ALENDRONIC ACID
Αλενδρονικό οξύ
Tα διφωσφονικά άλατα (παμιδρονάτη, κλοδρονάτη, ετιδρονάτη, αλεδρονάτη και ιβανδρονικό οξύ) ενσωματώνονται στους κρυστάλλους του υδροξυαπατίτη των οστών και μειώνουν τόσο το ρυθμό οστεοσύνθεσης όσο και οστεόλυσης. Eξαιτίας της ιδιότητάς τους αυτής χρησιμοποιούνται κυρίως για τη …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ACLONIA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την εβδομάδα, τουλάχιστον 30 λεπτά πριν το πρώτο γεύμα, ρόφημα ή φαρμακευτικό προϊόν της ημέρας. Να μην ξαπλώνουν για 30 λεπτά τουλάχιστον μετά τη λήψη και έως μετά το πρώτο γεύμα.
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο μία φορά την εβδομάδα
-
ΕνήλικεςΔόσηένα δισκίομία φορά την εβδομάδα. Σε περίπτωση παράλειψης δόσης, να λαμβάνεται το επόμενο πρωί αφότου το θυμηθούν. Να μην λαμβάνονται δύο δισκία την ίδια ημέρα. Η ανάγκη για συνέχιση της θεραπείας θα πρέπει να επανεκτιμάται ανά περιόδους.
-
Ηλικιωμένος πληθυσμόςΔεν χρειάζεται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 35 mL/min. Δεν είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης > 35 mL/min.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
block
SPC-ACLONIA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Διαταραχές του οισοφάγου και άλλοι παράγοντες που προκαλούν επιβράδυνση της κένωσης του οισοφάγου, όπως στένωση ή αχαλασία
-
Αδυναμία του ασθενούς να σταθεί ή να καθίσει σε όρθια στάση για τουλάχιστον 30 λεπτά
-
Υπασβεσταιμία
warning
SPC-ACLONIA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες του ανώτερου γαστρεντερικού συστήματοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργά προβλήματα στο ανώτερο γαστρεντερικό (δυσφαγία, οισοφαγική νόσο, γαστρίτιδα, δωδεκαδακτυλίτιδα, έλκη) ή πρόσφατο ιστορικό μείζονος πάθησης του γαστρεντερικού (πεπτικό έλκος, ενεργός γαστρεντερική αιμορραγία, χειρουργική επέμβαση ανώτερου γαστρεντερικού εκτός πυλωροπλαστικής)Να δίνεται προσοχή
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες του ανώτερου γαστρεντερικού συστήματοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστό οισοφάγο BarrettΟι γιατροί να εξετάζουν τα οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους του alendronate σε εξατομικευμένη βάση
-
Αντιδράσεις από τον οισοφάγοπροσοχήΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμόςΟι γιατροί να είναι σε εγρήγορση για ενδείξεις/συμπτώματα οισοφαγικής αντίδρασης. Οι ασθενείς να διακόψουν το alendronate και να ζητήσουν ιατρική συμβουλή αν παρουσιάσουν συμπτώματα οισοφαγικού ερεθισμού (δυσφαγία, άλγος κατά την κατάποση ή οπισθοστερνικό άλγος, εμφάνιση ή επιδείνωση οπισθοστερνικού καύσου)
-
Αυξημένος κίνδυνος σοβαρών οισοφαγικών ανεπιθύμητων ενεργειώνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που δεν λαμβάνουν alendronate σύμφωνα με τον ενδεδειγμένο τρόπο ή συνεχίζουν να λαμβάνουν alendronate μετά την εμφάνιση συμπτωμάτων οισοφαγικού ερεθισμούΟι ασθενείς να λαμβάνουν πλήρεις οδηγίες για τον τρόπο χορήγησης του φαρμάκου και να ενημερώνονται ότι η μη τήρηση οδηγιών αυξάνει τον κίνδυνο προβλημάτων στον οισοφάγο
-
Οστεονέκρωση της γνάθουπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν διφωσφονικά (ιδίως με παράγοντες κινδύνου όπως καρκίνος, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, κορτικοστεροειδή, αναστολείς αγγειογένεσης, κάπνισμα, ιστορικό οδοντικής νόσου, μη ικανοποιητική στοματική υγιεινή, περιοδοντική νόσος, επεμβατικοί οδοντιατρικοί χειρισμοί, κακώς τοποθετημένες οδοντοστοιχίες)Να εξετάζεται οδοντιατρική εξέταση με προληπτική οδοντιατρική παρέμβαση πριν τη θεραπεία με από του στόματος διφωσφονικά σε ασθενείς με μη ικανοποιητική στοματική υγιεινή. Να αποφεύγονται επεμβατικοί οδοντιατρικοί χειρισμοί κατά τη θεραπεία εάν είναι δυνατόν. Να διατηρείται καλή στοματική υγιεινή, να γίνονται οδοντιατρικοί έλεγχοι ρουτίνας, και να αναφέρονται συμπτώματα (οδοντική νοσηρότητα, άλγος, οίδημα)
-
Οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρουπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν διφωσφονικά, ιδίως σε μακροχρόνια θεραπεία και με παράγοντες κινδύνου (χρήση στεροειδών, χημειοθεραπεία, τοπική λοίμωξη/τραυματισμός)Να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα οστεονέκρωσης του έξω ακουστικού πόρου σε ασθενείς με συμπτώματα στο αυτί (πόνος, έκκριση) ή χρόνιες λοιμώξεις του αυτιού
-
Μυοσκελετικός πόνοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν διφωσφονικάΝα είναι ενήμεροι για την πιθανότητα εμφάνισης πόνου στα οστά, την άρθρωση και/ή μυϊκού πόνου
-
Άτυπα κατάγματα του μηριαίου οστούπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία με διφωσφονικά για οστεοπόρωσηΟι ασθενείς να συμβουλεύονται ώστε να αναφέρουν οποιοδήποτε πόνο στο μηρό, στο ισχίο ή στη βουβωνική χώρα. Κάθε ασθενής με αυτά τα συμπτώματα πρέπει να αξιολογείται για ατελές κάταγμα του μηριαίου. Να εξετάζεται το αντίπλευρο μηριαίο οστό σε ασθενείς που έχουν υποστεί κάταγμα του μηριαίου άξονα. Η διακοπή της θεραπείας να εκτιμηθεί με βάση αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου
-
Νεφρική δυσλειτουργίααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία όπου η κάθαρση κρεατινίνης είναι μικρότερη από 35 mL/minΤο ACLONIA δε συνιστάται
-
Μεταβολισμός του οστού και των μεταλλικών στοιχείωνπροσοχήΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμόςΠρέπει να εξετάζονται αιτίες εμφάνισης οστεοπόρωσης εκτός της έλλειψης οιστρογόνων και της προχωρημένης ηλικίας
-
ΥπασβεστιαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με υπασβεστιαιμίαΝα αντιμετωπιστεί πριν την έναρξη της θεραπείας με ACLONIA
-
Διαταραχές μεταβολισμού μεταλλικών στοιχείωνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με έλλειψη βιταμίνης D ή υποπαραθυρεοειδισμόΝα θεραπεύονται αποτελεσματικά πριν από την έναρξη του ACLONIA
-
Ανεπάρκεια βιταμίνης DπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ανεπάρκεια βιταμίνης DΗ ποσότητα βιταμίνης D που περιέχεται στο ACLONIA δεν είναι κατάλληλη για τη διόρθωση της ανεπάρκειας της βιταμίνης D
-
Μειώσεις ασβεστίου και φωσφόρου στον ορόπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν γλυκοκορτικοειδήΕνδέχεται να εμφανιστούν μειώσεις ασβεστίου και φωσφόρου στον ορό λόγω των επιδράσεων του alendronate στην επιμετάλλωση του οστού. Σπάνιες αναφορές συμπτωματικής υπασβεσταιμίας σε ασθενείς με προδιαθεσικές καταστάσεις (π.χ. υποπαραθυρεοειδισμό, έλλειψη βιταμίνης D, δυσαπορρόφηση ασβεστίου)
-
Υπερασβεσταιμία και/ή υπερασβεστιουρίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νόσο που σχετίζεται με μη ρυθμισμένη υπερπαραγωγή καλσιτριόλης (π.χ. λευχαιμία, λέμφωμα, σαρκοείδωση)Η βιταμίνη D3 μπορεί να αυξήσει το μέγεθος της υπερασβεσταιμίας και/ή υπερασβεστιουρίας
-
Απορρόφηση βιταμίνης D3προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με δυσαπορρόφησηΜπορεί να μην απορροφούν επαρκώς την βιταμίνη D3
-
Έκδοχα (λακτόζη, σακχαρόζη)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας της φρουκτόζης, της γαλακτόζης, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο
-
ΝάτριοΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμόςΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου»
swap_horiz
SPC-ACLONIA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Τροφές και ροφήματα (συμπεριλαμβανομένου του μεταλλικού νερού), συμπληρώματα ασβεστίου, αντιόξινα και ορισμένα από του στόματος χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΜείωση της απορρόφησης του alendronateΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να περιμένουν τουλάχιστον 30 λεπτά πριν λάβουν οποιοδήποτε άλλο φαρμακευτικό προϊόν από το στόμα.
-
Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ)προσοχήΓαστρεντερικός ερεθισμόςΣύστασηΣυνιστάται προσοχή κατά την ταυτόχρονη λήψη.
-
Olestra, έλαια μεταλλικών στοιχείων, orlistat, ενώσεις που δεσμεύουν το χολικό οξύ (π.χ. χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη)προσοχήΜπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την απορρόφηση της βιταμίνης D
-
προσοχήΜπορεί να αυξήσουν τον καταβολισμό της βιταμίνης DΣύστασηΕπιπλέον συμπληρώματα βιταμίνης D μπορεί να εξεταστούν σε ατομική βάση.
sick
SPC-ACLONIA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (κνίδωση, αγγειοοίδημα)
- Συμπτωματική υπασβεστιαιμία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Ίλιγγος
- Ραγοειδίτιδα
- Σκληρίτιδα
- Επισκληρίτιδα
- Οστεονέκρωση έξω ακουστικού πόρου
- Οίδημα άρθρωσης
- Οστεονέκρωση γνάθου
- Άτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα
- Κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Μετεωρισμός
- Οισοφαγικό έλκος
- Δυσφαγία
- Κοιλιακή διάταση
- Παλινδρόμηση οξέος
- Ναυτία
- Έμετος
- Γαστρίτιδα
- Οισοφαγίτιδα
- Μέλαινα
- Διάτρηση ανώτερου γαστρεντερικού
- Έλκη ανώτερου γαστρεντερικού
- Αιμορραγία ανώτερου γαστρεντερικού
- Διαβρώσεις του οισοφάγου
- Οισοφαγική στένωση
- Στοματοφαρυγγική εξέλκωση
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Εξάνθημα με φωτοευαισθησία
- Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση)
- Μυοσκελετικός πόνος (οστού, μυός ή άρθρωσης)
- Εξασθένιση
- Περιφερικό οίδημα
- Παροδικά συμπτώματα οξείας φάσης (μυαλγία, αδιαθεσία, πυρετός)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΜυοσκελετικός πόνος (οστού, μυός ή άρθρωσης)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακή διάτασηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημα άρθρωσηςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟισοφαγικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠαλινδρόμηση οξέοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαβρώσεις του οισοφάγουΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕπισκληρίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜέλαιναΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαροδικά συμπτώματα οξείας φάσης (μυαλγία, αδιαθεσία, πυρετός)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΡαγοειδίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΣκληρίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΆτυπα υποτροχαντήρια κατάγματαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΈλκη ανώτερου γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΑιμορραγία ανώτερου γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (κνίδωση, αγγειοοίδημα)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔιάτρηση ανώτερου γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕξάνθημα με φωτοευαισθησίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚατάγματα της διάφυσης του μηριαίουΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟισοφαγική στένωσηΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΟστεονέκρωση γνάθουΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣοβαρές δερματικές αντιδράσεις (σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΣτοματοφαρυγγική εξέλκωσηΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣυμπτωματική υπασβεστιαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ σπάνιεςΟστεονέκρωση έξω ακουστικού πόρουΜυοσκελετικό
pregnant_woman
SPC-ACLONIA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΤο ACLONIA δεν πρέπει να χορηγείται κατά την διάρκεια της κύησηςΔεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για την χρήση του alendronate σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγή. Το alendronate που χορηγήθηκε κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης σε αρουραίους προκάλεσε δυστοκία σχετιζόμενη με υπασβεστιαιμία (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει υπερασβεσταιμία και τοξικότητα στην αναπαραγωγή με μεγάλες δόσεις βιταμίνης D (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΤο alendronate δεν θα πρέπει να χορηγείται κατά την διάρκεια του θηλασμούΕίναι άγνωστο εάν το alendronate/οι μεταβολίτες εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/βρέφη. Το cholecalciferol και κάποιοι από τους ενεργούς μεταβολίτες του εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο για το έμβρυο στον άνθρωπο. Ωστόσο, υπάρχει θεωρητικά κίνδυνος για εμβρυϊκή βλάβη, κυρίως σκελετική, εάν μία γυναίκα καταστεί έγκυος μετά την ολοκλήρωση ενός κύκλου θεραπείας με διφωσφονικά.Οι δισφωσφονικές ενώσεις ενσωματώνονται στη θεμέλια ουσία του οστού, από όπου απελευθερώνονται σταδιακά σε ένα διάστημα ετών. Το ποσοστό των διφωσφονικών που ενσωματώνονται στο οστό των ενηλίκων, και ως εκ τούτου, το διαθέσιμο ποσοστό προς απελευθέρωση στην συστηματική κυκλοφορία, είναι άμεσα σχετιζόμενο με την δόση και τη διάρκεια της χρήσης των διφωσφονικών (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η επίδραση των παραμέτρων, όπως ο χρόνος μεταξύ της διακοπής της θεραπείας με διφωσφονικά έως την σύλληψη, το συγκεκριμένο διφωσφονικό που χρησιμοποιείται, και η οδός χορήγησης (ενδοφλέβια έναντι από στόματος) πάνω στον κίνδυνο δεν έχει μελετηθεί.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ACLONIA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ACLONIA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Alendronate #### Απορρόφηση Σε σύγκριση με μια ενδοφλέβια δόση αναφοράς η από του στόματος μέση βιοδιαθεσιμότητα του alendronate σε γυναίκες ήταν 0,64% για δόσεις κυμαινόμενες από 5 έως 70 mg όταν χορηγήθηκαν μετά από ολονύκτια νηστεία και δύο ώρες πριν…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ασβέστιο ορού (Ca) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | Νόσος με μη ρυθμισμένη υπερπαραγωγή καλσιτριόλης και λήψη βιταμίνης D3 |
| Κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Διαταραχές μεταβολισμού μεταλλικών στοιχείων | ||
| Ασβέστιο ούρων | humidity_midΟυρολογικός / ανάλυση ούρων | — | Νόσος με μη ρυθμισμένη υπερπαραγωγή καλσιτριόλης και λήψη βιταμίνης D3 |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Συμπτώματα υπασβεσταιμίας | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Διαταραχές μεταβολισμού μεταλλικών στοιχείων |
| Οδοντιατρικός έλεγχος | more_horizΆλλο / λοιπά | Ρουτίνας | Κατά τη διάρκεια θεραπείας με διφωσφονικά |
Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Εξέταση μηριαίου οστού | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | — | Λήψη διφωσφονικών και κάταγμα μηριαίου άξονα |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ACLONIA
expand_more
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι ένα δισκίο μία φορά την εβδομάδα.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι σε περίπτωση που παραλείψουν μία δόση ACLONIA πρέπει να πάρουν ένα δισκίο το επόμενο πρωί αφότου το θυμηθούν. Δεν πρέπει να πάρουν δύο δισκία την ίδια ημέρα, αλλά πρέπει να επιστρέψουν στο ένα δισκίο μία φορά την εβδομάδα, την ημέρα της επιλογής σας, όπως είχαν αρχικά προγραμματίσει.
Λόγω της φύσης της εξέλιξης της νόσου στην οστεοπόρωση, το ACLONIA έχει σχεδιασθεί για μακροχρόνια χορήγηση. Η βέλτιστη διάρκεια της θεραπείας με διφωσφονικά για την οστεοπόρωση δεν έχει τεκμηριωθεί. Η ανάγκη για συνέχιση της θεραπείας θα πρέπει να επανεκτιμάται ανά περιόδους με βάση τα οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους του ACLONIA για κάθε ασθενή ξεχωριστά, ιδιαίτερα μετά από 5 ή περισσότερα χρόνια χρήσης.
Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν συμπληρωματική ποσότητα ασβεστίου εφόσον η πρόσληψη από το διαιτολόγιο τους δεν είναι επαρκής (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Η επιπρόσθετη συμπληρωματική ποσότητα βιταμίνης D πρέπει να εξετασθεί σε ατομική βάση λαμβάνοντας υπόψιν οποιαδήποτε λήψη βιταμίνης D από βιταμίνες και διαιτητικά συμπληρώματα.
Δεν έχει μελετηθεί η ισοδυναμία πρόσληψης 2.800 IU βιταμίνης D3 μία φορά την εβδομάδα του ACLONIA 70 mg/2.800 IU με την ημερήσια δοσολογία 400 IU βιταμίνης D.
Δεν έχει μελετηθεί η ισοδυναμία πρόσληψης 5.600 IU βιταμίνης D3 μία φορά την εβδομάδα του ACLONIA 70 mg/5.600 IU με την ημερήσια δοσολογία 800 IU βιταμίνης D.
Ηλικιωμένος πληθυσμός
Σε κλινικές μελέτες, δεν εμφανίστηκε διαφορά σχετιζόμενη με την ηλικία σχετικά με τα προφίλ αποτελεσματικότητας και ασφάλειας του alendronate. Γι’ αυτό, δεν χρειάζεται αναπροσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Το ACLONIA δεν συνιστάται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία όπου η κάθαρση κρεατινίνης είναι μικρότερη από 35 mL/min, λόγω έλλειψης εμπειρίας. Δεν είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεγαλύτερη από 35 mL/min.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του ACLONIA σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Το ACLONIA δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 18 ετών, επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τον συνδυασμό alendronic acid/cholecalciferol. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με το alendronic acid στον παιδιατρικό πληθυσμό περιγράφονται στην (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση.
Για να επιτραπεί η επαρκής απορρόφηση του alendronate:
- Το ACLONIA πρέπει να λαμβάνεται με νερό μόνο (όχι μεταλλικό νερό), τουλάχιστον 30 λεπτά πριν το πρώτο γεύμα, ρόφημα, ή φαρμακευτικό προϊόν (συμπεριλαμβανομένων των αντιόξινων, των συμπληρωμάτων ασβεστίου και των βιταμινών) της ημέρας. Άλλα ροφήματα (συμπεριλαμβανομένου και του μεταλλικού νερού), τροφές και ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να μειώσουν την απορρόφηση του alendronate (βλέπε Αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Οι ακόλουθες οδηγίες θα πρέπει να ακολουθηθούν ακριβώς προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος οισοφαγικού ερεθισμού και σχετιζόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις):
- Το ACLONIA πρέπει καταπίνεται μόνο αφότου σηκωθεί ο ασθενής από το κρεβάτι την συγκεκριμένη ημέρα με ένα γεμάτο ποτήρι νερό (όχι λιγότερο από 200 mL).
- Οι ασθενείς πρέπει μόνο να καταπίνουν το ACLONIA ολόκληρο. Οι ασθενείς δεν πρέπει να θρυμματίζουν ή να μασούν το δισκίο ή να το αφήνουν να διαλυθεί μέσα στο στόμα τους επειδή είναι δυνατόν να εμφανιστεί στοματοφαρυγγική εξέλκωση.
- Οι ασθενείς δεν πρέπει να ξαπλώνουν για 30 λεπτά τουλάχιστον μετά τη λήψη του ACLONIA και έως μετά το πρώτο γεύμα της ημέρας.
- Το ACLONIA δεν πρέπει να λαμβάνεται κατά την νυχτερινή κατάκλιση ή πριν σηκωθεί ο ασθενής το πρωί από το κρεβάτι.
block
Αντενδείξεις
SPC-ACLONIA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
- Διαταραχές του οισοφάγου και άλλοι παράγοντες που προκαλούν επιβράδυνση της κένωσης του οισοφάγου, όπως στένωση ή αχαλασία.
- Αδυναμία του ασθενούς να σταθεί ή να καθίσει σε όρθια στάση για τουλάχιστον 30 λεπτά.
- Υπασβεσταιμία.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ACLONIA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Alendronate
Ανεπιθύμητες ενέργειες του ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος
Το alendronate μπορεί να προκαλέσει τοπικό ερεθισμό του βλεννογόνου του ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χορηγείται το alendronate σε ασθενείς με ενεργά προβλήματα στο ανώτερο γαστρεντερικό, όπως δυσφαγία, οισοφαγική νόσο, γαστρίτιδα, δωδεκαδακτυλίτιδα, έλκη, ή με πρόσφατο ιστορικό (εντός του προηγούμενου έτους) μείζονος πάθησης του γαστρεντερικού όπως πεπτικό έλκος, ή ενεργό γαστρεντερική αιμορραγία, ή χειρουργική επέμβαση του ανώτερου γαστρεντερικού τμήματος εκτός από την πυλωροπλαστική (βλ. Αντενδείξεις).
Σε ασθενείς με γνωστό οισοφάγο Barrett, οι γιατροί θα πρέπει να εξετάζουν τα οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους του alendronate σε εξατομικευμένη βάση.
Αντιδράσεις από τον οισοφάγο (μερικές φορές σοβαρές που απαιτούν εισαγωγή στο νοσοκομείο), όπως οισοφαγίτιδα, οισοφαγικά έλκη και οισοφαγικές διαβρώσεις, σπάνια ακολουθούμενες από οισοφαγική στένωση, έχουν αναφερθεί. Οι γιατροί πρέπει να είναι σε εγρήγορση για οποιεσδήποτε ενδείξεις ή συμπτώματα που υποδηλώνουν πιθανή οισοφαγική αντίδραση. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται να διακόπτουν το alendronate και να ζητούν ιατρική συμβουλή αν παρουσιάσουν συμπτώματα οισοφαγικού ερεθισμού όπως δυσφαγία, άλγος κατά την κατάποση ή οπισθοστερνικό άλγος, εμφάνιση ή επιδείνωση του οπισθοστερνικού καύσου (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ο κίνδυνος για σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στον οισοφάγο εμφανίζεται αυξημένος σε ασθενείς που δεν λαμβάνουν alendronate σύμφωνα με τον ενδεδειγμένο τρόπο και/ή συνεχίζουν να λαμβάνουν alendronate αφού έχουν εμφανίσει συμπτώματα ενδεικτικά για οισοφαγικό ερεθισμό. Είναι πολύ σημαντικό οι ασθενείς να λαμβάνουν πλήρεις οδηγίες για τον τρόπο χορήγησης του φαρμάκου, τις οποίες κατανοούν (βλ. Δοσολογία). Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι αν δεν ακολουθούν αυτές τις οδηγίες μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος προβλημάτων στον οισοφάγο.
Έχουν γίνει σπάνια αναφορές (μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου) για γαστρικά και δωδεκαδακτυλικά έλκη, μερικά εκ των οποίων ήταν σοβαρά και με επιπλοκές (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Οστεονέκρωση της γνάθου
Έχει αναφερθεί οστεονέκρωση της γνάθου που σχετίζεται γενικά με την εξαγωγή οδόντων και/ή με τοπική λοίμωξη (συμπεριλαμβανομένης της οστεομυελίτιδας) σε ασθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν διφωσφονικά (ενδοφλέβια). Οστεονέκρωση της γνάθου έχει επίσης αναφερθεί σε ασθενείς με οστεοπόρωση που λαμβάνουν από το στόμα διφωσφονικά.
Οι ακόλουθοι παράγοντες κινδύνου πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν κατά την εξατομικευμένη αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης οστεονέκρωσης της γνάθου:
- η περιεκτικότητα του διφωσφονικού, η οδός χορήγησης και η αθροιστική δόση
- καρκίνος, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, κορτικοστεροειδή, αναστολείς αγγειογένεσης, κάπνισμα
- ιστορικό οδοντικής νόσου, μη ικανοποιητική στοματική υγιεινή, περιοδοντική νόσος, επεμβατικοί οδοντιατρικοί χειρισμοί και κακώς τοποθετημένες οδοντοστοιχίες
Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο οδοντιατρικής εξέτασης με κατάλληλη προληπτική οδοντιατρική παρέμβαση πριν από την θεραπεία με διφωσφονικά χορηγούμενα από το στόμα σε ασθενείς με μη ικανοποιητική στοματική υγιεινή.
Όταν οι ασθενείς βρίσκονται σε θεραπεία, θα πρέπει να αποφεύγονται, εάν είναι δυνατόν, επεμβατικοί οδοντιατρικοί χειρισμοί. Στους ασθενείς οι οποίοι παρουσίασαν οστεονέκρωση της γνάθου, η οδοντιατρική επέμβαση μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση. Για τους ασθενείς στους οποίους απαιτούνται οδοντιατρικοί χειρισμοί, δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα που να υποστηρίζουν ότι η διακοπή της θεραπείας με διφωσφονικά μειώνει τον κίνδυνο οστεονέκρωσης της γνάθου. Η κλινική αξιολόγηση από τον θεράποντα ιατρό θα οδηγήσει στο θεραπευτικό σχήμα για κάθε ασθενή, το οποίο βασίζεται στην εξατομικευμένη αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου.
Κατά την διάρκεια θεραπείας με διφωσφονικά, όλοι οι ασθενείς πρέπει να προτρέπονται στο να διατηρούν καλή στοματική υγιεινή, να κάνουν οδοντιατρικούς ελέγχους ρουτίνας, και να αναφέρουν οποιαδήποτε συμπτώματα στο στόμα όπως οδοντική νοσηρότητα, άλγος, ή οίδημα.
Οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου
Οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου αναφέρθηκε με τη χρήση διφωσφονικών, κυρίως σε περιπτώσεις μακροχρόνιας θεραπείας. Στους πιθανούς παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνονται η χρήση στεροειδών και η χημειοθεραπεία ή/και τοπικοί παράγοντες κινδύνου όπως κάποια λοίμωξη ή τραυματισμός. Σε ασθενείς που λαμβάνουν διφωσφονικά και παρουσιάζουν συμπτώματα στο αυτί όπως πόνος ή έκκριση, ή χρόνιες λοιμώξεις του αυτιού, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα οστεονέκρωσης του έξω ακουστικού πόρου.
Μυοσκελετικός πόνος
Έχει αναφερθεί πόνος στα οστά, την άρθρωση και/ή μυϊκός πόνος σε ασθενείς που λαμβάνουν διφωσφονικά. Σπανίως τα συμπτώματα αυτά ήταν σοβαρά και/ή καθιστούσαν τον ασθενή ανίκανο (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το χρονικό διάστημα ως την εμφάνιση των συμπτωμάτων ποικίλει από μία ημέρα ως μερικούς μήνες από την έναρξη της θεραπείας. Οι περισσότεροι ασθενείς ανακουφίστηκαν από τα συμπτώματα με την διακοπή της θεραπείας. Μια υποομάδα είχε επανεμφάνιση των συμπτωμάτων με την εκ νέου χορήγηση του ιδίου φαρμακευτικού προϊόντος ή άλλων διφωσφονικών.
Άτυπα κατάγματα του μηριαίου οστού
Άτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα και κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου έχουν αναφερθεί με θεραπεία με διφωσφονικά, κυρίως σε ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία για την οστεοπόρωση. Αυτά τα εγκάρσια ή μικρά λοξά κατάγματα μπορούν να συμβούν οπουδήποτε κατά μήκος του μηριαίου οστού, από κάτω ακριβώς από τον ελάσσονα τροχαντήρα μέχρι και ακριβώς επάνω από το υπερκονδύλιο κύρτωμα. Αυτά τα κατάγματα συμβαίνουν μετά από μικρό ή καθόλου τραυματισμό και μερικοί ασθενείς βιώνουν πόνο στο μηρό ή στη βουβωνική χώρα, που συνδέεται συχνά με απεικονιστικά ευρήματα των καταγμάτων κόπωσης, εβδομάδες έως μήνες πριν παρουσιάσουν πλήρες κάταγμα μηριαίου. Τα κατάγματα είναι συχνά αμφίπλευρα, ως εκ τούτου το αντίπλευρο μηριαίο οστό πρέπει να εξεταστεί σε ασθενείς που έλαβαν διφωσφονικά και που έχουν υποστεί κάταγμα του μηριαίου άξονα. Πτωχή επούλωση των καταγμάτων αυτών έχει επίσης αναφερθεί. Η διακοπή της θεραπείας με διφωσφονικά σε ασθενείς που υπάρχει υποψία ότι έχουν άτυπο κάταγμα μηριαίου θα πρέπει να εκτιμηθεί εν αναμονή της αξιολόγησης του ασθενούς, με βάση την εξατομικευμένη αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με διφωσφονικά οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται ώστε να αναφέρουν οποιοδήποτε πόνο στο μηρό, στο ισχίο ή στη βουβωνική χώρα και κάθε ασθενής που παρουσιάζει αυτά τα συμπτώματα πρέπει να αξιολογείται για ατελές κάταγμα του μηριαίου.
Νεφρική δυσλειτουργία
Το ACLONIA δε συνιστάται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία όπου η κάθαρση κρεατινίνης είναι μικρότερη από 35 mL/min (βλ. Δοσολογία).
Μεταβολισμός του οστού και των μεταλλικών στοιχείων
Πρέπει να εξετάζονται αιτίες εμφάνισης οστεοπόρωσης εκτός της έλλειψης οιστρογόνων και της προχωρημένης ηλικίας.
H υπασβεστιαιμία θα πρέπει να αντιμετωπιστεί πριν την έναρξη της θεραπείας με ACLONIA (βλ. Αντενδείξεις). Άλλες διαταραχές που επηρεάζουν τον μεταβολισμό μεταλλικών στοιχείων (όπως η έλλειψη βιταμίνης D και ο υποπαραθυρεοειδισμός), θα πρέπει επίσης να θεραπεύονται αποτελεσματικά πριν από την έναρξη του ACLONIA. Η ποσότητα βιταμίνης D που περιέχεται στο ACLONIA δεν είναι κατάλληλη για την διόρθωση της ανεπάρκειας της βιταμίνης D. Σε ασθενείς με αυτές τις καταστάσεις, θα πρέπει να ελέγχονται το ασβέστιο του ορού και τα συμπτώματα υπασβεσταιμίας κατά την διάρκεια της θεραπείας με ACLONIA.
Εξαιτίας των θετικών επιδράσεων του alendronate στην αύξηση της επιμετάλλωσης του οστού, μπορεί να εμφανιστούν μειώσεις ασβεστίου και φωσφόρου στον ορό, ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν γλυκοκορτικοειδή στους οποίους η απορρόφηση ασβεστίου μπορεί να είναι μειωμένη. Αυτές είναι συχνά μικρές και ασυμπτωματικές. Ωστόσο, έχουν γίνει σπάνιες αναφορές συμπτωματικής υπασβεσταιμίας, οι οποίες περιστασιακά μπορεί να ήταν σοβαρές και συχνά παρουσιάστηκαν σε ασθενείς με προδιαθεσικές καταστάσεις (π.χ. υποπαραθυρεοειδισμό, έλλειψη βιταμίνης D και δυσαπορρόφηση ασβεστίου) (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Cholecalciferol
Η βιταμίνη D3 μπορεί να αυξήσει το μέγεθος της υπερασβεσταιμίας και/ή υπερασβεστιουρίας όταν χορηγηθεί σε ασθενείς με νόσο που σχετίζεται με μη ρυθμισμένη υπερπαραγωγή καλσιτριόλης (π.χ. λευχαιμία, λέμφωμα, σαρκοείδωση).
Οι ασθενείς με δυσαπορρόφηση μπορεί να μην απορροφούν επαρκώς την βιταμίνη D3.
Έκδοχα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη και σακχαρόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας της φρουκτόζης, της γαλακτόζης, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ACLONIA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Alendronate
Εάν λαμβάνονται ταυτόχρονα, τροφές και ροφήματα (συμπεριλαμβανομένου του μεταλλικού νερού), συμπληρώματα ασβεστίου, αντιόξινα και ορισμένα από του στόματος χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα είναι πιθανόν να επηρεάζουν την απορρόφηση του alendronate. Γι’ αυτό, μετά τη λήψη του alendronate, οι ασθενείς θα πρέπει να περιμένουν τουλάχιστον 30 λεπτά πριν λάβουν οποιοδήποτε άλλο φαρμακευτικό προϊόν από το στόμα (βλέπε Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Επειδή η χρήση των Μη Στεροειδών Αντιφλεγμονωδών Φαρμάκων (ΜΣΑΦ) σχετίζεται με γαστρεντερικό ερεθισμό, συνιστάται προσοχή κατά την ταυτόχρονη λήψη με alendronate.
Cholecalciferol
Το προϊόν olestra, έλαια μεταλλικών στοιχείων, το orlistat, και ενώσεις που δεσμεύουν το χολικό οξύ (π.χ. χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη) μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την απορρόφηση της βιταμίνης D. Αντισπασμωδικά, σιμετιδίνη και θειαζίδες μπορεί να αυξήσουν τον καταβολισμό της βιταμίνης D. Επιπλέον συμπληρώματα βιταμίνης D μπορεί να εξεταστούν σε ατομική βάση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ACLONIA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί πιο συχνά είναι ανεπιθύμητες ενέργειες του ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος που συμπεριλαμβάνουν κοιλιακό άλγος, δυσπεψία, οισοφαγικό έλκος, δυσφαγία, κοιλιακή διάταση και παλινδρόμηση οξέος (> 1%).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών και/ή μετά την κυκλοφορία φαρμάκου με alendronate. Δεν έχουν προσδιορισθεί επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες για τον συνδυασμό alendronate και cholecalciferol.
Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000).
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Σπάνιες | αντιδράσεις υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένης της κνίδωσης και του αγγειοοιδήματος |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Σπάνιες | συμπτωματική υπασβεστιαιμία, συχνά σε συσχετισμό με προδιαθεσικές καταστάσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | κεφαλαλγία, ζάλη† |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Όχι συχνές | φλεγμονή οφθαλμού (ραγοειδίτιδα, σκληρίτιδα ή επισκληρίτιδα) |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Συχνές | ίλιγγος† |
| Πολύ σπάνιες | οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου (ανεπιθύμητη ενέργεια της κατηγορίας των διφωσφονικών) | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Συχνές | κοιλιακό άλγος, δυσπεψία, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός, οισοφαγικό έλκος*, δυσφαγία*, κοιλιακή διάταση, παλινδρόμηση οξέος |
| Όχι συχνές | ναυτία, έμετος, γαστρίτιδα, οισοφαγίτιδα*, διαβρώσεις του οισοφάγου*, μέλαινα† | |
| Σπάνιες | οισοφαγική στένωση*, στοματοφαρυγγική εξέλκωση*, ΔΕΑ (διάτρηση, έλκη, αιμορραγία) ανώτερου γαστρεντερικού (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | αλωπεκία†, κνησμός† |
| Όχι συχνές | εξάνθημα, ερύθημα | |
| Σπάνιες | εξάνθημα με φωτοευαισθησία, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης‡ | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Πολύ συχνές | μυοσκελετικός (οστού, μυός ή άρθρωσης) πόνος ο οποίος μερικές φορές είναι έντονος†§ |
| Συχνές | οίδημα άρθρωσης† | |
| Σπάνιες | οστεονέκρωση της γνάθου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), άτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα και κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου (ανεπιθύμητη ενέργεια της κατηγορίας των διφωσφονικών) | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | εξασθένιση†, περιφερικό οίδημα† |
| Όχι συχνές | παροδικά συμπτώματα όπως αυτά της απόκρισης οξείας φάσης (μυαλγία, αδιαθεσία, και σπάνια πυρετός), τυπικά σε συσχετισμό με την έναρξη της θεραπείας† |
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ACLONIA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Το ACLONIA προορίζεται να χορηγηθεί μόνο σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και γι’ αυτό δεν πρέπει να χορηγείται κατά την διάρκεια της κύησης ή σε γυναίκες που θηλάζουν.
Κύηση
Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για την χρήση του alendronate σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγή. Το alendronate που χορηγήθηκε κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης σε αρουραίους προκάλεσε δυστοκία σχετιζόμενη με υπασβεστιαιμία (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει υπερασβεσταιμία και τοξικότητα στην αναπαραγωγή με μεγάλες δόσεις βιταμίνης D (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το ACLONIA δεν πρέπει να χορηγείται κατά την διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός
Είναι άγνωστο εάν το alendronate/οι μεταβολίτες εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/βρέφη. Το alendronate δεν θα πρέπει να χορηγείται κατά την διάρκεια του θηλασμού. Το cholecalciferol και κάποιοι από τους ενεργούς μεταβολίτες του εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
Γονιμότητα
Οι δισφωσφονικές ενώσεις ενσωματώνονται στη θεμέλια ουσία του οστού, από όπου απελευθερώνονται σταδιακά σε ένα διάστημα ετών. Το ποσοστό των διφωσφονικών που ενσωματώνονται στο οστό των ενηλίκων, και ως εκ τούτου, το διαθέσιμο ποσοστό προς απελευθέρωση στην συστηματική κυκλοφορία, είναι άμεσα σχετιζόμενο με την δόση και τη διάρκεια της χρήσης των διφωσφονικών (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο για το έμβρυο στον άνθρωπο. Ωστόσο, υπάρχει θεωρητικά κίνδυνος για εμβρυϊκή βλάβη, κυρίως σκελετική, εάν μία γυναίκα καταστεί έγκυος μετά την ολοκλήρωση ενός κύκλου θεραπείας με διφωσφονικά. Η επίδραση των παραμέτρων, όπως ο χρόνος μεταξύ της διακοπής της θεραπείας με διφωσφονικά έως την σύλληψη, το συγκεκριμένο διφωσφονικό που χρησιμοποιείται, και η οδός χορήγησης (ενδοφλέβια έναντι από στόματος) πάνω στον κίνδυνο δεν έχει μελετηθεί.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ACLONIA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για την θεραπεία παθήσεων των οστών, Διφωσφονικά, συνδυασμοί. Κωδικός ATC: M05BB03.
To ACLONIA είναι ένα δισκίο συνδυασμού που περιέχει τις δύο δραστικές ουσίες, alendronate sodium trihydrate και cholecalciferol (βιταμίνη D3).
Μηχανισμός δράσης
Alendronate: Το alendronate sodium είναι ένα διφωσφονικό, το οποίο εμποδίζει την οστική απορρόφηση στους οστεοκλάστες χωρίς να έχει άμεση επίδραση στο σχηματισμό του οστού. Προκλινικές μελέτες έχουν δείξει επιλεκτική εντόπιση του alendronate στις θέσεις ενεργούς απορρόφησης. Η δράση των οστεοκλαστών εμποδίζεται, όμως η προσέλκυση ή προσκόλληση των οστεοκλαστών δεν επηρεάζεται. Το οστό που σχηματίζεται κατά την θεραπεία με alendronate έχει φυσιολογική ποιότητα.
Cholecalciferol (βιταμίνη D3): Η βιταμίνη D3 παράγεται στο δέρμα με την μετατροπή της 7-dehydrocholesterol σε βιταμίνη D3 μέσω της υπεριώδους ακτινοβολίας. Η κύρια δράση του 1,25-dihydroxyvitamin D3 είναι να αυξάνει την εντερική απορρόφηση του ασβεστίου και του φωσφόρου καθώς και να ρυθμίζει το ασβέστιο του ορού, την νεφρική απέκκριση του ασβεστίου και του φωσφόρου, τον σχηματισμό του οστού και την απορρόφηση του οστού. Η βιταμίνη D3 απαιτείται για τον φυσιολογικό σχηματισμό του οστού. Η ανεπάρκεια συσχετίζεται με αρνητικό ισοζύγιο του ασβεστίου, απώλεια οστού και αυξημένο κίνδυνο σκελετικού κατάγματος. Σε σοβαρές περιπτώσεις, η ανεπάρκεια οδηγεί σε δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, υποφωσφαταιμία, μυϊκή αδυναμία των εγγύς μυών και οστεομαλακία, που αυξάνει περαιτέρω τον κίνδυνο των πτώσεων και καταγμάτων σε άτομα με οστεοπόρωση. Η συμπληρωματική ποσότητα βιταμίνης D μειώνει αυτούς τους κινδύνους και τις συνέπειές τους.
Η οστεοπόρωση ορίζεται ως η πυκνότητα οστικής επιμετάλλωσης (BMD) της σπονδυλικής στήλης ή του ισχίου κατά 2,5 μονάδες καθιερωμένης απόκλισης (SD) κάτω από το μέσο όρο φυσιολογικών νέων ατόμων ή ως ένα προηγούμενο κάταγμα ευπάθειας, ανεξάρτητα από την BMD.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Alendronic acid/Cholecalciferol μελέτες:
- Η επίδραση της μειωμένης δόσης alendronic acid/cholecalciferol (70 mg alendronate / 2.800 IU βιταμίνη D3) στο επίπεδο της βιταμίνης D έχει δειχθεί σε μία πολυεθνική μελέτη 15 εβδομάδων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση. Μετά από 15 εβδομάδες θεραπείας, οι μέσες τιμές του 25-hydroxyvitamin D στον ορό ήταν σημαντικά μεγαλύτερες (26%) στην ομάδα με (70 mg/2.800 IU) alendronic acid/cholecalciferol (56 nmol/L [23 ng/mL]) από ότι στην ομάδα με alendronate μόνο (46 nmol/L [18,2 ng/mL]). Το ποσοστό των ασθενών με ανεπάρκεια βιταμίνης D (< 37,5 nmol/L [< 15 ng/mL]) ήταν σημαντικά μειωμένο κατά 62,5% με alendronic acid/cholecalciferol (70 mg/2.800 IU) έναντι alendronate μόνο (12% έναντι 32%, αντίστοιχα).
- Η επίδραση της μειωμένης δόσης alendronic acid/cholecalciferol (70 mg alendronate / 2.800 IU βιταμίνη D3) μαζί με επιπρόσθετα 2.800 IU βιταμίνης D3 σε ένα σύνολο 5.600 IU (η ποσότητα βιταμίνης D3 στην υψηλότερη δόση ACLONIA) μία φορά την εβδομάδα παρουσιάστηκε σε μια μελέτη επέκτασης 24 εβδομάδων. Μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας, τα μέσα επίπεδα ορού του 25-hydroxyvitamin D ήταν σημαντικά αυξημένα στην ομάδα με βιταμίνη D3 των 5.600 (69 nmol/lL [27,6 ng/mL]) σε σχέση με την ομάδα με βιταμίνη D3 των 2.800 (64 nmol/L [25,5 ng/mL]).
Alendronate μελέτες:
- Η θεραπευτική ισοδυναμία του alendronate 70 mg μία φορά την εβδομάδα (n=519) και του alendronate 10 mg ημερησίως (n=370) έχει δειχθεί σε μια πολυκεντρική μελέτη ενός έτους σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση. Οι μέσες αυξήσεις από το αρχικό επίπεδο της BMD της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης κατά το ένα έτος ήταν 5,1% στην ομάδα του εβδομαδιαίου δισκίου 70 mg και 5,4% στην ομάδα του ημερήσιου δισκίου 10 mg.
- Οι επιδράσεις του alendronate στην οστική μάζα και στην συχνότητα εμφάνισης των καταγμάτων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες εξετάστηκε σε δυο αρχικές μελέτες αποτελεσματικότητας ταυτόσημου σχεδιασμού (n=994) καθώς και στην μελέτη Fracture Intervention Trial (FIT: n=6.459). Στις αρχικές μελέτες αποτελεσματικότητας, οι μέσες αυξήσεις της BMD με alendronate 10 mg/ημερησίως σχετικά με το placebo στα τρία χρόνια ήταν 8,8%, 5,9% και 7,8% στην σπονδυλική στήλη, στον αυχένα του μηριαίου και στον τροχαντήρα, αντιστοίχως.
- Η FIT αποτελούνταν από δυο μελέτες ελεγχόμενες με placebo:
- FIT 1: Μία μελέτη διάρκειας τριών ετών με 2.027 ασθενείς οι οποίοι είχαν τουλάχιστον ένα οσφυϊκό (συμπιεστικό) κάταγμα πριν από την μελέτη. Το alendronate ημερησίως μείωσε την συχνότητα εμφάνισης ≥ 1 νέου σπονδυλικού κατάγματος κατά 47% και μια στατιστικά σημαντική μείωση εμφανίστηκε στην συχνότητα εμφάνισης των καταγμάτων του ισχίου (1,1% έναντι 2,2%, μείωση κατά 51%).
- FIT 2: Μία μελέτη διάρκειας τεσσάρων ετών με 4.432 ασθενείς με χαμηλή οστική μάζα, αλλά χωρίς σπονδυλικό κάταγμα πριν από την μελέτη. Παρατηρήθηκε μία σημαντική διαφορά στην ανάλυση της υποομάδας των γυναικών με οστεοπόρωση ως προς τη συχνότητα των καταγμάτων ισχίου (alendronate 1,0% έναντι placebo 2,2%, μείωση κατά 56%) και στην συχνότητα ≥ 1 σπονδυλικού κατάγματος (2,9% έναντι 5,8%, μείωση κατά 50%).
Ευρήματα εργαστηριακών ελέγχων
Σε κλινικές μελέτες, ασυμπτωματική, ήπια και παροδική μείωση των επιπέδων ασβεστίου και φωσφόρου στον ορό αίματος παρατηρήθηκε περίπου σε 18% και 10%, αντίστοιχα, των ασθενών που λάμβαναν alendronate 10 mg/ημερησίως έναντι περίπου σε 12% και 3% αυτών που λάμβαναν placebo. Ωστόσο, οι συχνότητες μείωσης των επιπέδων του ασβεστίου στον ορό αίματος σε < 8,0 mg/dL (2,0 mmol/L) και του φωσφόρου στον ορό αίματος σε ≤ 2,0 mg/dl (0,65 mmol/L) ήταν παρόμοιες και στις δύο ομάδες θεραπείας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το alendronate sodium έχει μελετηθεί σε ένα μικρό αριθμό ασθενών με ατελή οστεογένεση ηλικίας κάτω των 18 ετών. Τα αποτελέσματα είναι ανεπαρκή για να υποστηρίξουν τη χρήση του alendronate sodium σε παιδιατρικούς ασθενείς με ατελή οστεογένεση.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ACLONIA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Alendronate
Απορρόφηση
Σε σύγκριση με μια ενδοφλέβια δόση αναφοράς η από του στόματος μέση βιοδιαθεσιμότητα του alendronate σε γυναίκες ήταν 0,64% για δόσεις κυμαινόμενες από 5 έως 70 mg όταν χορηγήθηκαν μετά από ολονύκτια νηστεία και δύο ώρες πριν το καθιερωμένο πρωινό γεύμα τους. Η βιοδιαθεσιμότητα μειώθηκε παρομοίως περίπου κατά 0,46% και 0,39%, όταν το alendronate χορηγήθηκε μία ή μισή ώρα πριν το καθιερωμένο πρωινό γεύμα.
Στις μελέτες οστεοπόρωσης, το alendronate ήταν αποτελεσματικό, όταν χορηγήθηκε τουλάχιστον 30 λεπτά πριν το πρώτο γεύμα ή ρόφημα της ημέρας.
Το συστατικό alendronate στo δισκίo συνδυασμού ACLONIA (70 mg/2.800 IU) (70 mg/ 5.600 IU) είναι βιοϊσοδύναμο με το alendronate στo δισκίo των 70 mg.
Η βιοδιαθεσιμότητα ήταν αμελητέα όταν το alendronate χορηγήθηκε ταυτόχρονα με ή έως δύο ώρες μετά το καθιερωμένο πρωινό γεύμα. Ταυτόχρονη χορήγηση του alendronate με καφέ ή χυμό πορτοκάλι μείωσε τη βιοδιαθεσιμότητα περίπου κατά 60%.
Σε υγιή άτομα, η χορήγηση πρεδνιζόνης από το στόμα (20 mg τρεις φορές ημερησίως για 5 ημέρες) δεν οδήγησε σε κλινικά σημαντική αλλαγή στην από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του alendronate (μέση αύξηση κυμαινόμενη από 20% έως 44%).
Κατανομή
Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι το alendronate παροδικά κατανέμεται στους μαλακούς ιστούς μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 1 mg/kg, αλλά κατόπιν, ανακατανέμεται ταχύτατα στα οστά ή απεκκρίνεται από τα ούρα. Ο μέσος όγκος κατανομής σταθερής κατάστασης, εκτός των οστών, είναι τουλάχιστον 28 l στον ανθρώπινο οργανισμό. Οι συγκεντρώσεις του alendronate στο πλάσμα μετά από του στόματος χορηγούμενων θεραπευτικών δόσεων είναι πολύ χαμηλές για αναλυτική ανίχνευση (< 5 ng/mL). Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες στο ανθρώπινο πλάσμα είναι περίπου 78%.
Βιομετασχηματισμός
Δεν υπάρχει απόδειξη ότι το alendronate μεταβολίζεται στα πειραματόζωα ή στον άνθρωπο.
Αποβολή
Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση [14C]alendronate, περίπου το 50% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε από τα ούρα μέσα σε 72 ώρες ενώ ελάχιστη έως καθόλου ραδιενέργεια ανιχνεύθηκε στα κόπρανα. Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 10 mg, η νεφρική κάθαρση του alendronate ήταν 71 mL/min και η συστηματική κάθαρση δεν ξεπέρασε τα 200 ml/min. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώθηκαν περισσότερο από 95% μέσα στις έξι ώρες μετά την ενδοφλέβια χορήγηση. Ο τελικός χρόνος ημιζωής στον άνθρωπο εκτιμάται ότι ξεπερνά τα δέκα χρόνια, αντανακλώντας την απελευθέρωση του alendronate από το σκελετό. Το alendronate δεν απεκκρίνεται μέσω των όξινων ή βασικών συστημάτων μεταφοράς των νεφρών στους αρουραίους και γι’αυτό, δεν αναμένεται να επηρεάζει την απέκκριση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων από αυτά τα συστήματα στον άνθρωπο.
Cholecalciferol
Απορρόφηση
Σε υγιή ενήλικα άτομα (άνδρες και γυναίκες) κατόπιν χορήγησης alendronic acid /cholecalciferol 70 mg/2.800 IU μετά από ολονύκτια νηστεία και δύο ώρες πριν το γεύμα, η κατά μέσο όρο περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στον ορό (AUC0-120 hrs) για τη βιταμίνη D3 (μη αναπροσαρμοσμένη για τα επίπεδα της ενδογενούς βιταμίνης D3) ήταν 296.4 ng∙hr/mL. Η μέση μέγιστη τιμή της συγκέντρωσης στον ορό (Cmax) της βιταμίνης D3 ήταν 5,9 ng/mL, και ο διάμεσος χρόνος έως την μέγιστη συγκέντρωση στον ορό (Tmax) ήταν 12 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα των 2.800 IU βιταμίνης D3 στο alendronic acid/cholecalciferol 70 mg/ 2,800 IU είναι παρόμοια με αυτή των 2.800 IU βιταμίνης D3 που χορηγήθηκε μόνη.
Σε υγιή ενήλικα άτομα (άνδρες και γυναίκες) κατόπιν χορήγησης alendronic acid /cholecalciferol 70 mg/5.600 IU μετά από ολονύκτια νηστεία και δύο ώρες πριν το γεύμα, η κατά μέσο όρο περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στον ορό (AUC0-80 hrs) για τη βιταμίνη D3 (μη αναπροσαρμοσμένη για τα επίπεδα της ενδογενούς βιταμίνης D3) ήταν 490,2 ng∙hr/mL. Η μέση μέγιστη τιμή της συγκέντρωσης στον ορό (Cmax) της βιταμίνης D3 ήταν 12,2 ng/mL, και ο διάμεσος χρόνος έως την μέγιστη συγκέντρωση στον ορό (Tmax) ήταν 10,6 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα των 5.600 IU βιταμίνης D3 στο alendronic acid /cholecalciferol είναι παρόμοια με αυτή των 5.600 IU βιταμίνης D3 που χορηγήθηκε μόνη.
Κατανομή
Κατόπιν απορρόφησης, η βιταμίνη D3 εισέρχεται στο αίμα ως συστατικά των χυλομικρών. Η βιταμίνη D3 κατανέμεται ταχέως κατά το πλείστον στο ήπαρ, όπου μεταβολίζεται σε 25-hydroxyvitamin D3, την κύρια μορφή αποθήκευσης. Μικρότερα ποσά κατανέμονται στον λιπώδη και μυϊκό ιστό και αποθηκεύονται ως βιταμίνη D3 σ’ αυτές τις θέσεις για μετέπειτα απελευθέρωση στην κυκλοφορία. Η βιταμίνη D3 που κυκλοφορεί είναι δεσμευμένη με μία πρωτεΐνη που δεσμεύει την βιταμίνη D.
Βιομετασχηματισμός
Η βιταμίνη D3 μεταβολίζεται ταχέως μέσω υδροξυλίωσης στο ήπαρ σε 25-hydroxyvitamin D3 και ακολούθως μεταβολίζεται στους νεφρούς σε 1,25-dihydroxyvitamin D3, που αντιπροσωπεύει την βιολογικά ενεργό μορφή. Περαιτέρω υδροξυλίωση πραγματοποιείται πριν την αποβολή. Ένα μικρό ποσοστό βιταμίνης D3 υποβάλλεται σε γλυκουρονιδίωση πριν την αποβολή.
Αποβολή
Όταν χορηγήθηκε ραδιενεργός βιταμίνη D3 σε υγιή άτομα, η μέση απέκκριση ραδιενέργειας μέσω των ούρων ήταν 2,4% μετά από 48 ώρες και η μέση απέκκριση της ραδιενέργειας με τα κόπρανα ήταν 4,9% μετά από 4 ημέρες. Και στις δύο περιπτώσεις, η ραδιενέργεια που απεκκρίθηκε ήταν σχεδόν αποκλειστικά ως μεταβολίτες του αρχικού. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της βιταμίνης D3 στον ορό μετά την από του στόματος χορήγηση δόσης alendronic acid/cholecalciferol (70 mg/2.800 IU) είναι περίπου 24 ώρες.
Νεφρική δυσλειτουργία
Προκλινικές μελέτες έδειξαν ότι το alendronate το οποίο δεν αποθηκεύεται στα οστά απεκκρίνεται ταχέως από τα ούρα. Δεν υπάρχουν ενδείξεις κορεσμού της πρόσληψης από τα οστά μετά από χρόνια χορήγηση αθροιστικών ενδοφλέβιων δόσεων έως 35 mg/kg στα πειραματόζωα. Αν και δεν διατίθενται πληροφορίες από την κλινική πράξη, είναι πιθανόν ότι, όπως και στα πειραματόζωα, η απέκκριση του alendronate μέσω των νεφρών θα είναι μειωμένη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Γι’αυτό, κάποια μεγαλύτερη συσσώρευση του alendronate στα οστά μπορεί να αναμένεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία).
ΕΟΦ · 10.7.2
Διφωσφονικά
expand_more
Διφωσφονικά
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Τα δισκία αλενδρονικού οξέος έχουν πολύ χαμηλή από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα. Μετά τη χορήγηση, κατανέμεται σε μαλακούς ιστούς και οστά ή απεκκρίνεται στα ούρα. Το αλενδρονικό οξύ δεν υφίσταται μεταβολισμό.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το αλενδρονικό οξύ συνδέεται με τον υδροξυαπατίτη των οστών. Η οστική απορρόφηση προκαλεί τοπική οξίνιση, απελευθερώνοντας αλενδρονικό οξύ, το οποίο εισέρχεται στα οστεοκλάστες μέσω ενδοκυττάρωσης ρευστών. Τα ενδοκυτταρικά κυστίδια οξινίζονται, απελευθερώνοντας αλενδρονικό οξύ στον κυτσοτολόγιο των οστεοκλαστών, όπου προκαλεί απόπτωση. Η αναστολή των οστεοκλαστών οδηγεί σε μειωμένη οστική απορρόφηση, η οποία εκδηλώνεται μέσω μειωμένου ουρικού ασβεστίου, δεοξυπιριδινολίνης και διασταυρούμενων Ν-τελοπεπτιδασών του τύπου Ι κολλαγόνου.
Μελέτες σε ζώα έχουν υποδείξει τον ακόλουθο τρόπο δράσης. Σε κυτταρικό επίπεδο, η αλενδρονάτη δείχνει προτιμησιακή εντόπιση σε θέσεις οστικής απορρόφησης, ειδικά κάτω από τους οστεοκλάστες. Οι οστεοκλάστες προσκολλώνται φυσιολογικά στην επιφάνεια του οστού, αλλά στερούνται της πτυχωτής ακμής που είναι ενδεικτική ενεργού απορρόφησης. Η αλενδρονάτη δεν παρεμβαίνει στην πρόσληψη ή προσκόλληση των οστεοκλαστών, αλλά αναστέλλει τη δραστηριότητα των οστεοκλαστών. Μελέτες σε ποντίκια σχετικά με την εντόπιση ραδιενεργού (3H)-αλενδρονάτης στα οστά έδειξαν περίπου 10 φορές υψηλότερη πρόσληψη στις επιφάνειες των οστεοκλαστών από τις επιφάνειες των οστεοβλαστών. Οστά που εξετάστηκαν 6 και 49 ημέρες μετά τη χορήγηση (3H)-αλενδρονάτης σε αρουραίους και ποντίκια, αντίστοιχα, έδειξαν ότι σχηματίστηκε φυσιολογικό οστό πάνω από την αλενδρονάτη, η οποία ενσωματώθηκε εντός της μήτρας. Ενώ είναι ενσωματωμένη στη οστική μήτρα, η αλενδρονάτη δεν είναι φαρμακολογικά ενεργή. Έτσι, η αλενδρονάτη πρέπει να χορηγείται συνεχώς για την καταστολή των οστεοκλαστών σε νεοσχηματισμένες επιφάνειες απορρόφησης. Ιστομορφομετρία σε μπαμπουίνους και αρουραίους έδειξε ότι η θεραπεία με αλενδρονάτη μειώνει τον οστικό κύκλο εργασιών (δηλαδή, τον αριθμό των θέσεων όπου το οστό αναδιαμορφώνεται). Επιπλέον, η οστική παραγωγή υπερβαίνει την οστική απορρόφηση σε αυτές τις θέσεις αναδιαμόρφωσης, οδηγώντας σε προοδευτικές αυξήσεις στη οστική μάζα.
Η αλενδρονάτη (αλενδρονικό νάτριο ένυδρο) είναι ένα διφωσφονικό που περιέχει άζωτο, το οποίο συνδυάζεται με την επιφάνεια του οστού και μειώνει την οστεοκλαστο-μεσολαβούμενη οστική απορρόφηση. Είναι μια διφωσφονική ένωση τρίτης γενιάς, ειδικά κατανεμημένη στην επιφάνεια της οστικής απορρόφησης και προσλαμβάνεται από τους οστεοκλάστες. Κάτω από τις κλειστές συνθήκες που σχηματίζονται με τον οστεοκλάστη και την οστική επιφάνεια, η αλενδρονάτη αποσπάται από την οστική επιφάνεια και προσλαμβάνεται στον οστεοκλάστη, καθώς το οξύ που απελευθερώνεται από τον οστεοκλάστη οδηγεί σε μείωση του pH (οξίνιση). Η προσλαμβανόμενη αλενδρονάτη αναστέλλει την οδό σύνθεσης μεβαλονικού οξέος, η οποία είναι σύνθεση χοληστερίνης, αναστέλλει την πρε-νυλίωση πρωτεΐνης δέσμευσης GTP και μειώνει τη λειτουργία του οστεοκλάστη επηρεάζοντας το κυτταροσκελετό. Αυτή η αναστολή της αλενδρονάτης στην οστική απορρόφηση κατά των οστεοκλαστών είναι αναστρέψιμη, εμφανίζοντας μη κυτταροτοξικότητα σε συγκέντρωση εκατό φορές μεγαλύτερη από αυτήν στην οποία συμβαίνει η δράση. …
Οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των μεμονωμένων BP όσον αφορά τη δέσμευση με ορυκτά και τις βιοχημικές δράσεις μπορεί να εξηγήσουν τις διαφορές στη κλινική τους συμπεριφορά και αποτελεσματικότητα. Τα κλασικά φαρμακολογικά αποτελέσματα των διφωσφονικών (BP) φαίνεται να είναι αποτέλεσμα δύο βασικών ιδιοτήτων: της συγγένειάς τους για το οστικό ορυκτό και των ανασταλτικών τους επιδράσεων στους οστεοκλάστες. Υπάρχουν νέες πληροφορίες και για τις δύο ιδιότητες. Οι συγγένειες δέσμευσης με ορυκτά διαφέρουν μεταξύ των κλινικά χρησιμοποιούμενων BP και μπορεί να επηρεάζουν τη διαφορική τους κατανομή εντός του οστού, τη βιολογική τους ισχύ και τη διάρκεια δράσης τους. Οι αντι-απορροφητικές δράσεις των BP που περιέχουν άζωτο (συμπεριλαμβανομένης της αλενδρονάτης, ριζεδρονάτης, ιβανδρονάτης και ζολεδρονάτης) φαίνεται να προκύπτουν από την αναστολή του ενζύμου φαρνεσυλ πυροφωσφορική συνθάση (FPPS) στους οστεοκλάστες. Η FPPS είναι ένα βασικό ένζυμο στην οδό μεβαλονικού, η οποία παράγει ισοπρενοειδή λιπίδια που χρησιμοποιούνται για την μετα-μεταφραστική τροποποίηση μικρών GTP-δεσμευτικών πρωτεϊνών που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία των οστεοκλαστών. Οι επιδράσεις σε άλλους κυτταρικούς στόχους, όπως οι οστεοκύτταροι, μπορεί επίσης να είναι σημαντικές. Τα BP μοιράζονται αρκετές κοινές ιδιότητες ως φαρμακευτική κατηγορία. Ωστόσο, όπως και με άλλες οικογένειες φαρμάκων, υπάρχουν εμφανείς χημικές, βιοχημικές και φαρμακολογικές διαφορές μεταξύ των μεμονωμένων BP. Κάθε BP έχει ένα μοναδικό προφίλ που μπορεί να βοηθήσει στην εξήγηση πιθανών κλινικών διαφορών μεταξύ τους, όσον αφορά την ταχύτητα και τη διάρκεια δράσης τους, και τις επιδράσεις στη μείωση καταγμάτων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η μέση από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του αλενδρονικού οξέος σε γυναίκες είναι 0,64% και σε άνδρες 0,59%. Η βιοδιαθεσιμότητα του αλενδρονικού οξέος μειώνεται έως και 40% εάν ληφθεί εντός μίας ώρας από το γεύμα.
Η χορήγηση σημαδεμένου με ραδιενέργεια αλενδρονικού οξέος οδηγεί σε ανάκτηση 50% στα ούρα εντός 72 ωρών. Δεν ανακτάται αλενδρονικό οξύ στα κόπρανα. Οι άνδρες απεκκρίνουν λιγότερο αλενδρονικό οξύ από τις γυναίκες, αν και η φυλή και η προχωρημένη ηλικία δεν επηρεάζουν την απέκκριση.
28L.
71mL/min.
Σε σχέση με μια ενδοφλέβια (IV) δόση αναφοράς, η μέση από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της αλενδρονάτης σε γυναίκες ήταν 0,64% για δόσεις που κυμαίνονται από 5 έως 70 mg, όταν χορηγήθηκε μετά από νηστεία διανυκτέρευσης και δύο ώρες πριν από ένα τυποποιημένο πρωινό. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του δισκίου των 10 mg σε άνδρες (0,59%) ήταν παρόμοια με αυτή στις γυναίκες όταν χορηγήθηκε μετά από νηστεία διανυκτέρευσης και 2 ώρες πριν το πρωινό.
Το αλενδρονικό νάτριο 70 mg πόσιμο διάλυμα και το αλενδρονικό νάτριο 70 mg δισκίο είναι εξίσου βιοδιαθέσιμα.
Μια μελέτη που εξέτασε την επίδραση του χρόνου γεύματος στη βιοδιαθεσιμότητα της αλενδρονάτης πραγματοποιήθηκε σε 49 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Η βιοδιαθεσιμότητα μειώθηκε (κατά περίπου 40%) όταν 10 mg αλενδρονάτης χορηγήθηκαν 0,5 ή 1 ώρα πριν από ένα τυποποιημένο πρωινό, σε σύγκριση με τη χορήγηση 2 ώρες πριν το φαγητό. Σε μελέτες θεραπείας και πρόληψης της οστεοπόρωσης, η αλενδρονάτη ήταν αποτελεσματική όταν χορηγήθηκε τουλάχιστον 30 λεπτά πριν από το πρωινό.
Η βιοδιαθεσιμότητα ήταν αμελητέα εάν η αλενδρονάτη χορηγήθηκε μαζί ή έως και δύο ώρες μετά από ένα τυποποιημένο πρωινό.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Ολοκληρωμένα) για την Αλενδρονική Οξύ (10 συνολικά), παρακαλούμε επισκεφθείτε την σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
78%. Μελέτες σε αρουραίους δείχνουν ότι η δέσμευση πρωτεϊνών στο πλάσμα αυξάνεται με τη μείωση της συγκέντρωσης αλενδρονικού οξέος στο πλάσμα και την αύξηση του pH.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η νεφρική απέκκριση είναι η μόνη μέθοδος αποβολής του αλενδρονικού οξέος και δεν ανιχνεύονται μεταβολίτες κατά τη συλλογή ούρων.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η αλενδρονάτη μεταβολίζεται σε ζώα ή ανθρώπους.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η αλενδρονάτη μεταβολίζεται σε ανθρώπους ή ζώα.
Οδός Απέκκρισης: Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση [14C]-αλενδρονάτης, περίπου το 50% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα εντός 72 ωρών και ελάχιστη ή καθόλου ραδιενέργεια ανακτήθηκε στα κόπρανα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Λόγω της ενσωμάτωσης του αλενδρονικού οξέος στον σκελετό, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής εκτιμάται σε άνω των 10 ετών.
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής σε ανθρώπους εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 10 έτη, πιθανώς αντανακλώντας την απελευθέρωση αλενδρονάτης από τον σκελετό. Βάσει των παραπάνω, εκτιμάται ότι μετά από 10 χρόνια από του στόματος θεραπείας με αλενδρονικό νάτριο (10 mg ημερησίως) η ποσότητα αλενδρονάτης που απελευθερώνεται ημερησίως από τον σκελετό είναι περίπου 25% της απορροφώμενης από το γαστρεντερικό σύστημα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΙΚΗ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ και/ή ευνοούν την ΟΣΤΙΚΗ ΟΡΥΚΤΟΠΟΙΗΣΗ και την ΟΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και τη θεραπεία ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ ΟΣΤΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
X1J18R4W8P
ALENDRONIC ACID
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Διφωσφονικό
Χημική Δομή [CS] - Διφωσφονικά
Το αλενδρονικό οξύ είναι Διφωσφονικό.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Pharm-Postmenopausal M05BA04Φαρμακευτική αγωγή — Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκεςΜετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ένδειξη θεραπείαςΔοσολογία: 70 mg PO/εβδομάδα · Πενταετία (επανεκτίμηση)
-
ΒΗΜΑ Pharm-Male M05BA04Φαρμακευτική αγωγή — Άνδρες ≥ 50 ετώνΆνδρες ≥ 50 ετών με ένδειξη θεραπείαςΔοσολογία: 70 mg PO/εβδομάδα · Πενταετία
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΙΚΗ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ και/ή ευνοούν την ΟΣΤΙΚΗ ΟΡΥΚΤΟΠΟΙΗΣΗ και την ΟΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και τη θεραπεία ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ ΟΣΤΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.