DEXRAZOXANE
Δεξραζοξάνη
**Ενδείξεις (Έλληνικα):** - Για τη μείωση της συχνότητας και της βαρύτητας καρδιομυοπάθειας που σχετίζεται με την χορήγηση δοξορουβικίνης (doxorubicin) σε γυναίκες με μεταστατικό καρκίνο του μαστού που έχουν λάβει συσσωρευτική δόση δοξορουβικίνης υδροχλωριδίου 300 mg/m² και θα …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-SAVENE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως για 3 συνεχόμενες ημέρες
- Δόση έναρξης: 1000 mg/m2
- Τιτλοποίηση: Ημέρα ένα: 1000 mg/m2, Ημέρα δύο: 1000 mg/m2, Ημέρα τρία: 500 mg/m2
-
ΕνήλικεςΔόσηΗμέρα ένα: 1000 mg/m2, Ημέρα δύο: 1000 mg/m2, Ημέρα τρία: 500 mg/m2Μέγ. δόση2000 mgΗ πρώτη έγχυση πρέπει να χορηγείται όσο το δυνατόν νωρίτερα και εντός των έξι πρώτων ωρών μετά το περιστατικό. Η ημέρα 2 και η ημέρα 3 της θεραπείας πρέπει να ξεκινούν την ίδια ώρα (+/- 3 ώρες) με την ημέρα 1.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΣε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <40 mL/λεπτό), η δόση Savene θα πρέπει να μειωθεί κατά 50% (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΗ δεξραζοξάνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας κι η χρήση της σε αυτούς τους ασθενείς δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν αξιολογηθεί και η χρήση της δεξραζοξάνης δεν συνίσταται.
-
Παιδιατρικοί ασθενείςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Savene σε παιδιά κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί και δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
block
SPC-SAVENE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν λαμβάνουν μέτρα αντισύλληψηςΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
-
Γαλουχία
-
Ο ταυτόχρονος εμβολιασμός με το εμβόλιο του κίτρινου πυρετού
warning
SPC-SAVENE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Τοπική εξέτασηΠρέπει να διεξάγεται τοπική εξέταση σε τακτική βάση μετά τη θεραπεία και έως την αποθεραπεία.
-
Εξαγγείωση από άλλες φλυκταινογόνες ενώσειςΤο Savene δεν θα είναι αποτελεσματικό ενάντια στην αντίδραση από φλυκταινογόνες ενώσεις εκτός των ανθρακυκλινών (π.χ. βινκριστίνη, μιτομυκίνη και βινορελβίνη).
-
Αιματολογική τοξικότητα και χημειοθεραπείαΠληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε κυτταροτοξική θεραπεία με ανθρακυκλίνεςΠρέπει να γίνεται τακτικά αιματολογικός έλεγχος λόγω του δυναμικού κυτταροτοξικότητας του Savene (αναστρέψιμη αιματολογική τοξικότητα) που προστίθεται σε αυτό της λοιπής χορηγούμενης χημειοθεραπείας.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με γνωστές διαταραχές της ηπατικής λειτουργίαςΣυνιστάται η διεξαγωγή εξετάσεων ρουτίνας για την ηπατική λειτουργία πριν από κάθε χορήγηση δεξραζοξάνης.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίαςΠρέπει να παρακολουθούνται για ενδείξεις αιματολογικής τοξικότητας.
-
Αναφυλακτική αντίδρασηπροσοχήΠροηγούμενο ιστορικό αλλεργίας στη δεξραζοξάνη πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά πριν από τη χορήγηση.
-
Αντισύλληψη και αναπαραγωγήΠληθυσμόςσεξουαλικά δραστήριοι άνδρες και γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΘα πρέπει να ενημερώνονται ότι δεν θα πρέπει να τεκνοποιούν/να μείνουν έγκυες, και ότι θα πρέπει να λαμβάνουν αποτελεσματικά αντισυλληπτικά μέτρα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για έως και 6 μήνες μετά τη θεραπεία. Οι γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνουν άμεσα το γιατρό τους εάν μείνουν έγκυες.
-
Περιεκτικότητα σε κάλιοΠληθυσμόςασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία ή σε ασθενείς που ακολουθούν διατροφή χαμηλή σε κάλιοΠρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη. Το επίπεδο του καλίου στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθείται στενά σε ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης υπερκαλιαιμίας.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΠρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη (1,61 g νάτριο ανά φιάλη των 500 ml, ισοδυναμεί στο 81% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας δόσης πρόσληψης νατρίου 2 g για ενήλικες).
swap_horiz
SPC-SAVENE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Εμβόλιο κίτρινου πυρετούαντένδειξηΚίνδυνος θανατηφόρας γενικευμένης νόμησης από το εμβόλιο
-
Λοιπά ζώντα εξασθενημένα εμβόλιαπροσοχήκίνδυνος συστηματικής ενδεχομένως θανατηφόρας νόσου. Ο κίνδυνος αυξάνεται σε άτομα που ήδη βρίσκονται σε ανοσοκαταστολή λόγω της υποκείμενης νόσου ή της ταυτόχρονης χημειοθεραπείας.ΣύστασηΧρησιμοποιείτε ανενεργό εμβόλιο, όπου αυτό υπάρχει (πολιομυελίτιδα)
-
Διμεθυλοσουλφοξείδιο (DMSO)προσοχήΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς που λαμβάνουν δεξραζοξάνη για τη θεραπεία της εξαγγείωσης από ανθρακυκλίνη
-
προσοχήοι κυτταροτοξικοί παράγοντες πιθανώς να μειώσουν την απορρόφηση της φαινυτοΐνης προκαλώντας παρόξυνση των σπασμώνΣύστασηΔεν συνίσταται η ταυτόχρονη χρήση της δεξραζοξάνης με φαινυτοΐνη
-
προσοχήΥπερβολική ανοσοκαταστολή με κίνδυνο λεμφοϋπερπλαστικής νόσου
-
Αντιπηκτικά χορηγούμενα από το στόμαπαρακολούθησηοι κυτταροτοξικές ουσίες ενδέχεται να αλληλεπιδράσουν με αντιπηκτικά χορηγούμενα από το στόμαΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνότερα
sick
SPC-SAVENE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μετεγχειρητική λοίμωξη
- Λοίμωξη
- Ουδετεροπενική λοίμωξη
- Πνευμονία
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Υπερευαισθησία
- Μειωμένη όρεξη
- Υπονατριαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υπερκαλιαιμία
- Υποασβεστιαιμία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Ζάλη
- Απώλεια αισθητικότητας
- Συγκοπή
- Τρόμος
- Υπνηλία
- Φλεβίτιδα
- Επιπολής θρομβοφλεβίτιδα
- Φλεβική θρόμβωση άκρου
- Φλεβίτιδα της θέσης ένεσης
- Δύσπνοια
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Στοματίτιδα
- Ξηροστομία
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Μυαλγία
- Κολπική αιμορραγία
- Άλγος θέσης ένεσης
- Πυρεξία
- Ερύθημα θέσης ένεσης
- Κόπωση
- Σκλήρυνση στο σημείο ένεσης
- Οίδημα στο σημείο ένεσης
- Περιφερικό οίδημα
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- Αυξημένη χολερυθρίνη
- Αυξημένη AST
- Αυξημένη ALT
- Αυξημένη κρεατινίνη
- Αυξημένη LDH
- Επιπλοκή τραύματος
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Μειωμένα ουδετερόφιλα
- Μειωμένα WBC
- Μειωμένα αιμοπετάλια
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνήΆλγος θέσης ένεσηςΓενικές
-
Πολύ συχνήΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστήΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνήΑπώλεια αισθητικότηταςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ALTΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ASTΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη LDHΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη κρεατινίνηΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνήΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνήΕπιπλοκή τραύματοςΤραυματισμοί
-
ΣυχνήΕπιπολής θρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣυχνήΕρύθημα θέσης ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνήΖάληΝευρικό
-
ΣυχνήΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνήΚολπική αιμορραγίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνήΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνήΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΜειωμένα WBCΔιαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΜειωμένα αιμοπετάλιαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΜειωμένα ουδετερόφιλαΑίμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
ΣυχνήΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνήΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνήΜετεγχειρητική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνήΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνήΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΟίδημα στο σημείο ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνήΟυδετεροπενική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνήΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνήΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνήΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνήΣκλήρυνση στο σημείο ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνήΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνήΤρόμοςΝευρικό
-
Μη γνωστήΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνήΥπνηλίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥποασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνήΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣυχνήΦλεβίτιδα της θέσης ένεσηςΑγγειακές
-
ΣυχνήΦλεβική θρόμβωση άκρουΑγγειακές
pregnant_woman
SPC-SAVENE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση της δεξραζοξάνης σε έγκυες γυναίκες. Η δεξραζοξάνη ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγηθεί σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίααντενδείκνυταιΔεν είναι γνωστό εάν η δεξραζοξάνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Λόγω της πιθανότητας να εμφανιστούν κατά τη γαλουχία σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στα βρέφη που έχουν εκτεθεί σε δεξραζοξάνη.
-
ΓονιμότηταΤα διαθέσιμα δεδομένα περί γονιμότητας από μελέτες σε ζώα είναι περιορισμένα, αλλά έχουν παρατηρηθεί αλλαγές στους όρχεις σε αρουραίους και κουνέλια μετά από επαναληπτική δοσολογία (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΑντισύλληψηΘα πρέπει να λαμβάνονται αποτελεσματικά αντισυλληπτικά μέτρα κατά τη διάρκεια και για έως και 6 μήνες μετά τη θεραπεία. Οι γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνουν άμεσα τον ιατρό τους εάν μείνουν έγκυες (βλ. Αντενδείξεις).Επειδή η δεξραζοξάνη έχει μεταλλαξιογόνο δράση και χρησιμοποιείται με ανθρακυκλίνες που είναι γνωστό ότι έχουν κυτταροτοξικές, μεταλλαξιογόνες και εμβρυοτοξικές ιδιότητες, τόσο οι σεξουαλικά δραστήριοι άνδρες όσο και οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να ενημερώνονται ότι δεν πρέπει να τεκνοποιούν/να μείνουν έγκυες.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-SAVENE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-SAVENE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Τρανσαμινάσες | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | πριν από κάθε χορήγηση | Γνωστές διαταραχές ηπατικής λειτουργίας ή δόσεις δεξραζοξάνης >1.000 mg/m2 |
| Χολερυθρίνη | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | πριν από κάθε χορήγηση | Γνωστές διαταραχές ηπατικής λειτουργίας ή δόσεις δεξραζοξάνης >1.000 mg/m2 |
| Αιματολογικός έλεγχος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | τακτικά | — |
| — | Διαταραχή νεφρικής λειτουργίας | ||
| Κάλιο πλάσματος (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | στενά | Κίνδυνος υπερκαλιαιμίας |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Τοπική εξέταση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | τακτική βάση | Μετά τη θεραπεία και έως την αποθεραπεία |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-SAVENE
expand_more
Δοσολογία
Το Savene πρέπει να χορηγείται υπό την επίβλεψη γιατρού έμπειρου στη χρήση αντι-καρκινικών φαρμακευτικών σκευασμάτων.
Δοσολογία
Η θεραπεία θα πρέπει να χορηγείται μία φορά ημερησίως για 3 συνεχόμενες ημέρες.
Η συνιστώμενη δόση είναι:
- Ημέρα ένα: 1000 mg/m2
- Ημέρα δύο: 1000 mg/m2
- Ημέρα τρία: 500 mg/m2
Η πρώτη έγχυση πρέπει χορηγείται όσο το δυνατόν νωρίτερα και εντός των έξι πρώτων ωρών μετά το περιστατικό. Η ημέρα 2 και η ημέρα 3 της θεραπείας πρέπει να ξεκινούν την ίδια ώρα (+/- 3 ώρες) με την ημέρα 1. Για ασθενείς με εμβαδόν επιφάνειας σώματος άνω των 2 m2, η κάθε δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2000 mg.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <40 mL/λεπτό), η δόση Savene θα πρέπει να μειωθεί κατά 50% (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Η δεξραζοξάνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας κι η χρήση της σε αυτούς τους ασθενείς δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν αξιολογηθεί για τους ηλικιωμένους και η χρήση της δεξραζοξάνης σε αυτούς τους ασθενείς δεν συνίσταται.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Savene σε παιδιά κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί και δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
Τρόπος χορήγησης
Για ενδοφλέβια χρήση μετά την ανασύσταση και την αραίωση.
Για οδηγίες ανασύστασης και αραίωσης του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση βλ. παράγραφο 6.6. Η ενδεδειγμένη δόση πρέπει να χορηγείται ως ενδοφλέβια έγχυση για 1-2 ώρες σε μεγάλη φλέβα σε περιοχή/άκρο διαφορετικό από αυτό που προσβλήθηκε από εξαγγείωση. Διαδικασίες μείωσης της θερμοκρασίας, όπως η χρήση παγοκυστών, πρέπει να έχουν απομακρυνθεί από την προσβεβλημένη περιοχή 15 λεπτά τουλάχιστον πριν από τη χορήγηση του Savene προκειμένου να επιτευχθεί επαρκής αιμάτωση.
block
Αντενδείξεις
SPC-SAVENE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν λαμβάνουν μέτρα αντισύλληψης (βλ. Κύηση και γαλουχία).
- Γαλουχία (βλ. Κύηση και γαλουχία).
- Ο ταυτόχρονος εμβολιασμός με το εμβόλιο του κίτρινου πυρετού (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-SAVENE
expand_more
Προειδοποιήσεις
Συνεχής Έλεγχος
Πρέπει να διεξάγεται τοπική εξέταση σε τακτική βάση μετά τη θεραπεία και έως την αποθεραπεία.
Εάν υπάρχει υπόνοια για εξαγγείωση από φλυκταινογόνες ενώσεις εκτός των ανθρακυκλινών μέσω της ίδιας ενδοφλέβιας χορήγησης, π.χ. βινκριστίνη, μιτομυκίνη και βινορελβίνη, το Savene δεν θα είναι αποτελεσματικό ενάντια στην αντίδραση από τις ενώσεις αυτές.
Λόγω του γεγονότος ότι το Savene χορηγείται σε ασθενείς που υποβάλλονται σε κυτταροτοξική θεραπεία με ανθρακυκλίνες και το δυναμικό κυτταροτοξικότητάς του (που προκύπτει ειδικά από αναστρέψιμη αιματολογική τοξικότητα με ναδίρ που προκύπτει τις ημέρες 11-12) θα προστεθεί επομένως σε αυτό της λοιπής χορηγούμενης χημειοθεραπείας. Πρέπει επομένως να γίνεται τακτικά αιματολογικός έλεγχος.
Έλεγχος ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας
Καθώς ενδέχεται να εμφανιστεί ηπατική δυσλειτουργία (αυξήσεις τρανσαμινάσης και χολερυθρίνης) (ειδικά ύστερα από δόσεις άνω των 1.000 mg/m2 δεξραζοξάνης), συνιστάται η διεξαγωγή εξετάσεων ρουτίνας για την ηπατική λειτουργία πριν από κάθε χορήγηση δεξραζοξάνης σε ασθενείς με γνωστές διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας (βλ. Δοσολογία).
Καθώς η νεφρική δυσλειτουργία ενδέχεται να μειώσει το ρυθμό απέκκρισης της δεξραζοξάνης, οι ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας πρέπει να παρακολουθούνται για ενδείξεις αιματολογικής τοξικότητας (βλ. Δοσολογία για συμβουλές δοσολογίας σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <40 mL/λεπτό)).
Αναφυλακτική αντίδραση
Αναφυλακτική αντίδραση όπως αγγειοοίδημα, δερματικές αντιδράσεις, βρογχοσπασμός, αναπνευστική δυσχέρεια, υπόταση και απώλεια συνείδησης έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με δεξραζοξάνη και ανθρακυκλίνες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Προηγούμενο ιστορικό αλλεργίας στη δεξραζοξάνη πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά πριν από τη χορήγηση (βλ. Αντενδείξεις).
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άντρες και γυναίκες
Επειδή η δεξραζοξάνη έχει μεταλλαξιογόνο δράση και χρησιμοποιείται με ανθρακυκλίνες που είναι γνωστό ότι έχουν κυτταροτοξικές, μεταλλαξιογόνες και εμβρυοτοξικές ιδιότητες, τόσο οι σεξουαλικά δραστήριοι άνδρες όσο και οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να ενημερώνονται ότι δεν θα πρέπει να τεκνοποιούν/να μείνουν έγκυες, και ότι θα πρέπει να λαμβάνουν αποτελεσματικά αντισυλληπτικά μέτρα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για έως και 6 μήνες μετά τη θεραπεία. Οι γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνουν άμεσα το γιατρό τους εάν μείνουν έγκυες (δείτε Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
Περιεκτικότητα σε κάλιο και νάτριο
Ο διαλύτης Savene περιέχει 98 mg κάλιο ανά φιάλη των 500 ml. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία ή σε ασθενείς που ακολουθούν διατροφή χαμηλή σε κάλιο. Το επίπεδο του καλίου στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθείται στενά σε ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης υπερκαλιαιμίας.
Ο διαλύτης Savene περιέχει, επίσης 1,61 g νάτριο ανά φιάλη των 500 ml που ισοδυναμεί στο 81% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας δόσης πρόσληψης νατρίου 2 g για ενήλικες.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-SAVENE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αντενδείκνυται η ταυτόχρονη χορήγηση:
- Εμβολίου κίτρινου πυρετού: Κίνδυνος θανατηφόρας γενικευμένης νόσου από το εμβόλιο (βλ. Αντενδείξεις).
Δεν συνιστάται ταυτόχρονη χορήγηση:
- Λοιπών ζώντων εξασθενημένων εμβολίων: κίνδυνος συστηματικής ενδεχομένως θανατηφόρας νόσου. Αυτός ο κίνδυνος αυξάνεται σε άτομα που ήδη βρίσκονται σε ανοσοκαταστολή λόγω της υποκείμενης νόσου ή της ταυτόχρονης χημειοθεραπείας. Χρησιμοποιείτε ανενεργό εμβόλιο, όπου αυτό υπάρχει (πολιομυελίτιδα).
- Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται το διμεθυλοσουλφοξείδιο (DMSO) σε ασθενείς που λαμβάνουν δεξραζοξάνη για τη θεραπεία της εξαγγείωσης από ανθρακυκλίνη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
- Φαινυτοΐνης: οι κυτταροτοξικοί παράγοντες πιθανώς να μειώσουν την απορρόφηση της φαινυτοΐνης προκαλώντας παρόξυνση των σπασμών. Δεν συνίσταται η ταυτόχρονη χρήση της δεξραζοξάνης με φαινυτοΐνη.
Προσεκτική εκτίμηση της ταυτόχρονης χορήγησης:
- Κυκλοσπορίνης, Τακρόλιμους: Υπερβολική ανοσοκαταστολή με κίνδυνο λεμφοϋπερπλαστικής νόσου.
Αλληλεπιδράσεις κοινές σε όλα τα κυτταροτοξικά φάρμακα:
- Λόγω του αυξημένου κινδύνου θρομβώσεων σε ασθενείς με κακοήθεις νόσους, είναι συχνή η χρήση αντιπηκτικής θεραπείας. Οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνότερα καθώς οι κυτταροτοξικές ουσίες ενδέχεται να αλληλεπιδράσουν με αντιπηκτικά χορηγούμενα από το στόμα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-SAVENE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Δημοσιευμένες αναφορές σε περισσότερους από 1000 ασθενείς έχουν καταδείξει ένα ενιαίο σχήμα δοσοεξαρτώμενων ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι πλέον συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες είναι: ναυτία/έμετος, καταστολή του μυελού των οστών (ουδετεροπενία, θρομβοπενία), αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης, διάρροια, στοματίτιδα και αύξηση των ηπατικών τρανσαμινασών (ALT/AST). Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ταχέως αναστρέψιμες.
Οι παρακάτω πληροφορίες βασίζονται σε δύο κλινικές μελέτες, TT01 και TT02, χορήγησης του Savene σε ασθενείς με εξαγγείωση που έχουν ήδη λάβει κύκλους χημειοθεραπευτικών παραγόντων. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι αυτές που εμφανίζονται τυπικά κατά την πρότυπη χημειοθεραπεία καθώς και με τη δεξραζοξάνη: ναυτία/έμετος στο ένα τρίτο περίπου των ασθενών, η ουδετεροπενία και η θρομβοπενία στο ήμισυ περίπου των ασθενών, σπανιότερα αυξημένη συγκέντρωση των ηπατικών ενζύμων (ALT/AST).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες παρατίθενται κατωτέρω.
Συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (MedDRA) στις μελέτες TT01 και TT02 (n=80 ασθενείς). (Οι αριθμοί για τις διαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος περιγράφονται σε ξεχωριστό πίνακα εργαστηριακών εξετάσεων)
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατηγοριοποιήθηκαν ανάλογα με την συχνότητα ως κάτωθι:
- Πολύ συχνές (≥ 1/10).
- Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10).
- Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100)
- Σπάνια (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000)
- Πολύ σπάνια (<1/10.000)
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Πολύ συχνή | Μετεγχειρητική λοίμωξη |
| Συχνή | Λοίμωξη | |
| Ουδετεροπενική λοίμωξη | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Μη γνωστή | Αναφυλακτικές αντιδράσεις |
| Υπερευαισθησία | ||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνή | Μειωμένη όρεξη |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνή | Ζάλη |
| Απώλεια αισθητικότητας | ||
| Συγκοπή | ||
| Τρόμος | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνή | Φλεβίτιδα |
| Επιπολής θρομβοφλεβίτιδα | ||
| Φλεβική θρόμβωση άκρου | ||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Συχνή | Δύσπνοια |
| Πνευμονία | ||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Πολύ συχνή | Ναυτία |
| Έμετος | ||
| Διάρροια | ||
| Συχνή | Στοματίτιδα | |
| Ξηροστομία | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνή | Αλωπεκία |
| Κνησμός | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Συχνή | Μυαλγία |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Συχνή | Κολπική αιμορραγία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πολύ συχνή | Άλγος της θέσης ένεσης |
| Συχνή | Πυρεξία | |
| Φλεβίτιδα της θέσης ένεσης | ||
| Ερύθημα της θέσης ένεσης | ||
| Κόπωση | ||
| Σκλήρυνση στο σημείο ένεσης | ||
| Οίδημα στο σημείο ένεσης | ||
| Περιφερικό οίδημα | ||
| Υπνηλία | ||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Συχνή | Σωματικό βάρος μειωμένο |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Συχνή | Επιπλοκή τραύματος |
Συχνότητα εμφάνισης εργαστηριακών ανωμαλιών στις μελέτες TT01 και TT02 (n=80)
| Εργαστηριακή εξέταση | Αριθμός ασθενών εκτός των τιμών αναφοράς | βαθμός 3-4 κατά CTC Αρ. |
|---|---|---|
| Αιμοσφαιρίνη | 80 | 2 |
| WBC | 80 | 36 |
| Ουδετερόφιλα | 78 | 36 |
| Αιμοπετάλια | 80 | 17 |
| Νάτριο (Υπο) | 79 | |
| Κάλιο (Υπο) | 79 | |
| Κάλιο (Υπερ) | 79 | |
| Αλκαλική φωσφατάση | 77 | |
| Χολερυθρίνη | 77 | |
| AST | 57 | |
| ALT | 71 | |
| Κρεατινίνη | 76 | |
| LDH | 78 | |
| Ολικό ασβέστιο (Υπο) | 28 |
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-SAVENE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
Επειδή η δεξραζοξάνη έχει μεταλλαξιογόνο δράση και χρησιμοποιείται με ανθρακυκλίνες που είναι γνωστό ότι έχουν κυτταροτοξικές, μεταλλαξιογόνες και εμβρυοτοξικές ιδιότητες, τόσο οι σεξουαλικά δραστήριοι άνδρες όσο και οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να ενημερώνονται ότι δεν πρέπει να τεκνοποιούν/να μείνουν έγκυες, και ότι θα πρέπει να λαμβάνουν αποτελεσματικά αντισυλληπτικά μέτρα κατά τη διάρκεια και για έως και 6 μήνες μετά τη θεραπεία. Οι γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνουν άμεσα τον ιατρό τους εάν μείνουν έγκυες (βλ. Αντενδείξεις).
Εγκυμοσύνη
Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση της δεξραζοξάνης σε έγκυες γυναίκες. Η δεξραζοξάνη ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγηθεί σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η δεξραζοξάνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε έγκυες γυναίκες εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.
Γαλουχία
Δεν είναι γνωστό εάν η δεξραζοξάνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Λόγω της πιθανότητας να εμφανιστούν κατά τη γαλουχία σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στα βρέφη που έχουν εκτεθεί σε δεξραζοξάνη, η γαλουχία αντενδείκνυται κατά τη θεραπεία με Savene (βλ. Αντενδείξεις).
Γονιμότητα
Τα διαθέσιμα δεδομένα περί γονιμότητας από μελέτες σε ζώα είναι περιορισμένα, αλλά έχουν παρατηρηθεί αλλαγές στους όρχεις σε αρουραίους και κουνέλια μετά από επαναληπτική δοσολογία (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-SAVENE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Παράγοντες αποτοξίνωσης για αντινεοπλασματικούς παράγοντες, κωδικός ATC: V03AF02
Δύο φαρμακοδυναμικές ιδιότητες της δεξραζοξάνης περιγράφονται στη βιβλιογραφία: 1 Η πρόληψη της καρδιοτοξικότητας από ανθρακυκλίνη και 2 Η αντινεοπλασματική της δράση
Μηχανισμός δράσης
Η δεξραζοξάνη έχει δύο κύριους μηχανισμούς δράσης: 1 Τη χηλίωση του σιδήρου, ειδικά μέσω του μεταβολίτη ανοικτού δακτυλίου και άρα περιορίζοντας την εξαρτώμενη από τον σίδηρο οξειδωτική καταπόνηση που σχετίζεται με την καρδιοτοξικότητα από ανθρακυκλίνη. 2 Αναστολή της τοποϊσομεράσης ΙI.
Δεν είναι γνωστό σε ποιο βαθμό καθένας από τους μηχανισμούς αυτούς συνεισφέρει στην προληπτική δράση έναντι της καταστροφής του ιστού μετά την εξαγγείωση από ανθρακυκλίνη. Η χηλική ιδιότητα ευθύνεται πιθανόν για την αυξημένη απέκκριση του σιδήρου και του ψευδαργύρου στα ούρα και για τη μειωμένη συγκέντρωση ασβεστίου, όπως περιγράφεται σε ορισμένες μελέτες.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Το κλινικό πρόγραμμα για το Savene (δεξραζοξάνη) περιελάμβανε δύο ανοιχτές, πολυκεντρικές μελέτες μονής ομάδας. Ο γενικός σκοπός κάθε μελέτης ήταν να ερευνηθεί η αποτελεσματικότητα του ενδοφλέβιου Savene στην πρόληψη της καταστροφής των ιστών από συμπτωματική εξαγγείωση από ανθρακυκλίνη και επομένως η αποφυγή της συνήθους χειρουργικής επέμβασης για την αποκοπή του προσβεβλημένου ιστού. Λόγω της σπανιότητας της κατάστασης, μόνο ιστορικά δεδομένα μπόρεσαν να χρησιμοποιηθούν για τη σύγκριση (τα οποία καταδεικνύουν ποσοστά χειρουργικής επέμβασης 35-50%, σε μια χώρα κατά 100% σε περιπτώσεις επιβεβαιωμένες με βιοψία). Και στις δύο μελέτες, το δοσολογικό σχήμα ήταν το ίδιο. Η θεραπεία με Savene έπρεπε να ξεκινήσει εντός 6 ωρών από το συμβάν και επαναλαμβανόταν ύστερα από 24 και 48 ώρες. Η πρώτη και η δεύτερη δόση ήταν 1000 mg/m2 και η τρίτη ήταν 500 mg/m2. Προαπαιτούμενο για την ένταξη στην ενότητα της μελέτης για την αποτελεσματικότητα ήταν ότι η εξαγγείωση από ανθρακυκλίνη επιβεβαιώθηκε σε μικροσκόπιο φθορισμού σε μία ή περισσότερες βιοψίες. Για τους σκοπούς της μελέτης, ασθενείς που υπέστησαν εξαγγείωση από συσκευή κεντρικής φλεβικής γραμμής (CVAD) δεν συμπεριελήφθησαν στην αξιολόγηση αποτελεσματικότητας. Οι ασθενείς με ουδετεροπενία και θρομβοπενία > βαθμού 1 κατά CTC (Common Toxicity Criteria) δεν συμπεριλήφθηκαν στις κλινικές μελέτες. Στη μελέτη TT01 εντάχθηκαν και έλαβαν θεραπεία με Savene 23 ασθενείς. Οι δεκαοχτώ αξιολογήθηκαν ως προς την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια και οι άλλοι πέντε ασθενείς αξιολογήθηκαν μόνο ως προς την τοξικότητα. Κανένας από τους ασθενείς δεν χρειάστηκε χειρουργική επέμβαση. Στη μελέτη TT02, εντάχθηκαν και έλαβαν την πρώτη δόση του Savene 57 ασθενείς. 36 ασθενείς αξιολογήθηκαν ως προς την αποτελεσματικότητα. Μόνο ένας από τους 36 ασθενείς υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Και στις δύο μελέτες, όλοι οι ασθενείς είχαν λάβει ανθρακυκλίνη. Γενικά, η ανθρακυκλίνη που χορηγήθηκε περισσότερο ήταν η επιρουβικίνη (στο 56% των ασθενών). Και στις δύο μελέτες, η θεραπεία με δεξραζοξάνη απέτρεψε την ανάπτυξη νέκρωσης, επέτρεψε τη συνέχιση της θεραπείας για τον καρκίνο, όπως αυτή είχε προγραμματιστεί για την πλειοψηφία των ασθενών (70.4%) και μείωσε τη συχνότητα εμφάνισης συμβαμάτων (παρατηρήθηκαν μόνο μερικά και ήπια μακροχρόνια συμβάματα).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-SAVENE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Το Savene πρέπει να χορηγείται μόνο ενδοφλέβια.
Κατανομή
Τα βιβλιογραφικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι η κινητική της δεξραζοξάνης μετά την ενδοφλέβια χορήγηση ακολουθεί ένα ανοικτό μοντέλο δύο διαμερισμάτων ανεξάρτητο από το χρονοδιάγραμμα και τη δοσολογία. Οι εμφανείς όγκοι κατανομής είναι 0,13-1,3 l/kg (διάμεση τιμή 0,49 l/kg). Ο όγκος κατανομής είναι ανεξάρτητος της δόσης. Οι περιοχές κάτω από την καμπύλη (AUC) ήταν ανάλογες της δόσης. Η κατανομή στους ιστούς είναι ταχεία, ενώ τα ανώτατα επίπεδα της αμετάβλητης μητρικής ουσίας και του υδρολυμένου προϊόντος εμφανίζονται στο ήπαρ και τα νεφρά. Περίπου το 2% της δεξραζοξάνης δεσμεύεται με πρωτεΐνη.
Βιομετασχηματισμός
Η δεξραζοξάνη υπόκειται σε ενδοκυτταρική υδρόλυση στα δύο ανοικτά ενδιάμεσα τμήματα ενός δακτυλίου (B και C) και κατόπιν στην ανοικτή μορφή δύο δακτυλίων (ADR-925) που έχει δομή παρόμοια με αυτήν του EDTA και αποτελεί ισχυρό παράγοντα χηλίωσης του σιδήρου με δισθενή κατιόντα ως ιόντα ασβεστίου. Μελέτες in vitro, της δεξραζοξάνης σε ανθρώπινα μικροσωμάτια, έχουν καταδείξει υψηλή σταθερότητα της δεξραζοξάνης υποδεικνύοντας ότι είναι απίθανος ο κύριος μεταβολισμός μέσω του κυττοχρώματος P450.
Αποβολή
Η δεξραζοξάνη εμφανίζει κινητική απέκκρισης δύο φάσεων. Η ημιζωή της αρχικής απέκκρισης (άλφα) είναι 0,18-1 ώρα (διάμεση 0,34 ώρα) και η ημιζωή της τερματικής απέκκρισης είναι 1,9-9,1 ώρες (διάμεση 2,8 ώρες). Η ολική ανάκτηση της αμετάβλητης δεξραζοξάνης στα ούρα είναι 34%-60%. Η συστηματική κάθαρση είναι ανεξάρτητη από τη δόση. Η φαρμακοκινητική των μεταβολιτών προέρχεται από μια μονή μελέτη με πέντε ασθενείς. Η μέση ημιζωή απέκκρισης των μεταβολιτών ανοικτής μορφής ενός δακτυλίου B και C είναι 0,9-3,9 ώρες (n=5) και 0,5-0,8 ώρες (n=3), αντίστοιχα. Η ημιζωή απέκκρισης του μεταβολίτη ανοικτής μορφής δύο δακτυλίων ADR-925 δεν παρατίθεται στη βιβλιογραφία. Ο ADR-925 αναφέρεται ότι αυξάνεται στο τριπλάσιο μέσα σε 15 λεπτά μετά την έγχυση 1500 mg/m2 και παραμένει σχετικά σταθερός για ένα σταθερό επίπεδο 4 ωρών και κατόπιν μειώνεται περίπου κατά το ήμισυ στις 24 ώρες.
Τα γεγονότα που διατίθενται είναι ανεπαρκή για να οδηγηθούμε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα σχετικά με εγγενείς φαρμακοκινητικούς παράγοντες, όπως η ηλικία, το φύλο, η φυλή και το σωματικό βάρος. Οι φαρμακοκινητικές διαφοροποιήσεις στο ίδιο άτομο και μεταξύ ατόμων δεν έχουν μελετηθεί συστηματικά. Βάσει περιορισμένου αριθμού ασθενών, η διαφοροποίηση μεταξύ ατόμων υπολογίζεται ως ο συντελεστής μεταβλητότητας (CV%) και εκτιμήθηκε περίπου στο 30% για τις κύριες φαρμακοκινητικές παραμέτρους.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Συγκριτικά με τα φυσιολογικά άτομα (κάθαρση κρεατινίνης (CLCR) >80 mL/min), η έκθεση ήταν δύο φορές μεγαλύτερη στα άτομα με μέτρια (CLCR των 30 έως 50 mL/λεπτό) έως σοβαρή (CLCR <30 mL/λεπτό) νεφρική ανεπάρκεια. Η μοντελοποίηση υποδηλώνει ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί ισοδύναμη έκθεση (AUC0-inf) εάν η δόση μειωθεί κατά 50% σε άτομα με CLCR χαμηλότερη των 40 mL/min σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (CLCR >80 mL/λεπτό) (βλ. Δοσολογία).
Φαρμακοκινητική σε ασθενείς με εξαγγειώσεις
Η κλινική μελέτη ΤΤ04 διεξήχθη σε 6 γυναίκες ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία για εξαγγειώσεις ανθρακυκλίνης. Στόχος ήταν να μελετηθεί η φαρμακοκινητική ενός τριήμερου σχήματος δοσολογίας δεξραζοξάνης και η αποτελεσματικότητα αυτού του σχήματος σε ασθενείς για εξαγγείωση ανθρακυκλίνης. Οι συστημικές καθάρσεις ήταν παρόμοιες μεταξύ της 1ης ημέρας (9,9 L/ώρα ± 3,1) και της 2ης ημέρας (11,1 L/ώρα ± 4.5), και δεν διέφεραν από αυτές που αναφέρονται στη βιβλιογραφία. Ο όγκος σταθερής κατάστασης της κατανομής της δεξραζοξάνης ήταν 30,5 L ± 11,1 την 1η ημέρα και 35,8 L ± 19,7 την 2η ημέρα. Η τελική ημιζωή αποβολής παρουσίασε συνάφεια μεταξύ των ημερών 1 - 3 (2,1 - 2,2 ώρες). Οι μέσες τιμές της AUC0-24 της 1ης και της 2ης ημέρας ήταν συγκρίσιμες, ενώ η τιμή της AUC0-last της 3ης ημέρας ήταν περίπου το ήμισυ των πρώτων δύο ημερών, υποδηλώνοντας ότι η φαρμακοκινητική της δεξραζοξάνης εξαρτάται από τη δόση. Οι γενικές διακυμάνσεις και η μέση AUC0-24 μεταξύ των ημερών παρουσίασαν μεγάλη ομοιότητα. Δεν φαίνεται να υπάρχει σημαντική συσσώρευση δεξραζοξάνης.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή (Έλληνικα):
- Τύπος φαρμάκου: Αντιμυτοτικός παράγοντας με ιδιότητες ανοσοκαταστολής.
- Δεξραζαξόνη (dexrazoxane): το (+)-εναντιομορφικό της razoxane, παρέχει καρδιοπροστασία έναντι της τοξικότητας από ανθρακυκλίνες.
- Μηχανισμός δράσης: Φαίνεται ότι εμποδίζει τον σχηματισμό τοξικού συμπλέγματος σιδήρου–ανθρακυκλίνης.
- ΟFDA Ορισμός: Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) έχει χαρακτηρίσει το dexrazoxane ως φάρμακο ορφανό για χρήση στην πρόληψη ή μείωση της επίπτωσης και της σοβαρότητας της καρδιομυοπάθειας που προκαλείται από ανθρακυκλίνες.
- Σημείωση: Οι πληροφορίες προέρχονται από τα σχετικά δεδομένα φαρμακευτικής βιβλιογραφίας.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις (Έλληνικα):
- Για τη μείωση της συχνότητας και της βαρύτητας καρδιομυοπάθειας που σχετίζεται με την χορήγηση δοξορουβικίνης (doxorubicin) σε γυναίκες με μεταστατικό καρκίνο του μαστού που έχουν λάβει συσσωρευτική δόση δοξορουβικίνης υδροχλωριδίου 300 mg/m² και θα ωφεληθούν από τη συνεχιζόμενη θεραπεία με δοξορουβικίνη.
- Επίσης εγκεκριμένο για τη θεραπεία εξωαρρωγής (extravasation) από ενδοφλέβιες ανθρακυκλίνες.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία (Έλληνικα):
- Το dexrazoxane αποτελεί καρδιοπροστατευτικό φάρμακο για χρήση σε συνδυασμό με τη δοξορουβικίνη, σκοπεύοντας στη μείωση της επίπτωσης και της βαρύτητας της καρδιομυοπάθειας που σχετίζεται με τη δοξορουβικίνη σε γυναίκες με μεταστατικό καρκίνο μαστού με συσσωρευμένη δόση.
- Ασθενείς που λαμβάνουν ανθρακυκλίνης-παραγωγής αντινεοπλασματικά μπορεί να παρουσιάσουν τρεις τύπους καρδιοτοξικότητας: οξεία μεταβατική, χρόνιο/υποξύ τύπος (σχετικός με τη συσσωρευτική δόση και με πιο αργή έναρξη) και τύπος μακράς διάρκειας που εμφανίζεται χρόνια μετά τη θεραπεία, κυρίως σε ασθενείς που έχουν εκτεθεί στο φάρμακο κατά την παιδική ηλικία.
- Αν και ο ακριβής μηχανισμός της καρδιοτοξικότητας από ανθρακυκλίνες δεν είναι πλήρως γνωστός, φαίνεται ότι το dexrazoxane δρα με διάφορους τρόπους που μπορεί να οδηγήσουν σε καρδιοτοξικότητα. Στα ζώα, οι ανθρακυκλίνες μπορούν να προκαλέσουν επιλεκτική αναστολή έκφρασης γονιδίων καρδιακού μυός (π.χ., α-άλφα-ίνες, τροπονίνη, μυοσλαινώδης 2, ισομορφή M κινάσης της κρεατίνης). Αυτά μπορεί να συμβάλουν σε απώλεια μυοφιβρίλλας και σε καρδιοτοξικότητα από ανθρακυκλίνες. Οι ανθρακυκλίνες επίσης μπορούν να προκαλέσουν βλάβη μυοκυττάρων μέσω υπεραλίωσης ασβεστίου, μεταβολών της μυοκαρδιακής αγγειοδραστικής λειτουργίας, απελευθέρωσης αγγειοδραστικών αμινών και προφλεγμονωδών κυτοκινών. Παράλληλα προτείνεται ότι η κύρια αιτία καρδιοτοξικότητας από ανθρακυκλίνες σχετίζεται με βλάβες ελεύθερων ριζών σε DNA. Το φάρμακο διακυμαίνει το DNA, απόκτημα μετάλλων με τη δημιουργία συμπλεγμάτων φαρμάκου-μετάλλου και παραγωγή ριζών υπεροξειδίας μέσω οξείδωσης-αναγωγής. Επί πλέον, περιέχει μια δομή κινονίου που μπορεί να υποβοηθήσει την προστασία μέσω της αναστολής της topoisomerase II.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης (Έλληνικά):
- Ο μηχανισμός καρδιοπροστατευτικής δράσης του dexrazoxane δεν έχει τεκμηριωθεί πλήρως. Είναι κυκλικός παράγωγος EDTA που διεισδύει εύκολα στις κυτταρικές μεμβράνες. Με εργαστηριακές μελέτες προτείνεται ότι το dexrazoxane (προφάρμακο) μετατρέπεται ενδοκυτταρικά σε δινδικό/κυκλικό αλυσίδας (ring-opened) χηλικό παράγοντα που συνδέεται με ελεύθερο σίδηρο και παρεμβαίνει στην παραγωγή ελεύθερων ριζών μέσω του σιδήρου, που θεωρείται υπεύθυνο, μερικώς, για την καρδιομυοπάθεια από ανθρακυκλίνες. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το dexrazoxane μπορεί να παρέχει προστασία και μέσω της αναστολής της topoisomerase II.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση (Έλληνικα):
- Η ενδοφλέβια χορήγηση οδηγεί σε πλήρη βιοδιαθεσιμότητα.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημιζωή (Έλληνικα):
- 2.5 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Δέσμευση πρωτεϊνών (Έλληνικα):
- Πολύ χαμηλό (< 2%)
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός απέκκρισης (Έλληνικα):
- Η απέκκριση μέσω ούρων κατέχει σημαντικό ρόλο στην απέκκριση του dexrazoxane. Το 42% της δόσης των 500 mg/m² Dexrazoxane απεκκρίθη μέσω των ούρων.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος κατανομής (Έλληνικα):
- 9 έως 22.6 L/m²
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κυκλοφορία/Αποβολή (Έλληνικα):
- 7.88 L/h/m² [δόση 50 mg/m² Doxorubicin και 500 mg/m² Dexrazoxane]
- 6.25 L/h/m² [δόση 60 mg/m² Doxorubicin και 600 mg/m² Dexrazoxane]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα (Έλληνικα):
- Ενδοπεριτοναϊκά, ποντίκι LD10 = 500 mg/kg.
- Ενδοφλέβια, σκύλοι LD10 = 2 g/kg.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η δεξραζοξάνη είναι ένας καρδιοπροστατευτικός παράγοντας για χρήση σε συνδυασμό με τη δοξορουβικίνη, ενδεικνυόμενος για τη μείωση της επίπτωσης και της σοβαρότητας της καρδιομυοπάθειας που σχετίζεται με τη χορήγηση δοξορουβικίνης σε γυναίκες με μεταστατικό καρκίνο του μαστού που έχουν λάβει αθροιστική δόση δοξορουβικίνης.
Οι ασθενείς που λαμβάνουν αντινεοπλασματικούς παράγοντες της κατηγορίας των ανθρακυκλινών μπορεί να εμφανίσουν τρεις τύπους καρδιοτοξικότητας:
- Οξεία παροδική μορφή
- Χρόνια, υποξεία μορφή (σχετίζεται με αθροιστική δόση και έχει πιο ύπουλη έναρξη αργότερα)
- Μορφή όψιμης έναρξης που εκδηλώνεται χρόνια μετά τη θεραπεία, κυρίως σε ασθενείς που εκτέθηκαν στο φάρμακο στην παιδική ηλικία.
Αν και ο ακριβής μηχανισμός της καρδιοτοξικότητας που προκαλείται από τις ανθρακυκλίνες δεν είναι γνωστός, έχει αποδειχθεί ότι ασκεί ποικίλες δράσεις που μπορεί να οδηγήσουν στην ανάπτυξη καρδιοτοξικότητας.
Σε πειραματόζωα, οι ανθρακυκλίνες προκαλούν επιλεκτική αναστολή της γονιδιακής έκφρασης του καρδιακού μυός για την α-ακτίνη, την τροπονίνη, την ελαφριά αλυσίδα της μυοσίνης 2 και την ισομορφή Μ της κρεατινικής κινάσης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια μυοϊνιδίων που σχετίζεται με την ανθρακυκλινική καρδιοτοξικότητα.
Οι ανθρακυκλίνες μπορεί επίσης να προκαλέσουν βλάβη στα μυοκύτταρα μέσω υπερφόρτωσης ασβεστίου, διαταραγμένης μυοκαρδιακής αδρενεργικής λειτουργίας, απελευθέρωσης αγγειοδραστικών αμινών και προφλεγμονωδών κυτοκινών.
Επιπλέον, έχει προταθεί ότι η κύρια αιτία της ανθρακυκλινικής καρδιοτοξικότητας σχετίζεται με βλάβη στο DNA από ελεύθερες ρίζες. Τα φάρμακα διεισδύουν στο DNA, χηλώνουν μεταλλικά ιόντα για να σχηματίσουν συμπλέγματα φαρμάκου-μετάλλου και παράγουν υπεροξειδικές ρίζες μέσω αντιδράσεων οξειδοαναγωγής.
Οι ανθρακυκλίνες περιέχουν επίσης μια δομή κινόνης που μπορεί να υποστεί αναγωγή μέσω εξαρτώμενων από NADPH αντιδράσεων για την παραγωγή ενός ημικινονοειδούς ελεύθερου ριζικού σωματιδίου που ξεκινά μια αλυσιδωτή αντίδραση παραγωγής υπεροξειδίου και υδροξυλίου. Η χήλωση μεταλλικών ιόντων, ιδιαίτερα του σιδήρου, από τις ανθρακυκλίνες οδηγεί σε ένα σύμπλοκο ανθρακυκλίνης-μετάλλου που καταλύει την παραγωγή αντιδραστικών ελευθέρων ριζών οξυγόνου.
Αυτό το σύμπλοκο είναι ένας ισχυρός οξειδωτικός παράγοντας που μπορεί να προκαλέσει υπεροξείδωση των λιπιδίων απουσία ελευθέρων ριζών οξυγόνου.
Η τοξικότητα που προκαλείται από τις ανθρακυκλίνες μπορεί να επιδεινωθεί στα καρδιακά κύτταρα, καθώς αυτά τα κύτταρα δεν διαθέτουν επαρκείς ποσότητες ορισμένων ενζύμων (π.χ., υπεροξειδική δισμουτάση, καταλάση, γλουταθειόνη υπεροξειδάση) που εμπλέκονται στην αποτοξίνωση των ελευθέρων ριζών και στην προστασία των κυττάρων από επακόλουθη βλάβη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο μηχανισμός με τον οποίο η δεξραζοξάνη ασκεί την καρδιοπροστατευτική της δράση δεν είναι πλήρως κατανοητός. Η δεξραζοξάνη είναι ένα κυκλικό παράγωγο της EDTA που διεισδύει εύκολα στις κυτταρικές μεμβράνες.
Τα αποτελέσματα εργαστηριακών μελετών υποδηλώνουν ότι η δεξραζοξάνη (ένα προφάρμακο) μετατρέπεται ενδοκυτταρικά σε έναν δακτυλιοδιάσπαστο δι-δεσμικό χηλικοποιητικό παράγοντα που χηλώνει τον ελεύθερο σίδηρο και παρεμβαίνει στην παραγωγή ελευθέρων ριζών που σχετίζεται με τον σίδηρο, η οποία θεωρείται υπεύθυνη, εν μέρει, για την καρδιομυοπάθεια που προκαλείται από τις ανθρακυκλίνες.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η δεξραζοξάνη μπορεί επίσης να είναι προστατευτική μέσω της ανασταλτικής της δράσης στην τοποϊσομεράση II.
Ο μηχανισμός δράσης της καρδιοπροστατευτικής δράσης της δεξραζοξάνης δεν είναι πλήρως κατανοητός. Η δεξραζοξάνη είναι ένα κυκλικό παράγωγο του αιθυλενοδιαμινοτετραοξικού οξέος (EDTA) που διεισδύει εύκολα στις κυτταρικές μεμβράνες. Εργαστηριακές μελέτες υποδηλώνουν ότι η δεξραζοξάνη μετατρέπεται ενδοκυτταρικά σε έναν δακτυλιοδιάσπαστο χηλικοποιητικό παράγοντα που παρεμβαίνει στην παραγωγή ελευθέρων ριζών που σχετίζεται με τον σίδηρο, η οποία θεωρείται υπεύθυνη, εν μέρει, για την καρδιομυοπάθεια που προκαλείται από τις ανθρακυκλίνες.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ενδοφλέβια χορήγηση οδηγεί σε πλήρη βιοδιαθεσιμότητα.
Η νεφρική απέκκριση παίζει σημαντικό ρόλο στην αποβολή της δεξραζοξάνης. Το 42% της δόσης των 500 mg/m² δεξραζοξάνης απεκκρίθηκε στα ούρα.
- Όγκος Κατανομής: 9 έως 22.6 L/m²
- Κάθαρση: 7.88 L/h/m² [δόση 50 mg/m² δοξορουβικίνης και 500 mg/m² δεξραζοξάνης]
- Κάθαρση: 6.25 L/h/m² [δόση 60 mg/m² δοξορουβικίνης και 600 mg/m² δεξραζοξάνης]
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, το φάρμακο κατανέμεται ταχέως στους ιστικούς υγρούς, με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις της μητρικής ουσίας και του προϊόντος υδρόλυσής της να βρίσκονται σε ηπατικούς και νεφρικούς ιστούς.
Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση της δεξραζοξάνης ήταν 36.5 mcg/mL στο τέλος της 15λεπτης έγχυσης μιας δόσης δοξορουβικίνης 500 mg/m². Μετά από μια ταχεία κατανεμητική φάση, η δεξραζοξάνη φτάνει σε μετα-κατανεμητική ισορροπία εντός 2 έως 4 ωρών.
Ο εκτιμώμενος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση της δεξραζοξάνης υποδηλώνει την κατανομή της κυρίως στο συνολικό σωματικό νερό (25 L/m²).
Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η δεξραζοξάνη δεν δεσμεύεται σε πρωτεΐνες του πλάσματος.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρη) δεδομένα για τη ΔΕΞΡΑΖΟΞΑΝΗ (9 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση σε Πρωτεΐνες
Πολύ χαμηλή (< 2%)
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η δεξραζοξάνη υδρολύεται από το ένζυμο διυδροπυριμιδινοαμιδαζάση στο ήπαρ και τους νεφρούς σε ενεργούς μεταβολίτες ικανούς να δεσμεύουν μεταλλικά ιόντα.
Τα μεταβολικά προϊόντα περιλαμβάνουν το αμετάβλητο φάρμακο, ένα προϊόν διάσπασης δια-οξέος-δια-αμιδίου και δύο προϊόντα δακτυλίου μονο-οξέος-μονο-αμιδίου άγνωστων συγκεντρώσεων.
Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η δεξραζοξάνη υδρολύεται από τη DHPase σε ηπατικά και νεφρικά εκχυλίσματα, αλλά όχι σε καρδιακά.
Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο τον προσδιορισμό του μεταβολισμού της δεξραζοξάνης (ICRF-187) στα προϊόντα υδρόλυσής της με διάσπαση ενός δακτυλίου και στο προϊόν της με διάσπαση δύο δακτυλίων, ADR-925, σε ασθενείς με καρκίνο και εγκεφαλικές μεταστάσεις που έλαβαν υψηλή δόση ετοποσίδης. Σε αυτή τη φάση I/II κλινικής δοκιμής, η δεξραζοξάνη χρησιμοποιήθηκε ως παράγοντας διάσωσης για τη μείωση της εξωεγκεφαλικής τοξικότητας της ετοποσίδης. Η δεξραζοξάνη και τα προϊόντα υδρόλυσής της με διάσπαση ενός δακτυλίου προσδιορίστηκαν με HPLC και το ADR-925 με φασματοφωτομετρία φθορισμού με έγχυση ροής.
Οι δύο ενδιάμεσοι μεταβολίτες υδρόλυσης ενός δακτυλίου της δεξραζοξάνης εμφανίστηκαν στο πλάσμα σε χαμηλά επίπεδα μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης της δεξραζοξάνης και στη συνέχεια μειώθηκαν γρήγορα με χρόνους ημίσειας ζωής 0,6 και 2,5 ώρες. Ανιχνεύθηκε επίσης πλασματική συγκέντρωση 10 μΜ ADR-925 στο τέλος της περιόδου ενδοφλέβιας έγχυσης της δεξραζοξάνης, υποδεικνύοντας ότι η δεξραζοξάνη μεταβολίστηκε γρήγορα in vivo. Διατηρήθηκε ένα επίπεδο πλατό 30 μΜ ADR-925 για 4 ώρες και στη συνέχεια μειώθηκε αργά.
Η φαρμακοκινητική της δεξραζοξάνης βρέθηκε να είναι παρόμοια με άλλα αναφερόμενα δεδομένα σε άλλες καταστάσεις και σε χαμηλότερες δόσεις.
Η ταχεία εμφάνιση του ADR-925 στο πλάσμα μπορεί να καταστήσει το ADR-925 διαθέσιμο για πρόσληψη από τον καρδιακό ιστό και δέσμευση του ελεύθερου σιδήρου. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι οι ενδιάμεσοι μεταβολίτες της δεξραζοξάνης μεταβολίζονται ενζυμικά σε ADR-925 και παρέχουν μια φαρμακοδυναμική βάση για την αντιοξειδωτική καρδιοπροστατευτική δράση της δεξραζοξάνης.
Η δεξραζοξάνη υδρολύεται από το ένζυμο διυδροπυριμιδινοαμιδαζάση στο ήπαρ και τους νεφρούς σε ενεργούς μεταβολίτες που είναι ικανοί να δεσμεύουν μεταλλικά ιόντα. Οδός Απέκκρισης: Η νεφρική απέκκριση παίζει σημαντικό ρόλο στην αποβολή της δεξραζοξάνης. Το 42% της δόσης των 500 mg/m² δεξραζοξάνης απεκκρίθηκε στα ούρα. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 2.5 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
2.5 ώρες
Ο χρόνος ημίσειας ζωής κατανομής κυμάνθηκε από περίπου 12 έως 60 λεπτά…
Απέκκριση - 2.5 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Παράγοντες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
- Παράγοντες που έχουν ενισχυτική δράση στην καρδιά ή μπορούν να αυξήσουν την καρδιακή παροχή. Μπορεί να είναι ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΓΛΥΚΟΣΙΔΕΣ, ΣΥΜΠΑΘΗΤΟΜΙΜΗΤΙΚΑ ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από ΕΜΦΡΑΞΗ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ, σε ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΟΚ ή σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ).
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
048L81261F
DEXRAZOXANE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Κυτταροπροστατευτικός Παράγοντας
Η δεξραζοξάνη είναι ένας Κυτταροπροστατευτικός Παράγοντας.
DEXRAZOXANE
Κυτταροπροστατευτικός Παράγοντας [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Παράγοντες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
- Παράγοντες που έχουν ενισχυτική δράση στην καρδιά ή μπορούν να αυξήσουν την καρδιακή παροχή. Μπορεί να είναι ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΓΛΥΚΟΣΙΔΕΣ, ΣΥΜΠΑΘΗΤΟΜΙΜΗΤΙΚΑ ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από ΕΜΦΡΑΞΗ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ, σε ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΟΚ ή σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ).
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται διάφοροι ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.