AZELASTINE
Αζελαστίνη
Για την συμπτωματική θεραπεία της εποχικής αλλεργικής ρινίτιδας και μη αλλεργικής ρινίτιδας, καθώς και για συμπτωματική ανακούφιση του οφθαλμικού κνησμού που σχετίζεται με την αλλεργική επιπεφυκίτιδα.
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-BILENI
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ρινική
- Χορήγηση: δύο φορές ημερησίως (πρωί και βράδυ)
- Δόση έναρξης: Ένας ψεκασμός σε κάθε ρουθούνι δύο φορές ημερησίως
-
Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας από 12 ετών και άνω)ΔόσηΈνας ψεκασμός σε κάθε ρουθούνι δύο φορές ημερησίως
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετώνΤο Bileni Ρινικό Εκνέφωμα δε συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών επειδή η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε αυτόν τον πληθυσμό.
-
Ασθενείς με νεφρική και ηπατική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν δεδομένα από ασθενείς με νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία.
block
SPC-BILENI
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-BILENI
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αλληλεπιδράσεις με ριτοναβίρηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λάμβαναν προπιονική φλουτικαζόνη και ριτοναβίρηΗ ταυτόχρονη χρήση της προπιονικής φλουτικαζόνης και της ριτοναβίρης πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το ενδεχόμενο όφελος για τον ασθενή υπερτερεί του κινδύνου εκδήλωσης ανεπιθύμητων ενεργειών από κορτικοστεροειδή.
-
Συστηματικές εκδηλώσεις από ρινικά κορτικοστεροειδήΠροσοχήΠροσοχή, ιδιαίτερα όταν συνταγογραφούνται σε υψηλές δόσεις για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα. Πιθανές συστηματικές επιδράσεις περιλαμβάνουν σύνδρομο Cushing, χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν με σύνδρομο Cushing, καταστολή των επινεφριδίων, καθυστερημένη ανάπτυξη (παιδιών και εφήβων), καταρράκτη, γλαύκωμα και σπανιότερα, ψυχολογικές επιδράσεις και επιδράσεις στη συμπεριφορά (ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα, διαταραχές του ύπνου, άγχος, κατάθλιψη ή επιθετικότητα, ιδιαίτερα σε παιδιά).
-
Σοβαρή ηπατική νόσοΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική νόσοΣυνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία, καθώς η συστηματική έκθεση της ενδορρινικά χορηγούμενης προπιονικής φλουτικαζόνης είναι πιθανό να αυξηθεί, οδηγώντας σε υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Καταστολή επινεφριδίων από υψηλές δόσειςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ρινικά κορτικοστεροειδή σε δόσεις υψηλότερες από τις συνιστώμενεςΕάν υπάρχουν στοιχεία χρήσης δόσεων υψηλότερων από τις συνιστώμενες, τότε πρέπει να εξετασθεί η περίπτωση επιπρόσθετης κάλυψης με συστηματικά κορτικοστεροειδή σε περιόδους καταπόνησης ή προγραμματισμένης χειρουργικής επέμβασης.
-
Δοσολογία και συνολικό συστηματικό φορτίο κορτικοστεροειδώνΠροσοχήΗ δόση των ενδορρινικά χορηγούμενων σκευασμάτων φλουτικαζόνης πρέπει να μειωθεί στη χαμηλότερη δόση με την οποία διατηρείται αποτελεσματικός έλεγχος των συμπτωμάτων της ρινίτιδας. Το συνολικό συστηματικό φορτίο των κορτικοστεροειδών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν συνταγογραφούνται ταυτόχρονα άλλες μορφές θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
-
Καθυστερημένη ανάπτυξηΠροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι που λαμβάνουν παρατεταμένη θεραπεία με ρινικά κορτικοστεροειδήΣυνιστάται η παρακολούθηση της ανάπτυξης. Εάν επιβραδύνεται η ανάπτυξη, η θεραπεία πρέπει να επαναξιολογείται με το σκοπό τη μείωση της δόσης του ρινικού κορτικοστεροειδούς, αν είναι εφικτό, στη χαμηλότερη δόση με την οποία διατηρείται αποτελεσματικός έλεγχος των συμπτωμάτων.
-
Οπτική διαταραχήΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχέςΘα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες, όπως κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ).
-
Οφθαλμολογική παρακολούθησηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μεταβολές της όρασης ή με ιστορικό αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης, γλαυκώματος και/ή καταρράκτηΑπαιτείται στενή παρακολούθηση.
-
Μετάβαση από συστηματική θεραπεία με στεροειδήΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που μεταβαίνουν από συστηματική θεραπεία με στεροειδή στο Bileni Ρινικό ΕκνέφωμαΗ μετάβαση πρέπει να γίνεται προσεκτικά εάν υπάρχει κάποιος λόγος να θεωρηθεί μειωμένη η λειτουργία των επινεφριδίων.
-
Φυματίωση, λοιμώξεις, τραύμα/χειρουργική επέμβαση στη μύτη/στόμαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με φυματίωση, με οποιοδήποτε είδος μη υποβληθείσας σε θεραπεία λοίμωξης, ή που υπεβλήθησαν πρόσφατα σε χειρουργική επέμβαση ή με τραύμα στη μύτη ή στο στόμαΤα ενδεχόμενα οφέλη της θεραπείας με το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα πρέπει να εκτιμώνται έναντι του ενδεχόμενου κινδύνου.
-
Λοιμώξεις ρινικών αεραγωγώνΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με λοιμώξεις των ρινικών αεραγωγώνΟι λοιμώξεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με αντιβακτηριδιακή ή αντιμυκητιασική θεραπεία. Δεν αποτελούν συγκεκριμένη αντένδειξη για τη θεραπεία με το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα.
-
Χλωριούχο βενζαλκώνιοΠροσοχήΜπορεί να προκαλέσει ερεθισμό του ρινικού βλεννογόνου και βρογχόσπασμο.
swap_horiz
SPC-BILENI
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΣημαντική αύξηση συγκεντρώσεων πλάσματος της προπιονικής φλουτικαζόνης, προκαλώντας σημαντικά μειωμένες συγκεντρώσεις κορτιζόλης στον ορό και συστηματικές επιδράσεις κορτικοστεροειδών.ΣύστασηΟ συνδυασμός θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών από τα κορτικοστεροειδή. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές επιδράσεις από τα κορτικοστεροειδή.
-
Αναστολείς του CYP3A (περιλαμβανομένων προϊόντων που περιέχουν κομπισιστάτη)προσοχήΑύξηση του κινδύνου συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών.ΣύστασηΟ συνδυασμός θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών από τα κορτικοστεροειδή. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές επιδράσεις από τα κορτικοστεροειδή.
-
Ισχυροί αναστολείς του κυτοχρώματος P450 3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη)προσοχήΠιθανότητα αυξημένης συστηματικής έκθεσης στην προπιονική φλουτικαζόνη.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή όταν συγχορηγούνται.
-
Κατασταλτικά ή δρώντα στο κεντρικό νευρικό σύστημα φάρμακαπροσοχήΜπορεί να ενισχυθεί η κατασταλτική δράση.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση.
-
ΑλκοόλπροσοχήΜπορεί να ενισχύσει την κατασταλτική δράση.
sick
SPC-BILENI
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Αγγειοοίδημα
- Οίδημα προσώπου
- Οίδημα γλώσσας
- Δερματικό εξάνθημα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Βρογχόσπασμος
- Ρινική δυσφορία
- Ρινικός ερεθισμός
- Πταρμός
- Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου
- Βήχας
- Ξηρότητα φάρυγγα
- Ερεθισμός του λαιμού
- Επίσταξη
- Διάτρηση ρινικού διαφράγματος
- Ρινικά έλκη
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Δυσγευσία
- Δυσάρεστη οσμή
- Υπνηλία (νυσταγμός, αίσθημα υπνησίας)
- Γλαύκωμα
- Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
- Καταρράκτης
- Θολή όραση
- Αίσθημα νυγμού
- Διάβρωση βλεννογόνου
- Κόπωση
- Εξασθένηση
- Εξάντληση
- Αδυναμία
- Ξηροστομία
- Ναυτία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑίσθημα νυγμούΆλλο
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΕρεθισμός του λαιμούΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηρότητα ρινικού βλεννογόνουΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΞηρότητα φάρυγγαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠταρμόςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινική δυσφορίαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινικός ερεθισμόςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπνηλία (νυσταγμός, αίσθημα υπνησίας)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεσηΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΓλαύκωμαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΔιάβρωση βλεννογόνουΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΔιάτρηση ρινικού διαφράγματοςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημα γλώσσαςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημα προσώπουΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑδυναμίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΔυσάρεστη οσμήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕξάντλησηΓενικές
-
Μη γνωστέςΕξασθένησηΓενικές
-
Μη γνωστέςΘολή όρασηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚόπωσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΡινικά έλκηΑναπνευστικό
pregnant_woman
SPC-BILENI
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΓονιμότηταΠεριορισμένα δεδομέναΥπάρχουν μόνο περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα από τη χρήση της υδροχλωρικής αζελαστίνης και της προπιονικής φλουτικαζόνης σε έγκυες γυναίκες. Κατά συνέπεια, το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνον εφόσον το ενδεχόμενο όφελος δικαιολογεί τον ενδεχόμενο κίνδυνο στο έμβρυο (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΘηλασμόςΜε προσοχήΔεν είναι γνωστό κατά πόσο η ρινικά χορηγούμενη υδροχλωρική αζελαστίνη/μεταβολίτες ή η προπιονική φλουτικαζόνη/μεταβολίτες απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού μόνον εφόσον το ενδεχόμενο όφελος δικαιολογεί τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το νεογέννητο/βρέφος.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-BILENI
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αποσυμφορητικά και άλλα ρινικά σκευάσματα για τοπική χρήση, κορτικοστεροειδή/φλουτικαζόνη, συνδυασμοί, κωδικός ATC: R01AD58. ### Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα περιέχει υδροχλωρική…
biotech
SPC-BILENI
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά από ενδορρινική χορήγηση δύο ψεκασμών του Bileni Ρινικό Εκνέφωμα σε κάθε ρουθούνι (548 mcg υδροχλωρικής αζελαστίνης και 200 mcg προπιονικής φλουτικαζόνης), η μέση (± τυπική απόκλιση) μέγιστη έκθεση στο πλάσμα (C max) ήταν 194,5 ± 74,4…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Όραση | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Στενή | Μεταβολές όρασης ή ιστορικό αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης, γλαυκώματος ή καταρράκτη |
| Γλαύκωμα | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Στενή | Μεταβολές όρασης ή ιστορικό αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης, γλαυκώματος ή καταρράκτη |
| Ενδοφθάλμια πίεση | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Στενή | Μεταβολές όρασης ή ιστορικό αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης, γλαυκώματος ή καταρράκτη |
| Καταρράκτης | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Στενή | Μεταβολές όρασης ή ιστορικό αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης, γλαυκώματος ή καταρράκτη |
| Ανάπτυξη | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | — | Παιδιά και έφηβοι με παρατεταμένη θεραπεία με ρινικά κορτικοστεροειδή |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-BILENI
expand_more
Δοσολογία
Για να επιτευχθεί πλήρες θεραπευτικό όφελος είναι σημαντική η τακτική χρήση. Η επαφή με τους οφθαλμούς πρέπει να αποφεύγεται.
Τρόπος χορήγησης
Το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα προορίζεται αποκλειστικά για ρινική χρήση.
Οδηγία χρήσης
Προετοιμασία της συσκευής ψεκασμού: Η φιάλη πρέπει να ανακινείται απαλά πριν από τη χρήση για περίπου 5 δευτερόλεπτα γυρνώντας τη προς τα πάνω και προς τα κάτω, και στη συνέχεια μπορεί να αφαιρεθεί το προστατευτικό κάλυμμα. Πριν από την πρώτη χρήση το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα πρέπει να ενεργοποιείται πιέζοντας προς τα κάτω και αφήνοντας την αντλία για 6 φορές. Εάν το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα δεν έχει χρησιμοποιηθεί για περισσότερο από 7 ημέρες, πρέπει να επανενεργοποιηθεί μια φορά πιέζοντας προς τα κάτω και αφήνοντας την αντλία.
Χρησιμοποιώντας τη συσκευή ψεκασμού: Η φιάλη πρέπει να ανακινείται απαλά πριν από τη χρήση για περίπου 5 δευτερόλεπτα γυρνώντας τη προς τα πάνω και προς τα κάτω και στη συνέχεια μπορεί να αφαιρεθεί το προστατευτικό κάλυμμα. Μετά το φύσημα της μύτης το εναιώρημα πρέπει να ψεκάζεται μια φορά σε κάθε ρουθούνι με το κεφάλι γυρισμένο προς τα κάτω (βλ. εικόνα). Μετά από τη χρήση πρέπει να σκουπίζεται το άκρο της συσκευής ψεκασμού και να τοποθετείται το προστατευτικό κάλυμμα.
block
Αντενδείξεις
SPC-BILENI
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-BILENI
expand_more
Προειδοποιήσεις
Κατά τη διάρκεια της χρήσης μετά την κυκλοφορία, υπήρξαν αναφορές κλινικά σημαντικών αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα σε ασθενείς οι οποίοι λάμβαναν προπιονική φλουτικαζόνη και ριτοναβίρη, που προκάλεσαν συστηματικές εκδηλώσεις από τα κορτικοστεροειδή, περιλαμβανομένων του συνδρόμου Cushing και της καταστολής των επινεφριδίων. Επομένως, η ταυτόχρονη χρήση της προπιονικής φλουτικαζόνης και της ριτοναβίρης πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το ενδεχόμενο όφελος για τον ασθενή υπερτερεί του κινδύνου εκδήλωσης ανεπιθύμητων ενεργειών από κορτικοστεροειδή (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Μπορεί να εμφανισθούν συστηματικές εκδηλώσεις από ρινικά κορτικοστεροειδή, ιδιαίτερα όταν συνταγογραφούνται σε υψηλές δόσεις για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα. Οι επιδράσεις αυτές είναι πολύ λιγότερο πιθανό να εμφανισθούν σε σχέση με τα από του στόματος χορηγούμενα κορτικοστεροειδή και μπορεί να διαφέρουν σε κάθε ασθενή καθώς και μεταξύ διαφορετικών σκευασμάτων κορτικοστεροειδών. Οι πιθανές συστηματικές επιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν σύνδρομο Cushing, χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν με το σύνδρομο Cushing, καταστολή των επινεφριδίων, καθυστερημένη ανάπτυξη των παιδιών και των εφήβων, καταρράκτη, γλαύκωμα και σπανιότερα, μια σειρά ψυχολογικών επιδράσεων και επιδράσεων στη συμπεριφορά που περιλαμβάνουν ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα, διαταραχές του ύπνου, άγχος, κατάθλιψη ή επιθετικότητα (ιδιαίτερα σε παιδιά).
Το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα υπόκειται σε εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου, επομένως η συστηματική έκθεση της ενδορρινικά χορηγούμενης προπιονικής φλουτικαζόνης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο είναι πιθανό να αυξηθεί. Αυτό μπορεί να προκαλέσει υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών αυτής της κατηγορίας.
Η θεραπεία με ρινικά κορτικοστεροειδή σε δόσεις υψηλότερες από τις συνιστώμενες μπορεί να προκαλέσει κλινικά σημαντική καταστολή των επινεφριδίων. Εάν υπάρχουν στοιχεία χρήσης δόσεων υψηλότερων από τις συνιστώμενες, τότε πρέπει να εξετασθεί η περίπτωση επιπρόσθετης κάλυψης με συστηματικά κορτικοστεροειδή σε περιόδους καταπόνησης ή προγραμματισμένης χειρουργικής επέμβασης.
Σε γενικές γραμμές η δόση των ενδορρινικά χορηγούμενων σκευασμάτων φλουτικαζόνης πρέπει να μειωθεί στη χαμηλότερη δόση με την οποία διατηρείται αποτελεσματικός έλεγχος των συμπτωμάτων της ρινίτιδας. Υψηλότερες δόσεις από τη συνιστώμενη (βλ. Δοσολογία) δεν έχουν δοκιμαστεί για το Bileni. Όπως με όλα τα ενδορρινικά χορηγούμενα κορτικοστεροειδή, το συνολικό συστηματικό φορτίο των κορτικοστεροειδών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν συνταγογραφούνται ταυτόχρονα άλλες μορφές θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
Έχει αναφερθεί καθυστερημένη ανάπτυξη σε παιδιά που έλαβαν ρινικά κορτικοστεροειδή στις εγκεκριμένες δόσεις. Καθώς η ανάπτυξη συνεχίζεται και στην εφηβεία, συνιστάται επίσης η παρακολούθηση της ανάπτυξης των εφήβων που λαμβάνουν παρατεταμένη θεραπεία με ρινικά κορτικοστεροειδή. Εάν επιβραδύνεται η ανάπτυξη, η θεραπεία πρέπει να επαναξιολογείται με το σκοπό τη μείωση της δόσης του ρινικού κορτικοστεροειδούς αν είναι εφικτό, στη χαμηλότερη δόση με την οποία διατηρείται αποτελεσματικός έλεγχος των συμπτωμάτων.
Ενδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή με τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα, όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες, όπως κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) και που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.
Απαιτείται στενή παρακολούθηση σε ασθενείς με μεταβολές της όρασης ή με ιστορικό αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης, γλαυκώματος και/ή καταρράκτη.
Εάν υπάρχει κάποιος λόγος να θεωρηθεί μειωμένη η λειτουργία των επινεφριδίων, η μετάβαση των ασθενών από τη συστηματική θεραπεία με στεροειδή στο Bileni Ρινικό Εκνέφωμα πρέπει να γίνεται προσεκτικά.
Σε ασθενείς με φυματίωση, με οποιοδήποτε είδος μη υποβληθείσας σε θεραπεία λοίμωξης, ή που υπεβλήθησαν πρόσφατα σε χειρουργική επέμβαση ή με τραύμα στη μύτη ή στο στόμα, τα ενδεχόμενα οφέλη της θεραπείας με το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα πρέπει να εκτιμώνται έναντι του ενδεχόμενου κινδύνου.
Οι λοιμώξεις των ρινικών αεραγωγών πρέπει να αντιμετωπίζονται με αντιβακτηριδιακή ή αντιμυκητιασική θεραπεία, ωστόσο δεν αποτελούν συγκεκριμένη αντένδειξη για τη θεραπεία με το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα.
Το Bileni περιέχει χλωριούχο βενζαλκώνιο. Μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό του ρινικού βλεννογόνου και βρογχόσπασμο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-BILENI
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Προπιονική φλουτικαζόνη
Σε φυσιολογικές συνθήκες, μετά την ενδορρινική χορήγηση επιτυγχάνονται χαμηλές συγκεντρώσεις πλάσματος προπιονικής φλουτικαζόνης, λόγω του εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου και της υψηλής συστηματικής κάθαρσης που διαμεσολαβείται από το κυτόχρωμα P450 3Α4 στο έντερο και το ήπαρ. Κατά συνέπεια, κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα που οφείλονται στην προπιονική φλουτικαζόνη δεν είναι πιθανές.
Μια μελέτη φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης σε υγιή άτομα έδειξε ότι η ριτοναβίρη (ένας πολύ ισχυρός αναστολέας του κυτοχρώματος P450 3A4) μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τις συγκεντρώσεις πλάσματος της προπιονικής φλουτικαζόνης, προκαλώντας σημαντικά μειωμένες συγκεντρώσεις της κορτιζόλης στον ορό. Κατά τη διάρκεια της μετεγκριτικής χρήσης, υπήρξαν αναφορές κλινικά σημαντικών αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα σε ασθενείς που έλαβαν ενδορρινική ή εισπνεόμενη προπιονική φλουτικαζόνη και ριτοναβίρη, προκαλώντας συστηματικές επιδράσεις των κορτικοστεροειδών. Η ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς του CYP3A, στους οποίους περιλαμβάνονται τα προϊόντα που περιέχουν κομπισιστάτη, αναμένεται επίσης να αυξήσει τον κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Ο συνδυασμός θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών από τα κορτικοστεροειδή, και σε αυτή την περίπτωση οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές επιδράσεις από τα κορτικοστεροειδή.
Μελέτες έχουν δείξει ότι άλλοι αναστολείς του κυτοχρώματος P450 3A4 προκαλούν αμελητέες (ερυθρομυκίνη) και ήσσονες (κετοκοναζόλη) αυξήσεις της συστηματικής έκθεσης στην προπιονική φλουτικαζόνη χωρίς αξιοσημείωτες μειώσεις των συγκεντρώσεων της κορτιζόλης στον ορό. Ωστόσο, συνιστάται προσοχή όταν συγχορηγούνται ισχυροί αναστολείς του κυτοχρώματος P450 3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη), επειδή υπάρχει πιθανότητα αυξημένης συστηματικής έκθεσης στην προπιονική φλουτικαζόνη.
Υδροχλωρική αζελαστίνη
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπιδράσεων του ρινικού εκνεφώματος υδροχλωρικής αζελαστίνης. Μελέτες αλληλεπιδράσεων σε υψηλές από του στόματος χορηγούμενες δόσεις έχουν πραγματοποιηθεί. Εντούτοις, δεν σχετίζονται με το ρινικό εκνέφωμα αζελαστίνης καθώς οι χορηγούμενες συνιστώμενες ρινικές δόσεις προκαλούν πολύ μικρότερη συστηματική έκθεση. Ωστόσο, απαιτείται προσοχή όταν η υδροχλωρική αζελαστίνη χορηγείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα κατασταλτικά ή δρώντα στο κεντρικό νευρικό σύστημα φάρμακα, διότι μπορεί να ενισχυθεί η κατασταλτική δράση. Το αλκοόλ μπορεί επίσης να ενισχύσει αυτή τη δράση (βλ. Οδήγηση).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-BILENI
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Μπορεί συχνά μετά τη χορήγηση να εκδηλωθεί δυσγευσία, μια χαρακτηριστική για το συστατικό δυσάρεστη γεύση, (συχνά λόγω λανθασμένης εφαρμογής που συνίσταται σε υπερβολική κάμψη της κεφαλής προς τα πίσω κατά τη διάρκεια της χορήγησης).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως ακολούθως:
- Πολύ συχνές (≥1/10)
- Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
- Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
- Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)
- Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
- Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Οι συστηματικές επιδράσεις ορισμένων ρινικών κορτικοστεροειδών μπορεί να εμφανισθούν, ιδιαίτερα όταν χορηγούνται σε υψηλές δόσεις για παρατεταμένες περιόδους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Καθυστερημένη ανάπτυξη έχει αναφερθεί σε παιδιά που λαμβάνουν ρινικά κορτικοστεροειδή. Η καθυστέρηση της ανάπτυξης μπορεί να είναι πιθανή επίσης σε εφήβους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε σπάνιες περιπτώσεις παρατηρήθηκε οστεοπόρωση, εφόσον τα ρινικά κορτικοστεροειδή χορηγήθηκαν για παρατεταμένο διάστημα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Φαξ: + 357 22608649 Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-BILENI
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γονιμότητα
Υπάρχουν μόνο περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Κύηση
Δεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα από τη χρήση της υδροχλωρικής αζελαστίνης και της προπιονικής φλουτικαζόνης σε έγκυες γυναίκες. Κατά συνέπεια, το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνον εφόσον το ενδεχόμενο όφελος δικαιολογεί τον ενδεχόμενο κίνδυνο στο έμβρυο (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό κατά πόσο η ρινικά χορηγούμενη υδροχλωρική αζελαστίνη/μεταβολίτες ή η προπιονική φλουτικαζόνη/μεταβολίτες απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού μόνον εφόσον το ενδεχόμενο όφελος δικαιολογεί τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το νεογέννητο/βρέφος.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-BILENI
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αποσυμφορητικά και άλλα ρινικά σκευάσματα για τοπική χρήση, κορτικοστεροειδή/φλουτικαζόνη, συνδυασμοί, κωδικός ATC: R01AD58.
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα περιέχει υδροχλωρική αζελαστίνη και προπιονική φλουτικαζόνη, που έχουν διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης και εμφανίζουν συνεργική δράση αναφορικά με τη βελτίωση των συμπτωμάτων της αλλεργικής ρινίτιδας και της ρινο-επιπεφυκίτιδας.
Προπιονική φλουτικαζόνη Η προπιονική φλουτικαζόνη είναι ένα συνθετικό τριφθοριούχο κορτικοστεροειδές που διαθέτει πολύ υψηλή συγγένεια προς τον υποδοχέα των γλυκοκορτικοειδών και έχει ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση, π.χ. είναι 3-5 φορές πιο ισχυρό από τη δεξαμεθαζόνη σε δοκιμασίες πρόσδεσης σε κλωνοποιημένο ανθρώπινο υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών και γονιδιακής έκφρασης.
Υδροχλωρική αζελαστίνη Η αζελαστίνη, ένα παράγωγο της φθαλαζινόνης, είναι ταξινομημένη ως ισχυρός μακράς δράσης αντιαλλεργικός παράγοντας με εκλεκτικές H 1 -ανταγωνιστικές, σταθεροποιητικές των μαστοκυττάρων και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Δεδομένα από in vivo (προκλινικές) και in vitro μελέτες δείχνουν ότι η αζελαστίνη αναστέλλει τη σύνθεση ή την απελευθέρωση των χημικών διαμεσολαβητών, οι οποίοι είναι διαπιστωμένο ότι σχετίζονται με το πρώιμο και όψιμο στάδιο των αλλεργικών αντιδράσεων, π.χ. των λευκοτριενίων, της ισταμίνης, του παράγοντα ενεργοποίησης των αιμοπεταλίων (PAF) και της σεροτονίνης. Εντός 15 λεπτών από τη χορήγηση παρατηρείται ανακούφιση των ρινικών αλλεργικών συμπτωμάτων.
Bileni Ρινικό Εκνέφωμα
Σε 4 κλινικές μελέτες ενηλίκων και εφήβων με αλλεργική ρινίτιδα, ένας ψεκασμός σε κάθε ρουθούνι δύο φορές ημερησίως του Bileni Ρινικό Εκνέφωμα βελτίωσε σημαντικά τα ρινικά συμπτώματα (περιλαμβανομένων ρινόρροιας, ρινικής συμφόρησης, πταρμού και ρινικού κνησμού) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, την μονοθεραπεία υδροχλωρικής αζελαστίνης και την μονοθεραπεία προπιονικής φλουτικαζόνης. Βελτίωσε σημαντικά τα οφθαλμικά συμπτώματα (περιλαμβανομένου κνησμού, αυξημένης παραγωγής δακρύων/δακρύρροιας και ερυθρότητας των οφθαλμών) και τη σχετιζόμενη με την πάθηση ποιότητα ζωής των ασθενών (Ερωτηματολόγιο για την Ποιότητα Ζωής Ασθενών με Ρινοεπιπεφυκίτιδα (Rhinoconjunctivitis Quality of Life Questionnaire) - RQLQ) και στις 4 μελέτες. Σε σύγκριση με ένα ρινικό εκνέφωμα προπιονικής φλουτικαζόνης που διατίθεται στην κυκλοφορία, σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων (50% μείωση στη σοβαρότητα των ρινικών συμπτωμάτων) επιτεύχθηκε σημαντικά νωρίτερα (3 ημέρες και περισσότερο) με το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα. Η ανώτερη επίδραση του Bileni Ρινικό Εκνέφωμα συγκριτικά με το ρινικό εκνέφωμα προπιονικής φλουτικαζόνης διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια μιας μελέτης ενός έτους σε ασθενείς με χρόνια εμμένουσα αλλεργική ρινίτιδα και μη αλλεργική/αγγειοκινητική ρινίτιδα. Σε μία μελέτη θαλάμου χαμηλής πίεσης με έκθεση στο αλλεργιογόνο γύρη αμβροσίας (ragweed pollen), η πρώτη στατιστικά σημαντική ανακούφιση των ρινικών συμπτωμάτων παρατηρήθηκε 5 λεπτά μετά τη χορήγηση του Bileni Ρινικό Εκνέφωμα (σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο). Στα 15 λεπτά μετά τη χορήγηση του Bileni, το 60% των ασθενών ανέφερε κλινικά σημαντική μείωση της βαθμολογίας των συμπτωμάτων κατά τουλάχιστον 30%.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-BILENI
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Μετά από ενδορρινική χορήγηση δύο ψεκασμών του Bileni Ρινικό Εκνέφωμα σε κάθε ρουθούνι (548 mcg υδροχλωρικής αζελαστίνης και 200 mcg προπιονικής φλουτικαζόνης), η μέση (± τυπική απόκλιση) μέγιστη έκθεση στο πλάσμα (C max) ήταν 194,5 ± 74,4 pg/mL για την αζελαστίνη και 10,3 ± 3,9 pg/mL για την προπιονική φλουτικαζόνη ενώ η μέση συνολική έκθεση (AUC) ήταν 4.217 ± 2.618 pg/mLhr για την αζελαστίνη και 97,7 ± 43,1 pg/mLhr για την προπιονική φλουτικαζόνη. Ο διάμεσος χρόνος έως τη μέγιστη έκθεση (t max) μετά από εφάπαξ δόση ήταν 0,5 ώρα για την αζελαστίνη και 1,0 ώρα για την προπιονική φλουτικαζόνη. Η συστηματική έκθεση στην προπιονική φλουτικαζόνη ήταν αυξημένη κατά ~50% συγκρίνοντας το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα με ένα ρινικό εκνέφωμα προπιονικής φλουτικαζόνης που διατίθεται στην κυκλοφορία. Το Bileni Ρινικό Εκνέφωμα ήταν ισοδύναμο με ένα ρινικό εκνέφωμα αζελαστίνης, που διατίθεται στην κυκλοφορία, αναφορικά με τη συστηματική έκθεση στην αζελαστίνη. Δεν υπήρξαν ενδείξεις φαρμακοκινητικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ της υδροχλωρικής αζελαστίνης και της προπιονικής φλουτικαζόνης.
Κατανομή
Η προπιονική φλουτικαζόνη έχει μεγάλο όγκο κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση (περίπου 318 λίτρα). Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 91%. Ο όγκος κατανομής της αζελαστίνης είναι υψηλός, υποδεικνύοντας κατανομή κυρίως στους περιφερικούς ιστούς. Το επίπεδο της πρωτεϊνικής σύνδεσης είναι 80-90%. Επιπλέον, και τα δύο φάρμακα έχουν μεγάλο θεραπευτικό εύρος. Επομένως, η πιθανότητα φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων λόγω εκτόπισης είναι χαμηλή.
Βιομετασχηματισμός
Η προπιονική φλουτικαζόνη απομακρύνεται ταχέως από τη συστηματική κυκλοφορία, κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού σε αδρανή μεταβολίτη του καρβοξυλικού οξέος, μέσω του ενζύμου CYP3A4 του κυτοχρώματος P450. Η προπιονική φλουτικαζόνη όταν καταπίνεται υπόκειται επίσης σε εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου. Η αζελαστίνη μεταβολίζεται σε Ν-δεσμεθυλαζελαστίνη μέσω διαφόρων ισοενζύμων CYP, κυρίως των CYP3A4, CYP2D6 και CYP2C19.
Αποβολή
Ο ρυθμός αποβολής της ενδοφλεβίως χορηγούμενης προπιονικής φλουτικαζόνης είναι γραμμικός για το εύρος δόσεων 250-1.000 μικρογραμμαρίων και χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό κάθαρσης στο πλάσμα (CL=1,1 l/min). Οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος μειώνονται κατά περίπου 98% εντός 3-4 ωρών και μόνον οι χαμηλές συγκεντρώσεις πλάσματος συσχετίστηκαν με τον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής των 7,8 ωρών. Η νεφρική κάθαρση της προπιονικής φλουτικαζόνης είναι αμελητέα (<0,2%) και μικρότερη από 5% με τη μορφή του μεταβολίτη του καρβοξυλικού οξέος. Η κύρια οδός αποβολής είναι η απέκκριση της προπιονικής φλουτικαζόνης και των μεταβολιτών της στη χολή. Οι χρόνοι ημίσειας ζωής πλάσματος μετά από εφάπαξ δόση αζελαστίνης είναι περίπου 20-25 ώρες για την αζελαστίνη και περίπου 45 ώρες για το θεραπευτικά δραστικό μεταβολίτη Ν-δεσμεθυλαζελαστίνη. Η αποβολή πραγματοποιείται κυρίως μέσω των κοπράνων. Η παρατεταμένη απέκκριση μικρών ποσοτήτων της δόσης στα κόπρανα υποδεικνύει ότι μπορεί να λαμβάνει χώρα σε κάποιο βαθμό εντεροηπατική κυκλοφορία.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 14.5 L/kg
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 0.5 L/h/kg [ασθενείς με συμπτώματα]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Azelastine (Αζελαστίνη) ανταγωνίζεται τις δράσεις της ισταμίνης, με αποτέλεσμα την ανακούφιση των συμπτωμάτων αλλεργίας που προκαλούνται από την ισταμίνη. Η έναρξη δράσης συμβαίνει εντός 15 λεπτών με ενδορρινικά σκευάσματα και τόσο γρήγορα όσο 3 λεπτά με οφθαλμικές διαλυτικές ουσίες. Τα ενδορρινικά σκευάσματα έχουν σχετικά μεγάλη διάρκεια δράσης, με τις μέγιστες επιδράσεις να παρατηρούνται 4-6 ώρες μετά την αρχική δόση και η αποτελεσματικότητα να διατηρείται καθ’ όλη τη διάρκεια του τυπικού διαστήματος χορήγησης 12 ωρών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η Αζελαστίνη είναι πρωτίστως ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων ισταμίνης H1, με μικρότερη συγγένεια για τους υποδοχείς H2, και χρησιμοποιείται για την συμπτωματική θεραπεία των αλλεργιών. Οι υποδοχείς ισταμίνης H1 είναι G-πρωτεϊνικοί συνδεδεμένοι υποδοχείς με 7 διαμεμβρανικά τμήματα που βρίσκονται σε νευρικές απολήξεις, κύτταρα λείων μυών και αδενικά κύτταρα. Μετά την έκθεση στο αλλεργιογόνο σε ευαισθητοποιημένα άτομα, η διασταυρούμενη σύνδεση του υποδοχέα IgE στα μαστοκύτταρα οδηγεί στην απελευθέρωση ισταμίνης, η οποία συνδέεται με τους υποδοχείς H1 και συμβάλλει στα τυπικά αλλεργικά συμπτώματα όπως ο κνησμός, το φτέρνισμα και η συμφόρηση.
Παρόλο που ο κύριος τρόπος δράσης πιστεύεται ότι είναι μέσω του ανταγωνισμού των υποδοχέων H1, η αζελαστίνη (όπως και άλλα αντιισταμινικά δεύτερης γενιάς) φαίνεται να επηρεάζει άλλους μεσολαβητές της αλλεργικής συμπτωματολογίας. Η αζελαστίνη έχει ιδιότητες σταθεροποίησης των μαστοκυττάρων που εμποδίζουν την απελευθέρωση ιντερλευκίνης-6, τρυπτάσης, ισταμίνης και TNF-άλφα από τα μαστοκύτταρα, και έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τους μεσολαβητές της μαστοκυτταρικής αποκοκκίωσης, όπως οι λευκοτριένες, στο ρινικό έκπλυμα ασθενών με ρινίτιδα, καθώς και αναστέλλει την παραγωγή και απελευθέρωσή τους από τα ηωσινόφιλα (πιθανώς μέσω αναστολής της φωσφολιπάσης Α2 και της λευκοτριενίου C4 συνθάσης).
Επιπλέον, σε ασθενείς που λάμβαναν από του στόματος αζελαστίνη παρατηρήθηκαν σημαντικά μειωμένες συγκεντρώσεις ουσίας P και βραδυκινίνης στις ρινικές εκκρίσεις, οι οποίες ενδέχεται να παίζουν ρόλο στον ρινικό κνησμό και το φτέρνισμα σε ασθενείς με αλλεργική ρινίτιδα.
Η αζελαστίνη είναι ένας ανταγωνιστής των υποδοχέων ισταμίνης H1. Η αζελαστίνη, ένα παράγωγο της φθαλαιζιδανόνης, είναι δομικά άσχετη με άλλα διαθέσιμα αντιισταμινικά και έχει χαρακτηριστεί ως εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων H1. Παρόλο που η αζελαστίνη αναφέρεται ως αντιισταμινικό δεύτερης γενιάς (“μη υπνωτικό”), μπορεί να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες στο ΚΝΣ (π.χ. υπνηλία), ιδιαίτερα σε σχετικά υψηλές δόσεις ή όταν χορηγείται με κατασταλτικά του ΚΝΣ (π.χ. αλκοόλ).
Ο μεταβολίτης δεσμεθυλαζελαστίνη έχει επίσης αντιισταμινική δράση. Επιπλέον, η αζελαστίνη αναστέλλει άλλους μεσολαβητές (π.χ. λευκοτριένες, παραγοντικός παράγοντας ενεργοποίησης αιμοπεταλίων (PAF)) που εμπλέκονται σε αλλεργικές αντιδράσεις. Η αζελαστίνη μπορεί να αναστείλει τη συσσώρευση ηωσινόφιλων στον τόπο της αλλεργικής φλεγμονής και να εμποδίσει την αποκοκκίωση των ηωσινόφιλων.
Η αζελαστίνη, ένας από του στόματος αποτελεσματικός αντιασθματικός παράγοντας, έχει αναφερθεί ότι αναστέλλει την ανθεκτική στα αντιισταμινικά, μεσολαβούμενη από λευκοτριένες, αλλεργική βρογχοσυστολή σε ιν ινδικά χοιρίδια. Αυτό υποδηλώνει ότι η αζελαστίνη μπορεί να δρα μέσω της αναστολής της σύνθεσης λευκοτριενίου (LT) C4/D4.
Ερευνητές εξέτασαν την επίδραση της αζελαστίνης στην αλλεργική και μη αλλεργική έκκριση ισταμίνης και τον σχηματισμό LTC4. Η αζελαστίνη και οι γνωστοί αναστολείς 5-λιποξυγενάσης, βορδιυδρογαιαρετική οξύ και AA-861, επέδειξαν συγκεντρωτικά-εξαρτώμενη αναστολή του σχηματισμού αλλεργικού LTC4 σε τεμαχισμένο ιστό πνεύμονα από ενεργά ευαισθητοποιημένα ιν ινδικά χοιρίδια και σύνθεση LTC4 διεγερμένη από ιοντοφόρο ασβεστίου Α23187 σε μικτά περιτοναϊκά κύτταρα από αρουραίους. Η αζελαστίνη προκάλεσε επίσης συγκεντρωτικά-εξαρτώμενη αναστολή της αλλεργικής και μη αλλεργικής έκκρισης ισταμίνης από περιτοναϊκά μαστοκύτταρα αρουραίων. Η ικανότητα της αζελαστίνης να αναστέλλει την αλλεργική και μη αλλεργική έκκριση ισταμίνης και την παραγωγή LTC4 μπορεί να συμβάλλει στον τρόπο δράσης της και τη θεραπευτική της αποτελεσματικότητα.
Οι λευκοτριένες έχουν προταθεί ως σημαντικοί χημικοί μεσολαβητές της αλλεργικής φλεγμονής, και υπάρχουν ενδείξεις ότι η αζελαστίνη (Astelin) μπορεί να επηρεάσει τις μεσολαβούμενες από λευκοτριένες αλλεργικές αποκρίσεις. Ένα από τα ένζυμα που απαιτούνται για τη σύνθεση λευκοτριενών από το αραχιδονικό οξύ είναι η 5-λιποξυγενάση (5-LO). Η αζελαστίνη, η οποία προσλαμβάνεται κατά προτίμηση από τον πνεύμονα και τα κυψελιδικά μακροφάγα, αναστέλλει την παραγωγή λευκοτριενών στις αεραγωγούς. Αυτή η ιδιότητα της αζελαστίνης μπορεί να συμβάλλει στη θεραπευτική της αποτελεσματικότητα στη μακροχρόνια θεραπεία και διαχείριση της ρινίτιδας και του άσθματος.
Η αζελαστίνη δεν αναστέλλει άμεσα την 5-LO σε διαταραγμένα περιτοναϊκά κύτταρα ποντικών και κυτταρικές γραμμές λευχαιμίας αρουραίων (IC50 > 100 μM), αλλά έχει μέτρια ανασταλτική δραστηριότητα 5-LO σε άθικτα περιτοναϊκά κύτταρα ποντικών (IC50 = 10 μM, 5 λεπτά) και σε τεμαχισμένο ήπαρ ιν ινδικού χοιριδίου (IC50 = 14 μM, 2 ώρες). Η παραγωγή και απελευθέρωση λευκοτριενών σε ανθρώπινα ουδετερόφιλα και ηωσινόφιλα αναστέλλεται επίσης από την αζελαστίνη (IC50 = 0.9-1.1 μM).
Επιπλέον, η αζελαστίνη είναι ένας ισχυρός και ειδικός αναστολέας της παραγωγής λευκοτριενών που προκαλείται από αλλεργιογόνα στη μύτη του ιν ινδικού χοιριδίου (ID50 < 100 μg/kg, im, 20 λεπτά) καθώς και σε ασθενείς με ρινίτιδα (2 mg, po, 4 ώρες, ID50 < 30 μg/kg). Η αζελαστίνη αναστέλλει επίσης τη μεσολαβούμενη από λευκοτριένες, πυριλαμίνη-ανθεκτική βρογχοσυστολή που προκαλείται από αλλεργιογόνο (από του στόματος ID50 = 60 μg/kg, 2 ώρες και 120 μg/kg, 24 ώρες).
Αυτό το προφίλ υποδηλώνει ότι η αζελαστίνη μπορεί να είναι ένας νέος αναστολέας της μετατόπισης της 5-λιποξυγενάσης που εξαρτάται από το Ca(2+) από το κυτταρόπλασμα στην πυρηνική μεμβράνη ή ένας αναστολέας της πρωτεΐνης που σχετίζεται με τη δραστηριότητα της 5-λιποξυγενάσης (FLAP) αντί ενός άμεσου αναστολέα 5-LO.
Η αζελαστίνη, η οξατομίδη και η κετοτιφαίνη χρησιμοποιούνται για ασθενείς με αλλεργικές παθήσεις. Αυτά τα φάρμακα αναστέλλουν την απελευθέρωση χημικών μεσολαβητών, συμπεριλαμβανομένων των λευκοτριενών· ωστόσο, ο εμπλεκόμενος μηχανισμός είναι ασαφής.
Για να διευκρινιστεί ο μηχανισμός της αναστολής, διερευνήθηκε η επίδραση τριών φαρμάκων στη λειτουργία της φωσφολιπάσης Α2, της 5-λιποξυγενάσης, της λευκοτριενίου C4 συνθάσης και της λευκοτριενίου Α4 υδρολάσης, τα οποία είναι όλα καταβολικά ένζυμα που εμπλέκονται στη σύνθεση λευκοτριενίου C4 και λευκοτριενίου Β4 σε κύτταρα λευχαιμίας RBL-1 αρουραίων. Η παραγωγή λευκοτριενίου C4 και λευκοτριενίου Β4 μετρήθηκε με χρωματογραφία υγρής υψηλής απόδοσης (HPLC). Και τα τρία φάρμακα ανέστειλαν την παραγωγή λευκοτριενίου C4 και λευκοτριενίου Β4 όταν τα κύτταρα διεγέρθηκαν με A23187. Και τα τρία φάρμακα ανέστειλαν επίσης την διεγερμένη από A23187 απελευθέρωση 3H-αραχιδονικού οξέος από φωσφολιπίδια της μεμβράνης.
Η αζελαστίνη ανέστειλε την παραγωγή λευκοτριενίου C4, αλλά όχι λευκοτριενίου Β4, όταν χρησιμοποιήθηκε είτε αραχιδονικό οξύ είτε ελεύθερο οξύ λευκοτριενίου Α4 ως υπόστρωμα στο σύστημα χωρίς κύτταρα. Η οξατομίδη και η κετοτιφαίνη δεν ανέστειλαν τη σύνθεση λευκοτριενίου C4 ή λευκοτριενίου Β4 στην ίδια μελέτη χωρίς κύτταρα.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η οξατομίδη και η κετοτιφαίνη αναστέλλουν την παραγωγή λευκοτριενίου C4 και λευκοτριενίου Β4 αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της φωσφολιπάσης Α2, ενώ η αζελαστίνη αναστέλλει την παραγωγή λευκοτριενίου C4 αναστέλλοντας τη φωσφολιπάση Α2 και τη λευκοτριενίου C4 συνθάση.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για την Azelastine (12 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωρικής αζελαστίνης μετά από ενδορρινική χορήγηση είναι περίπου 40%, με επίτευξη Cmax εντός 2-3 ωρών. Όταν χορηγείται σε δόσεις μεγαλύτερες από τη συνιστώμενη μέγιστη, παρατηρήθηκαν μεγαλύτερες από την αναμενόμενη αυξήσεις τόσο στην Cmax όσο και στην AUC.
Μετά από από του στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένης υδροχλωρικής αζελαστίνης, περίπου το 75% απεκκρίθηκε στα κόπρανα, με λιγότερο από 10% ως αμετάβλητη υδροχλωρική αζελαστίνη.
Μετά από ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση, ο σταθερός όγκος κατανομής είναι 14,5 L/kg.
Βάσει ενδοφλέβιας και από του στόματος χορήγησης, η αζελαστίνη παρουσίασε κάθαρση πλάσματος 0,5 L/h/kg.
Μετά από ενδορρινική χορήγηση, η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωρικής αζελαστίνης είναι περίπου 40%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνονται σε 2-3 ώρες.
Με βάση μελέτες μονής δόσης από του στόματος, η νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης <50 mL/min) οδήγησε σε 70-75% υψηλότερη Cmax και AUC σε σύγκριση με φυσιολογικά άτομα. Ο χρόνος προς τη μέγιστη συγκέντρωση δεν άλλαξε.
Βάσει ενδοφλέβιας και από του στόματος χορήγησης, ο σταθερός όγκος κατανομής και η κάθαρση πλάσματος είναι 14,5 L/kg και 0,5 L/h/kg, αντίστοιχα.
Μελέτες in vitro με ανθρώπινο πλάσμα υποδεικνύουν ότι η πρωτεϊνική δέσμευση της αζελαστίνης και της δεσμεθυλαζελαστίνης είναι περίπου 88% και 97%, αντίστοιχα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Azelastine (10 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Δέσμευση
Μελέτες in vitro σε ανθρώπινο πλάσμα υποδεικνύουν ότι η πρωτεϊνική δέσμευση της αζελαστίνης και της δεσμεθυλαζελαστίνης είναι περίπου 88% και 97%, αντίστοιχα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η υδροχλωρική αζελαστίνη μεταβολίζεται οξειδωτικά στον κύριο, και βιολογικά ενεργό, μεταβολίτη δεσμεθυλαζελαστίνη από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450. Αν και οι ετικέτες για την αζελαστίνη αναφέρουν ότι η ειδική εμπλοκή ενζύμων CYP δεν έχει διευκρινιστεί, έχει προταθεί ότι η N-απομεθυλίωση της αζελαστίνης καταλύεται κυρίως από τις CYP3A4, CYP2D6 και CYP1A2.
Η αζελαστίνη μεταβολίζεται οξειδωτικά στον κύριο ενεργό μεταβολίτη, τη δεσμεθυλαζελαστίνη, από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450. Οι ειδικές ισομορφές P450 που είναι υπεύθυνες για τη βιομετατροπή της αζελαστίνης δεν έχουν προσδιοριστεί.
Ο κύριος ενεργός μεταβολίτης, δεσμεθυλαζελαστίνη, δεν ήταν ανιχνεύσιμος (κάτω από τα όρια ανάλυσης) μετά από εφάπαξ ενδορρινική χορήγηση υδροχλωρικής αζελαστίνης. Μετά από ενδορρινική χορήγηση υδροχλωρικής αζελαστίνης σε σταθερή κατάσταση, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της δεσμεθυλαζελαστίνης κυμαίνονται από 20-50% των συγκεντρώσεων αζελαστίνης.
Οι φαρμακοκινητικές της υδροχλωρικής αζελαστίνης μετά από εφάπαξ και πολλαπλή χορήγηση (4,4 mg ως δισκίο, τ = 12 ώρες) διερευνήθηκαν σε 14 εθελοντές (6 γυναίκες, 8 άνδρες) άνω των 65 ετών (70 +/- 5 έτη, μέσος όρος +/- SD).
Η RIA ανιχνεύει παράλληλα με την αζελαστίνη και τον φαρμακοδυναμικά ενεργό μεταβολίτη N-δεμεθυλ-αζελαστίνη, και επομένως, οι παράμετροι περιγράφουν τη φαρμακοκινητική συμπεριφορά ως αποτέλεσμα και των δύο ενώσεων, δηλαδή της “ενεργού αρχής”. Οι N-δεμεθυλιωμένοι μεταβολίτες είναι γνωστό ότι έχουν συνήθως μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής από τις μητρικές τους ενώσεις και επομένως, συσσωρεύονται σε μεγαλύτερο βαθμό κατά τη διάρκεια πολλαπλής χορήγησης.
Η υδροχλωρική αζελαστίνη μεταβολίζεται οξειδωτικά στον κύριο μεταβολίτη, N-δεμεθυλαζελαστίνη, από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450, ωστόσο το ακριβές ισοένζυμο κυτοχρώματος P450 που εμπλέκεται δεν έχει προσδιοριστεί. Ο κύριος μεταβολίτης, δεσμεθυλαζελαστίνη, έχει επίσης δραστηριότητα ανταγωνιστή H1-υποδοχέα.
Οδός Απέκκρισης: Περίπου το 75% μιας από του στόματος δόσης ραδιοσημασμένης υδροχλωρικής αζελαστίνης απεκκρίθηκε στα κόπρανα με λιγότερο από 10% ως αμετάβλητη υδροχλωρική αζελαστίνη. Η υδροχλωρική αζελαστίνη μεταβολίζεται οξειδωτικά στον κύριο μεταβολίτη, N-δεμεθυλαζελαστίνη, από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450.
Χρόνος Ημίσειας Ζωής: Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής (βάσει ενδοφλέβιας και από του στόματος χορήγησης) είναι 22 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του ενεργού μεταβολίτη, δεσμεθυλαζελαστίνης, είναι 54 ώρες (μετά από από του στόματος χορήγηση αζελαστίνης).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Με βάση την ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση, η αζελαστίνη παρουσίασε χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 22 ώρες. Ο κύριος ενεργός μεταβολίτης της, η δεσμεθυλαζελαστίνη, έχει χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 54 ώρες.
Βάσει ενδοφλέβιας και από του στόματος χορήγησης, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 22 ώρες…
Όταν η υδροχλωρική αζελαστίνη χορηγείται από του στόματος, η δεσμεθυλαζελαστίνη έχει χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 54 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διάτασης ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Ενώσεις που συνδέονται και αναστέλλουν την ενζυμική δραστηριότητα των ΛΙΠΟΞΥΓΕΝΑΣΩΝ. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται αναστολείς που είναι ειδικοί για υποτύπους λιποξυγενάσης και δρουν μειώνοντας την παραγωγή ΛΕΥΚΟΤΡΙΕΝΩΝ.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δρουν εμποδίζοντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωμένων μεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ.475).
- Μια κατηγορία μη υπνωτικών φαρμάκων που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης (ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΦΑΡΜΑΚΟΥ), εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της ισταμίνης ή των αγωνιστών της ισταμίνης. Αυτά τα αντιισταμινικά αντιπροσωπεύουν μια ετερογενή ομάδα ενώσεων με διαφορετικές χημικές δομές, ανεπιθύμητες ενέργειες, κατανομή και μεταβολισμό. Σε σύγκριση με τα πρώιμα (πρώτης γενιάς) αντιισταμινικά, αυτά τα μη υπνωτικά αντιισταμινικά έχουν μεγαλύτερη ειδικότητα υποδοχέων, χαμηλότερη διείσδυση στον ΑΙΜΟΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΦΡΑΓΜΟ, και είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν υπνηλία ή ψυχοκινητική δυσλειτουργία.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
ZQI909440X
AZELASTINE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης H1
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-1
Η Αζελαστίνη είναι Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-1. Ο μηχανισμός δράσης της αζελαστίνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης H1.
AZELASTINE
Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-1 [EPC]; Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης H1 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διάτασης ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Ενώσεις που συνδέονται και αναστέλλουν την ενζυμική δραστηριότητα των ΛΙΠΟΞΥΓΕΝΑΣΩΝ. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται αναστολείς που είναι ειδικοί για υποτύπους λιποξυγενάσης και δρουν μειώνοντας την παραγωγή ΛΕΥΚΟΤΡΙΕΝΩΝ.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δρουν εμποδίζοντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωμένων μεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ.475).
- Μια κατηγορία μη υπνωτικών φαρμάκων που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης (ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΦΑΡΜΑΚΟΥ), εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της ισταμίνης ή των αγωνιστών της ισταμίνης. Αυτά τα αντιισταμινικά αντιπροσωπεύουν μια ετερογενή ομάδα ενώσεων με διαφορετικές χημικές δομές, ανεπιθύμητες ενέργειες, κατανομή και μεταβολισμό. Σε σύγκριση με τα πρώιμα (πρώτης γενιάς) αντιισταμινικά, αυτά τα μη υπνωτικά αντιισταμινικά έχουν μεγαλύτερη ειδικότητα υποδοχέων, χαμηλότερη διείσδυση στον ΑΙΜΟΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΦΡΑΓΜΟ, και είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν υπνηλία ή ψυχοκινητική δυσλειτουργία.