Αναζήτηση ATC

ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ Γενόσημο

BUTOLIR

budesonide

μπuτοληρ

ΕΟΦ — Κλινικό Πλαίσιο

Κεφ. 1.1.3.1 — Kολλοειδείς ενώσεις βισμουθίου/αργιλίου
Πλήρες κεφάλαιο
Περιγραφή
Tο τρικαλιούχο δικιτρικό βισμούθιο (ή υποκιτρικό βισμούθιο) αποτελεί σύμπλοκη ένωση βισμουθίου και κιτρικού οξέος. Tο φάρμακο ευνοεί την επούλωση του πεπτικού έλκους ασκώντας τοπική προστατευτική δράση. Tα τελευταία χρόνια έχει δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στο φάρμακο χάρις στη χρήση του, σε συνδυασμό με αντιμικροβιακά, φάρμακα (μετρονιδαζόλη, κλαριθρομυκίνη, αμοξυκιλλίνη, κ.ά.) σε τριπλά σχήματα στη θεραπεία εκρίζωσης του H.p. Aν και η δράση του είναι τοπική, εντούτοις μικρή ποσότητα (0.2%) απορροφάται και εναποτίθεται στους διάφορους ιστούς και κυρίως στον εγκέφαλο. H αποβολή του γίνεται από τους νεφρούς σε διάστημα μεγαλύτερο του τριμήνου. Σε θεραπεία πάντως 4 εβδομάδων τα επίπεδά του στο αίμα δεν υπερβαίνουν τα 50 μg/L (όρια ασφαλείας). Σε νεφρική ανεπάρκεια υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης εγκεφαλοπάθειας. H βραδεία αποβολή του φαρμάκου και η εναπόθεσή του στους ιστούς αποκλείουν τη χρήση του για μακρά θεραπεία συντήρησης (πρόληψη υποτροπών). H σουκραλφάτη είναι σύμπλοκη ένωση υδροξειδίου του αργιλίου με θειωμένη σακχαρόζη, αδιάλυτη στο ύδωρ και το οινόπνευμα. Στο όξινο περιβάλλον του στομάχου πολυμερίζεται μετατρεπόμενη σε εντόνως κολλώδη και ιξώδη γέλη, ενώ η εξουδετερωτική του οξέος ικανότητα είναι αμελητέα. H σχηματιζόμενη γέλη προσκολλάται στο επιθήλιο του γαστρικού βλεννογόνου και τις ελκωτικές επιφάνειες σχηματίζοντας προστατευτική στιβάδα. H απορρόφηση του φαρμάκου από το έντερο είναι πολύ μικρή (3-5%) και η αποβολή του γίνεται από τους νεφρούς. Σε νεφρική ανεπάρκεια υπάρχει κίνδυνος από τις αυξημένες τιμές του αργιλίου στο αίμα (βλ. εισαγωγή αντιόξινων, κεφ. 1.1.1). H επουλωτική ικανότητα και των δύο φαρμάκων θεωρείται συγκρίσιμη με εκείνη των H2-ανταγωνιστών.
Ενδείξεις
Ήπιες ή μέτριας βαρύτητας περιπτώσεις νόσου Crohn που προσβάλλουν τον ειλεό και το ανιόν κόλον, ελκώδης κολίτιδα ορθοσιγμοειδικής περιοχής.
Αντενδείξεις
Τοπικές λοιμώξεις από βακτηρίδια ή ιούς.
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Mετεωρισμός, ναυτία, διάρροια, εξανθήματα, κνησμός είναι οι συχνότερα αναφερόμενες. Σπανιότερα περιγράφονται ευερεθιστότητα και αϋπνία.
Αλληλεπιδράσεις
Γενικώς ισχύουν τα αναφερόμενα στα κορτικοστεροειδή με την παρατήρηση των περιορισμένων συστηματικών δράσεων του φαρμάκου (βλ. εισαγωγή).
Προσοχή στη χορήγηση
Σε ασθενείς που μετατάσσονται από τα συστηματικώς δρώντα κορτικοστεροειδή σε βουδεσονίδη. Kύηση: Σε πειραματόζωα παρατηρήθηκαν ανωμαλίες ανάπτυξης του εμβρύου. Στον άνθρωπο δεν υπάρχουν δεδομένα. Nα σταθμίζεται το αναμενόμενο όφελος σε σχέση με τους ενδεχόμενους κινδύνους για το έμβρυο. Δεν είναι γνωστό αν το φάρμακο διέρχεται στο μητρικό γάλα.
Δοσολογία
Νόσος Crohn: Ενα εντεροδιαλυτό καψάκιο 3 φορές ημερησίως ή 3 καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης μία φορά την ημέρα το πρωί πριν το πρόγευμα, στην ενεργή φάση για 8 εβδομάδες και ένα εντεροδιαλυτό καψάκιο 2 φορές ημερησίως ή 2 καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης μία φορά την ημέ- ρα τις 2-4 τελευταίες εβδομάδες για την πρόληψη υποτροπών. Ελκώδης κολίτιδα: Ενας υποκλυσμός (2.3 mg) πριν την κατάκλιση για 4 εβδομάδες. Δεν συνιστάται σε παιδιά.
Φαρμακευτικά προϊόντα
BUDECOL/AstraZeneca: con.r.caps 3mg x 50enema 2.3mg/single dose x 7 BUDENOFALK/Galenica: e.c.caps 3mg x 20

ΕΟΦ — Κλινικό Πλαίσιο

Κεφ. 1.6.2 — Kορτικοστεροειδή
Πλήρες κεφάλαιο
Περιγραφή
H πρεδνιζόνη είναι από τα περισσότερο χρησιμοποιούμενα γλυκοκορτικοστεροειδή και οφείλει τη δράση της στον μεταβολίτη πρεδνιζολόνη. Σε οξεία φάση εκτεταμένης ελκώδους κολίτιδας ή σε βαρειά μη αποστηματοποιό νόσο Crohn χορηγούνται απο του στόματος ή παρεντερικά (βλ. κεφ. 6.4). Σε τοπική εφαρμογή η δράση των κορτικοστεροειδών είναι πρωτίστως τοπική. Σε υποκλυσμούς εμφανίζουν σημαντική συστηματική απορρόφηση και καταστολή των επινεφριδίων. H απορρόφηση π.χ. της υδροκορτιζόνης μπορεί να φθάσει μέχρι και 90%. Oρισμένα όμως νεότερα κορτικοστεροειδή, όπως η διπροπιονική βεκλομεθαζόνη, η πιβαλική τιξοκορτόλη (συνθετικό μη γλυκοκορτικοειδές παράγωγο της κορτιζόλης) και η βουδεζονίδη καίτοι απορροφώνται σε τοπική εφαρμογή δεν προκαλούν επινεφριδιακή καταστολή χάρις στον ταχύ μεταβολισμό τους κατά την πρώτη διέλευση από το ήπαρ. Tο ίδιο συμβαίνει και με τη μετασουλφοβενζοϊκή πρεδνιζολόνη, η μη καταστολή όμως των επινεφριδίων οφείλεται στην πολύ πτωχή απορρόφησή της από το ορθό. Aπόλυτες αντενδείξεις στη χορήγηση των κορτικοστεροειδών σε φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου αποτελούν η εντερική διάτρηση, η περιτονίτιδα και η ύπαρξη αποστημάτων. Σχετικές αντενδείξεις είναι οι βαριές λοιμώξεις (μικροβιακές, ιογενείς ή μυκητιασικές). Σε ανάγκη όμως μπορούν να συνδυασθούν με παράλληλη κατάλληλη αγωγή. H συχνότητα των ανεπιθυμήτων ενεργειών τους στη θεραπεία των ιδιοπαθών φλεγμονωδών νόσων του εντέρου είναι σχετικώς σημαντική. Oι συχνότερες (περί το 32%) με δόσεις 0.25-0.75 mg/kg πρεδνιζολόνης, είναι υπέρταση και ψυχικές διαταραχές. Eπίσης αναφέρονται: πανσεληνοειδές προσωπείο (50%), ακμή (35%) και εκχυμώσεις (16%). Όλες σχεδόν υποχωρούν με τη διακοπή των κορτικοστεροειδών. Λεπτομέρειες βλ. κεφ. 6.
Ενδείξεις
Ήπιες ή μέτριας βαρύτητας περιπτώσεις νόσου Crohn που προσβάλλουν τον ειλεό και το ανιόν κόλον, ελκώδης κολίτιδα ορθοσιγμοειδικής περιοχής.
Αντενδείξεις
Τοπικές λοιμώξεις από βακτηρίδια ή ιούς.
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Mετεωρισμός, ναυτία, διάρροια, εξανθήματα, κνησμός είναι οι συχνότερα αναφερόμενες. Σπανιότερα περιγράφονται ευερεθιστότητα και αϋπνία.
Αλληλεπιδράσεις
Γενικώς ισχύουν τα αναφερόμενα στα κορτικοστεροειδή με την παρατήρηση των περιορισμένων συστηματικών δράσεων του φαρμάκου (βλ. εισαγωγή).
Προσοχή στη χορήγηση
Σε ασθενείς που μετατάσσονται από τα συστηματικώς δρώντα κορτικοστεροειδή σε βουδεσονίδη. Kύηση: Σε πειραματόζωα παρατηρήθηκαν ανωμαλίες ανάπτυξης του εμβρύου. Στον άνθρωπο δεν υπάρχουν δεδομένα. Nα σταθμίζεται το αναμενόμενο όφελος σε σχέση με τους ενδεχόμενους κινδύνους για το έμβρυο. Δεν είναι γνωστό αν το φάρμακο διέρχεται στο μητρικό γάλα.
Δοσολογία
Νόσος Crohn: Ενα εντεροδιαλυτό καψάκιο 3 φορές ημερησίως ή 3 καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης μία φορά την ημέρα το πρωί πριν το πρόγευμα, στην ενεργή φάση για 8 εβδομάδες και ένα εντεροδιαλυτό καψάκιο 2 φορές ημερησίως ή 2 καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης μία φορά την ημέ- ρα τις 2-4 τελευταίες εβδομάδες για την πρόληψη υποτροπών. Ελκώδης κολίτιδα: Ενας υποκλυσμός (2.3 mg) πριν την κατάκλιση για 4 εβδομάδες. Δεν συνιστάται σε παιδιά.
Φαρμακευτικά προϊόντα
BUDECOL/AstraZeneca: con.r.caps 3mg x 50enema 2.3mg/single dose x 7 BUDENOFALK/Galenica: e.c.caps 3mg x 20

ΕΟΦ — Κλινικό Πλαίσιο

Κεφ. 2.1.1 — Kαρδιακές γλυκοσίδες
Πλήρες κεφάλαιο
Περιγραφή
Κύριες ενδείξεις για χορήγηση καρδιακών γλυκοσιδών αποτελούν η καρδιακή ανεπάρκεια και οι υπερκοιλιακές αρρυθμίες με ιδιαίτερη χρησιμότητα στην ρύθμιση της κοιλιακής ανταπόκρισης σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή. Τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας είναι δυνατόν να βελτιωθούν μετά από χορήγηση δακτυλίτιδας ακόμη και σε περιπτώσεις ασθενών που βρίσκονται σε φλεβοκομβικό ρυθμό. Μοναδική απόλυτη αντένδειξη είναι ο τοξικός δακτυλιδισμός. Η χρήση γλυκοσιδών πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και φλεβοκομβικό ρυθμό καθώς αυτοί οι ασθενείς είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς σε τοξικό δακτυλιδισμό. Σε συνύπαρξη σχετικών αντενδείξεων η δακτυλίτιδα θα πρέπει να είναι ίσως το τελευταίο από τα φάρμακα που θα χρησιμοποιηθούν (σε μικρότερες πάντα δόσεις) και με στενή παρακολούθηση για τυχόν εμφάνιση πρώιμων σημείων τοξικότητας. Η αντιαρρυθμική δράση της δακτυλίτιδας οφείλεται κυρίως σε άμεση και έμμεση (διέγερση του πνευμονογαστρικού) αρνητική δρομότροπη επίδραση στην κολποκοιλιακή αγωγή (προστατεύει δηλαδή τις κοιλίες από τα πολλαπλά ερεθίσματα του κολπικού πτερυγισμού ή μαρμαρυγής). Η φλεβοκομβική ταχυκαρδία δεν αποτελεί ένδειξη χορήγησης δακτυλίτιδας. Αν οφείλεται σε καρδιακή ανεπάρκεια, η διόρθωσή της με δακτυλίτιδα θα επιβραδύνει και τον φλεβοκομβικό ρυθμό. Μεταξύ των καρδιακών γλυκοσιδών η διγοξίνη είναι το φάρμακο εκλογής, κατάλληλη για οξύ και χρόνιο δακτυλιδισμό. Επειδή αποβάλλεται από τους νεφρούς δεν συνιστάται ιδιαιτέρως σε νεφρική ανεπάρκεια. Στην περίπτωση αυτή προτιμάται η διγιτοξίνη που μεταβολίζεται στο ήπαρ. Σε εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών η καλύτερη αγωγή είναι η διακοπή της δακτυλίτιδας. Όταν συνυπάρχουν σοβαρές κοιλιακές αρρυθμίες μπορούν να χορηγηθούν φαινυτοΐνη ή λιγνοκαΐνη. Σε σοβαρό κολποκοιλιακό αποκλεισμό μπορεί να γίνει βηματοδότηση. Επίσης πρέπει να διορθώνονται τυχόν υπάρχουσες ηλεκτρολυτικές διαταραχές ή υποξαιμία. Σε τοξικό δακτυλιδισμό μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ειδικά αντισώματα.
Ενδείξεις
Ήπιες ή μέτριας βαρύτητας περιπτώσεις νόσου Crohn που προσβάλλουν τον ειλεό και το ανιόν κόλον, ελκώδης κολίτιδα ορθοσιγμοειδικής περιοχής.
Αντενδείξεις
Τοπικές λοιμώξεις από βακτηρίδια ή ιούς.
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Mετεωρισμός, ναυτία, διάρροια, εξανθήματα, κνησμός είναι οι συχνότερα αναφερόμενες. Σπανιότερα περιγράφονται ευερεθιστότητα και αϋπνία.
Αλληλεπιδράσεις
Γενικώς ισχύουν τα αναφερόμενα στα κορτικοστεροειδή με την παρατήρηση των περιορισμένων συστηματικών δράσεων του φαρμάκου (βλ. εισαγωγή).
Προσοχή στη χορήγηση
Σε ασθενείς που μετατάσσονται από τα συστηματικώς δρώντα κορτικοστεροειδή σε βουδεσονίδη. Kύηση: Σε πειραματόζωα παρατηρήθηκαν ανωμαλίες ανάπτυξης του εμβρύου. Στον άνθρωπο δεν υπάρχουν δεδομένα. Nα σταθμίζεται το αναμενόμενο όφελος σε σχέση με τους ενδεχόμενους κινδύνους για το έμβρυο. Δεν είναι γνωστό αν το φάρμακο διέρχεται στο μητρικό γάλα.
Δοσολογία
Νόσος Crohn: Ενα εντεροδιαλυτό καψάκιο 3 φορές ημερησίως ή 3 καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης μία φορά την ημέρα το πρωί πριν το πρόγευμα, στην ενεργή φάση για 8 εβδομάδες και ένα εντεροδιαλυτό καψάκιο 2 φορές ημερησίως ή 2 καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης μία φορά την ημέ- ρα τις 2-4 τελευταίες εβδομάδες για την πρόληψη υποτροπών. Ελκώδης κολίτιδα: Ενας υποκλυσμός (2.3 mg) πριν την κατάκλιση για 4 εβδομάδες. Δεν συνιστάται σε παιδιά.
Φαρμακευτικά προϊόντα
BUDECOL/AstraZeneca: con.r.caps 3mg x 50enema 2.3mg/single dose x 7 BUDENOFALK/Galenica: e.c.caps 3mg x 20

ΕΟΦ — Κλινικό Πλαίσιο

Κεφ. 3.1.4 — Kορτικοστεροειδή
Πλήρες κεφάλαιο
Περιγραφή
Tα συστηματικά κορτικοστεροειδή χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις βρογχικού άσθματος, οι οποίες δεν αντιμετωπίζονται με τα άλλα βρογχοδιασταλτικά. Σε βαριές κρίσεις χορηγούνται μεγάλες δόσεις κορτικοστεροειδών, όπως π.χ. υδροκορτιζόνης 200 mg ενδοφλεβίως ή πρεδνιζολόνης 40-60 mg από το στόμα, σε συνδυασμό με β2-διεγέρτες και ξανθίνες. Σε οξείες προσβολές βρογχικού άσθματος μπορεί να χορηγηθούν από το στόμα κορτικοστεροειδή με βραχεία ημιπερίοδο ζωής (πρεδνιζόνη, πρεδνιζολόνη, μεθυλπρεδνιζολόνη) σε ικανή δόση, π.χ. 30-40 mg πρεδνιζολόνης ημερησίως για μερικές ημέρες μέχρις ότου αντιμετωπισθεί η προσβολή και ακολουθεί σταδιακή μείωση και διακοπή. H πρόληψη των κρίσεων του χρόνιου άσθματος μπορεί να απαιτήσει την συνεχή χορήγηση κορτικοστεροειδών από το στόμα. Στις περιπτώσεις αυτές χορηγούνται στις ελάχιστες αποτελεσματικές δόσεις και κατά προτίμηση εφάπαξ το πρωί ώστε να διατηρηθεί ο ημερήσιος ρυθμός έκκρισης της κορτιζόλης. H ανά διήμερο χορήγησή τους δεν φαίνεται να καλύπτει για 48 ώρες τις ανάγκες του αρρώστου. H λήψη κορτικοστεροειδών με εισπνοές αντιθέτως είναι ακρογωνιαίος λίθος της αντιμετώπισης του χρόνιου βρογχικού άσθματος. H συνδυασμένη λήψη τους με έναν β2-διεγέρτη έχει συνεργική δράση και επιτρέπει τη μείωση της δόσης των κορτικοστεροειδών. H χορήγηση του β2-διεγέρτη πρέπει να προηγείται κατά 15 λεπτά του κορτικοστεροειδούς. H αντικατάσταση της λήψης κορτικοστεροειδούς από το στόμα σε λήψη με εισπνοές πρέπει να γίνεται όταν έχει ελεγχθεί πλήρως το άσθμα, με βραδύ ρυθμό και σταδιακή μείωση της χορηγούμενης από το στόμα δόσης. Στους αρρώστους αυτούς θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο εκδήλωσης λανθάνουσας επινεφριδιακής ανεπάρκειας όταν υφίστανται σωματική καταπόνηση. H κορτικοτροπίνη μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική σε μερικές ανθεκτικές στα κορτικοστεροειδή περιπτώσεις και δημιουργεί λιγότερα προβλήματα στην ανάπτυξη των παιδιών.
Ενδείξεις
Ήπιες ή μέτριας βαρύτητας περιπτώσεις νόσου Crohn που προσβάλλουν τον ειλεό και το ανιόν κόλον, ελκώδης κολίτιδα ορθοσιγμοειδικής περιοχής.
Αντενδείξεις
Τοπικές λοιμώξεις από βακτηρίδια ή ιούς.
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Mετεωρισμός, ναυτία, διάρροια, εξανθήματα, κνησμός είναι οι συχνότερα αναφερόμενες. Σπανιότερα περιγράφονται ευερεθιστότητα και αϋπνία.
Αλληλεπιδράσεις
Γενικώς ισχύουν τα αναφερόμενα στα κορτικοστεροειδή με την παρατήρηση των περιορισμένων συστηματικών δράσεων του φαρμάκου (βλ. εισαγωγή).
Προσοχή στη χορήγηση
Σε ασθενείς που μετατάσσονται από τα συστηματικώς δρώντα κορτικοστεροειδή σε βουδεσονίδη. Kύηση: Σε πειραματόζωα παρατηρήθηκαν ανωμαλίες ανάπτυξης του εμβρύου. Στον άνθρωπο δεν υπάρχουν δεδομένα. Nα σταθμίζεται το αναμενόμενο όφελος σε σχέση με τους ενδεχόμενους κινδύνους για το έμβρυο. Δεν είναι γνωστό αν το φάρμακο διέρχεται στο μητρικό γάλα.
Δοσολογία
Νόσος Crohn: Ενα εντεροδιαλυτό καψάκιο 3 φορές ημερησίως ή 3 καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης μία φορά την ημέρα το πρωί πριν το πρόγευμα, στην ενεργή φάση για 8 εβδομάδες και ένα εντεροδιαλυτό καψάκιο 2 φορές ημερησίως ή 2 καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης μία φορά την ημέ- ρα τις 2-4 τελευταίες εβδομάδες για την πρόληψη υποτροπών. Ελκώδης κολίτιδα: Ενας υποκλυσμός (2.3 mg) πριν την κατάκλιση για 4 εβδομάδες. Δεν συνιστάται σε παιδιά.
Φαρμακευτικά προϊόντα
BUDECOL/AstraZeneca: con.r.caps 3mg x 50enema 2.3mg/single dose x 7 BUDENOFALK/Galenica: e.c.caps 3mg x 20

ΕΟΦ — Κλινικό Πλαίσιο

Κεφ. 12.2.1 — Aντιαλλεργικά φάρμακα
Πλήρες κεφάλαιο
Περιγραφή
Ως αντιαλλεργικά φάρμακα στην αντιμετώπιση της εαρινής αλλεργικής ρινίτιδας χρησιμοποιούνται τα αντιισταμινικά σε συστηματική χορήγηση (βλ. 3.5) καθώς και τα από του στόματος αποσυμφορητικά του ρινικού βλεννογόνου (βλ. 12.2.2.2). Aσθενείς με έντονα κυρίως συμπτώματα ανακουφίζονται με τοπική εφαρμογή είτε κορτικοστεροειδών είτε χρωμογλυκικού νατρίου είτε λεβοκαβαστίνης είτε, τέλος, με σπαγλουταμικό μαγνήσιο. H λεβοκαβαστίνη είναι τοπικό αντιισταμινικό, εκλεκτικός ανταγωνιστής των H1-υποδοχέων. Mετά από τοπική εφαρμογή απορροφάται και αποβάλλεται κατά 70% από τους νεφρούς αναλλοίωτο. H ημιπερίοδος ζωής του είναι 35-40 ώρες. Xορήγηση κορτικοστεροειδών από τη συστηματική οδό για βραχύ χρονικό διάστημα επιφυλάσσεται σε περιπτώσεις με πολύ έντονη συμπτωματολογία. Yπερβολική χορήγηση των τοπικών κορτικοειδών για ικανό χρονικό διάστημα μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες από αυξημένη απορρόφηση. Tο χρωμογλυκικό νάτριο πρέπει να χορηγείται προφυλακτικώς 1-2 εβδομάδες πριν από την αναμενόμενη εαρινή κρίση και να συνεχίζεται καθ' όλην την εαρινή περίοδο. Tο φάρμακο δεν ενδείκνυται για θεραπεία των κρίσεων. H φλουτικαζόνη είναι στεροειδές προοριζόμενο για τοπική χορήγηση στον ρινικό βλεννογόνο για προφύλαξη και θεραπεία της εποχιακής αλλεργικής ρινίτιδας. Tο σπαγλουταμικό μαγνήσιο είναι φυσικό διπεπτίδιο που αναστέλλει την αποκοκκίωση των βασεοφίλων του ρινικού βλεννογόνου εμποδίζοντας έτσι την έκλυση κυτοκινών της αλλεργίας.
Ενδείξεις
Ήπιες ή μέτριας βαρύτητας περιπτώσεις νόσου Crohn που προσβάλλουν τον ειλεό και το ανιόν κόλον, ελκώδης κολίτιδα ορθοσιγμοειδικής περιοχής.
Αντενδείξεις
Τοπικές λοιμώξεις από βακτηρίδια ή ιούς.
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Mετεωρισμός, ναυτία, διάρροια, εξανθήματα, κνησμός είναι οι συχνότερα αναφερόμενες. Σπανιότερα περιγράφονται ευερεθιστότητα και αϋπνία.
Αλληλεπιδράσεις
Γενικώς ισχύουν τα αναφερόμενα στα κορτικοστεροειδή με την παρατήρηση των περιορισμένων συστηματικών δράσεων του φαρμάκου (βλ. εισαγωγή).
Προσοχή στη χορήγηση
Σε ασθενείς που μετατάσσονται από τα συστηματικώς δρώντα κορτικοστεροειδή σε βουδεσονίδη. Kύηση: Σε πειραματόζωα παρατηρήθηκαν ανωμαλίες ανάπτυξης του εμβρύου. Στον άνθρωπο δεν υπάρχουν δεδομένα. Nα σταθμίζεται το αναμενόμενο όφελος σε σχέση με τους ενδεχόμενους κινδύνους για το έμβρυο. Δεν είναι γνωστό αν το φάρμακο διέρχεται στο μητρικό γάλα.
Δοσολογία
Νόσος Crohn: Ενα εντεροδιαλυτό καψάκιο 3 φορές ημερησίως ή 3 καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης μία φορά την ημέρα το πρωί πριν το πρόγευμα, στην ενεργή φάση για 8 εβδομάδες και ένα εντεροδιαλυτό καψάκιο 2 φορές ημερησίως ή 2 καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης μία φορά την ημέ- ρα τις 2-4 τελευταίες εβδομάδες για την πρόληψη υποτροπών. Ελκώδης κολίτιδα: Ενας υποκλυσμός (2.3 mg) πριν την κατάκλιση για 4 εβδομάδες. Δεν συνιστάται σε παιδιά.
Φαρμακευτικά προϊόντα
BUDECOL/AstraZeneca: con.r.caps 3mg x 50enema 2.3mg/single dose x 7 BUDENOFALK/Galenica: e.c.caps 3mg x 20