EPTIFIBATIDE
Επτιφιμπατίδη
Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής αναστέλλουν τη συνάθροιση (συγκόλληση) των αιμοπεταλίων και, έτσι, το σχηματισμό του λευκού θρόμβου, που αποτελεί την πρώτη φάση στη διαδικασία της πήξης, ιδίως στο αρτηριακό σκέλος της κυκλοφορίας όπου τα αντιπηκτικά έχουν πολύ μικρή επίδραση. …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-INTEGRILIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Συνεχής έγχυση για έως και 72 ώρες, ή 20-24 ώρες μετά PCI με μέγιστη συνολική διάρκεια 96 ώρες. Για νεφρική δυσλειτουργία, για τη διάρκεια της θεραπείας.
- Δόση έναρξης: 180 microgram/kg (bolus)
-
Ενήλικες (ηλικία ≥ 18 χρόνων) που προσέρχονται με ασταθή στηθάγχη (UA) και έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς έπαρμα Q (NQMI)Δόση180 microgram/kg bolus ακολουθούμενη από 2,0 microgram/kg/min συνεχή έγχυσηΓια έως και 72 ώρες, ή μέχρι την έναρξη CABG ή μέχρι την έξοδο από το νοσοκομείο. Εάν πραγματοποιηθεί PCI, συνεχίστε την έγχυση για 20 - 24 ώρες μετά την PCI και για μέγιστη συνολική διάρκεια θεραπείας 96 ωρών.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΧορηγείστε με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία στους οποίους μπορεί να έχει επηρεαστεί η πήξη (βλ. Αντενδείξεις). Αντενδείκνυται σε ασθενείς με κλινικά σημαντική ηπατική δυσλειτουργία.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 30 - < 50 ml/min)Δόση180 microgram/kg bolus ακολουθούμενη από 1,0 microgram/kg/min συνεχή έγχυσηΓια τη διάρκεια της θεραπείας. Η χρήση σε ασθενείς με πιο σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (κάτω των 18 ετών)Δεν συνιστάται λόγω απουσίας στοιχείων για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα.
block
SPC-INTEGRILIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Ενδείξεις αιμορραγίας από το γαστρεντερικό σύστημα, εμφανή αιμορραγία από το ουροποιογεννητικό σύστημα ή άλλη ενεργό παθολογική αιμορραγία εντός των 30 ημερών πριν από τη θεραπεία
-
Ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου εντός των προηγούμενων 30 ημερών ή οποιοδήποτε ιστορικό αιμορραγικού εγκεφαλικού αγγειακού επεισοδίου
-
Γνωστό ιστορικό ενδοκρανιακής νόσου (νεοπλασίας, αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας, ανευρύσματος)
-
Μείζων χειρουργική επέμβαση ή σοβαρό τραύμα εντός των προηγούμενων 6 εβδομάδων
-
Ιστορικό αιμορραγικής προδιάθεσης
-
Θρομβοκυτταροπενία (< 100.000 κύτταρα/mm3)
-
Χρόνος προθρομβίνης > 1,2 φορές του μάρτυρα ή International Normalized Ratio (INR) ≥ 2,0
-
Σοβαρή υπέρταση (συστολική αρτηριακή πίεση > 200 mm Hg ή διαστολική αρτηριακή πίεση > 110 mm Hg ενώ βρίσκονται υπό αντιυπερτασική θεραπεία)
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min), ή εξάρτηση από αιμοκάθαρση
-
Κλινικά σημαντική ηπατική ανεπάρκεια
-
Ταυτόχρονη ή προγραμματισμένη χορήγηση άλλου παρεντερικά χορηγούμενου αναστολέα γλυκοπρωτεΐνης (GP) IIb/IIIa
warning
SPC-INTEGRILIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΑιμορραγίαΠληθυσμόςΓυναίκες, ηλικιωμένοι, ασθενείς με χαμηλό βάρος σώματος ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης > 30 - < 50 ml/min)Πρέπει να βρίσκεται υπό προσεκτική παρακολούθηση για οποιαδήποτε ένδειξη αιμορραγίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Παρακολουθείτε στενά αυτούς τους ασθενείς όσον αφορά την αιμορραγία.
-
Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίαςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν πρώιμη χορήγηση INTEGRILIN (δηλαδή κατά τη διάγνωση)Να γίνεται στενή παρακολούθηση για αιμορραγία.
-
Αιμορραγία στο σημείο της παρακέντησης της αρτηρίαςΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε διαδερμικές αρτηριακές παρεμβάσειςΌλα τα πιθανά σημεία αιμορραγίας (π.χ. σημεία εισόδου καθετήρα, σημεία αρτηριοκέντησης, φλεβοκέντησης ή κέντησης με βελόνη, τομές αποκάλυψης αγγείων και οι οδοί του γαστρεντερικού και ουροποιογεννητικού συστήματος) πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Πρέπει επίσης να παρακολουθούνται στενά άλλα πιθανά σημεία αιμορραγίας όπως το κεντρικό και περιφερικό νευρικό σύστημα και οι οπισθοπεριτοναϊκές περιοχές.
-
Χρήση με άλλα φάρμακα που επηρεάζουν την αιμόστασηΠρέπει να υπάρχει ιδιαίτερη προσοχή όταν χρησιμοποιείται με τικλοπιδίνη, clopidogrel, θρομβολυτικά, αντιπηκτικά από το στόμα, διαλύματα δεξτράνης, αδενοσίνη, σουλφινπυραζόνη, προστακυκλίνη, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη παράγοντες, ή διπυριδαμόλη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Θρομβολυτική θεραπείαΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους ενδείκνυται γενικά θρομβολυτική θεραπεία (π.χ. με οξύ διατοιχωματικό έμφραγμα του μυοκαρδίου με νέα παθολογικά επάρματα Q ή ανάσπαση του διαστήματος ST ή αριστερό ημισκελικό αποκλεισμό στο ΗΚΓ)Δεν συνιστάται η χρήση του INTEGRILIN (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Αναγκαιότητα θρομβολυτικής θεραπείας ή επείγουσας επέμβασηςΗ έγχυση του INTEGRILIN θα πρέπει να διακοπεί αμέσως αν ανακύψουν περιστάσεις που κάνουν απαραίτητη την θρομβολυτική θεραπεία ή αν ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί επειγόντως σε επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης ή χρειάζεται ενδαορτική αντλία.
-
Σοβαρή αιμορραγίαΕάν παρουσιασθεί σοβαρή αιμορραγία η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί με την πίεση, η έγχυση του INTEGRILIN θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως καθώς και οποιαδήποτε συγχορηγούμενη μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη.
-
Αρτηριακές διαδικασίεςΦροντίστε να βεβαιωθείτε ότι παρακεντείται μόνο το πρόσθιο τοίχωμα της μηριαίας αρτηρίας. Τα αρτηριακά έλυτρα μπορούν να αφαιρεθούν όταν η πήξη έχει επανέλθει σε φυσιολογικά όρια (π.χ. όταν ο ενεργοποιημένος χρόνος πήξης [ATC] είναι μικρότερος από 180 δευτερόλεπτα (συνήθως 2 - 6 ώρες μετά από τη διακοπή χορήγησης της ηπαρίνης). Μετά την αφαίρεση του εισαχθέντος ελύτρου πρέπει να διασφαλισθεί προσεκτικά αιμόσταση κάτω από στενή παρακολούθηση.
-
ΘρομβοκυττοπενίαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς GP IIb/IIIaΕάν παρατηρηθεί είτε επιβεβαιωμένη μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων σε < 100.000/mm3, είτε οξεία σοβαρή θρομβοκυττοπενία, θα πρέπει να εξετάζεται άμεσα το ενδεχόμενο διακοπής κάθε φαρμακευτικής θεραπείας με γνωστή ή πιθανή θρομβοκυττοπενική δράση, συμπεριλαμβανομένης της επτιφιμπατίδης, της ηπαρίνης και της κλοπιδογρέλης. Η απόφαση για μετάγγιση αιμοπεταλίων θα πρέπει να εξατομικεύεται με βάση την κλινική κρίση.
-
Θρομβοκυττοπενία ανοσολογικής αιτιολογίαςΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό θρομβοκυττοπενίας ανοσολογικής αιτιολογίας από άλλους παρεντερικώς χορηγούμενους αναστολείς GP IIb/IIIa, συμπεριλαμβανομένης της επτιφιμπατίδηςΔεν συνιστάται η χορήγηση επτιφιμπατίδης.
-
Χορήγηση ηπαρίνηςΣυνιστάται η χορήγηση ηπαρίνης εκτός και αν υπάρχει κάποια αντένδειξη (όπως ιστορικό θρομβοκυτταροπενίας που συσχετίζεται με την χρήση της ηπαρίνης).
-
Δοσολογία ηπαρίνηςΠληθυσμόςΑσθενείς με ασταθή στηθάγχη/έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς έπαρμα Q, ζυγίζουν ≥ 70 kgΣυνιστάται μια bolus δόση 5.000 μονάδων, ακολουθούμενη από μια συνεχή ενδοφλέβια έγχυση 1.000 μονάδων/ώρα.
-
Δοσολογία ηπαρίνηςΠληθυσμόςΑσθενείς με ασταθή στηθάγχη/έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς έπαρμα Q, ζυγίζουν < 70 kgΣυνιστάται μια δόση 60 μονάδων/kg, η οποία ακολουθείται από μια έγχυση 12 μονάδων/kg/ώρα.
-
Διακοπή χορήγησης ηπαρίνηςΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε PCI για ασταθή στηθάγχη/έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς έπαρμα QΣταματήστε τη χορήγηση της ηπαρίνης εάν ο ACT υπερβαίνει τα 300 δευτερόλεπτα και μην τη χορηγήσετε μέχρι την πτώση του ACT κάτω από τα 300 δευτερόλεπτα.
-
Διακοπή μη κλασματοποιημένης ηπαρίνηςΠληθυσμόςΑσθενείς με αριθμό αιμοπεταλίων < 100.000/mm³Διακόψτε την μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη.
swap_horiz
SPC-INTEGRILIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΔεν φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής ή ελάσσονος αιμορραγίας σε ασθενείς με PT > 14,5 δευτερόλεπτα και ταυτόχρονη λήψη βαρφαρίνης.
-
Θρομβολυτικά φάρμακα (γενικά)παρακολούθησηΠεριορισμένα στοιχεία. Δεν υπήρξε σταθερή ένδειξη αύξησης κινδύνου αιμορραγίας με ιστικό ενεργοποιητή πλασμινογόνου.
-
προσοχήΦάνηκε να αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας και μεταγγίσεων.
-
Τενεκτεπλάση (μειωμένη δόση)προσοχήΑύξησε σημαντικά τον κίνδυνο μείζονος ή ελάσσονος αιμορραγίας.
sick
SPC-INTEGRILIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μείζων αιμορραγία
- Ελάσσων αιμορραγία
- Αιμορραγία στο σημείο παρακέντησης της μηριαίας αρτηρίας
- Οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία
- Ενδοκράνια αιμορραγία
- Αιμάτωμα
- Καταπληξία
- Υπόταση
- Φλεβίτιδα
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Αιματέμεση
- Στοματική αιμορραγία
- Στοματοφαρυγγική αιμορραγία
- Ουρογεννητική αιμορραγία
- Αιματουρία
- Πτώση αιμοσφαιρίνης
- Πτώση αιματοκρίτη
- Θρομβοκυτταροπενία
- Οξεία σοβαρή θρομβοκυτταροπενία
- Μοιραία για τη ζωή αιμορραγία (εγκεφαλικές ή ενδοκρανιακές αιμορραγίες)
- Πνευμονική αιμορραγία
- Εγκεφαλική ισχαιμία
- Καρδιακή ανακοπή
- Κοιλιακή μαρμαρυγή
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Κολπική μαρμαρυγή
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Εξάνθημα
- Διαταραχές στο σημείο εφαρμογής (κνίδωση)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑιματέμεσηΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΑιμορραγία στο σημείο παρακέντησης της μηριαίας αρτηρίαςΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕλάσσων αιμορραγίαΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΕνδοκράνια αιμορραγίαΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΜείζων αιμορραγίαΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΟπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγίαΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΟυρογεννητική αιμορραγίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΠτώση αιματοκρίτηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΠτώση αιμοσφαιρίνηςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΣτοματική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΣτοματοφαρυγγική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΚοιλιακή μαρμαρυγήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλική ισχαιμίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑιμάτωμαΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές στο σημείο εφαρμογής (κνίδωση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΜοιραία για τη ζωή αιμορραγία (εγκεφαλικές ή ενδοκρανιακές αιμορραγίες)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία σοβαρή θρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠνευμονική αιμορραγίαΑναπνευστικό
pregnant_woman
SPC-INTEGRILIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Ανεπαρκείς μελέτες σε ζώα.
-
ΓαλουχίαΣυνιστάται η διακοπή του θηλασμού κατά τη διάρκεια της θεραπείας.Δεν είναι γνωστό εάν η επτιφιμπατίδη αποβάλλεται στο ανθρώπινο γάλα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-INTEGRILIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-INTEGRILIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Αιμοπετάλια · Πριν τη θεραπεία, εντός 6 ωρών από τη χορήγηση, στη συνέχεια τουλάχιστον μία φορά ημερησίως κατά τη διάρκεια της θεραπείας, και άμεσα εάν εμφανισθούν κλινικά σημεία μη αναμενόμενης αιμορραγικής τάσης
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | Πριν από την έγχυση του INTEGRILIN | Προϋπάρχουσες αιμοστατικές ανωμαλίες |
| Αιματοκρίτης (Hct) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Πριν από την έγχυση του INTEGRILIN | Προϋπάρχουσες αιμοστατικές ανωμαλίες |
| Μέσα σε 6 ώρες μετά την έναρξη της θεραπείας και μετά τουλάχιστον μία φορά την ημέρα κατά τη θεραπεία (ή περισσότερο συχνά εάν υπάρξει ένδειξη αξιοσημείωτης μείωσης) | — | ||
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Πριν από την έγχυση του INTEGRILIN | Προϋπάρχουσες αιμοστατικές ανωμαλίες |
| Περαιτέρω εξετάσεις | Αριθμός αιμοπεταλίων < 100.000/mm³ | ||
| Αιμοσφαιρίνη (Hb) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Πριν από την έγχυση του INTEGRILIN | Προϋπάρχουσες αιμοστατικές ανωμαλίες |
| Μέσα σε 6 ώρες μετά την έναρξη της θεραπείας και μετά τουλάχιστον μία φορά την ημέρα κατά τη θεραπεία (ή περισσότερο συχνά εάν υπάρξει ένδειξη αξιοσημείωτης μείωσης) | — | ||
| Αριθμός αιμοπεταλίων | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Μέσα σε 6 ώρες μετά την έναρξη της θεραπείας και μετά τουλάχιστον μία φορά την ημέρα κατά τη θεραπεία (ή περισσότερο συχνά εάν υπάρξει ένδειξη αξιοσημείωτης μείωσης) | — |
| Ενεργοποιημένος χρόνος πήξης (ACT) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | Παρακολούθηση | Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε PCI για ασταθή στηθάγχη/έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς έπαρμα Q |
| Χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | Παρακολούθηση | — |
| Χρόνος ενεργοποιημένης πήξης (ACT) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | Μετρήστε | Ασθενείς που υποβάλλονται σε PCI |
| Χρόνος μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | Πριν από την έγχυση του INTEGRILIN | Προϋπάρχουσες αιμοστατικές ανωμαλίες |
| Χρόνος προθρομβίνης (PT) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | Πριν από την έγχυση του INTEGRILIN | Προϋπάρχουσες αιμοστατικές ανωμαλίες |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Σημεία αιμορραγίας | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Προσεκτικά | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-INTEGRILIN
expand_more
Δοσολογία
Αυτό το προϊόν είναι μόνο για νοσοκομειακή χρήση. Θα πρέπει να χορηγείται από ειδικούς γιατρούς με εμπειρία στην αντιμετώπιση οξέων στεφανιαίων συνδρόμων. To INTEGRILIN διάλυμα για ενδοφλέβια έγχυση πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με το INTEGRILIN ενέσιμο διάλυμα. Η συγχορήγηση με ηπαρίνη συνιστάται εκτός εάν αυτό αντενδείκνυται για λόγους όπως ιστορικό θρομβοκυτταροπενίας σχετιζόμενης με τη χρήση ηπαρίνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Το INTEGRILIN προορίζεται επίσης για συγχορήγηση με ακετυλοσαλικιλικό οξύ, ως μέρος της καθιερωμένης αντιμετώπισης ασθενών με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, εκτός εάν η χρήση αντενδείκνυται.
Δοσολογία
Ενήλικες (ηλικία ≥ 18 χρόνων) που προσέρχονται με ασταθή στηθάγχη (UA) και έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς έπαρμα Q (NQMI) Η συνιστώμενη δόση είναι μία ενδοφλέβια bolus χορήγηση 180 microgram/kg χορηγούμενη το ταχύτερο δυνατόν μετά τη διάγνωση, ακολουθούμενη από συνεχή έγχυση 2,0 microgram/kg/min για έως και 72 ώρες, ή μέχρι την έναρξη αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (CABG) ή μέχρι την έξοδο από το νοσοκομείο (οποιοδήποτε από τα δύο αυτά συμβεί πρώτα). Εάν πραγματοποιηθεί Διαδερμική Στεφανιαία Παρέμβαση (PCI) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επτιφιμπατίδη, συνεχίστε την έγχυση για 20 - 24 ώρες μετά την PCI και για μέγιστη συνολική διάρκεια θεραπείας 96 ωρών.
Επείγουσα ή ημιεκλεκτική χειρουργική επέμβαση Εάν ο ασθενής χρειαστεί επείγουσα ή έκτακτη καρδιοχειρουργική επέμβαση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επτιφιμπατίδη, διακόψτε την έγχυση αμέσως. Εάν ο ασθενής χρειαστεί ημιεκλεκτική χειρουργική επέμβαση, διακόψτε την έγχυση επτιφιμπατίδης στον κατάλληλο χρόνο ώστε να δοθεί ο χρόνος για την επιστροφή της λειτουργίας των αιμοπεταλίων στα φυσιολογικά επίπεδα.
Ηπατική δυσλειτουργία Η εμπειρία σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία είναι πολύ περιορισμένη. Χορηγείστε με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία στους οποίους μπορεί να έχει επηρεαστεί η πήξη (βλ. Αντενδείξεις, χρόνος προθρομβίνης). Αντενδείκνυται σε ασθενείς με κλινικά σημαντική ηπατική δυσλειτουργία.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς που παρουσιάζουν μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 30 - < 50 ml/min) πρέπει να χορηγείται μία ενδοφλέβια bolus 180 microgram/kg, ακολουθούμενη από συνεχή δόση έγχυσης 1,0 microgram/kg/min για τη διάρκεια της θεραπείας. Η σύσταση αυτή βασίζεται σε φαρμακοδυναμικά και φαρμακοκινητικά δεδομένα. Τα διαθέσιμα κλινικά στοιχεία, ωστόσο, δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν ότι η αυτή η τροποποίηση της δόσης έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση του οφέλους (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η χρήση σε ασθενείς με πιο σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών, λόγω απουσίας στοιχείων για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα.
block
Αντενδείξεις
SPC-INTEGRILIN
expand_more
Αντενδείξεις
Το INTEGRILIN δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία ασθενών με:
- υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
- ενδείξεις αιμορραγίας από το γαστρεντερικό σύστημα, εμφανή αιμορραγία από το ουροποιογεννητικό σύστημα ή άλλη ενεργό παθολογική αιμορραγία εντός των 30 ημερών πριν από τη θεραπεία
- ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου εντός των προηγούμενων 30 ημερών ή οποιοδήποτε ιστορικό αιμορραγικού εγκεφαλικού αγγειακού επεισοδίου
- γνωστό ιστορικό ενδοκρανιακής νόσου (νεοπλασίας, αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας, ανευρύσματος)
- μείζων χειρουργική επέμβαση ή σοβαρό τραύμα εντός των προηγούμενων 6 εβδομάδων
- ιστορικό αιμορραγικής προδιάθεσης
- θρομβοκυτταροπενία (< 100.000 κύτταρα/mm3)
- χρόνο προθρομβίνης > 1,2 φορές του μάρτυρα ή International Normalized Ratio (INR) ≥ 2,0
- σοβαρή υπέρταση (συστολική αρτηριακή πίεση > 200 mm Hg ή διαστολική αρτηριακή πίεση > 110 mm Hg ενώ βρίσκονται υπό αντιυπερτασική θεραπεία)
- σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min), ή εξάρτηση από αιμοκάθαρση
- κλινικά σημαντική ηπατική ανεπάρκεια
- ταυτόχρονη ή προγραμματισμένη χορήγηση άλλου παρεντερικά χορηγούμενου αναστολέα γλυκοπρωτεΐνης (GP) IIb/IIIa
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-INTEGRILIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Αιμορραγία
To INTEGRILIN είναι αντιθρομβωτικός παράγοντας ο οποίος δρα μέσω της αναστολής της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων και ως εκ τούτου ο ασθενής πρέπει να βρίσκεται υπό προσεκτική παρακολούθηση για οποιαδήποτε ένδειξη αιμορραγίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Γυναίκες, ηλικιωμένοι, ασθενείς με χαμηλό βάρος σώματος ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης > 30 - < 50 ml/min) μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας. Παρακολουθείτε στενά αυτούς τους ασθενείς όσον αφορά την αιμορραγία.
Αυξημένος κίνδυνος αιμομορραγίας μπορεί επίσης να παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν πρώϊμη χορήγηση INTEGRILIN (δηλαδή κατά τη διάγνωση) συγκριτικά με την λήψη του αμέσως πριν τη PCI, όπως παρατηρήθηκε στην κλινική δοκιμή Early ACS. Σε αντίθεση με την εγκεκριμένη δοσολογία στην ΕΕ, όλοι οι ασθενείς σε αυτή την κλινική δοκιμή έλαβαν διπλή δόση εφόδου πριν από την έγχυση (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
H αιμορραγία είναι συχνότερη στο σημείο της παρακέντησης της αρτηρίας στους ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε διαδερμικές αρτηριακές παρεμβάσεις. Όλα τα πιθανά σημεία αιμορραγίας, (π.χ. σημεία εισόδου καθετήρα, σημεία αρτηριοκέντησης, φλεβοκέντησης ή κέντησης με βελόνη, τομές αποκάλυψης αγγείων και οι οδοί του γαστρεντερικού και ουροποιογεννητικού συστήματος) πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Πρέπει επίσης να παρακολουθούνται στενά άλλα πιθανά σημεία αιμορραγίας όπως το κεντρικό και περιφερικό νευρικό σύστημα και οι οπισθοπεριτοναϊκές περιοχές.
Επειδή το INTEGRILIN αναστέλλει την συσσώρευση των αιμοπεταλίων, πρέπει να υπάρχει ιδιαίτερη προσοχή όταν χρησιμοποιείται με άλλα φάρμακα που επηρεάζουν την αιμόσταση, περιλαμβανομένων της τικλοπιδίνης, του clopidogrel, των θρομβολυτικών, των αντιπηκτικών από το στόμα, των διαλυμάτων δεξτράνης, της αδενοσίνης, της σουλφινπυραζόνης, της προστακυκλίνης, των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών παραγόντων, ή της διπυριδαμόλης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Δεν υπάρχει εμπειρία με INTEGRILIN και ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους.
Υπάρχει περιορισμένη θεραπευτική εμπειρία με το INTEGRILIN σε ασθενείς στους οποίους ενδείκνυται γενικά θρομβολυτική θεραπεία (π.χ. με οξύ διατοιχωματικό έμφραγμα του μυοκαρδίου με νέα παθολογικά επάρματα Q ή ανάσπαση του διαστήματος ST ή αριστερό ημισκελικό αποκλεισμό στο ΗΚΓ). Συνεπώς σε αυτές τις περιστάσεις δεν συνιστάται η χρήση του INTEGRILIN (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Η έγχυση του INTEGRILIN θα πρέπει να διακοπεί αμέσως αν ανακύψουν περιστάσεις που κάνουν απαραίτητη την θρομβολυτική θεραπεία ή αν ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί επειγόντως σε επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης ή χρειάζεται ενδαορτική αντλία.
Εάν παρουσιασθεί σοβαρή αιμορραγία η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί με την πίεση, η έγχυση του INTEGRILIN θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως καθώς και οποιαδήποτε συγχορηγούμενη μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη.
Αρτηριακές διαδικασίες
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με την επτιφιμπατίδη εμφανίζεται μία σημαντική αύξηση στην συχνότητα των αιμορραγιών ειδικότερα στην περιοχή της μηριαίας αρτηρίας όπου εισάγεται το έλυτρο του καθετήρα. Φροντίστε να βεβαιωθείτε ότι παρακεντείται μόνο το πρόσθιο τοίχωμα της μηριαίας αρτηρίας. Τα αρτηριακά έλυτρα μπορούν να αφαιρεθούν όταν η πήξη έχει επανέλθει σε φυσιολογικά όρια (π.χ. όταν ο ενεργοποιημένος χρόνος πήξης [ATC] είναι μικρότερος από 180 δευτερόλεπτα (συνήθως 2 - 6 ώρες μετά από τη διακοπή χορήγησης της ηπαρίνης). Μετά την αφαίρεση του εισαχθέντος ελύτρου πρέπει να διασφαλισθεί προσεκτικά αιμόσταση κάτω από στενή παρακολούθηση.
Θρομβοκυττοπενία και Ανοσογονικότητα σχετιζόμενη με αναστολείς GPIIb/IIIa
To INTEGRILIN αναστέλλει την συσσώρευση των αιμοπεταλίων, αλλά δεν φαίνεται να επηρεάζει τη βιωσιμότητα των αιμοπεταλίων. Όπως εδείχθη σε κλινικές μελέτες, η συχνότητα εμφάνισης θρομβοκυτταροπενίας ήταν χαμηλή και παρόμοια μεταξύ ασθενών υπό θεραπεία με επτιφιμπατίδη ή εικονικό φάρμακο. Μετά την κυκλοφορία της επτιφιμπατίδης έχει παρατηρηθεί θρομβοκυττοπενία, συμπεριλαμβανομένης οξείας σοβαρής θρομβοκυττοπενίας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ο μηχανισμός μέσω του οποίου η επτιφιμπατίδη μπορεί να επάγει θρομβοκυττοπενία, είτε είναι ανοσολογικής φύσης είτε όχι, δεν είναι πλήρως κατανοητός. Ωστόσο, η θεραπεία με επτιφιμπατίδη έχει συσχετισθεί με αντισώματα που αναγνωρίζουν τους GP IIb/IIIa που έχουν καταληφθεί από επτιφιμπατίδη, γεγονός ενδεικτικό ενός μηχανισμού ανοσολογικής απόκρισης. Η θρομβοκυττοπενία που εμφανίζεται μετά την πρώτη έκθεση σε ένα αναστολέα GP IIb/IIIa, μπορεί να ερμηνευτεί από το γεγονός ότι τα αντισώματα είναι φυσικά παρόντα σε ορισμένα φυσιολογικά άτομα.
Καθώς, είτε η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε οποιονδήποτε συνδέτη-μιμητικό παράγοντα των GP IIb/IIIa (όπως αμπσιξιμάμπη ή επτιφιμπατίδη) είτε η πρώτη έκθεση σε ένα αναστολέα GP IIb/IIIa, μπορεί να συσχετισθεί με ανοσολογικής αιτιολογίας θρομβοκυττοπενική απόκριση, απαιτείται παρακολούθηση, δηλαδή ο αριθμός των αιμοπεταλίων θα πρέπει να ελέγχεται πριν τη θεραπεία, εντός 6 ωρών από τη χορήγηση και στη συνέχεια τουλάχιστον μία φορά ημερησίως κατά τη διάρκεια της θεραπείας, καθώς και άμεσα εάν εμφανισθούν κλινικά σημεία μη αναμενόμενης αιμορραγικής τάσης.
Εάν παρατηρηθεί είτε επιβεβαιωμένη μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων σε < 100.000/mm3, είτε οξεία σοβαρή θρομβοκυττοπενία, θα πρέπει να εξετάζεται άμεσα το ενδεχόμενο διακοπής κάθε φαρμακευτικής θεραπείας με γνωστή ή πιθανή θρομβοκυττοπενική δράση, συμπεριλαμβανομένης της επτιφιμπατίδης, της ηπαρίνης και της κλοπιδογρέλης. Η απόφαση για μετάγγιση αιμοπεταλίων θα πρέπει να εξατομικεύεται με βάση την κλινική κρίση.
Δεν υπάρχουν στοιχεία για τη χρήση του INTEGRILIN σε ασθενείς με ιστορικό θρομβοκυττοπενίας ανοσολογικής αιτιολογίας από άλλους παρεντερικώς χορηγούμενους αναστολείς GP IIb/IIIa. Για το λόγο αυτό, δεν συνιστάται η χορήγηση επτιφιμπατίδης σε ασθενείς οι οποίοι έχουν εμφανίσει στο παρελθόν θρομβοκυτταροπενία ανοσολογικής αιτιολογίας με αναστολείς GP IIb/IIIa, συμπεριλαμβανομένης της επτιφιμπατίδης.
Χορήγηση ηπαρίνης
Συνιστάται η χορήγηση ηπαρίνης εκτός και αν υπάρχει κάποια αντένδειξη (όπως ιστορικό θρομβοκυτταροπενίας που συσχετίζεται με την χρήση της ηπαρίνης).
Ασταθής στηθάγχη/έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς έπαρμα Q:
- Για ένα ασθενή που ζυγίζει ≥ 70 kg, συνιστάται να χορηγηθεί μια bolus δόση 5.000 μονάδων, ακολουθούμενη από μια συνεχή ενδοφλέβια έγχυση 1.000 μονάδων/ώρα.
- Αν ο ασθενής ζυγίζει < 70 kg, συνιστάται μια δόση 60 μονάδων/kg, η οποία ακολουθείται από μια έγχυση 12 μονάδων/kg/ώρα.
Ο χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT) πρέπει να παρακολουθείται ώστε να διατηρείται μια τιμή μεταξύ των 50 και 70 δευτερολέπτων, πάνω από 70 δευτερόλεπτα μπορεί να υπάρξει αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.
Εάν πρόκειται να διενεργηθεί PCI για τη θεραπεία ασταθούς στηθάγχης/εμφράγματος του μυοκαρδίου χωρίς έπαρμα Q, παρακολουθείστε τον ενεργοποιημένο χρόνο πήξης (ACT) για να διατηρείται μια τιμή μεταξύ 300-350 δευτερόλεπτα. Σταματήστε τη χορήγηση της ηπαρίνης εάν ο ACT υπερβαίνει τα 300 δευτερόλεπτα και μην τη χορηγήσετε μέχρι την πτώση του ACT κάτω από τα 300 δευτερόλεπτα.
Παρακολούθηση των εργαστηριακών τιμών
Πριν από την έγχυση του INTEGRILIN συνιστάται να διενεργηθούν οι παρακάτω εργαστηριακές εξετάσεις πριν από τη θεραπεία για να διαπιστωθεί εάν προϋπάρχουν αιμοστατικές ανωμαλίες: χρόνος προθρομβίνης (PT) και aPTT, κρεατινίνη ορού, αριθμός αιμοπεταλίων, αιμοσφαιρίνη και επίπεδα του αιματοκρίτη. Η αιμοσφαιρίνη, ο αιματοκρίτης και ο αριθμός των αιμοπεταλίων πρέπει να παρακολουθούνται επίσης μέσα σε 6 ώρες μετά την έναρξη της θεραπείας και μετά ταύτα τουλάχιστον μία φορά την ημέρα κατά τη θεραπεία (ή περισσότερο συχνά εάν υπάρξει ένδειξη αξιοσημείωτης μείωσης). Εάν ο αριθμός των αιμοπεταλίων πέσει κάτω από 100.000/mm³ απαιτούνται περαιτέρω εξετάσεις όσον αφορά τον αριθμό αιμοπεταλίων για να αποκλεισθεί η ψευδοθρομβοκυτοπενία. Διακόψτε την μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη. Στους ασθενείς που υποβάλλονται σε PCI, μετρήστε επίσης τον ACT.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-INTEGRILIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Βαρφαρίνη και διπυριδαμόλη To INTEGRILIN δεν φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής ή ελάσσονος αιμορραγίας που σχετίζεται με την ταυτόχρονη χρήση βαρφαρίνης και διπυριδαμόλης. Οι ασθενείς υπό θεραπεία με INTEGRILIN που είχαν χρόνο προθρομβίνης (ΡΤ) > 14,5 δευτερόλεπτα και ταυτόχρονα ελάμβαναν βαρφαρίνη δεν φάνηκαν να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας.
INTEGRILIN και θρομβολυτικοί παράγοντες Τα στοιχεία σχετικά με τη χρήση INTEGRILIN σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν θρομβολυτικά φάρμακα είναι περιορισμένα. Δεν υπήρξε σταθερή ένδειξη σχετικά με το ότι η επτιφιμπατίδη αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής ή ελάσσονος αιμορραγίας σχετιζόμενης με τον ιστικό ενεργοποιητή του πλασμινογόνου είτε σε μελέτη PCI είτε σε μελέτη για το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η επτιφιμπατίδη φάνηκε να αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας όταν χορηγήθηκε με στρεπτοκινάση σε μία μελέτη για το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Ο συνδυασμός μειωμένης δόσης τενεκτεπλάσης και επτιφιμπατίδης σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο και επτιφιμπατίδη αύξησε σημαντικά τον κίνδυνο μείζονος ή ελάσσονος αιμορραγίας όταν χορηγήθηκαν ταυτόχρονα σε μία μελέτη για το έμφραγμα του μυοκαρδίου με οξεία ανάσπαση του διαστήματος ST. Σε μια μελέτη σε 181 ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, η επτιφιμπατίδη (σε δοσολογικά σχήματα μέχρι μια ένεση bolus των 180 microgram/kg ακολουθούμενη από μια έγχυση μέχρι 2 microgram/kg/min για μέχρι 72 ώρες) χορηγήθηκε ταυτόχρονα με στρεπτοκινάση (1,5 εκατομμύρια μονάδες σε 60 λεπτά). Με τους μεγαλύτερους ρυθμούς έγχυσης (1,3 microgram/kg/min και 2,0 microgram/kg/min) που μελετήθηκαν, η επτιφιμπατίδη συσχετίσθηκε με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης αιμορραγίας και μεταγγίσεων σε σύγκριση με την συχνότητα εμφάνισης που παρατηρήθηκε όταν χορηγήθηκε η στρεπτοκινάση μόνη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-INTEGRILIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρουσιάσθηκαν σε ασθενείς υπό θεραπεία με επτιφιμπατίδη γενικά σχετίζονταν με αιμορραγία ή καρδιαγγειακά συμβάματα τα οποία συμβαίνουν συχνά σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών.
Κλινικές Δοκιμές
Οι πηγές των δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό της συχνότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών περιελάμβανε δύο κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙΙ (PURSUIT και ESPRIT). Οι μελέτες αυτές περιγράφονται εν συντομία παρακάτω. PURSUIT: Ήταν μία τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή μελέτη όπου αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του Integrilin έναντι του εικονικού φαρμάκου ως προς την μείωση της θνητότητας και του (επαν)εμφράγματος του μυοκαρδίου σε ασθενείς με ασταθή στηθάγχη ή έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς έπαρμα Q. ESPRIT: Ήταν μία διπλή-τυφλή, πολυκεντρική τυχαιοποιημένη, παράλληλων ομάδων, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, που αξιολόγησε την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της θεραπείας με επτιφιμπατίδη σε ασθενείς προγραμματισμένους να υποβληθούν σε μη επείγουσα διαδερμική στεφανιαία παρέμβαση (PCI) με εμφύτευση stent. Στην PURSUIT, τα αιμορραγικά και μη αιμορραγικά επεισόδια παρακολουθήθηκαν από την έξοδο από το νοσοκομείο έως την 30η ημέρα. Στην ESPRIT, τα αιμορραγικά συμβάματα αναφέρθηκαν στις 48 ώρες και τα μη αιμορραγικά συμβάματα αναφέρθηκαν στις 30 ημέρες. Ενώ τα κριτήρια αιμορραγίας κατά TIMI (Thrombolysis in Myocardial Infarction) χρησιμοποιήθηκαν για την κατηγοριοποίηση της επίπτωσης μείζονος και ελάσσονος αιμορραγιας τόσο στην μελέτη PURSUIT όσο και στην ESPRIT, τα στοιχεία της PURSUIT συλλέχθηκαν εντός 30 ημερών ενώ τα στοιχεία της ESPRIT περιορίστηκαν στα επεισόδια που εμφανίσθηκαν τις πρώτες 48 ώρες ή μέχρι την έξοδο από το νοσοκομείο, όποιο κι αν ήταν πρώτο.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται ανά σύστημα οργάνου και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000). Αυτές είναι οι απόλυτα αναφερθήσες συχνότητες χωρίς να ληφθεί υπόψη η αναλογία του εικονικού φαρμάκου. Για μία συγκεκριμένη ανεπιθύμητη ενέργεια, εάν υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα τόσο από την PURSUIT όσο και από την ESPRIT, τότε χρησιμοποιήθηκε η υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης για τον καθορισμό της συχνότητας της ανεπιθύμητης ενέργειας. Σημειώνεται ότι η αιτιώδης σχέση δεν προσδιορίσθηκε για όλες τις ανεπιθύμητες ενέργειες.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Πολύ συχνές:
- Αιμορραγία (μείζων και ελάσσων αιμορραγία, περιλαμβανομένης της αιμορραγίας στο σημείο παρακέντησης της μηριαίας αρτηρίας, σχετιζόμενη με CABG, γαστρεντερικού, ουρογεννητικού, οπισθοπεριτοναϊκή, ενδοκράνια, αιματέμεση, αιματουρία, στοματική/στοματοφαρυγγική, πτώση αιμοσφαιρίνης/αιματοκρίτη και άλλα).
- Όχι συχνές:
- Θρόμβοκυτταροπενία.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Όχι συχνές:
- Εγκεφαλική ισχαιμία.
Καρδιακές διαταραχές
- Συχνές:
- Καρδιακή ανακοπή,
- κοιλιακή μαρμαρυγή,
- κοιλιακή ταχυκαρδία,
- συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια,
- κολποκοιλιακός αποκλεισμός,
- κολπική μαρμαρυγή.
Αγγειακές διαταραχές
- Συχνές:
- Καταπληξία,
- υπόταση,
- φλεβίτιδα.
Η καρδιακή ανακοπή, η συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, η κολπική μαρμαρυγή, η υπόταση και η καταπληξία, που αναφέρθηκαν συχνά στην μελέτη PURSUIT, ήταν συμβάματα που σχετίζονταν με την υποκείμενη νόσο. Η χορήγηση επτιφιμπατίδης σχετίζεται με αύξηση στις μείζονες και ελάσσονες αιμορραγίες όπως ταξινομούνται με τα κριτήρια της ομάδας μελέτης για Θρομβόλυση στο Έμφραγμα του Μυοκαρδίου (Thrombolysis in Myocardial Infarction -ΤΙΜΙ). Στη συνιστώμενη θεραπευτική δόση, όπως χορηγήθηκε στην μελέτη PURSUIT που περιελάμβανε σχεδόν 11.000 ασθενείς, η αιμορραγία ήταν η πιο συχνή επιπλοκή που εμφανίσθηκε κατά τη θεραπεία με επτιφιμπατίδη. Οι πλέον συχνές αιμορραγικές επιπλοκές συσχετίσθηκαν με καρδιακές επεμβατικές διαδικασίες (σχετιζόμενες με αορτοστεφανιαία παράκαμψη (CABG) ή από το σημείο παρακέντησης της μηριαίας αρτηρίας). Η ελάσσων αιμορραγία ορίστηκε στη μελέτη PURSUIT ως η αυτόματα εμφανιζόμενη μακροσκοπική αιματουρία, η αυτόματα εμφανιζόμενη αιματέμεση, η παρατηρούμενη απώλεια αίματος με μείωση αιμοσφαιρίνης κατά περισσότερο από 3 g/dl ή μείωση αιμοσφαιρίνης κατά περισσότερο από 4 g/dl με απουσία εμφανούς εστίας αιμορραγίας. Κατα τη διάρκεια της θεραπείας με Integrilin σε αυτή τη μελέτη, η ελάσσων αιμορραγία ήταν μία πολύ συχνή επιπλοκή (>1/10, ή 13,1%, για το Integrilin έναντι 7,6% για το εικονικό φάρμακο). Τα αιμορραγικά επεισόδια ήταν περισσότερο συχνά σε ασθενείς που ελάμβαναν ταυτόχρονα ηπαρίνη ενώ υποβάλλονταν σε PCI, όταν ο ACT υπερέβαινε τα 350 δευτερόλεπτα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Ως σοβαρή αιμορραγία ορίσθηκε στη μελέτη PURSUIT, είτε η ενδοκρανιακή αιμορραγία είτε η μείωση της συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης μεγαλύτερη από 5 g/dl. Η σοβαρή αιμορραγία ήταν επίσης πολύ συχνή και αναφέρθηκε περισσότερο συχνά με το Integrilin από ότι με εικονικό φάρμακο, στην μελέτη PURSUIT (>1/10 ή 10,8% έναντι 9,3%), αλλά ήταν σπάνια στην μεγάλη πλειονότητα των ασθενών που δεν υποβλήθηκαν σε CABG εντός 30 ημερών από την εισαγωγή στη μελέτη. Σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε CABG, η συχνότητα εμφάνισης αιμορραγίας δεν αυξήθηκε με το Integrilin συγκριτικά με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Στην υποομάδα των ασθενών που υποβλήθηκαν σε PCI, μείζων αιμορραγία παρατηρήθηκε συχνά στο 9,7% των ασθενών που έλαβαν Integrilin έναντι 4,6% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα εμφάνισης σοβαρών ή επικίνδυνων για τη ζωή αιμορραγικών επεισοδίων με το Integrilin ήταν 1,9% συγκριτικά με 1,1% για το εικονικό φάρμακο. Η ανάγκη για μετάγγιση αίματος αυξήθηκε μέτρια με την χορήγηση Integrilin (11,8% έναντι 9,3% για το εικονικό φάρμακο). Οι μεταβολές κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επτιφιμπατίδη είναι αποτέλεσμα της γνωστής φαρμακολογικής δράσης της, δηλαδή, της αναστολής της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων. Επομένως, οι μεταβολές των εργαστηριακών παραμέτρων που συσχετίζονται με την αιμορραγία (για παράδειγμα, χρόνος αιμορραγίας) είναι συχνές και αναμενόμενες. Δεν παρατηρήθηκαν εμφανείς διαφορές μεταξύ των ασθενών υπό θεραπεία με επτιφιμπατίδη σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν εικονικό φάρμακο όσον αφορά στις τιμές για την ηπατική λειτουργία (SGOT/AST, SGPT/ALT, χολερυθρίνη, αλκαλική φωσφατάση), ή τη νεφρική λειτουργία (κρεατινίνη ορού, άζωτο ουρίας αίματος).
Εμπειρία μετά την κυκλοφορία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες:
- Μοιραία για τη ζωή αιμορραγία (η πλειονότητα αφορά διαταραχές του κεντρικού και περιφερικού νευρικού συστήματος: εγκεφαλικές ή ενδοκρανιακές αιμορραγίες),
- πνευμονική αιμορραγία,
- οξεία σοβαρή θρομβοκυτταροπενία,
- αιμάτωμα.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες:
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Πολύ σπάνιες:
- Εξάνθημα,
- διαταραχές στο σημείο εφαρμογής όπως κνίδωση.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-INTEGRILIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της επτιφιμπατίδης σε έγκυες γυναίκες. Είναι ανεπαρκείς οι μελέτες σε ζώα σχετικά με τις επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό και στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το INTEGRILIN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.
Γαλουχία
Δεν είναι γνωστό εάν η επτιφιμπατίδη αποβάλλεται στο ανθρώπινο γάλα. Συνιστάται η διακοπή του θηλασμού κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-INTEGRILIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιθρομβωτικός παράγοντας (αναστολείς της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων εξαιρουμένης της ηπαρίνης), κωδικός ATC: B01A-C16.
Μηχανισμός δράσης
Η επτιφιμπατίδη, ένα συνθετικό κυκλικό επταπεπτίδιο το οποίο περιέχει έξι αμινοξέα, περιλαμβανομένου ενός αμιδίου της κυστεΐνης και ενός μερκαπτοπροπιονυλ (δεσάμνινο κυστεΐνυλ)ικού κλάσματος, είναι ένας αναστολέας της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων και ανήκει στην κατηγορία των RGD (αργινίνη-γλυκίνη-ασπαρτικό) μιμητικών. Η επτιφιμπατίδη αναστέλλει αναστρέψιμα τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων εμποδίζοντας τη δέσμευση του ινωδογόνου, του παράγοντα von Willebrand και άλλων υποκαταστατών στους υποδοχείς της γλυκοπρωτεΐνης (GP) IIb/IIIa.
Φαρμακοδυναμικές δράσεις
Η επτιφιμπατίδη αναστέλλει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων κατά τρόπο που εξαρτάται από τη δόση και τη συγκέντρωση όπως αποδείχθηκε από ex vivo συσσώρευση αιμοπεταλίων με τη χρήση διφωσφορικής αδενοσίνης (ADP) και άλλων αγωνιστών για την επαγωγή συσσώρευσης αιμοπεταλίων. Η επίδραση της επτιφιμπατίδης παρατηρείται αμέσως μετά τη χορήγηση δόσης 180 microgram/kg σε ενδοφλέβια bolus χορήγηση. Όταν ακολουθεί συνεχής έγχυση 2,0 microgram/kg/min, το εν λόγω θεραπευτικό σχήμα προάγει μία > 80% αναστολή της επαγομένης από το ADP ex vivo συσσώρευσης αιμοπεταλίων, σε φυσιολογικές συγκεντρώσεις ασβεστίου, σε περισσότερους από το 80% των ασθενών. Η αναστολή των αιμοπεταλίων ανεστράφη αμέσως, με επιστροφή της λειτουργίας των αιμοπεταλίων στις αρχικές τιμές (> 50% συσσώρευσης αιμοπεταλίων) 4 ώρες μετά τη διακοπή της συνεχούς έγχυσης των 2,0 microgram/kg/min. Μετρήσεις της επαγομένης από το ADP ex vivo συσσώρευσης των αιμοπεταλίων, σε φυσιολογικές συγκεντρώσεις ασβεστίου (αντιπηκτικό D-φαινυλαλανυλ-Lπροπυλ-L-αργινίνη χλωρομέθυλ κετόνη) σε ασθενείς που προσήλθαν με ασταθή στηθάγχη και έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς έπαρμα Q, έδειξαν εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση αναστολή με IC 50 (συγκέντρωση αναστολής 50%) της τάξης περίπου των 550 ng/ml και IC 80 (συγκέντρωση αναστολής 80%) της τάξης περίπου των 1.100 ng/ml. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την αναστολή των αιμοπεταλίων σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, (κάθαρση κρεατινίνης 30 - 50 mL/min), επιτεύχθηκε 100% αναστολή σε 24 ώρες από τη χορήγηση 2 mg/kg/min. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30mL/min), στους οποίους χορηγήθηκε 1mg/kg/min, αναστολή κατά 80% επιτεύχθηκε σε περισσότερους από 80% των ασθενών εντός 24 ωρών.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Μελέτη PURSUIT Η βασική κλινική μελέτη για την Ασταθή Στηθάγχη (UA)/ Έμφραγμα του Μυοκαρδίου χωρίς έπαρμα Q (NQMI) ήταν η μελέτη PURSUIT. Αυτή η μελέτη ήταν μια διπλή τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 726 κέντρα, σε 27 χώρες και σε 10.948 ασθενείς που παρουσιάστηκαν με UA ή NQMI. Οι ασθενείς μπορούσαν να περιληφθούν στην μελέτη μόνο αν είχαν καρδιακή ισχαιμία σε ηρεμία (≥ 10 λεπτά) μέσα στις προηγούμενες 24 ώρες και είχαν:
- είτε μεταβολές του τμήματος ST: κατάσπαση του διαστήματος ST > 0,5 mm για λιγότερο από 30 λεπτά ή εμμένουσα ανάσπαση του διαστήματος ST > 0,5 mm που δεν απαιτούσε θεραπεία επαναιμάτωσης ή θεραπεία με θρομβολυτικούς παράγοντες, αναστροφή του επάρματος Τ (> 1 mm)
- ή αυξημένη CK-MB. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν εικονικό φάρμακο, ή επτιφιμπατίδη 180 microgram/kg σε bolus χορήγηση ακολουθούμενη από έγχυση 2,0 microgram/kg/min (180/2,0), ή επτιφιμπατίδη 180 microgram/kg σε bolus χορήγηση ακολουθούμενη από έγχυση 1,3 microgram/kg/min (180/1,3). Η έγχυση συνεχίστηκε: μέχρι την έξοδο από το νοσοκομείο, μέχρι τον χρόνο της αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (CABG), ή για μέχρι 72 ώρες, όποιο συνέβαινε πρώτο. Αν γινόταν PCI, η έγχυση της επτιφιμπατίδης συνεχιζόταν επί 24 ώρες μετά την διαδικασία, επιτρέποντας να φθάσει η διάρκεια της εγχύσεως μέχρι τις 96 ώρες. Το σκέλος 180/1,3 σταμάτησε μετά μια προσωρινή ανάλυση, όπως καθοριζόταν εκ των προτέρων στο πρωτόκολλο, όταν τα δυο σκέλη δραστικής αγωγής φάνηκαν να έχουν παρόμοια συχνότητα εμφάνισης αιμορραγίας. Οι ασθενείς αντιμετωπίστηκαν σύμφωνα με τα συνηθισμένα πρότυπα του ερευνητικού κέντρου, επομένως οι συχνότητες της αγγειογραφίας, της PCI και της CABG διέφεραν πολύ από κέντρο σε κέντρο και από χώρα σε χώρα. Από τους ασθενείς στην μελέτη PURSUIT, το 13% αντιμετωπίστηκαν με PCI κατά την διάρκεια έγχυσης της επτιφιμπατίδης, από τους οποίους το 50% δέχτηκαν ενδοστεφανιαία stents, το 87% αντιμετωπίστηκαν φαρμακευτικά (χωρίς PCI κατά την διάρκεια εγχύσεως της επτιφιμπατίδης). Η μεγάλη πλειονότητα των ασθενών έλαβαν ακετυλοσαλικυλικό οξύ (75 - 325 mg άπαξ ημερησίως). Η μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη χορηγήθηκε ενδοφλεβίως ή υποδορίως κατά την κρίση του γιατρού, πιο συχνά ως μια ενδοφλέβια bolus χορήγηση των 5.000 U ακολουθούμενη από μια συνεχή έγχυση 1.000U/ώρα. O συνιστώμενος στόχος aPTT ήταν 50 - 70 δευτερόλεπτα. Eνα σύνολο 1.250 ασθενών υποβλήθηκαν σε PCI μέσα σε 72 ώρες μετά την τυχαιοποίηση, οπότε σε αυτή την περίπτωση έλαβαν ενδοφλεβίως μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη για να διατηρηθεί ένας ενεργοποιημένος χρόνος πήξεως (ACT) ίσος με 300 - 350 δευτερόλεπτα. Το κύριο τελικό σημείο της μελέτης ήταν η εμφάνιση θανάτου από οποιαδήποτε αιτία ή νέου εμφράγματος του μυοκαρδίου (ΜΙ) (που αξιολογείται από μια τυφλή Επιτροπή Κλινικών Συμβάντων) μέσα σε 30 ημέρες από την τυχαιοποίηση. Η συνιστώσα του εμφράγματος του Μυοκαρδίου (ΜΙ) θα μπορούσε να ορισθεί ως ασυμπτωματική με αύξηση του CK- MB ή με νέο έπαρμα Q. Σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, η επτιφιμπατίδη χορηγούμενη ως 180/2,0 μείωσε σημαντικά την συχνότητα των επεισοδίων του κύριου τελικού σημείου (πίνακας 1): αυτό αντιπροσωπεύει περίπου αποφυγή 15 επεισοδίων ανά 1.000 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία.
| Χρόνος | Εικονικό Φάρμακο | Επτιφιμπατίδη | Τιμή p |
|---|---|---|---|
| 30 ημέρες | 743/4.697 (15,8%) | 667/4.680 (14,3%) | 0,034a |
| a: Δοκιμασία Pearson χ2 της διαφοράς μεταξύ του εικονικού φαρμάκου και της επτιφιμπατίδης. |
Τα αποτελέσματα του κύριου τελικού σημείου αποδόθηκαν κυρίως στην εμφάνιση του εμφράγματος του μυοκαρδίου. Η μείωση στη συχνότητα εμφάνισης των επεισοδίων του τελικού σημείου σε ασθενείς, που ελάμβαναν επτιφιμπατίδη εμφανίστηκε νωρίς κατά τη διάρκεια της θεραπείας (εντός των πρώτων 72-96 ωρών) και αυτή η μείωση διατηρήθηκε για 6 μήνες χωρίς κανένα σημαντικό αποτέλεσμα στη θνησιμότητα. Οι ασθενείς που πιθανότατα θα ωφεληθούν από τη θεραπεία με επτιφιμπατίδη είναι εκείνοι σε υψηλό κίνδυνο να αναπτύξουν έμφραγμα του μυοκαρδίου εντός των πρώτων 3-4 ημερών μετά την έναρξη της οξείας στηθάγχης. Σύμφωνα με επιδημιολογικά ευρήματα, υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων έχει συσχετισθεί με κάποιους δείκτες, για παράδειγμα:
- ηλικία,
- αυξημένη καρδιακή συχνότητα ή αρτηριακή πίεση,
- επίμονο ή υποτροπιάζοντα ισχαιμικό καρδιακό πόνο,
- σημαντικές μεταβολές ΗΚΓ (ιδιαίτερα μη φυσιολογική μορφή στο ST τμήμα),
- αυξημένα καρδιακά ένζυμα ή δείκτες (π.χ. CK-MB, τροπονίνες) και
- καρδιακή ανεπάρκεια Η PURSUIT πραγματοποιήθηκε σε μία περίοδο που η συνήθης θεραπεία για την αντιμετώπιση των οξέων στεφανιαίων συνδρόμων ήταν διαφορετική από τη σημερινή, ως προς τη χρήση ανταγωνιστών των αιμοπεταλιακών υποδοχέων ADP (P2Y12) και τη χρήση ρουτίνας των ενδοστεφανιαίων stent.
Μελέτη ESPRIT Η μελέτη ESPRIT (Ενισχυμένη Καταστολή του Υποδοχέα IIb/IIIa των Αιμοπεταλίων με Θεραπεία με επτιφιμπατίδη) ήταν μία διπλή-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (n=2.064) για μη επείγουσα PCI με ενδοστεφανιαία πρόθεση. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν τη συνήθη φροντίδα και τυχαιοποιήθηκαν είτε σε εικονικό φάρμακο ή επτιφιμπατίδη (2 δόσεις bolus των 180 μικρογραμμαρίων/kg και συνεχής έγχυση μέχρι την έξοδο από το νοσοκομείο ή για μέγιστο διάστημα 18-24 ωρών). Η πρώτη ένεση bolus και η έγχυση άρχισαν ταυτόχρονα, αμέσως πριν την διεξαγωγή της PCI και ακολουθήθηκαν από μία δεύτερη ένεση bolus 10 λεπτά μετά την πρώτη. Ο ρυθμός έγχυσης ήταν 2,0 μικρογραμμάρια/kg/λεπτό για τους ασθενείς με κρεατινίνη ορού ≤ 175 micromols/l ή 1,0 μικρογραμμάρια/kg/λεπτό για κρεατινίνη ορού > 175 έως 350 micromols/l. Στη δοκιμή, στο σκέλος της επτιφιμπατίδης, ουσιαστικά όλοι οι ασθενείς έλαβαν ασπιρίνη (99,7%) και το 98,1% έλαβε μια θειενοπυριδίνη (clopidogrel σε ποσοστό 95,4% και τικλοπιδίνη σε ποσοστό 2,7%). Την ημέρα της PCI, πριν από τον καθετηριασμό, το 53,2% έλαβε μια θειενοπυριδίνη (clopidogrel σε ποσοστό 52,7%; τικλοπιδίνη σε ποσοστό 0,5%) - κυρίως ως δόση φόρτισης (συγκέντρωση 300 mg ή και παραπάνω). Το σκέλος του εικονικού φαρμάκου ήταν παρόμοιο (ασπιρίνη 99,7%, clopidogrel 95,9% και τικλοπιδίνη 2,6%). Η δοκιμή ESPRIT χρησιμοποίησε ένα απλοποιημένο θεραπευτικό σχήμα ηπαρίνης κατά την PCI αποτελούμενο από μία αρχική bolus ένεση 60 μονάδων/kg, με ACT στόχο 200-300 δευτερόλεπτα. Το κύριο τελικό σημείο της μελέτης ήταν ο θάνατος (death-D), το ΜΙ, η επείγουσα επαναγγείωση του αγγείου στόχου (urgent target vessel revascularisation -UTVR) και η οξεία αντιθρομβωτική θεραπεία διάσωσης (rescue therapy- RT) με αναστολέα GP IIb/IIIa εντός 48 ωρών από την τυχαιοποίηση. Το MI αναγνωρίστηκε σύμφωνα με τα CK-MB βασικά εργαστηριακά κριτήρια. Για αυτήν την διάγνωση, εντός 24 ωρών από τη διαδικασία δείκτη PCI, έπρεπε να είναι τουλάχιστον δύο τιμές CKMB ≥ 3 x το ανώτατο όριο του φυσιολογικού. Συνεπώς, δεν απαιτούνταν η επικύρωση από την CEC. Το MI μπορεί επίσης να αναφερθεί μετά από τεκμηρίωση της CEC μιας αναφοράς του ερευνητή. Το κύριο τελικό σημείο της μελέτης [τετραπλός συνδυασμός από θάνατο, ΜΙ, επείγουσα επαναγγείωση του αγγείου στόχου (UTVR) και η θρομβολυτική bail-out [thrombolytic bail-out (TBO) εντός 48 ωρών] έδειξε σε ποσοστό 37% σχετική και σε ποσοστό 3,9% απόλυτη μείωση στην ομάδα της επτιφιμπατίδης (6,6% περιστατικά έναντι 10,5% p = 0,0015). Τα αποτελέσματα του κύριου τελικού σημείου αποδόθηκαν κυρίως στην μείωση της εμφάνισης ενζυματικών ΜΙ, που ορίστηκαν ως η εμφάνιση πρώιμης αύξησης των καρδιακών ενζύμων μετά την PCI (80 στα 92 εμφράγματα μυοκαρδίου στην ομάδα εικονικού φαρμάκου έναντι 47 στα 56 εμφράγματα μυοκαρδίου στην ομάδα της επτιφιμπατίδης). Η κλινική σημασία τέτοιων ενζυματικών εμφραγμάτων μυοκαρδίου είναι ακόμα αμφιλεγόμενη. Παρόμοια αποτελέσματα ελήφθησαν στα 2 δευτερεύοντα τελικά σημεία των συμβαμάτων που αξιολογήθηκαν σε 30 ημένες: την τριπλή σύνθεση θανάτου, ΜΙ και UTVR και του πιο ισχυρού συνδυασμού του θανάτου και του εμφράγματος του μυοκαρδίου. Η μείωση στην συχνότητα συμβαμάτων του τελικού σημείου σε ασθενείς που ελάμβαναν επτιφιμπατίδη εμφανίστηκε νωρίς κατά την διάρκεια της θεραπείας. Δεν υπήρξε περαιτέρω αύξηση στο όφελος, σε διάστημα μέχρι και 1 χρόνου.
Παράταση του χρόνου ροής Η χορήγηση της επτιφιμπατίδης με ενδοφλέβια bolus χορήγηση και έγχυση προκαλεί μέχρι και πενταπλάσια αύξηση του χρόνου αιμορραγίας. Αυτή η αύξηση είναι αμέσως αναστρέψιμη με την διακοπή της έγχυσης με τους χρόνους αιμορραγίας να επανέρχονται στα αρχικά σε περίπου 6 (2-8) ώρες. Όταν χορηγείται σε μονοθεραπεία, η επτιφιμπατίδη δεν έχει καμιά μετρήσιμη δράση στον χρόνο προθρομβίνης (PT) ή στον χρόνο ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT).
Μελέτη EARLY-ACS Η EARLY ACS (Early Glycoprotein IIb/IIIa Inhibition in Non-ST-segment Elevation Acute Coronary Syndrome) ήταν μία μελέτη πρώϊμης τακτικής χορήγησης επτιφιμπατίδης έναντι εικονικού φαρμάκου (με καθυστερημένη κατ’ επίκληση χρήση της επτιφιμπατίδης στο αιμοδυναμικό εργαστήριο) σε συνδυασμό με αντιθρομβωτικές θεραπείες (ASA, UFH, bivalirudin, fondaparinux ή ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους), σε άτομα υψηλού κινδύνου NSTE ACS. Οι ασθενείς επρόκειτο να ακολουθήσουν επεμβατική στρατηγική για περαιτέρω αντιμετώπιση μετά τη λήψη του φαρμάκου της μελέτης για 12 έως 96 ώρες. Οι ασθενείς μπορούσαν να αντιμετωπισθούν συντηρητικά, να υποβληθούν σε επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (CABG), ή να υποβληθούν σε διαδερμική στεφανιαία παρέμβαση (PCI). Σε αντίθεση με την εγκεκριμένη δοσολογία στην ΕΕ, στη δοκιμή χρησιμοποιήθηκε διπλή δόση εφόδου του υπό μελέτη φαρμάκου (με χρονική διαφορά 10 λεπτών) πριν από την έγχυση. Η πρώϊμη τακτική χρήση επτιφιμπατίδης σε αυτό τον υψηλού κινδύνου NSTE-ACS αντιμετωπιζόμενο βέλτιστα πληθυσμό που υπεβλήθη σε επεμβατική στρατηγική δεν οδήγησε σε στατιστικά σημαντική μείωση στο σύνθετο πρωτεύον τελικό σημείο θνησιμότητας, MI, RI-UR και TBO εντός 96 ωρών συγκριτικά με το σχήμα καθυστερημένης κατ’ επίκληση χορήγησης επτιφιμπατίδης (9,3% σε ασθενείς που έλαβαν πρώιμα επτιφιμπατίδη vs. 10,0% σε ασθενείς που έλαβαν κατ’ επίκληση επτιφιμπατίδη, odds ratio=0,920; 95% CI=0,802-1,055; p=0,234). Η σοβαρή απειλητική για τη ζωή αιμορραγία κατά GUSTO δεν ήταν συχνή και ήταν συγκρίσιμη και στις δύο θεραπευτικές ομάδες (0,8%). Η μέτρια ή σοβαρή απειλητική για τη ζωή αιμορραγία κατά GUSTO, εμφανίσθηκε σημαντικά συχνότερα με την πρωϊμη τακτική χορήγηση επτιφιμπατίδης (7,4% vs. 5,0% στην ομάδα της καθυστερημένης κατ’ επίκλησης χρήσης επτιφιμπατίδης, p <0,001). Παρόμοιες διαφορές σημειώθηκαν για τις μείζονες αιμορραγίες κατά TIMI (118 [2,5%] στην πρώϊμη τακτική χρήση vs. 83 [1,8%] στην καθυστερημένη κατ’ επίκληση χρήση; p=0,016). Στην υποομάδα των ασθενών που αντιμετωπίσθηκαν συντηρητικά ή κατά τη διάρκεια των περιόδων συντηρητικής αντιμετώπισης πριν από PCI ή CABG, δεν δείχθηκε στατιστικά σημαντικό όφελος από την στρατηγική της πρώϊμης τακτική χορήγησης επτιφιμπατίδης. Μία post hoc ανάλυση της κλινικής δοκιμής EARLY ACS, δεν κατέληξε σε οριστικά συμπεράσματα ως προς τη σχέση οφέλους-κινδύνου με τη μείωση της δόσης σε ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια. Η συχνότητα επεισοδίων του πρωτεύοντος τελικού σημείου ήταν 11,9% σε ασθενείς που έλαβαν μειωμένη δόση (1 microgram/kg/min) έναντι 11,2% σε ασθενείς που έλαβαν την κανονική δόση (2 microgram/kg/min), όταν η επτιφιμπατίδη χορηγήθηκε πρώιμα ως θεραπεία ρουτίνας (p=0,81). Με την καθυστερημένη κατ’ επίκληση χορήγηση επτιφιμπατίδης, η συχνότητα των επεισοδίων ήταν 10% έναντι 11,5% σε ασθενείς που έλαβαν μειωμένη και κανονική δόση, αντίστοιχα (p=0,61). Μείζων αιμορραγία κατά TIMI εμφανίσθηκε στο 2,7% των ασθενών που έλαβαν μειωμένη δόση (1 microgram/kg/min) έναντι 4,2% των ασθενών που έλαβαν κανονική δόση (2 microgram/kg/min), όταν η επτιφιμπατίδη χορηγήθηκε πρώιμα ως θεραπεία ρουτίνας (p=0,36). Με την καθυστερημένη κατ’ επίκληση χορήγηση της επτιφιμπατίδης, τα μείζονα επεισόδια TIMI ήταν 1,4% έναντι 2,0% σε ασθενείς που έλαβαν μειωμένη και κανονική δόση, αντίστοιχα (p=0,54). Δεν παρατηρήθηκαν αξιοσημείωτες διαφορές με τα ποσοστά σοβαρής αιμορραγίας κατά GUSTO.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-INTEGRILIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 2.9
Αντιαιμοπεταλιακά
expand_more
Αντιαιμοπεταλιακά
Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής αναστέλλουν τη συνάθροιση (συγκόλληση) των αιμοπεταλίων και, έτσι, το σχηματισμό του λευκού θρόμβου, που αποτελεί την πρώτη φάση στη διαδικασία της πήξης, ιδίως στο αρτηριακό σκέλος της κυκλοφορίας όπου τα αντιπηκτικά έχουν πολύ μικρή επίδραση.
Υπάρχουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα από τη χρησιμοποίηση 100-300 mg ασπιρίνης ημερησίως για τη δευτεροπαθή πρόληψη των θρομβωτικών αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων και διαφόρων καρδιακών συμβαμάτων. Επίσης, έχει δειχθεί ελάττωση της θνητότητας στο έμφραγμα του μυοκαρδίου τον πρώτο μήνα όταν δοθεί αμέσως με την είσοδο του ασθενούς στη στεφανιαία μονάδα.
Η διπυριδαμόλη αναστέλλει επίσης τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων και συνιστάται κυρίως στην προφύλαξη από θρομβοεμβολικά επεισόδια σε προσθετικές βαλβίδες καρδιάς σε συνδυασμό με αντιπηκτικά.
Ισχυρή αντισυσσωρευτική δράση έχει και η τικλοπιδίνη, έχει όμως κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (λευκοπενία, διάρροια, εξάνθημα).
Όμοια δράση εμφανίζει και η νεώτερη ουσία κλοπιδρογέλη.
Σήμερα, ο συνηθέστερα χρησιμοποιούμενος συνδυασμός αντιαιμοπεταλιακών είναι το ακετυλοσαλικυλικό οξύ με ή χωρίς διπυριδαμόλη.
Οι αναστολείς της γλυκοπρωτεΐνης IΙb/IIIa αναστέλλουν τη συγκόλληση των αιμοπεταλίων αποκλείοντας στα αιμοπετάλια τους υποδοχείς του ινωδογόνου. Η αμπσιξιμάμπη είναι μονοκλωνικό αντίσωμα το οποίο αναστέλλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων και τη δημιουργία θρόμβου. Η χρήση της ενδείκνυται ως επικουρικού σκευάσματος στην αγωγή με ηπαρίνη και ασπιρίνη κατά τη διάρκεια διαδερμικής αγγειοπλαστικής σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Η επαναχορήγηση αμπσιξιμάμπης δεν συνιστάται.
H τιροφιβάνη και η επτιφιβατίδη έχουν εισαχθεί πρόσφατα στη θεραπευτική. Πρόκειται για αναστολείς (μη πεπτιδικούς ή πεπτιδικούς αντίστοιχα) του υποδοχέα GP IIb/IIIa των αιμοπεταλίων των οποίων εμποδίζουν τη συσσώρευση. Χρησιμοποιούνται μαζί με ηπαρίνη και ακετυλοσαλικυλικό οξύ (εκτός εάν αντενδείκνυνται) για την πρόληψη του πρώιμου εμφράγματος του μυοκαρδίου σε ασταθή στηθάγχη ή σε έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς Q. Δεν έχει μελετηθεί η χορήγησή τους με ηπαρίνες ΧΜΒ.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η επτιφιμπατίδη είναι αντιπηκτικό που αποκλείει εκλεκτικά και αναστρέψιμα τον υποδοχέα της γλυκοπρωτεΐνης IIb/IIIa των αιμοπεταλίων.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η επτιφιμπατίδη αναστέλλει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων μέσω αναστρέψιμης σύνδεσης με τον υποδοχέα της γλυκοπρωτεΐνης (GP) IIb/IIIa των ανθρώπινων αιμοπεταλίων, εμποδίζοντας έτσι τη σύνδεση της ινωδογόνου, του παράγοντα von Willebrand και άλλων συγκολλητικών μορίων. Η αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων συμβαίνει με δοσοεξαρτώμενο και συγκεντρωτικά εξαρτώμενο τρόπο.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
55 mL/kg/h [ασθενείς με στεφανιαία νόσο]
/ΓΑΛΑ/ Δεν είναι γνωστό εάν η επτιφιμπατίδη κατανέμεται στο γάλα σε ανθρώπους.
Η επτιφιμπατίδη συνδέεται περίπου κατά 25% με πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως (9-16%) με αλβουμίνη. Ο όγκος κατανομής της επτιφιμπατίδης σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο είναι περίπου 185-260 mL/kg και είναι κάπως υψηλότερος (220-270 mL/kg) σε υγιή άτομα.
Η επτιφιμπατίδη, ένας συνθετικός πεπτιδικός αναστολέας του υποδοχέα της γλυκοπρωτεΐνης IIb/IIIa, έχει μελετηθεί ως αντιθρομβωτικός παράγοντας σε διάφορα οξέα ισχαιμικά στεφανιαία σύνδρομα. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν ο χαρακτηρισμός της διάθεσης της 14C-επτιφιμπατίδης στον άνθρωπο μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια (i.v.) χορήγηση bolus. 14C-Επτιφιμπατίδη (περίπου 50 uCi) χορηγήθηκε σε οκτώ υγιείς άνδρες ως εφάπαξ bolus 135-ug/kg IV. Δείγματα αίματος, εκπνεόμενου διοξειδίου του άνθρακα, ούρων και κοπράνων συλλέχθηκαν για έως και 72 ώρες μετά τη δόση και αναλύθηκαν για ραδιενέργεια με φασματομετρία υγρής σπινθηρογραφίας. Δείγματα πλάσματος και ούρων αναλύθηκαν επίσης με υγρή χρωματογραφία με φασματομετρία μάζας για την επτιφιμπατίδη και την αποαμιδωμένη επτιφιμπατίδη (DE). Μέσες (+/- SD) μέγιστες συγκεντρώσεις επτιφιμπατίδης στο πλάσμα 879 +/- 251 ng/mL επιτεύχθηκαν στην πρώτη χρονική στιγμή δειγματοληψίας (5 λεπτά), και στη συνέχεια οι συγκεντρώσεις γενικά μειώθηκαν διεκθετικά, με μέση ημιζωή κατανομής 5 +/- 2,5 λεπτά και μέση τελική ημιζωή κάθαρσης 1,13 +/- 0,17 ώρες. Οι συγκεντρώσεις επτιφιμπατίδης στο πλάσμα και η ραδιενέργεια μειώθηκαν παράλληλα, με το μεγαλύτερο μέρος της ραδιενέργειας (82,4%) να αποδίδεται στην επτιφιμπατίδη. Συνολικά περίπου το 73% της χορηγηθείσας ραδιενέργειας ανακτήθηκε στην περίοδο των 72 ωρών μετά τη χορήγηση 14C-επτιφιμπατίδης. Η κύρια οδός απέκκρισης ήταν η νεφρική (98% της συνολικής ανακτηθείσας ραδιενέργειας), ενώ η απέκκριση μέσω κοπράνων (1,5%) και εκπνοής (0,8%) ήταν μικρή. Η επτιφιμπατίδη κάθαρση τόσο με νεφρικούς όσο και με μη-νεφρικούς μηχανισμούς, με τη νεφρική κάθαρση να αντιστοιχεί περίπου στο 40% της συνολικής κάθαρσης του σώματος. Εντός των πρώτων 24 ωρών, το φάρμακο απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα ως αμετάβλητη επτιφιμπατίδη (34%), DE (19%) και πιο πολικοί μεταβολίτες (13%).
Η κάθαρση του πλάσματος της επτιφιμπατίδης είναι ανάλογη του σωματικού βάρους και της εκτιμώμενης κάθαρσης κρεατινίνης και αντιστρόφως ανάλογη της ηλικίας. Μετά από εφάπαξ IV δόση 14C-επτιφιμπατίδης σημασμένης με ραδιοϊσότοπο (135 ug/kg) σε υγιείς άνδρες, η νεφρική κάθαρση ήταν κατά μέσο όρο περίπου 40-50% της συνολικής κάθαρσης του σώματος. Η κάθαρση μειώνεται κατά 50% σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενη Clcr < 50 mL/λεπτό). Η συνολική κάθαρση του σώματος σε ηλικιωμένους ασθενείς με στεφανιαία νόσο είναι χαμηλότερη από αυτή σε νεότερους ενήλικες.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Επτιφιμπατίδη (9 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα καταχώρησης HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Περίπου 25%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Δεν έχουν ανιχνευθεί σημαντικοί μεταβολίτες στο πλάσμα ανθρώπων. Η αποαμιδωμένη επτιφιμπατίδη και άλλοι, πιο πολικοί μεταβολίτες έχουν ανιχνευθεί στα ούρα.
Η 14C-επτιφιμπατίδη μεταβολίστηκε εκτενώς σε αποαμιδωμένη επτιφιμπατίδη και σε διάφορους πολικούς μεταβολίτες τόσο από αρουραίους όσο και από πιθήκους. Η ραδιενέργεια που προέρχεται από το φάρμακο και εκκρίνεται στη χολή από αρουραίους, και ταυτοποιήθηκε ως αποαμιδωμένη επτιφιμπατίδη, επαναρροφήθηκε από το πεπτικό σύστημα και μεταβολίστηκε περαιτέρω σε πιο πολικούς μεταβολίτες. Τα προφίλ μεταβολιτών στο πλάσμα και τα ούρα σε αρουραίους και πιθήκους υποδεικνύουν ότι η μεταβολική διάθεση της επτιφιμπατίδης είναι παρόμοια για τα δύο είδη.
Η επτιφιμπατίδη μεταβολίζεται κυρίως μέσω αποαμιδίωσης σε έναν μεταβολίτη που έχει περίπου το 41% της ανασταλτικής δραστηριότητας των αιμοπεταλίων σε σύγκριση με τη μητρική ένωση, και μέσω σχηματισμού άλλων πιο πολικών μεταβολιτών. Περίπου το 27% μιας δόσης επτιφιμπατίδης διασπάται στο πλάσμα σε φυσικά αμινοξέα· δεν έχουν ανιχνευθεί σημαντικοί μη-αμινοξυκοί μεταβολίτες στο πλάσμα σε ανθρώπους.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογική Ημιζωή
Περίπου 2,5 ώρες
Σε πιθήκους Cynomolgus, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ραδιενέργειας που προέρχεται από 14C-επτιφιμπατίδη μειώθηκαν με ημιζωή περίπου 12 ωρών μετά από εφάπαξ δόση 2 mg/kg IV 14C-επτιφιμπατίδης. Η αμετάβλητη επτιφιμπατίδη, η οποία αντιστοιχούσε περίπου στο 93% της συνολικής ραδιενέργειας 14C στο πλάσμα στα 5 λεπτά μετά τη δόση, αποβλήθηκε ταχέως με ημιζωή 17 λεπτών.
Σε αρουραίους, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ραδιενέργειας που προέρχεται από 14C-επτιφιμπατίδη μειώθηκαν ταχέως με τελική ημιζωή περίπου 5 ωρών μετά από εφάπαξ δόση 2 mg/kg IV της σημασμένης με ραδιοϊσότοπο ουσίας. Η αμετάβλητη επτιφιμπατίδη μειώθηκε με φαινομενική ημιζωή περίπου 8 λεπτών. Μετά από εφάπαξ δόσεις 2 και 20 mg/kg IV, οι συγκεντρώσεις επτιφιμπατίδης στο πλάσμα ήταν ανάλογες της δόσης και η ημιζωή (11 έως 12 λεπτά) ήταν ανεξάρτητη της δόσης, υποδεικνύοντας γραμμική κινητική εντός του εύρους δόσεων 2 έως 20 mg/kg.
Η ημιζωή της επτιφιμπατίδης σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο κυμαίνεται κατά μέσο όρο 2,5-2,8 ώρες. Σε υγιή άτομα, η ημιζωή του φαρμάκου αναφέρεται ότι κυμαίνεται κατά μέσο όρο 0,83-2,4 ώρες.
… Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν ο χαρακτηρισμός της διάθεσης της 14C-επτιφιμπατίδης στον άνθρωπο μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια (IV) χορήγηση bolus. 14C-Επτιφιμπατίδη (περίπου 50 uCi) χορηγήθηκε σε οκτώ υγιείς άνδρες ως εφάπαξ bolus 135-ug/kg IV. … Μέσες (+/- SD) μέγιστες συγκεντρώσεις επτιφιμπατίδης στο πλάσμα 879 +/- 251 ng/mL επιτεύχθηκαν στην πρώτη χρονική στιγμή δειγματοληψίας (5 λεπτά), και στη συνέχεια οι συγκεντρώσεις γενικά μειώθηκαν διεκθετικά, με μέση ημιζωή κατανομής 5 +/- 2,5 λεπτά και μέση τελική ημιζωή κάθαρσης 1,13 +/- 0,17 ώρες. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα ή παράγοντες που αντιδρούν ή βλάπτουν οποιονδήποτε μηχανισμό οδηγεί σε συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά από την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγlandi-θρομβοξάνης.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
NA8320J834
EPTIFIBATIDE
Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE] - Μειωμένη Συσσώρευση Αιμοπεταλίων
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Αναστολέας Συσσώρευσης Αιμοπεταλίων
Η επτιφιμπατίδη είναι Αναστολέας Συσσώρευσης Αιμοπεταλίων. Η φυσιολογική επίπτωση της επτιφιμπατίδης είναι μέσω Μειωμένης Συσσώρευσης Αιμοπεταλίων.
EPTIFIBATIDE
Μειωμένη Συσσώρευση Αιμοπεταλίων [PE]· Αναστολέας Συσσώρευσης Αιμοπεταλίων [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα ή παράγοντες που αντιδρούν ή βλάπτουν οποιονδήποτε μηχανισμό οδηγεί σε συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά από την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγlandi-θρομβοξάνης.