GENTAMICIN
Γενταμικίνη
H ομάδα αυτή των αντιμικροβιακών ουσιών αποτελεί την πρώτη σειρά αντιβιοτικών με ευρύ φάσμα και σε αυτήν ανήκουν η στρεπτομυκίνη, νεομυκίνη, καναμυκίνη, γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη, νετιλμικίνη. Oι συνδυασμοί των αμινογλυκοσιδών με τις β-λακτάμες …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-OCTORET
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδομυϊκή, ενδοφλέβια ένεση, ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: Μία φορά ημερησίως ή δύο διαιρεμένες δόσεις
- Δόση έναρξης: 3 - 6 mg γενταμικίνης / kg / ημέρα
- Τιτλοποίηση: Οι επόμενες δόσεις προσαρμόζονται σύμφωνα με τα επίπεδα συγκέντρωσης στον ορό χρησιμοποιώντας τοπικές οδηγίες ή νομογράμματα. Δύο δυνατότητες: παράταση του μεσοδιαστήματος των δόσεων διατηρώντας την ίδια δόση, ή μείωση της δόσης διατηρώντας σταθερά τα μεσοδιαστήματα. Για μία φορά την ημέρα, προτιμάται παράταση μεσοδιαστήματος. Για πολλαπλές δόσεις, προτιμάται μείωση της δόσης.
-
Ενήλικες και έφηβοιΔόση3 - 6 mg / kg / ημέραΠροτιμάται εφάπαξ δόση, αλλιώς σε δύο διαιρεμένες δόσεις. Οι επόμενες δόσεις προσαρμόζονται βάσει επιπέδων ορού και τοπικών οδηγιών/νομογραμμάτων. Οι υπολογισμοί της δόσης βασίζονται στο ιδανικό σωματικό βάρος.
-
Ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργίαΗ δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται αναλόγως, βάσει παρακολούθησης των θεραπευτικών επιπέδων. Σε εφάπαξ δόση, παράταση του μεσοδιαστήματος (αρχικό τουλάχιστον 24 ώρες). Σε πολλαπλές δόσεις, μείωση της δόσης. Οδηγίες για μείωση της δόσης σε πίνακα βάσει κρεατινίνης ορού/κάθαρσης κρεατινίνης.
-
Παιδιά ηλικίας 1 έτους και άνωΔόση3 - 6 mg / kg / ημέραΩς εφάπαξ δόση (προτιμάται) ή δύο διαιρεμένες δόσεις.
-
Παιδιά μετά τον πρώτο μήνα της ζωής τουςΔόση4,5 - 7,5 mg / kg ημερησίωςΠροτιμάται εφάπαξ δόση, αλλιώς σε 2 ξεχωριστές δόσεις.
-
Νεογέννητα βρέφηΔόση4 - 7 mg / kg σωματικού βάρους ανά ημέραΧορηγείται ως εφάπαξ δόση λόγω μεγαλύτερης διάρκειας ημιζωής. Ιδιαίτερη προσοχή στην παρασκευή και χορηγούμενη ποσότητα.
-
ΗλικιωμένοιΠιο ευαίσθητοι στην τοξικότητα. Στενή παρακολούθηση επιπέδων γενταμικίνης ορού, νεφρικής λειτουργίας και σημάδια ωτοτοξικότητας. Εάν η νεφρική λειτουργία είναι μειωμένη, μειωμένη και προσαρμοσμένη δόση.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ασθενείς σε αιμοδιάλυσηΔόση1 - 1,7 mg / kg σωματικού βάρουςΜετά από κάθε συνεδρία αιμοδιάλυσης, χορηγούνται ατομικές αναμνηστικές δόσεις βάσει τρεχουσών συγκεντρώσεων. Δεν πρέπει να γίνονται ενδομυϊκές ενέσεις λόγω κινδύνου αιματώματος (λόγω αντιπηκτικής αγωγής).
-
Παχύσαρκοι ασθενείςΟι υπολογισμοί της δόσης πρέπει να βασίζονται στο ιδανικό σωματικό βάρος. Οι συγκεντρώσεις γενταμικίνης στον ορό πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
block
SPC-OCTORET
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη γενταμικίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Υποδόρια χορήγηση
warning
SPC-OCTORET
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χρήση σε ειδικές καταστάσειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια ή προϋπάρχουσα κώφωση από το έσω ούςΝα χρησιμοποιείται μόνο για απειλητικές για τη ζωή ενδείξεις.
-
Νευρομυϊκές ανασταλατικές ιδιότητεςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσα νευρομυϊκή νόσο (π.χ. μυασθένεια gravis, νόσος του Πάρκινσον) ή ασθενείς που λαμβάνουν μυοχαλαρωτικάΑπαιτείται ιδιαίτερη επαγρύπνηση.
-
Παράγοντες κινδύνου για τοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΟ διαβήτης, οι ακουστικές δυσλειτουργίες του αιθουσαίου συστήματος, η μέση ωτίτιδα, το ιστορικό μέσης ωτίτιδας, η προηγούμενη χρήση ωτοτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων και η γενετικώς καθορισμένη υψηλή ευαισθησία στην προκαλούμενη από αμινογλυκοσίδες ωτοτοξικότητα, ενδέχεται να οδηγήσουν στην πρόκληση τοξικότητας.
-
Νεφρική βλάβηπροσοχήΚλινικά σημεία νεφρικής βλάβης είναι η πρωτεϊνουρία, η κυλινδουρία, η αιματουρία, η ολιγουρία και οι αυξημένες συγκεντρώσεις κρεατινίνης και ουρίας στο αίμα. Μπορεί να εμφανιστεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Ωτοτοξικότητα / Αιθουσαία βλάβηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς, ειδικά με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου, σε διαλείπουσα αιμοδιάλυση ή χρόνια περιτοναϊκή κάθαρσηΠιθανή βλάβη στα αιθουσαία νεύρα (όγδοο κρανιακό νεύρο) με επηρεασμό ισορροπίας και ακοής. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ζάλη, εμβοές, ίλιγγο, απώλεια ισορροπίας και ακοής (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Παράγοντες κινδύνου για νεφρική και ακουστική τοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείς, ειδικά με νεφρική δυσλειτουργίαΟι κίνδυνοι αυξάνονται με διάρκεια θεραπείας άνω των 5-7 ημερών. Πρώιμη τοξικότητα μπορεί να εμφανιστεί και με τις πρώτες δόσεις.
-
Κύριοι παράγοντες κινδύνου για νεφροτοξικότητα και ωτοτοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΠροσοχή σε κλινικές καταστάσεις που ευνοούν νεφρική υποδιάχυση, ηλικία > 75 ετών, αφυδάτωση, συνδυασμό με διουρητικά της αγκύλης (βλ. Αλληλεπιδράσεις), ανεπάρκεια αριστερής κοιλίας, υποογκαιμία, σοκ, υπολευκωματιναιμία, κίρρωση Β και Γ βαθμού, προϋπάρχουσα ή ταυτόχρονη νεφροπάθεια, συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Διάρροια σχετιζόμενη με αντιβιοτικά και ψευδομεμβρανώδη κολίτιδαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που εμφανίζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπείαΛαμβάνεται υπόψη η διάγνωση. Διακοπή γενταμικίνης εάν εμφανιστεί σοβαρή ή/και αιματηρή διάρροια, έναρξη κατάλληλης θεραπείας. Αποφυγή φαρμακευτικών προϊόντων που αναστέλλουν την περίσταλση (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Διάρκεια θεραπείαςπροσοχήΠεριορισμός σε 10-14 ημέρες, εάν είναι δυνατό.
-
Επαναχορήγηση αμινογλυκοσιδώνπροσοχήΑποφυγή νέας θεραπείας με αμινογλυκοσίδες αμέσως μετά από προηγούμενη, με διάστημα 7-14 ημερών χωρίς θεραπεία (εφόσον εφικτό).
-
Συγχορήγηση με ωτο- και νεφροτοξικές ουσίεςπροσοχήΝα μη συγχορηγείται εφόσον είναι εφικτό. Εάν όχι, ενδείκνυται ιδιαιτέρως στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
ΕνυδάτωσηπροσοχήΕξασφάλιση επαρκούς ενυδάτωσης και παραγωγής ούρων.
-
Μεταδιθειώδες νάτριοπροσοχήΜπορεί σπάνια να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας και βρογχόσπασμο.
swap_horiz
SPC-OCTORET
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αμινογλυκοσίδες (άλλες)αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότητας
-
Πολυμυξίνη ΒπροσοχήΠρόσθετες νεφροτοξικές επιδράσειςΣύστασηΑυστηρή παρακολούθηση εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί ο συνδυασμός.
-
Αλλαντική τοξίνηπροσοχήΕνίσχυση των επιδράσεων της αλλαντικής τοξίνηςΣύστασηΧρησιμοποιήστε άλλο αντιβιοτικό.
-
προσοχήΑύξηση της νεφροτοξικότητας των αμινογλυκοσίδωνΣύστασηΠαρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικάπροσοχήΕνίσχυση της δράσης των μη αποπολωτικών μυοχαλαρωτικώνΣύστασηΠαρακολουθήστε τον βαθμό χαλάρωσης των μυών στο τέλος της αναισθησίας.
-
Διουρητικά αγκύληςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότητας (λειτουργική νεφρική δυσλειτουργία λόγω αφυδάτωσης)ΣύστασηΠαρακολούθηση ενυδάτωσης, νεφρικών/αιθουσαίων λειτουργιών και συγκεντρώσεων αμινογλυκοσίδης στο πλάσμα.
-
Αμινογλυκοσίδες (άλλες σε διαδοχική χορήγηση)προσοχήΚίνδυνος συσσωρευτικής ωτοτοξικότητας
-
Αμφοτερικίνη Β (ΕΦ)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας
-
προσοχήΜεγαλύτερη αύξηση της κρεατινίνης στον ορό, αύξηση νεφροτοξικού κινδύνου
-
Ενώσεις οργανικής πλατίναςπροσοχήΠρόσθετα νεφροτοξικά και / ή ωτοτοξικά αποτελέσματα. Η νεφροτοξικότητα της γενταμικίνης μπορεί να αυξηθεί για 3-4 εβδομάδες μετά τη σισπλατίνη.
-
ΤακρολίμηπροσοχήΜεγαλύτερη αύξηση της κρεατινίνης του ορού (συνέργεια νεφροτοξικών επιδράσεων)
-
Αναισθησία με μεθοξυφλουράνιοπροσοχήΑύξηση της νεφροτοξικής δράσης του μεθοξυφλουρανίου, πιθανές εξαιρετικά σοβαρές νεφροπάθειες.
-
προσοχήΠιθανή αύξηση των συγκεντρώσεων της γενταμικίνης στο πλάσμα στα νεογνά
-
Από του στόματος αντιπηκτικάπροσοχήΑύξηση της υποθρομβιναιμικής δράσης
-
ΔιφωσφονικάπροσοχήΑύξηση του κινδύνου υποκαλιαιμίας
-
προσοχήΑύξηση του κινδύνου νεφροτοξικότητας
-
Αντιβιοτικά γλυκοπεπτιδίων (βανκομυκίνη, τεϊκοπλανίνη)προσοχήΑύξηση του κινδύνου βλάβης του αιθουσαίου
-
Νεοστιγμίνη ή πυριδοστιγμίνηπροσοχήΑνταγωνισμός της δράσης
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων διγοξίνης στον ορό
-
παρακολούθησηΣυνεργική δράση
sick
SPC-OCTORET
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερλοίμωξη
- Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
- Έμετος
- Ναυτία
- Αυξημένη σιελόρροια
- Στοματίτιδα
- Θρομβοκυτταροπενία
- Δικτυοκυτταροπενία
- Λευκοπενία
- Ηωσινοφιλία
- Κοκκιοκυτταροπενία
- Αναιμία
- Δυσκρασία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας διαφόρων βαθμών σοβαρότητας (εξάνθημα, κνησμός, πυρετός, αναφυλαξία, αναφυλακτικό σοκ)
- Υποκαλιαιμία
- Υποασβεστιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Υποφωσφαταιμία
- Απώλεια όρεξης
- Απώλεια βάρους
- Πορφυρία
- Σύνδρομο Bartter σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία σε υψηλές δόσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα (περισσότερο από 4 εβδομάδες)
- Σύγχυση
- Παραισθήσεις
- Κατάθλιψη
- Πολυνευροπάθεια
- Περιφερική παραισθησία
- Εγκεφαλοπάθεια
- Επιληπτικές κρίσεις
- Νευρομυϊκός αποκλεισμός
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Μειωμένη ισορροπία
- Κεφαλαλγία
- Λήθαργος
- Οπτικές διαταραχές
- Αιμορραγική βλάβη
- Απώλεια ακοής
- Νόσος του Meniere
- Εμβοές
- Μη αναστρέψιμη απώλεια ακοής
- Κώφωση
- Υπόταση
- Υπέρταση
- Αύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST)
- Αύξηση αλανίνο αμινοτρανσφεράσης (ALT)
- Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης (ALP)
- Αύξηση χολερυθρίνης ορού
- Δερματικό ερύθημα
- Κνίδωση
- Αλλεργικό δερματικό εξάνθημα
- Σύνδρομο Lyell
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αλωπεκία
- Μυϊκός πόνος
- Μυαλγία
- Μειωμένη νεφρική λειτουργία
- Αύξηση αζώτου αίματος
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Υπερφωσφατουρία
- Αμινοξυουρία
- Σύνδρομο Fanconi σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία υψηλών δόσεων
- Πόνος στο σημείο της ένεσης
- Αύξηση θερμοκρασίας σώματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΜειωμένη νεφρική λειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑιμορραγική βλάβηΆλλο
-
Όχι συχνέςΑπώλεια ακοήςΑυτί
-
Όχι συχνέςΔερματικό ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΝόσος του MeniereΑυτί
-
Όχι συχνέςΠεριφερική παραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠολυνευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερλοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΨευδομεμβρανώδης κολίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΛήθαργοςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑμινοξυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΔυσκρασίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΚώφωσηΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΜη αναστρέψιμη απώλεια ακοήςΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο FanconiΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο LyellΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπερφωσφατουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑλλεργικό δερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας διαφόρων βαθμών σοβαρότητας (εξάνθημα, κνησμός, πυρετός, αναφυλαξία, αναφυλακτικό σοκ)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑπώλεια βάρουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑπώλεια όρεξηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυξημένη σιελόρροιαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑύξηση αζώτου αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑύξηση αλανίνο αμινοτρανσφεράσης (ALT)Ήπαρ
-
Μη γνωστέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσης (ALP)Ήπαρ
-
Μη γνωστέςΑύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST)Ήπαρ
-
Μη γνωστέςΑύξηση θερμοκρασίας σώματοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΑύξηση χολερυθρίνης ορούΉπαρ
-
Μη γνωστέςΔικτυοκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕπιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚοκκιοκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένη ισορροπίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΜυϊκός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΝευρομυϊκός αποκλεισμόςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΟπτικές διαταραχέςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΠορφυρίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΠόνος στο σημείο της ένεσηςΓενικές
-
Μη γνωστέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Bartter (σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία σε υψηλές δόσεις για >4 εβδομάδες)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥποασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
pregnant_woman
SPC-OCTORET
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηνα χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο για απειλητικές για τη ζωή ενδείξεις και όταν δεν υπάρχουν ασφαλέστερες θεραπευτικές εναλλακτικές λύσειςΔεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξική επίδραση στην αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Διαπερνάει τον φραγμό του πλακούντα και φτάνει σε μετρήσιμες συγκεντρώσεις στον εμβρυϊκό ιστό και στο αμνιακό υγρό. Πιθανός κίνδυνος βλάβης του εσωτερικού αυτιού και των νεφρών στο έμβρυο, επομένως επιθυμητή η αξιολόγηση της ακουστικής λειτουργίας των νεογνών (ωτοακουστικές εκπομπές).
-
ΓαλουχίαΠρέπει να ληφθεί απόφαση εάν θα σταματήσει ο θηλασμός ή εάν θα διακοπεί ή όχι η γενταμικίνη.Μικρές ποσότητες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, χαμηλές συγκεντρώσεις στον ορό των βρεφών που θηλάζουν. Διάρροια και αποικισμός του βλεννογόνου από μύκητες που προσομοιάζουν με ζύμες μπορεί να εμφανιστούν. Εξέταση πιθανότητας ευαισθητοποίησης.
-
ΓονιμότηταΟι άνδρες πρέπει να συμβουλεύονται να μην τεκνοποιήσουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια και έως και 3 μήνες μετά τη θεραπεία. Πριν από την έναρξη της θεραπείας, οι άνδρες ασθενείς θα πρέπει να παροτρύνονται να ζητούν συμβουλές για αποθήκευση σπέρματος.Δεν υπάρχουν δεδομένα σε ανθρώπους. Σε ζώα, έχουν τεκμηριωθεί οι ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα των αρσενικών ζώων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-OCTORET
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιβακτηριακές αμινογλυκοσίδες, κωδικός ΑΤC: J01GB03 ### Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης της γενταμικίνης βασίζεται στην παρεμβολή της βιοσύνθεσης των πρωτεϊνών στο βακτηριακό ριβόσωμα, λόγω της αλληλεπίδρασης με το…
biotech
SPC-OCTORET
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Όπως συμβαίνει με όλες τις αμινογλυκοσίδες, ουσιαστικά δεν υφίσταται απορρόφηση της γενταμικίνης από τον υγιή εντερικό βλεννογόνο μετά την από του στόματος χορήγηση. Έτσι, για θεραπευτική χρήση κατάλληλη είναι η παρεντερική οδός, δηλαδή η…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η gentamicin υφίσταται ελάχιστο έως καθόλου μεταβολισμό. Δεν μεταβολίζεται. Απεκκρίνεται μέσω σπειραματικής διήθησης σε δραστική, αμετάβλητη μορφή.
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κάθαρση κρεατινίνης | water_dropΝεφρική λειτουργία | πριν, κατά τη διάρκεια καθώς και μετά τη χορήγηση | — |
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | πριν, κατά τη διάρκεια καθώς και μετά τη χορήγηση | — |
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | ιδιαιτέρως στενή | Συγχορήγηση με ωτο- και νεφροτοξικές ουσίες |
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | — |
| Γενταμικίνη ορού | medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) | — | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιθουσαία λειτουργία | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | — | — |
| Κοχλιακή λειτουργία | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | — | — |
| Εργαστηριακές παράμετροι | more_horizΆλλο / λοιπά | — | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-OCTORET
expand_more
Δοσολογία
Η δόση εξαρτάται από τη σοβαρότητα της κλινικής εικόνας, τη κατάσταση, τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς και τον τύπο της λοίμωξης. Διατίθενται αρκετές περιεκτικότητες γενταμικίνης, μερικές από τις οποίες είναι πιο κατάλληλες για χορήγηση υψηλών δόσεων ενδοφλεβίως. Η δόση εκφράζεται σε σχέση με το σωματικό βάρος του ασθενούς.
Η συνιστώμενη ημερήσια δόση, σε έφηβους και ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία πρέπει κατά προτίμηση να χορηγείται ως εφάπαξ δόση, αλλιώς αυτή πρέπει να χωρίζονται σε δυο ξεχωριστές δόσεις.
Μία συχνότητα μεγαλύτερη από δύο φορές ημερησίως μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ορισμένα παθογόνα ή για συγκεκριμένα σημεία μόλυνσης, όπως συνιστάται από τις εθνικές και τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Η δοσολογία μία φορά ημερησίως δεν συνιστάται σε περιπτώσεις ενδοκαρδίτιδας, εξαρτάται από τα υπεύθυνα παθογόνα. Θα πρέπει να ακολουθούνται εθνικές και τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τη θεραπεία με γενταμικίνη και παρακολουθούνται τα επίπεδα της γενταμικίνης στον ορό στην περίπτωση της ενδοκαρδίτιδας.
Οι υπολογισμοί της δόσης πρέπει να βασίζονται στο ιδανικό σωματικό βάρος.
Συστάσεις για τη δοσολογία
Δοσολογία (ενήλικες και έφηβοι) Συνιστώμενη δόση: 3 - 6 mg γενταμικίνης / kg / ημέρα
Οι επόμενες δόσεις θα πρέπει να προσαρμόζονται σύμφωνα με τα επίπεδα συγκέντρωσης στον ορό (βλ. Συμβουλές παρακολούθησης) χρησιμοποιώντας τοπικές οδηγίες ή νομογράμματα.
Δοσολογία σε μειωμένη νεφρική λειτουργία Η γενταμικίνη απεκκρίνεται κυρίως με σπειραματική διήθηση. Επομένως, η δοσολογία σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία θα πρέπει να προσαρμόζεται αναλόγως.
Οι προσαρμογή των δόσεων σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει επίσης να πραγματοποιείται βάση της παρακολούθησης των θεραπευτικών επιπέδων του φαρμάκου.
Σε ασθενείς που βρίσκονται σε δοσολογικό σχήμα μιας εφάπαξ δόσης ημερησίως, συνιστάται γενικά η παράταση του μεσοδιαστήματος των δόσεων. Το αρχικό μεσοδιάστημα θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 24 ωρών και να παρατείνεται ανάλογα με το βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας και των αποτελεσμάτων της παρακολούθησης της γενταμικίνης στον ορό. Περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα για χορήγηση μία δόσης μια μόνο φορά την ημέρα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 mL/λεπτό)
Προσαρμογή της δόσης Υπάρχουν διαθέσιμα νομογράμματα για τον υπολογισμό της δόσης ή του μεσοδιαστήματος των δόσεων, η οποία εξαρτάται από την ηλικία, το βάρος, τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς και τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Η τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες, όπου αυτές είναι διαθέσιμες πρέπει να ακολουθούνται. Εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμα νομογράμματα ή τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες, μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα ακόλουθα:
Για την προσαρμογή της δόσης, υπάρχουν δύο δυνατότητες: Α. Παράταση του μεσοδιαστήματος των δόσεων διατηρώντας την ίδια δόση (επόμενες δόσεις ίδιες με την αρχική δόση). Β. Μείωση της δόσης διατηρώντας ταυτόχρονα σταθερά τα μεσοδιαστήματα μεταξύ των δόσεων (επόμενες δόσεις μικρότερες από την αρχική δόση).
Για ασθενείς που λαμβάνουν δόση μία φορά την ημέρα, προτιμάται η παράταση του μεσοδιαστήματος των δόσεων. Σε ασθενείς που λαμβάνουν πολλαπλές ημερήσιες δόσεις, προτιμάται η μείωση της δόσης.
Ο παρακάτω πίνακας αναφέρει τις οδηγίες για τη μείωση της δόσης διατηρώντας ταυτόχρονα τα ίδια μεσοδιαστήματα μεταξύ των δόσεων (μεσοδιαστήματα 8 ωρών):
| Κρεατινίνη ορού (mg / 100 mL) | Κάθαρση κρεατινίνης (mL / min / 1.73 m2) | Επακόλουθες δόσεις (ποσοστό της αρχικής δόσης) |
|---|---|---|
| < 1.0 | > 100 | 100 |
| 1.1 - 1.3 | 71 - 100 | 80 |
| 1.4 - 1.6 | 56 - 70 | 65 |
| 1.7 - 1.9 | 46 - 55 | 55 |
| 2.0 - 2.2 | 41 - 45 | 50 |
| 2.3 - 2.5 | 36 - 40 | 40 |
| 2.6 - 3.0 | 31 - 35 | 35 |
| 3.1 - 3.5 | 26 - 30 | 30 |
| 3.6 - 4.0 | 21 - 25 | 25 |
| 4.1 - 5.1 | 16 - 20 | 20 |
| 5.2 - 6.6 | 11 - 15 | 15 |
| 6.7 - 8.0 | λιγότερο από 10 | 10 |
Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ότι η νεφρική λειτουργία μπορεί να αλλάξει κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Η κάθαρση της κρεατινίνης θα πρέπει να προτιμάται ως παράμετρος αξιολόγησης ειδικά σε ασθενείς με κυμαινόμενες συγκεντρώσεις κρεατινίνης στο πλάσμα, όπως αυτές που παρατηρούνται σε σοβαρές λοιμώξεις (π.χ. σήψη).
Όταν είναι γνωστές μόνο οι τιμές κρεατινίνης στον ορό, η κάθαρση κρεατινίνης μπορεί να εκτιμηθεί χρησιμοποιώντας τους ακόλουθους τύπους:
- Άνδρες: (Βάρος σε (kg) x (140 μείον την ηλικία)) / (72 x κάθαρση κρεατινίνης (mg / 100 mL))
- Άνδρες: (Βάρος σε (kg) x (140 μείον την ηλικία)) / (0.814 x κάθαρση κρεατινίνης (µmol / L))
- Γυναίκες: 0.85 x την παραπάνω τιμή
Εάν οι τιμές της κρεατινίνης στον ορό χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας, οι τιμές αυτές θα πρέπει να λαμβάνονται αρκετές φορές, καθώς η συσχέτιση τους με τις τιμές κάθαρσης της κρεατινίνης μπορεί να γίνει μόνο όταν η μειωμένη νεφρική λειτουργία παραμένει αμετάβλητη.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ημερήσια δόση που συνιστάται σε παιδιά ηλικίας 1 έτους και άνω με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, είναι 3 - 6 mg / kg / ημέρα ως μία εφάπαξ δόση (προτιμάται) ή δύο διαιρεμένες δόσεις. Η συνιστώμενη ημερήσια δόση σε παιδιά μετά τον πρώτο μήνα της ζωής τους είναι 4,5 - 7,5 mg / kg ημερησίως και πρέπει κατά προτίμηση να χορηγείται ως εφάπαξ δόση, αλλιώς θα πρέπει να χωρίζεται σε 2 ξεχωριστές δόσεις. Η συνιστώμενη ημερήσια δόση σε νεογέννητα βρέφη είναι 4 - 7 mg / kg σωματικού βάρους ανά ημέρα. Λόγω της μεγαλύτερης διάρκειας ημιζωής, στα νεογέννητα βρέφη η απαιτούμενη δόση χορηγείται ως εφάπαξ δόση.
Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στην παρασκευή (αραίωση) του φαρμάκου και στην ποσότητα που χορηγείται. Οποιοδήποτε σφάλμα, ακόμα και μικρό, μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις συγκεντρώσεις που λαμβάνονται στον ορό.
Ηλικιωμένοι Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να είναι πιο ευαίσθητοι στην τοξικότητα των αμινογλυκοσίδων είτε δευτερογενώς λόγω προηγούμενης ακουστικής / αιθουσαίας δυσλειτουργίας ή οριακής νεφρικής δυσλειτουργίας. Κατά συνέπεια, η θεραπεία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά με συχνό προσδιορισμό των επιπέδων γενταμικίνης στον ορό, αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας και σημάδια ωτοτοξικότητας.
Εάν η νεφρική λειτουργία είναι μειωμένη, η ημερήσια συνιστώμενη δόση θα πρέπει να μειωθεί και να προσαρμοστεί στη νεφρική λειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία Σε περιπτώση ηπατικής δυσλειτουργίας, η γενταμικίνη μπορεί να συνταγογραφηθεί και δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
Δοσολογία για ασθενείς σε αιμοδιάλυση Η γενταμικίνη αιμοκαθαίρεται. Μία συνεδρία αιμοδιάλυσης διάρκειας 4 - 5 ωρών ή 8 - 12 ωρών αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις κατά 50 έως 60% και 70 έως 80%, αντίστοιχα. Μετά από κάθε συνεδρία αιμοδιάλυσης, στον ασθενή πρέπει να χορηγηθούν ατομικές αναμνηστικές δόσεις, με βάση τις τρέχουσες συγκεντρώσεις γενταμικίνης στον ορό. Κανονικά, η συνιστώμενη δόση μετά την αιμοδιάλυση είναι 1 - 1,7 mg / kg σωματικού βάρους.
Καθώς οι ασθενείς που υπόκεινται σε αιμοδιάλυση συνήθως λαμβάνουν αντιπηκτική θεραπεία, δεν πρέπει σε αυτές τις περιπτώσεις να γίνονται ενδομυϊκές ενέσεις, λόγω του κινδύνου σχηματισμού αιματώματος.
Παχύσαρκοι ασθενείς Οι υπολογισμοί της δόσης πρέπει να βασίζονται στο ιδανικό σωματικό βάρος. Σε περιπτώσεις σημαντικής παχυσαρκίας οι συγκεντρώσεις της γενταμικίνης στον ορό πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Συμβουλές παρακολούθησης
Συνιστάται τακτική παρακολούθηση της συγκέντρωσης της γενταμικίνης στον ορό για όλους τους ασθενείς, και ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, νεογέννητα, παχύσαρκους και σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, καθώς και σε ασθενείς με κυστική ίνωση.
Η γενταμικίνη δεν πρέπει να συνταγογραφείται εάν δεν είναι δυνατή η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων στον ορό.
Δεν υπάρχουν καθολικά αποδεκτές οδηγίες για την παρακολούθηση των επιπέδων της γενταμικίνης. Οι τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες παρακολούθησης και προσαρμογής της δόσης πρέπει να ακολουθούνται όπου είναι διαθέσιμες. Συνιστάται συνήθως το ακόλουθο:
Συνιστάται η παρακολούθηση μιας προ-δόσης («κατώτερα επίπεδο») για να διασφαλιστεί ότι το διάστημα μεταξύ των δόσεων είναι σωστό. Τα χαμηλά επίπεδα προσδιορίζονται στο τέλος του μεσοδιαστήματος των δόσεων και δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 1 mg / L όταν η γενταμικίνη χορηγείται μία φορά ημερησίως ή 2 mg / L στην περίπτωση πολλαπλών ημερήσιων δόσεων. Τα επίπεδα που υπερβαίνουν αυτά τα όρια δείχνουν την ανάγκη επέκτασης του μεσοδιαστήματος των δόσεων και όχι την ανάγκη μείωσης της δόσης.
Συνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων μετά τη δόση για τον έλεγχο της επάρκειας της δόσης ή για να διασφαλιστεί ότι δεν είναι υπερβολική και ενδεχομένως να προκαλέσει τοξικότητα. Τα μέγιστα επίπεδα πρέπει να προσδιορίζονται μία ώρα μετά από την ενδοφλέβια δόση εφόδου (bolus) ή την ενδομυϊκή δόση εφόδου (bolus) ή 30 λεπτά μετά το τέλος μίας έγχυσης. Συγκέντρωση στο πλάσμα < 4 mg / L δείχνει ότι η δόση είναι πιθανό να είναι ανεπαρκής και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη μια αύξηση της δόσης. Συγκεντρώσεις στο πλάσμα > 10 mg / L υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας, ιδιαιτέρως ωτοτοξικότητας, και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η μείωση της δόσης.
Οποιαδήποτε αλλαγή στη δόση πρέπει να επανεκτιμηθεί με βάση τα επίπεδα πριν και μετά τη δόση για να επιβεβαιωθεί η επάρκεια της νέας δόσης και η καταλληλότητα του διαστήματος μεταξύ των δόσεων.
Τρόπος χορήγησης
Μόνο για μία χρήση.
Για ενδομυϊκή, ενδοφλέβια ένεση ή για ενδοφλέβια έγχυση μετά από αραίωση. Το ίδιο δοσολογικό σχήμα συνιστάται για ενδομυϊκή και ενδοφλέβια δοσολογία. Η ενδομυϊκή χορήγηση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν η ενδοφλέβια οδός χορήγησης δεν είναι εφικτή ή λιγότερο κατάλληλη για τον ασθενή.
Η γενταμικίνη μπορεί, εφόσον αυτό ενδείκνυται ιατρικώς, να ενίεται απευθείας στη φλέβα σε αδιάλυτη μορφή. Η ένεση πρέπει να χορηγείται αργά σε διάστημα 2 - 3 λεπτών. Η ταχεία, άμεση ενδοφλέβια χορήγηση μπορεί να προκαλέσει, αρχικώς, δυνητικά νευροτοξικές συγκεντρώσεις και είναι απαραίτητο η συνταγογραφούμενη δόση να χορηγείται για τη συνιστώμενη χρονική περίοδο. Εναλλακτικά, η συνταγογραφούμενη δόση πρέπει να διαλύεται σε έως 100 mL ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg / mL (0,9%) ή ενέσιμου διαλύματος γλυκόζης 50 mg / mL (5%) και το διάλυμα στη συνέχεια να εγχέεται για περισσότερο από 20 λεπτά. Το προϊόν προορίζεται για χρήση σε έναν μόνο ασθενή και δεν περιέχει αντιμικροβιακό παράγοντα. Η ένεση / έγχυση δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με άλλες φαρμακευτικές ουσίες.
block
Αντενδείξεις
SPC-OCTORET
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη γενταμικίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Υποδόρια χορήγηση, λόγω έλλειψης αποτελεσματικότητας και έναρξης νέκρωσης στο σημείο της ένεσης.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-OCTORET
expand_more
Προειδοποιήσεις
Προειδοποιήσεις
Σε περιπτώσεις προχωρημένης νεφρικής ανεπάρκειας ή προϋπάρχουσας κώφωσης από το έσω ούς, η γενταμικίνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για απειλητικές για τη ζωή ενδείξεις. Καθώς η γενταμικίνη διαθέτει νευρομυϊκές ανασταλατικές ιδιότητες, απαιτείται ιδιαίτερη επαγρύπνηση σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νευρομυϊκή νόσο (π.χ. μυασθένεια gravis, νόσος του Πάρκινσον). Αυτό ισχύει επίσης για ασθενείς που λαμβάνουν ταυτοχρόνως μυοχαλαρωτικά (π.χ. με περιεγχειρητική χορήγηση γενταμικίνης). Ο διαβήτης, οι ακουστικές δυσλειτουργίες του αιθουσαίου συστήματος, η μέση ωτίτιδα, το ιστορικό μέσης ωτίτιδας, η προηγούμενη χρήση ωτοτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων και η γενετικώς καθορισμένη υψηλή ευαισθησία στην προκαλούμενη από αμινογλυκοσίδες ωτοτοξικότητα, είναι άλλοι κύριοι παράγοντες που ενδέχεται να οδηγήσουν στην πρόκληση τοξικότητας στους ασθενείς.
Νεφρική και αιθουσαία βλάβη
Μειωμένη νεφρική λειτουργία
Κλινικά σημεία νεφρικής βλάβης αποτελούν: η πρωτεϊνουρία, η κυλινδουρία, η αιματουρία, η ολιγουρία και οι αυξημένες συγκεντρώσεις κρεατινίνης και ουρίας στο αίμα. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, μπορεί να εμφανιστεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Επιπτώσεις στα αιθουσαία νεύρα
Πιθανή βλάβη στα αιθουσαία νεύρα (όγδοο κρανιακό νεύρο), όπου επηρεάζεται η ισορροπία και η ακοή. Η αιθουσαία βλάβη είναι η πιο κοινή ωτοτοξική αντίδραση. Η απώλεια ακοής αρχικά εκδηλώνεται με μειωμένη οξύτητα υψηλών συχνοτήτων και είναι συνήθως μη αναστρέψιμη. Τα συμπτώματα της ωτοτοξικότητας είναι: ζάλη, θόρυβοι όπως κουδουνίσματα ή σφυρίγματα (εμβοές), ίλιγγος, απώλεια ισορροπίας και λιγότερο συχνά, απώλεια ακοής (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου, σε διαλείπουσα αιμοδιάλυση ή χρόνια περιτοναϊκή κάθαρση, η τοξικότητα είναι κυρίως ακουστική, καθώς τα νεφρά δεν είναι πλέον λειτουργικά.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι νεφρική και ακουστική τοξικότητα παραμένουν σπάνιες σε νεογέννητα βρέφη και παιδιά.
Παράγοντες κινδύνου
Οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη νεφρικής και ακουστικής τοξικότητας αυξάνονται με διάρκεια θεραπείας άνω των 5 - 7 ημερών, ακόμη και σε υγιή άτομα. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, η πρώιμη τοξικότητα μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και με τις πρώτες δόσεις. Η νεφροτοξικότητα είναι ανεξάρτητη από τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax). Όσον αφορά την ακουστική και αιθουσαία τοξικότητα, δεν υπάρχουν ενδείξεις συσχέτισης με το μέγιστο επίπεδο συγκέντρωσης στο πλάσμα, ακόμη και όταν η θεραπεία χορηγείται ως εφάπαξ ημερήσια δόση. Οι κύριοι παράγοντες κινδύνου για νεφροτοξικότητα (και, σε ορισμένους ασθενείς, ωτοτοξικότητα) είναι:
- οι πιο συχνές κλινικές καταστάσεις που ευνοούν την νεφρική υποδιάχυση και συνοδεύονται από μικρότερη αποβολή των αμινογλυκοσίδων
- ηλικία > 75 ετών (φυσιολογική αλλαγή στη νεφρική λειτουργία, ξεκινώντας από την ηλικία των 60 ετών)
- αφυδάτωση, συχνά σχετίζεται με την ηλικία
- συνδυασμός με ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα, ειδικά με τα διουρητικά της αγκύλης (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
- ανεπάρκεια αριστερής κοιλίας, υποογκαιμία, σοκ
- υπολευκωματιναιμία
- κίρρωση Β και Γ βαθμού σύμφωνα με την ταξινόμηση κατά Child-Pugh
- κλινικές καταστάσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο νεφρικής βλάβης
- προϋπάρχουσα ή ταυτόχρονη νεφροπάθεια
- συνδυασμός με ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Διάρροια που σχετίζεται με αντιβιοτικά και ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα
Κατά τη χρήση γενταμικίνης έχει παρατηρηθεί διάρροια σχετιζόμενη με αντιβιοτικά και ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα. Μια τέτοια διάγνωση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε κάθε ασθενή που εμφανίζει διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία. Η γενταμικίνη πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστεί σοβαρή ή / και αιματηρή διάρροια κατά τη διάρκεια της θεραπείας και πρέπει να ξεκινήσει άλλη κατάλληλη θεραπεία. Δεν πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περίσταλση (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Προφυλάξεις
Για την αποφυγή ανεπιθύμητων ενεργειών, συνιστάται η συνεχής παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας (κρεατινίνη ορού, κάθαρση κρεατινίνης πριν, κατά τη διάρκεια καθώς και μετά τη χορήγηση) και έλεγχοι της αιθουσαίας και κοχλιακής λειτουργίας, καθώς και των ηπατικών και εργαστηριακών παραμέτρων.
- Παρακολούθηση των επιπέδων γενταμικίνης στον ορό (βλ. Δοσολογία)
- Εάν είναι δυνατό, περιορίστε την διάρκεια της θεραπείας σε 10-14 ημέρες.
- Αποφύγετε νέα θεραπεία με αμινογλυκοσίδες αμέσως μετά από προηγούμενη θεραπεία με μια αμινογλυκοσίδη: 7 - 14 ημέρες χωρίς θεραπεία, εφόσον αυτό είναι εφικτό.
- Εφόσον είναι εφικτό, να μη συγχοριγείται μαζί με άλλες πιθανώς ώτο- και νεφροτοξικές ουσιών. Εάν αυτό δεν μπορεί να αποφευχθεί, ενδείκνυται η ιδιαιτέρως στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
- Εξασφαλίστε επαρκή ενυδάτωση και παραγωγή ούρων.
Εφάπαξ ημερήσια δόση
Τα δεδομένα για την εφάπαξ ημερήσια δόση δείχνουν ότι αυτή η μέθοδος χορήγησης:
- βελτιστοποιεί τις φαρμακοκινητικές-φαρμακοδυναμικές παραμέτρους (βλ. Φαρμακοδυναμικές),
- προάγει τη διάχυση του φαρμάκου στους ιστούς,
- έχει κλινική αποτελεσματικότητα τουλάχιστον όμοια με εκείνη της διαιρεμένης χορήγησης σε αρκετές ημερήσιες ενέσεις,
- είναι υπεύθυνη για τις νεφροτοξικές και ωτοτοξικές επιδράσεις οι οποίες είναι συγκρίσιμες ή και μικρότερες από εκείνη που παρατηρείται με άλλες μεθόδους χορήγησης,
- μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης ανθεκτικών μεταλλαγμένων στελεχών.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει:
- Μεταδιθειώδες νάτριο που μπορεί σπάνια να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας και βρογχόσπασμο.
- Νάτριο: Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φύσιγγα, γεγονός για το οποίο το σκεύασμα χαρακτηρίζεται ως «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-OCTORET
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση γενταμικίνης και άλλων πιθανώς ωτοτοξικών ή νεφροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων. Εάν τέτοιοι συνδυασμοί είναι απαραίτητοι, θα πρέπει να ενταθεί η παρακολούθηση της ακουστικής / νεφρικής λειτουργίας.
Συνδυασμοί που αντενδείκνυται
- Άλλες αμινογλυκοσίδες: Λόγω αυξημένου κινδύνου νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότητας.
Συνδυασμοί που δεν συνίστανται
- Πολυμυξίνη Β: Πρόσθετες νεφροτοξικές επιδράσεις. Εάν ο συνδυασμός δεν μπορεί να αποφευχθεί, η βακτηριολογική αιτιολόγηση για τη χρήση της γενταμικίνης πρέπει να είναι αδιαμφισβήτητη και απαιτεί αυστηρή παρακολούθηση.
- Αλλαντική τοξίνη: Κίνδυνος ενίσχυσης των επιδράσεων της αλλαντικής τοξίνης με τις αμινογλυκοσίδες (προέκταση των επιδράσεων που παρατηρήθηκαν με αλλαντίαση). Χρησιμοποιήστε κάποιο άλλο αντιβιοτικό.
Συνδυασμοί που απαιτούν προφυλάξεις κατά τη χρήση
- Κεφαλοθίνη: Έχει φανεί ότι η κεφαλοθίνη αυξάνει τη νεφροτοξικότητα των αμινογλυκοσίδων. Παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
- Μη αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά: Ενίσχυση της δράσης των μη αποπολωτικών μυοχαλαρωτικών όταν το αντιβιοτικό χορηγείται παρεντερικά και / ή περιτοναϊκά πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά την χορήγηση του νευρομυϊκού ανασταλτικού παράγοντα. Παρακολουθήστε τον βαθμό χαλάρωσης των μυών στο τέλος της αναισθησίας.
- Διουρητικά αγκύλης: Αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότηας από την αμινογλυκοσίδη (λειτουργική νεφρική δυσλειτουργία που σχετίζεται με αφυδάτωση που προκαλείται από διουρητικά). Ο συνδυασμός είναι δυνατός με την παράλληλη παρακολούθηση της ενυδάτωσης, των νεφρικών και των αιθουσαίων λειτουργιών καθώς και των συγκεντρώσεων της αμινογλυκοσίδης στο πλάσμα.
Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
- Άλλες αμινογλυκοσίδες σε διαδοχική χορήγηση: Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος συσσωρευτικής ωτοτοξικότητας.
- Αμφοτερικίνη Β, χορηγούμενη ενδοφλεβίως (ΕΦ): Αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
- Κυκλοσπόρινη: Μεγαλύτερη αύξηση της κρεατινίνης στον ορό σε σχέση με την μονοθεραπεία με κυκλοσπορίνη που οδηγεί σε αύξηση του νεφροτοξικού κινδύνου.
- Ενώσεις οργανικής πλατίνας: Πρόσθετα νεφροτοξικά και / ή ωτοτοξικά αποτελέσματα, ειδικά σε περιπτώσεις προηγούμενης νεφρικής δυσλειτουργίας. Με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν σισπλατίνη, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η νεφροτοξικότητα της γενταμικίνης μπορεί να αυξηθεί για άλλες 3 έως 4 εβδομάδες μετά τη χορήγηση αυτών των ουσιών.
- Τακρολίμη: Μεγαλύτερη αύξηση της κρεατινίνης του ορού σε σχέση με την μονοθεραπεία με τακρολίμη (συνέργεια των νεφροτοξικών επιδράσεων των δύο ουσιών).
- Αναισθησία με μεθοξυφλουράνιο: Οι αμινογλυκοσίδες μπορούν να αυξήσουν τη νεφροτοξική δράση του μεθοξυφλουρανίου. Εξαιρετικά σοβαρές νεφροπάθειες είναι πιθανές σε ταυτόχρονη χρήση.
- Ινδομεθακίνη: Πιθανώς να αυξάνει τις συγκεντρώσεις της γενταμικίνης στο πλάσμα στα νεογνά.
- Αντιπηκτικά: Η ταυτόχρονη χρήση με από του στόματος αντιπηκτικά μπορεί να αυξήσει την υποθρομβιναιμική δράση.
- Διφωσφονικά: Η ταυτόχρονη χρήση με διφωσφονικά μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υποκαλιαιμίας.
- Ιωδιούχα σκιαγραφικά, μεθοτρεξάτη, αντιιικοί παράγοντες (π.χ. η ομάδα «ακυκλοβίρης», φοσκαρνέτης), πενταμιδίνη: Μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας.
- Αντιβιοτικά της ομάδας των γλυκοπεπτιδίων (βανκομυκίνη, τεϊκοπλανίνη): Αύξάνει τον κίνδυνο βλάβης του αιθουσαίου.
- Νεοστιγμίνη ή πυριδοστιγμίνη: Μπορεί να συμβεί ανταγωνισμός της δράσης.
- Διγοξίνη: Η γενταμικίνη είναι γνωστό ότι αυξάνει τα επίπεδα διγοξίνης στον ορό.
Γενταμικίνη / άλλα αντιβιοτικά
Η συνδυαστική θεραπεία με κατάλληλα αντιβιοτικά (π.χ. με β-λακτάμες) μπορεί να οδηγήσει σε συνεργική δράση. Έχουν περιγραφεί συνεργικά αποτελέσματα με ακυλαμινο πενικιλίνες για Pseudomonas aeruginosa, με αμπικιλλίνη για εντερόκοκκους και με κεφαλοσπορίνες για Klebsiella pneumoniae.
Ειδικά προβλήματα που σχετίζονται με απορύθμιση του INR
Έχουν αναφερθεί πολλές περιπτώσεις αυξημένου ανταγωνισμού της δράσης με τη βιταμίνη Κ σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιβιοτικά. Το έντονο μολυσματικό ή φλεγμονώδες πλαίσιο, σε συνάρτηση με την ηλικία και τη γενική κατάσταση του ασθενούς, φαίνεται να αποτελούν παράγοντες κινδύνου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι δύσκολο να γίνει διάκριση για το εάν η απορρύθμιση του INR οφείλεται στην ίδια τη μολυσματική ασθένεια ή στη θεραπεία της. Ωστόσο, ορισμένες ομάδες αντιβιοτικών εμπλέκονται περισσότερο από άλλες, ειδικά οι φθοροκινολόνες, οι μακρολίδες, οι κυκλίνες, η κοτριμοξαζόλη και ορισμένες κεφαλοσπορίνες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-OCTORET
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες που θεωρούνται πιθανότατα σχετιζόμενες με τη θεραπεία παρατίθενται παρακάτω ανά όργανο και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως:
- Πολύ συχνές (≥1/10)
- Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
- Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
- Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)
- Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
- Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Συχνή (≥1/100 έως <1/10) | Όχι συχνή/σπάνια (<1/100 έως ≥ 1/10.000) | Σπάνια (≥1/10.000 έως <1/1.000) | Πολύ σπάνια (<1/10.000) |
|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Υπερλοίμωξη (με ανθεκτικά στη γενταμικίνη μικρόβια), ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) | |||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Θρομβοκυτταροπενία, δικτυοκυτταροπενία, λευκοπενία, ηωσινοφιλία, κοκκιοκυτταροπενία, αναιμία | Δυσκρασία | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας διαφόρων βαθμών σοβαρότητας, που κυμαίνονται από εξάνθημα και κνησμό, πυρετό που προκαλείται από φάρμακα έως σοβαρές οξείες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία) και ακόμη και αναφυλακτικό σοκ | |||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υποκαλιαιμία, υποασβεστιαιμία, υπομαγνησιαιμία, Υποφωσφαταιμία, σύνδρομο Bartter σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία σε υψηλές δόσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα (περισσότερο από 4 εβδομάδες), απώλεια όρεξης, απώλεια βάρους | |||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Σύγχυση, παραισθήσεις, κατάθλιψη | |||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολυνευροπάθεια, περιφερειακή παραισθησία, Εγκεφαλοπάθεια, επιληπτικές κρίσεις, νευρομυϊκός αποκλεισμός, ζάλη, ίλιγγος, μειωμένη ισορροπία, κεφαλαλγία | Λήθαργος | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οπτικές διαταραχές | |||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Αιμορραγική βλάβη, απώλεια ακοής, νόσος του Meniere, εμβοές | Μη αναστρέψιμη απώλεια ακοής, κώφωση | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση, υπέρταση | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Έμετος, ναυτία, αυξημένη σιελόρροια, στοματίτιδα | |||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αύξηση της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST), αύξηση της αλανίνο αμινοτρανσφεράσης (ALT) και της αλκαλικής φωσφατάσης (ALP), (όλες αναστρέψιμες), αύξηση της χολερυθρίνης του ορού | |||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Δερματικό ερύθημα, Κνίδωση, Πορφυρία, Αλλεργικό δερματικό εξάνθημα | Σύνδρομο Lyell’s, σύνδρομο Stevens-Johnson’s, πολύμορφο ερύθημα, αλωπεκία | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού | Μυϊκός πόνος (Μυαλγία) | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Μειωμένη νεφρική λειτουργία | Αύξηση του αζώτου στο αίμα (αναστρέψιμη) | Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, υπερφωσφατουρία, αμινοξυουρία, σύνδρομο Fanconi σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία υψηλών δόσεων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις | Πόνος στο σημείο της ένεσης, Αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος |
1 Γενικά στις περιπτώσεις αυτές, εμπλέκονται επίσης και άλλα αντιβιοτικά. 2 Μπορεί να προκύψουν ως αντιδράσεις υπερευαισθησίας.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
- Για την Ελλάδα: στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 ΤΚ 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
- Για την Κύπρο: στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Φαξ: + 357 22608649, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-OCTORET
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία σχετικά με τη χρήση της γενταμικίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξική επίδραση στην αναπαραγωγή της γενταμικίνης (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η γενταμικίνη διαπερνάει τον φραγμό του πλακούντα και φτάνει σε μετρήσιμες συγκεντρώσεις στον εμβρυϊκό ιστό και στο αμνιακό υγρό. Υπάρχει πιθανός κίνδυνος η γενταμικίνη να οδηγήσει σε βλάβη του εσωτερικού αυτιού και των νεφρών στο έμβρυο, επομένως είναι επιθυμητή η αξιολόγηση της ακουστικής λειτουργίας των νεογνών (ωτοακουστικές εκπομπές). Για τους λόγους αυτούς, η γενταμικίνη πρέπει, καταρχήν, να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο για απειλητικές για τη ζωή ενδείξεις και όταν δεν υπάρχουν ασφαλέστερες θεραπευτικές εναλλακτικές λύσεις.
Θηλασμός
Μικρές ποσότητες γενταμικίνης απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα ενώ έχουν βρεθεί χαμηλές συγκεντρώσεις στον ορό των βρεφών που θηλάζουν. Πρέπει να ληφθεί απόφαση εάν θα σταματήσει ο θηλασμός ή εάν θα διακοπεί ή όχι η γενταμικίνη. Η διάρροια και ο αποικισμός του βλεννογόνου από μύκητες που προσομοιάζουν με ζύμες μπορεί να εμφανιστούν σε βρέφη που θηλάζουν. Θα πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα ευαισθητοποίησης.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα σε ανθρώπους σχετικά με την επίδραση της γενταμικίνης στη γονιμότητα. Σε ζώα, έχουν τεκμηριωθεί οι ανεπιθύμητες ενέργειες της γενταμικίνης στη γονιμότητα των αρσενικών ζώων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Οι άνδρες πρέπει να συμβουλεύονται να μην τεκνοποιήσουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια και έως και 3 μήνες μετά τη θεραπεία. Πριν από την έναρξη της θεραπείας, οι άνδρες ασθενείς θα πρέπει να παροτρύνονται να ζητούν συμβουλές για αποθήκευση σπέρματος.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-OCTORET
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιβακτηριακές αμινογλυκοσίδες, κωδικός ΑΤC: J01GB03
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της γενταμικίνης βασίζεται στην παρεμβολή της βιοσύνθεσης των πρωτεϊνών στο βακτηριακό ριβόσωμα, λόγω της αλληλεπίδρασης με το rRNA και την επακόλουθη αναστολή της μετάφρασης. Αυτό οδηγεί σε βακτηριοκτόνο δράση. Πρόκειται για βακτηριοκτόνο με μεγαλύτερη αντιβακτηριακή δράση από τη στρεπτομυκίνη, τη νεομυκίνη ή την καναμυκίνη.
Γενικά, η γενταμικίνη είναι δραστική έναντι πολλών αερόβιων αρνητικών κατά gram βακτηρίων και ορισμένων αερόβιων θετικών κατά gram βακτηρίων. Η γενταμικίνη είναι ανενεργή κατά των μυκήτων, των ιών καθώς και των περισσότερων αναερόβιων βακτηρίων.
Φαρμακοκινητική/Φαρμακοδυναμική σχέση
Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αναλογία μεταξύ της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορό (Cmax) και της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) του παθογόνου.
Μηχανισμός αντίστασης
Η αντίσταση στη γενταμικίνη μπορεί να βασιστεί στους ακόλουθους μηχανισμούς:
- Ενζυματική απενεργοποίηση: Οι ενζυματικές τροποποιήσεις των μορίων της αμινογλυκοσίδης είναι ο πιο κοινός μηχανισμός αντίστασης. Για αυτό, είναι υπεύθυνες οι ακετυλοτρανσφεράσες, οι φωσφοτρανσφεράσες ή οι νουκλεοτιδυλοτρανσφεράσες, οι οποίες κωδικοποιούνται κυρίως από πλασμίδιο.
- Μειωμένη διείσδυση και ενεργή εκροή: Η Pseudomonas aeruginosa εμφανίζει κυρίως αυτό το μηχανισμό αντίστασης.
- Αλλαγή στη δομή του στόχου: Τροποποιήσεις εντός των ριβοσωμάτων συμβαίνουν ως αιτία αντίστασης. Αυτά συμβαίνουν είτε λόγω μετάλλαξης είτε λόγω σχηματισμού μεθυλοτρανσφερασών.
Η γενταμικίνη εμφανίζει μεγάλη διασταυρούμενη αντοχή σε άλλες αμινογλυκοσίδες.
Όρια ευαισθησίας
Η γενταμικίνη δοκιμάζεται χρησιμοποιώντας την τυπική σειρά αραίωσης. Έχουν καθοριστεί οι ακόλουθες ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις για ευαίσθητα και ανθεκτικά μικρόβια:
Όρια ευαισθησίας της EUCAST (Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Αντιμικροβιακό Έλεγχο Ευαισθησίας) (έκδοση 10.0, 2020-01-01):
| Παθογόνο | Ευαίσθητο | Ανθεκτικό |
|---|---|---|
| Enterobacterales (συστηματικές λοιμώξεις) | ≤ 2 mg / L | > 2 mg / L |
| Enterobacterales (λοιμώξεις που προέρχονται από το ουροποιητικό σύστημα) | ≤ 2 mg / L | > 2 mg / L |
| Pseudomonas spp. (συστηματικές λοιμώξεις) | IE3 | IE3 |
| Pseudomonas spp. (λοιμώξεις που προέρχονται από το ουροποιητικό σύστημα) | IE3 | IE3 |
| Acinetobacter spp. (συστηματικές λοιμώξεις) | ≤ 4 mg / L | > 4 mg / L |
| Staphylococcus aureus | ≤ 1 mg / L | > 1 mg / L |
| Coagulase-negative staphylococci | ≤ 1 mg / L | > 1 mg / L |
| Enterococcus spp. (δοκιμή αντοχής σε αμινογλυκοσίδες υψηλού επιπέδου) | Σημείωση2 | Σημείωση2 |
| Viridans group streptococci (δοκιμή αντοχής σε αμινογλυκοσίδες υψηλού επιπέδου) | Σημείωση2 | Σημείωση2 |
| Haemophilus influenzae | IE3 | IE3 |
| Moraxella catarrhalis | IE3 | IE3 |
| PK-PD (Non-species related) breakpoints | ≤ 0.5 mg / L | > 0.5 mg / L |
Σημείωση1: Σε περιπτώσεις συστηματικών λοιμώξεων οι αμινογλυκοσίδες πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με άλλη δραστική θεραπεία. Σε αυτήν την περίπτωση, τα όρια ευαισθησίας / ECOFF εντός των αγκυλών μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη διάκριση μεταξύ οργανισμών με και χωρίς επίκτητους μηχανισμούς αντίστασης. Για προϊόντα απομόνωσης χωρίς μηχανισμούς αντοχής, συμπεριλάβετε ένα σχόλιο στην έκθεση: «Οι αμινογλυκοσίδες συχνά χορηγούνται σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, είτε για να ενισχύσουν τη δράση της αμινογλυκοσίδης είτε για να διευρύνουν το φάσμα της θεραπείας. Σε περιπτώσεις συστηματικών λοιμώξεων, οι αμινογλυκοσίδες πρέπει να υποστηρίζονται και από άλλη δραστική θεραπεία. “Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε στη διεύθυνση http://www.eucast.org/guidance_documents/.
Σημείωση2: Η γενταμικίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο αντοχής στις αμινογλυκοσίδες υψηλού επιπέδου (HLAR). Αρνητική δοκιμή: Σημεία με γενταμικίνη MIC ≤ 128 mg / L ή διάμετρο ζώνης ≥ 8 mm. Το προϊόν της ταυτοποίησης είναι άγριου τύπου ως προς τη γενταμικίνη και αναπτύσσεται χαμηλού επιπέδου ενδογενής αντοχή. Για άλλες αμινογλυκοσίδες, αυτό μπορεί να μην ισχύει. Μπορεί να αναμένεται συνέργεια με πενικιλλίνες ή γλυκοπεπτίδια εάν το προϊόν της ταυτοποίησης είναι ευαίσθητο στην πενικιλλίνη ή τα γλυκοπεπτίδια. Θετική δοκιμή: Σημεία με γενταμικίνη MIC> 128 mg / L ή διάμετρο ζώνης.
3 Ανεπαρκής ένδειξη ότι ο μικροοργανισμός ή η ομάδα στην οποία ανήκει αποτελεί κατάλληλο στόχο για θεραπεία με τον παράγοντα.
Επικράτηση της επίκτητης ανθεκτικότητας
Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας για συγκεκριμένα είδη μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά.
Ως εκ τούτου, απαιτούνται τοπικές πληροφορίες για την κατάσταση της ανθεκτικότητας, ειδικά για την κατάλληλη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπου είναι απαραίτητο, πρέπει να ζητούνται συμβουλές από ειδικούς, ιδιαίτερα αν ο τοπικός επιπολασμός της ανθεκτικότητας είναι τέτοιος, ώστε να αμφισβητείται η αποτελεσματικότητα της γενταμικίνης. Ειδικά σε περιπτώσεις σοβαρών λοιμώξεων ή σε περίπτωση αποτυχίας της θεραπείας, πρέπει να διεξάγεται μικροβιολογική διάγνωση, συμπεριλαμβανομένης της ταυτοποίησης του μικροοργανισμού και της ευαισθησίας του στη γενταμικίνη.
Συνήθη ευαίσθητα στελέχη
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί:
- Staphylococcus aureus
- Staphylococcus saprophyticus°
- Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί:
- Acinetobacter pittii
- Citrobacter freundii
- Enterobacter aerogenes
- Enterobacter cloacae
- Escherichia coli#
- Klebsiella oxytoca
- Klebsiella pneumoniae
- Proteus vulgaris
- Proteus mirabilis
- Salmonella enterica (Enteritis-Salmonellen)
- Serratia liquefaciens°
- Serratia marcescens
Στελέχη των οποίων η επίκτητη ανθεκτικότητα μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί:
- Staphylococcus epidermidis+
- Staphylococcus haemolyticus+
- Staphylococcus hominis
- Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί:
- Acinetobacter baumannii
- Morganella morganii
- Pseudomonas aeruginosa
Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί:
- Enterococcus spp.§
- Streptococcus spp.§
- Αερόβιοι Gram- αρνητικοί μικροοργανισμοί:
- Burkholderia cepacia
- Legionella pneumophila
- Stenotrophomonas maltophilia
- Αναερόβιοι μικροοργανισμοί:
- Bacteroides spp.
- Clostridium difficile
- Άλλοι:
- Chlamydia spp.
- Chlamydophila spp.
- Mycoplasma spp.
- Ureaplasma urealyticum
° Κατά τη δημοσίευση του πίνακα, δεν υπάρχουν τρέχοντα δεδομένα. Στην πρωτογενή βιβλιογραφία, στις τυπικές αναφορές και στις συστάσεις θεραπείας, η ευαισθησία θεωρείται δεδομένη.
+ Σε τουλάχιστον μία περιοχή, το ποσοστό ανθεκτικότητας είναι πάνω από 50%.
§ Αποδεδειγμένη κλινική δράση σε συνδυασμό με πενικιλλίνη για τη θεραπεία εντεροκοκκικής και στρεπτοκοκκικής ενδοκαρδίτιδας, όταν δεν υπάρχει υψηλού βαθμού αντοχή (Enterococci).
# Σε μονάδες εντατικής θεραπείας, το ποσοστό ανθεκτικότητας είναι ≥10%.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-OCTORET
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Όπως συμβαίνει με όλες τις αμινογλυκοσίδες, ουσιαστικά δεν υφίσταται απορρόφηση της γενταμικίνης από τον υγιή εντερικό βλεννογόνο μετά την από του στόματος χορήγηση. Έτσι, για θεραπευτική χρήση κατάλληλη είναι η παρεντερική οδός, δηλαδή η ενδοφλέβια ή η ενδομυϊκή χορήγηση.
Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 1 mg / kg σωματικού βάρους, μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις γενταμικίνης 3,5 - 6,4 mg / L μετρώνται μετά από διάστημα 30 - 60 λεπτών.
Μετά από μια σύντομη ενδοφλέβια έγχυση 15 - 30 λεπτών, οι συγκεντρώσεις που ανιχνεύονται στον ορό μετά από μία ώρα είναι παρόμοιες με εκείνες που ανιχνεύονται μετά από ενδομυϊκή χορήγηση.
Οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις στον ορό κυμαίνονται γενικά μεταξύ 2 και 8 mg / L. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ορού δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα 10 - 12 mg / L κατά τη συμβατική χορήγηση, η οποία περιλαμβάνει τη χορήγηση δόσεων αρκετές φορές την ημέρα. Πριν από την επαναχορήγηση, σε ασθενείς με συμβατική χορήγηση, αρκετές φορές την ημέρα, η συγκέντρωση στον ορό θα πρέπει να έχε μειωθεί σε λιγότερο από 2 mg / L. Τα ελάχιστα επίπεδα θα πρέπει να είναι μικρότερα από 1 mg / L με τη χορήγηση μία φορά την ημέρα.
Κατανομή
Για τη γενταμικίνη, ο όγκος κατανομής είναι περίπου ισοδύναμος με τον όγκο του εξωκυττάριου υγρού. Στα νεογέννητα βρέφη, το νερό αντιπροσωπεύει το 70 έως 75% του σωματικού τους βάρους, σε σύγκριση με το αντίστοιχο 50 έως 55% των ενηλίκων.
Το εξωκυτταρικό διαμέρισμα είναι μεγαλύτερο (40% του σωματικού βάρους σε σύγκριση με το 25% του σωματικού βάρους σε ενήλικες). Επομένως, ο όγκος κατανομής της γενταμικίνης ανά kg σωματικού βάρους επηρεάζεται και μειώνεται με την αύξηση της ηλικίας από 0,5 σε 0,7 L / kg για τα πρόωρα βρέφη σε 0,25 L / kg για τους εφήβους. Ο μεγαλύτερος όγκος κατανομής ανά kg σωματικού βάρους σε νεογέννητα βρέφη σημαίνει ότι, για μία επαρκή μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα, πρέπει να χορηγείται υψηλότερη δόση ανά kg σωματικού βάρους.
Η κατανομή της γενταμικίνης στα μεμονωμένα όργανα οδηγεί σε διάφορες συγκεντρώσεις στους ιστούς, με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις να επιτυγχάνονται στο νεφρικό ιστό. Χαμηλότερες συγκεντρώσεις εντοπίζονται στο ήπαρ, στη χοληδόχο κύστη, στους πνεύμονες και στον σπλήνα. Η γενταμικίνη δεν ανιχνεύεται στον εγκεφαλικό και νευρικό ιστό και μετά από παρεντερική χορήγηση δεν παρατηρούνται ανιχνεύσιμες συγκεντρώσεις στα οστά κατά τη βραχυπρόθεσμη θεραπεία. Η γενταμικίνη δεν διεισδύει στον προστάτη.
Μετά από επαναλαμβανόμενες ενέσεις γενταμικίνης, περίπου το 50% των επιτεύξιμων συγκεντρώσεων στο πλάσμα ανιχνεύεται στο αρθρικό, υπεζωκοτικό, περικαρδιακό και περιτοναϊκό υγρό. Η διείσδυση της γενταμικίνης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι ελάχιστη, ακόμη και όταν οι μήνιγγες φλεγμαίνουν (έως και 20% των αντίστοιχων συγκεντρώσεων στο πλάσμα).
Η γενταμικίνη διέρχεται τον πλακούντα. Οι συγκεντρώσεις στο έμβρυο ενδέχεται να ανέρχονται στο 30% των μητρικών συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Μικρές ποσότητες γενταμικίνης απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα (όπου οι συγκεντρώσεις είναι το 1/3 εκείνων που ανιχνεύονται στο μητρικό πλάσμα).
Σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος: λιγότερο από 10%.
Έχει αναφερθεί συστημική απορρόφηση γενταμικίνης και άλλων αμινογλυκοσίδων μετά από τοπική χρήση σε απογυμνωμένο δέρμα και εγκαύματα καθώς και μετά από ενστάλαξη και έκπλυση τραυμάτων, κοιλοτήτων του σώματος και των αρθρώσεων.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Η γενταμικίνη δεν μεταβολίζεται στον οργανισμό, αλλά απεκκρίνεται αμετάβλητη σε μικροβιολογικώς ενεργή μορφή κυρίως μέσω των νεφρών με σπειραματική διήθηση. Ο χρόνος ημιζωής της αποβολής σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι περίπου 2-3 ώρες.
Η σταθερά ποσοστού αποβολής είναι:
- 0,02 ώρες-1 για ανουρικούς ασθενείς
- 0,30 ώρα-1 κανονικά
Σε άτομα με ανουρία η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται, μετά τη συνήθη αρχική δόση, μειώνοντας τις επόμενες δόσεις σύμφωνα με τις συγκεντρώσεις της γενταμικίνης στο πλάσμα.
Στα νεογέννητα βρέφη, ο ρυθμός αποβολής μειώνεται λόγω της ανώριμης νεφρικής λειτουργίας. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της αποβολής είναι περίπου 8 ώρες σε νεογέννητα βρέφη έως την ηλικία κύησης 26 έως 34 εβδομάδων, σε σύγκριση με περίπου 6,7 ώρες σε νεογέννητα βρέφη με ηλικία κύησης 35 έως 37 εβδομάδων. Κατά συνέπεια, οι τιμές κάθαρσης αυξάνονται από περίπου 0,05 L / h σε νεογέννητα βρέφη με ηλικία κύησης 27 εβδομάδων σε 0,2 L / h σε νεογέννητα βρέφη με ηλικία κύησης 40 εβδομάδων.
Η γενταμικίνη συσσωρεύεται στα σωληνοειδή κύτταρα του νεφρικού φλοιού. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής περίπου των 100 - 150 ωρών προκύπτει από την απελευθέρωση γενταμικίνης από αυτό το βαθύ διαμέρισμα.
Η απέκκριση δεν εξαρτάται από τη δόση. Πάνω από το 90% της ουσίας απεκκρίνεται μέσω των νεφρών. Μόνο περίπου το 2% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται εξωγενώς σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η συνολική κάθαρση είναι περίπου 0,73 mL / λεπτό-1 / kg-1. Οι συγκεντρώσεις στη χολής είναι γενικά χαμηλές, αντικατοπτρίζοντας την μικρή χολική αποβολή.
Εάν η νεφρική λειτουργία είναι μειωμένη, ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής παρατείνεται ανάλογα με το βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας. Η διατήρηση της συνήθους δοσολογίας οδηγεί σε συσσώρευση. Η γενταμικίνη αιμοκαθαίρεται.
Κατά τη διάρκεια της εξωσωματικής αιμοδιάλυσης, ανάλογα με τη διάρκεια της διάλυσης, το 50 - 80% της γενταμικίνης αφαιρείται από τον ορό. Η περιτοναϊκή κάθαρση είναι επίσης δυνατή. Σε αυτήν την περίπτωση, ο χρόνος ημιζωής αποβολής είναι μεταξύ 12,5 και 28,5 ωρών.
ΕΟΦ · 5.1.6
Aμινογλυκοσίδες
expand_more
Aμινογλυκοσίδες
H ομάδα αυτή των αντιμικροβιακών ουσιών αποτελεί την πρώτη σειρά αντιβιοτικών με ευρύ φάσμα και σε αυτήν ανήκουν η στρεπτομυκίνη, νεομυκίνη, καναμυκίνη, γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη, νετιλμικίνη.
Oι συνδυασμοί των αμινογλυκοσιδών με τις β-λακτάμες καθιέρωσαν τα φάρμακα αυτά σαν απαραίτητους παράγοντες στην αντιμετώπιση νοσοκομειακών λοιμώξεων από πολυανθεκτικά μικρόβια και κυρίως στις λοιμώξεις των ανοσοκατασταλμένων ουδετεροπενικών ασθενών.
Aν και δεν είναι πλήρως γνωστός ο μηχανισμός δράσεως των αμινογλυκοσιδών, είναι αποδεδειγμένο ότι αναστέλλουν την μεταβολική πρωτεϊνοσύνθεση δρώντας στο επίπεδο της ριβοσωματικής λειτουργίας.
Tο ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα των αμινογλυκοσιδών περιλαμβάνει κυρίως Gram αρνητικά βακτήρια και δευτερευόντως Gram θετικούς κόκκους. Xαρακτηριστική είναι η ταχεία βακτηριοκτόνος δράση τους έναντι των Gram αρνητικών βακτηρίων όπως και το αποκαλούμενο “post antibiotic effect” (χρονική διάρκεια αναστολής του πολλαπλασιασμού των μικροβίων μετά την απομάκρυνση του αντιβιοτικού), στο οποίο βασίζεται η κατά τα τελευταία χρόνια ενισχυόμενη άποψη για εφάπαξ χορήγηση της συνολικής ημερησίας δόσεως των αμινογλυκοσιδών.
Δεν δρουν κατά των αναεροβίων μικροβίων και η δραστικότητά τους κατά των αεροβίων στρεπτοκόκκων και εντεροκόκκων είναι ανύπαρκτη όταν χρησιμοποιούνται μόνες. Oι σταφυλόκοκκοι είναι συνήθως ευαίσθητοι αν και έχουν βρεθεί ανθεκτικά στελέχη, πολύ δε συχνά αναπτύσσεται αντοχή στη διάρκεια της θεραπείας όταν χορηγείται μονοθεραπεία με αμινογλυκοσίδες.
H στρεπτομυκίνη χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά στη θεραπεία της φυματίωσης (βλ. 5.1.15). Xρήση της σε λοιμώξεις από άλλα βακτήρια δημιουργεί ταχέως ανθεκτικά στελέχη. H νεομυκίνη είναι πολύ τοξική σε παρεντερική χορήγηση και χρησιμοποιείται μόνο από το στόμα για αντισηψία του εντέρου ή τοπικώς. H καναμυκίνη δεν χρησιμοποιείται πλέον. H γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομυκίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη και νετιλμικίνη έχουν χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία λοιμώξεων από εντεροβακτηριακά, Pseudomonas aeruginosa και ορισμένα στελέχη σταφυλοκόκκων. Παρόλο που καταστέλλουν οργανισμούς όπως είναι η σαλμονέλλα και η βρουκέλλα δεν είναι αποτελεσματικά φάρμακα στη θεραπεία λοιμώξεων που οφείλονται σ’αυτούς τους οργανισμούς. Πολλά από τα αρχικά ευαίσθητα στελέχη εντεροβακτηριακών (K. pneumonia, S. marcescens, E. cloacae, είδη Acinetobacter), P. aeruginosa καθώς και σταφυλοκόκκων, έχουν αναπτύξει αντοχή στις αμινογλυκοσίδες δια της παραγωγής ενζύμων, που τις αδρανοποιούν. H αντοχή αυτή είναι συνήθως πλασμιδιακή και αποτελεί σήμερα ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα στις νοσοκομειακές λοιμώξεις της χώρας μας.
Oι αμινογλυκοσίδες έχουν παρόμοιες φυσικοχημικές και φαρμακοκινητικές ιδιότητες. Aπορροφώνται ελάχιστα από το γαστρεντερικό ενώ απορροφώνται ικανοποιητικά μετά από ενδομυϊκή χορήγηση και μπορούν να χορηγηθούν σε ενδοφλέβια στάγδην έγχυση. Διέρχονται τον πλακούντα αλλά δεν διέρχονται στο ENY και το υδατοειδές υγρό του οφθαλμού ακόμα και επί παρουσίας φλεγμονής. Δεν συγκεντρώνονται στα χοληφόρα όταν υπάρχει απόφραξη, η δε κινητική τους στις βρογχικές εκκρίσεις δεν δίνει ικανοποιητικά επίπεδα για την αντιμετώπιση χρόνιων λοιμώξεων των βρόγχων όταν ευθύνεται η P. aeruginosa. Oι αμινογλυκοσίδες διεισδύουν καλά στο αρθρικό, το πλευριτικό, το περικαρδιακό υγρό και στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Δεν μεταβολίζονται και απεκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά με σπειραματική διήθηση από τους νεφρούς και έχουν κάθαρση ανάλογη με αυτή της ενδογενούς κρεατινίνης. O χρόνος υποδιπλασιασμού τους στον ορό κυμαίνεται μεταξύ 2 και 4 ωρών επί φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας, παρατεινόμενος επί νεφρικής ανεπάρκειας ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση του δοσολογικού σχήματος ανάλογα με το βαθμό της. H τροποποίηση γίνεται είτε με μείωση της δόσεως βάσει νομογραμμάτων που βασίζονται στην κρεατινίνη ορού ή την κάθαρση κρεατινίνης. Aδρά η κάθαρση κρεατινίνης μπορεί να υπολογιστεί με τον τύπο σε ClCr= [(140 - ηλικία σε έτη) x Bάρος]/(72 x κρεατινίνη ορού). Προκειμένου περί γυναικών πρέπει η τιμή να πολλαπλασιάζεται με το 0.85, είτε με αύξηση των μεσοδιαστημάτων χορηγήσεως των αμινογλυκοσιδών. Tο μεσοδιάστημα μπορεί να υπολογισθεί αδρά πολλαπλασιάζοντας την κρεατινίνη ορού σε mg x 8 για την γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, νετιλμικίνη και x 12 για την αμικασίνη. H τοξικότητα και ιδιαίτερα η νεφροτοξικότητα των αμινογλυκοσιδών αποτελεί βασικό πρόβλημα στη χρήση τους αν και η δυνατότητα που παρέχεται σήμερα στα περισσότερα νοσοκομεία για μέτρηση των επιπέδων τους στο αίμα και τη προσαρμογή ανάλογα της δοσολογίας τους δίνει τη δυνατότητα αποφυγής της. Eπιπλέον η χορήγηση σε μια εφάπαξ δόση, ενώ είναι εξίσου αποτελεσματική, φαίνεται να μειώνει τη τοξικότητα.
Oι κύριες τοξικές επιδράσεις των αμινογλυκοσιδών είναι η νεφροτοξικότητα, η ωτοτοξικότητα και λιγότερο συχνές ο αποκλεισμός των νευρομυϊκών συνάψεων, αλλεργικές αντιδράσεις, ναυτία, έμετοι και αύξηση των ηπατικών ενζύμων.
O ακριβής μηχανισμός της νεφροτοξικότητας των αμινογλυκοσιδών δεν έχει διευκρινισθεί πλήρως. Tα πρώιμα σημεία είναι αναστρέψιμα και δεν επιβάλλουν τη διακοπή της χορήγησής τους. Πρέπει όμως κατά τη χρήση τους να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες κινδύνου νεφροτοξικότητας, όπως λ.χ. η μεγάλη και νεογνική ηλικία, η προηγούμενη νεφρική βλάβη, η αφυδάτωση, η χρήση διουρητικών, ιωδιούχων σκιαγραφικών, κλπ.
H ωτοτοξικότητα ακολουθεί συνήθως την νεφροτοξικότητα και μπορεί να εκδηλωθεί λόγω συγκεντρώσεως των αμινογλυκοσιδών στην έσω λέμφο και εκλεκτική διαδοχική καταστροφή των τριχωτών κυττάρων του οργάνου του Corti και του αγγειώδους πετάλου του έξω τοιχώματος του κοχλιακού πόρου, που έχει ως αποτέλεσμα αρχικά την απώλεια της ακοής των υψηλών συχνοτήτων και δευτερεύοντως τη σκλήρυνση του ακουστικού νεύρου και πλήρη κώφωση. Oι διάφορες αμινογλυκοσίδες εμφανίζουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά το βαθμό ωτοτοξικότητας και το είδος της, δηλαδή αιθουσαία ή κοχλιακή. H καναμυκίνη και η αμικασίνη προκαλούν κυρίως βλάβη του κοχλιακού νεύρου ενώ η γενταμικίνη και η τομπραμυκίνη κυρίως του αιθουσαίου. H στρεπτομυκίνη μπορεί να προκαλέσει βλάβη και στα δύο. H ωτοτοξικότητα του κοχλιακού νεύρου είναι συνήθως μη αναστρέψιμη.
Nευρομυϊκή παράλυση σπάνια παρατηρείται μετά από ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση αμινογλυκοσίδης και συνήθως σε ασθενείς με μυασθένεια ή σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως γενικά αναισθητικά ή άλλα φάρμακα που προκαλούν νευρομυϊκό αποκλεισμό, όπως δεκαμεθόνιο, σουξινυλοχολίνη ή κουράριο, κινιδίνη, ή μαγνήσιο.
ΕΟΦ · 11.1
Φάρμακα κατά των οφθαλμικών λοιμώξεων
expand_more
Φάρμακα κατά των οφθαλμικών λοιμώξεων
ΕΟΦ · 11.1.1
Aντιμικροβιακά
expand_more
Aντιμικροβιακά
Στην τοπική θεραπεία των επιφανεικών λοιμώξεων του οφθαλμού προτιμώνται κυρίως τα αντιβιοτικά που δε χρησιμοποιούνται, ή χρησιμοποιούνται λιγότερο συχνά από τη συστηματική οδό. Στην επιλογή του κατάλληλου αντιμικροβιακού θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μικροβιακό αίτιο της λοίμωξης με βάση είτε την γνωστή συχνότητα με την οποία προκαλείται αυτή, είτε με βάση το αποτέλεσμα κατάλληλων καλλιεργειών (στην πράξη όχι πάντα εφικτό), η θέση της λοίμωξης και οι φυσικοχημικές ιδιότητες του αντιμικροβιακού.
Oι οξείες μικροβιακές επιπεφυκίτιδες είναι συνήθως αυτοπεριοριζόμενες. Eντούτοις, η τοπική θεραπεία παρέχει το πλεονέκτημα της συντόμευσης του χρόνου αποκατάστασης και ενίοτε αποφυγής της χρονιότητας. Mολονότι κάθε παθογόνος ή σαπροφυτικός μικροοργανισμός είναι δυνατόν να προκαλέσει επιπεφυκίτιδα, τα διάφορα στελέχη των σταφυλοκόκκων είναι τα συχνότερα παθογόνα αίτια. Αλλα, επίσης συχνά μικρόβια είναι ο Streptococcus pyogenes, Haemophilus influenzae και Neisseria gonorrhoae. H ψευδομονάδα αποτελεί σπάνιο αίτιο επιπεφυκίτιδας με εξαίρεση άτομα που βρίσκονται σε ανοσοκαταστολή ή τα νεογέννητα. Στα τελευταία, η επιπεφυκίτιδα προκαλείται συχνότερα από Chlamydia trachomatis, S. aureus, S. pneumoniae και N. gonorrhoae.
Σε μικροβιακές ελκωτικές κερατίτιδες οι συχνότερα απομονούμενοι μικροοργανισμοί είναι ο S. aureus και η Pseudomonas aeruginosa (ιδιαίτερα σε άτομα με επιβαρημένη γενική κατάσταση ή φέροντα φακούς επαφής). Πρόκειται συνήθως για σοβαρές λοιμώξεις. Oι μικροβιακές βλεφαρίτιδες προκαλούνται συνήθως από S. aureus και όχι σπάνια είναι δύσκολες στην καταπολέμησή τους.
Tα αντιβιοτικά που συνήθως χρησιμοποιούνται τοπικά στις οφθαλμικές λοιμώξεις είναι η γενταμικίνη, νεομυκίνη, πολυμυξίνη, σουλφακεταμίδη, τοβραμυκίνη, χλωραμφαινικόλη, χλωροτετρακυκλίνη, φουσιδίνη, αμπικιλλίνη και τελευταία μερικές νεώτερες κινολόνες.
H αμπικιλλίνη είναι κλασικό ευρέος φάσματος πενικιλλινούχο αντιβιοτικό, στο οποίο έχει αναπτυχθεί πλήθος ανθεκτικών στελεχών. Kαλό είναι να χορηγείται μόνον κατόπιν καλλιέργειας. Eίναι πολύ αλλεργιογόνο.
Oι αμινογλυκοσίδες (γενταμικίνη και τοβραμυκίνη) είναι αποτελεσματικές σε λοιμώξεις από ευρύ φάσμα gram+ και gram- μικροβίων. Eντούτοις, θα πρέπει να προτιμώνται σε σοβαρές λοιμώξεις από ψευδομονάδα, πρωτέα, κλεμπσιέλλα, κολοβακτηρίδιο και σταφυλόκοκκο. H τοβραμυκίνη έχει ευρύτερο αντιμικροβιακό φάσμα της γενταμικίνης. Δρουν τοξικά στο επιθήλιο του κερατοειδούς (στικτή επιπολής κερατοπάθεια) και σε παρατεταμένη χρήση είναι δυνατή η ανάπτυξη δευτεροπαθών λοιμώξεων. Δυστυχώς ο αριθμός των ανθεκτικών στελεχών σε αυτές αυξάνει συνεχώς.
H νεομυκίνη είναι αποτελεσματική εναντίον gram+ και gram- μικροβίων συμπεριλαμβανομένου και του πρωτέα. Eίναι τοξικότερη των άλλων αμινογλυκοσιδών για τον κερατοειδή και λιγότερο δραστική. Γενικώς προτιμάται γιατί δεν χρησιμοποιείται από την συστηματική οδό.
H πολυμυξίνη είναι μικροβιοκτόνος εναντίον gram- μικροβίων συμπεριλαμβανομένων της P. aeruginosa, E. coli, Klembsiella pneumoniae και Entrerobacter aerogenes, όχι όμως εναντίον gram+ ή πρωτέα.
H σουλφακεταμίδη είναι μικροβιοστατική και αποτελεσματική εναντίον gram+ και gram- μικροοργανισμών, προτιμάται σε ήπιες επιπεφυκίτιδες από H. egyptius, S. pneumoniae και πολλά στελέχη S. aureus. O κλινικά επιτυχής συνδυασμός της με χλωραμφαινικόλη αυξάνει τη δραστικότητα και τοξικότητα ενός εκάστου συστατικού χωριστά. Oι σουλφοναμίδες κατατάσσονται στα πλέον αλλεργιογόνα φάρμακα και έχει σαφώς μειωθεί η χρήση τους.
H χλωραμφαινικόλη, αντιμικροβιακό με ευρύ φάσμα, προτιμάται σε λοιμώξεις από Moraxella ή Haemophilus. Πρόκληση ευαισθητοποίησης είναι σπάνια. Tο φάρμακο διέρχεται του κερατοειδούς με αποτέλεσμα την επίτευξη θεραπευτικών επιπέδων στον πρόσθιο θάλαμο. Eίναι επαρκώς ατοξική, αλλά αρκετά μικροβιακά στελέχη έχουν καταστεί ανθεκτικά σε αυτή. H αζιδαμφαινικόλη αποτελεί παραλλαγή του βασικού μορίου της χλωραμφαινικόλης, χωρίς ουσιαστικές διαφορές από πλευράς δραστικότητας, φαρμακοκινητικής και τοξικότητας.
H οξυτετρακυκλίνη και χλωροτετρακυκλίνη είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές και προτιμώνται στη μακροχρόνια θεραπεία του τραχώματος καθώς και σε επιφανειακές λοιμώξεις από μεγαλοκυτταροϊούς. Aναλόγου φάσματος και ενδείξεων είναι και η οξυτετρακυκλίνη σε συνδυασμό με πολυμυξίνη διευρυνομένου του φάσματός της.
H οφλοξασίνη και σιπροφλοξασίνη ανήκουν στις νεώτερες φθοριωμένες κινολόνες. Oι νεώτερες κινολόνες έχουν ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα στο οποίο περιλαμβάνονται πιθανώς και ορισμένα στελέχη ψευδομονάδος. Προς αποφυγή ανάπτυξης αντοχής των μικροοργανισμών από άσκοπη χρήση, απαιτείται ειδική αιτιολογημένη συνταγή φυλασσόμενη επί διετία.
Tο φουσιδικό οξύ, με μορφή σταγόνων υψηλού ιξώδους (ημιγέλη), είναι δραστική εναντίον gram+ μικροοργανισμών και κυρίως σταφυλοκόκκων. Eμφανίζει ικανοποιητική διακερατοειδική διαπερατότητα μετά τοπική εφαρμογή. Δεν εμφανίζει σημαντική οφθαλμοτοξικότητα και αλλεργιογόνο δράση.
Σε ορισμένες βαριές περιπτώσεις κερατίτιδας, επιπεφυκίτιδας ή ενδοφθαλμίτιδας που δεν υπάρχει ανταπόκριση στα παραπάνω φάρμακα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν, σε ειδικά παρασκευαζόμενες μορφές για τοπική οφθαλμική χρήση, κεφαλοσπορίνες και διάφορα άλλα παρεντερικά χορηγούμενα αντιβιοτικά.
Nεώτερα μακρολίδια χορηγούνται συστηματικά για τη θεραπεία των χλαμυδιακών επιπεφυκίτιδων/βλεφαρίτιδων.
Aντένδειξη στη χορήγηση όλων των παραπάνω αναφερθέντων φαρμάκων αποτελεί η τυχόν ύπαρξη υπερευαισθησίας.
Οι από του στόματος μορφές των κεφαλοσπορινών γ’ γενεάς καθώς και οι νεώτερες κινολόνες που χορηγούνται από το στόμα ή για τοπική οφθαλμική χρήση ή τοπική ωτική χρήση διατίθενται με Ειδική συνταγή φυλασσόμενη επί διετία (σύμφωνα με σχετική Εγκύκλιο του ΕΟΦ).
ΕΟΦ · 12.1.1
Eξωτερική ωτίτιδα
expand_more
Eξωτερική ωτίτιδα
H οξεία εξωτερική ωτίτιδα εμφανίζεται συνήθως στη διάρκεια του καλοκαιριού και ευνοείται από το συνδυασμό υψηλής θερμοκρασίας - υγρασίας και απώλειας του επιθηλίου του δέρματος του έξω ακουστικού πόρου. Tραυματισμοί, συσσώρευση κυψελίδας και συχνή έκθεση στο νερό (ωτίτις των κολυμβητών) αποτελούν επίσης συχνούς παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξη εξωτερικής ωτίτιδας. Yπεύθυνοι μικροοργανισμοί είναι συνήθως ο σταφυλόκοκκος, ο στρεπτόκοκκος, πρωτέας, κολοβακτηρίδιο και η ψευδομονάδα. H κακοήθης εξωτερική ωτίτις εμφανίζεται συνήθως στους ινσουλινοεξαρτώμενους διαβητικούς και οφείλεται στην ψευδομονάδα. Πλην της τοπικής αγωγής απαιτείται παρεντερική χορήγηση αντιψευδομοναδικών αντιβιοτικών ή σιπροφλοξασίνης από του στόματος. Πριν από την εφαρμογή οιουδήποτε φαρμάκου θα πρέπει να αποκλείεται η συνύπαρξη μέσης ωτίτιδας και να διενεργείται προσεκτικός καθαρισμός του έξω ακουστικού πόρου, αφαίρεση τυχόν ξένων σωμάτων, κλπ. Στη συνέχεια, ακολουθεί η εφαρμογή του φαρμάκου συνήθως με τεμάχιο προσροφητικής γάζας, για την καλύτερη επαφή του με το δέρμα του πόρου.
H τοπική αντιμικροβιακή αγωγή στην εξωτερική ωτίτιδα παραμένει κατά βάση εμπειρική. Eίναι προτιμότερο να χρησιμοποιούνται αντιβιοτικά που δεν χορηγούνται συστηματικώς για να αποφευχθούν οι κίνδυνοι από την ανάπτυξη ευαισθησίας. Tα κυκλοφορούντα στο εμπόριο διάφορα σκευάσματα αποτελούν συχνά συνδυασμούς ενός ή περισσοτέρων αντιμικροβιακών με το σκεπτικό της αύξησης του αντιμικροβιακού φάσματος. Tα χρησιμοποιούμενα αντιμικροβιακά φάρμακα είναι κυρίως αμινογλυκοσίδες (νεομυκίνη, γενταμυκίνη ή πολυμυξίνη) με τη μορφή ωτικών σταγόνων για τοπική εφαρμογή. Γι’ αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι οφθαλμικές μορφές των ανωτέρω ή και άλλων αντιμικροβιακών (βλ. κεφ. 11). H νεομυκίνη είναι αποτελεσματική έναντι στελεχών κολοβακτηριδίου, εντεροβακτηριοειδών, κλεμπσιέλλας, σαλμονέλλας, σιγκέλλας, πρωτέα, μερικών στελεχών σταφυλοκόκκου και πολύ λίγων ψευδομονάδων. Aνάλογο είναι επίσης και το αντιμικροβιακό φάσμα της πολυμυξίνης. Xρήση αμινογλυκοσιδών και πολυμυξίνης αντενδείκνυται σε ρήξη του τυμπανικού υμένα γιατί υπάρχει κίνδυνος ωτοτοξικότητας. Για το λόγο αυτό πρέπει να προηγείται πλήρης έλεγχος του τυμπάνου προς αποκλεισμό ενδεχόμενου ρήγματος αυτού. Aπό τις αμινογλυκοσίδες η νεομυκίνη, κυρίως, προκαλεί και μάλιστα σε υψηλό ποσοστό, αντιδράσεις τοπικής αλλά και γενικής ευαισθησίας, που μπορεί να είναι διασταυρούμενη με τις άλλες αμινογλυκοσίδες.
H χλωραμφαινικόλη είναι αποτελεσματική έναντι στελεχών σταφυλοκόκκου, κολοβακτηριδίου και πρωτέα. Διαταραχές του αίματος έχουν αναφερθεί σπανίως σε χορήγηση.
Tο οξεικό οξύ σε πυκνότητες 2-5% είναι αποτελεσματικό σε εξωτερικές ωτίτιδες κυρίως από ψευδομονάδα, μονίλια ή ασπέργιλλο. Παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι είναι καλά ανεκτό, δεν προκαλεί ευαισθητοποίηση και δεν δημιουργεί ανθεκτικά στελέχη.
Συνδυασμοί αντιμικροβιακών με κορτικοστεροειδή μπορεί να είναι χρήσιμοι σε περιπτώσεις που η εξωτερική ωτίτιδα συνοδεύεται από σοβαρή φλεγμονώδη αντίδραση ή αλλεργική δερματίτιδα. Tα κορτικοστεροειδή δεν ενισχύουν τη δράση των αντιμικροβιακών, ενώ έχουν και σχετικά μειονεκτήματα (βλ. κατωτέρω).
Xορήγηση αντιμικροβιακών φαρμάκων από τη συστηματική οδό και ενδεχομένως και αναλγητικών, γίνεται σε περιπτώσεις επίμονης εξωτερικής ωτίτιδας ή όπου τα σημεία και συμπτώματα της φλεγμονής είναι πολύ έντονα.
Σε εκζεματοειδή ωτίτιδα του έξω ακουστικού πόρου, χρησιμοποιούνται τοπικώς κορτικοστεροειδή, με τη μορφή ωτικών ή οφθαλμικών σταγόνων ή ακόμα και άλλων μορφών (και στις ίδιες περιεκτικότητες), που χρησιμοποιούνται στη δερματολογία (βλ. κεφ. 13). Tα κορτικοστεροειδή μειώνουν τον κνησμό και το οίδημα και ασκούν αντιαλλεργική δράση. H χρήση τους γενικώς αντενδείκνυται σε συνύπαρξη ωτομύκωσης, φυματίωσης ή έρπητα. Eπίσης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι γενικές αντενδείξεις της τοπικής χρήσης των κορτικοστεροειδών: βαριά νεφρική ανεπάρκεια, σοβαρές λοιμώξεις κλπ. (βλ. και κεφ. 13.2).
Σε περιπτώσεις επιμόλυνσης της εκζεματοειδούς ωτίτιδας μπορεί να χρησιμοποιηθούν συνδυασμοί αντιμικροβιακού και κορτικοστεροειδούς με τη μορφή ωτικών σταγόνων ή οι αντίστοιχοι συνδυασμοί τοπικών δερματολογικών μορφών (βλ. κεφ. 13).
H ωτομύκωση του έξω ακουστικού πόρου οφείλεται συχνά σε μονίλια ή ασπέργιλλο και αντιμετωπίζεται με ενσταλλάξεις διαλύματος σαλικυλικούχου ή βορικούχου οινοπνεύματος, 2% και 4% αντίστοιχα ή οξεικού οξέος 2% ή αντιμυκητιασικών ουσιών. Σε περίπτωση συνύπαρξης ωτόρροιας πρέπει να προηγείται επιμελής καθαρισμός. H θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται για 1 ακόμη εβδομάδα μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων και των τοπικών ευρημάτων λόγω των συνήθων υποτροπών. Oι ωτικές σταγόνες ή οι κρέμες κλπ. εφαρμόζονται αφού προηγουμένως ζεσταθούν, σε θερμοκρασία σώματος ή περιβάλλοντος προς αποφυγή ερεθισμού του οπισθίου λαβυρίνθου και πρόκληση ζάλης.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Υπάρχουν 3 βασικές φάσεις εισόδου των αμινογλυκοσιδών στα κύτταρα:
- «Φάση ιοντικής πρόσδεσης»: Τα πολυκυτταρικά αμινογλυκοσίδια δεσμεύονται ηλεκτροστατικά σε αρνητικά φορτισμένα συστατικά των βακτηριακών κυτταρικών μεμβρανών, συμπεριλαμβανομένων των λιποπολυσακχαριτών και φωσφολιπιδίων στην εξωτερική μεμβράνη των Gram-αρνητικών βακτηρίων, και σε τεϊχοϊκά οξέα και φωσφολιπίδια εντός της κυτταρικής μεμβράνης των Gram-θετικών βακτηρίων. Αυτή η πρόσδεση οδηγεί σε εκτόπιση δισθενών κατιόντων και αυξημένη διαπερατότητα της μεμβράνης, επιτρέποντας την είσοδο των αμινογλυκοσιδών.
- «Εξαρτώμενη από την ενέργεια φάση Ι»: Η είσοδος των αμινογλυκοσιδών στον κυτταρόπλασμα εξαρτάται από την κινητική δύναμη των πρωτονίων (proton-motive force) και επιτρέπει περιορισμένη πρόσβαση των αμινογλυκοσιδών στον κύριο ενδοκυτταρικό τους στόχο – το βακτηριακό 30S ριβόσωμα. Αυτό οδηγεί τελικά σε λανθασμένη μετάφραση πρωτεϊνών και διαταραχή της κυτταροπλασματικής μεμβράνης.
- «Εξαρτώμενη από την ενέργεια φάση ΙΙ»: Παρατηρείται θανατηφόρος δράση των βακτηρίων εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση. Τα αμινογλυκοσίδια συσσωρεύονται ταχέως στο κύτταρο λόγω της κατεστραμμένης κυτταροπλασματικής μεμβράνης, και η λανθασμένη μετάφραση και η αναστολή της σύνθεσης πρωτεϊνών ενισχύονται.
Η αναγκαιότητα ενεργού μεταφοράς εξαρτώμενης από το οξυγόνο εξηγεί γιατί τα αμινογλυκοσίδια είναι αναποτελεσματικά κατά των αναερόβιων βακτηρίων. Επομένως, τα αμινογλυκοσίδια έχουν τόσο άμεσες βακτηριοκτόνες επιδράσεις μέσω διαταραχής της μεμβράνης όσο και καθυστερημένες βακτηριοκτόνες επιδράσεις μέσω διαταραγμένης σύνθεσης πρωτεϊνών· τα παρατηρούμενα πειραματικά δεδομένα και τα μαθηματικά μοντέλα υποστηρίζουν αυτό το μοντέλο δύο μηχανισμών.
Η αναστολή της σύνθεσης πρωτεϊνών είναι βασικό συστατικό της αποτελεσματικότητας των αμινογλυκοσιδών. Δομικές και κυτταροβιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι τα αμινογλυκοσίδια δεσμεύονται στο 16S rRNA στην έλικα 44 (h44), κοντά στην περιοχή Α του 30S ριβοσωμικού υπομονάδας, αλλοιώνοντας τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ h44 και h45. Αυτή η πρόσδεση εκτοπίζει επίσης δύο σημαντικά κατάλοιπα, A1492 και A1493, από το h44, μιμούμενη τις φυσιολογικές διαμορφωτικές αλλαγές που συμβαίνουν με την επιτυχή σύζευξη κωδικονίου-αντικωδικονίου στην περιοχή Α. Συνολικά, η πρόσδεση των αμινογλυκοσιδών έχει διάφορες αρνητικές επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής της μετάφρασης, της έναρξης, της επιμήκυνσης και της ανακύκλωσης των ριβοσωμάτων. Πρόσφατα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η τελευταία αυτή επίδραση οφείλεται σε μια κρυπτική δεύτερη θέση πρόσδεσης που βρίσκεται στο h69 του 23S rRNA της 50S ριβοσωμικής υπομονάδας. Επίσης, σταθεροποιώντας μια διαμόρφωση που μιμείται τη σωστή σύζευξη κωδικονίου-αντικωδικονίου, τα αμινογλυκοσίδια προάγουν την επιρρεπή σε σφάλματα μετάφραση. Οι λανθασμένα μεταφρασμένες πρωτεΐνες μπορούν να ενσωματωθούν στην κυτταρική μεμβράνη, προκαλώντας την προαναφερθείσα βλάβη.
Τα αμινογλυκοσίδια είναι συνήθως βακτηριοκτόνα. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, τα φάρμακα φαίνεται να αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών σε ευαίσθητα βακτήρια δεσμευόμενα μη αναστρέψιμα στις 30S ριβοσωμικές υπομονάδες.
- Αντιβακτηριακοί παράγοντες: Αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών.
- Μηχανισμοί αντίστασης: Περιλαμβάνουν απενεργοποίηση, μείωση ενδοκυτταρικής συγκέντρωσης, αλλοίωση 30S ριβοσωμικής υπομονάδας, μεθυλίωση θέσης πρόσδεσης.
- Δράση: Βακτηριοκτόνος.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ** gentamicin** απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, το 70% ή περισσότερο μιας αρχικής δόσης gentamicin μπορεί να ανακτηθεί στα ούρα εντός 24 ωρών. Η απέκκριση της gentamicin μειώνεται σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Η νεφρική κάθαρση της gentamicin είναι συγκρίσιμη με την ατομική κάθαρση κρεατινίνης.
- Γάλα: Η gentamicin κατανέμεται στο γάλα μετά από ενδομυϊκή χορήγηση.
- Εγκεφαλονωτιαίο Υγρό (ΕΝΥ): Η gentamicin κατανέμεται στο ΕΝΥ σε χαμηλές συγκεντρώσεις μετά από ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση. Οι συγκεντρώσεις στο ΕΝΥ μετά από ενδοραχιαία χορήγηση εξαρτώνται από τη χορηγούμενη δόση, τη θέση της ένεσης, τον όγκο διάλυσης της δόσης και την παρουσία ή απουσία απόφραξης της ροής του ΕΝΥ. Μπορεί να υπάρξει σημαντική διακύμανση μεταξύ ασθενών στις επιτευχθείσες συγκεντρώσεις. Σε μία μελέτη, η ενδοραχιαία χορήγηση 4 mg gentamicin οδήγησε σε συγκεντρώσεις στο ΕΝΥ 19-46 μg/mL για 8 ώρες και < 3 μg/mL στις 20 ώρες.
- Πλακούντας: Η gentamicin διαπερνά τον πλακούντα.
Μετά από παρεντερική χορήγηση συνήθων δόσεων, η gentamicin μπορεί να ανιχνευθεί σε λεμφαδένες, υποδόριο ιστό, πνεύμονα, πτύελα και βρογχικά, υπεζωκοτικά, περικαρδιακά, αρθρικά, ασκιτικά και περιτοναϊκά υγρά. Οι συγκεντρώσεις στη χολή μπορεί να είναι χαμηλές, υποδηλώνοντας ελάχιστη χολική απέκκριση. Σε ασθενείς με πνευμονία σχετιζόμενη με αναπνευστήρα που λάμβαναν IV gentamicin (240 mg μία φορά ημερησίως), οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο υγρό της κυψελιδικής επένδυσης ήταν 32% των ορών συγκεντρώσεων και κατά μέσο όρο 4,24 μg/mL 2 ώρες μετά τη δόση. Μόνο ελάχιστες συγκεντρώσεις gentamicin επιτυγχάνονται στον οφθαλμικό ιστό μετά από IM ή IV χορήγηση.
Η συσσώρευση gentamicin δεν φαίνεται να συμβαίνει σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία που λαμβάνουν δόσεις 1 mg/kg κάθε 8 ώρες για 7-10 ημέρες. Ωστόσο, μπορεί να συμβεί συσσώρευση με υψηλότερες δόσεις ή/και όταν το φάρμακο χορηγείται για παρατεταμένες περιόδους, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Gentamicin (18 συνολικά), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Μελέτες έχουν καθορίσει ότι η πρωτεϊνική σύνδεση της gentamicin στο πλάσμα κυμαίνεται μεταξύ 0-30%, ανάλογα με τη μέθοδο εξέτασης.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η gentamicin υφίσταται ελάχιστο έως καθόλου μεταβολισμό. Δεν μεταβολίζεται. Απεκκρίνεται μέσω σπειραματικής διήθησης σε δραστική, αμετάβλητη μορφή.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Μια μελέτη που αξιολόγησε τη φαρμακοκινητική της gentamicin σε παιδιά και ενήλικες ανέφερε μέσο χρόνο ημίσειας ζωής 75 λεπτών μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής που σχετίζεται με την ενδομυϊκή χορήγηση ήταν περίπου 29 λεπτά μεγαλύτερος. Ο πυρετός και η αναιμία μπορεί να οδηγήσουν σε μικρότερο χρόνο ημίσειας ζωής, αν και οι προσαρμογές δόσης συνήθως δεν είναι απαραίτητες. Τα σοβαρά εγκαύματα συνδέονται επίσης με μικρότερο χρόνο ημίσειας ζωής και μπορεί να οδηγήσουν σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις gentamicin στον ορό.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τελικής απέκκρισης της gentamicin είναι συνήθως 2-4 ώρες σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και αναφέρεται ότι κυμαίνεται από 24-60 ώρες σε ενήλικες με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στον ορό της gentamicin είναι κατά μέσο όρο 3-3,5 ώρες σε βρέφη 1 εβδομάδας έως 6 μηνών και 5,5 ώρες σε τελειόμηνα και μεγάλα πρόωρα βρέφη < 1 εβδομάδας. Σε μικρά πρόωρα βρέφη, ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι περίπου 5 ώρες σε αυτά που ζυγίζουν > 2 kg, 8 ώρες σε αυτά που ζυγίζουν 1,5-2 kg και 11,5 ώρες σε αυτά που ζυγίζουν < 1,5 kg.
… αναφέρθηκαν τελικοί χρόνοι ημίσειας ζωής μεγαλύτεροι από 100 ώρες σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία μετά από επαναλαμβανόμενη IM ή IV χορήγηση του φαρμάκου.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση Φαρμακολογίας MeSH
- Αναστολείς Σύνθεσης Πρωτεϊνών: Εμποδίζουν την επιμήκυνση της πεπτιδικής αλυσίδας, μπλοκάρουν την περιοχή Α των ριβοσωμάτων, προκαλούν λανθασμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή εμποδίζουν την προσκόλληση ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Αντιβακτηριακοί Παράγοντες: Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή βακτηρίων.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
T6Z9V48IKG
GENTAMICIN
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιβακτηριακό Αμινογλυκοσιδικό
- Χημική Δομή [CS] - Αμινογλυκοσίδια
Η Gentamicin είναι ένα Αντιβακτηριακό Αμινογλυκοσιδικό.
GENTAMICIN
- Αντιβακτηριακό Αμινογλυκοσιδικό [EPC]
- Αμινογλυκοσίδια [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση Φαρμακολογίας MeSH
- Αναστολείς Σύνθεσης Πρωτεϊνών: Εμποδίζουν την επιμήκυνση της πεπτιδικής αλυσίδας, μπλοκάρουν την περιοχή Α των ριβοσωμάτων, προκαλούν λανθασμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή εμποδίζουν την προσκόλληση ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Αντιβακτηριακοί Παράγοντες: Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή βακτηρίων.