες τιμές Cmax ήταν 13,9 ± 7,44 ng/mL και τα μέσα κατώτατα επίπεδα στον ορό ήταν 6,56 ± 1,99 ng/mL. Η μέση φαινομενική τελική ημι-ζωή ήταν 49,8 ± 28,0 ημέρες.
Νεφρική/Ηπατική ανεπάρκεια
Ασθενείς με βαριά νεφρική ανεπάρκεια εμφανίζουν μείωση κατά περίπου 2 φορές της ολικής κάθαρσης της λανρεοτίδης στον ορό, με επακόλουθη αύξηση του χρόνου ημιζωής και της AUC. Σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά ηπατική ανεπάρκεια παρατηρήθηκε μείωση της κάθαρσης (30%). Ο όγκος κατανομής και ο μέσος χρόνος παραμονής αυξήθηκε σε ασθενείς με όλους τους βαθμούς ηπατικής ανεπάρκειας. Δεν παρατηρήθηκε επίδραση στην κάθαρση της λανρεοτίδης σε μια φαρμακοκινητική ανάλυση ασθενών με όγκους GEP-NET που ελάμβαναν θεραπεία με λανρεοτίδη, όπου συμπεριλαμβάνονταν 165 ασθενείς με ήπια και μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (106 και 59, αντίστοιχα). Δεν μελετήθηκαν ασθενείς με όγκους GEP-NET και βαριά ανεπάρκεια της νεφρικής λειτουργίας. Δεν μελετήθηκαν ασθενείς με όγκους GEP-NET και ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία κατά Child-Pugh). Δεν είναι απαραίτητο να μεταβληθεί η εναρκτήρια δόση σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια, καθώς σε αυτούς τους πληθυσμούς οι συγκεντρώσεις της λανρεοτίδης στον ορό αναμένεται να είναι εντός του εύρους των ασφαλών ανεκτών συγκεντρώσεων στον ορό για υγιείς ανθρώπους.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Τα ηλικιωμένα άτομα εμφανίζουν αύξηση στον χρόνο ημιζωής και στο μέσο χρόνο παραμονής, σε σύγκριση με υγιείς νέους ανθρώπους. Δεν είναι απαραίτητο να αλλαχθεί η εναρκτήρια δόση σε ηλικιωμένους ασθενείς, καθώς σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών οι συγκεντρώσεις της λανρεοτίδης στον ορό αναμένεται να βρίσκεται εντός του εύρους των ασφαλών ανεκτών συγκεντρώσεων στον ορό για υγιείς ανθρώπους. Σε μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού που περιελάμβανε 122 ασθενείς με όγκους GEP-NET ηλικίας 65 έως 85 ετών, δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση της ηλικίας στην κάθαρση και στον όγκο κατανομής της λανρεοτίδης.
ΕΟΦ · 6.7.1.1
Aνάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
expand_more
Aνάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
Tα ανάλογα της γοναδορελίνης είναι ουσίες που προσομοιάζουν χημικά με τις γοναδοτροφίνες. Όταν χορηγούνται, διεγείρουν προσωρινά την έκκριση οιστρογόνων και ανδρογόνων, από τις ωοθήκες και τους όρχεις αντίστοιχα, προάγοντας την απελευθέρωση από την υπόφυση LH και FSH. Mετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση ή ανταπόκριση αυτή στην διέγερση σταδιακά μειώνεται. Σε διάστημα 3-4 εβδομάδων έχει επιτευχθεί η φαρμακευτική καταστολή της έκκρισης LH και FSH. Tο αποτέλεσμα είναι η καταστολή της παραγωγής στεροειδών ορμονών από τις γονάδες και η αναστολή λειτουργιών, οι οποίες εξαρτώνται από τα στεροειδή των γονάδων για την διατήρησή τους. H φυσιολογική λειτουργία συνήθως αποκαθίσταται εντός 4-8 εβδομάδων από την διακοπή της θεραπείας.
Για τους παραπάνω λόγους τα ανάλογα αυτά (βουσερελίνη, ναφαρελίνη, κλπ.) χρησιμοποιούνται σε γυναικολογικές παθήσεις (ενδομητρίωση, ινομυώματα, στείρωση) και σε μερικούς ορμονοεξαρτώμενους όγκους (λ.χ. του προστάτη). Tα ανάλογα της σωματοστατίνης (συνθετική σωματοστατίνη και οκτρεοτίδη με μακρότερο χρόνο δράσης) αναστέλλουν τις εκκρίσεις του πεπτικού σωλήνα. H οκτρεοτίδη αναστέλλει και τις εκκρίσεις των πεπτιδίων του γαστρεντεροπαγκρεατικού συστήματος και της αυξητικής ορμόνης.
Γενικώς η μέγιστη διάρκεια θεραπείας δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 6 μήνες διότι δεν υπάρχουν δεδομένα για την ασφάλεια της χορήγησης μετά την περίοδο αυτή.
Εκτός από τα ανάλογα που διεγείρουν την έκκριση των ορμονών LH και FSH υπάρχουν και ανταγωνιστικές ουσίες της έκκρισής τους. Τέτοια ουσία είναι λ.χ. η δαναζόλη (κεφ. 7.4), η οποία χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις ενδομητρίωσης, ινοκυστικής μαστοπάθειας κλπ. Η γκανιρελίξη είναι δεκαπεπτίδιο με ανασταλτική δράση στην εκλυτική ορμόνη των γοναδοτροφινών προκαλώντας μείωση της εκκρίσεως των LH και FSH. Χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
ΕΟΦ · 8.7.4
Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
expand_more
Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό καρκίνο του μαστού των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση, ιδιαίτερα αν οι όγκοι είναι θετικοί στους οιστρογονικούς υποδοχείς. Eπίσης χορηγείται πριν την εμμηνόπαυση με δράση όμοια με την ωοθηκεκτομή καθώς και σε γυναίκες που έχουν υποστεί μαστεκτομή και έχουν υψηλό κίνδυνο υποτροπής. H φορμεστάνη είναι ανταγωνιστής ορμονών, παράγωγο ανδροστενδιόνης. Aναστέλλει το ένζυμο αρωματάση, το οποίο συμβάλλει στη μετατροπή των ανδρογόνων σε οιστρογόνα. Πρόκειται επομένως για αναστολέα του σχηματισμού οιστρογόνων. Όμοια δράση έχει και το νεώτερο εξεμεστάνη.
Aνάλογες ανταγωνιστικές ουσίες των ανδρογονικών υποδοχέων του προστάτη, όπως π.χ. η φλουταμίδη, χρησιμοποιούνται στον καρκίνο του προστάτη.
Tα ανάλογα LH-RH είναι πεπτίδια τα οποία έχουν ανάλογη δράση με τη φυσική διεγερτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (LH-RH). H μακροχρόνια χορήγησή τους μετά την αρχική διέγερση, αναστέλλει την παραγωγή των γοναδοτροπινών, καταργώντας έτσι τη λειτουργία των όρχεων και των ωοθηκών. Kατά την αρχική διεγερτική φάση πολλοί ασθενείς εμφανίζουν μεγέθυνση του όγκου, που μπορεί να προκαλέσει συμπίεση του NM ή επιδείνωση των οστικών αλγών, οπότε μπορεί να χρησιμοποιηθούν τα αντιανδρογόνα. Tα ανάλογα LH-RH (γοναδορελίνη, βουσερελίνη, κλπ.) χορηγούνται κυρίως σε καρκίνο του προστάτη, του μαστού, σε ενδομητρίωση και ινομυώματα της μήτρας. Περιγράφονται στο κεφάλαιο 6.7.1.1.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λανρεοτίδη εμφανίζει αντιεκκριτικές δράσεις μέσω καταστολής του cAMP και ενεργοποίησης ιοντικών ρευμάτων όπως τα Κ+ και Ca2+, τα οποία οδηγούν σε υπερπόλωση της μεμβράνης και αναστολή της αποπόλωσης που μεσολαβείται από Ca2+.
Επιπλέον, μέσω άμεσων και έμμεσων μηχανισμών, η λανρεοτίδη έχει ισχυρές αντιπολλαπλασιαστικές δράσεις.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λανρεοτίδη είναι ένα ανάλογο της σωματοστατίνης (SSA) και έχει κυρίως ανασταλτικές δράσεις που μεσολαβούνται μέσω των υποδοχέων σωματοστατίνης (SSTRs) 2 και 5 και περιλαμβάνουν την αναστολή της απελευθέρωσης της αυξητικής ορμόνης στον εγκέφαλο.
Η ενεργοποίηση των SSTRs του όγκου προκαλεί επαγωγή κυτταρικού κύκλου και/ή απόπτωση, ενώ οδηγεί επίσης σε μειωμένη παραγωγή ουσιών που υποστηρίζουν την ανάπτυξη του όγκου, καθώς και στην αγγειογένεση του όγκου.
Αυτό οδηγεί στις αντιπολλαπλασιαστικές δράσεις της λανρεοτίδης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η λανρεοτίδη σχηματίζει ένα φαρμακευτικό αποθεματικό (drug depot) στον τόπο της ένεσης· επομένως, υπάρχουν 2 φάσεις που περιγράφουν την απορρόφηση της λανρεοτίδης:
- Αρχική ταχεία υποδόρια απελευθέρωση κατά τις πρώτες ημέρες της θεραπείας, όπου το φάρμακο που δεν έχει καθιζήσει απορροφάται ταχέως.
- Αργή απελευθέρωση του φαρμάκου από το αποθεματικό μέσω παθητικής διάχυσης.
Η απορρόφηση είναι ανεξάρτητη από το σωματικό βάρος, το φύλο και τη δοσολογία.
<5% της λανρεοτίδης απεκκρίνεται στα ούρα, και λιγότερο από 0,5% απεκκρίνεται αμετάβλητο στα κόπρανα, υποδηλώνοντας εμπλοκή της χολικής απέκκρισης.
Εκτιμώμενος Όγκος Κατανομής = 15,1 L
Εκτιμώμενη Κάθαρση = 23,1 L/h
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι περίπου 22 ημέρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογίας
0G3DE8943Y
LANREOTIDE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανάλογο Σωματοστατίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Υποδοχέων Σωματοστατίνης
Η λανρεοτίδη είναι ένα Ανάλογο Σωματοστατίνης. Ο μηχανισμός δράσης της λανρεοτίδης είναι ως Αγωνιστής Υποδοχέων Σωματοστατίνης.
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.