FEBUXOSTAT
Φεβουξοστάτη
**Φαρμακοδυναμική** Το φεβουξοστάτη είναι ένας νέος, εκλεκτικός αναστολέας της ξανθινοξειδάσης/αφυδρογονάσης που λειτουργεί μειώνοντας το ουρικό οξύ του ορού με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Σε υγιείς εθελοντές, το φεβουξοστάτη μείωσε τις μέσες συγκεντρώσεις ουρικού οξέος του ορού και …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-ADENURIC
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 80mg άπαξ ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Εάν το ουρικό οξύ ορού είναι > 6mg/dl (357 µmol/l) έπειτα από 2-4 εβδομάδες, μπορεί να εξεταστεί η χορήγηση ADENURIC 120 mg άπαξ ημερησίως.
-
ΕνήλικεςΔόση80mgΜέγ. δόση120 mgΑρχική δόση 80mg άπαξ ημερησίως. Εάν το ουρικό οξύ ορού είναι > 6mg/dl (357 µmol/l) έπειτα από 2-4 εβδομάδες, μπορεί να εξεταστεί η χορήγηση ADENURIC 120 mg άπαξ ημερησίως. Ο θεραπευτικός στόχος είναι να μειωθεί και να διατηρηθεί το ουρικό οξύ ορού κάτω από τα 6 mg/dl (357 µmol/l). Συνιστάται προφύλαξη από έξαρση ουρικής αρθρίτιδας για τουλάχιστον 6μήνες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν αξιολογηθεί πλήρως σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30ml/min, βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔόση80 mgΗ αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της φεβουξοστάτης δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με βαριά ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh Τάξη C). Η συνιστώμενη δοσολογία σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία είναι 80 mg. Περιορισμένες πληροφορίες είναι διαθέσιμες για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του ADENURIC σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-ADENURIC
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning
SPC-ADENURIC
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Καρδιαγγειακές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια ή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΔεν συνιστάται θεραπεία με φεβουξοστάτη
-
Φαρμακευτικό προϊόν αλλεργία / υπερευαισθησίαπροσοχήΟι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται από τα σημεία και συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για συμπτώματα αλλεργίας/αντιδράσεων υπερευαισθησίας. Η θεραπεία με φεβουξοστάτη πρέπει αμέσως να σταματήσει εάν σοβαρά συμπτώματα αλλεργίας/αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson, συμβούν. Εάν ένας ασθενής έχει αναπτύξει αντιδράσεις αλλεργίας/υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson και οξεία αναφυλακτική αντίδραση/σοκ, η φεβουξοστάτη δεν πρέπει να ξαναρχίσει σ' αυτόν τον ασθενή ανά πάσα στιγμή.
-
Οξέα επεισόδια ουρικής αρθρίτιδαςπροσοχήΗ θεραπεία με φεβουξοστάτη δεν θα πρέπει να ξεκινάει μέχρι να έχει υποχωρήσει πλήρως ένα οξύ επεισόδιο ουρικής αρθρίτιδας. Κατά την έναρξη της θεραπείας συνιστάται προφύλαξη από έξαρση ουρικής αρθρίτιδας για τουλάχιστον 6 μήνες με ένα ΜΣΑΦ ή κολχικίνη. Εάν συμβεί έξαρση ουρικής αρθρίτιδας κατά τη θεραπεία, η θεραπεία δεν θα πρέπει να διακοπεί και η έξαρση να αντιμετωπιστεί ταυτόχρονα.
-
Εναπόθεση ξανθίνηςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με εξαιρετικά αυξημένο ρυθμό σχηματισμού ουρικού οξέος (π.χ. κακοήθης νόσος και θεραπεία της, σύνδρομο Lesch-Nyhan)η χρήση της φεβουξοστάτης δεν συνιστάται
-
Ταυτόχρονη χορήγηση μερκαπτοπουρίνης/αζαθειοπρίνηςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς στους οποίους χορηγείται ταυτόχρονα μερκαπτοπουρίνη/αζαθειοπρίνηΗ χρήση φεβουξοστάτης δεν συνιστάται. Όπου η ταυτόχρονη χορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται μείωση της δόσης της μερκαπτοπουρίνης/αζαθειοπρίνης στο 20% ή λιγότερο της προηγούμενης δόσης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και η δόση να προσαρμόζεται.
-
Λήπτες μοσχευμάτων οργάνωνπροσοχήΠληθυσμόςλήπτες μοσχευμάτων οργάνωνη χρήση φεβουξοστάτης δεν συνιστάται
-
ΘεοφυλλίνηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς στους οποίους χορηγείται ταυτόχρονα θεοφυλλίνηΗ φεβουξοστάτη 80mg μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς κίνδυνο αύξησης των επιπέδων της θεοφυλλίνης στο πλάσμα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την φεβουξοστάτη 120mg.
-
Ηπατικές διαταραχέςπροσοχήΔοκιμασία ηπατικής λειτουργίας συνιστάται πριν από την έναρξη της θεραπείας με φεβουξοστάτη και μετέπειτα περιοδικά βάσει κλινικής εκτίμησης.
-
Διαταραχές του θυρεοειδούςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με μεταβολή της λειτουργίας του θυρεοειδούςΑπαιτείται προσοχή όταν χρησιμοποιείται φεβουξοστάτη.
-
ΛακτόζηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτάσηςδεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο
swap_horiz
SPC-ADENURIC
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των φαρμάκων οδηγώντας σε τοξικότητα.ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση. Σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης, η δόση μερκαπτοπουρίνης/αζαθειοπρίνης θα πρέπει να μειώνεται στο 20% ή λιγότερο της προηγούμενης δόσης.
-
Ροσιγλιταζόνη, CYP2C8 υποστρώματαπροσοχήΔεν είχε καμία επίδραση στην φαρμακοκινητική της ροσιγλιταζόνης και του μεταβολίτη της N-δεσμεθυλροσιγλιταζόνης.ΣύστασηΔεν αναμένεται να χρειαστεί οποιαδήποτε ρύθμιση της δόσης για αυτές τις ενώσεις.
-
προσοχήΔεν έχει καμία επίδραση στην φαρμακοκινητική ή ασφάλεια της θεοφυλλίνης (για φεβουξοστάτη 80mg).ΣύστασηΔεν συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν η φεβουξοστάτη 80mg και η θεοφυλλίνη δίνονται ταυτοχρόνως. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την φεβουξοστάτη 120mg.
-
προσοχήΑύξηση στην έκθεση σε φεβουξοστάτη (Cmax 28%, AUC 41% και t1/2 26%). Δεν συσχετίστηκε με κλινικά σημαντική αύξηση σε ανεπιθύμητα συμβάντα.ΣύστασηΗ φεβουξοστάτη μπορεί να συγχορηγείται με ναπροξένη χωρίς να απαιτείται ρύθμιση της δόσης της φεβουξοστάτης ή της ναπροξένης.
-
Επαγωγείς γλυκουρονίδωσηςπαρακολούθησηΑυξημένος μεταβολισμός και μειωμένη αποτελεσματικότητα της φεβουξοστάτης.ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση του ουρικού οξέος ορού 1-2 εβδομάδες έπειτα από την έναρξη της θεραπείας. Διακοπή του επαγωγέα ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα φεβουξοστάτης.
-
προσοχήΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθεί χωρίς να απαιτείται ρύθμιση της δόσης της φεβουξοστάτης ή της συγχορηγούμενης δραστικής ουσίας.
-
προσοχήΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης για την φεβουξοστάτη.
-
προσοχήΔεν είχε επίδραση στην φαρμακοκινητική της βαρφαρίνης. Το INR και η δράση του παράγοντα VII δεν επηρεάστηκαν.ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης για τη βαρφαρίνη.
-
Δεσιπραμίνη, υποστρώματα CYP2D6προσοχήΜέση αύξηση κατά 22% στην AUC της δεσιπραμίνης (πιθανή ασθενής ανασταλτική δράση).ΣύστασηΔεν αναμένεται να απαιτεί ρύθμιση δόσης για αυτές τις ενώσεις.
-
Αντιόξινα (υδροξείδιο μαγνησίου και υδροξείδιο αργιλίου)προσοχήΚαθυστέρηση απορρόφησης φεβουξοστάτης (περίπου 1 ώρα) και μείωση 32% στην Cmax, χωρίς σημαντική αλλαγή στην AUC.ΣύστασηΗ φεβουξοστάτη μπορεί να ληφθεί ανεξάρτητα από τη χρήση αντιόξινων.
sick
SPC-ADENURIC
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Πανκυτταροπενία
- Θρομβοκυττοπενία
- Ακοκκιοκυττάρωση
- Μείωση αριθμού αιμοπεταλίων
- Μείωση λευκοκυττάρων
- Μείωση αιμοσφαιρίνης
- Μείωση του αιματοκρίτη
- Μείωση ερυθρών αιμοσφαιρίων
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Υπερευαισθησία στο φάρμακο
- Αυξημένη θυρεοειδική ορμόνη αίματος
- Αύξηση αμυλάσης αίματος
- Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
- Αύξηση κρεατινίνης αίματος
- Αύξηση ουρίας αίματος
- Αύξηση τριγλυκεριδίων αίματος
- Αύξηση χοληστερόλης αίματος
- Αύξηση γαλακτικής αφυδρογονάσης
- Αύξηση καλίου στο αίμα
- Παράταση χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση του αίματος
- Αύξηση κρεατινικής φωσφοκινάσης στο αίμα
- Θάμβος όρασης
- Εξάρσεις ουρικής αρθρίτιδας
- Αρθραλγία
- Αρθρίτιδα
- Μυαλγία
- Μυοσκελετικό άλγος
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυϊκός σπασμός
- Μυϊκή δυσκαμψία
- Ραβδομυόλυση
- Δυσκαμψία αρθρώσεων
- Μυοσκελετική δυσκαμψία
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Υπερλιπιδαιμία
- Μειωμένη όρεξη
- Αύξηση βάρους
- Μείωση σωματικού βάρους
- Αύξηση όρεξης
- Ανορεξία
- Μειωμένη γεννητική ορμή
- Αϋπνία
- Νευρικότητα
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Ημιπάρεση
- Υπνηλία
- Αλλαγές στη γεύση
- Υπαισθησία
- Υποσμία
- Εμβοές
- Κολπική μαρμαρυγή
- Αίσθημα παλμών
- Ανωμαλίες ηλεκτροκαρδιογραφήματος
- Υπέρταση
- Έξαψη
- Εξάψεις
- Δύσπνοια
- Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού
- Θυλακίτιδα
- Διάρροια
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Κοιλιακή διάταση
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Έμετος
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Δυσκοιλιότητα
- Συχνές κενώσεις
- Μετεωρισμός
- Γαστρεντερική δυσφορία
- Παγκρεατίτιδα
- Εξέλκωση στόματος
- Ανωμαλία ηπατικής λειτουργίας
- Χολολιθίαση
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Ηπατική βλάβη
- Εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένου διαφόρων τύπων εξανθημάτων που αναφέρθηκαν σε χαμηλότερες συχνότητες)
- Δερματίτιδα
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Αποχρωματισμός δέρματος
- Δερματική βλάβη
- Πετέχειες
- Εξάνθημα ωχράς κηλίδας
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Βλατιδώδες εξάνθημα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αγγειοοίδημα
- Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα
- Γενικευμένο εξάνθημα
- Ερύθημα
- Αποφολιδωτικό εξάνθημα
- Οζώδες ερύθημα
- Φυσαλιδώδες εξάνθημα
- Φλυκταινώδες εξάνθημα
- Κνησμώδες εξάνθημα
- Ερυθηματώδες εξάνθημα
- Ιλαροειδές εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Υπεριδρωσία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρολιθίαση
- Αιματουρία
- Συχνή ούρηση
- Πρωτεϊνουρία
- Επείγουσα ούρηση
- διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα
- Στυτική δυσλειτουργία
- Οίδημα
- Κόπωση
- Θωρακικό άλγος
- Δυσφορία στο στήθος
- Δίψα
- αυξημένη γλυκόζη του αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑνωμαλία ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημα (συμπεριλαμβανομένου διαφόρων τύπων εξανθημάτων που αναφέρθηκαν σε χαμηλότερες συχνότητες)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕξάρσεις ουρικής αρθρίτιδαςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑλλαγές στη γεύσηΔιαταραχές Νευρικού Συστήματος
-
Όχι συχνέςΑνωμαλίες του ΗΚΓΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑποχρωματισμός του δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γαλακτική αφυδρογονάσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη θυρεοειδική ορμόνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑύξηση αμυλάσης αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑύξηση κρεατινίνης αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση ουρίας αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση της χοληστερόλης του αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑύξηση του καλίου στο αίμαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑύξηση τριγλυκεριδίων του αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΒλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερική δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔερματική βλάβηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημα ωχράς κηλίδαςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗμιπάρεσηΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘυλακίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΘωρακική δυσφορίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή διάτασηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη του άνω αναπνευστικούΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜείωση αιματοκρίτηΑίμα
-
Όχι συχνέςΜείωση αιμοσφαιρίνηςΑίμα
-
Όχι συχνέςΜείωση αριθμού αιμοπεταλίωνΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΜείωση λευκοκυττάρωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γεννητική ορμήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυοσκελετικό άλγοςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή δυσκαμψίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκός σπασμόςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΝεφρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠετέχειεςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠόνος στο θώρακαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΣυχνές κενώσειςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣυχνή ούρησηΔιαταραχές των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερλιπιδαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥποσμίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΧολολιθίασηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑποφολιδωτικό εξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑρθρίτιδα (επίσης συχνότητα 'Όχι συχνές')Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση του αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΑύξηση κρεατινικής φωσφοκινάσης στο αίμαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑύξηση όρεξηςΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΓενικευμένο εξάνθημα (σοβαρό)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΔίψαΓενικές
-
ΣπάνιεςΔιάμεση σωληναριακή νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΔυσκαμψία αρθρώσεωνΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΕμβοέςΑυτί
-
ΣπάνιεςΕξέλκωση στόματοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕπείγουσα ούρησηΔιαταραχές των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΕρυθηματώδης εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΙλαροειδές εξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚνησμώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜείωση ερυθρών αιμοσφαιρίωνΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΜείωση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΜυοσκελετική δυσκαμψίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΟζώδες ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠαράταση του χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΦαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΦλυκταινώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΦυσαλιδώδη εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιαΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιαΑκοκκιοκυττάρωσηΑίμα
-
ΣπάνιαΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιαΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιαΗπατική βλάβηΉπαρ
-
ΣπάνιαΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιαΘρομβοκυττοπενίαΑίμα
-
ΣυχνάΟίδημαΓενικές
-
ΣπάνιαΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιαΥπερευαισθησία στο φάρμακοΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
SPC-ADENURIC
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΗ φεβουξοστάτη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.Τα δεδομένα σχετικά με πολύ περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων έκθεσης κατά την εγκυμοσύνη, δεν κατέδειξαν ανεπιθύμητες ενέργειες της φεβουξοστάτης στην εγκυμοσύνη ή στην υγεία του εμβρύου/νεογέννητου. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου ή στον τοκετό (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
ΓαλουχίαΗ φεβουξοστάτη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη γαλουχία.Είναι άγνωστο εάν η φεβουξοστάτη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν απέκκριση αυτής της δραστικής ουσίας στο μητρικό γάλα και διαταραγμένη ανάπτυξη των θηλαζόντων νεογέννητων ζώων. Κίνδυνος σε θηλάζον βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΗ επίδραση του ADENURIC στην ανθρώπινη γονιμότητα είναι άγνωστη.Σε ζώα, μελέτες αναπαραγωγής έως και 48mg/kg/ημέρα δεν έδειξαν δοσοεξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ADENURIC
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σκεύασμα ουρικής αρθρίτιδας, παρασκευάσματα που αναστέλλουν την παραγωγή ουρικού οξέος, κωδικός ATC: M04AA03 ### Μηχανισμός δράσης Το ουρικό οξύ είναι το τελικό προϊόν μεταβολισμού της πουρίνης στον…
biotech
SPC-ADENURIC
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Σε υγιή άτομα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος (Cmax) και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκεντρώσεων-χρόνου (AUC) της φεβουξοστάτης αυξήθηκαν με τρόπο ανάλογο προς τη δόση έπειτα από απλές και πολλαπλές δόσεις των 10 mg έως 120 mg….
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | πριν από την έναρξη της θεραπείας και μετέπειτα περιοδικά βάσει κλινικής εκτίμησης | — |
| Κλινική παρακολούθηση (αλλεργία/υπερευαισθησία) | vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος | στενά | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Θεραπευτική ανταπόκριση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | στενά | Συγχορήγηση με μερκαπτοπουρίνη/αζαθειοπρίνη |
| Κλινική παρακολούθηση τοξικών επιδράσεων | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | στενά | Συγχορήγηση με μερκαπτοπουρίνη/αζαθειοπρίνη |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ADENURIC
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Η συνιστώμενη από του στόματος δόση ADENURIC είναι 80mg άπαξ ημερησίως ανεξάρτητα από τροφές. Εάν το ουρικό οξύ ορού είναι > 6mg/dl (357 µmol/l) έπειτα από 2-4 εβδομάδες, μπορεί να εξεταστεί η χορήγηση ADENURIC 120 mg άπαξ ημερησίως.
Το ADENURIC λειτουργεί αρκετά γρήγορα ώστε να επιτρέψει την επανεξέταση του ουρικού οξέος ορού έπειτα από 2 εβδομάδες. Ο θεραπευτικός στόχος είναι να μειωθεί και να διατηρηθεί το ουρικό οξύ ορού κάτω από τα 6 mg/dl (357 µmol/l).
Συνιστάται προφύλαξη από έξαρση ουρικής αρθρίτιδας για τουλάχιστον 6μήνες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηλικιωμένοι: Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας στους ηλικιωμένους (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική δυσλειτουργία: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν αξιολογηθεί πλήρως σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30ml/min, βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία: Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της φεβουξοστάτης δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με βαριά ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh Τάξη C). Η συνιστώμενη δοσολογία σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία είναι 80 mg. Περιορισμένες πληροφορίες είναι διαθέσιμες για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του ADENURIC σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Μέθοδος χορήγησης:
- Από του στόματος χρήση
- Το ADENURIC πρέπει να λαμβάνεται από το στόμα και μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.
block
Αντενδείξεις
SPC-ADENURIC
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 (βλέπε επίσης Ανεπιθύμητες ενέργειες).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ADENURIC
expand_more
Προειδοποιήσεις
Καρδιαγγειακές διαταραχές
Δεν συνιστάται θεραπεία με φεβουξοστάτη σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια ή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Μια αριθμητικά μεγαλύτερη επίπτωση καρδιαγγειακών συμβάντων APTC (καθορισμένα τελικά σημεία από την Αnti-Platelet Trialists’ Collaboration (APTC) συμπεριλαμβανομένου καρδιαγγειακού θανάτου, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, μη-θανατηφόρο εγκεφαλικό) παρατηρήθηκε στη συνολική ομάδα φεβουξοστάτης σε σύγκριση με την ομάδα της αλλοπουρινόλης στις μελέτες APEX και FACT (1,3 έναντι 0,3 συμβάντα ανά 100 χρόνια έκθεσης ασθενών), αλλά όχι στη μελέτη CONFIRMS (βλέπε Φαρμακοδυναμικές για λεπτομερή χαρακτηριστικά των μελετών). Η συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβάντων APTC στις συνδυασμένες μελέτες Φάσης 3 (APEX, FACT και CONFIRMS) ήταν 0,7 έναντι 0,6 συμβάντων ανά 100 χρόνια έκθεσης ασθενών. Σε μακροχρόνιες μελέτες επέκτασης, η επίπτωση καρδιαγγειακών συμβάντων APTC ήταν 1,2 και 0,6 συμβάντων ανά 100 χρόνια έκθεσης ασθενών για φεβουξοστάτη και αλλοπουρινόλη αντίστοιχα.
Δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές και δεν καθιερώθηκε αιτιολογική σχέση με τη φεβουξοστάτη. Προσδιορισμένοι παράγοντες κινδύνου μεταξύ αυτών των ασθενών ήταν ιατρικό ιστορικό αθηροσκληρωτικής νόσου ή/και εμφράγματος του μυοκαρδίου, ή συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας.
Φαρμακευτικό προϊόν αλλεργία / υπερευαισθησία
Σπάνιες αναφορές σοβαρών αντιδράσεων αλλεργίας/υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων των απειλητικών για τη ζωή σύνδρομο Stevens-Johnson, Τοξική επιδερμική νεκρόλυση και οξεία αναφυλακτική αντίδραση/σοκ, έχουν συλλεχθεί με την εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτές οι αντιδράσεις συμβαίνουν μόνο κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα θεραπείας με φεβουξοστάτη. Μερικοί, αλλά όχι όλοι από αυτούς τους ασθενείς ανέφεραν νεφρική ανεπάρκεια και/ή προηγούμενη υπερευαισθησία στην αλλοπουρινόλη.
Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένου της Φαρμακευτικής Αντίδρασης με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (DRESS - Drug Reaction with Eosinophilia and Systemic Symptoms) συσχετίσθηκαν με πυρετό, αιματολογική, νεφρική ή ηπατική εμπλοκή σε ορισμένες περιπτώσεις.
Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται από τα σημεία και συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για συμπτώματα αλλεργίας/αντιδράσεων υπερευαισθησίας (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η θεραπεία με φεβουξοστάτη πρέπει αμέσως να σταματήσει εάν σοβαρά συμπτώματα αλλεργίας/αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson, συμβούν καθώς η έγκαιρη απόσυρση σχετίζεται με καλύτερη πρόγνωση. Εάν ένας ασθενής έχει αναπτύξει αντιδράσεις αλλεργίας/υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson και οξεία αναφυλακτική αντίδραση/σοκ, η φεβουξοστάτη δεν πρέπει να ξαναρχίσει σ’ αυτόν τον ασθενή ανά πάσα στιγμή.
Οξέα επεισόδια ουρικής αρθρίτιδας (έξαρση ουρικής αρθρίτιδας)
Η θεραπεία με φεβουξοστάτη δεν θα πρέπει να ξεκινάει μέχρι να έχει υποχωρήσει πλήρως ένα οξύ επεισόδιο ουρικής αρθρίτιδας. Eξάρσεις ουρικής αρθρίτιδας μπορεί να συμβούν κατά την έναρξη της θεραπείας λόγω αλλαγής των επιπέδων ουρικού οξέος ορού που καταλήγει σε κινητοποίηση ουρικού οξέος από εναποθέσεις στους ιστούς. (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Κατά την έναρξη της θεραπείας με φεβουξοστάτη συνιστάται προφύλαξη από έξαρση ουρικής αρθρίτιδας για τουλάχιστον 6 μήνες με ένα Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο (ΜΣΑΦ) ή κολχικίνη (βλέπε Δοσολογία).
Εάν συμβεί έξαρση ουρικής αρθρίτιδας κατά τη θεραπεία με φεβουξοστάτη, η θεραπεία δεν θα πρέπει να διακοπεί. Η έξαρση ουρικής αρθρίτιδας θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ταυτόχρονα ανάλογα με την περίπτωση για τον μεμονωμένο ασθενή. Συνεχής θεραπεία με φεβουξοστάτη μειώνει τη συχνότητα και την ένταση των εξάρσεων ουρικής αρθρίτιδας.
Εναπόθεση ξανθίνης
Σε ασθενείς στους οποίους ο ρυθμός σχηματισμού ουρικού οξέος είναι εξαιρετικά αυξημένος (π.χ. κακοήθης νόσος και θεραπεία της, σύνδρομο Lesch-Nyhan) η απόλυτη συγκέντρωση ξανθίνης στα ούρα μπορεί, σε σπάνιες περιπτώσεις, να αυξηθεί σημαντικά ώστε να επιτρέψει την εναπόθεση στην ουροφόρο οδό.
Καθώς δεν υπάρχει εμπειρία με τη φεβουξοστάτη, η χρήση της σε αυτούς τους πληθυσμούς δεν συνιστάται.
Μερκαπτοπουρίνη/αζαθειοπρίνη
Η χρήση φεβουξοστάτης δεν συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται ταυτόχρονα μερκαπτοπουρίνη/αζαθειοπρίνη καθώς η αναστολή της οξειδάσης της ξανθίνης από την φεβουξοστάτη μπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις μερκαπτοπουρίνης/αζαθειοπρίνης στο πλάσμα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σοβαρή τοξικότητα. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης σε ανθρώπους.
Όπου η ταυτόχρονη χορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται μείωση της δόσης της μερκαπτοπουρίνης/αζαθειοπρίνης. Με βάση την μοντελοποίηση και την ανάλυση προσομοίωσης δεδομένων από μία προ-κλινική μελέτη σε αρουραίους, όταν συγχορηγείται με φεβουξοστάτη, η δόση μερκαπτοπουρίνης/αζαθειοπρίνης θα πρέπει να μειώνεται στο 20% ή λιγότερο της προηγούμενης δόσης που συνταγογραφήθηκε προκειμένου να αποφευχθούν πιθανές αιματολογικές επιδράσεις (βλέπε Αλληλεπιδράσεις και Προκλινικά δεδομένα).
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και η δόση της μερκαπτοπουρίνης/αζαθειοπρίνης θα πρέπει ακολούθως να προσαρμόζεται με βάση την αξιολόγηση της θεραπευτικής ανταπόκρισης και την έναρξη ενδεχόμενων τοξικών επιδράσεων.
Λήπτες μοσχευμάτων οργάνων
Επειδή δεν υπάρχει εμπειρία σε λήπτες μοσχευμάτων οργάνων, η χρήση φεβουξοστάτης δεν συνιστάται σε τέτοιους ασθενείς (βλέπε Φαρμακοδυναμικές).
Θεοφυλλίνη
Η συγχορήγηση φεβουξοστάτης 80mg και εφάπαξ δόσης θεοφυλλίνης 400mg σε υγιή άτομα έδειξε απουσία οποιασδήποτε φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
Η φεβουξοστάτη 80mg μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται ταυτόχρονα θεοφυλλίνη χωρίς κίνδυνο αύξησης των επιπέδων της θεοφυλλίνης στο πλάσμα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την φεβουξοστάτη 120mg.
Ηπατικές διαταραχές
Κατά τη διάρκεια της συνδυασμένης φάση 3 κλινικών μελετών, ήπιες ανωμαλίες στις δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας παρατηρήθηκαν σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε φεβουξοστάτη (5.0%).
Δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας συνιστάται πριν από την έναρξη της θεραπείας με φεβουξοστάτη και μετέπειτα περιοδικά βάσει κλινικής εκτίμησης (βλέπε Φαρμακοδυναμικές).
Διαταραχές του θυρεοειδούς
Αυξημένες τιμές TSH (>5,5 µIU/mL) παρατηρήθηκαν σε ασθενείς υπό μακροπρόθεσμη θεραπεία με φεβουξοστάτη (5,5%) στις μακροπρόθεσμες ανοικτές μελέτες παράτασης.
Απαιτείται προσοχή όταν χρησιμοποιείται φεβουξοστάτη σε ασθενείς με μεταβολή της λειτουργίας του θυρεοειδούς (βλέπε Φαρμακοδυναμικές).
Λακτόζη
Τα δισκία φεβουξοστάτης περιέχουν λακτόζη.
Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτάσης, δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ADENURIC
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Μερκαπτοπουρίνη/αζαθειοπρίνη: Βάσει του μηχανισμού δράσης της φεβουξοστάτης στην αναστολή της ΧΟ δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση. Αναστολή της ΧΟ από την φεβουξοστάτη μπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των φαρμάκων οδηγώντας σε τοξικότητα. Μελέτες αλληλεπιδράσεων της φεβουξοστάτης με άλλα φάρμακα (εκτός θεοφυλλίνης) που μεταβολίζονται από ΧΟ δεν έχουν πραγματοποιηθεί σε ανθρώπους. Μοντελοποίηση και ανάλυση προσομοίωσης δεδομένων από μία προ-κλινική μελέτη σε αρουραίους, υποδεικνύει ότι σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης με φεβουξοστάτη, η δόση μερκαπτοπουρίνης/αζαθειοπρίνης θα πρέπει να μειώνεται στο 20% ή λιγότερο της προηγούμενης δόσης που συνταγογραφήθηκε (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Προκλινικά δεδομένα). Μελέτες αλληλεπιδράσεων φεβουξοστάτης με άλλη κυτταροτοξική χημειοθεραπεία δεν έχουν διεξαχθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια της φεβουξοστάτης κατά τη διάρκεια έτερης κυτταροτοξικής θεραπείας.
Ροσιγλιταζόνη/CYP2C8 υποστρώματα: Η φεβουξοστάτη δείχθηκε να είναι ένας αδύναμος αναστολέας του CYP2C8 invitro. Σε μια μελέτη με υγιή άτομα, η συγχορήγηση 120mg φεβουξοστάτης QD με μία από του στόματος δόση 4mg ροσιγλιταζόνης δεν είχε καμία επίδραση στην φαρμακοκινητική της ροσιγλιταζόνης και του μεταβολίτη της N-δεσμεθυλροσιγλιταζόνης, υποδεικνύοντας ότι η φεβουξοστάτη δεν είναι ένζυμο αναστολέας του CYP2C8 invivo. Επομένως, η συγχορήγηση φεβουξοστάτης με ροσιγλιταζόνη ή με άλλα CYP2C8 υποστρώματα, δεν αναμένεται να χρειαστεί οποιαδήποτε ρύθμιση της δόσης για αυτές τις ενώσεις.
Θεοφυλλίνη: Μία μελέτη αλληλεπίδρασης σε υγιή άτομα έχει διεξαχθεί με φεβουξοστάτη, για να αξιολογηθεί κατά πόσον η αναστολή της ΧΟ ενδέχεται να προκαλέσει αύξηση στα κυκλοφορούντα επίπεδα της θεοφυλλίνης όπως έχει αναφερθεί με άλλους αναστολείς της ΧΟ. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης έδειξαν ότι η συγχορήγηση φεβουξοστάτης 80mg QD με εφάπαξ δόση θεοφυλλίνης 400mg δεν έχει καμία επίδραση στην φαρμακοκινητική ή ασφάλεια της θεοφυλλίνης. Επομένως, δεν συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν η φεβουξοστάτη 80mg και η θεοφυλλίνη δίνονται ταυτοχρόνως. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την φεβουξοστάτη 120mg.
Ναπροξένη και άλλοι αναστολείς γλυκουρονίδωσης (ΜΣΑΦ και προβενεσίδη): Ο μεταβολισμός της φεβουξοστάτης εξαρτάται από ένζυμα Ουριδίνης Γλυκουρονοσυλτρανσφεράσης (UGT). Φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τη γλυκουρονίδωση, όπως τα ΜΣΑΦ και η προβενεσίδη, μπορούν θεωρητικά να επηρεάσουν την απέκκριση της φεβουξοστάτης. Σε υγιή άτομα, η ταυτόχρονη χρήση φεβουξοστάτης και ναπροξένης 250 mg δις ημερησίως συσχετίστηκε με αύξηση στην έκθεση σε φεβουξοστάτη (Cmax 28%, AUC 41% και t1/2 26%). Σε κλινικές μελέτες η χρήση ναπροξένης ή άλλων ΜΣΑΦ/Cox-2 αναστολέων δεν συσχετίστηκε με τυχόν κλινικά σημαντική αύξηση σε ανεπιθύμητα συμβάντα. Η φεβουξοστάτη μπορεί να συγχορηγείται με ναπροξένη χωρίς να απαιτείται ρύθμιση της δόσης της φεβουξοστάτης ή της ναπροξένης.
Επαγωγείς γλυκουρονίδωσης: Ισχυροί επαγωγείς των ενζύμων UGT ενδέχεται πιθανώς να οδηγήσουν σε αυξημένο μεταβολισμό και μειωμένη αποτελεσματικότητα της φεβουξοστάτης. Επομένως συνιστάται παρακολούθηση του ουρικού οξέος ορού 1-2 εβδομάδες έπειτα από την έναρξη της θεραπείας με έναν ισχυρό επαγωγέα γλυκουρονίδωσης. Αντιστρόφως, διακοπή της θεραπείας ενός επαγωγέα ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα φεβουξοστάτης στο πλάσμα.
Κολχικίνη/ινδομεθακίνη: Η φεβουξοστάτη μπορεί να συγχορηγηθεί με κολχικίνη ή ινδομεθακίνη χωρίς να απαιτείται ρύθμιση της δόσης της φεβουξοστάτης ή της συγχορηγούμενης δραστικής ουσίας.
Υδροχλωροθειαζίδη: Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης για την φεβουξοστάτη όταν χορηγείται με υδροχλωροθειαζίδη.
Βαρφαρίνη: Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης για τη βαρφαρίνη όταν χορηγείται με φεβουξοστάτη. Χορήγηση φεβουξοστάτης (80 mg ή 120 mg μία φορά την ημέρα) με βαρφαρίνη δεν είχε επίδραση στην φαρμακοκινητική της βαρφαρίνης σε υγιείς εθελοντές. Το INR και η δράση του παράγοντα VII δεν επηρεάστηκαν από τη συγχορήγηση της φεβουξοστάτης.
Δεσιπραμίνη/υποστρώματα CYP2D6: Η φεβουξοστάτη φάνηκε ότι είναι ασθενής αναστολέας του CYP2D6 in vitro. Σε μια μελέτη με υγιή άτομα, 120 mg ADENURIC ημερησίως κατέληξαν σε μια μέση αύξηση κατά 22% στην AUC της δεσιπραμίνης, ενός υποστρώματος CYP2D6 που υποδεικνύει μια πιθανή ασθενή ανασταλτική δράση της φεβουξοστάτης στο ένζυμο CYP2D6 in vivo. Επομένως, η συγχορήγηση της φεβουξοστάτης με άλλα υποστρώματα CYP2D6 δεν αναμένεται να απαιτεί ρύθμιση δόσης για αυτές τις ενώσεις.
Αντιόξινα: Ταυτόχρονη κατάποση ενός αντιόξινου που περιέχει υδροξείδιο μαγνησίου και υδροξείδιο αργιλίου έχει φανεί ότι καθυστερεί την απορρόφηση της φεβουξοστάτης (περίπου 1 ώρα) και προκαλεί μια μείωση κατά 32% στην Cmax, αλλά δεν παρατηρήθηκε σημαντική αλλαγή στην AUC. Επομένως, η φεβουξοστάτη μπορεί να ληφθεί ανεξάρτητα από τη χρήση αντιόξινων.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ADENURIC
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας: Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε κλινικές μελέτες (4.072 άτομα που έλαβαν τουλάχιστον μία δόση από 10 mg έως 300 mg) και την εμπειρία μετά την κυκλοφορία είναι εξάρσεις ουρικής αρθρίτιδας, διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας, διάρροια, ναυτία, κεφαλαλγία, εξάνθημα και οίδημα. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κυρίως ήπιες ή μέτριες σε σοβαρότητα. Σπάνια σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας στη φεβουξοστάτη, μερικές από τις οποίες συσχετιζόντουσαν με συστηματικά συμπτώματα, έχουν συμβεί στην μετά κυκλοφορία εμπειρία.
Πινακοποιημένη λίστα ανεπιθύμητων ενεργειών: Συχνές (≥1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) και Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) ανεπιθύμητες ενέργειες που συνέβησαν σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία φεβουξοστάτης παρατίθενται παρακάτω. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη θεραπεία συνδυασμένων μακροπρόθεσμων μελετών παράτασης φάσης 3 και μετά την κυκλοφορία εμπειρία
| Κατηγορία συστήματος οργάνων | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες ενέργειες | |———————————|————-|————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————–T The 2nd of February 2024 (2024-02-02) was a Friday. To find the day of the week for the 22nd of December 2024 (2024-12-22), we need to calculate the number of days between these two dates and then determine how that affects the day of the week. Let’s count the days: * February 2024: February has 29 days in 2024 (because 2024 is a leap year). From Feb 2nd to Feb 29th, there are 29 - 2 = 27 days. * March 2024: 31 days * April 2024: 30 days * May 2024: 31 days * June 2024: 30 days * July 2024: 31 days * August 2024: 31 days * September 2024: 30 days * October 2024: 31 days * November 2024: 30 days * December 2024: Up to the 22nd, there are 22 days. Total number of days = 27 + 31 + 30 + 31 + 30 + 31 + 31 + 30 + 31 + 30 + 22 = 304 days. Now, we find the remainder when 304 is divided by 7 (because there are 7 days in a week): 304 ÷ 7 = 43 with a remainder of 3. This means that the day of the week will shift forward by 3 days from Friday. * Friday + 1 day = Saturday * Friday + 2 days = Sunday * Friday + 3 days = Monday Therefore, the 22nd of December 2024 will be a Monday. The final answer is $oxed{ ext{Monday}}$.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ADENURIC
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Τα δεδομένα σχετικά με πολύ περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων έκθεσης κατά την εγκυμοσύνη, δεν κατέδειξαν ανεπιθύμητες ενέργειες της φεβουξοστάτης στην εγκυμοσύνη ή στην υγεία του εμβρύου/νεογέννητου. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου ή στον τοκετό (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Η φεβουξοστάτη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Γαλουχία
Είναι άγνωστο εάν η φεβουξοστάτη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν απέκκριση αυτής της δραστικής ουσίας στο μητρικό γάλα και διαταραγμένη ανάπτυξη των θηλαζόντων νεογέννητων ζώων. Κίνδυνος σε θηλάζον βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η φεβουξοστάτη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη γαλουχία.
Γονιμότητα
Σε ζώα, μελέτες αναπαραγωγής έως και 48mg/kg/ημέρα δεν έδειξαν δοσοεξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η επίδραση του ADENURIC στην ανθρώπινη γονιμότητα είναι άγνωστη.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ADENURIC
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σκεύασμα ουρικής αρθρίτιδας, παρασκευάσματα που αναστέλλουν την παραγωγή ουρικού οξέος, κωδικός ATC: M04AA03
Μηχανισμός δράσης
Το ουρικό οξύ είναι το τελικό προϊόν μεταβολισμού της πουρίνης στον άνθρωπο και δημιουργείται με τη σειρά υποξανθίνη → ξανθίνη → ουρικό οξύ. Και τα δύο βήματα στις παραπάνω μεταμορφώσεις καταλύονται από την οξειδάση της ξανθίνης (ΧΟ). Η φεβουξοστάτη είναι ένα παράγωγο 2-αρυλικής θειαζόλης που επιτυγχάνει τη θεραπευτική του επίδραση μειώνοντας το ουρικό οξύ ορού μέσω επιλεκτικής αναστολής της ΧΟ. Η φεβουξοστάτη είναι ένας ισχυρός, μη πουρινικός επιλεκτικός αναστολέας της ΧΟ (NP-SIXO) με μια in vitro τιμή αναστολής Ki μικρότερη από ένα nanomolar. Η φεβουξοστάτη έχει καταδειχτεί ότι αναστέλλει δραστικά τόσο τις οξειδωμένες όσο και τις μειωμένες μορφές XO. Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις η φεβουξοστάτη δεν αναστέλλει άλλα ένζυμα που συμμετέχουν στο μεταβολισμό της πουρίνης ή της πυριμιδίνης, δηλαδή, στην απαμινάση γουανίνης, στη φωσφοριβοσυλτρανσφεράση της υποξανθίνης-γουανίνης, στην οροτική φωσφοριβοσυλτρανσφεράση, στη μονοφωσφορική αποκαρβοξυλάση οροτιδίνης ή στην πουρινική νουκλεοσιδική φωσφορυλάση.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα του ADENURIC καταδείχτηκε σε τρεις πιλοτικές μελέτες φάσης 3 (οι δύο πιλοτικές μελέτες APEX και FACT και η επιπλέον μελέτη CONFIRMS που περιγράφονται παρακάτω) που διεξάχθηκαν σε 4101 ασθενείς με υπερουριχαιμία και ουρική αρθρίτιδα. Σε κάθε πιλοτική μελέτη φάσης 3, το ADENURIC κατέδειξε ανώτερη ικανότητα να μειώσει και να διατηρήσει τα επίπεδα ουρικού οξέος ορού σε σύγκριση με την αλλοπουρινόλη. Το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας στις μελέτες APEX και FACT ήταν η αναλογία ασθενών των οποίων τα τελευταία 3 μηνιαία επίπεδα ουρικού οξέος ορού ήταν < 6,0 mg/dl (357 µmol/l). Στην επιπλέον φάση 3 της μελέτης CONFIRMS, της οποίας τα αποτελέσματα είναι διαθέσιμα μετά την έγκριση της άδειας κυκλοφορίας του ADENURIC, το πρωταρχικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η αναλογία των ασθενών των οποίων τα επίπεδα του ουρικού οξέος στον ορό ήταν < 6.0 mg/dl κατά την τελευταία επίσκεψη. Κανένας ασθενής με μόσχευμα οργάνου δεν περιλήφθηκε σε αυτές τις μελέτες (βλ. Δοσολογία).
Μελέτη APEX: Η ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη αποτελεσματικότητας της φεβουξοστάτης με αλλοπουρινόλη (APEX) ήταν φάσης 3, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη 28 εβδομάδων. Χίλιοι εβδομήντα δύο (1.072) ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν: εικονικό φάρμακο (n=134), ADENURIC 80 mg ημερησίως (n=267), ADENURIC 120 mg ημερησίως (n=269), ADENURIC 240 mg ημερησίως (n=134) ή αλλοπουρινόλη (300 mg ημερησίως [n=258] για ασθενείς με κρεατινίνη ορού βασικής γραμμής ≤1,5 mg/dl ή 100 mg ημερησίως [n=10] για ασθενείς με κρεατινίνη ορού βασικής γραμμής >1,5 mg/dl και ≤2,0 mg/dl). Διακόσια σαράντα mg φεβουξοστάτης (2 φορές η συνιστώμενη υψηλότερη δόση) χρησιμοποιήθηκαν ως δόση αξιολόγησης ασφάλειας. Η μελέτη APEX έδειξε στατιστικά σημαντική ανωτερότητα τόσο του θεραπευτικού σχήματος ADENURIC 80 mg ημερησίως όσο και του ADENURIC 120 mg ημερησίως έναντι του θεραπευτικού σχήματος συμβατικά χρησιμοποιούμενων δόσεων αλλοπουρινόλης 300 mg (n = 258) /100 mg (n = 10) στη μείωση του ουρικού οξέος ορού (sUA) κάτω από 6mg/dl (357 µmol/l) (βλ. Πίνακα 2 και Εικόνα 1).
Μελέτη FACT: Η ελεγχόμενη δοκιμή φεβουξοστάτης έναντι αλλοπουρινόλης (FACT) ήταν φάσης 3, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη 52 εβδομάδων. Εφτακόσιοι εξήντα (760) ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν: ADENURIC 80 mg ημερησίως (n=256), ADENURIC 120 mg ημερησίως (n=251), ή αλλοπουρινόλη 300 mg ημερησίως (n=253). Η μελέτη FACT έδειξε τη στατιστικά σημαντική ανωτερότητα τόσο του θεραπευτικού σχήματος ADENURIC 80 mg ημερησίως όσο και του ADENURIC 120 mg ημερησίως έναντι του θεραπευτικού σχήματος συμβατικά χρησιμοποιούμενης δόσης αλλοπουρινόλης 300 mg στη μείωση και διατήρηση του sUA κάτω από 6 mg/dl (357 µmol/l).
Ο Πίνακας 2 συνοψίζει τα αποτελέσματα του πρωτεύοντος τελικού σημείου αποτελεσματικότητας:
Πίνακας 2 Αναλογία ασθενών με επίπεδα ουρικού οξέος ορού <6,0 mg/dl (357 µmol/l) Τελευταίες τρεις μηνιαίες επισκέψεις
| Μελέτη | ADENURIC 80 mg ημερησίως | ADENURIC 120 mg ημερησίως | Αλλοπουρινόλη 300 / 100 mg ημερησίως |
|---|---|---|---|
| APEX (28 εβδομάδες) | 48% (n=262) | 65% (n=269) | 22% (n=268) |
| FACT (52 εβδομάδες) | 53% (n=255) | 62% (n=250) | 21% (n=251) |
| Συνδυασμένα Αποτελέσματα | 51% (n=517) | 63% (n=519) | 22% (n=519) |
1 αποτελέσματα από άτομα που λαμβάνουν είτε 100 mg ημερησίως (n=10: ασθενείς με κρεατινίνη ορού > 1,5 και ≤2,0 mg/dl) ή 300 mg ημερησίως (n=509) συνενώθηκαν για αναλύσεις.
- p < 0,001 έναντι αλλοπουρινόλης, # p < 0,001 έναντι 80 mg
Η ικανότητα του ADENURIC να μειώσει τα επίπεδα ουρικού οξέος ορού ήταν άμεση και συνεχής. Μείωση στο επίπεδο ουρικού οξέος ορού σε <6,0 mg/dl (357 µmol/l) σημειώθηκε κατά την επίσκεψη της Εβδομάδας 2 και διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας. Τα μέσα επίπεδα ουρικού οξέος ορού σε σχέση με το χρόνο για κάθε ομάδα θεραπείας από τις δύο πιλοτικές μελέτες φάσης 3 φαίνονται στην Εικόνα 1.
Εικόνα 1 Μέσα επίπεδα ουρικού οξέος ορού συνδυασμένων πιλοτικών μελετών φάσης 3
Εικόνα που δείχνει τα μέσα επίπεδα ουρικού οξέος ορού (mg/dL) σε σχέση με το χρόνο για διαφορετικές ομάδες θεραπείας (Εικονικό φάρμακο, Αλλοπουρινόλη, ADENURIC 80 mg, ADENURIC 120 mg, ADENURIC 240 mg) από συνδυασμένες πιλοτικές μελέτες φάσης 3. Τα επίπεδα μειώνονται γρήγορα με ADENURIC και διατηρούνται.
11
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ADENURIC
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Σε υγιή άτομα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος (Cmax) και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκεντρώσεων-χρόνου (AUC) της φεβουξοστάτης αυξήθηκαν με τρόπο ανάλογο προς τη δόση έπειτα από απλές και πολλαπλές δόσεις των 10 mg έως 120 mg. Για δόσεις μεταξύ 120 mg και 300mg, παρατηρήθηκε για τη φεβουξοστάτη μια μεγαλύτερη από την ανάλογη με τη δόση αύξηση στην AUC. Δεν υπάρχει υπολογίσιμη συσσώρευση όταν δόσεις των 10 mg έως 240 mg χορηγούνται κάθε 24 ώρες. Η φεβουξοστάτη έχει φαινομενικό μέσο χρόνο ημίσειας ζωής (t1/2) τελικής απέκκρισης περίπου 5 έως 8 ώρες.
Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές αναλύσεις πληθυσμού διεξάχθηκαν σε 211 ασθενείς με υπερουριχαιμία και ουρική αρθρίτιδα, στους οποίους χορηγήθηκε ADENURIC 40-240 mg ημερησίως. Γενικά, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της φεβουξοστάτης που υπολογίστηκαν από αυτές τις αναλύσεις είναι συνεπείς με εκείνες που ελήφθησαν από υγιή άτομα, υποδεικνύοντας ότι υγιή άτομα είναι αντιπροσωπευτικά για φαρμακοκινητική/φαρμακοδυναμική αξιολόγηση στον πληθυσμό ασθενών με ουρική αρθρίτιδα.
Απορρόφηση
Η φεβουξοστάτη απορροφάται ταχέως (tmax 1,0-1,5 ώρα) και καλά (τουλάχιστον 84%). Έπειτα από απλές ή πολλαπλές άπαξ ημερησίως από του στόματος δόσεις των 80 και 120 mg, η Cmax είναι περίπου 2,8-3,2μg/ml, και 5,0-5,3 μg/ml, αντίστοιχα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα για το δισκίο φεβουξοστάτης δεν έχει μελετηθεί. Έπειτα από πολλαπλές άπαξ ημερησίως από του στόματος δόσεις των 80 mg ή από μια απλή δόση των 120 mg με γεύμα υψηλό σε λιπαρά, υπήρξε μείωση 49% και 38% στη Cmax και 18% και 16% μείωση στην AUC, αντίστοιχα. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική αλλαγή στην ποσοστιαία μείωση της συγκέντρωσης ουρικού οξέος ορού όπου εξετάστηκε (πολλαπλή δόση των 80 mg). Επομένως, το ADENURIC μπορεί να ληφθεί ανεξάρτητα από τροφές.
Κατανομή
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής (Vss/F) σε σταθερή κατάσταση της φεβουξοστάτης κυμαίνεται από 29 έως 75 λίτρα έπειτα από του στόματος δόσεις των 10-300 mg. Η δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος της φεβουξοστάτης είναι περίπου 99,2% (κυρίως σε λευκωματίνη), και είναι σταθερή σε σχέση με το εύρος συγκέντρωσης με δόσεις των 80 και 120 mg. Η δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος των ενεργών μεταβολιτών κυμαίνεται από 82% έως 91%.
Βιομετατροπή
Η φεβουξοστάτη μεταβολίζεται εκτενώς μέσω σύζευξης διαμέσου του συστήματος του ενζύμου διφωσφορική ουριδίνη γλυκουρονοσυλ- τρανφεράση (UDPGT) και οξείδωσης διαμέσου του συστήματος κυτοχρώματος P450 (CYP). Τέσσερις φαρμακολογικά ενεργοί υδροξυλικοί μεταβολίτες έχουν αναγνωριστεί, εκ των οποίων οι τρεις βρίσκονται στο ανθρώπινο πλάσμα. In vitro μελέτες χρησιμοποιώντας ανθρώπινα μικροσώματα ήπατος κατέδειξαν ότι εκείνοι οι οξειδωτικοί μεταβολίτες σχηματίστηκαν κυρίως από CYP1A1, CYP1A2, CYP2C8 ή CYP2C9 και το γλυκορουνίδιο φεβουξοστάτης σχηματίστηκε κυρίως από UGT 1A1, 1A8, και 1A9.
Απέκκριση
Η φεβουξοστάτη απεκκρίνεται τόσο από την ηπατική όσο και από τη νεφρική οδό. Έπειτα από του στόματος δόση 80 mg 14C-επισημασμένη φεβουξοστάτη, περίπου το 49% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα ως αμετάβλητη φεβουξοστάτη (3%), το ακυλο-γλυκορουνίδιο της δραστικής ουσίας (30%), οι γνωστοί οξειδωτικοί μεταβολίτες του και οι συζεύκτες τους (13%), και άλλοι άγνωστοι μεταβολίτες (3%). Πέραν της απέκκρισης στα ούρα, περίπου το 45% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα ως αμετάβλητη φεβουξοστάτη (12%), το ακυλο-γλυκορουνίδιο της δραστικής ουσίας (1%), οι γνωστοί οξειδωτικοί μεταβολίτες του και οι συζεύκτες τους (25%), και άλλοι άγνωστοι μεταβολίτες (7%).
Νεφρική δυσλειτουργία: Έπειτα από πολλαπλές δόσεις ADENURIC των 80 mg σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η Cmax της φεβουξοστάτης δεν άλλαξε, όσον αφορά άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η μέση ολική AUC της φεβουξοστάτης αυξήθηκε κατά περίπου 1,8 φορές από 7,5 μgh/ml στην ομάδα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία σε 13,2 μgh/ml στην ομάδα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Οι Cmax και AUC των ενεργών μεταβολιτών αυξήθηκε έως 2 και 4 φορές, αντίστοιχα. Ωστόσο, δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία: Έπειτα από πολλαπλές δόσεις ADENURIC των 80 mg σε ασθενείς με ήπια (Child-Pugh Τάξη Α) ή μέτρια (Child-Pugh Τάξη Β) ηπατική δυσλειτουργία, οι Cmax και AUC της φεβουξοστάτης και των μεταβολιτών της δεν άλλαξε σημαντικά σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (Child-Pugh Τάξη C).
Ηλικία: Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές στην AUC της φεβουξοστάτης ή των μεταβολιτών της έπειτα από πολλαπλές από του στόματος δόσεις ADENURIC σε ηλικιωμένους σε σύγκριση με νεότερα υγιή άτομα.
Φύλο: Έπειτα από πολλαπλές από του στόματος δόσεις ADENURIC, οι Cmax και AUC ήταν 24% και 12% υψηλότερες στις γυναίκες από ό,τι στους άντρες, αντίστοιχα. Ωστόσο, διορθωμένες βάσει βάρους Cmax και AUC ήταν παρόμοιες μεταξύ των δύο φύλων. Δεν απαιτείται ρύθμιση δόσης βάσει του φύλου.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Το φεβουξοστάτη είναι ένας νέος, εκλεκτικός αναστολέας της ξανθινοξειδάσης/αφυδρογονάσης που λειτουργεί μειώνοντας το ουρικό οξύ του ορού με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Σε υγιείς εθελοντές, το φεβουξοστάτη μείωσε τις μέσες συγκεντρώσεις ουρικού οξέος του ορού και τις συγκεντρώσεις ξανθίνης του ορού, καθώς και τη συνολική απέκκριση ουρικού οξέος στα ούρα. Το φεβουξοστάτη σε ημερήσιες δόσεις 40-80 mg μείωσε τις μέσες συγκεντρώσεις ουρικού οξέος του ορού στα 24ωρα κατά 40% έως 55%. Στενά συνδεδεμένο με τη μείωση των επιπέδων ουρικού οξέος του ορού που προκαλείται από το φάρμακο και την κινητοποίηση κρυστάλλων ουρικού νατρίου από εναποθέσεις στους ιστούς, το φεβουξοστάτη σχετίζεται με εξάρσεις ουρικής αρθρίτιδας.
Σε αντίθεση με την [αλοπουρινόλη] και την [οξυπουρινόλη], το φεβουξοστάτη δεν έχει ανασταλτικές δράσεις σε άλλα ένζυμα που εμπλέκονται στη σύνθεση και τον μεταβολισμό των πουρινών και των πυριμιδινών, επειδή δεν μοιάζει δομικά με πουρίνες ή πυριμιδίνες.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ουρική αρθρίτιδα (gout) είναι μια μορφή οξείας αρθρίτιδας που χαρακτηρίζεται από τη συσσώρευση κρυστάλλων μονοουρικού νατρίου και κρυστάλλων ουρικού άλατος εντός ή γύρω από μια άρθρωση, οδηγώντας σε φλεγμονή και επίμονη εναπόθεση κρυστάλλων ουρικού άλατος στα οστά, τις αρθρώσεις, τους ιστούς και άλλα όργανα που μπορεί να επιδεινωθούν με την πάροδο του χρόνου. Η υπερουριχαιμία σχετίζεται στενά με την ουρική αρθρίτιδα, καθώς μπορεί να υπάρχει για πολλά χρόνια πριν από την πρώτη κλινική κρίση ουρικής αρθρίτιδας· επομένως, τα διαταραγμένα επίπεδα ουρικού οξέος του ορού και η υπερουριχαιμία πιστεύεται ότι είναι η βιοχημική διαταραχή που εμπλέκεται στην παθογένεια της ουρικής αρθρίτιδας.
Η ξανθινοξειδοαναγωγάση (XOR) μπορεί να λειτουργεί ως ξανθινοξειδάση ή ξανθινοαφυδρογονάση. Στους ανθρώπους, είναι ένα κρίσιμο ένζυμο για την παραγωγή ουρικού οξέος, καθώς καταλύει τα βήματα της οξειδωτικής αντίδρασης από την υποξανθίνη στην ξανθίνη και από την ξανθίνη στο ουρικό οξύ στην οδό του μεταβολισμού των πουρινών. Το φεβουξοστάτη αναστέλλει ισχυρά την XOR, εμποδίζοντας και τις δύο δραστηριότητές της, οξειδάσης και αφυδρογονάσης. Με υψηλή συγγένεια, το φεβουξοστάτη συνδέεται με την XOR σε ένα μοριακό κανάλι που οδηγεί στην ενεργή θέση του μολυβδαινίου-πτερίνης, όπου η [αλοπουρινόλη] επιδεικνύει σχετικά ασθενή ανταγωνιστική αναστολή.
Η XOR βρίσκεται κυρίως στη μορφή αφυδρογονάσης υπό κανονικές φυσιολογικές συνθήκες· ωστόσο, σε φλεγμονώδεις καταστάσεις, η XOR μπορεί να μετατραπεί στη μορφή ξανθινοξειδάσης, η οποία καταλύει αντιδράσεις που παράγουν δραστικά είδη οξυγόνου (ROS), όπως η περοξυνιτρώδης ένωση. Τα ROS συμβάλλουν στη φλεγμονή των αγγείων και στις αλλοιώσεις της αγγειακής λειτουργίας. Καθώς το φεβουξοστάτη μπορεί να αναστέλλει και τις δύο μορφές της XOR, μπορεί να αναστείλει τον σχηματισμό ROS, το οξειδωτικό στρες και τη φλεγμονή. Σε ένα μοντέλο αρουραίου, το φεβουξοστάτη κατέστειλε την ισχαιμική/επαναιματική βλάβη των νεφρών με εξασθένηση του οξειδωτικού στρες.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το 85% του φεβουξοστάτη απορροφάται ταχέως. Ο χρόνος Tmax κυμαίνεται από 1 έως 1,5 ώρες. Μετά από εφάπαξ ημερήσια από του στόματος χορήγηση, η Cmax ήταν περίπου 1,6 ± 0,6 mcg/mL στη δόση των 40 mg φεβουξοστάτη και 2,6 ± 1,7 mcg/mL στη δόση των 80 mg φεβουξοστάτη. Ένα γεύμα πλούσιο σε λιπαρά μείωσε την Cmax κατά 49% και την AUC κατά 18%, αλλά δεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές αλλαγές στην ικανότητα του φεβουξοστάτη να μειώνει τις συγκεντρώσεις ουρικού οξέος του ορού.
Το φεβουξοστάτη απεκκρίνεται τόσο μέσω ηπατικών όσο και μέσω νεφρικών οδών. Μετά από από του στόματος χορήγηση 80 mg σημασμένου με ραδιοϊσότοπο φεβουξοστάτη, περίπου το 49% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα. Στα ούρα, περίπου το 3% της ανακτηθείσας δόσης αφορούσε αμετάβλητο φεβουξοστάτη, το 30% αφορούσε το μεταβολίτη ακυλογλυκουρονιδίου, το 13% αφορούσε οξειδωτικούς μεταβολίτες και τα συζεύγματά τους, και το 3% αφορούσε μη αναγνωρισμένους μεταβολίτες. Περίπου το 45% της συνολικής δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα, όπου το 12% της δόσης αφορούσε το αμετάβλητο μητρικό φάρμακο. Περίπου το 1% αφορούσε τον μεταβολίτη ακυλογλυκουρονιδίου, το 25% αφορούσε οξειδωτικούς μεταβολίτες και τα συζεύγματά τους, και το 7% αφορούσε μη αναγνωρισμένους μεταβολίτες.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας (Vss/F) του φεβουξοστάτη κυμαίνεται από 29 έως 75 L, υποδεικνύοντας χαμηλό έως μέτριο όγκο κατανομής.
Μετά από από του στόματος χορήγηση μεμονωμένων δόσεων 10 έως 240 mg, η μέση φαινόμενη συνολική κάθαρση κυμάνθηκε από 10 έως 12 L/h.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Το φεβουξοστάτη συνδέεται περίπου 99,2% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με την αλβουμίνη. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι σταθερή στην περιοχή των συγκεντρώσεων που επιτυγχάνεται με δόσεις 40 mg και 80 mg.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Το φεβουξοστάτη μεταβολίζεται στο ήπαρ από ένζυμα UDP-γλυκουρονοζυλοτρανσφεράσης (UGT) και Κυτοχρώματος P450 (CYP), με τη σχετική συνεισφορά κάθε ισοένζυμου στο μεταβολισμό του φεβουξοστάτη να μην έχει πλήρως διευκρινιστεί. Οι UGT1A1, UGT1A3, UGT1A9 και UGT2B7 καταλύουν τη σύζευξη του φεβουξοστάτη, η οποία αφορά περίπου το 22–44% του μεταβολισμού της συνολικής χορηγούμενης δόσης, για την παραγωγή του μεταβολίτη ακυλογλυκουρονιδίου. Οι CYP1A2, CYP2C8, CYP2C9 και μη-P450 ένζυμα ευθύνονται για την οξειδωτική αντίδραση, η οποία αφορά το 2-8% του μεταβολισμού της δόσης. Η οξειδωτική αντίδραση παράγει τους 67M-1, 67M-2 και 67M-4, οι οποίοι είναι φαρμακολογικά ενεργοί μεταβολίτες. Οι 67M-1, 67M-2 και 67M-4 μπορούν περαιτέρω να υποβληθούν σε γλυκουρονιδίωση και σουλφάτωση. Οι υδροξυλιωμένοι μεταβολίτες είναι παρόντες στο ανθρώπινο πλάσμα σε πολύ χαμηλότερες συγκεντρώσεις από το μητρικό φάρμακο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο φαινόμενος μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι περίπου 5 έως 8 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τους νεφρούς (ΟΥΡΙΚΟΤΟΞΙΚΑ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (αντιυπερουριχαιμικά), ή ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
101V0R1N2E
FEBUXOSTAT
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Ξανθινοξειδάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Ξανθινοξειδάσης
Το Φεβουξοστάτη είναι Αναστολέας Ξανθινοξειδάσης. Ο μηχανισμός δράσης του φεβουξοστάτη είναι ως Αναστολέας Ξανθινοξειδάσης.
FEBUXOSTAT
Αναστολέας Ξανθινοξειδάσης [EPC]· Αναστολείς Ξανθινοξειδάσης [MoA]
FEBUXOSTAT TABLETS 40 MG
Αναστολείς Ξανθινοξειδάσης [MoA]· Αναστολέας Ξανθινοξειδάσης [EPC]
FEBUXOSTAT TABLETS 80 MG
Αναστολέας Ξανθινοξειδάσης [EPC]· Αναστολείς Ξανθινοξειδάσης [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τους νεφρούς (ΟΥΡΙΚΟΤΟΞΙΚΑ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (αντιυπερουριχαιμικά), ή ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας.