ERYTHROPOIETIN
**Φαρμακοδυναμική** Η ερυθροποιητίνη και η εποετίνη άλφα εμπλέκονται στη ρύθμιση της διαφοροποίησης των ερυθροκυττάρων και στη διατήρηση ενός φυσιολογικού επιπέδου μάζας ερυθροκυττάρων σε κυκλοφορία. Αναφέρεται ότι αυξάνει τον αριθμό των δικτυοερυθροκυττάρων εντός 10 ημερών από …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια, Υποδόρια
- Χορήγηση: 3 φορές την εβδομάδα, άπαξ εβδομαδιαίως, μία φορά κάθε 2 εβδομάδες, ημερησίως
- Δόση έναρξης: 50 IU/kg, 3 φορές την εβδομάδα
- Τιτλοποίηση: Για ενήλικες με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, αυξήστε ή μειώστε τη δόση κατά 25 IU/kg (3 φορές την εβδομάδα) μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό εύρος συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης (10-12 g/dl), σε στάδια τουλάχιστον 4 εβδομάδων. Εάν η Hb αυξάνεται > 2 g/dl το μήνα, ή Hb > 12 g/dl, μειώστε τη δόση κατά 25%. Εάν Hb > 13 g/dl, διακόψτε τη θεραπεία μέχρι Hb < 12 g/dl και επανεκκινήστε με 25% χαμηλότερη δόση. Για ενήλικες με αναιμία επαγόμενη από χημειοθεραπεία, εάν η αύξηση της Hb < 1 g/dl και δικτυοερυθροκυττάρων < 40.000/µl μετά 4 εβδομάδες, αυξήστε τη δόση σε 300 IU/kg 3 φορές την εβδομάδα. Εάν συνεχιστεί ανεπαρκής ανταπόκριση, διακόψτε. Για ΜΔΣ, οι αυξήσεις και μειώσεις της δόσης πραγματοποιούνται κατά ένα δοσολογικό βήμα τη φορά, με διάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδων μεταξύ αυξήσεων. Αναβολή χορήγησης εάν Hb > 12 g/dl, επανέναρξη στο ίδιο ή ένα βήμα κάτω όταν Hb < 11 g/dl. Μείωση δόσης εάν ταχεία αύξηση Hb (> 2 g/dl σε 4 εβδομάδες).
-
Ενήλικες ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια - Φάση διόρθωσης (αιμοδιύλιση)Δόση50 IU/kg3 φορές την εβδομάδα. Αυξήστε ή μειώστε τη δόση κατά 25 IU/kg (3 φορές την εβδομάδα) μέχρι Hb 10-12 g/dl, σε στάδια τουλάχιστον 4 εβδομάδων.
-
Ενήλικες ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια - Φάση συντήρησης (αιμοδιύλιση)Δόση75 - 300 IU/kgΣυνολική εβδομαδιαία δόση. Προσαρμογή για διατήρηση Hb 10-12 g/dl. Ασθενείς με αρχική Hb < 6 g/dl μπορεί να χρειαστούν υψηλότερες δόσεις.
-
Ενήλικες ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια - Φάση διόρθωσης (μη αιμοδιυλιζόμενοι)Δόση50 IU/kg3 φορές την εβδομάδα, υποδορίως. Ακολουθούμενη από αυξήσεις 25 IU/kg (3 φορές την εβδομάδα) μέχρι τον επιθυμητό στόχο Hb, σε στάδια τουλάχιστον 4 εβδομάδων.
-
Ενήλικες ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια - Φάση συντήρησης (μη αιμοδιυλιζόμενοι)Μέγ. δόση150 IU/kg (3 φορές/εβδομάδα), 240 IU/kg (μία φορά/εβδομάδα), 480 IU/kg (μία φορά/2 εβδομάδες)Είτε 3 φορές την εβδομάδα, είτε άπαξ εβδομαδιαίως, είτε μία φορά κάθε 2 εβδομάδες. Προσαρμογή για διατήρηση Hb 10-12 g/dl. Επέκταση δοσολογικών μεσοδιαστημάτων μπορεί να απαιτεί αύξηση της δόσης. Μέγιστο 20.000 IU/εβδομάδα ή 40.000 IU/2 εβδομάδες.
-
Ενήλικες ασθενείς που υποβάλλονται σε περιτοναιοδιύλιση - Φάση διόρθωσηςΔόση50 IU/kg2 φορές την εβδομάδα, υποδορίως.
-
Ενήλικες ασθενείς που υποβάλλονται σε περιτοναιοδιύλιση - Φάση συντήρησηςΔόση25 - 50 IU/kg2 φορές την εβδομάδα σε 2 ίσες ενέσεις. Προσαρμογή για διατήρηση Hb 10-12 g/dl.
-
Ενήλικες ασθενείς με αναιμία επαγόμενη από χημειοθεραπείαΔόση150 IU/kg ή 450 IU/kgΥποδορίως. 150 IU/kg 3 φορές την εβδομάδα ή 450 IU/kg μία φορά την εβδομάδα. Για Hb ≤ 10 g/dl. Προσαρμογή για διατήρηση Hb 10-12 g/dl. Η θεραπεία συνεχίζεται μέχρι ένα μήνα μετά το τέλος της χημειοθεραπείας.
-
Ενήλικες ασθενείς χειρουργείου σε πρόγραμμα αυτόλογης μετάγγισηςΔόση600 IU/kgΕνδοφλεβίως, 2 φορές την εβδομάδα για 3 εβδομάδες πριν το χειρουργείο. Χορηγείται μετά την αιμοδοσία. Για ασθενείς με Hb 33-39% που απαιτούν ≥ 4 μονάδες αίματος.
-
Ενήλικες ασθενείς οι οποίοι έχουν προγραμματιστεί για μείζον ορθοπεδικό χειρουργείοΔόση600 IU/kg ή 300 IU/kgΥποδορίως. 600 IU/kg εβδομαδιαίως για 3 εβδομάδες πριν το χειρουργείο και την ημέρα του χειρουργείου. Εναλλακτικά, 300 IU/kg ημερησίως για 10 συνεχόμενες ημέρες πριν το χειρουργείο, την ημέρα του χειρουργείου και για 4 ημέρες μετά. Διακοπή εάν Hb ≥ 15 g/dl προεγχειρητικά.
-
Ενήλικες ασθενείς με χαμηλό - ή ενδιάμεσο-1 - κίνδυνο ΜΔΣΔόση450 IU/kgΜέγ. δόση1050 IU/kg (συνολική δόση 80.000 IU) ανά εβδομάδαΥποδορίως μία φορά την εβδομάδα (μέγιστο 40.000 IU), με διάστημα τουλάχιστον 5 ημερών μεταξύ των δόσεων. Για συμπτωματική αναιμία (Hb ≤ 10 g/dl). Προσαρμογή για διατήρηση Hb 10-12 g/dl. Αξιολόγηση ανταπόκρισης 8-12 εβδομάδες. Αναβολή εάν Hb > 12 g/dl. Μείωση δόσης εάν Hb > 2 g/dl σε 4 εβδομάδες.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση - Φάση διόρθωσηςΔόση50 IU/kgΕνδοφλεβίως, 3 φορές την εβδομάδα. Αυξήστε ή μειώστε τη δόση κατά 25 IU/kg (3 φορές την εβδομάδα) μέχρι Hb 9,5-11 g/dl, σε στάδια τουλάχιστον 4 εβδομάδων.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση - Φάση συντήρησηςΠροσαρμογή για διατήρηση Hb 9,5-11 g/dl. Παιδιά < 30 kg μπορεί να χρειαστούν υψηλότερες δόσεις. Παιδιά με αρχική Hb < 6,8 g/dl μπορεί να χρειαστούν υψηλότερες δόσεις.
block
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς (PRCA) μετά από θεραπευτική αγωγή με οποιαδήποτε ερυθροποιητίνηΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν PRCA μετά από θεραπεία με οποιαδήποτε ερυθροποιητίνη
-
Μη ελεγχόμενη υπέρταση
-
Όλες οι αντενδείξεις που σχετίζονται με το αυτόλογο αίμα σε προγράμματα αυτομετάγγισηςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Epoetin alfa HEXAL
-
Σοβαρή στεφανιαία, περιφερική αρτηριακή, καρωτιδική, αγγειακή εγκεφαλική νόσο, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που είχαν πρόσφατα κάποιο έμφραγμα του μυοκαρδίου ή κάποιο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΠληθυσμόςΑσθενείς που είναι προγραμματισμένοι για μείζονα ορθοπεδικά χειρουργεία και που δε συμμετέχουν σε κάποιο πρόγραμμα αυτομετάγγισης
-
Αδυναμία λήψης επαρκούς προφυλακτικής αντιθρομβωτικής αγωγήςΠληθυσμόςΑσθενείς χειρουργείου
warning
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αρτηριακή πίεσηπροσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν epoetin alfaΠαρακολούθηση στενή και λήψη μέτρων για ρύθμιση. Χρήση με προσοχή σε μη ελεγχόμενη, ανεπαρκώς αντιμετωπιζόμενη ή ανεπαρκώς ελεγχόμενη υπέρταση. Ενδέχεται να απαιτείται έναρξη ή αύξηση αντιϋπερτασικής αγωγής. Διακοπή θεραπείας αν δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης.
-
Υπερτασικές κρίσεις με εγκεφαλοπάθεια και σπασμούςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προηγουμένως φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεσηΑπαιτούν άμεση ιατρική φροντίδα και εντατική θεραπεία. Προσοχή στις ξαφνικές διαξιφιστικές κεφαλαλγίες που προσομοιάζουν με ημικρανία.
-
Επιληψία/ΣπασμοίπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με επιληψία, ιστορικό σπασμών, ή ιατρικές καταστάσεις που συσχετίζονται με προδιάθεση για επιληπτική δραστηριότητα (π.χ. λοιμώξεις του ΚΝΣ και μεταστάσεις στον εγκέφαλο)Χρήση με προσοχή.
-
Χρόνια ηπατική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατική ανεπάρκειαΧρήση με προσοχή. Η ασφάλεια της epoetin alfa δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
-
Θρομβωτικά αγγειακά επεισόδια (φλεβικές και αρτηριακές θρομβώσεις και εμβολή, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ESA, ιδιαίτερα με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (συμπεριλαμβανομένης της παχυσαρκίας και προηγούμενου ιστορικού θρομβωτικών αγγειακών επεισοδίων)Ο αναφερόμενος κίνδυνος αυτών των θρομβωτικών αγγειακών επεισοδίων θα πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά σε σχέση με τα αναμενόμενα οφέλη από τη θεραπεία με epoetin alfa.
-
ΘρομβοκυτταραιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΣυνιστάται ο τακτικός έλεγχος του αριθμού των αιμοπεταλίων κατά τη διάρκεια των 8 πρώτων εβδομάδων της θεραπείας.
-
Άλλες αιτίες αναιμίας (ανεπάρκεια σιδήρου, φυλλικού οξέος ή βιταμίνης B12, δηλητηρίαση από αργίλιο, λοίμωξη ή φλεγμονή, απώλεια αίματος, αιμόλυση και ίνωση του μυελού των οστών)προσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠριν από την έναρξη της θεραπείας με την epoetin alfa και όταν αποφασίζεται αύξηση της δόσης, θα πρέπει να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται θεραπευτικώς όλες οι άλλες αιτίες της αναιμίας. Θα πρέπει να διασφαλίζεται η ύπαρξη επαρκών αποθεμάτων σιδήρου και να χορηγούνται συμπληρώματα σιδήρου εάν είναι απαραίτητο (βλ. Δοσολογία).
-
ΠορφυρίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με πορφυρίαΗ epoetin alfa πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)προσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΕνημέρωση ασθενών, στενή παρακολούθηση για δερματικές αντιδράσεις. Εάν εμφανιστούν ενδείξεις και συμπτώματα, η θεραπεία με Epoetin alfa HEXAL πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να χορηγείται εναλλακτική θεραπεία. Εάν ο ασθενής εμφανίσει σοβαρή δερματική αντίδραση, η θεραπεία με Epoetin alfa HEXAL πρέπει να σταματήσει για πάντα.
-
Ιχνηλασιμότητα ενισχυτικών παραγόντων ερυθροποίησης (ESA)ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΗ εμπορική ονομασία των χορηγούμενων ESA πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια στο φάκελο του ασθενούς. Οι ασθενείς πρέπει να μεταβαίνουν από ένα ESA σε έναν άλλο μόνο υπό την κατάλληλη παρακολούθηση.
-
Αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς (PRCA)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ασθενείς με ηπατίτιδα C που υποβάλλονται σε θεραπεία με ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη, με ταυτόχρονη χορήγηση ESAΣε ξαφνική έλλειψη της αποτελεσματικότητας (μείωση Hb 1-2 g/dl/μήνα, αυξημένη ανάγκη μεταγγίσεων), μέτρηση δικτυοερυθροκυττάρων και διερεύνηση αιτίων μη ανταπόκρισης. Σε παράδοξη μείωση Hb και ανάπτυξη σοβαρής αναιμίας με χαμηλούς αριθμούς ερυθροκυττάρων, διακοπή της θεραπείας με epoetin alfa και διεξαγωγή ελέγχου για αντισώματα αντι-ερυθροποιητίνης. Εξέταση μυελού των οστών για τη διάγνωση της PRCA. Δεν πρέπει να ξεκινά άλλη θεραπεία με ESA.
-
Επίπεδα αιμοσφαιρίνηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκειαΟ ρυθμός αύξησης της αιμοσφαιρίνης θα πρέπει να είναι περί το 1 g/dl (0,62 mmol/l) το μήνα και να μη υπερβαίνει τα 2 g/dl (1,25 mmol/l) το μήνα. Η συγκέντρωση συντήρησης της αιμοσφαιρίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει το ανώτερο όριο του εύρους συγκέντρωσης όπως συστήθηκε στην (βλ. Δοσολογία). Απαιτείται προσοχή με την κλιμάκωση των δόσεων λόγω αυξημένου κινδύνου θνησιμότητας, σοβαρών καρδιαγγειακών και αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων σε υψηλές σωρευτικές δόσεις.
-
Απώλεια αποτελεσματικότητας (υποδόρια χορήγηση)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που λαμβάνουν epoetin alfa μέσω της υποδόριας οδούΠαρακολούθηση για τυχόν απώλεια αποτελεσματικότητας (συνεχής μείωση Hb παρά την αύξηση της δοσολογίας).
-
Θρόμβωση των αναστομώσεωνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση, ιδιαίτερα με τάση προς υπόταση ή επιπλοκές στα αρτηριοφλεβικά συρίγγιαΣυνιστάται πρώιμη επανεξέταση της αναστόμωσης και προφυλακτικά μέτρα κατά της θρόμβωσης (π.χ. χορήγηση ακετυλοσαλικυλικού οξέος).
-
ΥπερκαλιαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκειαΕάν ανιχνευθούν αυξημένα ή αυξανόμενα επίπεδα καλίου στον ορό, εκτός από την κατάλληλη θεραπεία της υπερκαλιαιμίας, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διακοπή της χορήγησης της epoetin alfa μέχρι να διορθωθεί το επίπεδο καλίου στον ορό.
-
Δόση ηπαρίνης κατά τη διάρκεια της αιμοδιύλισηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς σε αιμοδιύλισηΣυχνά απαιτείται να αυξηθεί η δόση της ηπαρίνης. Πιθανή απόφραξη του συστήματος της αιμοδιύλισης αν η συνεχής έγχυση ηπαρίνης δεν είναι βέλτιστη.
-
Εξέλιξη νεφρικής ανεπάρκειαςΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια οι οποίοι δεν υποβάλλονται ακόμη σε αιμοδιύλισηΗ διόρθωση της αναιμίας με τη χρήση της epoetin alfa δεν επιταχύνει το ρυθμό εξέλιξης της νεφρικής ανεπάρκειας.
-
Επίπεδα αιμοσφαιρίνης και αύξηση όγκωνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν θεραπεία με epoetin alfaΟι εποετίνες μπορεί να επάγουν την αύξηση όγκων. Η χρήση epoetin alfa και άλλων ESA έχει συσχετισθεί με μειωμένο περιοχικό τοπικό έλεγχο του όγκου ή μειωμένη συνολική επιβίωση σε συγκεκριμένους πληθυσμούς. Η απόφαση για τη χορήγηση θεραπείας πρέπει να βασίζεται σε αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη κλινικές συνθήκες και προτίμηση ασθενούς. Η μετάγγιση αίματος μπορεί να αποτελεί προτιμώμενη θεραπευτική αγωγή σε ορισμένες κλινικές περιπτώσεις.
-
Καθυστέρηση αποτελέσματος ESAΠληθυσμόςΑσθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν χημειοθεραπεία και διατρέχουν κίνδυνο μετάγγισηςΛήψη υπόψη καθυστέρησης 2 - 3 εβδομάδων μεταξύ της χορήγησης του ESA και της εμφάνισης των ερυθροκυττάρων.
-
Προγράμματα αυτόλογης μετάγγισηςΠληθυσμόςΑσθενείς χειρουργείου σε προγράμματα αυτόλογης μετάγγισηςΠρέπει να τηρούνται όλες οι ειδικές προειδοποιήσεις και ειδικές προφυλάξεις που σχετίζονται με τα προγράμματα αυτόλογης μετάγγισης, ειδικά με την αντικατάσταση όγκου ρουτίνας.
-
Διαχείριση του αίματοςΠληθυσμόςΑσθενείς προγραμματισμένοι για μείζονα ορθοπεδικά χειρουργείαΣτην προχειρουργική φάση, πρέπει πάντοτε να χρησιμοποιούνται καλές πρακτικές διαχείρισης του αίματος.
-
Θρομβωτικά και αγγειακά επεισόδιαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς προγραμματισμένοι για μείζονα ορθοπεδικά χειρουργεία, ειδικά με υποβόσκουσα καρδιαγγειακή νόσο ή προδιάθεση για εν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΠρέπει να λαμβάνουν επαρκή προφυλακτική αντιπηκτική αγωγή. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με αρχικά επίπεδα αιμοσφαιρίνης > 13 g/dl (> 8,1 mmol/l), λόγω πιθανού αυξημένου κινδύνου μετεγχειρητικών θρομβωτικών / αγγειακών επεισοδίων.
-
Έκδοχα (Νάτριο)Το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά προγεμισμένη σύριγγα, δηλαδή ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν την ερυθροποίησηπροσοχήΜείωση της ανταπόκρισης στην epoetin alfa
-
παρακολούθησηΠιθανή αλληλεπίδραση λόγω δέσμευσης στα ερυθροκύτταραΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων κυκλοσπορίνης στο αίμα και ρύθμιση της δόσης παράλληλα με την αύξηση του αιματοκρίτη.
-
Παράγοντες διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων (G-CSF) ή παράγοντες διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων-μονοκυττάρων (GM-CSF)Καμία αλληλεπίδραση in vitro στην αιματολογική διαφοροποίηση ή πολλαπλασιασμό δειγμάτων βιοψίας όγκου
-
Καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της τραστουζουμάμπης όταν συγχορηγείται με epoetin alfa
sick
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς (Σπάνιες)
- Θρομβοκυτταραιμία (Όχι συχνές)
- Υπερκαλιαιμία
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Κεφαλαλγία
- Σπασμοί
- Υπέρταση
- Φλεβική και αρτηριακή θρόμβωση (Συχνές)
- Υπερτασική κρίση (Όχι συχνές)
- Βήχας
- Συμφόρηση του αναπνευστικού συστήματος (Όχι συχνές)
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αγγειονευρωτικό οίδημα (Μη γνωστές)
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Άλγος των οστών (Συχνές)
- Άλγος σε άκρο (Συχνές)
- Οξεία πορφυρία (Σπάνιες)
- Πυρεξία
- Ρίγη
- Νόσος που προσομοιάζει με γρίπη (Συχνές)
- Αντίδραση στο σημείο της ένεσης (Συχνές)
- Οίδημα περιφερικό (Συχνές)
- Αναποτελεσματικότητα του φαρμακευτικού προϊόντος (Μη γνωστές)
- Θετικά αντισώματα κατά της ερυθροποιητίνης (Μη γνωστές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΆλγος άκρουΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΆλγος των οστώνΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑντίδραση στο σημείο της ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑρτηριακή θρόμβωσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝόσος που προσομοιάζει με γρίπηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΦλεβική θρόμβωσηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυτταραιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυμφόρηση αναπνευστικού συστήματοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΥπερτασική κρίσηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑμιγής απλασία της ερυθράς σειράςΑίμα
-
ΣπάνιεςΟξεία πορφυρίαΣυγγενείς
-
Μη γνωστέςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναποτελεσματικότητα φαρμάκουΓενικές
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΘετικά αντισώματα κατά της ερυθροποιητίνηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΗ epoetin alfa θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν τα δυνητικά οφέλη υπερτερούν του δυνητικού κινδύνου για το έμβρυο. Η χρήση της epoetin alfa δε συνιστάται σε έγκυες ασθενείς χειρουργείου που συμμετέχουν σε πρόγραμμα αυτόλογης μετάγγισης.Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της epoetin alfa σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΘηλασμόςH epoetin alfa πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε θηλάζουσες γυναίκες. Πρέπει να λαμβάνεται απόφαση για το εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/υπάρχει αποχή από τη θεραπεία με epoetin alfa σταθμίζοντας το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με epoetin alfa για τη γυναίκα. H χρήση της epoetin alfa δε συνιστάται σε θηλάζουσες ασθενείς χειρουργείου που συμμετέχουν σε πρόγραμμα αυτόλογης μετάγγισης.Δεν είναι γνωστό εάν η εξωγενής epoetin alfa απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν μελέτες που να αξιολογούν τη δυνητική επίδραση της epoetin alfa στην ανδρική ή τη γυναικεία γονιμότητα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά την υποδόρια ένεση, τα επίπεδα της epoetin alfa στον ορό έφθασαν ένα μέγιστο επίπεδο μεταξύ 12 και 18 ωρών μετά τη δόση. Δεν υπήρξε συσσώρευση μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων των 600 IU/kg χορηγούμενων υποδορίως σε εβδομαδιαία βάση. Η…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια των 8 πρώτων εβδομάδων της θεραπείας | — |
| Αιμοσφαιρίνη (Hb) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Στενά | Επίπεδα αιμοσφαιρίνης πάνω από το εύρος συγκέντρωσης |
| Τακτικά μέχρι σταθεροποίησης, έκτοτε περιοδικά | Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια | ||
| Τακτικά μέχρι σταθεροποίησης, έκτοτε περιοδικά | Καρκίνος υπό θεραπεία με epoetin alfa | ||
| Αριθμός δικτυοερυθροκυττάρων | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | Ξαφνική έλλειψη αποτελεσματικότητας (μείωση Hb, αυξημένη ανάγκη μεταγγίσεων) |
| Εξέταση μυελού των οστών | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | Παράδοξη μείωση αιμοσφαιρίνης και σοβαρή αναιμία |
| Κορεσμός τρανσφερίνης | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | Καρκίνος με ποσοστό κάτω από 20% |
| Φερριτίνη ορού | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια με επίπεδα < 100 ng/ml |
| Ηλεκτρολύτες ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια |
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια |
| Αντισώματα αντι-ερυθροποιητίνης | vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος | — | Παράδοξη μείωση αιμοσφαιρίνης και σοβαρή αναιμία |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Στενά | — |
| Απώλεια αποτελεσματικότητας θεραπείας | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Τακτικά | Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια υπό epoetin alfa υποδορίως |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία με Epoetin alfa HEXAL πρέπει να αρχίζει υπό την επίβλεψη γιατρών έμπειρων στη διαχείριση ασθενών με τις ανωτέρω ενδείξεις.
Δοσολογία
Πριν από την έναρξη της θεραπείας με την epoetin alfa και όταν αποφασίζεται αύξηση της δόσης, θα πρέπει να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται θεραπευτικώς όλες οι άλλες αιτίες της αναιμίας (ανεπάρκεια σιδήρου, φυλλικού οξέος ή βιταμίνης B12, δηλητηρίαση από αργίλιο, λοίμωξη ή φλεγμονή, απώλεια αίματος, αιμόλυση και ίνωση του μυελού των οστών οποιασδήποτε αιτιολογίας). Για να διασφαλιστεί η βέλτιστη θεραπευτική ανταπόκριση στην epoetin alfa, θα πρέπει να διασφαλίζεται η ύπαρξη επαρκών αποθεμάτων σιδήρου και θα πρέπει να χορηγούνται συμπληρώματα σιδήρου εάν είναι απαραίτητο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Θεραπεία της συμπτωματικής αναιμίας σε ενήλικες ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
Τα συμπτώματα και επακόλουθα της αναιμίας μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και τις συνυπάρχουσες καταστάσεις νοσηρότητας. Απαιτείται αξιολόγηση της κλινικής πορείας και κατάστασης του κάθε ασθενούς από τον γιατρό.
Το συνιστώμενο επιθυμητό εύρος συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης είναι μεταξύ 10 g/dl έως 12 g/dl (6,2 έως 7,5 mmol/l). Το Epoetin alfa HEXAL πρέπει να χορηγείται προκειμένου να αυξηθεί η αιμοσφαιρίνη όχι περισσότερο από 12 g/dl (7,5 mmol/l). Μια αύξηση της αιμοσφαιρίνης άνω των 2 g/dl (1,25 mmol/l) σε μια περίοδο τεσσάρων εβδομάδων πρέπει να αποφεύγεται. Εάν συμβεί αυτό, θα πρέπει να γίνει η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης όπως προβλέπεται.
Λόγω των διακυμάνσεων μεταξύ ασθενών, ενδέχεται να παρατηρηθούν περιστασιακά μεμονωμένες τιμές αιμοσφαιρίνης για ένα ασθενή υψηλότερες ή χαμηλότερες από το επιθυμητό εύρος συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης. Οι διακυμάνσεις της αιμοσφαιρίνης πρέπει να αντιμετωπίζονται μέσω διαχείρισης της δόσης, λαμβάνοντας υπόψη το εύρος συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης από 10 g/dl (6,2 mmol/l) έως 12 g/dl (7,5 mmol/l).
Ένα σταθερό επίπεδο αιμοσφαιρίνης υψηλότερο από 12 g/dl (7,5 mmol/l) πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η αιμοσφαιρίνη αυξάνεται κατά περισσότερο από 2 g/dl (1,25 mmol/l) το μήνα, ή εάν η σταθερή αιμοσφαιρίνη υπερβαίνει τα 12 g/dl (7,5 mmol/l) μειώστε τη δόση του Epoetin alfa HEXAL κατά 25%. Εάν η αιμοσφαιρίνη υπερβαίνει τα 13 g/dl (8,1 mmol/l), διακόψτε τη θεραπεία μέχρι να πέσει κάτω από 12 g/dl (7,5 mmol/l) και τότε αρχίστε ξανά τη θεραπεία με Epoetin alfa HEXAL σε μια δόση κατά 25% χαμηλότερη από την προηγούμενη δόση.
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά ώστε να διασφαλίζεται ότι χρησιμοποιείται η χαμηλότερη εγκεκριμένη αποτελεσματική δόση Epoetin alfa HEXAL για τον επαρκή έλεγχο της αναιμίας και των συμπτωμάτων της αναιμίας ενώ διατηρείται συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης κάτω από ή στα 12 g/dl (7,5 mmol/l).
Απαιτείται προσοχή με την κλιμάκωση των δόσεων του Epoetin alfa HEXAL σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση της αιμοσφαιρίνης στο Epoetin alfa HEXAL, θα πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικές εξηγήσεις για την ανεπαρκή ανταπόκριση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).
Η θεραπευτική αγωγή με το Epoetin alfa HEXAL χωρίζεται σε δύο στάδια - φάση διόρθωσης και συντήρησης.
Ενήλικες ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση, όταν είναι άμεσα διαθέσιμη ενδοφλέβια πρόσβαση, προτιμάται η χορήγηση μέσω της ενδοφλέβιας οδού.
Φάση διόρθωσης Η εναρκτήρια δόση είναι 50 IU/kg, 3 φορές την εβδομάδα. Εάν είναι απαραίτητο, αυξήστε ή μειώστε τη δόση κατά 25 IU/kg (3 φορές την εβδομάδα) μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό εύρος συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης μεταξύ 10 g/dl έως 12 g/dl (6,2 έως 7,5 mmol/l) (αυτό θα πρέπει να γίνεται σε στάδια τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων).
Φάση συντήρησης Η συνιστώμενη συνολική εβδομαδιαία δόση κυμαίνεται μεταξύ 75 και 300 IU/kg. Πρέπει να γίνεται η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης για τη διατήρηση των τιμών της αιμοσφαιρίνης εντός του επιθυμητού εύρους συγκέντρωσης μεταξύ 10 έως 12 g/dl (6,2 έως 7,5 mmol/l). Οι ασθενείς με πολύ χαμηλά αρχικά επίπεδα της αιμοσφαιρίνης (< 6 g/dl ή < 3,75 mmol/l) μπορεί να χρειασθούν υψηλότερες δόσεις συντήρησης συγκριτικά με τους ασθενείς στους οποίους η αναιμία κατά την έναρξη της θεραπείας είναι μικρότερης βαρύτητας (> 8 g/dl ή > 5 mmol/l).
Ενήλικες ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια που δεν υποβάλλονται ακόμη σε αιμοδιύλιση
Όταν δεν είναι άμεσα διαθέσιμη ενδοφλέβια πρόσβαση, το Epoetin alfa HEXAL μπορεί να χορηγηθεί υποδορίως.
Φάση διόρθωσης Εναρκτήρια δόση ίση με 50 IU/kg 3 φορές την εβδομάδα, ακολουθούμενη από, εάν χρειάζεται, μία αύξηση της δοσολογίας με δοσολογικές αυξήσεις των 25 IU/kg (3 φορές την εβδομάδα) μέχρις ότου επιτευχθεί ο επιθυμητός στόχος (αυτό θα πρέπει να γίνεται σε στάδια τουλάχιστον 4 εβδομάδων).
Φάση συντήρησης Κατά τη διάρκεια της φάσης συντήρησης, το Epoetin alfa HEXAL μπορεί να χορηγηθεί είτε 3 φορές την εβδομάδα και, στην περίπτωση υποδόριας χορήγησης, άπαξ εβδομαδιαίως ή μία φορά κάθε 2 εβδομάδες. Πρέπει να γίνεται η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης για τη διατήρηση των τιμών της αιμοσφαιρίνης στα επιθυμητά επίπεδα: Hb μεταξύ 10 και 12 g/dl (6,2-7,5 mmol/l). Η επέκταση των δοσολογικών μεσοδιαστημάτων μπορεί να απαιτεί αύξηση της δόσης. Η μέγιστη δοσολογία δε θα πρέπει να υπερβαίνει τα 150 IU/kg 3 φορές την εβδομάδα, τα 240 IU/kg (έως ένα μέγιστο 20.000 IU) μία φορά την εβδομάδα ή τα 480 IU/kg (έως ένα μέγιστο 40.000 IU) μία φορά κάθε 2 εβδομάδες.
Ενήλικες ασθενείς που υποβάλλονται σε περιτοναιοδιύλιση
Όταν δεν είναι άμεσα διαθέσιμη ενδοφλέβια πρόσβαση, το Epoetin alfa HEXAL μπορεί να χορηγηθεί υποδορίως.
Φάση διόρθωσης Η εναρκτήρια δόση είναι 50 IU/kg, 2 φορές την εβδομάδα.
Φάση συντήρησης Η συνιστώμενη δόση συντήρησης κυμαίνεται μεταξύ 25 IU/kg και 50 IU/kg, χορηγούμενη 2 φορές την εβδομάδα σε 2 ίσες ενέσεις. Πρέπει να γίνεται η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης για τη διατήρηση των τιμών της αιμοσφαιρίνης στο επιθυμητό επίπεδο μεταξύ 10 g/dl έως 12 g/dl (6,2 έως 7,5 mmol/l).
Θεραπεία ενήλικων ασθενών με αναιμία επαγόμενη από χημειοθεραπεία
Τα συμπτώματα και επακόλουθα της αναιμίας μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και τη συνολική επιβάρυνση της νόσου. Απαιτείται αξιολόγηση της κλινικής πορείας και κατάστασης του κάθε ασθενούς από τον γιατρό.
Το Epoetin alfa HEXAL πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με αναιμία (π.χ. συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης ≤ 10 g/dl (6,2 mmol/l)).
Η εναρκτήρια δόση είναι 150 IU/kg υποδορίως, 3 φορές την εβδομάδα. Εναλλακτικά, το Epoetin alfa HEXAL μπορεί να χορηγηθεί σε μία εναρκτήρια δόση των 450 IU/kg υποδορίως μία φορά την εβδομάδα. Πρέπει να γίνεται η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης για τη διατήρηση των τιμών της αιμοσφαιρίνης εντός του επιθυμητού εύρους συγκέντρωσης μεταξύ 10 g/dl έως 12 g/dl (6,2 έως 7,5 mmol/l).
Λόγω των διακυμάνσεων μεταξύ ασθενών, ενδέχεται να παρατηρηθούν περιστασιακά μεμονωμένες συγκεντρώσεις αιμοσφαιρίνης για ένα ασθενή υψηλότερες ή χαμηλότερες από το επιθυμητό εύρος συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης. Οι διακυμάνσεις της αιμοσφαιρίνης πρέπει να αντιμετωπίζονται μέσω διαχείρισης της δόσης, λαμβάνοντας υπόψη το επιθυμητό εύρος συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης μεταξύ 10 g/dl (6,2 mmol/l) έως 12 g/dl (7,5 mmol/l). Μια σταθερή συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης υψηλότερη από 12 g/dl (7,5 mmol/l) πρέπει να αποφεύγεται. Κατευθυντήριες οδηγίες για την κατάλληλη προσαρμογή της δόσης όταν οι συγκεντρώσεις αιμοσφαιρίνης είναι άνω των 12 g/dl (7,5 mmol/l) περιγράφονται παρακάτω.
Σε περίπτωση που έχει σημειωθεί αύξηση της συγκέντρωσης της αιμοσφαιρίνης κατά τουλάχιστον 1 g/dl (0,62 mmol/l) ή έχει αυξηθεί ο αριθμός των δικτυοερυθροκυττάρων κατά ≥ 40.000 κύτταρα/µl πάνω από τα αρχικά επίπεδα μετά από 4 εβδομάδες θεραπευτικής αγωγής, η δόση θα πρέπει να παραμείνει στα 150 IU/kg χορηγούμενα 3 φορές την εβδομάδα ή στα 450 IU/kg χορηγούμενα μία φορά την εβδομάδα.
Εάν η αύξηση της συγκέντρωσης της αιμοσφαιρίνης είναι < 1 g/dl (< 0,62 mmol/l) και έχει σημειωθεί αύξηση του αριθμού των δικτυοερυθροκυττάρων < 40.000 κύτταρα/µl πάνω από τα αρχικά επίπεδα, η δόση θα πρέπει να αυξάνεται σε 300 IU/kg χορηγούμενα 3 φορές την εβδομάδα. Εάν μετά από 4 εβδομάδες επιπλέον θεραπείας στη δόση των 300 IU/kg χορηγούμενης 3 φορές την εβδομάδα, έχει σημειωθεί αύξηση ≥ 1 g/dl (≥ 0,62 mmol/l) της συγκέντρωσης της αιμοσφαιρίνης ή εάν ο αριθμός των δικτυοερυθροκυττάρων έχει αυξηθεί κατά ≥ 40.000 κύτταρα/µl, η δόση θα πρέπει να παραμείνει στα 300 IU/kg χορηγούμενα 3 φορές την εβδομάδα.
Εάν η αύξηση της συγκέντρωσης της αιμοσφαιρίνης που έχει σημειωθεί είναι < 1 g/dl (< 0,62 mmol/l) και ο αριθμός των δικτυοερυθροκυττάρων έχει αυξηθεί κατά < 40.000 κύτταρα/µl πάνω από τα αρχικά επίπεδα, είναι απίθανο να σημειωθεί κλινική ανταπόκριση και η θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται.
Προσαρμογή της δόσης για τη διατήρηση των συγκεντρώσεων της αιμοσφαιρίνης μεταξύ 10 g/dl έως 12 g/dl (6,2 έως 7,5 mmol/l) Εάν η συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης αυξάνεται κατά περισσότερο από 2 g/dl (1.25 mmol/l) το μήνα, ή εάν το επίπεδο συγκέντρωσης της αιμοσφαιρίνης υπερβαίνει τα 12 g/dl (7,5 mmol/l), μειώστε τη δόση του Epoetin alfa HEXAL κατά περίπου 25 έως 50%. Εάν το επίπεδο συγκέντρωσης της αιμοσφαιρίνης υπερβαίνει τα 13 g/dl (8,1 mmol/l), διακόψτε τη θεραπεία μέχρι να πέσει κάτω από 12 g/dl (7,5 mmol/l) και τότε αρχίστε ξανά τη θεραπεία με Epoetin alfa HEXAL σε μια δόση κατά 25% χαμηλότερη από την προηγούμενη δόση.
Το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα περιγράφεται στο ακόλουθο διάγραμμα:
- Έναρξη: 150 IU/kg 3x/εβδομάδα ή 450 IU/kg μία φορά την εβδομάδα επί 4 εβδομάδες
- Εάν: Αύξηση του αριθμού των δικτυοερυθροκυττάρων ≥ 40.000/µl ή αύξηση των επιπέδων της Hb ≥ 1 g/dl
- Συνέχιση: Στοχευόμενη Hb (≤ 12 g/dl)
- Εάν: Αύξηση του αριθμού των δικτυοερυθροκυττάρων < 40.000/µl και αύξηση των επιπέδων της Hb < 1 g/dl
- Αύξηση: 300 IU/kg 3x/εβδομάδα για 4 εβδομάδες
- Εάν: Αύξηση του αριθμού των δικτυοερυθροκυττάρων ≥ 40.000/µl ή αύξηση των επιπέδων της Hb ≥ 1 g/dl
- Συνέχιση: Στοχευόμενη Hb (≤ 12 g/dl)
- Εάν: Αύξηση του αριθμού των δικτυοερυθροκυττάρων < 40.000/µl και αύξηση των επιπέδων της Hb < 1 g/dl
- Διακοπή της θεραπείας
- Εάν: Αύξηση του αριθμού των δικτυοερυθροκυττάρων ≥ 40.000/µl ή αύξηση των επιπέδων της Hb ≥ 1 g/dl
- Αύξηση: 300 IU/kg 3x/εβδομάδα για 4 εβδομάδες
- Εάν: Αύξηση του αριθμού των δικτυοερυθροκυττάρων ≥ 40.000/µl ή αύξηση των επιπέδων της Hb ≥ 1 g/dl
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά ώστε να διασφαλίζεται ότι χρησιμοποιείται η χαμηλότερη εγκεκριμένη δόση ενισχυτικού παράγοντα ερυθροποίησης (ESA) για τον επαρθή έλεγχο των συμπτωμάτων της αναιμίας. Η θεραπεία με epoetin alfa πρέπει να συνεχίζεται μέχρι ένα μήνα μετά από το τέλος της χημειοθεραπείας.
Θεραπεία ενήλικων ασθενών χειρουργείου σε πρόγραμμα αυτόλογης μετάγγισης
Σε ασθενείς με αναιμία ήπιας βαρύτητας (αιματοκρίτης 33 έως 39%) που απαιτούν προκατάθεση ≥ 4 μονάδων αίματος πρέπει να χορηγείται αγωγή με Epoetin alfa HEXAL 600 IU/kg ενδοφλεβίως, 2 φορές την εβδομάδα για 3 εβδομάδες πριν από το χειρουργείο. Το Epoetin alfa HEXAL πρέπει να χορηγείται μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αιμοδοσίας.
Θεραπεία ενήλικων ασθενών οι οποίοι έχουν προγραμματιστεί για μείζον ορθοπεδικό χειρουργείο
Η συνιστώμενη δόση είναι Epoetin alfa HEXAL 600 IU/kg, χορηγούμενη υποδορίως εβδομαδιαίως για τρεις εβδομάδες (ημέρες - 21, - 14 και - 7) πριν από το χειρουργείο καθώς και την ημέρα του χειρουργείου (ημέρα 0).
Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάγκη ιατρικής φύσης για να συντομευτεί ο χρόνος που προηγείται του χειρουργείου σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες, θα πρέπει να χορηγείται υποδορίως Epoetin alfa HEXAL 300 IU/kg ημερησίως για 10 συνεχόμενες ημέρες πριν από το χειρουργείο, την ημέρα του χειρουργείου καθώς και για τέσσερις ημέρες αμέσως μετά από αυτό. Εάν διαπιστωθεί ότι τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης φτάνουν τα 15 g/dl (9,38 mmol/l), ή παραπάνω, κατά την προεγχειρητική περίοδο, τότε θα πρέπει να σταματήσει η χορήγηση του Epoetin alfa HEXAL και να μη χορηγηθούν περαιτέρω δοσολογίες.
Θεραπεία ενήλικων ασθενών με χαμηλό - ή ενδιάμεσο-1 - κίνδυνο ΜΔΣ
Το Epoetin alfa HEXAL θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με συμπτωματική αναιμία (π.χ. συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης ≤ 10 g/dl (6,2 mmol/l)).
Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 450 IU/kg Epoetin alfa HEXAL (η μέγιστη συνολική δόση είναι 40.000 IU) χορηγούμενη υποδορίως μία φορά την εβδομάδα, με χρονικό διάστημα τουλάχιστον 5 ημερών μεταξύ των δόσεων. Θα πρέπει να γίνονται οι κατάλληλες προσαρμογές της δόσης προκειμένου να διατηρούνται οι συγκεντρώσεις αιμοσφαιρίνης εντός του επιδιωκόμενου εύρους των 10 g/dl έως 12 g/dl (6,2 έως 7,5 mmol/l). Συνιστάται η αξιολόγηση της αρχικής ερυθροειδικής ανταπόκρισης να πραγματοποιείται 8 έως 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας. Οι αυξήσεις και οι μειώσεις της δόσης θα πρέπει να πραγματοποιούνται κατά ένα δοσολογικό βήμα τη φορά (βλ. το διάγραμμα παρακάτω). Θα πρέπει να αποφεύγεται συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης άνω των 12 g/dl (7,5 mmol/l).
Αύξηση δόσης: Η αύξηση της δόσης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 1050 IU/kg (συνολική δόση 80.000 IU) ανά εβδομάδα. Εάν ο ασθενής πάψει να ανταποκρίνεται ή εάν η συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης πέσει κατά ≥ 1 g/dl μετά τη μείωση της δόσης, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί κατά ένα δοσολογικό βήμα. Μεταξύ των αυξήσεων της δόσης θα πρέπει να παρέρχεται χρονικό διάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδων.
Αναβολή και μείωση δόσης: Η χορήγηση epoetin alfa θα πρέπει να αναβάλλεται όταν η συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης υπερβαίνει τα 12 g/dl (7,5 mmol/l). Μόλις το επίπεδο της αιμοσφαιρίνης κατέλθει < 11 g/dl η χορήγηση της δόσης μπορεί να ξεκινήσει και πάλι στο ίδιο δοσολογικό βήμα ή ένα δοσολογικό βήμα κάτω κατά την κρίση του ιατρού. Το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης κατά ένα δοσολογικό βήμα θα πρέπει να εξετάζεται εάν η αύξηση της αιμοσφαιρίνης είναι ταχεία (> 2 g/dl σε διάστημα 4 εβδομάδων).
Τα συμπτώματα και επακόλουθα της αναιμίας μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και τις συνυπάρχουσες καταστάσεις νοσηρότητας. Απαιτείται αξιολόγηση της κλινικής πορείας και κατάστασης του κάθε ασθενούς από τον γιατρό.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Θεραπεία της συμπτωματικής αναιμίας σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση
Τα συμπτώματα και επακόλουθα της αναιμίας μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και τις συνυπάρχουσες καταστάσεις νοσηρότητας. Απαιτείται αξιολόγηση της κλινικής πορείας και κατάστασης του κάθε ασθενούς από τον γιατρό.
Στους παιδιατρικούς ασθενείς, το συνιστώμενο εύρος συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης είναι μεταξύ 9,5 g/dl έως 11 g/dl (5,9 έως 6,8 mmol/l). Το Epoetin alfa HEXAL πρέπει να χορηγείται προκειμένου να αυξηθεί η αιμοσφαιρίνη όχι περισσότερο από 11 g/dl (6,8 mmol/l). Μια αύξηση της αιμοσφαιρίνης άνω των 2 g/dl (1,25 mmol/l) σε μια περίοδο τεσσάρων εβδομάδων πρέπει να αποφεύγεται. Εάν συμβεί αυτό, θα πρέπει να γίνει η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης όπως προβλέπεται.
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά ώστε να διασφαλίζεται ότι χρησιμοποιείται η χαμηλότερη εγκεκριμένη δόση Epoetin alfa HEXAL για τον επαρκή έλεγχο της αναιμίας και των συμπτωμάτων της αναιμίας.
Η θεραπευτική αγωγή με το Epoetin alfa HEXAL χωρίζεται σε δύο στάδια - φάση διόρθωσης και συντήρησης.
Σε παιδιατρικούς ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση, όταν είναι άμεσα διαθέσιμη ενδοφλέβια πρόσβαση, προτιμάται η χορήγηση μέσω της ενδοφλέβιας οδού.
Φάση διόρθωσης Η εναρκτήρια δόση είναι 50 IU/kg ενδοφλεβίως, 3 φορές την εβδομάδα. Εάν είναι απαραίτητο, αυξήστε ή μειώστε τη δόση κατά 25 IU/kg (3 φορές την εβδομάδα) μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό εύρος συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης μεταξύ 9,5 g/dl έως 11 g/dl (5,9 έως 6,8 mmol/l) (αυτό θα πρέπει να γίνεται σε στάδια τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων).
Φάση συντήρησης Πρέπει να γίνεται η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης για τη διατήρηση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης εντός του επιθυμητού εύρους συγκέντρωσης μεταξύ 9,5 g/dl έως 11 g/dl (5,9 έως 6,8 mmol/l). Σε γενικές γραμμές, τα παιδιά με σωματικό βάρος κάτω από 30 kg χρειάζονται υψηλότερες δόσεις συντήρησης συγκριτικά με τα παιδιά με σωματικό βάρος πάνω από 30 kg και τους ενήλικες. Οι παιδιατρικοί ασθενείς με πολύ χαμηλά αρχικά επίπεδα αιμοσφαιρίνης (< 6,8 g/dl ή < 4,25 mmol/l) μπορεί να χρειαστούν υψηλότερες δόσεις συντήρησης συγκριτικά με ασθενείς στους οποίους η αιμοσφαιρίνη κατά την έναρξη της θεραπείας είναι υψηλότερη (> 6,8 g/dl ή > 4,25 mmol/l).
Αναιμία σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια πριν την έναρξη της αιμοδιύλισης ή που υποβάλλονται σε περιτοναιοδιύλιση
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της epoetin alfa στους ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια με αναιμία πριν την έναρξη της αιμοδιύλισης ή που υποβάλλονται σε περιτοναιοδιύλιση δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα για την υποδόρια χρήση της epoetin alfa σε αυτούς τους πληθυσμούς περιγράφονται στην (βλ. Φαρμακοδυναμικές) αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Θεραπεία παιδιατρικών ασθενών με αναιμία επαγόμενη από χημειοθεραπεία
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της epoetin alfa σε παιδιατρικούς ασθενείς που λαμβάνουν χημειοθεραπεία δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Θεραπεία παιδιατρικών ασθενών χειρουργείου σε πρόγραμμα αυτόλογης μετάγγισης
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της epoetin alfa σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Θεραπεία παιδιατρικών ασθενών οι οποίοι έχουν προγραμματιστεί για μείζον ορθοπεδικό χειρουργείο
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της epoetin alfa σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν πριν από τον χειρισμό ή τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος.
Πριν τη χρήση, αφήστε τη σύριγγα του Epoetin alfa HEXAL μέχρι να φτάσει σε θερμοκρασία δωματίου. Αυτό χρειάζεται συνήθως 15 με 30 λεπτά. Όπως και με κάθε άλλο ενέσιμο προϊόν, ελέγξτε ότι δεν υπάρχουν σωματίδια στο διάλυμα ή χρωματική μεταβολή. Το Epoetin alfa HEXAL είναι ένα στείρο προϊόν το οποίο δεν περιέχει όμως συντηρητικά και που προορίζεται αποκλειστικά για μονήρη χρήση. Χορηγείτε την απαιτούμενη ποσότητα.
Θεραπεία της συμπτωματικής αναιμίας σε ενήλικες ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, όταν είναι άμεσα διαθέσιμη ενδοφλέβια πρόσβαση (ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση), προτιμάται η χορήγηση του Epoetin alfa HEXAL μέσω της ενδοφλέβιας οδού. Όταν δεν είναι άμεσα διαθέσιμη ενδοφλέβια πρόσβαση (ασθενείς που δεν υποβάλλονται ακόμη σε αιμοδιύλιση και ασθενείς που υποβάλλονται σε περιτοναιοδιύλιση), το Epoetin alfa HEXAL μπορεί να χορηγηθεί ως υποδόρια ένεση.
Θεραπεία ενήλικων ασθενών με αναιμία επαγόμενη από χημειοθεραπεία Το Epoetin alfa HEXAL πρέπει να χορηγείται ως υποδόρια ένεση.
Θεραπεία ενήλικων ασθενών χειρουργείου σε πρόγραμμα αυτόλογης μετάγγισης Το Epoetin alfa HEXAL πρέπει να χορηγείται μέσω της ενδοφλέβιας οδού.
Θεραπεία ενήλικων ασθενών οι οποίοι έχουν προγραμματιστεί για μείζον ορθοπεδικό χειρουργείο Το Epoetin alfa HEXAL πρέπει να χορηγείται ως υποδόρια ένεση.
Θεραπεία ενήλικων ασθενών με χαμηλό - ή ενδιάμεσο-1 - κίνδυνο ΜΔΣ Το Epoetin alfa HEXAL πρέπει να χορηγείται ως υποδόρια ένεση.
Θεραπεία της συμπτωματικής αναιμίας σε παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση Στους παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, όταν είναι άμεσα διαθέσιμη ενδοφλέβια πρόσβαση (ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση), προτιμάται η χορήγηση του Epoetin alfa HEXAL μέσω της ενδοφλέβιας οδού.
Ενδοφλέβια χορήγηση Χορηγείτε σε χρονική διάρκεια ενός έως πέντε λεπτών, ανάλογα με τη συνολική δόση. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση, μπορεί να χορηγηθεί μία στιγμιαία (bolus) ένεση κατά τη φάση της αιμοδιύλισης μέσω μίας κατάλληλης φλεβικής διόδου στη γραμμή της αιμοδιύλισης. Εναλλακτικά, η ένεση μπορεί να χορηγηθεί κατά το τέλος της φάσης της αιμοδιύλισης μέσω μιας κατάλληλης διόδου εντός του συστήματος της αιμοδιύλισης, ακολουθούμενη από 10 ml ισοτονικού διαλύματος φυσιολογικού ορού που χρησιμεύουν για να ξεπλυθεί το σύστημα της διασωλήνωσης και να εξασφαλισθεί η ικανοποιητική μετάβαση της ένεσης του προϊόντος στην κυκλοφορία (βλ. Δοσολογία, Ενήλικες ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση).
Στους ασθενείς που αντιδρούν στη θεραπεία με συμπτώματα που προσομοιάζουν με αυτά της γρίπης, είναι προτιμότερη η χορήγηση σε βραδύτερο ρυθμό (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Μη χορηγείτε το Epoetin alfa HEXAL με ενδοφλέβια έγχυση ή σε συνδυασμό με άλλα διαλύματα φαρμακευτικών προϊόντων (παρακαλείσθε να ανατρέξετε στην παράγραφο 6.6 για περισσότερες πληροφορίες).
Υποδόρια χορήγηση Γενικά δεν θα πρέπει να υπερβαίνεται ο μέγιστος όγκος του 1ml σε μια ενιέμενη περιοχή. Στις περιπτώσεις που απαιτούνται μεγαλύτερες δόσεις, θα πρέπει να επιλέγονται περισσότερες από μια ενιέμενες περιοχές. Οι ενέσεις πρέπει να πραγματοποιούνται στα άκρα ή στο πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα. Σε εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες ο γιατρός διαπιστώσει ότι ο ασθενής ή ο φροντιστής μπορούν να χορηγήσουν υποδορίως οι ίδιοι το Epoetin alfa HEXAL με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα, πρέπει να τους παρέχονται οι κατάλληλες οδηγίες για τη δοσολογία και τη χορήγηση.
Διαβαθμισμένοι δακτύλιοι Η σύριγγα περιέχει διαβαθμισμένους δακτυλίους για να είναι δυνατή η χορήγηση μέρους της δόσης (βλ. παράγραφο 6.6). Ωστόσο, το προϊόν προορίζεται για μία χρήση μόνο. Θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο μία δόση του Epoetin alfa HEXAL από κάθε σύριγγα. “Οδηγίες για το πώς θα κάνετε ένεση στον εαυτό σας με το Epoetin alfa HEXAL” βρίσκονται στο τέλος του φύλλου οδηγιών χρήσης.
block
Αντενδείξεις
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Ασθενείς που αναπτύσσουν αμιγή απλασία της ερυθράς σειράς (PRCA) μετά από θεραπευτική αγωγή με οποιαδήποτε ερυθροποιητίνη δεν θα πρέπει να λαμβάνουν το Epoetin alfa HEXAL ή οποιαδήποτε άλλη ερυθροποιητίνη (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Μη ελεγχόμενη υπέρταση.
- Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι αντενδείξεις που σχετίζονται με το αυτόλογο αίμα σε προγράμματα αυτομετάγγισης σε ασθενείς που λαμβάνουν Epoetin alfa HEXAL.
- Η χρήση του Epoetin alfa HEXAL αντενδείκνυται σε ασθενείς με κάποια σοβαρή στεφανιαία, περιφερική αρτηριακή, καρωτιδική, αγγειακή εγκεφαλική νόσο, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που είχαν πρόσφατα κάποιο έμφραγμα του μυοκαρδίου ή κάποιο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο που είναι προγραμματισμένοι για μείζονα ορθοπεδικά χειρουργεία και που δε συμμετέχουν σε κάποιο πρόγραμμα αυτομετάγγισης.
- Ασθενείς χειρουργείου οι οποίοι για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορούν να λάβουν επαρκή προφυλακτική αντιθρομβωτική αγωγή.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικά
Η αρτηριακή πίεση όλων των ασθενών που λαμβάνουν epoetin alfa, θα πρέπει να παρακολουθείται στενά και να λαμβάνονται όλα τα μέτρα για τη ρύθμισή της. Στις περιπτώσεις της υπέρτασης που δεν έχει αντιμετωπιστεί, της ανεπαρκώς αντιμετωπιζόμενης ή της ανεπαρκώς ελεγχόμενης υπέρτασης, η epoetin alfa θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Είναι πιθανό να απαιτείται έναρξη ή αύξηση της αντιϋπερτασικής θεραπευτικής αγωγής. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης, η θεραπευτική αγωγή με την epoetin alfa θα πρέπει να διακόπτεται.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με epoetin alfa έχουν επίσης σημειωθεί υπερτασικές κρίσεις με εγκεφαλοπάθεια και σπασμούς, που απαιτούν άμεση ιατρική φροντίδα και εντατική θεραπεία, σε ασθενείς με προηγουμένως φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση. Θα πρέπει να δίδεται προσοχή στις ξαφνικές διαξιφιστικές κεφαλαλγίες που προσομοιάζουν με ημικρανία επειδή μπορεί να συνιστούν πιθανό προειδοποιητικό σημείο (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Η epoetin alfa θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με επιληψία, ιστορικό σπασμών, ή ιατρικές καταστάσεις που συσχετίζονται με προδιάθεση για επιληπτική δραστηριότητα όπως λοιμώξεις του ΚΝΣ και μεταστάσεις στον εγκέφαλο.
Η epoetin alfa θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με χρόνια ηπατική ανεπάρκεια. Η ασφάλεια της epoetin alfa δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Η συχνότητα εμφάνισης των θρομβωτικών αγγειακών επεισοδίων που έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ESA είναι αυξημένη (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αυτά περιλαμβάνουν φλεβικές και αρτηριακές θρομβώσεις και εμβολή (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων με θανατηφόρες εκβάσεις), όπως εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή, θρόμβωση της αμφιβληστροειδικής αρτηρίας, και έμφραγμα του μυοκαρδίου. Έχουν επίσης αναφερθεί αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (συμπεριλαμβανομένου εγκεφαλικού έμφρακτου, εγκεφαλικής αιμορραγίας και παροδικών ισχαιμικών επεισοδίων). Ο αναφερόμενος κίνδυνος αυτών των θρομβωτικών αγγειακών επεισοδίων θα πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά σε σχέση με τα αναμενόμενα οφέλη από τη θεραπεία με epoetin alfa ιδιαίτερα στην περίπτωση ασθενών με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου για θρομβωτικό αγγειακό επεισόδιο, συμπεριλαμβανομένης της παχυσαρκίας και προηγούμενου ιστορικού θρομβωτικών αγγειακών επεισοδίων (π.χ. εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή, και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο).
Σε όλους τους ασθενείς, τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης πρέπει να παρακολουθούνται στενά λόγω του αυξημένου ενδεχόμενου κινδύνου για θρομβοεμβολικά συμβάματα και θανατηφόρο έκβαση όταν οι ασθενείς υποβάλλονται σε θεραπεία σε επίπεδα αιμοσφαιρίνης πάνω από το εύρος συγκέντρωσης για την ένδειξη χρήσης.
Κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής με την epoetin alfa, είναι δυνατό να παρατηρηθεί μια μέτρια δοσοεξαρτώμενη αύξηση στον αριθμό των αιμοπεταλίων, η οποία να παραμένει μέσα στα φυσιολογικά όρια. Η αύξηση αυτή ομαλοποιείται κατά την πορεία της συνεχιζόμενης θεραπείας. Επιπλέον, έχει αναφερθεί θρομβοκυτταραιμία πάνω από το εύρος φυσιολογικών τιμών. Συνιστάται ο τακτικός έλεγχος του αριθμού των αιμοπεταλίων κατά τη διάρκεια των 8 πρώτων εβδομάδων της θεραπείας.
Πριν από την έναρξη της θεραπείας με την epoetin alfa και όταν αποφασίζεται αύξηση της δόσης, θα πρέπει να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται θεραπευτικώς όλες οι άλλες αιτίες της αναιμίας (ανεπάρκεια σιδήρου, φυλλικού οξέος ή βιταμίνης B12, δηλητηρίαση από αργίλιο, λοίμωξη ή φλεγμονή, απώλεια αίματος, αιμόλυση και ίνωση του μυελού των οστών οποιασδήποτε αιτιολογίας). Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι τιμές της φερριτίνης στον ορό πέφτουν ταυτόχρονα με την αύξηση του όγκου των συμπεπυκνωμένων κυττάρων. Για να διασφαλιστεί η βέλτιστη θεραπευτική ανταπόκριση στην epoetin alfa, θα πρέπει να διασφαλίζεται η ύπαρξη επαρκών αποθεμάτων σιδήρου και θα πρέπει να χορηγούνται συμπληρώματα σιδήρου εάν είναι απαραίτητο (βλ. Δοσολογία):
- Για ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, η λήψη συμπληρωμάτων σιδήρου (στοιχειακός σίδηρος 200 έως 300 mg/ημέρα λαμβανόμενα από του στόματος για ενήλικες και 100 έως 200 mg/ημέρα από του στόματος για τους παιδιατρικούς ασθενείς) συνιστάται εάν τα επίπεδα της φερριτίνης του ορού είναι κάτω από 100 ng/ml.
- Για ασθενείς με καρκίνο, η λήψη συμπληρωμάτων σιδήρου (στοιχειακός σίδηρος 200 έως 300 mg/ημέρα από του στόματος) συνιστάται εάν το ποσοστό κορεσμού της τρανσφερρίνης είναι κάτω από 20%.
- Για ασθενείς σε πρόγραμμα αυτόλογης μετάγγισης, η λήψη συμπληρωμάτων σιδήρου (στοιχειακός σίδηρος 200 mg/ημέρα λαμβανόμενα από του στόματος) πρέπει να χορηγείται αρκετές εβδομάδες πριν από την έναρξη της προκατάθεσης αυτόλογου αίματος με στόχο την επίτευξη υψηλών αποθεμάτων σιδήρου πριν από έναρξη της θεραπείας με epoetin alfa και καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με epoetin alfa.
- Για ασθενείς οι οποίοι έχουν προγραμματιστεί για μείζον ορθοπεδικό χειρουργείο, η λήψη συμπληρωμάτων σιδήρου (στοιχειακός σίδηρος 200 mg/ημέρα λαμβανόμενα από του στόματος) πρέπει να χορηγείται καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας με epoetin alfa. Εάν είναι δυνατόν, η χορήγηση συμπληρωμάτων σιδήρου πρέπει να αρχίσει πριν από την έναρξη της θεραπείας με epoetin alfa therapy ώστε να επιτευχθούν επαρκή αποθέματα σιδήρου.
Πολύ σπάνια, έχει παρατηρηθεί ανάπτυξη ή επιδείνωση της πορφυρίας σε ασθενείς που λαμβάνουν epoetin alfa. Η epoetin alfa πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με πορφυρία.
Κατά τη θεραπεία με εποετίνες έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες, μεταξύ των οποίων το σύνδρομο Stevens-Johnson και η τοξική επιδερμική νεκρόλυση, οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες. Τα πιο σοβαρά περιστατικά έχουν παρατηρηθεί με τις εποετίνες μακράς δράσης. Κατά τη συνταγογράφηση, οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τυχόν ενδείξεις και συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Εάν εμφανιστούν ενδείξεις και συμπτώματα που ενδέχεται να σχετίζονται με αυτές τις αντιδράσεις, η θεραπεία με Epoetin alfa HEXAL πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να χορηγείται εναλλακτική θεραπεία. Εάν ο ασθενής εμφανίσει σοβαρή δερματική αντίδραση όπως σύνδρομο Stevens-Johnson ή τοξική επιδερμική νεκρόλυση λόγω της χρήσης Epoetin alfa HEXAL, η θεραπεία με το Epoetin alfa HEXAL πρέπει να σταματήσει για πάντα.
Για τη βελτίωση της ιχνηλασιμότητας των ενισχυτικών παραγόντων ερυθροποίησης (ESA), η εμπορική ονομασία των χορηγούμενων ESA πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια (ή να δηλώνεται) στο φάκελο του ασθενούς. Οι ασθενείς πρέπει να μεταβαίνουν από ένα ESA σε έναν άλλο μόνο υπό την κατάλληλη παρακολούθηση.
Αμιγής Απλασία της Ερυθράς Σειράς (PRCA)
Μετά από μήνες έως χρόνια υποδόριας θεραπείας εποετίνης, έχει αναφερθεί επαγόμενη από αντίσωμα PRCA, κυρίως σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. Έχουν επίσης αναφερθεί περιπτώσεις σε ασθενείς με ηπατίτιδα C που υποβάλλονται σε θεραπεία με ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη, με ταυτόχρονη χορήγηση ESA. Η epoetin alfa δεν έχει εγκριθεί για τη διαχείριση αναιμίας που σχετίζεται με ηπατίτιδα C. Στους ασθενείς που εμφανίστηκε ξαφνική έλλειψη της αποτελεσματικότητας όπως αυτή ορίζεται από μείωση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης (1 έως 2 g/dl ή 0,62 έως 1,25 mmol/l το μήνα) συνοδευόμενη από αυξημένη ανάγκη μεταγγίσεων, θα πρέπει να μετράται ο αριθμός των δικτυοερυθροκυττάρων και να διερευνώνται οι τυπικές αιτίες για τη μη ανταπόκριση (π.χ. ανεπάρκεια σιδήρου, φυλλικού οξέος ή βιταμίνης B12, δηλητηρίαση αργιλίου, λοίμωξη ή φλεγμονή, απώλεια αίματος, αιμόλυση και ίνωση του μυελού των οστών οποιασδήποτε αιτιολογίας). Μια παράδοξη μείωση της αιμοσφαιρίνης και ανάπτυξη σοβαρής αναιμίας που σχετίζεται με χαμηλούς αριθμούς ερυθροκυττάρων πρέπει να προτρέψει σε διακοπή της θεραπείας με epoetin alfa και διεξαγωγή ελέγχου για αντισώματα αντι-ερυθροποιητίνης. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η εξέταση του μυελού των οστών για τη διάγνωση της PRCA. Δεν πρέπει να ξεκινά άλλη θεραπεία με ESA επειδή υπάρχει ο κίνδυνος διασταυρούμενης αντίδρασης.
Θεραπεία της συμπτωματικής αναιμίας σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
Τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που λαμβάνουν θεραπεία με epoetin alfa πρέπει να μετρώνται σε τακτική βάση μέχρις ότου τα επίπεδά της σταθεροποιηθούν και έκτοτε περιοδικά. Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ο ρυθμός αύξησης της αιμοσφαιρίνης θα πρέπει να είναι περί το 1 g/dl (0,62 mmol/l) το μήνα και δε θα πρέπει να υπερβαίνει τα 2 g/dl (1,25 mmol/l) το μήνα έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος αύξησης της υπέρτασης. Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, η συγκέντρωση συντήρησης της αιμοσφαιρίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει το ανώτερο όριο του εύρους συγκέντρωσης της αιμοσφαιρίνης όπως συστήθηκε στην (βλ. Δοσολογία). Σε κλινικές μελέτες παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος θανάτου και σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων όταν οι ESAs χορηγήθηκαν για να επιτευχθεί επίπεδο συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης μεγαλύτερο των 12 g/dl (7,5 mmol/l). Ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές δεν έδειξαν σημαντικά οφέλη που θα μπορούσαν να αποδοθούν στη χορήγηση εποιητινών όταν η συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης αυξάνεται πέρα από το επίπεδο που είναι απαραίτητο για τον έλεγχο των συμπτωμάτων της αναιμίας και την αποφυγή μετάγγισης αίματος. Απαιτείται προσοχή με την κλιμάκωση των δόσεων της Epoetin alfa HEXAL σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια καθώς υψηλές σωρευτικές δόσεις epoetin μπορεί να συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας, σοβαρών καρδιαγγειακών και αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων. Σε ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση της αιμοσφαιρίνης στις εποιητίνες, θα πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικές εξηγήσεις για την ανεπαρκή ανταπόκριση (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοδυναμικές).
Οι ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που λαμβάνουν θεραπεία με epoetin alfa μέσω της υποδόριας οδού θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για τυχόν απώλεια αποτελεσματικότητας, που ορίζεται ως απουσία ή μείωση της ανταπόκρισης στη θεραπεία με epoetin alfa σε ασθενείς που παρουσίαζαν προηγουμένως ανταπόκριση σε αυτήν τη θεραπεία. Αυτή χαρακτηρίζεται από συνεχή μείωση της αιμοσφαιρίνης παρά την αύξηση της δοσολογίας της epoetin alfa (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ορισμένοι ασθενείς με πιο εκτεταμένα δοσολογικά μεσοδιαστήματα (μεγαλύτερα από μία φορά την εβδομάδα) της epoetin alfa μπορεί να μη διατηρήσουν επαρκή επίπεδα αιμοσφαιρίνης (βλ. Φαρμακοδυναμικές) και μπορεί να χρειαστούν αύξηση της δόσης της epoetin alfa. Τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά.
Έχει σημειωθεί θρόμβωση των αναστομώσεων σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση, ιδιαίτερα σε εκείνους που έχουν τάση προς υπόταση ή σε εκείνους που εμφανίζουν επιπλοκές στα αρτηριοφλεβικά συρίγγια (π.χ. στενώσεις, ανευρύσματα, κλπ.). Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται να γίνεται πρώιμη επανεξέταση της αναστόμωσης και να λαμβάνονται προφυλακτικά μέτρα κατά της θρόμβωσης με χορήγηση ακετυλοσαλικυλικού οξέος, για παράδειγμα.
Σε μεμονωμένες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί υπερκαλιαιμία αν και η αιτιώδης σχέση δεν έχει τεκμηριωθεί. Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα των ηλεκτρολυτών στον ορό. Εάν ανιχνευθούν αυξημένα ή αυξανόμενα επίπεδα καλίου στον ορό τότε, εκτός από την κατάλληλη θεραπεία της υπερκαλιαιμίας, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διακοπή της χορήγησης της epoetin alfa μέχρι να διορθωθεί το επίπεδο καλίου στον ορό.
Συχνά απαιτείται να αυξηθεί η δόση της ηπαρίνης κατά τη διάρκεια της αιμοδιύλισης ενώ διαρκεί η θεραπεία με την epoetin alfa λόγω της αύξησης του όγκου των συμπεπυκνωμένων κυττάρων. Σε περίπτωση που η στάγδην συνεχής έγχυση της ηπαρίνης (heparinization) δεν είναι η βέλτιστη, είναι πιθανό να σημειωθεί απόφραξη του συστήματος της αιμοδιύλισης.
Με βάση τις μέχρι σήμερα διαθέσιμες πληροφορίες, η διόρθωση της αναιμίας με τη χρήση της epoetin alfa σε ενήλικες ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια οι οποίοι δεν υποβάλλονται ακόμη σε αιμοδιύλιση δεν επιταχύνει το ρυθμό εξέλιξης της νεφρικής ανεπάρκειας.
Θεραπεία ασθενών με αναιμία επαγόμενη από χημειοθεραπεία
Τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης σε ασθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν θεραπεία με epoetin alfa πρέπει να μετρώνται σε τακτική βάση μέχρις ότου τα επίπεδά της σταθεροποιηθούν και έκτοτε περιοδικά. Οι εποετίνες αποτελούν αυξητικούς παράγοντες οι οποίοι ενεργοποιούν ως επί το πλείστον την παραγωγή των ερυθροκυττάρων. Οι υποδοχείς της ερυθροποιητίνης μπορεί να εκφραστούν στην επιφάνεια διαφόρων νεοπλασματικών κυττάρων. Όπως ισχύει για όλους τους αυξητικούς παράγοντες, υπάρχει ο φόβος πως οι ερυθροποιητίνες θα μπορούσαν να επάγουν την αύξηση όγκων. Ο ρόλος των ESA στην εξέλιξη των όγκων ή στη μειωμένη επιβίωση ελεύθερη εξέλιξης δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, η χρήση epoetin alfa και άλλων ESA έχει συσχετισθεί με μειωμένο περιοχικό τοπικό έλεγχο του όγκου ή μειωμένη συνολική επιβίωση:
- μείωσε τον περιοχικό τοπικό έλεγχο σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο της κεφαλής και του τραχήλου οι οποίοι υποβάλλονταν σε θεραπεία ακτινοβολίας, όταν χορηγήθηκε για να επιτευχθεί ένα επίπεδο συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης μεγαλύτερο από 14 g/dl (8,7 mmol/l),
- μείωσε τη συνολική επιβίωση και αύξησε τους θανάτους που αποδόθηκαν στην εξέλιξη της νόσου στους 4 μήνες σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού οι οποίες υποβάλλονταν σε χημειοθεραπεία, όταν χορηγήθηκε για να επιτευχθεί ένα εύρος συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης 12 έως 14 g/dl (7,5 έως 8,7 mmol/l),
- αύξησε τον κίνδυνο θανάτου όταν χορηγήθηκε για να επιτευχθεί ένα επίπεδο συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης 12 g/dl (7,5 mmol/l) σε ασθενείς με ενεργή κακοήθη νόσο που δεν υποβάλλονταν ούτε σε χημειοθεραπεία ούτε σε θεραπεία ακτινοβολίας. Η χρήση των ESA δεν ενδείκνυται για χρήση στο συγκεκριμένο πληθυσμό ασθενών,
- παρατηρούμενη κατά 9% αύξηση στον κίνδυνο για προοδευτική νόσο (PD) ή θάνατο στην ομάδα epoetin alfa συν το πρότυπο περίθαλψης (SOC) από μια πρωτογενή ανάλυση και κατά 15% αυξημένος κίνδυνος ο οποίος δεν μπορεί να αποκλεισθεί στατιστικά σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού οι οποίες υποβάλλονταν σε χημειοθεραπεία, όταν χορηγήθηκε για να επιτευχθεί ένα εύρος συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης 10 έως 12 g/dl (6,2 έως 7,5 mmol/l). Δεδομένων των παραπάνω, σε ορισμένες κλινικές περιπτώσεις, η μετάγγιση αίματος πρέπει να αποτελεί την προτιμώμενη θεραπευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της αναιμίας σε ασθενείς με καρκίνο. Η απόφαση για τη χορήγηση θεραπείας ανασυνδυασμένων ερυθροποιητινών πρέπει να βασίζεται σε μια αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου με τη συμμετοχή του κάθε ασθενούς, η οποία θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ειδικές κλινικές συνθήκες. Οι παράγοντες που πρέπει να εξετάζονται σε αυτήν την αξιολόγηση πρέπει να περιλαμβάνουν τον τύπο του όγκου και το στάδιό του, το βαθμό της αναιμίας, το προσδόκιμο ζωής, το περιβάλλον στο οποίο ο ασθενής υποβάλλεται σε θεραπεία, καθώς και την προτίμηση του ασθενούς (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Σε ασθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν χημειοθεραπεία, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η καθυστέρηση 2 - 3 εβδομάδων μεταξύ της χορήγησης του ESA και της εμφάνισης των ερυθροκυττάρων που έχουν δημιουργηθεί από την ερυθροποιητίνη εάν ενδείκνυται η θεραπεία με epoetin alfa (ασθενής που διατρέχει κίνδυνο μετάγγισης).
Ασθενείς χειρουργείου σε προγράμματα αυτόλογης μετάγγισης
Πρέπει να τηρούνται όλες οι ειδικές προειδοποιήσεις και ειδικές προφυλάξεις που σχετίζονται με τα προγράμματα αυτόλογης μετάγγισης, ειδικά με την αντικατάσταση όγκου ρουτίνας.
Ασθενείς προγραμματισμένοι για μείζονα ορθοπεδικά χειρουργεία
Στην προχειρουργική φάση, πρέπει πάντοτε να χρησιμοποιούνται καλές πρακτικές διαχείρισης του αίματος. Οι ασθενείς που είναι προγραμματισμένοι για μείζονα ορθοπεδικά χειρουργεία θα πρέπει να λαμβάνουν επαρκή προφυλακτική αντιπηκτική αγωγή, καθώς είναι πιθανό στους ασθενείς αυτούς να παρουσιαστούν θρομβωτικά και αγγειακά επεισόδια, ειδικά στις περιπτώσεις όπου υποβόσκει κάποια καρδιαγγειακή νόσος. Επιπλέον, θα πρέπει να λαμβάνονται ειδικές προφυλάξεις στους ασθενείς που έχουν προδιάθεση για να αναπτύξουν εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση. Επιπλέον, στους ασθενείς με αρχικά επίπεδα αιμοσφαιρίνης > 13 g/dl (> 8,1 mmol/l), δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα να συσχετιστεί η θεραπεία με epoetin alfa με αυξημένο κίνδυνο μετεγχειρητικών θρομβωτικών / αγγειακών επεισοδίων. Επομένως, η epoetin alfa δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με αρχικά επίπεδα της αιμοσφαιρίνης > 13 g/dl (> 8,1 mmol/l).
Έκδοχα
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά προγεμισμένη σύριγγα, δηλαδή ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν υπάρχουν ενδείξεις που να υποδεικνύουν ότι η θεραπεία με την epoetin alfa μεταβάλλει το μεταβολισμό άλλων φαρμακευτικών προϊόντων.
Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν την ερυθροποίηση μπορεί να μειώσουν την ανταπόκριση στην epoetin alfa.
Καθώς η κυκλοσπορίνη δεσμεύεται από τα ερυθροκύτταρα (RBC) είναι δυνατή η αλληλεπίδραση των φαρμακευτικών προϊόντων. Εάν η epoetin alfa χορηγηθεί ταυτόχρονα με κυκλοσπορίνη, θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στο αίμα καθώς και να ρυθμιστεί η δόση της παράλληλα με την αύξηση του αιματοκρίτη.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις που να υποδεικνύουν αλληλεπίδραση ανάμεσα στην epoetin alfa και τους παράγοντες διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων (G-CSF) ή τους παράγοντες διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων-μονοκυττάρων (GM-CSF) σε σχέση με την in vitro αιματολογική διαφοροποίηση ή τον πολλαπλασιασμό των δειγμάτων της βιοψίας του όγκου.
Σε γυναίκες ενήλικες ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού, η υποδόρια συγχορήγηση 40.000 IU/ml epoetin alfa με τραστουζουμάμπη 6 mg/kg δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της τραστουζουμάμπης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Η ανεπιθύμητη ενέργεια του φαρμάκου που έχει παρατηρηθεί συχνότερα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με την epoetin alfa είναι μία δοσοεξαρτώμενη αύξηση της αρτηριακής πίεσης ή επιδείνωση της υπάρχουσας υπέρτασης. Απαιτείται παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπευτικής αγωγής (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οι συχνότερα εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που παρατηρήθηκαν στις κλινικές δοκιμές της epoetin alfa είναι διάρροια, ναυτία, έμετος, πυρεξία και κεφαλαλγία. Συμπτώματα που προσομοιάζουν με εκείνα της γρίπης μπορεί να εμφανιστούν ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας.
Συμφόρηση του αναπνευστικού συστήματος, η οποία περιλαμβάνει επεισόδια συμφόρησης του ανώτερου αναπνευστικού, ρινική συμφόρηση και ρινοφαρυγγίτιδα, έχει αναφερθεί σε μελέτες με εκτεταμένα δοσολογικά μεσοδιαστήματα σε ενήλικες ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια οι οποίοι δεν υποβάλλονται ακόμα σε αιμοδιύλιση.
Αυξημένη συχνότητα εμφάνισης θρομβοεμβολικών συμβαμάτων (TVE) έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ESA (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Από ένα σύνολο 3.417 ατόμων στις 25 τυχαιοποιημένες, διπλές-τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο ή με το πρότυπο περίθαλψης μελέτες, το συνολικό προφίλ ασφαλείας της epoetin alfa αξιολογήθηκε σε 2.094 αναιμικά άτομα. Συμπεριλήφθηκαν 228 άτομα με CRF που έλαβαν θεραπεία με epoetin alfa σε 4 μελέτες για τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια (2 μελέτες προ της αιμοδιύλισης [N = 131 άτομα με CRF που εκτέθηκαν] και 2 σε αιμοδιύλιση [N = 97 άτομα με CRF που εκτέθηκαν]. 1.404 άτομα με καρκίνο που εκτέθηκαν σε 16 μελέτες της αναιμίας λόγω χημειοθεραπείας, 147 άτομα που εκτέθηκαν σε 2 μελέτες για μετάγγιση αυτόλογου αίματος, 213 ασθενείς που εκτέθηκαν σε 1 μελέτη στην περιχειρουργική περίοδο και 102 ασθενείς που εκτέθηκαν σε 2 μελέτες ΜΔΣ. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που αναφέρθηκαν από ≥ 1% των ασθενών υπό θεραπεία με epoetin alfa σε αυτές τις δοκιμές παρατίθενται στον πίνακα παρακάτω.
Εκτίμηση συχνότητας: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα (SOC) κατά MedDRA | Ανεπιθύμητη ενέργεια (Προτιμώμενο επίπεδο όρου) | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς | Σπάνιες |
| Θρομβοκυτταραιμία | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπερκαλιαιμία¹ | Συχνές |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία | Μη γνωστές |
| Αναφυλακτική αντίδραση | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Πολύ συχνές |
| Σπασμοί | Όχι συχνές | |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπέρταση | Πολύ συχνές |
| Φλεβική και αρτηριακή θρόμβωση² | Συχνές | |
| Υπερτασική κρίση | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Βήχας | Συχνές |
| Συμφόρηση του αναπνευστικού συστήματος | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια | Πολύ συχνές |
| Ναυτία | Πολύ συχνές | |
| Έμετος | Πολύ συχνές | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα | Συχνές |
| Κνίδωση | Μη γνωστές | |
| Αγγειονευρωτικό οίδημα | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Αρθραλγία | Συχνές |
| Άλγος των οστών | Συχνές | |
| Μυαλγία | Συχνές | |
| Άλγος σε άκρο | Συχνές | |
| Συγγενείς, οικογενείς και γενετικές διαταραχές | Οξεία πορφυρία | Σπάνιες |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πυρεξία | Πολύ συχνές |
| Ρίγη | Συχνές | |
| Νόσος που προσομοιάζει με γρίπη | Συχνές | |
| Αντίδραση στο σημείο της ένεσης | Συχνές | |
| Οίδημα περιφερικό | Συχνές | |
| Αναποτελεσματικότητα του φαρμακευτικού προϊόντος | Μη γνωστές | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Θετικά αντισώματα κατά της ερυθροποιητίνης | Μη γνωστές |
¹Συχνή στην αιμοδιύλιση ²Περιλαμβάνει αρτηριακά και φλεβικά, θανατηφόρα και μη θανατηφόρα συμβάματα, όπως εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή, θρόμβωση της αμφιβληστροειδικής αρτηρίας, αρτηριακή θρόμβωση (συμπεριλαμβανομένου εμφράγματος του μυοκαρδίου), αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (συμπεριλαμβανομένου εγκεφαλικού έμφρακτου και εγκεφαλικής αιμορραγίας), παροδικά ισχαιμικά επεισόδια, και θρόμβωση των αναστομώσεων (συμπεριλαμβανομένου του εξοπλισμού αιμοδιύλισης) και θρόμβωση εντός ανευρυσμάτων αρτηριοφλεβικών αναστομώσεων.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων εξανθήματος (συμπεριλαμβανομένης κνίδωσης), αναφυλακτικής αντίδρασης και αγγειονευρωτικού οιδήματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με epoetin alfa έχουν επίσης σημειωθεί υπερτασικές κρίσεις με εγκεφαλοπάθεια και σπασμούς, που απαιτούν άμεση ιατρική φροντίδα και εντατική θεραπεία, σε ασθενείς με προηγουμένως φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση. Θα πρέπει να δίδεται προσοχή στις ξαφνικές διαξιφιστικές κεφαλαλγίες που προσομοιάζουν με ημικρανία επειδή μπορεί να συνιστούν πιθανό προειδοποιητικό σημείο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κατά τη θεραπεία με εποετίνες έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες, μεταξύ των οποίων το σύνδρομο Stevens-Johnson και η τοξική επιδερμική νεκρόλυση, οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Επαγόμενη από αντίσωμα αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς έχει αναφερθεί πολύ σπάνια σε < 1/10.000 περιπτώσεις ανά έτη-ασθενών μετά από μήνες έως χρόνια θεραπείας με epoetin alfa (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ενήλικες ασθενείς με χαμηλό - ή ενδιάμεσο-1 - κίνδυνο ΜΔΣ Στην τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη, 4 (4,7%) ασθενείς εμφάνισαν θρομβωτικά αγγειακά επεισόδια (TVE) (αιφνίδιος θάνατος, ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, εμβολή και φλεβίτιδα). Όλα τα TVE εμφανίστηκαν στην ομάδα της epoetin alfa, κατά τις πρώτες 24 εβδομάδες της μελέτης. Στις τρεις περιπτώσεις τα TVE επιβεβαιώθηκαν, ενώ στην τέταρτη περίπτωση (αιφνίδιος θάνατος), το θρομβοεμβολικό σύμβαμα δεν επιβεβαιώθηκε. Δύο ασθενείς είχαν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου (κολπική μαρμαρυγή, καρδιακή ανεπάρκεια και θρομβοφλεβίτιδα).
Παιδιατρικός πληθυσμός με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλεται σε αιμοδιύλιση Η έκθεση παιδιατρικών ασθενών με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση στις κλινικές δοκιμές και στην εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου είναι περιορισμένη. Δεν αναφέρθηκαν σε αυτόν τον πληθυσμό ειδικές για τους παιδιατρικούς ασθενείς ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες δεν έχουν αναφερθεί προηγουμένως στον παραπάνω πίνακα, ή οποιεσδήποτε ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες δεν ήταν συναφείς με την υποκείμενη νόσο.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της epoetin alfa σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Συνεπώς, η epoetin alfa θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν τα δυνητικά οφέλη υπερτερούν του δυνητικού κινδύνου για το έμβρυο. Η χρήση της epoetin alfa δε συνιστάται σε έγκυες ασθενείς χειρουργείου που συμμετέχουν σε πρόγραμμα αυτόλογης μετάγγισης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η εξωγενής epoetin alfa απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. H epoetin alfa πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε θηλάζουσες γυναίκες. Πρέπει να λαμβάνεται απόφαση για το εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/υπάρχει αποχή από τη θεραπεία με epoetin alfa σταθμίζοντας το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με epoetin alfa για τη γυναίκα. H χρήση της epoetin alfa δε συνιστάται σε θηλάζουσες ασθενείς χειρουργείου που συμμετέχουν σε πρόγραμμα αυτόλογης μετάγγισης.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν μελέτες που να αξιολογούν τη δυνητική επίδραση της epoetin alfa στην ανδρική ή τη γυναικεία γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιαναιμικά, ερυθροποιητίνη, κωδικός ATC: B03XA01. Το Epoetin alfa HEXAL είναι βιο-ομοειδές φαρμακευτικό προϊόν. Λεπτομερείς πληροφορίες είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.
Μηχανισμός δράσης
Η ερυθροποιητίνη (EPO) είναι μια γλυκοπρωτεϊνική ορμόνη η οποία παράγεται κυρίως από τον νεφρό σε ανταπόκριση σε υποξία και αποτελεί βασικό ρυθμιστή της παραγωγής των ερυθροκυττάρων (RBC). Η EPO εμπλέκεται σε όλες τις φάσεις ανάπτυξης των ερυθροειδών, και έχει την κύρια δράση της στο επίπεδο των προδρόμων των ερυθροειδών. Αφού η EPO συνδεθεί στον υποδοχέα κυτταρικής επιφανείας της, ενεργοποιεί οδούς μεταγωγής σημάτων οι οποίες παρεμβάλλονται στην απόπτωση και διεγείρει τον πολλαπλασιασμό των ερυθροειδών κυττάρων.
Η ανασυνδυασμένη ανθρώπινη EPO (epoetin alfa), η οποία εκφράζεται στα κύτταρα ωοθηκών κινεζικών κρικητών, έχει μια αλληλουχία 165 αμινοξέων ταυτόσημη με εκείνη της ανθρώπινης EPO των ούρων· οι 2 είναι δυσδιάκριτες με βάση λειτουργικές δοκιμασίες. Το φαινομενικό μοριακό βάρος της ερυθροποιητίνης είναι ανάμεσα στα 32.000 και 40.000 dalton. Η ερυθροποιητίνη είναι ένας αυξητικός παράγοντας που κυρίως διεγείρει την παραγωγή των ερυθροκυττάρων. Υποδοχείς της ερυθροποιητίνης μπορεί να εκφράζονται στην επιφάνεια μιας ποικιλίας καρκινικών κυττάρων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Υγιείς εθελοντές
Μετά από εφάπαξ δόσεις (20.000 έως 160.000 IU υποδορίως) της epoetin alfa, παρατηρήθηκε δοσοεξαρτώμενη ανταπόκριση για τους φαρμακοδυναμικούς δείκτες που διερευνήθηκαν συμπεριλαμβανομένων: δικτυοερυθροκυττάρων, RBC, και αιμοσφαιρίνης. Ένα καθορισμένο προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου με μέγιστο επίπεδο και επιστροφή στα αρχικά επίπεδα παρατηρήθηκε για μεταβολές στο ποσοστό δικτυοερυθροκυττάρων. Ένα λιγότερο καθορισμένο προφίλ παρατηρήθηκε για RBC και αιμοσφαιρίνη. Σε γενικές γραμμές, όλοι οι φαρμακοδυναμικοί δείκτες αυξήθηκαν με γραμμικό τρόπο, με τη δόση να φθάνει σε μέγιστη ανταπόκριση στα υψηλότερα επίπεδα δόσης.
Περαιτέρω φαρμακοδυναμικές μελέτες διερεύνησαν 40.000 IU μία φορά την εβδομάδα έναντι 150 IU/kg 3 φορές την εβδομάδα. Παρά τις διαφορές στα προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου, η φαρμακοδυναμική ανταπόκριση (όπως μετρήθηκε από μεταβολές στο ποσοστό δικτυοερυθροκυττάρων, την αιμοσφαιρίνη, και τα συνολικά RBC) ήταν παρόμοια μεταξύ αυτών των σχημάτων. Πρόσθετες μελέτες σύγκριναν το σχήμα των 40.000 IU μία φορά την εβδομάδα epoetin alfa με δόσεις δύο φορές την εβδομάδα που κυμαίνονται από 80.000 έως 120.000 IU υποδορίως. Γενικά, με βάση τα αποτελέσματα αυτών των φαρμακοδυναμικών μελετών σε υγιή άτομα, το δοσολογικό σχήμα 40.000 IU μία φορά την εβδομάδα φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματικό στην παραγωγή RBC από ό,τι τα σχήματα δύο φορές την εβδομάδα, παρά μια παρατηρούμενη ομοιότητα στην παραγωγή δικτυοερυθροκυττάρων στα σχήματα μία φορά την εβδομάδα και δύο φορές την εβδομάδα.
Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
Η epoetin alfa έχει καταδειχθεί ότι διεγείρει την ερυθροποίηση σε αναιμικούς ασθενείς με CRF, συμπεριλαμβανομένων ασθενών που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση και προ της αιμοδιύλισης. Η πρώτη ένδειξη ανταπόκρισης στην epoetin alfa είναι μια αύξηση στον αριθμό των δικτυοερυθροκυττάρων εντός 10 ημερών, ακολουθούμενη από αυξήσεις στον αριθμό των ερυθροκυττάρων, την αιμοσφαιρίνη και τον αιματοκρίτη, συνήθως εντός 2 έως 6 εβδομάδων. Η ανταπόκριση της αιμοσφαιρίνης ποικίλλει μεταξύ των ασθενών και μπορεί να επηρεαστεί από τα αποθέματα σιδήρου και την παρουσία συνυπαρχόντων ιατρικών προβλημάτων.
Αναιμία επαγόμενη από χημειοθεραπεία
Η epoetin alfa χορηγούμενη 3 φορές την εβδομάδα ή μία φορά την εβδομάδα έχει καταδειχθεί ότι αυξάνει την αιμοσφαιρίνη και μειώνει τις απαιτήσεις για μετάγγιση μετά από τον πρώτο μήνα θεραπείας σε αναιμικούς ασθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν χημειοθεραπεία. Σε μια μελέτη που σύγκρινε τα δοσολογικά σχήματα 150 IU/kg, 3 φορές την εβδομάδα και 40.000 IU, μία φορά την εβδομάδα σε υγιή άτομα και σε αναιμικά άτομα με καρκίνο, τα χρονικά προφίλ των μεταβολών στο ποσοστό δικτυοερυθροκυττάρων, την αιμοσφαιρίνη, και τα συνολικά ερυθροκύτταρα ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο δοσολογικών σχημάτων τόσο σε υγιή άτομα όσο και σε αναιμικά άτομα με καρκίνο. Οι AUC των αντίστοιχων φαρμακοδυναμικών παραμέτρων ήταν παρόμοιες μεταξύ των δοσολογικών αγωγών 150 IU/kg, 3 φορές την εβδομάδα και 40.000 IU, μία φορά την εβδομάδα σε υγιή άτομα και επίσης σε αναιμικά άτομα με καρκίνο.
Ενήλικες ασθενείς χειρουργείου σε πρόγραμμα αυτόλογης μετάγγισης
Η epoetin alfa έχει καταδειχθεί ότι διεγείρει την παραγωγή ερυθροκυττάρων προκειμένου να αυξηθεί η συλλογή αυτόλογου αίματος, και για να περιοριστεί η μείωση της αιμοσφαιρίνης σε ενήλικους ασθενείς οι οποίοι έχουν προγραμματιστεί για μείζον χειρουργείο, οι οποίοι δεν αναμένεται να προκαταθέσουν τις πλήρεις περιεγχειρητικές ανάγκες τους σε αίμα. Οι μεγαλύτερες επιδράσεις παρατηρούνται σε ασθενείς με χαμηλή αιμοσφαιρίνη (≤ 13 g/dl).
Θεραπεία ενήλικων ασθενών οι οποίοι έχουν προγραμματιστεί για μείζον ορθοπεδικό χειρουργείο
Σε ασθενείς οι οποίοι έχουν προγραμματιστεί για μείζον ορθοπεδικό χειρουργείο με αιμοσφαιρίνη προ της θεραπείας > 10 έως ≤ 13 g/dl, η epoetin alfa έχει καταδειχθεί ότι μειώνει τον κίνδυνο λήψης αλλογενικών μεταγγίσεων και ότι επιταχύνει την ανάκαμψη των ερυθροειδών (αυξημένα επίπεδα αιμοσφαιρίνης, επίπεδα αιματοκρίτη, και αριθμοί δικτυοερυθροκυττάρων).
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
Η epoetin alfa έχει μελετηθεί σε κλινικές δοκιμές σε ενήλικες αναιμικούς ασθενείς με CRF, συμπεριλαμβανομένων ασθενών που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση και προ της αιμοδιύλισης, για τη θεραπεία της αναιμίας και τη διατήρηση του αιματοκρίτη εντός ενός εύρους συγκέντρωσης στόχου από 30 έως 36%. Στις κλινικές δοκιμές σε εναρκτήριες δόσεις 50 έως 150 IU/kg, τρεις φορές την εβδομάδα, περίπου 95% όλων των ασθενών ανταποκρίθηκε με κλινικά σημαντική αύξηση του αιματοκρίτη. Μετά από περίπου δύο μήνες θεραπείας, σχεδόν όλοι οι ασθενείς ήταν εξαρτώμενοι από μετάγγιση. Όταν επετεύχθη ο αιματοκρίτης στόχου, η δόση συντήρησης εξατομικεύθηκε για κάθε ασθενή.
Στις τρεις μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές που διενεργήθηκαν σε ενήλικους ασθενείς υπό αιμοδιύλιση, η διάμεση δόση συντήρησης που ήταν απαραίτητη για τη διατήρηση του αιματοκρίτη μεταξύ 30 έως 36% ήταν περίπου 75 IU/kg χορηγούμενη 3 φορές την εβδομάδα.
Σε μια διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη για την ποιότητα ζωής σε ασθενείς με CRF υπό αιμοδιύλιση, καταδείχθηκε κλινικά και στατιστικά σημαντική βελτίωση στους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με epoetin alfa σε σύγκριση με την ομάδα εικονικού φαρμάκου όταν μετρήθηκαν η κόπωση, τα φυσικά συμπτώματα, οι σχέσεις και η κατάθλιψη (Ερωτηματολόγιο Νεφρικής Νόσου) μετά από έξι μήνες θεραπείας. Οι ασθενείς από την ομάδα που υποβλήθηκε σε θεραπεία με epoetin alfa εντάχθηκαν επίσης σε μια μελέτη επέκτασης ανοιχτής επισήμανσης, η οποία κατέδειξε τις βελτιώσεις στη διάρκεια ζωής τους που διατηρήθηκαν για ένα πρόσθετο χρονικό διάστημα 12 μηνών.
Ενήλικες ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια που δεν υποβάλλονται ακόμη σε αιμοδιύλιση Στις κλινικές μελέτες που διενεργήθηκαν σε ασθενείς με CRF που δεν υποβάλλονταν ακόμη σε αιμοδιύλιση οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία με epoetin alfa, η μέση διάρκεια της θεραπείας ήταν σχεδόν πέντε μήνες. Αυτοί οι ασθενείς ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία με epoetin alfa με έναν τρόπο παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε σε ασθενείς υπό αιμοδιύλιση. Οι ασθενείς με CRF που δεν υποβάλλονταν ακόμη σε αιμοδιύλιση κατέδειξαν μια δοσοεξαρτώμενη και συνεχή αύξηση του αιματοκρίτη όταν χορηγήθηκε epoetin alfa μέσω είτε της ενδοφλέβιας είτε της υποδόριας οδού. Παρόμοια ποσοστά αύξησης του αιματοκρίτη παρατηρήθηκαν όταν η epoetin alfa χορηγήθηκε με έναν από τους δύο τρόπους. Ωστόσο, δόσεις epoetin alfa 75 έως 150 IU/kg την εβδομάδα έχει καταδειχθεί ότι διατηρούν επίπεδα αιματοκρίτη 36 έως 38% για έως έξι μήνες. Σε 2 μελέτες με δοσολογία σε εκτεταμένα διαστήματα της epoetin alfa (3 φορές την εβδομάδα, μία φορά την εβδομάδα, μία φορά κάθε 2 εβδομάδες, και μία φορά κάθε 4 εβδομάδες) ορισμένοι ασθενείς με μεγαλύτερα δοσολογικά διαστήματα δεν διατήρησαν επαρκή επίπεδα αιμοσφαιρίνης και έφθασαν τα καθοριζόμενα από το πρωτόκολλο κριτήρια απόσυρσης για την αιμοσφαιρίνη (0% στην ομάδα μίας φοράς την εβδομάδα, 3,7% στην ομάδα μίας φοράς κάθε 2 εβδομάδες, και 3,3% στην ομάδα μίας φοράς κάθε 4 εβδομάδες).
Μια τυχαιοποιημένη προοπτική δοκιμή αξιολόγησε 1.432 αναιμικούς ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια οι οποίοι δεν υποβάλλονταν σε αιμοδιύλιση. Οι ασθενείς αντιστοιχίστηκαν στη θεραπεία με epoetin alfa στοχεύοντας ένα επίπεδο συντήρησης αιμοσφαιρίνης 13,5 g/dl (υψηλότερο από το συνιστώμενο επίπεδο συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης) ή 11,3 g/dl. Ένα μείζον καρδιαγγειακό συμβάν (θάνατος, έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή νοσηλεία για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια) έλαβε χώρα σε 125 (18%) από τους 715 ασθενείς στην ομάδα υψηλότερης αιμοσφαιρίνης σε σύγκριση με 97 (14%) από τους 717 ασθενείς στην ομάδα χαμηλότερης αιμοσφαιρίνης (λόγος κινδύνου [HR] 1,3· 95% CI: 1,0· 1,7· p = 0,03). Συγκεντρωτικές post-hoc αναλύσεις κλινικών μελετών των ESAs έχουν πραγματοποιηθεί σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια (υπό αιμοδιύλιση, χωρίς αιμοδιύλιση, σε διαβητικούς και μη διαβητικούς ασθενείς). Παρατηρήθηκε μια τάση προς αυξημένες εκτιμήσεις κινδύνου για θνησιμότητα από όλες τις αιτίες, καρδιαγγειακά και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια που συσχετίζονται με υψηλότερες σωρευτικές δόσεις ESA ανεξάρτητα από την κατάσταση διαβήτη ή αιμοδιύλυσης (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Θεραπεία ασθενών με αναιμία επαγόμενη από χημειοθεραπεία
Η epoetin alfa έχει μελετηθεί σε κλινικές δοκιμές σε ενήλικες αναιμικούς ασθενείς με καρκίνο με λεμφοειδείς και συμπαγείς όγκους, και ασθενείς υπό διάφορες χημειοθεραπευτικές αγωγές, συμπεριλαμβανομένων αγωγών που περιείχαν ή δεν περιείχαν πλατίνα. Σε αυτές τις δοκιμές, η epoetin alfa χορηγούμενη 3 φορές την εβδομάδα και μία φορά την εβδομάδα έχει καταδειχθεί ότι αυξάνει την αιμοσφαιρίνη και μειώνει τις απαιτήσεις για μετάγγιση μετά από τον πρώτο μήνα θεραπείας σε αναιμικούς ασθενείς με καρκίνο. Σε ορισμένες μελέτες, η διπλή-τυφλή φάση ακολουθήθηκε από μια φάση ανοιχτής επισήμανσης, κατά τη διάρκεια της οποίας όλοι οι ασθενείς έλαβαν epoetin alfa και παρατηρήθηκε διατήρηση του αποτελέσματος. Οι διαθέσιμες ενδείξεις υποδεικνύουν ότι οι ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες και συμπαγείς όγκους ανταποκρίνονται εξίσου στη θεραπεία με epoetin alfa, και ότι οι ασθενείς με ή χωρίς διήθηση του μυελού των οστών από τον όγκο ανταποκρίνονται εξίσου στη θεραπεία με epoetin alfa.
Συγκρίσιμη ένταση της χημειοθεραπείας στις ομάδες epoetin alfa και εικονικού φαρμάκου στις δοκιμές της χημειοθεραπείας καταδείχθηκε από μια παρόμοια περιοχή κάτω από την καμπύλη ουδετεροφίλων-χρόνου σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με epoetin alfa και ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο, καθώς και από μια παρόμοια αναλογία ασθενών στις ομάδες που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με epoetin alfa και στις ομάδες που έλαβαν εικονικό φάρμακο, των οποίων οι απόλυτοι αριθμοί ουδετεροφίλων μειώθηκαν κάτω από 1.000 και 500 κύτταρα/µl.
Σε μία προοπτική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή η οποία διεξάχθηκε σε 375 ασθενείς με αναιμία οι οποίοι εμφάνιζαν διαφόρων τύπων μη-μυελογενείς κακοήθειες και λάμβαναν χημειοθεραπεία χωρίς πλατίνες, σημειώθηκε μία σημαντική μείωση στα συμπτώματα που σχετίζονταν με την αναιμία (π.χ. κόπωση, μειωμένη ενέργεια και ελάττωση της δραστηριότητας), όπως αυτά μετρήθηκαν με τα παρακάτω όργανα και κλίμακες: γενική κλίμακα Λειτουργικής Αξιολόγησης της Αναιμίας κατά τη Θεραπεία του Καρκίνου (Functional Assessment of Cancer Therapy-Anaemia, FACT-An), κλίμακα κόπωσης FACT-An, και Κλίμακα Καρκινικών Γραμμικών Αναλόγων (Cancer Linear Analogue Scale, CLAS). Δύο άλλες μικρότερες, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές δεν κατάφεραν να αποδείξουν κάποια σημαντική βελτίωση επί των παραμέτρων της ποιότητας ζωής βάσει της κλίμακας EORTC-QLQ-C30 ή CLAS, αντίστοιχα.
Η επιβίωση και η εξέλιξη των όγκων εξετάστηκαν σε πέντε μεγάλες ελεγχόμενες μελέτες στις οποίες συμπεριλήφθηκαν 2833 ασθενείς, από τις οποίες οι τέσσερις ήταν διπλές-τυφλές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες και η μία ήταν ανοικτή μελέτη. Στις μελέτες εντάχθηκαν είτε ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με χημειοθεραπεία (δύο μελέτες) είτε χρησιμοποιήθηκαν πληθυσμοί ασθενών στους οποίους οι ESA δεν ενδείκνυνται: αναιμία σε ασθενείς με καρκίνο οι οποίοι δεν λάμβαναν χημειοθεραπεία και ασθενείς με καρκίνο της κεφαλής και του τραχήλου που λάμβαναν ακτινοθεραπεία. Το επιθυμητό επίπεδο συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης στις δύο μελέτες ήταν > 13 g/dl (8,1 mmol/l), ενώ στις υπόλοιπες τρεις μελέτες ήταν 12 έως 14 g/dl (7,5 έως 8,7 mmol/l). Στην ανοικτή μελέτη δεν παρατηρήθηκε διαφορά στη συνολική επιβίωση μεταξύ των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε ανασυνδυασμένη ανθρώπινη ερυθροποιητίνη και στα άτομα ελέγχου. Στις τέσσερις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, οι λόγοι κινδύνου για τη συνολική επιβίωση κυμάνθηκαν μεταξύ 1,25 και 2,47 υπέρ των ατόμων ελέγχου. Αυτές οι μελέτες κατέδειξαν μια σταθερή, ανεξήγητη, στατιστικά σημαντική αύξηση της θνησιμότητας σε ασθενείς με αναιμία σχετιζόμενη με διάφορους συνήθεις καρκίνους, οι οποίοι λάμβαναν ανασυνδυασμένη ανθρώπινη ερυθροποιητίνη, σε σχέση με τα άτομα ελέγχου. Το αποτέλεσμα της συνολικής επιβίωσης στις δοκιμές δεν μπόρεσε να εξηγηθεί ικανοποιητικά από τις διαφορές στην εμφάνιση θρόμβωσης και σχετικών επιπλοκών μεταξύ των ατόμων που λάμβαναν ανασυνδυασμένη ανθρώπινη ερυθροποιητίνη και εκείνων στην ομάδα ελέγχου.
Πραγματοποιήθηκε επίσης μια ανάλυση δεδομένων σε επίπεδο ασθενών, σε 13.900 καρκινοπαθείς (υπό χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, χημειο-ακτινοθεραπεία, ή καμία θεραπεία) που συμμετείχαν σε 53 ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές με διάφορες εποετίνες. Η μετα-ανάλυση των δεδομένων συνολικής επιβίωσης έδωσε μια εκτίμηση σημείου λόγου κινδύνου 1,06 υπέρ των μαρτύρων (95% CI: 1,00, 1,12, 53 δοκιμές και 13.933 ασθενείς) και για τους καρκινοπαθείς που λάμβαναν χημειοθεραπεία, ο λόγος κινδύνου συνολικής επιβίωσης ήταν 1,04 (95% CI: 0,97, 1,11, 38 δοκιμές και 10.441 ασθενείς). Οι μετα-αναλύσεις έδειξαν επίσης σταθερά έναν σημαντικά αυξημένο σχετικό κίνδυνο θρομβοεμβολικών συμβαμάτων σε καρκινοπαθείς που λάμβαναν ανασυνδυασμένη ανθρώπινη ερυθροποιητίνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Μια τυχαιοποιημένη, ανοικτή, πολυκεντρική μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 2.098 γυναίκες με αναιμία με μεταστατικό καρκίνο του μαστού, οι οποίες έλαβαν χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής ή δεύτερης γραμμής. Αυτή ήταν μια μελέτη μη κατωτερότητας που σχεδιάστηκε για να αποκλεισθεί μια κατά 15% αύξηση του κινδύνου για εξέλιξη των όγκων ή θανάτων με την epoetin alfa συν το πρότυπο περίθαλψης (SOC) σε σύγκριση με το SOC μόνο. Η διάμεση ελεύθερη εξέλιξης επιβίωση (PFS) ανά αξιολόγηση της εξέλιξης της νόσου από τον ερευνητή ήταν 7,4 μήνες σε κάθε σκέλος (HR 1,09, 95% CI: 0,99, 1,20), υποδεικνύοντας ότι ο στόχος της μελέτης δεν εκπληρώθηκε. Κατά την κλινική αποκοπή, αναφέρθηκαν 1.337 θάνατοι. Η διάμεση συνολική επιβίωση στην ομάδα epoetin alfa συν SOC ήταν 17,2 μήνες σε σύγκριση με 17,4 μήνες στην ομάδα του SOC μόνο (HR 1,06, 95% CI: 0,95, 1,18). Σημαντικά λιγότεροι ασθενείς έλαβαν μεταγγίσεις RBC στο σκέλος epoetin alfa συν SOC (5,8% έναντι 11,4%)· ωστόσο, σημαντικά περισσότεροι ασθενείς είχαν θρομβωτικά αγγειακά επεισόδια στο σκέλος epoetin alfa συν SOC (2,8% έναντι 1,4%).
Πρόγραμμα αυτόλογης μετάγγισης
Η επίδραση της epoetin alfa στη διευκόλυνση της κατάθεσης αυτόλογου αίματος σε ασθενείς με χαμηλά επίπεδα αιματοκρίτη (≤ 39% και χωρίς υποκείμενη αναιμία λόγω ανεπάρκειας σιδήρου) οι οποίοι έχουν προγραμματιστεί για μείζον ορθοπεδικό χειρουργείο αξιολογήθηκε σε μια διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη η οποία διενεργήθηκε σε 204 ασθενείς, και μία μονή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 55 ασθενείς. Στη διπλή-τυφλή μελέτη, οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με epoetin alfa 600 IU/kg ή έλαβαν εικονικό φάρμακο ενδοφλεβίως μία φορά την ημέρα κάθε 3 έως 4 ημέρες για 3 εβδομάδες (συνολικά 6 δόσεις). Κατά μέσο όρο, οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με epoetin alfa ήταν ικανοί να προταθέσουν σημαντικά περισσότερες μονάδες αίματος (4,5 μονάδες) από ό,τι οι ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (3,0 μονάδες). Στη μονή-διπλή μελέτη, οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με epoetin alfa 300 IU/kg ή 600 IU/kg ή έλαβαν εικονικό φάρμακο ενδοφλεβίως μία φορά την ημέρα κάθε 3 έως 4 ημέρες για 3 εβδομάδες (συνολικά 6 δόσεις). Οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με epoetin alfa ήταν επίσης ικανοί να προκαταθέσουν σημαντικά περισσότερες μονάδες αίματος (epoetin alfa 300 IU/kg = 4,4 μονάδες, epoetin alfa 600 IU/kg = 4,7 μονάδες) από ό,τι οι ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (2,9 μονάδες). Η θεραπεία με epoetin alfa μείωσε τον κίνδυνο έκθεσης σε αλλογενικό αίμα κατά 50% σε σύγκριση με ασθενείς που δεν έλαβαν epoetin alfa.
Μείζον ορθοπεδικό χειρουργείο
Η επίδραση της epoetin alfa (300 IU/kg ή 100 IU/kg) στην έκθεση σε μετάγγιση αλλογενικού αίματος έχει αξιολογηθεί σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διπλή-τυφλή κλινική δοκιμή σε ενήλικες ασθενείς χωρίς ανεπάρκεια σιδήρου οι οποίοι είχαν προγραμματιστεί για μείζον ορθοπεδικό χειρουργείο στο ισχίο ή στο γόνατο. Η epoetin alfa χορηγήθηκε υποδορίως για 10 ημέρες πριν από το χειρουργείο, κατά την ημέρα του χειρουργείου, καθώς και για τέσσερις ημέρες μετά το χειρουργείο. Οι ασθενείς στρωματοποιήθηκαν σύμφωνα με τα αρχικά επίπεδα αιμοσφαιρίνης (≤ 10 g/dl, > 10 έως ≤ 13 g/dl και > 13 g/dl).
Η epoetin alfa 300 IU/kg μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο αλλογενικής μετάγγισης σε ασθενείς με αιμοσφαιρίνη προ της θεραπείας > 10 έως ≤ 13 g/dl. Δέκα έξι τοις εκατό των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με epoetin alfa 300 IU/kg, 23% εκείνων που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με epoetin alfa 100 IU/kg και 45% εκείνων που έλαβαν εικονικό φάρμακο χρειάστηκαν μετάγγιση.
Μια δοκιμή ανοιχτής επισήμανσης, παράλληλων ομάδων σε ενήλικα άτομα χωρίς ανεπάρκεια σιδήρου με αιμοσφαιρίνη προ της θεραπείας ≥ 10 έως ≤ 13 g/dl οι οποίοι είχαν προγραμματιστεί για μείζον ορθοπεδικό χειρουργείο στο ισχίο ή στο γόνατο σύγκρινε την epoetin alfa 300 IU/kg υποδορίως μία φορά την ημέρα για 10 ημέρες πριν από το χειρουργείο, κατά την ημέρα του χειρουργείου και για τέσσερις ημέρες μετά το χειρουργείο με epoetin alfa 600 IU/kg υποδορίως μία φορά την εβδομάδα για 3 εβδομάδες πριν από τη χειρουργική επέμβαση και κατά την ημέρα της χειρουργικής επέμβασης. Από προ της θεραπείας έως προ του χειρουργείου, η μέση αύξηση της αιμοσφαιρίνης στην ομάδα των 600 IU/kg την εβδομάδα (1,44 g/dl) ήταν δύο φορές εκείνη που παρατηρήθηκε στην ομάδα των 300 IU/kg την ημέρα (0,73 g/dl). Τα μέσα επίπεδα αιμοσφαιρίνης ήταν παρόμοια για τις δύο ομάδες θεραπείας καθ’ όλη τη μετεγχειρητική περίοδο. Η ερυθροποιητική ανταπόκριση που παρατηρήθηκε και στις δύο ομάδες θεραπείας είχε ως αποτέλεσμα παρόμοια ποσοστά μετάγγισης (16% στην ομάδα των 600 IU/kg την εβδομάδα και 20% στην ομάδα των 300 IU/kg την ημέρα).
Θεραπεία ενήλικων ασθενών με χαμηλό - ή ενδιάμεσο-1 - κίνδυνο ΜΔΣ
Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη αξιολογήθηκε η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της epoetin alfa σε ενήλικες ασθενείς με αναιμία, με χαμηλό - ή ενδιάμεσο-1 - κίνδυνο ΜΔΣ.
| Αρχικά χαρακτηριστικά ασθενών με sEPO < 200 mU/ml κατά τη διαλογή | Epoetin alfa | Εικονικό φάρμακο |
|---|---|---|
| Διαλογή sEPO < 200 mU/ml (N) | 85 | 45 |
| Αιμοσφαιρίνη (g/l) | ||
| N | 71 | 39 |
| Μέση τιμή (SD) | 92,1 (8,57) | 92,1 (8,51) |
| Διάμεση τιμή | 94,0 | 96,0 |
| Εύρος | (71, 109) | (69, 105) |
| 95% CI για τη μέση τιμή | (90,1, 94,1) | (89,3, 94,9) |
| Προηγούμενες μεταγγίσεις (N) | 71 | 39 |
| Ναι | 31 (43,7%) | 17 (43,6%) |
| ≤ 2 μονάδες RBC | 16 (51,6%) | 9 (52,9%) |
| > 2 και ≤ 4 μονάδες RBC | 14 (45,2%) | 8 (47,1%) |
| > 4 μονάδες RBC | 1 (3,2%) | 0 |
| Όχι | 40 (56,3%) | 22 (56,4%) |
Η ερυθροειδική ανταπόκριση ορίστηκε σύμφωνα με τα κριτήρια της Διεθνούς Ομάδας Εργασίας (IWG) του 2006 ως αύξηση της αιμοσφαιρίνης ≥ 1,5 g/dl από την αρχική τιμή ή ως μείωση των μονάδων RBC που μεταγγίστηκαν κατά απόλυτο αριθμό τουλάχιστον 4 μονάδων κάθε 8 εβδομάδες συγκριτικά με τις 8 εβδομάδες πριν από την αρχική αξιολόγηση και διάρκεια ανταπόκρισης τουλάχιστον 8 εβδομάδες. Η ερυθροειδική ανταπόκριση κατά τη διάρκεια των πρώτων 24 εβδομάδων της μελέτης καταδείχτηκε σε 27/85 (31,8%) ασθενείς της ομάδας της epoetin alfa σε σύγκριση με 2/45 (4,4%) ασθενείς της ομάδας εικονικού φαρμάκου (p < 0,001). Όλοι οι ασθενείς που ανταποκρίθηκαν ανήκαν στο στρώμα με sEPO < 200 mU/ml κατά τη διάρκεια της διαλογής. Στο συγκεκριμένο στρώμα, 20/40 (50%) ασθενείς χωρίς προηγούμενες μεταγγίσεις κατέδειξαν ερυθροειδική ανταπόκριση κατά τη διάρκεια των πρώτων 24 εβδομάδων, συγκριτικά με 7/31 (22,6%) ασθενείς με προηγούμενες μεταγγίσεις (δύο ασθενείς με προηγούμενη μετάγγιση πέτυχαν το πρωτεύον τελικό σημείο βάσει της μείωσης των μονάδων RBC που μεταγγίστηκαν κατά απόλυτο αριθμό τουλάχιστον 4 μονάδων κάθε 8 εβδομάδες συγκριτικά με τις 8 εβδομάδες πριν από την αρχική αξιολόγηση).
Ο διάμεσος χρόνος από την αρχική αξιολόγηση έως την πρώτη μετάγγιση ήταν στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερος στην ομάδα της epoetin alfa συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (49 έναντι 37 ημερών, p = 0,046). Μετά από 4 εβδομάδες θεραπείας, ο χρόνος έως την πρώτη μετάγγιση αυξήθηκε περαιτέρω στην ομάδα της epoetin alfa (142 έναντι 50 ημερών, p = 0,007). Το ποσοστό των ασθενών που υποβλήθηκαν σε μετάγγιση στην ομάδα της epoetin alfa μειώθηκε από το 51,8% στις 8 εβδομάδες πριν από την αρχική αξιολόγηση στο 24,7% μεταξύ των εβδομάδων 16 και 24, συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου η οποία εμφάνισε αύξηση στο ποσοστό μεταγγίσεων από το 48,9% στο 54,1% κατά την ίδια χρονική περίοδο.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια Η epoetin alfa αξιολογήθηκε σε μία ανοιχτής επισήμανσης, μη τυχαιοποιημένη, ανοιχτού δοσολογικού εύρους κλινική μελέτη διάρκειας 52 εβδομάδων σε παιδιατρικούς ασθενείς με CRF που υποβάλλονταν σε αιμοδιύλιση. Η διάμεση ηλικία των ασθενών που εντάχθηκαν στη μελέτη ήταν 11,6 έτη (εύρος 0,5 έως 20,1 έτη). Η epoetin alfa χορηγήθηκε στα 75 IU/kg/εβδομάδα ενδοφλεβίως σε 2 ή 3 διαιρεμένες δόσεις μετά την αιμοδιύλιση, τιτλοποιημένη κατά 75 IU/kg/εβδομάδα σε διαστήματα των 4 εβδομάδων (έως ένα μέγιστο 300 IU/kg/εβδομάδα), για την επίτευξη μιας αύξησης της αιμοσφαιρίνης 1 g/dl/μήνα. Το επιθυμητό εύρος συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης ήταν 9,6 έως 11,2 g/dl. Ογδόντα ένα τοις εκατό των ασθενών πέτυχαν το επίπεδο συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης. Ο διάμεσος χρόνος έως το στόχο ήταν 11 εβδομάδες και η διάμεση δόση στο στόχο ήταν 150 IU/kg/εβδομάδα. Από τους ασθενείς οι οποίοι πέτυχαν το στόχο, 90% το έκαναν με ένα δοσολογικό σχήμα 3 φορές την εβδομάδα.
Μετά από 52 εβδομάδες, 57% των ασθενών παρέμειναν στη μελέτη, λαμβάνοντας τη διάμεση δόση των 200 IU/kg/εβδομάδα.
Τα κλινικά δεδομένα με την υποδόρια χορήγηση σε παιδιά είναι περιορισμένα. Σε 5 μικρές, ανοικτές, μη ελεγχόμενες μελέτες (ο αριθμός των ασθενών κυμάνθηκε από 9-22, σύνολο N = 72), epoetin alfa χορηγήθηκε υποδορίως σε παιδιά σε δόσεις έναρξης 100 IU/kg/εβδομάδα έως 150 IU/kg/εβδομάδα με δυνατότητα αύξησης έως και στα 300 IU/kg/εβδομάδα. Σε αυτές τις μελέτες, οι περισσότεροι ήταν ασθενείς προ-αιμοδιύλισης (N = 44), 27 ασθενείς υποβάλλονταν σε περιτοναιοδιύλιση και 2 υποβάλλονταν σε αιμοδιύλιση με ηλικιακό εύρος από 4 μηνών έως 17 ετών. Συνολικά, αυτές οι μελέτες έχουν μεθοδολογικούς περιορισμούς, αλλά η θεραπεία συσχετίσθηκε με θετικές τάσεις προς υψηλότερα επίπεδα αιμοσφαιρίνης. Δεν αναφέρθηκαν μη αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Δοσολογία).
Αναιμία επαγόμενη από χημειοθεραπεία Η epoetin alfa 600 IU/kg (χορηγούμενη ενδοφλεβίως ή υποδορίως μία φορά την εβδομάδα) έχει αξιολογηθεί σε μια τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη 16 εβδομάδων και σε μια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, ανοικτή μελέτη 20 εβδομάδων σε παιδιατρικούς ασθενείς με αναιμία οι οποίοι έλαβαν μυελοκατασταλτική χημειοθεραπεία για τη θεραπεία διαφόρων τύπων μη-μυελογενών κακοηθειών της παιδικής ηλικίας.
Στη μελέτη 16 εβδομάδων (n = 222), στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με epoetin alfa δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική επίδραση στις αναφερόμενες από τους ασθενείς ή αναφερόμενες από τους γονείς βαθμολογίες Paediatric Quality of Life Inventory (Απογραφή Παιδιατρικής Ποιότητας Ζωής) ή Cancer Module (Ειδικό Ερωτηματολόγιο για τον Καρκίνο) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας). Επιπλέον, δεν παρατηρήθηκε στατιστική διαφορά μεταξύ του ποσοστού των ασθενών που χρειάστηκαν μεταγγίσεις pRBC μεταξύ της ομάδας epoetin alfa και του εικονικού φαρμάκου.
Στη μελέτη 20 εβδομάδων (n = 225), δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στο πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας, δηλ. στο ποσοστό των ασθενών που χρειάστηκαν μετάγγιση RBC μετά την Ημέρα 28 (62% των ασθενών με epoetin alfa έναντι 69% των ασθενών με τυπική θεραπεία).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-EPOETIN ALFA HEXAL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Μετά την υποδόρια ένεση, τα επίπεδα της epoetin alfa στον ορό έφθασαν ένα μέγιστο επίπεδο μεταξύ 12 και 18 ωρών μετά τη δόση. Δεν υπήρξε συσσώρευση μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων των 600 IU/kg χορηγούμενων υποδορίως σε εβδομαδιαία βάση.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υποδόριας ενέσιμης epoetin alfa είναι περίπου 20% στα υγιή άτομα.
Κατανομή
Ο μέσος όγκος κατανομής ήταν 49,3 ml/kg μετά από ενδοφλέβιες δόσεις 50 και 100 IU/kg σε υγιή άτομα. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της epoetin alfa σε άτομα με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ο όγκος κατανομής κυμάνθηκε από 57-107 ml/kg μετά από εφάπαξ δοσολογία (12 IU/kg) έως 42-64 ml/kg μετά από πολλαπλή δοσολογία (48-192 IU/kg), αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, ο όγκος κατανομής είναι ελαφρώς μεγαλύτερος από το χώρο πλάσματος.
Αποβολή
Η ημίσεια ζωή της epoetin alfa μετά από την ενδοφλέβια χορήγηση πολλαπλών δόσεων είναι περίπου 4 ώρες στα υγιή άτομα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της υποδόριας οδού εκτιμάται ότι είναι περίπου 24 ώρες στα υγιή άτομα. Η μέση CL/F για τα σχήματα 150 IU/kg 3 φορές την εβδομάδα και 40.000 IU μία φορά την εβδομάδα σε υγιή άτομα ήταν 31,2 και 12,6 ml/h/kg, αντίστοιχα. Η μέση CL/F για τα σχήματα 150 IU/kg, 3 φορές την εβδομάδα και 40.000 IU, μία φορά την εβδομάδα σε αναιμικά άτομα με καρκίνο ήταν 45,8 και 11,3 ml/h/kg, αντίστοιχα. Στα περισσότερα αναιμικά άτομα με καρκίνο που λάμβαναν κυκλική χημειοθεραπεία, η CL/F ήταν χαμηλότερη μετά από υποδόριες δόσεις των 40.000 IU μία φορά την εβδομάδα και 150 IU/kg, 3 φορές την εβδομάδα σε σύγκριση με τις τιμές για υγιή άτομα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Σε υγιή άτομα, παρατηρήθηκε μια ανάλογη με τη δόση αύξηση των συγκεντρώσεων της epoetin alfa στον ορό μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 150 και 300 IU/kg, 3 φορές την εβδομάδα. Η χορήγηση εφάπαξ δόσεων 300 έως 2.400 IU/kg υποδόριας epoetin alfa είχε ως αποτέλεσμα μια γραμμική σχέση μεταξύ της μέσης Cmax και της δόσης και μεταξύ της μέσης AUC και της δόσης. Μια αντιστρόφως ανάλογη σχέση μεταξύ της φαινόμενης κάθαρσης και της δόσης σημειώθηκε σε υγιή άτομα. Στις μελέτες για τη διερεύνηση της επέκτασης του δοσολογικού διαστήματος (40.000 IU μία φορά την εβδομάδα και 80.000, 100.000, και 120.000 IU δύο φορές την εβδομάδα), παρατηρήθηκε μια γραμμική αλλά όχι ανάλογη με τη δόση σχέση μεταξύ της μέσης Cmax και της δόσης, και μεταξύ της AUC και της δόσης σε σταθεροποιημένη κατάσταση.
Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις
Η epoetin alfa παρουσιάζει μια σχετική με τη δόση επίδραση στις αιματολογικές παραμέτρους, η οποία είναι ανεξάρτητη από την οδό χορήγησης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Έχει αναφερθεί ημίσεια ζωή περίπου 6,2 έως 8,7 ωρών σε παιδιά με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια μετά από ενδοφλέβια χορήγηση πολλαπλών δόσεων epoetin alfa. Το φαρμακοκινητικό προφίλ της epoetin alfa στα παιδιά και τους εφήβους φαίνεται ότι είναι παρόμοιο με εκείνο των ενηλίκων. Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα στα νεογνά είναι περιορισμένα. Μια μελέτη σε 7 πρόωρα νεογνά πολύ χαμηλού βάρους κατά τη γέννηση και 10 υγιείς ενήλικες στους οποίους χορηγήθηκε ενδοφλέβια ερυθροποιητίνη υπέδειξε ότι ο όγκος κατανομής ήταν περίπου 1,5 έως 2 φορές υψηλότερος στα πρόωρα νεογνά από ό,τι στους υγιείς ενήλικες, και η κάθαρση ήταν περίπου 3 φορές υψηλότερη στα πρόωρα νεογνά από ό,τι στους υγιείς ενήλικες.
Νεφρική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, η ημίσεια ζωή της ενδοφλεβίως χορηγούμενης epoetin alfa είναι ελαφρώς παρατεταμένη, περίπου 5 ώρες, σε σύγκριση με υγιή άτομα.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ερυθροποιητίνη και η εποετίνη άλφα εμπλέκονται στη ρύθμιση της διαφοροποίησης των ερυθροκυττάρων και στη διατήρηση ενός φυσιολογικού επιπέδου μάζας ερυθροκυττάρων σε κυκλοφορία. Αναφέρεται ότι αυξάνει τον αριθμό των δικτυοερυθροκυττάρων εντός 10 ημερών από την έναρξη, ακολουθούμενη από αυξήσεις στον αριθμό των ερυθροκυττάρων, την αιμοσφαιρίνη και τον αιματοκρίτη, συνήθως εντός 2 έως 6 εβδομάδων. Ανάλογα με τη χορηγούμενη δόση, ο ρυθμός αύξησης της αιμοσφαιρίνης μπορεί να ποικίλει. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, δεν παρατηρείται μεγαλύτερη βιολογική απόκριση σε δόσεις που υπερβαίνουν τα 300 Units/kg 3 φορές εβδομαδιαίως. Η εποετίνη άλφα αποκαθιστά την ανεπάρκεια ερυθροποιητίνης σε παθολογικές και άλλες κλινικές καταστάσεις όπου η φυσιολογική παραγωγή ερυθροποιητίνης είναι μειωμένη ή διαταραγμένη. Σε αναιμικούς ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ), η χορήγηση εποετίνης άλφα διέγειρε την ερυθροποίηση αυξάνοντας τον αριθμό των δικτυοερυθροκυττάρων εντός 10 ημερών, ακολουθούμενη από αυξήσεις στον αριθμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων, την αιμοσφαιρίνη και τον αιματοκρίτη, συνήθως εντός 2 έως 6 εβδομάδων. Η εποετίνη άλφα αποδείχθηκε αποτελεσματική στην αύξηση του αιματοκρίτη σε ασθενείς με HIV που λάμβαναν ζιδοβουδίνη και σε καρκινοπαθείς ασθενείς που υποβάλλονταν σε χημειοθεραπεία.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ερυθροποιητίνη ή η εξωγενής εποετίνη άλφα συνδέεται στον υποδοχέα της ερυθροποιητίνης (EPO-R) και ενεργοποιεί ενδοκυτταρικές οδούς σηματοδότησης. Η συγγένεια (Kd) της EPO για τον υποδοχέα της σε ανθρώπινα κύτταρα είναι ∼100 έως 200 pM. Μετά τη σύνδεση με τον EPO-R στην επιφάνεια των ερυθροποιητικών προγονικών κυττάρων, προκαλείται μια διαμορφωτική αλλαγή που φέρνει τα μόρια της τυροσινικής κινάσης 2 της οικογένειας Janus (JAK2) που σχετίζονται με τον EPO-R σε κοντινή απόσταση. Τα μόρια JAK2 στη συνέχεια ενεργοποιούνται μέσω φωσφορυλίωσης, και στη συνέχεια φωσφορυλιώνουν υπολείμματα τυροσίνης στο κυτταροπλασματικό πεδίο του EPO-R που χρησιμεύουν ως θέσεις πρόσδεσης για πρωτεΐνες ενδοκυτταρικής σηματοδότησης που περιέχουν δομή Src ομολογίας 2 (Src homology 2-domain-containing). Οι πρωτεΐνες σηματοδότησης περιλαμβάνουν το STAT5, το οποίο αφού φωσφορυλιωθεί από την JAK2, αποσυνδέεται από τον EPO-R, διμερίζεται και μετατοπίζεται στον πυρήνα, όπου λειτουργεί ως μεταγραφικός παράγοντας για την ενεργοποίηση γονιδίων-στόχων που εμπλέκονται στη διαίρεση ή διαφοροποίηση κυττάρων, συμπεριλαμβανομένου του αναστολέα της απόπτωσης Bcl-x. Η αναστολή της απόπτωσης μέσω της οδού JAK2/STAT5/Bcl-x που ενεργοποιείται από την EPO είναι κρίσιμη στη διαφοροποίηση των ερυθροκυττάρων. Μέσω της τυροσινικής φωσφορυλίωσης που διαμεσολαβείται από την JAK2, η ερυθροποιητίνη και η εποετίνη άλφα ενεργοποιούν επίσης άλλες ενδοκυτταρικές πρωτεΐνες που εμπλέκονται στον πολλαπλασιασμό και την επιβίωση των ερυθροποιητικών κυττάρων, όπως οι Shc, η φωσφατιδυλινοσιτολική 3-κινάση (PI3K) και η φωσφολιπάση C-γ1.
Η εποετίνη άλφα είναι μια γλυκοπρωτεΐνη, παραγόμενη με τεχνολογία ανασυνδυασμένου DNA, η οποία περιέχει 165 αμινοξέα σε αλληλουχία πανομοιότυπη με αυτή της ενδογενούς ανθρώπινης ερυθροποιητίνης. Η ανασυνδυασμένη εποετίνη έχει την ίδια βιολογική δραστηριότητα με την ενδογενή ορμόνη, η οποία προκαλεί ερυθροποίηση διεγείροντας τη διαίρεση και διαφοροποίηση των δεσμευμένων ερυθροποιητικών προγονικών κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των burst-forming units-erythroid, colony-forming units-erythroid, ερυθροβλαστών και δικτυοερυθροκυττάρων, στον μυελό των οστών. Η ερυθροποιητίνη προκαλεί επίσης την απελευθέρωση δικτυοερυθροκυττάρων από τον μυελό των οστών στη ροή του αίματος, όπου ωριμάζουν σε ερυθροκύτταρα.
Η ενδογενής ερυθροποιητίνη παράγεται κυρίως στα νεφρά. Η αναιμία που σχετίζεται με τη χρόνια νεφρική νόσο οφείλεται κυρίως στην ανεπαρκή παραγωγή της ορμόνης. Η χορήγηση εποετίνης διορθώνει την ανεπάρκεια ερυθροποιητίνης σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο. Η εποετίνη διεγείρει επίσης την παραγωγή ερυθροκυττάρων σε ασθενείς που δεν έχουν τεκμηριωμένη ανεπάρκεια ερυθροποιητίνης, δηλαδή σε ασθενείς με φυσιολογικές ή ελαφρώς αυξημένες συγκεντρώσεις ενδογενούς ερυθροποιητίνης. Ωστόσο, μπορεί να μην είναι αποτελεσματική σε ασθενείς που είναι αναιμικοί παρά τις σημαντικά αυξημένες συγκεντρώσεις ερυθροποιητίνης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Ο χρόνος επίτευξης μέγιστης συγκέντρωσης είναι βραδύτερος μέσω της υποδόριας οδού σε σχέση με την ενδοφλέβια οδό, η οποία κυμαίνεται από 20 έως 25 ώρες, και η μέγιστη συγκέντρωση είναι πάντα πολύ χαμηλότερη από αυτή που επιτυγχάνεται με την ενδοφλέβια οδό (5–10% αυτών που παρατηρούνται με IV χορήγηση). Η βιοδιαθεσιμότητα της υποδόριας ενέσιμης ερυθροποιητίνης είναι πολύ χαμηλότερη από αυτή του ενδοφλεβίως χορηγούμενου προϊόντος και ανέρχεται περίπου στο 20-40%.
Ασθενείς με ΧΝΝ, ενήλικες και παιδιά: Μετά από υποδόρια χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 5 έως 24 ωρών.
Ασθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν κυκλική χημειοθεραπεία: Ο μέσος χρόνος επίτευξης μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα ήταν περίπου 13,3 ± 12,4 ώρες μετά από υποδόρια (SC) χορήγηση 150 Units/kg τρεις φορές την εβδομάδα (TIW). Η Cmax αναμένεται να είναι 3- έως 7- φορές υψηλότερη και η Tmax αναμένεται να είναι 2- έως 3- φορές μεγαλύτερη σε ασθενείς που λαμβάνουν ένα σχήμα υποδόριας (SC) χορήγησης 40.000 Units εβδομαδιαίως.
Η ερυθροποιητίνη και η εποετίνη άλφα απομακρύνονται μέσω πρόσληψης και αποδόμησης από τα κύτταρα που εκφράζουν EPO-R, και μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν άλλες κυτταρικές οδούς στο διάμεσο, πιθανώς μέσω κυττάρων του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος κάθαρσης ή του λεμφικού συστήματος. Μόνο μια μικρή ποσότητα αμετάβλητης εποετίνης άλφα ανιχνεύεται στα ούρα.
Σε υγιείς εθελοντές, ο όγκος κατανομής της ενδοφλέβιας εποετίνης άλφα ήταν γενικά παρόμοιος με τον όγκο του πλάσματος (εύρος 40–63,80 mL/kg), υποδεικνύοντας περιορισμένη εξωαγγειακή κατανομή.
Υγιείς εθελοντές:
Σε άνδρες εθελοντές που έλαβαν ενδοφλέβια εποετίνη άλφα, η συνολική κάθαρση σώματος ήταν περίπου 8,12 ± 1,00 mL/h/kg. Ασθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν κυκλική χημειοθεραπεία:
Η μέση κάθαρση ήταν περίπου 20,2 ± 15,9 mL/h/kg μετά από υποδόρια (SC) χορήγηση 150 Units/kg τρεις φορές την εβδομάδα (TIW). Οι ασθενείς που λαμβάνουν ένα σχήμα υποδόριας (SC) χορήγησης 40.000 Units εβδομαδιαίως παρουσιάζουν χαμηλότερη κάθαρση (9,2 ± 4,7 mL/h/kg).
Λόγω της πρωτεϊνικής της φύσης, η εποετίνη άλφα αποδομείται στο ΓΕΣ και πρέπει να χορηγείται παρεντερικά (π.χ., μέσω IV έγχυσης, υποδόριας ένεσης, ενδοπεριτοναϊκής έγχυσης). Η συστηματική απορρόφηση της εποετίνης άλφα καθυστερεί και είναι ατελής μετά από υποδόρια ένεση ή ενδοπεριτοναϊκή έγχυση. Ωστόσο, ενώ οι συγκεντρώσεις στο πλάμα κορυφώνονται νωρίτερα και είναι σημαντικά υψηλότερες με IV σε σχέση με την υποδόρια ένεση της εποετίνης άλφα, είναι λιγότερο παρατεταμένες, και η IV οδός χορήγησης γενικά δεν προσφέρει κλινικό πλεονέκτημα έναντι της υποδόριας οδού, εκτός από ασθενείς με υπάρχουσες προσβάσιμες IV θέσεις (π.χ., ασθενείς υπό αιμοκάθαρση). Στην πραγματικότητα, περιορισμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η υποδόρια ένεση εποετίνης άλφα 3 φορές εβδομαδιαίως μπορεί να προκαλέσει παρόμοια απόκριση αιμοσφαιρίνης με την ενδοφλέβια χορήγηση αλλά σε χαμηλότερες δόσεις· άλλα στοιχεία υποδεικνύουν ότι οι δόσεις εποετίνης άλφα που απαιτούνται για τη θεραπεία συντήρησης είναι γενικά χαμηλότερες με υποδόρια από ό,τι με ενδοφλέβια ένεση. Η μειωμένη και μεταβλητή συστηματική απορρόφηση της υποδόρια χορηγούμενης εποετίνης άλφα σε σχέση με την ενδοφλέβια χορήγηση μπορεί να οφείλεται στη λιποφιλικότητα ή/και στο σχετικά μεγάλο μέγεθος του μορίου· η αποδόμηση από πεπτιδάσες στο δέρμα μπορεί επίσης να είναι υπεύθυνη. Με συνήθεις δόσεις εποετίνης άλφα 50-300 μονάδων/kg 3 φορές εβδομαδιαίως, χορηγούμενες είτε υποδόρια είτε IV, ανιχνεύσιμες συγκεντρώσεις ερυθροποιητίνης στο πλάμα διατηρούνται για τουλάχιστον 24 ώρες.
Οι συγκεντρώσεις ερυθροποιητίνης στο πλάμα παρουσιάζουν σημαντική διακύμανση μεταξύ των ατόμων για μια δεδομένη δόση εποετίνης άλφα και οδό χορήγησης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ερυθροποιητίνης στο πλάμα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 80, 120 ή 150 μονάδων/kg εποετίνης άλφα αναφέρονται ότι κυμαίνονται από 1200-1800, 3200-4700 ή 3000-5000 mU/mL, αντίστοιχα, σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο· σε υγιείς ενήλικες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάμα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 150 ή 300 μονάδων/kg του φαρμάκου ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 3500 ή 7300 mU/mL, αντίστοιχα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ερυθροποιητίνης στο πλάμα μετά από υποδόρια ένεση 50, 150 ή 300 μονάδων/kg εποετίνης άλφα σε υγιή άτομα ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 36 (διορθωμένες για την ενδογενή συγκέντρωση ερυθροποιητίνης στο πλάμα), 144-226 ή 285-288 mU/mL. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ερυθροποιητίνης στο πλάμα επιτυγχάνονται εντός 4-24 ωρών μετά από υποδόρια ένεση συνήθων θεραπευτικών δόσεων εποετίνης άλφα, και οι συγκεντρώσεις ερυθροποιητίνης στο πλάμα γενικά παραμένουν πάνω από τη βασική γραμμή για 2-4 ημέρες. Μετά από ενδοφλέβιες δόσεις 50-300 μονάδων/kg εξωγενούς ερυθροποιητίνης, οι συγκεντρώσεις ερυθροποιητίνης στο πλάμα γενικά μειώνονται στα βασικά επίπεδα εντός 1-3 ημερών.
Οι συγκεντρώσεις ερυθροποιητίνης στο πλάμα κορυφώνονται νωρίτερα αλλά είναι σημαντικά χαμηλότερες μετά από ενδοπεριτοναϊκή έγχυση σε σύγκριση με την υποδόρια ένεση, τουλάχιστον όταν το φάρμακο χορηγείται μέσω διαλύματος κάθαρσης. Επιπλέον, η συστηματική απορρόφηση μετά από ενδοπεριτοναϊκή χορήγηση μέσω διαλύματος κάθαρσης είναι σημαντικά χαμηλότερη από αυτήν μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Η βιοδιαθεσιμότητα της εποετίνης άλφα μετά από υποδόρια ή ενδοπεριτοναϊκή (μέσω διαλύματος κάθαρσης) χορήγηση αναφέρεται ότι κυμαίνεται από 10-49 ή 2,5-14%, αντίστοιχα. Παρόλο που τέτοια δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ενδοπεριτοναϊκή χορήγηση εποετίνης άλφα θα ήταν μη πρακτική, περιορισμένα στοιχεία σε ζώα και ανθρώπους υποδεικνύουν ότι η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα μετά από ενδοπεριτοναϊκή έγχυση μπορεί να αυξηθεί σημαντικά (π.χ., στο 40%) με τη χορήγηση του φαρμάκου σε κενή περιτοναϊκή κοιλότητα· απαιτείται περαιτέρω μελέτη για τον καθορισμό της κλινικής σκοπιμότητας χορήγησης του φαρμάκου με αυτή τη μέθοδο. Σε μια μελέτη σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε συνεχή αμυλούχο περιτοναϊκή κάθαρση (CAPD), οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάμα μετά από μία μόνο IV ή υποδόρια δόση 300 μονάδων/kg εποετίνης άλφα ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε 7688 ή 484 mU/mL, αντίστοιχα, και 108 ή 170 mU/mL με ενδοπεριτοναϊκή έγχυση (μέσω διαλύματος κάθαρσης) για 4 ή 12 ώρες (χρόνος παραμονής), αντίστοιχα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ερυθροποιητίνης στο πλάμα σε αυτούς τους ασθενείς CAPD επιτυγχάνονταν εντός 24-36 ή 8-12 ωρών μετά από υποδόρια ή ενδοπεριτοναϊκή χορήγηση, αντίστοιχα. Η συστηματική απορρόφηση (όπως προσδιορίζεται από την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάμα [AUC]) κατά τις πρώτες 24 ώρες μετά από ενδοπεριτοναϊκή χορήγηση ήταν περίπου 25-33% αυτής μετά από υποδόρια ένεση.
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάμα μετά από υποδόρια ένεση εποετίνης άλφα φαίνεται να μειώνονται (κατά 40-70% σε σύγκριση με την κορύφωση της πρώτης δόσης) με πολλαπλές δόσεις του φαρμάκου. Περιορισμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου μετά από υποδόρια χορήγηση στον μηρό αυξάνεται σε σύγκριση με την υποδόρια χορήγηση στον βραχίονα ή την κοιλιά.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την EPOETIN ALFA (12 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη σύνδεση με πρωτεΐνες του πλάματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η σύνδεση της ερυθροποιητίνης και της εποετίνης άλφα με τον EPO-R οδηγεί σε κυτταρική ενδοκυττάρωση, η οποία περιλαμβάνει την αποδόμηση του συνδέτη. Η ερυθροποιητίνη και η εποετίνη άλφα μπορεί επίσης να αποδομηθούν μέσω του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος κάθαρσης ή του λεμφικού συστήματος.
Η μεταβολική πορεία της ενδογενούς ερυθροποιητίνης και της ανασυνδυασμένης ορμόνης (δηλ., εποετίνη άλφα) δεν είναι πλήρως κατανοητή. Αν και ορισμένα δεδομένα in vitro και σε ζώα υποδηλώνουν ότι τα νεφρά μπορεί να εμπλέκονται στο μεταβολισμό της ερυθροποιητίνης, περιορισμένα στοιχεία σε ανθρώπους υποδηλώνουν το αντίθετο. Έχει επίσης προταθεί ότι τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά της γλυκοπρωτεΐνης θα εμπόδιζαν την πρόσβαση σε πιθανές θέσεις νεφρικού μεταβολισμού, περιορίζοντας έτσι οποιαδήποτε συμβολή των νεφρών στην αποδόμηση των ενδογενών και ανασυνδυασμένων ορμονών. Τα τρέχοντα στοιχεία από μελέτες σε ζώα υποδηλώνουν ότι ο ηπατικός μεταβολισμός συμβάλλει ελάχιστα στην απομάκρυνση της άθικτης ορμόνης, αλλά η δεσιαλυλιωμένη εποετίνη άλφα (δηλ., αφαιρεμένες οι τελικές ομάδες σιαλικού οξέος) φαίνεται να υφίσταται σημαντική ηπατική κάθαρση μέσω μεταβολικών οδών ή/και σύνδεσης. Η δεσιαλυλίωση ή/και η αφαίρεση των αλυσίδων ολιγοσακχαριτών της ερυθροποιητίνης φαίνεται να συμβαίνει κυρίως στο ήπαρ· ο μυελός των οστών μπορεί επίσης να παίζει ρόλο στον καταβολισμό της ορμόνης. Η απομάκρυνση της δεσιαλυλιωμένης ουσίας από τους νεφρούς, τον μυελό των οστών και τη σπλήνα μπορεί επίσης να συμβεί· τα αποτελέσματα μελετών σε ζώα υποδηλώνουν ότι η έκκριση από τα εγγύς νεφρικά σωληνάρια μπορεί να εμπλέκεται στη νεφρική απομάκρυνση.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Υγιείς εθελοντές:
Ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι περίπου 4 ώρες σε υγιείς εθελοντές που λαμβάνουν ενδοφλέβια ένεση. Αναφέρεται χρόνος ημίσειας ζωής περίπου 6 ωρών σε παιδιά. Ασθενείς με ΧΝΝ, ενήλικες και παιδιά:
Ο χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση κυμαίνεται από 4 έως 13 ώρες, που είναι περίπου 20% μεγαλύτερος σε ασθενείς με ΧΝΝ σε σύγκριση με υγιή άτομα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αναφέρεται παρόμοιος μεταξύ ενήλικων ασθενών που λαμβάνουν ή δεν λαμβάνουν αιμοκάθαρση.
Ασθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν κυκλική χημειοθεραπεία:
Μετά από υποδόρια χορήγηση, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 40 ώρες με εύρος 16 έως 67 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης μπορεί να κυμαίνεται κατά μέσο όρο από 4 έως 13 ώρες μετά από ενδοφλέβια ή υποδόρια χορήγηση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης είναι γενικά υψηλότερος μετά τις πρώτες λίγες δόσεις (> 7,5 ώρες) από ό,τι μετά από 2 ή περισσότερες εβδομάδες θεραπείας (6,2 ώρες μετά από 7 δόσεις· 4,6 ώρες μετά από 24 δόσεις).
Ο χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης της εποετίνης άλφα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε υγιή άτομα και σε ενήλικες και παιδιά με χρόνια νεφρική νόσο κυμαίνεται από 4-16 ώρες. Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης της εποετίνης άλφα μπορεί να αυξηθεί με την αύξηση της δοσολογίας, αλλά έχει αναφερθεί και μείωση του χρόνου ημίσειας ζωής κατά τη συνεχή χορήγηση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της εποετίνης άλφα είναι παρόμοιος σε ενήλικες άνω ή κάτω των 65 ετών. Σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, μπορεί να παρατηρηθεί παράταση του χρόνου ημίσειας ζωής απομάκρυνσης σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία· ωστόσο, ο χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης δεν φαίνεται να επηρεάζεται από την αιμοκάθαρση.
Με συνεχή χορήγηση σε ενδοφλέβιες δόσεις 15-500 μονάδων/kg που χορηγούνται έως και 3 φορές εβδομαδιαίως, ο χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης της εποετίνης άλφα μπορεί να μειωθεί με την πάροδο του χρόνου. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής απομάκρυνσης μειώθηκε κατά 20-40% μετά από αρκετές εβδομάδες έως μήνες τέτοιας χορήγησης· γενικά δεν παρατηρήθηκαν περαιτέρω μειώσεις μετά από 3-4 μήνες συνεχούς θεραπείας. Παρόμοιες μειώσεις στον χρόνο ημίσειας ζωής με πολλαπλές δόσεις έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς πριν την αιμοκάθαρση· ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής του φαρμάκου μειώθηκε κατά 40% μετά από 8 εβδομάδες θεραπείας σε μία μελέτη. Αν και έχει προταθεί ότι αυτή η μείωση του χρόνου ημίσειας ζωής μπορεί να σχετίζεται με αυξημένη κάθαρση του φαρμάκου καθώς σχηματίζονται περισσότεροι ερυθροποιητικοί πρόδρομοι και καθίστανται διαθέσιμοι περισσότεροι υποδοχείς ερυθροποιητίνης, άλλες μελέτες δεν έχουν βρει μειώσεις στον χρόνο ημίσειας ζωής απομάκρυνσης μετά από συνεχή χορήγηση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που βελτιώνουν την ποιότητα του αίματος, αυξάνοντας την αιμοσφαιρίνη και τον αριθμό των ερυθροκυττάρων. Χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των αναιμιών.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
Ερυθροποιητίνη
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Ερυθροποιητικός Παράγοντας Διέγερσης
Χημική Δομή [CS] - Ερυθροποιητίνη
Φυσιολογικά Αποτελέσματα [PE] - Αυξημένη Παραγωγή Ερυθροκυτταρικής Σειράς
Η ερυθροποιητίνη είναι ένας Ερυθροποιητικός Παράγοντας Διέγερσης. Το φυσιολογικό αποτέλεσμα της ερυθροποιητίνης είναι μέσω της Αυξημένης Παραγωγής Ερυθροκυτταρικής Σειράς.
EPOETIN ALFA
Αυξημένη Παραγωγή Ερυθροκυτταρικής Σειράς [PE]· Ερυθροποιητικός Παράγοντας Διέγερσης [EPC]· Ερυθροποιητίνη [CS]
ΕΡΥΘΡΟΠΟΙΗΤΙΝΗ
Αυξημένη Παραγωγή Ερυθροκυτταρικής Σειράς [PE]· Ερυθροποιητικός Παράγοντας Διέγερσης [EPC]· Ερυθροποιητίνη [CS]
Ημίσεια ζωή
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που βελτιώνουν την ποιότητα του αίματος, αυξάνοντας την αιμοσφαιρίνη και τον αριθμό των ερυθροκυττάρων. Χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των αναιμιών.