Ενδείξεις
Βραχυχρόνια αντιμετώπιση μετεγχειρητικού πόνου. Αντενδείξεις: Ιστορικό βαριάς αναφυλακτικής αντίδρασης από οποιοδήποτε φάρμακο (σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση κλπ) ή από ασπιρίνη (βρογχόσπασμος, αγγειοοίδημα κλπ) ή άλλα ΜΣΑΦ, ασθενείς µε γνωστή υπερευαισθησία στα σουλφοναµίδια. Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ισχαιμική καρδιοπάθεια, αγγειακή εγκεφαλοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια, φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου, ενεργό πεπτικό έλκος ή ιστορικό γαστρορραγίας, ως αναλγητικό σε επεμβάσεις αορτοστεφανιαίας παράκαμψης, κύηση (3ο τρίμηνο), γαλουχία. Ανεπιθύμητες ενέργειες: Οι συχνότερες μετεγχειρητική αναιμία, δυσπεψία, φατνιακή οστεΐτιδα μετά εξαγωγή οδόντος, νευρικότητα, αϋπνία, υπαισθησία, υπέρταση ή υπόταση, αναπνευστική ανεπάρκεια, φαρυγγίτιδα, οσφυαλγία, ολιγουρία, περιφερικό οίδημα, υποκαλιαιμία, αύξηση κρεατινίνης. Σε σπάνιες περιπτώσεις βρογχόσπασμος, ηπατίτιδα και σοβαρές δερματικές αλλεργικές αντιδράσεις (σύνδρομο Stevens-Johnson επιδερμική νεκρόλυση). Μετά από εγχείρηση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης υψηλότερος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών (ορώδες έκκριμα στην τομή, λοίμωξη, καρδιακά και θρομβοεμβολικά επεισόδια κ.ά.) Αλληλεπιδράσεις: Ενισχύει τη δράση των αντιπηκτικών παραγώγων της κουμαρίνης και αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγιών από το πεπτικό σε συγχορήγηση ασπιρίνης (ακόμα και σε χαμηλές δόσεις)και άλλων ΜΣΑΦ. Ανταγωνίζεται τη δράση των διουρητικών και αντιυπερτασικών ουσιών με αύξηση του κινδύνου νεφροτοξικότητας. Αυξάνει τη νεφροτοξικότητα της κυκλοσπορίνης και του τακρόλιμους. Η στάθμη της αυξάνει σε συγχορήγηση φλουκοναζόλης και κετοκοναζόλης και μειώνεται με ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη και φαινυτοΐνη. Σε συγχορήγηση αυξάνει τη στάθμη της δεξτρομεθορφάνης, της ομεπραζόλης, του λιθίου και της μεθοτρεξάτης.
Αντενδείξεις
Eπισκληρίδια και ενδορραχιαία αναισθησία.
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Nαυτία, έμετος, υπόταση, μυϊκή δυσκαμψία, ρίγος, βραδυκαρδία, οξεία αναπνευστική καταστολή, άπνοια. Λοιπά: Βλ. Φαιντανύλη Κιτρική.
Φαρμακευτικά προϊόντα
ULTIVA/GlaxoSmithKline: pd.cso.j.f 1mg/vial x 5, 2mg/vial x 5, 5mg/vial x 5 Τα μη οπιοειδή αναλγητικά έχουν το πλεονέκτημα να μην καταστέλλουν το κέντρο της αναπνοής και να μην προκαλούν δυσκοιλιότητα και εξάρτηση. Στην κατηγορία αυτή μπορεί να υπαχθούν διάφορα ΜΣΑΦ όπως λ.χ. η δικλοφενάκη, η τενοξικάμη κ.ά. τα οποία μπορεί να χορηγηθούν για την αντιμετώπιση του μετεγχειρητικού πόνου, συνήθως παρεντερικώς ή σε υπόθετα και η παρεκοξίμπη, εκλεκτικός αναστολέας της κυκλοοξυγονάσης-2 (COX-2), που χορηγείται ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως, μόνο μετά από αξιολόγηση του καρδιαγγειακού κινδύνου (βλ. κατωτέρω και κεφ.10.2, 10.2.6). ΠΑΡΕΚΟΞΙΜΠΗ Parecoxib Ν Είναι προφάρμακο της βαλντεκοξίμπης, εκλεκτικού αναστολέα της COX-2. 674