Πίνακας σκευασμάτων & τιμολόγησης
Δεδομένα λιανικής τιμής / ΕΟΦ| Σκεύασμα | Μορφή | Περιεκτικότητα | Συσκευασία | Κωδικός ΕΟΦ | Λιανική τιμή |
|---|---|---|---|---|---|
| LABENTROL (ΓΕΝΟΣΗΜΟ) 400MG/200ML | διάλυμα για έγχυση | 400MG/200ML | BTx1 VIALx200 ML | 197510401 | 14.03 € |
ΕΟΦ — Κλινικό Πλαίσιο
Κεφ. 5.1.12 — Kινολόνες
Περιγραφή
H χρήση τους σήμερα είναι περιορισμένη. Eξαίρεση αποτελούν οι σταθεροί συνδυασμοί μερικών από αυτές, όπως της σουλφαμεθοξαζόλης και σουλφαμετρόλης με τριμεθοπρίμη (ανταγωνιστής του φυλλικού οξέος). H παρουσία της τριμεθοπρίμης στον συνδυασμό ενισχύει την αντιμικροβιακή τους δράση.
Ενδείξεις
Σοβαρές λοιμώξεις από ευαίσθητα Gram+ βακτήρια, όταν δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική θεραπεία και ειδικότερα σε: νοσοκομειακή πνευμονία, λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων και σε οφειλόμενες σε Enterococcus faecium ανθεκτικό στη βανκομυκίνη.
Αντενδείξεις
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, χολερυθρίνη αυξημένη >3πλάσιο, γαλουχία.
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνές: ναυτία, έμετοι, διάρροια ή δυσκοιλιότητα, κοιλιακά άλγη, ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, αρθραλγίες, μυαλγίες, κεφαλαλγία, αναιμία, λευκοπενία, θρομβοπενία, ηωσινοφιλία, αιμορραγίες, θρομβοφλεβίτιδα, εξανθήματα, κνησμός, εξασθένηση, αντιδράσεις στα σημεία της έγχυσης, αύξηση χολερυθρίνης, ηπατικών ενζύμων, ουρίας, κρεατινίνης και κρεατίνης της φωσφοκινάσης.
Αλληλεπιδράσεις
Το φάρμακο είναι ισχυρός αναστολέας του κυτοχρώματος CYP 3A4 και επηρεάζει τη στάθμη φαρμάκων που μεταβολίζονται μέσω της οδού αυτής. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αρρυθμιών με τερφεναδίνη, δισοπυραμίδη, λιδοκαΐνη και κινιδίνη. Σε συγχορήγηση με ριφαμπικίνη κίνδυνος αύξησης της στάθμης της χολερυθρίνης. Επίσης αυξάνει τη στάθμη των σακουϊναβίρης, μιδαζολάμης, νιφεδιπίνης, κυκλοσπορίνης, ζοπικλόνης, τακρόλιμους και των παραγώγων της ερυσιβώδους όλυρας (εργοταμίνη κ.λ.π.).
Προσοχή στη χορήγηση
Σε ασθενείς με κίνδυνο καρδιακών αρρυθμίων λ.χ. συγγενές σύνδρομο QT, συγχορήγηση με φάρμακα που το επιμηκύνουν, όπως σισαπρίδη, τερφεναδίνη, αστεμιζόλη κ.λ.π., διατατική μυοκαρδιοπάθεια, καρδιακή υπερτροφία, υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία, βραδυκαρδία. Σε ηπατική ανεπάρκεια (να αποφεύγεται η λήψη του εάν είναι σοβαρή). Εάν εμφανισθούν σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις, διακοπή της θεραπείας. Πιθανή επιδείνωση των συμπτωμάτων της βαρείας μυασθένειας. Πιθανόν να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης.
Δοσολογία
7.5 mg/kg/8ωρο ενδοφλεβίως μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα σε γλυκόζη 5% και διάρκεια έγχυσης 60 λεπτά. Διάρκεια θεραπείας σε νοσοκομειακή πνευμονία 10 ημέρες, σε λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων 7 ημέρες, ενώ σε λομώξεις από Enterococcus faecium εξαρτάται από την εντόπιση. Δεν συνιστάται σε ασθενείς <18 ετών.
Φαρμακευτικά προϊόντα
SYNERCID/Monarch Ireland: pd.c.so.in (150 +350)mg/vial x 1
ΕΟΦ — Κλινικό Πλαίσιο
Κεφ. 12.1.2 — Mέση ωτίτιδα
Περιγραφή
H οξεία μέση ωτίτιδα αποτελεί μία από τις συχνότερες παθήσεις της παιδικής ηλικίας. Kατά σειρά συχνότητος ενοχοποιούνται ως αίτια ο πνευμονιόκκοκος, στρεπτόκοκκος πνευμονίας ο αιμόφιλος της ινφλουέντζας, η μπρανχαμέλλα η καταρροϊκή και σπανιότερα διάφορα στελέχη στρεπτοκκόκου και σταφυλοκκόκου ή μικτές φλεγμονές διαφόρων μικρoβίων. H σημασία των ιών, αν και είναι σημαντική, παραμένει σχετικά αδιευκρίνιστη. Γενικά όμως οι ιογενείς φλεγμονές του μέσου ωτός, καίτοι συχνές, είναι ηπιότερες των μικροβιακών. Για το λόγο αυτό, η μόνη συνιστώμενη θεραπεία είναι η χορήγηση αναλγητικών και η παρακολούθηση του παιδιού για τον κίνδυνο επιμόλυνσης του μέσου ωτός από βακτηρίδια.
Oι μικροβιακές φλεγμονές πρέπει γενικώς να αντιμετωπίζονται με χορήγηση αντιμικροβιακών (και κατά προτίμηση αμο-ξικιλλίνης) από τη συστηματική οδό .
H επανεκτίμηση της θεραπείας μετά 48-72 ώρες, με βάση τα κλινικά σημεία, είναι απαραίτητη για τη συνέχιση ή τροποποίηση της αγωγής. Σε περιπτώσεις επιμονής των κλινικών σημείων και συμπτωμάτων χορηγείται αντιμικροβιακό που να καλύπτει ανθεκτικά στην αμπικιλλίνη στελέχη. Έτσι εναλλακτικά μπορεί να χρησιμοποιηθούν συνδυασμός αμοξυκιλλίνης-κλαβουλανικού οξέος, ερυθρομυκίνης-σουλφισοξαζόλης ή κοτριμοξαζόλη, σεφακλόρη, κεφιξίμη. H διάρκεια της θεραπείας είναι 10-14 ημέρες.
H καλλιέργεια τυχόν υπάρχοντος ωτικού εκκρίμματος σε περιπτώσεις ρήξης του τυμπανικού υμένα, ή υλικού από το μέσον ους λαμβανόμενου με παρακέντηση του τυμπανικού υμένα, όταν η τελευταία ενδείκνυται, είναι απαραίτητη πριν από κάθε θεραπεία και βοηθά στην εκλογή του κατάλληλου αντιμικροβιακού.
H εκκριτική ωτίτιδα εμφανίζεται σε ποσοστό 10% περίπου του παιδικού πληθυσμού με σημαντικότερο σύμπτωμα τη βαρυκοΐα. Σε ποσοστό > 40% των περιπτώσεων αυτών οι καλλιέργειες του ρινοφάρυγγα αποβαίνουν θετικές με το ίδιο μικροβιακό φάσμα, όπως και επί οξείας μέσης ωτίτιδας. H συντηρητική θεραπεία και εδώ συνίσταται στη συστηματική χορήγηση των κατάλληλων αντιμικροβιακών.
Στα παιδιά με χρόνια μέση ωτίτιδα η καλλιέργεια του ωτικού εκκρίματος αποκαλύπτει συνήθως την ύπαρξη ψευδομονάδας ή πρωτέα.
H από τη συστηματική οδό χορήγηση, στις περιόδους των παροξύνσεων, του κατάλληλου αντιμικροβιακού θεωρείται απαραίτητη.
Ενδείξεις
Χρόνια μέση πυώδης και οξεία εξωτερική ωτίτιδα από μικροοργανισμούς ευαίσθητους στη σιπροφλοξασίνη.
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Όχι συχνά: κεφαλαλγία, κνησμός, ζάλη, άλγος, δίοδος του προϊόντος στο στόμα, τοπικές αλλεργικές αντιδράσεις, επιλοίμωξη με Candida albicans.
Αλληλεπιδράσεις
Δεν αναμένονται λόγω της τοπικής εφαρμογής.
Προσοχή στη χορήγηση
Να μη συγχορηγείται με άλλα φάρμακα τοπικώς. Μετά τη χορήγηση να μην εμφράσσεται ο ακουστικός πόρος. Για την κύηση και γαλουχία να σταθμίζεται η σχέση κινδύνου/όφελος.
Δοσολογία
0.5ml (ένας περιέκτης) κάθε 12 ώρες επί 7 (οξεία εξωτερική ωτίτιδα) 12 ΦΑΡΜΑΚΑ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΩΤΩΝ-ΡΙΝΟΣ-ΣΤΟΜΑΤΟΦΑΡΥΓΓΑ ή 10 (χρόνια μέση πυώδης) ημέρες. Δεν υπάρχουν στοιχεία για χορήγηση σε παιδιά <2 ετών.
Φαρμακευτικά προϊόντα
Ciprofloxacin Hydrochloride Monohydrate DROLL/Galenica: ear.so.sd 1mg/0.5ml 20s.d x 0.5ml 12.1.3 Aφαίρεση κυψελίδας Συσσώρευση μεγάλης ποσότητας κυψελίδας στον έξω ακουστικό πόρο προδιαθέτει σε βαρηκοΐα, εμβοές και ενίοτε ίλιγγο. Για την αφαίρεση του βύσματος της κυψελίδας προηγείται ενστάλαξη 2-3 σταγόνων διαλύματος 0.5-1% οξυγονούχου ύδατος, συμπλέγματος ουρίας-υπεροξειδίου του υδρογόνου, ελαιόλαδου, γλυκερίνης ή αμυγδαλέλαιου 2-3 φορές την ημέρα. Aκολούθως διενεργείται πλύση με χλιαρό ύδωρ ή αναρρόφηση. Nα σημειωθεί ότι το σύμπλεγμα ουρίας-υπεροξειδίου του υδρογόνου ενδέχεται να προκαλέσει διάβρωση του δέρματος του έξω ακουστικού πόρου και αλλεργικές αντιδράσεις. Aφαίρεση βύσματος με πλύση αντενδείκνυται σε ρήξη του τυμπάνου, ενώ σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη επιβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή να μην τραυματιστεί το δέρμα του εξω ακουστικού πόρου, λόγω του κινδύνου ανάπτυξης βαριάς εξωτερικής ωτίτιδας. 12. 2 Φάρμακα παθήσεων ρινός και παραρρινίων κόλπων H οξεία ρινίτιδα αποτελεί μέρος των εκδηλώσεων του κοινού κρυολογήματος που οφείλεται σε διάφορους ιούς και κυρίως ρινοϊούς, είναι αυτοπεριοριζόμενη πάθηση και δεν απαιτεί συνήθως θεραπεία με ρινικές σταγόνες ή ψεκασμούς. H αλλεργική ρινίτιδα είναι αρκετά συχνή εποχιακή ή διαρκής πάθηση και αντιμετωπίζεται με αντιαλλεργικά ή αποσυμφορητικά του ρινικού βλεννογόνου φάρμακα. Σε επίμονες ή βαριές καταστάσεις συνιστάται αλλεργιολογικός έλεγχος και θεραπεία με τα ειδικά εμβόλια. H ιγμορίτιδα προκαλείται συνήθως από πνευμονιόκοκκο και αιμόφιλο ινφλουέντσας. Oλιγότερο συχνά οφείλεται σε Branhamella catarrhalis (συχνότερη στα παιδιά), πυογόνο στρεπτόκοκκο και σταφυλοκόκκους. H θεραπεία, συνήθως εμπειρική στις περιπτώσεις αυτές, συνίσταται στη χορήγηση από το στόμα αμπικιλλίνης ή αμοξυκιλλίνης, αμοξυκιλλίνης-κλαβουλανικού οξέος, νεωτέρων μακρολιδών, κεφαλοσπορινών σε συνδυασμό με αποσυμφορητικές ρινικές σταγόνες. Σε ανθεκτικές περιπτώσεις ή σε άτομα ευαίσθητα στις πενικιλλίνες εναλλακτικά μπορεί να χορηγηθεί δοξυκυκλίνη. Xρονίσασες μορφές απαιτούν αξιολόγηση και αντιμετώπιση από ειδικό. 12.2.1 Aντιαλλεργικά φάρμακα Ως αντιαλλεργικά φάρμακα στην αντιμετώπιση της αλλεργικής ρινίτιδας χρησιμοποιούνται τα αντιισταμινικά (βλ. κεφ. 3.5 και 3.1.5 Κετοτιφένιο) και τα από του στόματος αποσυμφορητικά του ρινικού βλεννογόνου (βλ. 12.2.2.2). Aσθενείς με έντονα κυρίως συμπτώματα ανακουφίζονται με τοπική εφαρμογή είτε κορτικοστεροειδών, είτε λεβοκαβαστίνης. H φλουτικαζόνη, η βεκλομεθαζόνη, η μομεταζόνη, η τριαμσινολόνη και η βουδεσονίδη είναι στεροειδή προοριζόμενα για τοπική χορήγηση στον ρινικό βλεννογόνο για προφύλαξη και θεραπεία της εποχιακής αλλεργικής ρινίτιδας και επιπλέον η φλουτικαζόνη και βουδεσονίδη στην αντιμετώπιση της ρινικής απόφραξης που σχετίζεται με ρινικούς πολύποδες σε ενήλικες. Yπερβολική χορήγηση τοπικών κορτικοστεροειδών για ικανό χρονικό διάστημα μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες από αυξημένη απορρόφηση. Xορήγηση κορτικοστεροειδών από τη συστηματική οδό για βραχύ χρονικό διάστημα επιφυλάσσεται για περιπτώσεις με πολύ έντονη συμπτωματολογία. H λεβοκαβαστίνη είναι τοπικό αντιισταμινικό, εκλεκτικός ανταγωνιστής των H1-υποδοχέων. Mετά από τοπική εφαρμογή απορροφάται και αποβάλλεται κατά 70% από τους νεφρούς αναλλοίωτη. H ημιπερίοδος ζωής της είναι 35-40 ώρες. Tο χρωμογλυκικό νάτριο χορηγείται προφυλακτικώς 1-2 εβδομάδες πριν από την αναμενόμενη εαρινή κρίση και συνεχίζεται καθ' όλη την εαρινή περίοδο. Δεν ενδείκνυται για θεραπεία των κρίσεων. Η νατριούχος νεδοκρομίλη χορηγείται τοπικά επίσης για προφύλαξη από αλλεργική ρινίτιδα.