AGALSIDASE BETA
Αγαλσιδάση βήτα
• **Για τη θεραπεία της νόσου Fabry** (έλλειψη α-γαλακτοσιδάσης Α).
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-FABRAZYME
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: μία φορά κάθε 2 εβδομάδες
- Δόση έναρξης: 1 mg/kg σωματικού βάρους
- Τιτλοποίηση: Ο αρχικός ρυθμός έγχυσης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 0,25 mg/min (15 mg/ώρα). Αφού επιβεβαιωθεί η ανοχή, ο ρυθμός έγχυσης είναι δυνατό να αυξηθεί σταδιακά στις επακόλουθες εγχύσεις. Μετά αρχική δόση 1,0 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες για 6 μήνες, δόση 0,3 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες ενδέχεται να διατηρεί κάθαρση GL-3.
-
ΕνήλικεςΔόση1 mg/kg σωματικού βάρουςΑρχική δόση. Δόση συντήρησης 0,3 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες ενδέχεται να είναι επαρκής σε μερικούς ασθενείς μετά από αρχική θεραπεία 6 μηνών με 1,0 mg/kg.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται ρύθμιση δόσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΜελέτες δεν έχουν πραγματοποιηθεί.
-
Ηλικιωμένοι (>65 ετών)Δεν έχουν επιβεβαιωθεί ασφάλεια και αποτελεσματικότητα, δεν υπάρχει προτεινόμενο σχήμα δοσολογίας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (0-4 ετών)Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (5-7 ετών)Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία, ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (8-16 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης.
block
SPC-FABRAZYME
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Απειλητική για τη ζωή υπερευαισθησία (αντίδραση αναφυλαξίας) στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
warning
SPC-FABRAZYME
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΑνοσογονικότηταΠληθυσμόςασθενείς με μικρή ή καθόλου υπολειμματική ενζυμική δραστηριότητααναμένεται ανάπτυξη αντισωμάτων IgG
-
Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις (ΑΣΕ)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αντισώματα στην r-hαGALδιατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης ΑΣΕ. Θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή όταν τους επαναχορηγείται αγαλσιδάση βήτα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί μετά από μείωση του ρυθμού έγχυσης και/ή προθεραπεία με αντιισταμινικά, παρακεταμόλη, ιβουπροφένη και/ή κορτικοστεροειδή για ήπιες ή μέτριες αντιδράσεις.
-
ΥπερευαισθησίαΑν παρουσιαστούν σοβαρές αντιδράσεις αλλεργικού ή αναφυλακτικού τύπου, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο άμεσης διακοπής της χορήγησης Fabrazyme και να ακολουθηθεί κατάλληλη αγωγή. Μετά από προσεκτική επαναπρόκληση, η χορήγηση μπορεί να γίνει εκ νέου σε χαμηλή δόση και χαμηλότερο ρυθμό έγχυσης, με σταδιακή αύξηση της δόσης και του ρυθμού ανάλογα με την ανοχή του ασθενούς.
-
Αποτελεσματικότητα σε νεφρική πάθησηΠληθυσμόςασθενείς με προχωρημένη νεφρική πάθησηΗ επίδραση της αγωγής με Fabrazyme στους νεφρούς ενδέχεται να είναι περιορισμένη.
swap_horiz
SPC-FABRAZYME
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑναστολή της ενδοκυτταρικής δράσης της α-γαλακτοσιδάσης ΑΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται.
-
αμιοδαρόνηαντένδειξηΑναστολή της ενδοκυτταρικής δράσης της α-γαλακτοσιδάσης ΑΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται.
-
βενοκίνηαντένδειξηΑναστολή της ενδοκυτταρικής δράσης της α-γαλακτοσιδάσης ΑΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται.
-
γενταμυκίνηαντένδειξηΑναστολή της ενδοκυτταρικής δράσης της α-γαλακτοσιδάσης ΑΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται.
sick
SPC-FABRAZYME
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Ασθένεια τύπου γρίπης
- Ρινίτιδα
- Δύσπνοια
- Ρινική συμφόρηση
- Σφίξιμο στο λαιμό
- Συριγμός
- Βήχας
- Βρογχόσπασμος
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
- Ρινόρροια
- Ταχύπνοια
- Υποξία
- Αναφυλακτοειδής αντίδραση
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Υποαισθησία
- Λήθαργος
- Συγκοπή
- Υπεραισθησία
- Τρόμος
- Ίλιγγος
- Στοματική υποαισθησία
- Αίσθημα καύσου
- Αίσθηση ψύχους
- Οίδημα προσώπου
- Ρίγη
- Πυρεξία
- Κόπωση
- Θωρακική ενόχληση
- Αίσθηση θερμότητας
- Περιφερικό οίδημα
- Άλγος
- Εξασθένιση
- Θωρακικό άλγος
- Υπερθερμία
- Άλγος στο σημείο της έγχυσης
- Αντίδραση στο σημείο της έγχυσης
- Κακουχία
- Οίδημα
- Αυξημένη δακρύρροια
- Κνησμός οφθαλμών
- Οφθαλμική υπεραιμία
- Εμβοή
- Ωτικό οίδημα
- Ωτικό άλγος
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Βραδυκαρδία
- Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
- Ερυθρίαση
- Υπέρταση
- Ωχρότητα
- Υπόταση
- Έξαψη
- Θρόμβωση στο σημείο της έγχυσης
- Περιφερική
- Επιδείνωση δύσπνοιας
- Συμφόρηση ανώτερης αναπνευστικής οδού
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Άλγος ανώτερης κοιλιακής χώρας
- Κοιλιακές ενοχλήσεις
- Στομαχικές ενοχλήσεις
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Δυσφαγία
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Γενικευμένος κνησμός
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Δικτυωτή πελίδνωση
- Ερυθηματώδες εξάνθημα
- Αποχρωματισμός δέρματος
- Δερματικές ενοχλήσεις
- Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
- Άλγος στα άκρα
- Μυαλγία
- Οσφυαλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Αρθραλγία
- Συσφιγκτικό αίσθημα στους μύες
- Μυοσκελετική δυσκαμψία
- Μυοσκελετικό άλγος
- Μειωμένος κορεσμός οξυγόνου
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑίσθηση ψύχουςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΆλγος (Γενικές διαταραχές)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΆλγος ανώτερης κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆλγος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα καύσουΓενικές
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑίσθηση θερμότηταςΓενικές
-
ΣυχνέςΑίσθηση ψύχους (Αγγειακές)Αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΓενικευμένος κνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕμβοήΑυτί
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπιδείνωση δύσπνοιαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΕρυθρίασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘωρακική ενόχλησηΓενικές
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμός οφθαλμώνΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚοιλιακές ενοχλήσειςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυοσκελετική δυσκαμψίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
ΣυχνέςΟίδημα προσώπου (Γενικές διαταραχές)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟφθαλμική υπεραιμίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣτοματική υποαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΣτομαχικές ενοχλήσειςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΣυριγμόςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣυσφιγκτικό αίσθημα στους μύεςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΣφίξιμο στο λαιμόΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπερθερμίαΓενικές
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥποαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΩχρότηταΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΆλγος στο σημείο της έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑντίδραση στο σημείο της έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑποχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑσθένεια τύπου γρίπηςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔερματικές ενοχλήσειςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔικτυωτή πελίδνωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημα (Δέρματος)Διαταραχές του δέρματος και των υποδόριων ιστών
-
Όχι συχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΘρόμβωση στο σημείο της έγχυσηςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΚακουχίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα (Γενικές διαταραχές)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΠεριφερικήΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣυμφόρηση ανώτερης αναπνευστικής οδούΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΤαχύπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπεραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΦλεβοκομβική βραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΩτικό άλγοςΑυτί
-
Όχι συχνέςΩτικό οίδημαΑυτί
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτοειδής αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΛευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένος κορεσμός οξυγόνουΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΜυοσκελετικό άλγοςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΥποξίαΑναπνευστικό
pregnant_woman
SPC-FABRAZYME
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΤο Fabrazyme δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της αγαλσιδάσης βήτα σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιπτώσεις αναφορικά με την ανάπτυξη του εμβρύου/κυήματος (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
Γαλουχίασυνιστάται διακοπή του θηλασμούΗ αγαλσιδάση βήτα ενδέχεται να εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Καθώς δεν υπάρχουν δεδομένα διαθέσιμα σχετικά με τις επιπτώσεις σε νεογνά που εκτέθηκαν στην αγαλσιδάση βήτα μέσω του μητρικού γάλακτος.
-
ΓονιμότηταΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για την εκτίμηση των πιθανών ενεργειών του Fabrazyme στην εξασθένιση της γονιμότητας.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-FABRAZYME
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-FABRAZYME
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κατάσταση αντισωμάτων | vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος | τακτικά | Αντισώματα στην r-hαGAL |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-FABRAZYME
expand_more
Δοσολογία
Το φαρμακευτικό προϊόν αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιείται υπό την επίβλεψη ιατρού με εμπειρία στην αντιμετώπιση ασθενών που πάσχουν από τη νόσο Fabry ή άλλες κληρονομικές μεταβολικές νόσους.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση του Fabrazyme είναι 1 mg/kg σωματικού βάρους, χορηγούμενη μία φορά κάθε 2 εβδομάδες ως ενδοφλέβια έγχυση.
Χαμηλότερα δοσολογικά σχήματα έχουν χρησιμοποιηθεί σε κλινικές μελέτες. Σε μία από αυτές τις μελέτες, που διενεργήθηκε σε ενήλικες άρρενες ασθενείς, μετά από μία αρχική δόση 1,0 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες για 6 μήνες, δόση 0,3 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες ενδέχεται να διατηρεί κάθαρση του GL-3 σε ορισμένους τύπους κυττάρων σε μερικούς ασθενείς. Ωστόσο, η μακροχρόνια κλινική συνάφεια αυτών των ευρημάτων δεν έχει καθιερωθεί (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Ο αρχικός ρυθμός έγχυσης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 0,25 mg/min (15 mg/ώρα) έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί η ενδεχόμενη εμφάνιση αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση. Αφού επιβεβαιωθεί η ανοχή του ασθενούς, ο ρυθμός έγχυσης είναι δυνατό να αυξηθεί σταδιακά στις επακόλουθες εγχύσεις.
Η έγχυση Fabrazyme στο σπίτι μπορεί να εξεταστεί ως ενδεχόμενο για ασθενείς με καλή ανοχή στις εγχύσεις. Η απόφαση να επιτραπεί σε έναν ασθενή να πραγματοποιεί τις εγχύσεις στο σπίτι πρέπει να λαμβάνεται κατόπιν αξιολόγησης και σχετικής σύστασης από το θεράποντα ιατρό. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν ανεπιθύμητες ενέργειες κατά την έγχυση στο σπίτι πρέπει να διακόψουν τη διαδικασία της έγχυσης αμέσως και να ζητήσουν την ιατρική φροντίδα ενός επαγγελματία του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Οι επακόλουθες εγχύσεις μπορεί να πρέπει να λάβουν χώρα σε κλινικό περιβάλλον. Η δόση και ο ρυθμός έγχυσης πρέπει να παραμένουν σταθερά κατά την πραγματοποίηση εγχύσεων στο σπίτι και δεν πρέπει να αλλάζουν χωρίς την επίβλεψη ενός επαγγελματία του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία Στους ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δεν απαιτείται ρύθμιση δόσης.
Ηπατική δυσλειτουργία Μελέτες σε πάσχοντες από ηπατική ανεπάρκεια δεν έχουν πραγματοποιηθεί.
Ηλικιωμένοι Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της χορήγησης του Fabrazyme σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών δεν έχουν επιβεβαιωθεί και δεν υπάρχει, επί του παρόντος, προτεινόμενο σχήμα δοσολογίας για τους ασθενείς αυτούς.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Fabrazyme σε παιδιά ηλικίας 0 έως 7 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές) αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία σε παιδιά ηλικίας 5 έως 7 ετών. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε παιδιά 0 έως 4 ετών. Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης για παιδιά ηλικίας 8-16 ετών.
Τρόπος χορήγησης
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, (βλ. παράγραφο 6.6).
block
Αντενδείξεις
SPC-FABRAZYME
expand_more
Αντενδείξεις
- Απειλητική για τη ζωή υπερευαισθησία (αντίδραση αναφυλαξίας) στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-FABRAZYME
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ανοσογονικότητα
Καθώς η αγαλσιδάση βήτα (r-hαGAL) είναι μια ανασυνδυασμένη πρωτεΐνη, αναμένεται ανάπτυξη αντισωμάτων IgG σε ασθενείς με μικρή ή καθόλου υπολειμματική ενζυμική δραστηριότητα. Η πλειονότητα των ασθενών ανέπτυψε αντισώματα IgG στην r-hαGAL, συνήθως εντός 3 μηνών μετά την πρώτη έγχυση Fabrazyme. Με την πάροδο του χρόνου, η πλειονότητα των οροθετικών ασθενών σε κλινικές δοκιμές είτε παρουσίασε μια τάση μείωσης των τίτλων (με βάση μια μείωση του τίτλου κατά ≥ 4 φορές από τη μέγιστη μέτρηση έως την τελευταία μέτρηση) (40% των ασθενών), είτε ανέπτυψε ανοχή [μη ανιχνεύσιμα αντισώματα, πράγμα που επιβεβαιώθηκε με 2 διαδοχικές αναλύσεις 3 ραδιοανοσοκαθίζησης (RIP)] (14% των ασθενών) ή παρουσίασε σταθεροποίηση του τίτλου σε τιμή πλατώ (35% των ασθενών).
Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις
Οι ασθενείς με αντισώματα στην r-hαGAL διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση (ΑΣΕ), οι οποίες ορίζονται ως οποιοδήποτε ανεπιθύμητο συμβάν εμφανίζεται την ημέρα της έγχυσης. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή όταν τους επαναχορηγείται αγαλσιδάση βήτα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η κατάσταση των αντισωμάτων θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά. Σε κλινικές δοκιμές, το εξήντα επτά τοις εκατό (67%) των ασθενών παρουσίασε τουλάχιστον μία σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η συχνότητα εμφάνισης ΑΣΕ μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου. Οι ασθενείς που παρουσίασαν ήπιες ή μέτριες αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση, ενόσω υποβάλλονταν σε θεραπεία με αγαλσιδάση βήτα κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών, συνέχισαν τη θεραπεία μετά από μείωση του ρυθμού έγχυσης (~0,15 mg/λεπτό, 10 mg/ώρα) και/ή την προθεραπεία με αντιισταμινικά, παρακεταμόλη, ιβουπροφένη και/ή κορτικοστεροειδή.
Υπερευαισθησία
Όπως με κάθε ενδοφλέβιο πρωτεϊνικό φαρμακευτικό προϊόν, υπάρχει το ενδεχόμενο αντιδράσεων υπερευαισθησίας αλλεργικού τύπου. Ένας μικρός αριθμός ασθενών έχει παρουσιάσει αντιδράσεις που υποδηλώνουν άμεση υπερευαισθησία (Τύπου Ι). Αν παρουσιαστούν σοβαρές αντιδράσεις αλλεργικού ή αναφυλακτικού τύπου, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο άμεσης διακοπής της χορήγησης Fabrazyme και να ακολουθηθεί κατάλληλη αγωγή. Θα πρέπει να τηρούνται τα ισχύοντα ιατρικά πρότυπα. Μετά από προσεκτική επαναπρόκληση, το Fabrazyme χορηγήθηκε εκ νέου και στους 6 ασθενείς που βρέθηκαν θετικοί για αντισώματα IgE ή είχαν θετική απόκριση στη δερματική δοκιμασία του Fabrazyme σε μια κλινική δοκιμή. Σε αυτή τη δοκιμή, η αρχική χορήγηση επαναπρόκλησης έγινε σε χαμηλή δόση και με χαμηλότερο ρυθμό έγχυσης (το 1/2 της θεραπευτικής δόσης, στο 1/25 του τυπικού αρχικού συνιστώμενου ρυθμού). Από τη στιγμή που η έγχυση γίνει ανεκτή στον ασθενή, η δόση μπορεί να αυξάνεται ωσότου φθάσει τη θεραπευτική δόση του 1 mg/kg και ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να αυξάνεται μέσω αύξουσας τιτλοδότησης, ανάλογα με την ανοχή του ασθενούς.
Ασθενείς με προχωρημένη νεφρική πάθηση
Η επίδραση της αγωγής με Fabrazyme στους νεφρούς ενδέχεται να είναι περιορισμένη σε ασθενείς με προχωρημένη νεφρική πάθηση.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-FABRAZYME
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων, ούτε in vitro μελέτες σχετικά με το μεταβολισμό. Βάσει του μεταβολισμού της η αγαλσιδάση βήτα δεν είναι πιθανή υποψήφια για αλληλεπίδραση μεταξύ φαρμάκων με μεσολάβηση του κυτοχρώματος P450.
Το Fabrazyme δεν πρέπει να χορηγείται με χλωροκίνη, αμιοδαρόνη, βενοκίνη ή γενταμυκίνη λόγω του θεωρητικού κινδύνου αναστολής της ενδοκυτταρικής δράσης της α-γαλακτοσιδάσης Α.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-FABRAZYME
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Καθώς η αγαλσιδάση βήτα (r-hαGAL) είναι μια ανασυνδυασμένη πρωτεΐνη, αναμένεται ανάπτυξη αντισωμάτων IgG σε ασθενείς με μικρή ή καθόλου υπολειμματική ενζυμική δραστηριότητα. Οι ασθενείς με αντισώματα στην r-hαGAL διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση (ΑΣΕ). Αντιδράσεις που υποδηλώνουν άμεση υπερευαισθησία (Τύπου Ι) έχουν αναφερθεί σε μικρό αριθμό ασθενών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οι πολύ συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις περιλαμβάνουν ρίγη, πυρεξία, αίσθηση ψύχους, ναυτία, έμετο, κεφαλαλγία και παραισθησία. Το εξήντα επτά τοις εκατό (67%) των ασθενών παρουσίασαν τουλάχιστον μία αντίδραση που σχετιζόταν με την έγχυση. Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν από κλινικές δοκιμές με συνολικά 168 ασθενείς (154 άνδρες και 14 γυναίκες) που έλαβαν Fabrazyme χορηγούμενο σε δόση 1 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες με μία τουλάχιστον έγχυση για έως και 5 έτη, παρουσιάζονται ανά ομάδα συστήματος οργάνων και συχνότητα (πολύ συχνές ≥ 1/10, συχνές ≥ 1/100 έως < 1/10 και όχι συχνές ≥ 1/1000 έως < 1/100) στον πίνακα που ακολουθεί. Η συχνότητα εμφάνισης μιας ανεπιθύμητης ενέργειας σε έναν μεμονωμένο ασθενή ορίζεται ως όχι συχνή, λόγω του σχετικά μικρού αριθμού ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά την πώληση συμπεριλαμβάνονται επίσης στον παρακάτω πίνακα σε μια κατηγορία «μη γνωστής» συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κυρίως ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας.
Πίνακας: Συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών από τη θεραπεία με Fabrazyme
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Μη γνωστές |
|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Ρινοφαρυγγίτιδα, Ρινίτιδα | |||
| Διαταραχές ανοσολογικού συστήματος | Αναφυλακτοειδής αντίδραση | |||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη, υπνηλία, υποαισθησία, αίσθημα καύσου, λήθαργος, συγκοπή | Υπεραισθησία, τρόμος | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Αυξημένη δακρύρροια, κνησμός οφθαλμών, οφθαλμική υπεραιμία | |||
| Διαταραχές του ωτός και λαβυρίνθου | Εμβοή, ίλιγγος | Ωτικό οίδημα, ωτικό άλγος | ||
| Καρδιακές διαταραχές | Ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, βραδυκαρδία | Φλεβοκομβική βραδυκαρδία | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Ερυθρίαση, υπέρταση, αίσθηση ψύχους, ωχρότητα, υπόταση, έξαψη | Περιφερική | ||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Δύσπνοια, ρινική συμφόρηση, σφίξιμο στο λαιμό, συριγμός, βήχας, επιδείνωση δύσπνοιας | Βρογχόσπασμος, φαρυγγολαρυγγικό άλγος, ρινόρροια, ταχύπνοια, συμφόρηση ανώτερης αναπνευστικής οδού | Υποξία | |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Κοιλιακό άλγος, άλγος ανώτερης κοιλιακής χώρας, κοιλιακές ενοχλήσεις, στομαχικές ενοχλήσεις, στοματική υποαισθησία, διάρροια | Δυσπεψία, δυσφαγία | ||
| Διαταραχές του δέρματος και των υποδόριων ιστών | Κνησμός, κνίδωση, εξάνθημα, ερύθημα, γενικευμένος κνησμός, αγγειονευρωτικό οίδημα, οίδημα προσώπου, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα | Δικτυωτή πελίδνωση, ερυθηματώδες εξάνθημα, γενικευμένος κνησμός, αποχρωματισμός δέρματος, δερματικές ενοχλήσεις, εξάνθημα | λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Άλγος στα άκρα, μυαλγία, οσφυαλγία, μυϊκοί σπασμοί, αρθραλγία, συσφικτικό αίσθημα στους μύες, μυοσκελετική δυσκαμψία | Μυοσκελετικό άλγος | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Κόπωση,θωρακική ενόχληση, αίσθηση θερμότητας, περιφερικό οίδημα, άλγος, εξασθένιση, θωρακικό άλγος, οίδημα προσώπου, υπερθερμία | Αίσθηση θερμότητας και ψύχους, ασθένεια τύπου γρίπης, άλγος στο σημείο της έγχυσης, αντίδραση στο σημείο της έγχυσης, θρόμβωση στο σημείο της έγχυσης, κακουχία, οίδημα | ||
| Εξετάσεις | Μειώθηκε ο κορεσμός του οξυγόνου |
Για τους σκοπούς αυτού του πίνακα, ≥1% ορίζεται ως ενέργειες που προκύπτουν σε 2 ή περισσότερους ασθενείς. Η ορολογία των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται στο Ιατρικό Λεξικό για Κανονιστικές Δραστηριότητες (Medical Dictionary for Regulatory Activities - MedDRA).
Περιγραφή συγκεκριμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις Οι σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις συνίσταντο συνήθως σε πυρετό και ρίγη. Πρόσθετα συμπτώματα ήταν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: ήπια ή μέτρια δύσπνοια, υποξία (μειώθηκε ο κορεσμός του οξυγόνου) σφίξιμο στο φάρυγγα, ενοχλήσεις στο θώρακα, ερυθρίαση, κνησμός, κνίδωση, οίδημα του προσώπου, αγγειονευρωτικό οίδημα, ρινίτιδα, βρογχική στένωση, ταχύπνοια, συριγμός, υπέρταση, υπόταση, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, κοιλιακό άλγος, ναυτία, εμετός, άλγος σχετιζόμενο με την έγχυση συμπεριλαμβανομένου άλγους στα άκρα, μυαλγία και κεφαλαλγία. Οι αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση αντιμετωπίστηκαν με μείωση του ρυθμού έγχυσης, σε συνδυασμό με τη χορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμακευτικών προϊόντων, αντιισταμινικών ή/και κορτικοστεροειδών. Το εξήντα επτά τοις εκατό (67%) των ασθενών παρουσίασαν τουλάχιστον μία αντίδραση που σχετιζόταν με την έγχυση. Η συχνότητα αυτών των αντιδράσεων μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου. Η πλειονότητα αυτών των αντιδράσεων μπορεί να αποδοθεί στο σχηματισμό αντισωμάτων IgG ή/και στην ενεργοποίηση του συμπληρώματος. Σε έναν περιορισμένο αριθμό ασθενών τα αντισώματα IgE καταδείχτηκαν (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από κλινικές δοκιμές τα οποία υποδεικνύουν ότι το προφίλ ασφάλειας της θεραπείας με Fabrazyme σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 5-7, που είναι σε θεραπεία είτε με 0,5 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες ή 1,0 mg/kg κάθε 4 εβδομάδες είναι παρόμοιο με αυτό των ασθενών (ηλικίας άνω των 7 ετών) που είναι σε θεραπεία με 1,0 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-FABRAZYME
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της αγαλσιδάσης βήτα σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιπτώσεις αναφορικά με την ανάπτυξη του εμβρύου/κυήματος (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Fabrazyme δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.
Γαλουχία
Η αγαλσιδάση βήτα ενδέχεται να εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Καθώς δεν υπάρχουν δεδομένα διαθέσιμα σχετικά με τις επιπτώσεις σε νεογνά που εκτέθηκαν στην αγαλσιδάση βήτα μέσω του μητρικού γάλακτος, συνιστάται διακοπή του θηλασμού κατά την περίοδο χρήσης του Fabrazyme.
Γονιμότητα
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για την εκτίμηση των πιθανών ενεργειών του Fabrazyme στην εξασθένιση της γονιμότητας.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-FABRAZYME
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα προϊόντα της διατροφικής και μεταβολικής οδού, ένζυμα. Κωδικός ATC: A16AB04.
Νόσος Fabry
Η νόσος Fabry είναι μια κληρονομική ετερογενής και πολυσυστηματική κλιμακούμενη νόσος, η οποία προσβάλλει τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες. Χαρακτηρίζεται από την ανεπάρκεια της α-γαλακτοζιδάσης. Μειωμένη ή απουσία της δραστικότητας της α-γαλακτοζιδάσης έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση του GL-3 στα λυσοσώματα πολλών τύπων κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των ενδοθηλιακών και παρεγχυματικών κυττάρων, οδηγώντας τελικά σε απειλητικές για τη ζωή κλινικές επιδεινώσεις ως αποτέλεσμα νεφρικών, καρδιακών και εγκεφαλοαγγειακών επιπλοκών.
Μηχανισμός δράσης
Η λογική της θεραπείας ενζυμικής υποκατάστασης έγκειται στην αποκατάσταση ενός επιπέδου ενζυμικής δραστικότητας επαρκούς για την κάθαρση του συσσωρευμένου υποστρώματος στους ιστούς των οργάνων, αποτρέποντας επομένως, σταθεροποιώντας ή αναστρέφοντας την προοδευτική μείωση της λειτουργίας αυτών των οργάνων προτού συμβεί ανεπανόρθωτη βλάβη.
Έπειτα από ενδοφλέβια έγχυση, η αγαλσιδάση βήτα απομακρύνεται γρήγορα από την κυκλοφορία και προσλαμβάνεται από τα αγγειακά ενδοθηλιακά και παρεγχυματικά κύτταρα σε λυσοσώματα, πιθανώς μέσω της φωσφορικής μαννόζης-6, της μαννόζης και των ασιαλογλυκοπροτεϊνικών υποδοχέων.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Fabrazyme αξιολογήθηκε σε δύο μελέτες με παιδιά, μια μελέτη εύρεσης δόσης, δύο διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με placebo μελέτες και μία ανοικτού τύπου μελέτη παράτασης τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες ασθενείς. Στη μελέτη εύρεσης δόσης, αξιολογήθηκαν οι επιδράσεις των 0,3, 1,0 και 3,0 mg/kg μία φορά κάθε 2 εβδομάδες και 1,0 και 3,0 mg/kg μία φορά κάθε 2 ημέρες. Παρατηρήθηκε μείωση του GL-3 στο νεφρό, την καρδιά, το δέρμα και το πλάσμα σε όλες τις δόσεις. Το GL-3 του πλάσματος υπέστη κάθαρση με τρόπο ανάλογο της δόσης, αλλά ήταν λιγότερο συνεκτικό στη δόση των 0,3 mg/kg. Επιπλέον, οι αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση ήταν εξαρτώμενες από τη δόση.
Στην πρώτη ελεγχόμενη με placebo κλινική δοκιμή, το Fabrazyme ήταν αποτελεσματικό στην κάθαρση του GL-3 από το αγγειακό ενδοθήλιο του νεφρού μετά από 20 εβδομάδες θεραπείας. Η κάθαρση αυτή επιτεύχθηκε στο 69% (20/29) των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Fabrazyme, αλλά σε κανέναν από τους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε placebo (p<0,001). Το εύρημα αυτό υποστηρίχθηκε περαιτέρω από μία στατιστικά σημαντική μείωση στα έγκλειστα του GL-3 στο νεφρό, στην καρδιά και το δέρμα συνολικά, καθώς και στα επιμέρους όργανα, σε ασθενείς οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αγαλσιδάση βήτα, σε σύγκριση με τους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε placebo (p<0,001). Στην παράταση ανοικτού τύπου αυτής της δοκιμής, κατά τη θεραπεία με αγαλσιδάση βήτα παρατηρήθηκε διατήρηση της κάθαρσης του GL-3 από το αγγειακό ενδοθήλιο των νεφρών. Αυτό επιτεύχθηκε σε 47 από τους 49 ασθενείς (96%) για τους οποίους υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία το μήνα 6, καθώς και σε 8 από τους 8 ασθενείς (100%) με διαθέσιμα στοιχεία κατά τη λήξη της μελέτης (σε σύνολο έως και 5 ετών θεραπείας). Η κάθαρση του GL-3 από τους νεφρούς επιτεύχθηκε επίσης σε αρκετούς άλλους τύπους κυττάρων. Τα επίπεδα του GL-3 στο πλάσμα ομαλοποιήθηκαν γρήγορα με τη θεραπεία και παρέμειναν φυσιολογικά επί 5 έτη.
Η νεφρική λειτουργία, όπως μετρήθηκε μέσω του ρυθμού σπειραματικής διήθησης και της κρεατινίνης ορού, καθώς και η πρωτεϊνουρία, παρέμειναν σταθερές στην πλειονότητα των ασθενών. Ωστόσο, η επίδραση της θεραπείας με Fabrazyme στη νεφρική λειτουργία ήταν περιορισμένη σε ορισμένους ασθενείς με προχωρημένη νεφρική νόσο.
Μολονότι δεν έχει διεξαχθεί κάποια ειδική μελέτη για την εκτίμηση της επίδρασης στα νευρολογικά σημεία και συμπτώματα, τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι οι ασθενείς μπορούν να επιτύχουν μείωση του άλγους και βελτίωση της ποιότητας ζωής κατά τη θεραπεία ενζυμικής υποκατάστασης. Διεξήχθη μια άλλη διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη 82 ασθενών για να προσδιοριστεί εάν το Fabrazyme θα μείωνε το ποσοστό εμφάνισης νεφρικής, καρδιακής ή εγκεφαλοαγγειακής νόσου ή θανάτου. Το ποσοστό κλινικών συμβάντων ήταν ουσιαστικά χαμηλότερο μεταξύ ασθενών που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με Fabrazyme σε σύγκριση με ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με placebo (μείωση κινδύνου = 53% στον πληθυσμό με πρόθεση για θεραπεία (p=0,0577), μείωση κινδύνου = 61% ανά πληθυσμό πρωτοκόλλου (p=0,0341)). Το αποτέλεσμα αυτό ήταν συνεπές σε όλα τα νεφρικά, καρδιακά και εγκεφαλοαγγειακά συμβάντα.
Τα αποτελέσματα των μελετών αυτών υποδεικνύουν ότι η θεραπεία με Fabrazyme στο 1 mg/kg κάθε δεύτερη εβδομάδα παρέχει κλινικό όφελος σε βασικές κλινικές εκβάσεις σε ασθενείς με πρώιμη και προχωρημένη νόσο του Fabry. Επειδή η κατάσταση αυτή είναι βραδέως προοδευτική, η έγκαιρη ανίχνευση και θεραπεία ενδέχεται να είναι κρίσιμη για την επίτευξη των καλύτερων δυνατών εκβάσεων.
Σε μια πρόσθετη μελέτη, 21 άνδρες ασθενείς ενεγράφησαν για να υποβληθούν σε κάθαρση του GL-3 σε νεφρικούς και δερματικούς ιστούς με ένα εναλλακτικό δοσολογικό σχήμα. Μετά τη θεραπεία με 1 mg/kg κάθε δύο εβδομάδες για 24 εβδομάδες, ένα δοσολογικό σχήμα 0,3 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες για 18 μήνες ήταν ικανό να διατηρεί την κάθαρση του κυτταρικού GL-3 στο τριχοειδικό ενδοθήλιο του νεφρού, σε άλλους τύπους νεφρικών κυττάρων και στο δέρμα (επιπολής δερματικό τριχοειδικό ενδοθήλιο) στην πλειοψηφία των ασθενών. Ωστόσο, στη χαμηλότερη δόση, τα αντισώματα IgG ενδέχεται να παίζουν ρόλο όσον αφορά την κάθαρση του GL-3 σε μερικούς ασθενείς. Λόγω των περιορισμών του σχεδιασμού της μελέτης (μικρός αριθμός ασθενών), δεν μπορεί να συναχθεί οριστικό συμπέρασμα σχετικά με το δοσολογικό σχήμα συντήρησης, αλλά αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι, μετά από μία αρχική δόση ογκομείωσης 1,0 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες, δόση 0,3 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες ενδεχομένως να είναι επαρκής σε μερικούς ασθενείς για τη διατήρηση της κάθαρσης του GL-3.
Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, αποκομίστηκε εμπειρία από ασθενείς που ξεκίνησαν τη θεραπεία σε δόση του 1 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες και που στη συνέχεια έλαβαν μειωμένη δόση για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε κάποιους από αυτούς τους ασθενείς αναφέρθηκε αυθόρμητα αύξηση σε ορισμένα από τα παρακάτω συμπτώματα: άλγος, παραισθησία, και διάρροια, καθώς και εκδηλώσεις του καρδιακού, του κεντρικού νευρικού και του νεφρικού συστήματος. Αυτά τα αναφερόμενα συμπτώματα προσομοιάζουν με τη φυσική πορεία της νόσου του Fabry.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μία παιδιατρική μελέτη ανοικτού τύπου, δεκαέξι ασθενείς με νόσο του Fabry (8-16 ετών, 14 άρρενες, 2 θήλεις) είχαν λάβει θεραπεία με 1,0 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες επί ένα έτος. Η κάθαρση του GL-3 στο αγγειακό ενδοθήλιο του επιφανειακού δέρματος επιτεύχθηκε σε όλους τους ασθενείς με συσσώρευση GL-3 κατά την έναρξη της θεραπείας. Στις 2 θήλεις ασθενείς υπήρχε μικρή ή καθόλου συσσώρευση GL-3 στο αγγειακό επιθήλιο του επιφανειακού δέρματος κατά την έναρξη της θεραπείας, ως εκ τούτου το συμπέρασμα που εξάγεται ισχύει μόνο για άρρενες ασθενείς.
Σε μία επιπλέον πενταετή ανοικτού τύπου παιδιατρική μελέτη, 31 άρρενες ασθενείς ηλικίας 5 έως 18 ετών τυχαιοποιήθηκαν πριν από την εμφάνιση των κλινικών συμπτωμάτων που περιλάμβαναν κύρια όργανα και έλαβαν θεραπεία με δύο χαμηλότερα δοσολογικά σχήματα αγαλσιδάσης βήτα, 0,5 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες ή 1,0 mg/kg κάθε 4 εβδομάδες. Τα αποτελέσματα ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας. Η βαθμολογία του GL-3 στο τριχοειδικό ενδοθήλιο του επιφανειακού δέρματος μειώθηκε ή διατηρήθηκε στο μηδέν σε όλα τα χρονικά σημεία μετά την έναρξη της θεραπείας σε 19/27 ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία, οι οποίοι ολοκλήρωσαν τη μελέτη χωρίς αύξηση της δόσης. Βιοψίες νεφρού λήφθησαν τόσο κατά την έναρξη της θεραπείας όσο και μετά από 5 έτη σε ένα υποσύνολο 6 ασθενών: συνολικά, η βαθμολογία του GL-3 στο νεφρικό τριχοειδικό ενδοθήλιο μειώθηκε στο μηδέν, αλλά υψηλής διακύμανσης αποτελέσματα παρατηρήθηκαν στο GL-3 των ποδοκυττάρων, με μείωση σε 3 ασθενείς. Δέκα (10) ασθενείς πληρούσαν τα κριτήρια αύξησης της δόσης σύμφωνα με το πρωτόκολλο, σε δύο (2) αυξήθηκε η δόση στη συνιστώμενη δόση του 1,0 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-FABRAZYME
expand_more
Φαρμακοκινητική
Έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση της αγαλσιδάσης βήτα σε ενήλικες σε δόσεις των 0,3 mg, 1 mg και 3 mg/kg σωματικού βάρους, οι τιμές AUC αυξήθηκαν περισσότερο από δοσοαναλογικά, λόγω μείωσης της κάθαρσης, γεγονός που υποδεικνύει κορεσμένη κάθαρση. Ο χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν ανεξάρτητος της δόσης και κυμάνθηκε από 45 έως 100 λεπτά.
Έπειτα από την ενδοφλέβια χορήγηση της αγαλσιδάσης βήτα σε ενήλικες με χρόνο έγχυσης περίπου τα 300 λεπτά και σε δόση του 1 mg για κάθε kg σωματικού βάρους, δύο φορές την εβδομάδα, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) κυμάνθηκαν από 2.000-3.500 ng/ml, ενώ η AUCinf κυμάνθηκε από 370-780 µg.min/ml. Ο Vss κυμάνθηκε από 8.3-40.8 l, η κάθαρση του πλάσματος κυμάνθηκε από 199-345 ml/min και ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής κυμάνθηκε από 80-120 λεπτά.
Η αγαλσιδάση βήτα αποτελεί πρωτεΐνη και αναμένεται να αποικοδομείται μεταβολικά μέσω πεπτιδικής υδρόλυσης. Κατά συνέπεια, η εξασθενημένη ηπατική λειτουργία δεν αναμένεται να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική της αγαλσιδάσης βήτα σε κλινικά σημαντικό βαθμό. Η νεφρική αποβολή της αγαλσιδάσης βήτα θεωρείται δευτερεύουσα οδός κάθαρσης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική του Fabrazyme αξιολογήθηκε επίσης σε δύο παιδιατρικές μελέτες. Σε μία από αυτές τις μελέτες, 15 παιδιατρικοί ασθενείς με διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα, ηλικίας 8,5 έως 16 ετών, βάρους 27,1 έως 64,9 kg έλαβαν θεραπεία με 1,0 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες. Η κάθαρση (CL) της αγαλσιδάσης βήτα δεν επηρεάστηκε από το βάρος σε αυτόν τον πληθυσμό. Η αρχική κάθαρση ήταν 77 mL/λεπτό, με όγκο κατανομής στη σταθερή κατάσταση (Vss) ίσο με 2,6 L. Ο χρόνος ημιζωής ήταν 55 λεπτά. Μετά την ορομετατροπή της IgG, η κάθαρση μειώθηκε σε 35 mL/λεπτό, ο Vss αυξήθηκε σε 5,4 L και ο χρόνος ημιζωής αυξήθηκε σε 240 λεπτά. Η τελική επίδραση αυτών των μεταβολών μετά την ορομετατροπή ήταν μια αύξηση της έκθεσης κατά 2 έως 3 φορές, με βάση τις τιμές AUC και Cmax. Δεν προέκυψαν μη αναμενόμενα ζητήματα ασφάλειας σε ασθενείς που παρουσίασαν αύξηση στην έκθεση μετά την ορομετατροπή.
Σε μία άλλη μελέτη με 30 παιδιατρικούς ασθενείς με διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής, ηλικίας 5 έως 18 ετών, που έλαβαν θεραπεία με δύο χαμηλότερα δοσολογικά σχήματα των 0,5 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες και 1,0 mg/kg κάθε 4 εβδομάδες, η μέση CL ήταν 4,6 και 2,3 ml/min/kg, αντίστοιχα, ο Vss ήταν 0,27 και 0,22 l/kg, αντίστοιχα, και η μέση ημίσεια ζωή για την απομάκρυνση ήταν 88 και 107 λεπτά, αντίστοιχα. Μετά την ορομετατροπή της IgG, δεν υπήρχε καμία εμφανής μεταβολή στην CL (+24% και +6%, αντίστοιχα.), ενώ ο Vss ήταν 1,8 και 2,2 φορές υψηλότερος, με το τελικό αποτέλεσμα να είναι μια μικρή μείωση στην Cmax (έως και -34% και -11%, αντίστοιχα.) και καμία αλλαγή στην AUC (-19% και -6%, αντίστοιχα).
ΕΟΦ · 9.5
Φάρμακα χρησιμοποιούμενα σε σύμφυτες διαταραχές του μεταβολισμού
expand_more
Φάρμακα χρησιμοποιούμενα σε σύμφυτες διαταραχές του μεταβολισμού
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 4.1 ± 1.2 mL/min/kg [ενήλικοι ασθενείς με Fabry νόσο, 0.3 mg/kg, 1 έγχυση]
- 4.6 ± 2.2 mL/min/kg [ενήλικοι ασθενείς με Fabry νόσο, 0.3 mg/kg, 5 εγχύσεις]
- 2.1 ± 0.7 mL/min/kg [ενήλικοι ασθενείς με Fabry νόσο, 1 mg/kg, 1 έγχυση]
- 3.2 ± 2.6 mL/min/kg [ενήλικοι ασθενείς με Fabry νόσο, 1 mg/kg, 5 εγχύσεις]
- 0.8 ± 0.3 mL/min/kg [ενήλικοι ασθενείς με Fabry νόσο, 3 mg/kg, 1 έγχυση]
- 0.8 ± 0.4 mL/min/kg [ενήλικοι ασθενείς με Fabry νόσο, 3 mg/kg, 5 εγχύσεις]
- 1.8 ± 0.8 mL/min/kg [Παιδιατρικοί Ασθενείς με Fabry Νόσο, 1 mg/kg, 1-3 εγχύσεις]
- 4.9 ± 5.6 mL/min/kg [Παιδιατρικοί Ασθενείς με Fabry Νόσο, 1 mg/kg, 7 εγχύσεις]
- 2.3 ± 2.2 mL/min/kg [Παιδιατρικοί Ασθενείς με Fabry Νόσο, 1 mg/kg, 11 εγχύσεις]