VALGANCICLOVIR
Βαλγκανσικλοβίρη
**Φαρμακοδυναμική** Η βαλγκανσικλοβίρη είναι ένα αντι-ιικό φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία λοιμώξεων από κυτταρομεγαλοϊό (CMV). Ως ο L-βαλυλεστέρας της γκανσικλοβίρης, είναι στην πραγματικότητα προφάρμακο της γκανσικλοβίρης. Μετά τη χορήγηση από το στόμα, …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-WIRNAZIR
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: Δύο φορές την ημέρα, μία φορά την ημέρα, κάθε 2 ημέρες, δύο φορές την εβδομάδα. Λαμβάνεται με φαγητό.
- Δόση έναρξης: 900 mg δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Δοσολογικές προσαρμογές βάσει κάθαρσης κρεατινίνης σε νεφρική ανεπάρκεια. Σε παιδιατρικούς ασθενείς, η δόση υπολογίζεται με τύπο και στρογγυλοποιείται, με μέγιστη δόση 900 mg. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση κρεατινίνης ορού, ύψους και σωματικού βάρους για προσαρμογή της δόσης.
-
Ενήλικες ασθενείς (Αμφιβληστροειδίτιδα από CMV - αγωγή εφόδου)Δόση900 mg δύο φορές την ημέραΓια 21 ημέρες. Λαμβάνεται με φαγητό. Παρατεταμένη αγωγή εφόδου μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο μυελοτοξικότητας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ενήλικες ασθενείς (Αμφιβληστροειδίτιδα από CMV - αγωγή συντήρησης)Δόση900 mg μία φορά την ημέραΜετά την αγωγή εφόδου ή σε ασθενείς με ανενεργό αμφιβληστροειδίτιδα από CMV. Λαμβάνεται με φαγητό. Οι ασθενείς με επιδεινούμενη αμφιβληστροειδίτιδα μπορούν να επαναλάβουν την αγωγή εφόδου, εξετάζοντας την πιθανότητα αντοχής του ιού. Διάρκεια θεραπείας προσδιορίζεται ατομικά.
-
Ενήλικες ασθενείς (Πρόληψη νόσου από CMV στη μεταμόσχευση νεφρικού μοσχεύματος)Δόση900 mg μία φορά την ημέραΑρχίζει εντός 10 ημερών μετά τη μεταμόσχευση και συνεχίζεται μέχρι 100 ημέρες. Μπορεί να συνεχιστεί μέχρι 200 ημέρες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Λαμβάνεται με φαγητό.
-
Ενήλικες ασθενείς (Πρόληψη νόσου από CMV στη μεταμόσχευση συμπαγούς οργάνου εκτός νεφρού)Δόση900 mg μία φορά την ημέραΑρχίζει εντός 10 ημερών μετά τη μεταμόσχευση και συνεχίζεται μέχρι 100 ημέρες. Λαμβάνεται με φαγητό.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Αμφιβληστροειδίτιδα από CMV)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν θεμελιωθεί.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Πρόληψη νόσου από CMV στη μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων)Δόση7 x BSA x Clcr S (σε mg) μία φορά την ημέραΜέγ. δόση900 mgΔόση βασίζεται στην επιφάνεια του σώματος (BSA) και την κάθαρση κρεατινίνης (Clcr) με τύπο Schwartz. Εάν η υπολογισθείσα κάθαρση κρεατινίνης Schwartz υπερβαίνει τα 150 mL/min/1,73 m2, χρησιμοποιείται η μέγιστη τιμή 150 mL/min/1,73 m2. Όλες οι υπολογισθείσες δόσεις στρογγυλοποιούνται στην εγγύτερη κατά 25 mg αύξηση. Το πόσιμο διάλυμα είναι το προτιμώμενο σκεύασμα. Δισκία μπορούν να χρησιμοποιηθούν εάν οι υπολογισθείσες δόσεις κυμαίνονται στο εύρος του 10% των διαθέσιμων δόσεων σε μορφή δισκίου και ο ασθενής μπορεί να καταπιεί δισκία. Τακτική παρακολούθηση επιπέδων κρεατινίνης ορού, ύψους, βάρους και προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Πρόληψη νόσου από CMV στη μεταμόσχευση νεφρικού μοσχεύματος)Δόση7 x BSA x Clcr S (σε mg) μία φορά την ημέραΜέγ. δόση900 mgΑρχίζει εντός 10 ημερών μετά τη μεταμόσχευση και συνεχίζεται μέχρι 200 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Πρόληψη νόσου από CMV στη μεταμόσχευση συμπαγούς οργάνου εκτός νεφρού)Δόση7 x BSA x Clcr S (σε mg) μία φορά την ημέραΜέγ. δόση900 mgΑρχίζει εντός 10 ημερών μετά τη μεταμόσχευση και συνεχίζεται μέχρι 100 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες σε ασθενείς > 65 ετών. Η χορήγηση πρέπει να γίνεται με ειδική προσοχή στην κατάσταση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (αγωγή εφόδου)Απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας βάσει της κάθαρσης κρεατινίνης (Clcr): - Clcr ≥ 60 ml/min: 900 mg (2 δισκία) δύο φορές την ημέρα - Clcr 40 - 59 ml/min: 450 mg (1 δισκίο) δύο φορές την ημέρα - Clcr 25 - 39 ml/min: 450 mg (1 δισκίο) μία φορά την ημέρα - Clcr 10 - 24 ml/min: 450 mg (1 δισκίο) κάθε 2 ημέρες - Clcr < 10 ml/min: Δεν συνιστάται
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (συντήρηση/πρόληψη)Απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας βάσει της κάθαρσης κρεατινίνης (Clcr): - Clcr ≥ 60 ml/min: 900 mg (2 δισκία) μία φορά την ημέρα - Clcr 40 - 59 ml/min: 450 mg (1 δισκίο) μία φορά την ημέρα - Clcr 25 - 39 ml/min: 450 mg (1 δισκίο) κάθε 2 ημέρες - Clcr 10 - 24 ml/min: 450 mg (1 δισκίο) δύο φορές την εβδομάδα - Clcr < 10 ml/min: Δεν συνιστάται
-
Ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρσηΔεν μπορεί να δοθεί δοσολογική σύσταση (Clcr < 10 ml/min). Τα δισκία βαλγκανσικλοβίρης δεν πρέπει να χορηγούνται.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ασθενείς με σοβαρή λευκοπενία, ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοπενία και πανκυτταροπενίαΒλέπε (Ειδικές προειδοποιήσεις) πριν την έναρξη της αγωγής. Σε σημαντική επιδείνωση των αιματολογικών εξετάσεων, εξετάζεται αντιμετώπιση με αιμοποιητικούς αυξητικούς παράγοντες και/ή διακοπή.
block
SPC-WIRNAZIR
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
υπερευαισθησία στη βαλγκανσικλοβίρη, την γκανσικλοβίρη ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1Πληθυσμόςασθενείς
-
γαλουχία
warning
SPC-WIRNAZIR
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Διασταυρούμενη υπερευαισθησίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην ακυκλοβίρη ή την πενσικλοβίρη (ή τα προφάρμακά τους, την βαλακυκλοβίρη ή την φαμσικλοβίρη, αντίστοιχα)να συνταγογραφείται με προσοχή
-
Μεταλλαξιγένεση, τερατογένεση, καρκινογένεση, γονιμότηταΠληθυσμόςασθενείς (εν γένει)ενημέρωση για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςγυναίκες με αναπαραγωγική δυνατότηταχρήση αποτελεσματικών μέτρων αντισύλληψης κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 30 ημέρες μετά την αγωγή
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςάνδρεςχρήση προφυλακτικού κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 90 ημέρες μετά την αγωγή, εκτός εάν είναι βέβαιο ότι η σύντροφός τους δε διατρέχει κίνδυνο εγκυμοσύνης
-
ΜυελοκαταστολήσοβαρήΠληθυσμόςασθενείς (εν γένει)η αγωγή δεν θα πρέπει να ξεκινά εάν ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων είναι μικρότερος από 500 κύτταρα/µl ή εάν ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι μικρότερος από 25.000 κύτταρα/µl ή εάν η τιμή της αιμοσφαιρίνης είναι μικρότερη από 8 g/dl
-
ΜυελοκαταστολήΠληθυσμόςασθενείς (εν γένει)να ληφθεί υπόψη ο πιθανός κίνδυνος ανάπτυξης λευκοπενίας και ουδετεροπενίας κατά την επέκταση της προφύλαξης πέρα των 100 ημερών
-
ΜυελοκαταστολήπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσα αιματολογική κυτταροπενία ή ιστορικό αιματολογικής κυτταροπενίας σχετιζόμενης με φάρμακα, καθώς και σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ακτινοθεραπείανα χρησιμοποιείται με προσοχή
-
ΜυελοκαταστολήσοβαρήΠληθυσμόςασθενείς που αναπτύσσουν σοβαρή λευκοπενία, ουδετεροπενία, αναιμία και/ή θρομβοπενίανα εξετασθεί το ενδεχόμενο αντιμετώπισης με αιμοποιητικούς αυξητικούς παράγοντες και/ή διακοπής της χορήγησης
-
Κίνδυνος υπερβολικής έκθεσης / υπερδοσολογίαςΠληθυσμόςασθενείς (εν γένει), ασθενείς που μετατάσσονται από γκανσικλοβίρη από του στόματος σε βαλγκανσικλοβίρηπροσεκτική τήρηση των δοσολογικών συστάσεων κατά την έναρξη της αγωγής, κατά τη μετάταξη από την αγωγή εφόδου στην αγωγή συντήρησης, και ενημέρωση για τον κίνδυνο υπερδοσολογίας
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργίααπαιτείται προσαρμογή της δόσης βάσει της κάθαρσης κρεατινίνης
-
Νεφρική ανεπάρκειααντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς υπό αιμοκάθαρσητα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Wirnazir δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται
-
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκωνΠληθυσμόςασθενείς υπό ιμιπενέμη-σιλαστατίνη και γκανσικλοβίρηη βαλγκανσικλοβίρη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα εκτός εάν τα πιθανά οφέλη υπερβαίνουν τους πιθανούς κινδύνους
-
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων / Αθροιστική τοξικότηταΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με βαλγκανσικλοβίρη και (α) διδανοσίνη, (β) φάρμακα για τα οποία είναι γνωστό πως είναι μυελοκατασταλτικά (π.χ. ζιδοβουδίνη) ή (γ) ουσίες που επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργίαπρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία αθροιστικής τοξικότητας
-
Περιορισμένη εμπειρίαΠληθυσμόςλήπτες πνευμονικού και εντερικού μοσχεύματος
swap_horiz
SPC-WIRNAZIR
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροβενεσίδηπροσοχήΣτατιστικώς σημαντική μείωση της νεφρικής κάθαρσης της γκανσικλοβίρης (20%), προκαλώντας στατιστικώς σημαντική αύξηση της έκθεσης (40%) της γκανσικλοβίρης. Μηχανισμός αλληλεπίδρασης περιλαμβάνει ανταγωνισμό για νεφρική σωληναριακή απέκκριση.ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τοξικότητα που οφείλεται στην γκανσικλοβίρη.
-
προσοχήΟι συγκεντρώσεις της διδανοσίνης στο πλάσμα αυξάνονται σταθερά. Αύξηση της AUC της διδανοσίνης (38-67%). Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της γκανσικλοβίρης.ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τοξικότητα οφειλόμενη στη διδανοσίνη, π.χ. παγκρεατίτιδα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Αναστολείς πρωτεάσης, μη νουκλεοτιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (άλλοι αντιρετροϊκοί)Δεν προβλέπονται φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις, καθώς τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 δεν παίζουν ρόλο στη φαρμακοκινητική της γκανσικλοβίρης.
-
Ιμιπενέμη-σιλαστατίνηαντένδειξηΈχουν αναφερθεί επιληπτικές κρίσεις. Δεν μπορεί να αποκλειστεί φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση.ΣύστασηΤα φάρμακα αυτά δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα, εκτός εάν τα πιθανά οφέλη υπερβαίνουν τους πιθανούς κινδύνους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΤόσο η ζιδοβουδίνη όσο και η γκανσικλοβίρη δύνανται να προκαλέσουν ουδετεροπενία και αναιμία. Φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση ενδέχεται να παρατηρηθεί.ΣύστασηΟρισμένοι ασθενείς ενδέχεται να μην ανέχονται τη ταυτόχρονη αγωγή στην πλήρη δόση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Φάρμακα που προκαλούν μυελοκαταστολή ή συνδέονται με νεφρική δυσλειτουργία (π.χ. νουκλεοσίδια, ανάλογα νουκλεοτιδίων, ανοσοκατασταλτικά, αντινεοπλασματικοί, αντιμολυσματικοί παράγοντες)προσοχήΗ τοξικότητα μπορεί να ενισχυθεί.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση θα πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν τα πιθανά οφέλη υπερβαίνουν τους πιθανούς κινδύνους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
sick
SPC-WIRNAZIR
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καντιντιάσεις περιλαμβανομένης της καντιντίασης του στόματος
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Σηψαιμία
- Γρίπη
- Λοίμωξη ουροφόρων οδών
- Κυτταρίτιδα
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Θρομβοκυτταροπενία
- Λευκοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Ανεπάρκεια μυελού των οστών
- Απλαστική αναιμία
- Ακοκκιοκυττάρωση*
- Κοκκιοκυτταροπενία*
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση*
- Μειωμένη όρεξη
- Μειωμένο βάρος
- Κατάθλιψη
- Κατάσταση σύγχυσης
- Άγχος
- Διέγερση
- Ψυχωσική διαταραχή
- Μη φυσιολογική σκέψη
- Ψευδαίσθηση
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Υπαισθησία
- Επιληπτική κρίση
- Δυσγευσία
- Τρόμος
- Οπτική διαταραχή
- Εξιδρώματα υαλοειδούς σώματος
- Πόνος οφθαλμού
- Επιπεφυκίτιδα
- Οίδημα ωχράς κηλίδας
- Αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς**
- Ωταλγία
- Κώφωση
- Αρρυθμίες
- Υπόταση
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Δυσκοιλιότητα
- Εξέλκωση στόματος
- Δυσφαγία
- Διάταση κοιλίας
- Παγκρεατίτιδα
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη αμινοτρασφεράση της αλανίνης
- Δερματίτιδα
- Νυχτερινή εφίδρωση
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Ξηροδερμία
- Κνίδωση
- Οσφυαλγία
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Μειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνης
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Αιματουρία
- Στειρότητα άρρενος
- Πυρεξία
- Κόπωση
- Άλγος
- Ρίγη
- Αίσθημα κακουχίας
- Εξασθένηση
- Θωρακικό άλγος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΆλγοςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚαντιντιάσεις περιλαμβανομένης της καντιντίασης του στόματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑποκόλληση του αμφιβληστροειδούς**Οφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΉπαρ
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμινοτρασφεράση της αλανίνηςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξέλκωση στόματοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξιδρώματα υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚατάσταση σύγχυσηςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξη ουροφόρων οδώνΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜειωμένο βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΝυχτερινή εφίδρωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΟίδημα ωχράς κηλίδαςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠόνος οφθαλμούΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΩταλγίαΑυτί
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑνεπάρκεια μυελού των οστώνΑίμα
-
Όχι συχνέςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίεςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕπιληπτική κρίσηΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚώφωσηΑυτί
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική σκέψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣτειρότητα άρρενοςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυττάρωση*Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδραση*Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚοκκιοκυτταροπενία*Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-WIRNAZIR
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΤο Wirnazir δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση, εκτός εάν το θεραπευτικό όφελος για τη μητέρα υπερβαίνει το δυνητικό κίνδυνο τερατογόνου βλάβης στο έμβρυο.Η ασφάλεια της χρήσης της βαλγκανσικλοβίρης σε έγκυες γυναίκες δεν έχει τεκμηριωθεί. Ο ενεργός μεταβολίτης της, η γκανσικλοβίρη, διέρχεται εύκολα στον ανθρώπινο πλακούντα. Υπάρχει ο θεωρητικός κίνδυνος τερατογόνου δράσης για τους ανθρώπους.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βαλγκανσικλοβίρη.Δεν είναι γνωστό εάν η γκανσικλοβίρη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Η πιθανότητα έκκρισης στο μητρικό γάλα και πρόκλησης σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων στο θηλάζον βρέφος δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Δεδομένα από μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν ότι η γκανσικλοβίρη εκκρίνεται στο γάλα θηλαζόντων επιμυών.
-
ΓονιμότηταΟι γυναίκες με αναπαραγωγική ικανότητα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 30 ημέρες μετά τη θεραπεία. Οι άνδρες ασθενείς πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικό κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 90 ημέρες μετά τη θεραπεία με βαλγκανσικλοβίρη, εκτός εάν είναι βέβαιο ότι η σύντροφός τους δεν διατρέχει κίνδυνο εγκυμοσύνης.Η βαλγκανσικλοβίρη μπορεί να προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη αναστολή της ανθρώπινης σπερματογένεσης. Έχει παρατηρηθεί μειωμένη πυκνότητα και κινητικότητα σπερματοζωαρίων, η οποία φαίνεται να είναι αναστρέψιμη μετά από περίπου έξι μήνες διακοπής της θεραπείας. Σε μελέτες σε ζώα, η γκανσικλοβίρη εξασθένησε τη γονιμότητα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-WIRNAZIR
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-WIRNAZIR
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιματολογικός έλεγχος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | τουλάχιστον κάθε φορά που επισκέπτεται ο ασθενής την κλινική μεταμοσχεύσεων | Νεφρική βλάβη και παιδιατρικοί ασθενείς |
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | τακτικά | — |
| Γενική αίματος (CBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | τακτικά | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-WIRNAZIR
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Προσοχή - Η αυστηρή τήρηση των δοσολογικών συστάσεων είναι ουσιαστική για την αποφυγή υπερδοσολογίας, (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Υπερδοσολογία). Μετά την από του στόματος χορήγηση, η βαλγκανσικλοβίρη μεταβολίζεται ταχέως και εκτεταμένως σε γκανσικλοβίρη. Τα από του στόματος 900 mg βαλγκανσικλοβίρης χορηγούμενα δύο φορές την ημέρα ισοδυναμούν θεραπευτικώς με ενδοφλέβια χορήγηση γκανσικλοβίρης 5mg/kg δύο φορές την ημέρα.
Θεραπεία της αμφιβληστροειδίτιδας από CMV
Ενήλικες ασθενείς
Αγωγή εφόδου στην αμφιβληστροειδίτιδα από CMV: Σε ασθενείς με ενεργό αμφιβληστροειδίτιδα από CMV, η συνιστώμενη δόση ανέρχεται σε 900 mg βαλγκανσικλοβίρης (δύο δισκία Wirnazir των 450 mg) δύο φορές την ημέρα για 21 ημέρες, λαμβανόμενη, όποτε είναι δυνατόν, μαζί με φαγητό. Παρατεταμένη αγωγή εφόδου μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο μυελοτοξικότητας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αγωγή συντήρησης στην αμφιβληστροειδίτιδα από CMV: Μετά την αγωγή εφόδου ή σε ασθενείς με ανενεργό αμφιβληστροειδίτιδα από CMV, η συνιστώμενη δόση ανέρχεται σε 900 mg βαλγκανσικλοβίρης (δύο δισκία Wirnazir των 450 mg) μία φορά την ημέρα, λαμβανόμενη, όποτε είναι δυνατόν, μαζί με φαγητό. Οι ασθενείς με επιδεινούμενη αμφιβληστροειδίτιδα μπορούν να επαναλάβουν την αγωγή εφόδου, αν και θα πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα αντοχής του ιού στο φάρμακο. Η διάρκεια της θεραπείας συντήρησης θα πρέπει να προσδιορίζεται σε ατομική βάση.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της βαλγκανσικλοβίρης στη θεραπεία της αμφιβληστροειδίτιδας από CMV δεν έχει θεμελιωθεί σε επαρκείς και καλά ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Πρόληψη της νόσου από CMV στη μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων
Ενήλικες ασθενείς Σε λήπτες νεφρικού μοσχεύματος, η συνιστώμενη δόση είναι 900 mg (δύο δισκία Wirnazir 450 mg) μία φορά την ημέρα, αρχίζοντας εντός 10 ημερών μετά από τη μεταμόσχευση και συνεχίζοντας μέχρι 100 ημέρες μετά την μεταμόσχευση. Η προφύλαξη μπορεί να συνεχιστεί μέχρι 200 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Σε ασθενείς που έχουν λάβει μόσχευμα συμπαγούς οργάνου εκτός του νεφρού, η συνιστώμενη δόση ανέρχεται σε 900 mg (δύο δισκία Wirnazir των 450 mg) μία φορά την ημέρα, αρχίζοντας εντός 10 ημερών μετά από τη μεταμόσχευση και συνεχίζοντας μέχρι 100 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση. Όποτε είναι δυνατόν, τα δισκία θα πρέπει να λαμβάνονται μαζί με φαγητό.
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε παιδιατρικούς ασθενείς-λήπτες μοσχεύματος συμπαγών οργάνων, από την ηλικία της γέννησης, οι οποίοι διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης νόσου από CMV, η συνιστώμενη άπαξ ημερησίως δόση της βαλγκανσικλοβίρης βασίζεται στην επιφάνεια του σώματος (BSA) και την κάθαρση κρεατινίνης (Clcr), η οποία προκύπτει από τον τύπο Schwartz (Clcr S), και υπολογίζεται χρησιμοποιώντας την ακόλουθη εξίσωση:
Παιδιατρική δόση (mg) = 7 x BSA x Clcr S (βλέπε τύπο BSA Mosteller και τύπο κάθαρσης κρεατινίνης Schwartz στη συνέχεια). Εάν η υπολογισθείσα κάθαρση κρεατινίνης Schwartz υπερβαίνει τα 150 mL/min/1,73 m2, τότε θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην εξίσωση η μέγιστη τιμή των 150 mL/min/1,73 m2.
Mosteller BSA (m2) = (Height (cm) x Weight (kg)) / 3600
Schwartz Creatinine Clearance (ml / min / 1.73m2) = (k x Height (cm)) / Serum Creatinine (mg / dl)
όπου k = 0,45* για τους ασθενείς ηλικίας < 2 ετών, 0,55 για τα αγόρια ηλικίας 2 έως < 13 ετών και τα κορίτσια ηλικίας 2 έως 16 ετών, και 0,7 για τα αγόρια ηλικίας 13 έως 16 ετών. Ανατρέξτε στη δοσολογία των ενηλίκων για τους ασθενείς ηλικίας άνω των 16 ετών. Οι παρεχόμενες τιμές k βασίζονται στη μέθοδο Jaffe για τη μέτρηση της κρεατινίνης ορού και ενδέχεται να απαιτείται διόρθωση όταν χρησιμοποιούνται ενζυματικές μέθοδοι. *Για τους κατάλληλους υποπληθυσμούς, ενδέχεται να είναι επίσης απαραίτητη μείωση της τιμής k (π.χ. σε παιδιατρικούς ασθενείς με χαμηλό βάρος γέννησης).
Για τους παιδιατρικούς ασθενείς-λήπτες νεφρικού μοσχεύματος, η συνιστώμενη άπαξ ημερησίως δόση σε mg (7 x BSA x Clcr S) θα πρέπει να αρχίσει να χορηγείται εντός 10 ημερών μετά από τη μεταμόσχευση και να συνεχιστεί μέχρι 200 ημέρες μετά από τη μεταμόσχευση. Για τους παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν λάβει μόσχευμα συμπαγούς οργάνου εκτός του νεφρού, η συνιστώμενη άπαξ ημερησίως δόση σε mg (7 x BSA x Clcr S) θα πρέπει να αρχίσει να χορηγείται εντός 10 ημερών μετά από τη μεταμόσχευση και να συνεχιστεί μέχρι 100 ημέρες μετά από τη μεταμόσχευση. Όλες οι υπολογισθείσες δόσεις θα πρέπει να στρογγυλοποιούνται στην εγγύτερη κατά 25 mg αύξηση για την πραγματική παρασχεθείσα δόση. Εάν η υπολογισθείσα δόση υπερβαίνει τα 900 mg, θα πρέπει να χορηγηθεί η μέγιστη δόση των 900 mg. Το πόσιμο διάλυμα είναι το προτιμώμενο σκεύασμα καθώς παρέχει τη δυνατότητα χορήγησης δόσης, η οποία έχει υπολογιστεί σύμφωνα με τον παραπάνω τύπο. Ωστόσο, τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία βαλγκανσικλοβίρης ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν εάν οι υπολογισθείσες δόσεις κυμαίνονται στο εύρος του 10% των διαθέσιμων δόσεων σε μορφή δισκίου, και ο ασθενής είναι σε θέση να καταπιεί δισκία. Για παράδειγμα, εάν η υπολογισθείσα δόση κυμαίνεται μεταξύ 405 mg και 495 mg, ενδέχεται να ληφθεί ένα δισκίο των 450 mg. Συνιστάται η τακτική παρακολούθηση των επιπέδων της κρεατινίνης ορού και η εξέταση των μεταβολών στο ύψος και το σωματικό βάρος, καθώς και η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης κατά τη διάρκεια της περιόδου προφύλαξης.
Ειδικές δοσολογικές οδηγίες
Παιδιατρικός πληθυσμός: Η δοσολογία των παιδιατρικών ασθενών-ληπτών μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου (SOT) εξατομικεύεται βάσει της νεφρικής λειτουργίας του ασθενούς, σε συνδυασμό με την επιφάνεια σώματος.
Ηλικιωμένοι ασθενείς: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών. Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών. Καθώς η νεφρική κάθαρση μειώνεται με την ηλικία, η χορήγηση του Wirnazir σε ηλικιωμένους ασθενείς θα πρέπει να διενεργείται αφού ληφθεί ειδικά υπόψη η κατάσταση της νεφρικής λειτουργίας τους (βλ. πίνακα ακολούθως) (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια: Τα επίπενα της κρεατινίνης ορού ή η εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης, όπως φαίνεται στον ακόλουθο πίνακα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές). Η κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) μπορεί να υπολογιστεί σε συνάρτηση με την κρεατινίνη ορού με βάση τους ακόλουθους τύπους: Για τους άνδρες = (140 - ηλικία [έτη]) x (σωματικό βάρος [kg]) / (72) x (0,011 x κρεατινίνη ορού [micromol/l]) Για τις γυναίκες = 0,85 x τιμή για άνδρες
| Clcr (ml/min) | Δόση εφόδου βαλγκανσικλοβίρης | Συντήρηση/Δόση πρόληψης βαλγκανσικλοβίρης |
|---|---|---|
| ≥ 60 | 900 mg (2 δισκία) δύο φορές την ημέρα | 900 mg (2 δισκία) μία φορά την ημέρα |
| 40 - 59 | 450 mg (1 δισκίο) δύο φορές την ημέρα | 450 mg (1 δισκίο) μία φορά την ημέρα |
| 25 - 39 | 450 mg (1 δισκίο) μία φορά την ημέρα | 450 mg (1 δισκίο) κάθε 2 ημέρες |
| 10 - 24 | 450 mg (1 δισκίο) κάθε 2 ημέρες | 450 mg (1 δισκίο) δύο φορές την εβδομάδα |
| <10 | Δεν συνιστάται | Δεν συνιστάται |
Ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση: Δεν μπορεί να δοθεί δοσολογική σύσταση για ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση (Clcr < 10 ml/min). Έτσι, τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία βαλγκανσικλοβίρης δεν πρέπει να χορηγούνται στους ασθενείς αυτούς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των δισκίων βαλγκανσικλοβίρης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια δεν έχουν τεκμηριωθεί (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς με σοβαρή λευκοπενία, ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοπενία και πανκυτταροπενία: Βλέπε (Ειδικές προειδοποιήσεις) πριν την έναρξη της αγωγής. Σε περίπτωση σημαντικής επιδείνωσης των τιμών των αιματολογικών εξετάσεων κατά τη διάρκεια της αγωγής με βαλγκανσικλοβίρη, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο αντιμετώπισης με αιμοποιητικούς αυξητικούς παράγοντες και/ή διακοπής της χορήγησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Τρόπος χορήγησης Το Wirnazir χορηγείται από του στόματος και θα πρέπει, όποτε είναι δυνατόν, να λαμβάνεται μαζί με τροφή (βλ. Φαρμακοκινητικές). Στους παιδιατρικούς ασθενείς, οι οποίοι δεν είναι σε θέση να καταπιούν τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία του Wirnazir, μπορεί να χορηγηθεί βαλγκανσικλοβίρη, κόνις για πόσιμο διάλυμα.
Προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν πριν από το χειρισμό ή τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος Τα δισκία δεν πρέπει να τεμαχίζονται ή να συνθλίβονται. Επειδή η βαλγκανσικλοβίρη θεωρείται δυνητικά τερατογόνα και καρκινογόνα για τους ανθρώπους, θα πρέπει να δίδεται προσοχή κατά το χειρισμό τεμαχισμένων δισκίων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Να αποφεύγεται η άμεση επαφή των τεμαχισμένων ή συνθλιμμένων δισκίων με το δέρμα ή τους βλεννογόνους. Σε περίπτωση επαφής, χρειάζεται πολύ καλό πλύσιμο με σαπούνι και νερό, να ξεπλένονται τα μάτια πολύ καλά με αποστειρωμένο νερό ή με νερό βρύσης εάν δεν είναι διαθέσιμο αποστειρωμένο νερό.
block
Αντενδείξεις
SPC-WIRNAZIR
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη βαλγκανσικλοβίρη, την γκανσικλοβίρη ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Κατά τη γαλουχία (βλ. Κύηση και γαλουχία).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-WIRNAZIR
expand_more
Προειδοποιήσεις
Διασταυρούμενη υπερευαισθησία
Εξαιτίας της ομοιότητας της χημικής δομής της γκανσικλοβίρης με εκείνη της ακυκλοβίρης και της πενσικλοβίρης, είναι πιθανή διασταυρούμενη αντίδραση υπερευαισθησίας μεταξύ των φαρμάκων αυτών. Συνεπώς, το Wirnazir θα πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην ακυκλοβίρη ή την πενσικλοβίρη (ή τα προφάρμακά τους, την βαλακυκλοβίρη ή την φαμσικλοβίρη, αντίστοιχα).
Μεταλλαξιγένεση, τερατογένεση, καρκινογένεση, γονιμότητα και αντισύλληψη
Πριν την έναρξη της αγωγής με βαλγκανσικλοβίρη, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο. Σε μελέτες σε πειραματόζωα βρέθηκε πως η γκανσικλοβίρη είναι μεταλλαξιογόνος, τερατογόνος, καρκινογόνος και καταστέλλει τη γονιμότητα. Ως εκ τούτου, η βαλγκανσικλοβίρη πρέπει να θεωρείται δυνητικά τερατογόνα και καρκινογόνα για τους ανθρώπους, με δυνατότητα πρόκλησης γενετικών ανωμαλιών και καρκίνων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Με βάση κλινικές και μη κλινικές μελέτες η πρόκληση προσωρινής ή μόνιμης αναστολής της σπερματογένεσης θεωρείται επίσης πιθανή για τη βαλγκανσικλοβίρη. Οι γυναίκες με αναπαραγωγική δυνατότητα πρέπει να καθοδηγούνται όπως χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 30 ημέρες μετά την αγωγή. Οι άνδρες πρέπει να καθοδηγούνται όπως χρησιμοποιούν προφυλακτικό κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 90 ημέρες μετά την αγωγή, με σκοπό την αντισύλληψη, εκτός εάν είναι βέβαιο ότι η σύντροφός τους δε διατρέχει κίνδυνο εγκυμοσύνης (βλ. Κύηση και γαλουχία, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Προκλινικά δεδομένα). Η βαλγκανσικλοβίρη έχει μακροπρόθεσμα τη δυνατότητα πρόκλησης καρκινογένεσης και αναπαραγωγικής τοξικότητας.
Μυελοκαταστολή
Σε ασθενείς που έλαβαν βαλγκανσικλοβίρη (και γκανσικλοβίρη) έχουν παρατηρηθεί σοβαρή λευκοπενία, ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοπενία, πανκυτταροπενία, ανεπάρκεια του μυελού των οστών και απλαστική αναιμία. Η αγωγή δεν θα πρέπει να ξεκινά εάν ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων είναι μικρότερος από 500 κύτταρα/µl ή εάν ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι μικρότερος από 25.000 κύτταρα/µl ή εάν η τιμή της αιμοσφαιρίνης είναι μικρότερη από 8 g/dl (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Κατά την επέκταση της προφύλαξης πέρα των 100 ημερών ο πιθανός κίνδυνος ανάπτυξης λευκοπενίας και ουδετεροπενίας πρέπει να ληφθεί υπόψη (βλ. Δοσολογία, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Το Wirnazir θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα αιματολογική κυτταροπενία ή ιστορικό αιματολογικής κυτταροπενίας σχετιζόμενης με φάρμακα, καθώς και σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ακτινοθεραπεία. Συνιστάται όπως, κατά τη διάρκεια της αγωγής, διενεργούνται πλήρεις γενικές εξετάσεις αίματος και ελέγχονται οι τιμές των αιμοπεταλίων τακτικά. Σε ασθενείς με νεφρική βλάβη και παιδιατρικούς ασθενείς, πιθανόν να επιβάλλεται αυξημένος αιματολογικός έλεγχος, τουλάχιστον κάθε φορά που επισκέπτεται ο ασθενής την κλινική μεταμοσχεύσεων. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν σοβαρή λευκοπενία, ουδετεροπενία, αναιμία και/ή θρομβοπενία συνιστάται όπως εξετασθεί το ενδεχόμενο αντιμετώπισης με αιμοποιητικούς αυξητικούς παράγοντες και/ή διακοπής της χορήγησης (βλ. Δοσολογία).
Διαφορά στη βιοδιαθεσιμότητα με την από του στόματος γκανσικλοβίρη
Η βιοδιαθεσιμότητα της γκανσικλοβίρης μετά από εφάπαξ δόση 900 mg βαλγκανσικλοβίρης είναι περίπου 60%, συγκριτικώς με περίπου 6% μετά από χορήγηση 1.000 mg από του στόματος γκανσικλοβίρης (υπό μορφή καψακίων). Η υπερβολική έκθεση στην γκανσικλοβίρη πιθανόν να σχετίζεται με απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Ως εκ τούτου, συνιστάται προσεκτική τήρηση των δοσολογικών συστάσεων κατά την έναρξη της αγωγής, κατά τη μετάταξη από την αγωγή εφόδου στην αγωγή συντήρησης, καθώς και σε ασθενείς που ενδεχομένως μετατάσσονται από γκανσικλοβίρη από του στόματος σε βαλγκανσικλοβίρη, καθώς το Wirnazir δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε αντικατάσταση των καψακίων γκανσικλοβίρης σε αναλογία 1:1. Οι ασθενείς που μετατάσσονται από τα καψάκια γκανσικλοβίρης θα πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο υπερδοσολογίας σε περίπτωση λήψης μεγαλύτερου από τον συνιστώμενο αριθμού δισκίων Wirnazir (βλ. Δοσολογία και Υπερδοσολογία).
Νεφρική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία, απαιτείται προσαρμογή της δόσης βάσει της κάθαρσης κρεατινίνης (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές). Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Wirnazir δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε ασθενείς υπό αιμοκάθαρση (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Χρήση με άλλα φάρμακα
Έχουν αναφερθεί επιληπτικές κρίσεις σε ασθενείς υπό ιμιπενέμη-σιλαστατίνη και γκανσικλοβίρη. Η βαλγκανσικλοβίρη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με ιμιπενέμη-σιλαστατίνη εκτός εάν τα πιθανά οφέλη υπερβαίνουν τους πιθανούς κινδύνους (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Οι ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με βαλγκανσικλοβίρη και (α) διδανοσίνη, (β) φάρμακα για τα οποία είναι γνωστό πως είναι μυελοκατασταλτικά (π.χ. ζιδοβουδίνη) ή (γ) ουσίες που επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία, πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία αθροιστικής τοξικότητας (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Στην ελεγχόμενη κλινική μελέτη, όπου χρησιμοποιήθηκε βαλγκανσικλοβίρη για τη θεραπεία πρόληψης από τη νόσο CMV στη μεταμόσχευση, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στην (βλ. Φαρμακοδυναμικές), δεν συμπεριλαμβάνονταν λήπτες πνευμονικού και εντερικού μοσχεύματος. Ως εκ τούτου, η εμπειρία σε αυτούς τους μεταμοσχευθέντες ασθενείς είναι περιορισμένη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-WIRNAZIR
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις της βαλγκανσικλοβίρης
Δεν έχουν διενεργηθεί in-vivo μελέτες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων με τη βαλγκανσικλοβίρη. Επειδή η βαλγκανσικλοβίρη μεταβολίζεται ταχέως και εκτεταμένως προς γκανσικλοβίρη, οι φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις που συνδέονται με την γκανσικλοβίρη αναμένονται και για τη βαλγκανσικλοβίρη.
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις της γκανσικλοβίρης
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
Προβενεσίδη Η χορήγηση προβενεσίδης με από του στόματος γκανσικλοβίρη είχε σαν αποτέλεσμα στατιστικώς σημαντική μείωση της νεφρικής κάθαρσης της γκανσικλοβίρης (20%), που προκαλούσε στατιστικώς σημαντική αύξηση της έκθεσης (40%). Οι μεταβολές αυτές ευρίσκονται σε συμφωνία με ένα μηχανισμό αλληλεπίδρασης που περιλαμβάνει ανταγωνισμό για νεφρική σωληναριακή απέκκριση. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς που λαμβάνουν προβενεσίδη και Wirnazir θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τοξικότητα που οφείλεται στην γκανσικλοβίρη.
Διδανοσίνη Έχει βρεθεί ότι οι συγκεντρώσεις της διδανοσίνης στο πλάσμα αυξάνονται σταθερά όταν χορηγείται μαζί με ενδοφλέβια γκανσικλοβίρη. Με ενδοφλέβιες δόσεις γκανσικλοβίρης 5 και 10 mg/kg/ημέρα, έχει παρατηρηθεί αύξηση της AUC της διδανοσίνης, η οποία κυμαίνεται από 38 έως 67%, επιβεβαιώνοντας φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης αυτών των φαρμάκων. Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της γκανσικλοβίρης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τοξικότητα οφειλόμενη στη διδανοσίνη, π.χ. παγκρεατίτιδα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Άλλα αντιρετροϊκά Τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 δεν παίζουν ρόλο στη φαρμακοκινητική της γκανσικλοβίρης. Ως εκ τούτου, δεν προβλέπονται φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με τους αναστολείς πρωτεάσης και τους μη νουκλεοτιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης.
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
Ιμιπενέμη-σιλαστατίνη Έχουν αναφερθεί επιληπτικές κρίσεις σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα γκανσικλοβίρη και ιμιπενέμη-σιλαστατίνη ενώ η φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση των δύο φαρμάκων δεν μπορεί να αποκλειστεί. Τα φάρμακα αυτά δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα, εκτός εάν τα πιθανά οφέλη υπερβαίνουν τους πιθανούς κινδύνους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ζιδοβουδίνη Τόσο η ζιδοβουδίνη όσο και η γκανσικλοβίρη δύνανται να προκαλέσουν ουδετεροπενία και αναιμία. Φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση ενδέχεται να παρατηρηθεί κατά τη συγχορήγηση αυτών των φαρμάκων. Ορισμένοι ασθενείς ενδέχεται να μην ανέχονται τη ταυτόχρονη αγωγή στην πλήρη δόση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Δυνητικές φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις Η τοξικότητα μπορεί να ενισχυθεί όταν η γκανσικλοβίρη/βαλγκανσικλοβίρη συγχορηγείται με άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν μυελοκαταστολή ή συνδέονται με νεφρική δυσλειτουργία. Αυτά περιλαμβάνουν νουκλεοσίδια (π.χ. ζιδοβουδίνη, διδανοσίνη, σταβουδίνη) και ανάλογα νουκλεοτιδίων (π.χ. τενοφοβίρη, αδενοφοβίρη), ανοσοκατασταλτικά (π.χ. κυκλοσπορίνη, τακρόλιμους, μυκοφαινολάτη μοφετίλη), αντινεοπλασματικούς παράγοντες (π.χ. δοξορουβικίνη, βινβλαστίνη, βινκριστίνη, υδροξουρία) και αντιμολυσματικούς παράγοντες (τριμεθοπρίμη/σουλφοναμίδες, δαψόνη, αμφοτερικίνη B, φλουκυτοσίνη, πενταμιδίνη). Κατά συνέπεια, η ταυτόχρονη χρήση της βαλγκανσικλοβίρης με αυτά τα φάρμακα θα πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν τα πιθανά οφέλη υπερβαίνουν τους πιθανούς κινδύνους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-WIRNAZIR
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
a. Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας Η βαλγκανσικλοβίρη αποτελεί προφάρμακο της γκανσικλοβίρης η οποία μετά την από του στόματος χορήγηση μεταβολίζεται ταχέως και εκτεταμένως σε γκανσικλοβίρη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες για τις οποίες είναι γνωστό ότι σχετίζονται με τη χρήση γκανσικλοβίρης μπορούν να αναμένονται και με τη βαλγκανσικλοβίρη. Όλες οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις του φαρμάκου που παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες με βαλγκανσικλοβίρη είχαν προηγουμένως παρατηρηθεί με την γκανσικλοβίρη. Ως εκ τούτου, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις του φαρμάκου που αναφέρθηκαν με ενδοφλέβια ή από του στόματος γκανσικλοβίρη (το σκεύασμα δεν είναι πλέον διαθέσιμο) ή με βαλγκανσικλοβίρη περιλαμβάνονται στον πίνακα ανεπιθύμητων αντιδράσεων που παρατίθεται ακολούθως. Σε ασθενείς υπό θεραπεία με βαλγκανσικλοβίρη/γκανσικλοβίρη οι σοβαρότερες και συχνότερες ανεπιθύμητες αντιδράσεις του φαρμάκου είναι αιματολογικές αντιδράσεις και περιλαμβάνουν ουδετεροπενία, αναιμία και θρομβοκυτταροπενία - βλέπε (Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι συχνότητες που παρουσιάζονται στον πίνακα ανεπιθύμητων ενεργειών προέρχονται από συγκεντρωμένο πληθυσμό ασθενών (n=1.704) υπό θεραπεία συντήρησης με γκανσικλοβίρη ή βαλγκανσικλοβίρη. Εξαιρείται η αναφυλακτική αντίδραση, ακοκκιοκυττάρωση και κοκκιοκυτταροπενία, οι συχνότητες των οποίων προέρχονται από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά. Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται την Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα MedDRA. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται σύμφωνα με τα ακόλουθα: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) και πολύ σπάνιες (< 1/10.000). Το συνολικό προφίλ ασφάλειας της γκανσικλοβίρης/βαλγκανσικλοβίρης είναι σταθερό στους πληθυσμούς HIV και ληπτών μοσχεύματος, με εξαίρεση το γεγονός ότι η αποκόλληση αμφιβληστροειδούς έχει αναφερθεί μόνο σε ασθενείς με αμφιβληστροειδίτιδα από CMV. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες διαφορές στη συχνότητα ορισμένων αντιδράσεων. Η βαλγκανσικλοβίρη σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο διάρροιας σε σύγκριση με την ενδοφλέβια γκανσικλοβίρη. Έχουν αναφερθεί συχνότερα πυρεξία, καντιντιάσεις, κατάθλιψη, σοβαρή ουδετεροπενία, (ANC <500/μL) και λοιμώξεις του δέρματος σε ασθενείς με HIV. Αναφέρθηκαν συχνότερα νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία σε λήπτες μοσχευμάτων συμπαγών οργάνων.
b. Κατάλογος ανεπιθύμητων αντιδράσεων του φαρμάκου σε μορφή πίνακα
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Κατηγορία συχνότητας | ADR (MedDRA) |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: | Πολύ συχνές | Καντιντιάσεις περιλαμβανομένης της καντιντίασης του στόματος. |
| Πολύ συχνές | Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος | |
| Συχνές | Σηψαιμία | |
| Συχνές | Γρίπη | |
| Συχνές | Λοίμωξη των ουροφόρων οδών | |
| Συχνές | Κυτταρίτιδα | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: | Πολύ συχνές | Ουδετεροπενία |
| Πολύ συχνές | Αναιμία | |
| Πολύ συχνές | Θρομβοκυτταροπενία | |
| Συχνές | Λευκοπενία | |
| Συχνές | Πανκυτταροπενία | |
| Όχι συχνές | Ανεπάρκεια μυελού των οστών | |
| Όχι συχνές | Απλαστική αναιμία | |
| Σπάνιες | Ακοκκιοκυττάρωση* | |
| Σπάνιες | Κοκκιοκυτταροπενία* | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: | Συχνές | Υπερευαισθησία |
| Σπάνιες | Αναφυλακτική αντίδραση* | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: | Πολύ συχνές | Μειωμένη όρεξη |
| Συχνές | Μειωμένο βάρος | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές: | Συχνές | Κατάθλιψη |
| Συχνές | Κατάσταση σύγχυσης | |
| Συχνές | Άγχος | |
| Όχι συχνές | Διέγερση | |
| Όχι συχνές | Ψυχωσική διαταραχή | |
| Όχι συχνές | Σκέψη μη φυσιολογική | |
| Όχι συχνές | Ψευδαίσθηση | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος: | Πολύ συχνές | Κεφαλγία |
| Συχνές | Αϋπνία | |
| Συχνές | Περιφερική νευροπάθεια | |
| Συχνές | Ζάλη | |
| Συχνές | Παραισθησία | |
| Συχνές | Υπαισθησία | |
| Όχι συχνές | Επιληπτική κρίση | |
| Όχι συχνές | Δυσγευσία (διαταραχή γεύσης) | |
| Όχι συχνές | Τρόμος | |
| Οφθαλμικές διαταραχές: | Πολύ συχνές | Οπτική διαταραχή |
| Συχνές | Αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς** | |
| Συχνές | Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος | |
| Συχνές | Πόνος του οφθαλμού | |
| Συχνές | Επιπεφυκίτιδα | |
| Συχνές | Οίδημα της ωχράς κηλίδας | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου: | Συχνές | Ωταλγία |
| Όχι συχνές | Κώφωση | |
| Καρδιακές διαταραχές: | Όχι συχνές | Αρρυθμίες |
| Αγγειακές διαταραχές: | Συχνές | Υπόταση |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου: | Πολύ συχνές | Βήχας |
| Συχνές | Δύσπνοια | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού: | Πολύ συχνές | Διάρροια |
| Πολύ συχνές | Ναυτία | |
| Πολύ συχνές | Έμετος | |
| Πολύ συχνές | Κοιλιακό άλγος | |
| Συχνές | Δυσπεψία | |
| Συχνές | Μετεωρισμός | |
| Συχνές | Άλγος άνω κοιλιακής χώρας | |
| Συχνές | Δυσκοιλιότητα | |
| Συχνές | Εξέλκωση στόματος | |
| Συχνές | Δυσφαγία | |
| Συχνές | Διάταση της κοιλίας | |
| Όχι συχνές | Παγκρεατίτιδα | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: | Συχνές | Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος |
| Συχνές | Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία | |
| Συχνές | Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση | |
| Συχνές | Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: | Συχνές | Δερματίτιδα |
| Συχνές | Νυχτερινή εφίδρωση | |
| Συχνές | Κνησμός | |
| Συχνές | Εξάνθημα | |
| Όχι συχνές | Αλωπεκία | |
| Όχι συχνές | Ξηροδερμία | |
| Όχι συχνές | Κνίδωση | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: | Συχνές | Οσφυαλγία |
| Συχνές | Μυαλγία | |
| Συχνές | Αρθραλγία | |
| Συχνές | Μυϊκοί σπασμοί | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: | Πολύ συχνές | Νεφρική δυσλειτουργία |
| Πολύ συχνές | Μειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνης | |
| Πολύ συχνές | Αυξημένη κρεατινίνη αίματος | |
| Συχνές | Νεφρική ανεπάρκεια | |
| Συχνές | Αιματουρία | |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: | Όχι συχνές | Στειρότητα άρρενος |
| Γενικές διαταραχές καταστάσεις της οδού χορήγησης: | Πολύ συχνές | Πυρεξία |
| Πολύ συχνές | Κόπωση | |
| Πολύ συχνές | Άλγος | |
| Συχνές | Ρίγη | |
| Όχι συχνές | Αίσθημα κακουχίας | |
| Όχι συχνές | Εξασθένηση | |
| Όχι συχνές | Θωρακικό άλγος |
*Οι συχνότητες αυτών των ανεπιθύμητων αντιδράσεων προέρχονται από εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου **Η αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς αναφέρθηκε μόνο σε ασθενείς με HIV που έχουν λάβει θεραπεία για αμφιβληστροειδίτιδα από CMV
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων
Ουδετεροπενία Ο κίνδυνος ουδετεροπενίας δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί με βάση τον αριθμό των ουδετερόφιλών πριν τη θεραπεία. Η ουδετεροπενία εμφανίζεται συνήθως κατά τη διάρκεια της πρώτης ή της δεύτερης εβδομάδας θεραπείας εφόδου. Ο αριθμός των κυττάρων συνήθως ομαλοποιείται εντός 2 έως 5 ημερών μετά από διακοπή του φαρμάκου ή μείωση της δόσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Θρομβοκυτταροπενία Οι ασθενείς με χαμηλό αριθμό αιμοπεταλίων κατά την αρχική αξιολόγηση (< 100.000/µL) διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης θρομβοκυτταροπενίας. Οι ασθενείς με ιατρογενή ανοσοκαταστολή λόγω θεραπείας με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο θρομβοκυτταροπενίας από τους ασθενείς με AIDS (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η σοβαρή θρομβοκυτταροπενία ενδέχεται να σχετίζεται με δυνητικά απειλητική για τη ζωή αιμορραγία.
Επίδραση της διάρκειας της θεραπείας ή ένδειξη για ανεπιθύμητες αντιδράσεις Σοβαρή ουδετεροπενία (ANC <500/μL) παρατηρείται συχνότερα σε ασθενείς με αμφιβληστροειδίτιδα από CMV (14%) υπό θεραπεία με βαλγκανσικλοβίρη, ενδοφλέβια ή από του στόματος γκανσικλοβίρη έναντι των ασθενών-ληπτών μοσχεύματος συμπαγών οργάνων που λαμβάνουν βαλγκανσικλοβίρη ή από του στόματος γκανσικλοβίρη. Σε ασθενείς που λαμβάνουν βαλγκανσικλοβίρη ή από του στόματος γκανσικλοβίρη έως την Ημέρα 100 μετά τη μεταμόσχευση, η επίπτωση της σοβαρής ουδετεροπενίας ήταν 5% και 3% αντίστοιχα, ενώ σε ασθενείς που λάμβαναν βαλγκανσικλοβίρη έως τη Ημέρα 200 μετά τη μεταμόσχευση, η επίπτωση της σοβαρής ουδετεροπενίας ήταν 10%. Παρατηρήθηκε μεγαλύτερη αύξηση της κρεατινίνης ορού σε ασθενείς λήπτες μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου υπό θεραπεία έως την Ημέρα 100 ή την Ημέρα 200 μετά τη μεταμόσχευση με βαλγκανσικλοβίρη και από του στόματος γκανσικλοβίρη σε σύγκριση με τους ασθενείς που πάσχουν από αμφιβληστροειδίτιδα από CMV. Ωστόσο, η μειωμένη νεφρική λειτουργία είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό των ασθενών ληπτών μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου. Το συνολικό προφίλ ασφάλειας της βαλγκανσικλοβίρης δεν μεταβάλλεται με την επέκταση της προφύλαξης σε έως και 200 ημέρες στους ασθενείς-λήπτες νεφρικού μοσχεύματος που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο. Αναφέρθηκε λευκοπενία με ελαφρώς υψηλότερη επίπτωση στο σκέλος των 200 ημερών ενώ η επίπτωση της ουδετεροπενίας, της αναιμίας και της θρομβοκυτταροπενίας ήταν παρόμοια σε αμφότερα τα σκέλη.
c. Παιδιατρικός πληθυσμός Η βαλγκανσικλοβίρη έχει μελετηθεί σε 179 παιδιατρικούς ασθενείς-λήπτες μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου, οι οποίοι διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης νόσου από CMV (ηλικίας από 3 εβδομάδων έως 16 ετών) και σε 133 νεογνά με συμπτωματική συγγενή νόσο από CMV (ηλικίας από 2 έως 31 ημερών), με διάρκεια έκθεσης στην γκανσικλοβίρη, η οποία κυμαίνονταν από 2 έως 200 ημέρες. Οι συχνότερα αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπείας στις παιδιατρικές κλινικές μελέτες ήταν η διάρροια, η ναυτία, η ουδετεροπενία, η λευκοπενία και η αναιμία. Στους ασθενείς-λήπτες μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου, το συνολικό προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοιο με αυτό των παιδιατρικών ασθενών συγκριτικά με τους ενήλικες. Ουδετεροπενία αναφέρθηκε με ελαφρώς μεγαλύτερη επίπτωση στις δύο μελέτες, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε παιδιατρικούς ασθενείς-λήπτες μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου συγκριτικά με τους ενήλικες, αλλά δεν υπήρξε συσχέτιση ανάμεσα στην ουδετεροπενία και τα λοιμώδη ανεπιθύμητα συμβάντα στον παιδιατρικό πληθυσμό. Ο υψηλότερος κίνδυνος εμφάνισης κυτταροπενίας σε νεογνά και βρέφη δικαιολογεί την προσεκτική παρακολούθηση των αιμοπεταλίων σε αυτές τις ηλικιακές ομάδες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Στους παιδιατρικούς ασθενείς-λήπτες νεφρικού μοσχεύματος, η επιμήκυνση της έκθεσης στη βαλγκανσικλοβίρη έως και 200 ημέρες δεν σχετίστηκε με συνολική αύξηση στην επίπτωση των ανεπιθύμητων συμβάντων. Η επίπτωση της σοβαρής ουδετεροπενίας (ANC<500/µL) ήταν υψηλότερη στους παιδιατρικούς ασθενείς-λήπτες νεφρικού μοσχεύματος, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία έως την Ημέρα 200 συγκριτικά με τους παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία έως την Ημέρα 100 και συγκριτικά με τους ενήλικες ασθενείς-λήπτες νεφρικού μοσχεύματος, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία έως την Ημέρα 100 ή την Ημέρα 200 (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Διατίθενται μόνο περιορισμένα δεδομένα σε νεογνά ή βρέφη με συμπτωματική συγγενή λοίμωξη από CMV, τα οποία έλαβαν θεραπεία με βαλγκανσικλοβίρη. Ωστόσο, η ασφάλεια φαίνεται να συνάδει με το γνωστό προφίλ ασφάλειας της βαλγκανσικλοβίρης/γκανσικλοβίρης.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. λεπτομέρειες παρακάτω). Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-WIRNAZIR
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
Λόγω του ενδεχόμενου τοξικότητας και τερατογένεσης κατά την αναπαραγωγή, οι γυναίκες με αναπαραγωγική ικανότητα πρέπει να καθοδηγούνται όπως χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 30 ημέρες μετά τη θεραπεία. Οι άνδρες ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται όπως χρησιμοποιούν προφυλακτικό κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 90 ημέρες μετά τη θεραπεία με βαλγκανσικλοβίρη, εκτός εάν είναι βέβαιο ότι η σύντροφός τους δεν διατρέχει κίνδυνο εγκυμοσύνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Προκλινικά δεδομένα).
Εγκυμοσύνη
Η ασφάλεια της χρήσης της βαλγκανσικλοβίρης σε έγκυες γυναίκες δεν έχει τεκμηριωθεί. Ο ενεργός μεταβολίτης του, η γκανσικλοβίρη, διέρχεται εύκολα στον ανθρώπινο πλακούντα. Βάσει του φαρμακολογικού μηχανισμού δράσης και της αναπαραγωγικής τοξικότητας που παρατηρήθηκε σε μελέτες σε πειραματόζωα με γκανσικλοβίρη (βλ. Προκλινικά δεδομένα), υπάρχει ο θεωρητικός κίνδυνος τερατογόνου δράσης για τους ανθρώπους. Το Wirnazir δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση, εκτός εάν το θεραπευτικό όφελος για τη μητέρα υπερβαίνει το δυνητικό κίνδυνο τερατογόνου βλάβης στο έμβρυο.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η γκανσικλοβίρη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα έκκρισης της γκανσικλοβίρης στο μητρικό γάλα και πρόκλησης σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων στο θηλάζον βρέφος. Τα δεδομένα από μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν ότι η γκανσικλοβίρη εκκρίνεται στο γάλα θηλαζόντων επιμυών. Ως εκ τούτου, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βαλγκανσικλοβίρη (βλ. Αντενδείξεις και Προκλινικά δεδομένα).
Γονιμότητα
Μια μικρή κλινική μελέτη σε ασθενείς με νεφρικό μόσχευμα που έλαβαν βαλγκανσικλοβίρη για προφύλαξη από CMV για διάστημα μέχρι 200 ημερών έδειξε επίδραση της βαλγκανσικλοβίρης στη σπερματογένεση, με μειωμένη πυκνότητα και κινητικότητα σπερματοζωαρίων που μετρήθηκε μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Αυτή η επίδραση φαίνεται να είναι αναστρέψιμη και περίπου έξι μήνες μετά τη διακοπή της βαλγκανσικλοβίρης, η μέση πυκνότητα και η κινητικότητα του σπέρματος ανακτήθηκαν σε επίπεδα συγκρίσιμα με αυτά που παρατηρήθηκαν στο σκέλος που δεν έλαβε θεραπεία. Σε μελέτες σε ζώα, η γκανσικλοβίρη εξασθένησε τη γονιμότητα σε αρσενικούς και θηλυκούς ποντικούς και έχει δείξει ότι αναστέλλει τη σπερματογένεση και προκαλεί ατροφία των όρχεων σε ποντίκια, αρουραίους και σκύλους σε δόσεις που θεωρούνται κλινικά σχετιζόμενες. Με βάση κλινικές και μη κλινικές μελέτες, θεωρείται πιθανό ότι η γκανσικλοβίρη (και η βαλγκανσικλοβίρη) μπορεί να προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη αναστολή της ανθρώπινης σπερματογένεσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-WIRNAZIR
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιιικά για συστηματική χρήση, νουκλεοσίδια και νουκλεοτίδια, εξαιρούνται οι αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης κωδικός ATC: J05AB14
Μηχανισμός δράσης
Η βαλγκανσικλοβίρη είναι ένας L-βαλυλεστέρας (προφάρμακο) της γκανσικλοβίρης. Μετά την από του στόματος χορήγηση, η βαλγκανσικλοβίρη μεταβολίζεται ταχέως και εκτεταμένως προς γκανσικλοβίρη από εστεράσες του εντέρου και του ήπατος. Η γκανσικλοβίρη είναι ένα συνθετικό ανάλογο της 2’-δεοξυγουανοσίνης, η οποία αναστέλλει, in vitro και in vivo, την αναπαραγωγή των ερπητοϊών. Οι ευαίσθητοι ανθρώπινοι ιοί περιλαμβάνουν τον ανθρώπινο μεγαλοκυτταροϊό (HCMV), τον ιό του απλού έρπη -1 και -2 (HSV-1 και HSV-2), τον ανθρώπινο ιό έρπη -6, -7 και -8 (HHV-6, HHV-7, HHV8), τον ιό Epstein-Barr (EBV), τον ιό ανεμεβλογιάς-ζωστήρα (VZV) και τον ιό της ηπατίτιδας B (HBV). Σε κύτταρα με λοίμωξη από CMV, η γκανσικλοβίρη αρχικώς φωσφορυλιώνεται προς μονοφωσφορική γκανσικλοβίρη από την ιική πρωτεϊνική κινάση, pUL97. Περαιτέρω φωσφορυλίωση λαμβάνει χώρα από κυτταρικές κινάσες προς δημιουργία τριφωσφορκής γκανσικλοβίρης, η οποία μεταβολίζεται κατόπιν βραδέως, ενδοκυτταρικά. Ο μεταβολισμός προς τριφωσφορκή γκανσικλοβίρη έχει καταδειχθεί ότι λαμβάνει χώρα σε κύτταρα με λοίμωξη HSV και HCMV με ημιπεριόδους ζωής, αντίστοιχα, 18 και μεταξύ 6 και 24 ωρών μετά την απομάκρυνση της εξωκυτταρικής γκανσικλοβίρης. Επειδή η φωσφορυλίωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ιική κινάση, η φωσφορυλίωση της γκανσικλοβίρης λαμβάνει χώρα κατά προτίμηση σε κύτταρα με ιική λοίμωξη. Η ιοστατική δραστικότητα της γκανσικλοβίρης οφείλεται σε αναστολή της σύνθεσης του ιικού DNA μέσω: (α) ανταγωνιστικής αναστολής της ενσωμάτωσης της τριφωσφορικής δεοξυγουανοσίνης στο DNA από την πολυμεράση του ιικού DNA και (β) ενσωμάτωσης της τριφωσφορικής γκανσικλοβίρης στο ιικό DNA, η οποία προκαλεί διακοπή της περαιτέρω επιμήκυνσης του ιικού DNA ή περιορισμό της σε μεγάλο βαθμό.
Αντιιική δραστικότητα
Η in vitro αντιιική δραστικότητα, μετρηθείσα ως IC 50 της γκανσικλοβίρης έναντι του CMV, κυμαίνεται μεταξύ 0,08 μM (0,02 μg/ml) και 14 μM (3,5 μg/ml). Η κλινική αντιιική δράση της βαλγκανσικλοβίρης έχει καταδειχθεί κατά την αγωγή ασθενών με AIDS με πρόσφατα διεγνωσμένη αμφιβληστροειδίτιδα από CMV. Η ελευθέρωση CMV στα ούρα μειώθηκε, από 46% (32/69) των ασθενών κατά την ένταξή τους στη μελέτη, σε 7% (4/55) των ασθενών μετά από τέσσερις εβδομάδες αγωγής με βαλγκανσικλοβίρη.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Ενήλικες ασθενείς
Αγωγή στην αμφιβληστροειδίτιδα από CMV: Σε μία μελέτη τυχαιοποιήθηκαν ασθενείς με πρόσφατα διεγνωσμένη αμφιβληστροειδίτιδα από CMV, ώστε να λάβουν αγωγή εφόδου είτε με βαλγκανσικλοβίρη 900 mg δύο φορές την ημέρα ή με ενδοφλέβια γκανσικλοβίρη 5 mg/kg δύο φορές την ημέρα. Το ποσοστό ασθενών που εμφάνισε εξέλιξη της αμφιβληστροειδίτιδας από CMV επιβεβαιωμένη με φωτογραφίες την 4η εβδομάδα, ήταν συγκρίσιμο και για τις δύο ομάδες αγωγής, με 7/70 και 7/71 εξελισσόμενους ασθενείς στο σκέλος της ενδοφλέβιας γκανσικλοβίρης και της βαλγκανσικλοβίρης, αντίστοιχα. Στη μελέτη αυτή, όλοι οι ασθενείς έλαβαν, μετά τη δόση εφόδου, αγωγή συντήρησης με βαλγκανσικλοβίρη σε δόση 900 mg μία φορά ημερησίως. Ο μέσος (διάμεσος) χρόνος από την τυχαιοποίηση έως την εξέλιξη της αμφιβληστροειδίτιδας από CMV ανήλθε, στην ομάδα που λάμβανε αγωγή εφόδου και συντήρησης με βαλγκανσικλοβίρη, σε 226 (160) ημέρες, ενώ στην ομάδα που λάμβανε αγωγή εφόδου με ενδοφλέβια γκανσικλοβίρη και αγωγή συντήρησης με βαλγκανσικλοβίρη, σε 219 (125) ημέρες.
Πρόληψη της νόσου από CMV στη μεταμόσχευση: Έχει διενεργηθεί μία διπλά τυφλή μελέτη, με διπλό εικονικό, συγκριτικό με το δραστικό, φάρμακο, σε λήπτες καρδιακού, ηπατικού και νεφρικού μοσχεύματος (δεν συμπεριλαμβάνονταν λήπτες πνευμονικού και γαστρεντερικού μοσχεύματος), οι οποίοι διέτρεχαν υψηλό κίνδυνο για νόσο CMV (D+/R-) και λάμβαναν είτε βαλγκανσικλοβίρη (900 mg μία φορά την ημέρα) ή από του στόματος γκανσικλοβίρη (1.000 mg τρεις φορές την ημέρα) αρχίζοντας εντός 10 ημερών από τη μεταμόσχευση έως την Ημέρα 100 μετά την μεταμόσχευση. Κατά τους πρώτους 6 μήνες μετά την μεταμόσχευση, η συχνότητα εμφάνισης της νόσου CMV (σύνδρομο CMV + διηθητική νόσος ιστών) ήταν 12,1% στο σκέλος της βαλγκανσικλοβίρης (n=239), συγκριτικά με 15,2% στο σκέλος της από του στόματος γκανσικλοβίρης (n=125). Στη μεγάλη τους πλειονότητα οι περιπτώσεις παρατηρήθηκαν μετά τον τερματισμό της προφυλακτικής αγωγής (μετά την Ημέρα 100), με τις περιπτώσεις στο σκέλος της βαλγκανσικλοβίρης να παρατηρούνται κατά μέσο όρο αργότερα από εκείνες στο σκέλος της από του στόματος γκανσικλοβίρης. Η συχνότητα εμφάνισης οξείας απόρριψης στους πρώτους 6 μήνες ήταν 29,7% στους ασθενείς που είχαν τυχαιοποιηθεί στη βαλγκανσικλοβίρη συγκριτικά με 36,0% στο σκέλος της από του στόματος γκανσικλοβίρης, με ισοδύναμη συχνότητα απώλειας μοσχεύματος, παρατηρούμενη σε 0,8% των ασθενών σε κάθε σκέλος.
Έχει διενεργηθεί μία διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 326 λήπτες νεφρικού μοσχεύματος οι οποίοι διέτρεχαν υψηλό κίνδυνο για νόσο CMV (D+/R-) για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια επέκτασης της χρήσης βαλγκανσικλοβίρης για προφύλαξη από CMV από 100 σε 200 ημέρες μετά την μεταμόσχευση. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (1:1) για να λάβουν δισκία βαλγκανσικλοβίρης (900 mg μια φορά ημερησίως) μέσα σε 10 ημέρες από τη μεταμόσχευση ή έως και την Ημέρα 200 μετά τη μεταμόσχευση ή την Ημέρα 100 μετά τη μεταμόσχευση ακολουθούμενα από εικονικό φάρμακο για 100 ημέρες. Το ποσοστό των ασθενών που ανέπτυξε CMV νόσο κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 μηνών μετά τη μεταμόσχευση παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα.
| Βαλγκανσικλοβίρη 900 mg μια φορά ημερησίως 100 Ημέρες (N = 163) | Βαλγκανσικλοβίρη 900 mg μια φορά ημερησίως 200 Ημέρες (N = 155) | Διαφορά Μεταξύ Ομάδων Θεραπείας | |
|---|---|---|---|
| Ασθενείς με επιβεβαιωμένη ή πιθανολογούμενη CMV νόσο2 | 71 (43,6%) [35,8%; 51,5%] | 36 (23,2%) [16,8%; 30,7%] | 20,3% [9,9%; 30,8%] |
| Ασθενείς με επιβεβαιωμένη CMV νόσο | 60 (36,8%) [29,4%; 44,7%] | 25 (16,1%) [10,7%; 22,9%] | 20,7% [10,9%; 30,4%] |
H νόσος CMV ορίζεται είτε ως CMV σύνδρομο είτε ως διηθητική νόσος CMV των ιστών. 2 Επιβεβαιωμένη CMV νόσος είναι ένα κλινικά επιβεβαιωμένο περιστατικό CMV νόσου. Οι ασθενείς θεωρήθηκε ότι είχαν CMV νόσο ακόμα κι εάν δεν υπήρξε καμία εκτίμηση κατά την εβδομάδα 52 ούτε επιβεβαίωση CMV νόσου πριν από αυτή την περίοδο.
Τα αποτελέσματα που βρέθηκαν μέχρι και 24 μήνες ήταν σε συμφωνία με τα αποτελέσματα μέχρι και 12 μήνες: Επιβεβαιωμένη ή πιθανολογούμενη CMV νόσος ήταν 48,5% στο σκέλος θεραπείας των 100 ημερών έναντι 34,2% στο σκέλος θεραπείας των 200 ημερών, η διαφορά μεταξύ ομάδων θεραπείας ήταν 14,3% [3,2%; 25,3%]. Οι σημαντικά χαμηλού κινδύνου λήπτες νεφρικού μοσχεύματος ανέπτυξαν CMV νόσο μετά από προφυλακτική αγωγή από τον CMV με βαλγκανσικλοβίρη μέχρι την Ημέρα 200 μετά τη μεταμόσχευση σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν προφύλαξη από τον CMV με βαλγκανσικλοβίρη μέχρι την Ημέρα 100 μετά τη μεταμόσχευση. Το ποσοστό επιβίωσης μοσχεύματος καθώς και η συχνότητα οξείας απόρριψης αποδεδειγμένη με βιοψία ήταν παρόμοια και στις δύο θεραπευτικές ομάδες. Το ποσοστό επιβίωσης μοσχεύματος 12 μήνες μετά τη μεταμόσχευση ήταν 98,2% (160/163) για δοσολογικό σχήμα 100 ημερών και 98,1% (152/155) για δοσολογικό σχήμα 200 ημερών. Έχουν αναφερθεί τέσσερα πρόσθετα περιστατικά στο δοσολογικό σχήμα 100 ημερών 24 μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Η συχνότητα οξείας απόρριψης που τεκμηριώνεται με βιοψία, 12 μήνες μετά τη μεταμόσχευση ήταν 17,2% (28/163) για δοσολογικό σχήμα 100 ημερών και 11,0% (17/155) για δοσολογικό σχήμα 200 ημερών. Έχει αναφερθεί ένα πρόσθετο περιστατικό στο δοσολογικό σχήμα 200 ημερών μέχρι και 24 μήνες μετά τη μεταμόσχευση.
Ιική αντοχή
Μετά από χρόνια χορήγηση βαλγκανσικλοβίρης μπορεί να εμφανιστεί αντοχή του ιού στην γκανσικλοβίρη μέσω επιλογής μεταλλάξεων στο γονίδιο της ιικής κινάσης (UL97) που ευθύνεται για τη μονοφωσφορυλίωση της γκανσικλοβίρης και/ή το γονιδίο της ιικής πολυμεράσης (UL54). Σε κλινικά απομονωμένους, οι επτά κανονικές υποκαταστάσεις της UL97, οι M460V/I, H520Q, C592G, A594V, L595S, C603W είναι οι πιο συχνά αναφερόμενες υποκαταστάσεις της γκανσικλοβίρης που σχετίζονται με την αντοχή. Οι ιοί που περιέχουν μεταλλάξεις στο γονίδιο UL97 είναι ανθεκτικοί στην γκανσικλοβίρη μόνη, ενώ οι ιοί με μεταλλάξεις στο γονίδιο UL54 είναι ανθεκτικοί στην γκανσικλοβίρη αλλά πιθανόν να εμφανίζουν διασταυρούμενη αντίσταση σε άλλα αντιιικά, τα οποία στοχεύουν επίσης την ιική πολυμεράση.
Θεραπεία αμφιβληστροειδίτιδας από CMV: Γονοτυπική ανάλυση του CMV σε πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα (PMNL), απομονωθέντα από 148 ασθενείς με αμφιβληστροειδίτιδα από CMV, ενταγμένους σε μία κλινική μελέτη, έδειξε ότι το 2,2%, 6,5%, 12,8% και 15,3% αυτών περιέχουν μεταλλάξεις του UL97 μετά από 3, 6, 12 και 18 μήνες, αντίστοιχα, αγωγής με βαλγκανσικλοβίρη.
Πρόληψη από τη νόσο CMV στη μεταμόσχευση:
Ενεργή συγκριτική μελέτη Η αντοχή μελετήθηκε μέσω γονοτυπικής ανάλυσης του CMV σε δείγματα PMNL συλλεχθέντα α) την Ημέρα 100 (πέρας της προφύλαξης με το υπό μελέτη φάρμακο) και β) σε περιπτώσεις όπου υπήρχε υποψία νόσου CMV, έως και 6 μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Από τους 245 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν βαλγκανσικλοβίρη, ήταν διαθέσιμα για έλεγχο 198 δείγματα της Ημέρας 100 και δεν παρατηρήθηκε καμία μετάλλαξη αντοχής στην γκανσικλοβίρη. Συγκριτικά ανιχνεύθηκαν 2 μεταλλάξεις αντοχής στην γκανσικλοβίρη σε 103 αναλυθέντα δείγματα (1,9%) για τους ασθενείς στο σκέλος της από του στόματος γκανσικλοβίρης. Από τους 245 ασθενείς που είχαν τυχαιοποιηθεί ώστε να λάβουν βαλγκανσικλοβίρη, εξετάσθηκαν δείγματα 50 ασθενών για τους οποίους υπήρχε υποψία νόσου CMV και δεν παρατηρήθηκε καμία μετάλλαξη αντοχής. Από τους 127 ασθενείς που είχαν τυχαιοποιηθεί ώστε να λάβουν γκανσικλοβίρη στο συγκριτικό σκέλος, εξετάσθηκαν δείγματα από 29 ασθενείς για τους οποίους υπήρχε υποψία νόσου CMV, στα οποία παρατηρήθηκαν δύο μεταλλάξεις αντοχής, δίνοντας συχνότητα εμφάνισης της αντοχής 6,9%.
Μελέτη επέκτασης της προφύλαξης από 100 σε 200 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση Γονοτυπική ανάλυση πραγματοποιήθηκε στα γονίδια UL54 και UL97 του ιού από 72 ασθενείς που πληρούσαν τα κριτήρια ανάλυσης αντοχής: ασθενείς που είχαν θετικό ιικό φορτίο (>600 αντίγραφα/ml) στο τέλος της προφυλακτικής αγωγής και/ή ασθενείς που είχαν επιβεβαιωμένη νόσο CMV μέχρι και 12 μήνες (52 εβδομάδες) μετά τη μεταμόσχευση. Τρεις ασθενείς σε κάθε ομάδα θεραπείας παρουσίασαν γνωστή μετάλλαξη αντοχής στην γκανσικλοβίρη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Θεραπεία της αμφιβληστροειδίτιδας από CMV Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με τη βαλγκανσικλοβίρη σε όλα τα υποσύνολα παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία λοίμωξης εξαιτίας του CMV σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες για παιδιατρική χρήση).
Πρόληψη της νόσου CMV στη μεταμόσχευση Μια φαρμακοκινητική και μελέτη ασφάλειας φάσης ΙΙ σε παιδιατρικούς λήπτες μοσχευμάτων συμπαγών οργάνων (ηλικίας από 4 μηνών έως 16 ετών, n=63) που έλαβαν βαλγκανσικλοβίρη μία φορά ημερησίως έως και 100 ημέρες, κατέδειξε εκθέσεις παρόμοιες με αυτές των ενηλίκων (βλ. Φαρμακοκινητικές) σύμφωνα με τον παιδιατρικό δοσολογικό αλγόριθμο (βλ. Δοσολογία). Η παρακολούθηση μετά τη θεραπεία ήταν 12 εβδομάδες. Η ορολογική κατάσταση D/R του CMV στην έναρξη της θεραπείας ήταν D+/R- στο 40%, D+/R+ στο 38%, D-/R+ στο 19% και D-/R- στο 3% των περιστατικών. Σε 7 ασθενείς αναφέρθηκε η παρουσία ιού CMV. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν ήταν παρόμοιας φύσης με αυτές των ενηλίκων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Μία μελέτη ανεκτικότητας φάσης IV σε παιδιατρικούς λήπτες νεφρικού μοσχεύματος (ηλικίας 1 έως 16 ετών, n=37), οι οποίοι έλαβαν βαλγκανσικλοβίρη μία φορά την ημέρα για έως και 200 ημέρες σύμφωνα με τον δοσολογικό αλγόριθμο (βλ. Δοσολογία) οδήγησε σε χαμηλή επίπτωση του CMV. Η παρακολούθηση μετά από τη θεραπεία ήταν 24 εβδομάδες. Η ορολογική κατάσταση D/R του CMV κατά την έναρξη ήταν D+/R+ στο 45%, D+/R- στο 39%, D-/R+ στο 7%, D-/R- στο 7% και ND/R+ στο 2% των περιπτώσεων. Ιαιμία από CMV αναφέρθηκε σε 3 ασθενείς και υπήρξε υποψία ενός περιστατικού συνδρόμου CMV σε έναν ασθενή αλλά δεν επιβεβαιώθηκε από τη CMV PCR που πραγματοποιήθηκε από το κεντρικό εργαστήριο. Οι παρατηρηθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν παρόμοιας φύσης με αυτές που παρατηρήθηκαν στους ενήλικες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα δεδομένα αυτά υποστηρίζουν την αναγωγή δεδομένων αποτελεσματικότητας από τους ενήλικες στα παιδιά και παρέχουν δοσολογικές συστάσεις για τους παιδιατρικούς ασθενείς.
Μία μελέτη φαρμακοκινητικής και ασφάλειας φάσης Ι σε ασθενείς-λήπτες καρδιακού μοσχεύματος (ηλικίας 3 εβδομάδων έως 125 ημερών, n=14), οι οποίοι έλαβαν εφάπαξ ημερήσια δόση βαλγκανσικλοβίρης σύμφωνα με τον παιδιατρικό δοσολογικό αλγόριθμο (βλ. Δοσολογία) σε 2 διαδοχικές ημέρες οδήγησε σε παρόμοιες εκθέσεις με αυτές που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η παρακολούθηση μετά από τη θεραπεία ήταν 7 ημέρες. Το προφίλ ασφάλειας ήταν συνεπές με άλλες μελέτες παιδιατρικών και ενηλίκων ασθενών, αν και οι αριθμοί των ασθενών και η έκθεση στη βαλγκανσικλοβίρη ήταν περιορισμένοι σε αυτή τη μελέτη.
Συγγενής CMV Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της γκανσικλοβίρης και/ή της βαλγκανσικλοβίρης μελετήθηκαν σε νεογνά και βρέφη με συγγενή συμπτωματική λοίμωξη από CMV σε δύο μελέτες. Στην πρώτη μελέτη, η φαρμακοκινητική και η ασφάλεια εφάπαξ δόσης βαλγκανσικλοβίρης (δοσολογικό εύρος 14-16-20 mg/kg/δόση) μελετήθηκαν σε 24 νεογνά (ηλικίας 8 έως 34 ημερών) με συμπτωματική συγγενή νόσο CMV (βλέπε Φαρμακοκινητικές). Τα νεογνά έλαβαν 6 εβδομάδες αντιιική θεραπεία, ενώ 19 από τους 24 ασθενείς έλαβαν έως και 4 εβδομάδες θεραπείας με από του στόματος βαλγκανσικλοβίρη, και στις υπόλοιπες 2 εβδομάδες έλαβαν γκανσικλοβίρη ενδοφλεβίως. Οι 5 υπόλοιποι ασθενείς έλαβαν γκανσικλοβίρη ενδοφλεβίως για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της μελέτης. Στη δεύτερη μελέτη, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια των έξι εβδομάδων έναντι των έξι μηνών θεραπείας με βαλγκανσικλοβίρη μελετήθηκαν σε 109 βρέφη ηλικίας 2 έως 30 ημερών με συμπτωματική συγγενή νόσο από CMV. Όλα τα βρέφη έλαβαν από του στόματος βαλγκανσικλοβίρη στη δόση των 16 mg/kg δις ημερησίως για 6 εβδομάδες. Μετά από 6 εβδομάδες θεραπείας, τα βρέφη τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 ώστε να συνεχίσουν τη θεραπεία με βαλγκανσικλοβίρη στην ίδια δόση ή να λάβουν αντίστοιχο εικονικό φάρμακο ώστε να ολοκληρώσουν τους 6 μήνες της θεραπείας. Αυτή η θεραπευτική ένδειξη δεν συνιστάται επί του παρόντος για τη βαλγκανσικλοβίρη. Ο σχεδιασμός των μελετών και τα αποτελέσματα που προέκυψαν είναι πολύ περιορισμένα για να επιτρέψουν κατάλληλα συμπεράσματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της βαλγκανσικλοβίρης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-WIRNAZIR
expand_more
Φαρμακοκινητική
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της βαλγκανσικλοβίρης αξιολογήθηκαν σε HIV- και CMV-οροθετικούς ασθενείς, σε ασθενείς με AIDS και CMV αμφιβληστροειδίτιδα και σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση συμπαγούς οργάνου. Δοσοεξαρτώμενη σχέση όσον αφορά στην AUC της γκανσικλοβίρης μετά από χορήγηση βαλγκανσικλοβίρης σε δοσολογικό εύρος 450 έως 2.625 mg κατεδείχθη μόνο μετά από λήψη τροφής.
Απορρόφηση
Η βαλγκανσικλοβίρη αποτελεί προφάρμακο της γκανσικλοβίρης. Απορροφάται καλώς από τη γαστρεντερική οδό και μεταβολίζεται ταχέως και εκτεταμένως στο εντερικό τοίχωμα και το ήπαρ σε γκανσικλοβίρη. Η συστηματική έκθεση στη βαλγκανσικλοβίρη είναι παροδική και χαμηλή. Η βιοδιαθεσιμότητα της γκανσικλοβίρης από την από στόματος χορήγηση της βαλγκανσικλοβίρης είναι περίπου 60%, σε όλους τους πληθυσμούς που μελετήθηκαν και η προκύπτουσα έκθεση στην γκανσικλοβίρη είναι παρόμοια με εκείνη που ακολουθεί την ενδοφλέβια χορήγησή της (βλ. ακολούθως). Συγκριτικά, η βιοδιαθεσιμότητα της γκανσικλοβίρης μετά από χορήγηση 1.000 mg από του στόματος γκανσικλοβίρης (υπό μορφή καψακίων) είναι 6-8%.
Βαλγκανσικλοβίρη σε HIV θετικούς, CMV θετικούς ασθενείς: Σε HIV θετικούς, CMV θετικούς ασθενείς η συστηματική έκθεση μετά από χορήγηση δύο φορές την ημέρα γκανσικλοβίρης και βαλγκανσικλοβίρης επί μία εβδομάδα είναι:
| Παράμετρος | Γκανσικλοβίρη (5 mg/kg, ενδοφλεβίως) n = 18 | Βαλγκανσικλοβίρη (900 mg, από του στόματος) n = 25 |
|---|---|---|
| AUC (0-12 h) (µg.h/ml) | 28,6 ± 9,0 | 32,8 ± 10,1 |
| C max (µg/ml) | 10,4 ± 4,9 | 6,7 ± 2,1 |
Η αποτελεσματικότητα της γκανσικλοβίρης στην αύξηση του χρόνου έως την εξέλιξη της αμφιβληστροειδίτιδας από CMV συσχετίζεται με τη συστηματική έκθεση (AUC).
Βαλγκανσικλοβίρη σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση συμπαγούς οργάνου: Στη σταθεροποιημένη κατάσταση η συστηματική έκθεση στην γκανσικλοβίρη των ασθενών που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση συμπαγούς οργάνου μετά από καθημερινή από του στόματος χορήγηση γκανσικλοβίρης και βαλγκανσικλοβίρης είναι:
| Παράμετρος | Γκανσικλοβίρη (1.000 mg τρεις φορές την ημέρα) n = 82 | Βαλγκανσικλοβίρη (900 mg, μία φορά την ημέρα) n = 161 |
|---|---|---|
| AUC (0-24 h) (µg.h/ml) | 28,0 ± 10,9 | 46,3 ± 15,2 |
| C max (µg/ml) | 1,4 ± 0,5 | 5,3 ± 1,5 |
Η συστηματική έκθεση στην γκανσικλοβίρη σε λήπτες καρδιακού, νεφρικού και ηπατικού μοσχεύματος ήταν παρόμοια μετά την από του στόματος χορήγηση βαλγκανσικλοβίρης, σύμφωνα με το δοσολογικό αλγόριθμο βάσει της νεφρικής λειτουργίας.
Επίδραση της τροφής: Κατά τη χορήγηση βαλγκανσικλοβίρης, μαζί με τροφή, στη συνιστώμενη δόση των 900 mg, παρατηρήθηκαν αυξήσεις τόσο της μέσης AUC της γκανσικλοβίρης (περίπου 30%), όσο και των μέσων τιμών C max της γκανσικλοβίρης (περίπου 14%), συγκριτικώς με τις συνθήκες νηστείας. Επίσης, η ατομική διακύμανση στην έκθεση στην γκανσικλοβίρη περιορίζεται όταν η βαλγκανσικλοβίρη λαμβάνεται με τροφή. Στις κλινικές μελέτες η βαλγκανσικλοβίρη έχει χορηγηθεί μόνο μαζί με τροφή. Ως εκ τούτου, συνιστάται όπως η βαλγκανσικλοβίρη χορηγείται μαζί με τροφή (βλ. Δοσολογία).
Κατανομή
Λόγω της ταχείας μετατροπής της βαλγκανσικλοβίρης σε γκανσικλοβίρη, η πρωτεϊνική σύνδεση της βαλγκανσικλοβίρης δεν προσδιορίσθηκε. Σε κατάσταση ισορροπίας, ο όγκος κατανομής της γκανσικλοβίρης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ήταν 0,680 ± 0,161 l/kg (n=114). Για την ενδοφλέβια γκανσικλοβίρη, ο όγκος κατανομής συσχετίζεται με το σωματικό βάρος με τιμές κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας μεταξύ 0,54-0,87 L/kg. Η γκανσικλοβίρη διαπερνά το εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν 1-2% σε συγκεντρώσεις γκανσικλοβίρης 0,5 και 51 µg/mL.
Βιομετασχηματισμός
Η βαλγκανσικλοβίρη μεταβολίζεται ταχέως και εκτεταμένως σε γκανσικλοβίρη. Δεν έχουν ανιχνευθεί άλλοι μεταβολίτες. Η γκανσικλοβίρη δεν μεταβολίζεται σε σημαντικό βαθμό.
Αποβολή
Μετά τη χορήγηση της δόσης με από του στόματος βαλγκανσικλοβίρη, το φάρμακο υδρολύεται ταχεως σε γκανσικλοβίρη. Η γκανσικλοβίρη αποβάλλεται από τη συστηματική κυκλοφορία μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργούς σωληναριακής απέκκρισης. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία άνω του 90% της ενδοφλεβίως χορηγούμενης γκανσικλοβίρης ανακτήθηκε αμετάβλητη στα ούρα εντός 24 ωρών. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία οι συγκεντρώσεις γκανσικλοβίρης στο πλάσμα μετά τη μέγιστη τιμή μειώνονται μετά τη χορήγηση βαλγκανσικλοβίρης με χρόνο ημιζωής που κυμαίνεται από 0,4 έως 2,0 ώρες.
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικές κλινικές καταστάσεις
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε μια φαρμακοκινητική και μελέτη ασφάλειας φάσης ΙΙ σε παιδιατρικούς λήπτες μοσχευμάτων συμπαγών οργάνων (ηλικίας από 4 μηνών έως 16 ετών, n=63) δόθηκε βαλγκανσικλοβίρη μία φορά ημερησίως έως και 100 ημέρες. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι ήταν παρόμοιες σε όλους τους τύπους οργάνων και ηλικιακές ομάδες και συγκρίσιμες με των ενηλίκων. Το μοντέλο φαρμακοκινητικής του πληθυσμού υπέδειξε ότι η βιοδιαθεσιμότητα ήταν περίπου 60%. Η κάθαρση επηρεάστηκε θετικά από την επιφάνεια του σώματος και τη νεφρική λειτουργία. Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής και ασφάλειας φάσης Ι σε παιδιατρικούς λήπτες καρδιακού μοσχεύματος (ηλικίας 3 εβδομάδων έως 125 ημερών, n=14), η βαλγκανσικλοβίρη χορηγήθηκε μία φορά την ημέρα για τις δύο ημέρες της μελέτης. Η φαρμακοκινητική πληθυσμού εκτίμησε ότι η μέση βιοδιαθεσιμότητα ήταν 64%. Η σύγκριση των αποτελεσμάτων αυτών των δύο μελετών και τα φαρμακοκινητικά αποτελέσματα από τον πληθυσμό των ενηλίκων δείχνουν ότι το εύρος της AUC 0-24h ήταν πολύ παρόμοιο σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των ενηλίκων. Οι μέσες τιμές για την AUC 0-24h και τη C max ήταν, επίσης, παρόμοιες ανάμεσα στις παιδιατρικές ηλικιακές ομάδες <12 ετών, παρόλο που υπήρξε τάση μείωσης των μέσων τιμών για τις AUC 0- 24h και C max σε όλο το εύρος της παιδιατρικής ηλικίας, η οποία φάνηκε να σχετίζεται με την αύξηση της ηλικίας. Η τάση αυτή ήταν εμφανέστερη για τις μέσες τιμές της κάθαρσης και της ημίσειας ζωής (t 1/2). Ωστόσο, αυτό αναμένεται καθώς η κάθαρση επηρεάζεται από τις μεταβολές του βάρους, του ύψους και της νεφρικής λειτουργίας, οι οποίες σχετίζονται με την ανάπτυξη του ασθενούς, όπως υποδεικνύεται από το φαρμακοκινητικό μοντέλο του πληθυσμού. Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει το εκτιμώμενο από το μοντέλο εύρος της AUC 0-24h για την γκανσικλοβίρη για τις δύο αυτές μελέτες, καθώς και τις μέσες τιμές και τις τιμές τυπικής απόκλισης για τα AUC 0-24h, C max, CL και t ½ για τις σχετικές παιδιατρικές ηλικιακές ομάδες σε σύγκριση με τα δεδομένα ενηλίκων:
| Φαρμακοκινητική παράμετρος | Ενήλικες* ≥ 18 ετών (n=160) | Παιδιατρικοί ασθενείς < 4 μηνών (n = 14) | 4 μηνών - ≤ 2 ετών (n=17) | > 2 - < 12 ετών (n=21) | ≥ 12 ετών- 16 ετών (n=25) |
|---|---|---|---|---|---|
| AUC 0-24h (µg.h/ml) | 46.3 ± 15.2 | 68.1 ± 19.8 | 64.3 ± 29.2 | 59.2 ± 15.1 | 50.3 ± 15.0 |
| Εύρος AUC 0-24h | 15.4 - 116.1 | 34 - 124 | 34 - 152 | 36 - 108 | 22 - 93 |
| C max (µg/ml) | 5.3 ± 1.5 | 10.5 ± 3.36 | 10.3 ± 3.3 | 9.4 ± 2.7 | 8.0 ± 2.4 |
| Κάθαρση (l/h) | 12.7 ± 4.5 | 1.25 ± 0.473 | 2.5 ± 2.4 | 4.5 ± 2.9 | 6.4 ± 2.9 |
| t 1/2 (h) | 6.5 ± 1.4 | 1.97 ± 0.185 | 3.1 ±1.4 | 4.1 ± 1.3 | 5.5 ± 1.1 |
- Από έκθεση της μελέτης PV 16000 Η δόση βαλγκανσικλοβίρης μία φορά ημερησίως σε αμφότερες τις μελέτες που περιγράφηκαν προηγουμένως βασίστηκε στην επιφάνεια σώματος (BSA) και στην κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) που προέρχεται από ένα τροποποιημένο τύπο Schwartz, και υπολογίστηκε χρησιμοποιώντας τον δοσολογικό αλγόριθμο που παρουσιάστηκε στην (Δοσολογία). Η φαρμακοκινητική της γκανσικλοβίρης μετά από τη χορήγηση βαλγκανσικλοβίρης αξιολογήθηκε επίσης σε δύο μελέτες σε νεογνά και βρέφη με συμπτωματική συγγενή νόσο από CMV. Στην πρώτη μελέτη 24 νεογνά ηλικίας 8 έως 34 ημερών έλαβαν 6 mg/kg γκανσικλοβίρης ενδοφλεβίως δύο φορές την ημέρα. Οι ασθενείς στη συνέχεια έλαβαν αγωγή με από του στόματος βαλγκανσικλοβίρη, όπου η δόση της βαλγκανσικλοβίρης κόνις για πόσιμο διάλυμα κυμαίνονταν από 14 mg/kg έως 20 mg/kg δύο φορές την ημέρα. Η συνολική διάρκεια της θεραπείας ήταν 6 εβδομάδες. Μια δόση των 16 mg/kg δύο φορές την ημέρα της βαλγκανσικλοβίρης κόνις για πόσιμο διάλυμα έδωσε συγκρίσιμη έκθεση γκανσικλοβίρης ίση με 6 mg/kg ενδοφλέβιας γκανσικλοβίρης δύο φορές την ημέρα σε νεογνά, και επίσης πέτυχε έκθεση γκανσικλοβίρης παρόμοια με την ενδοφλέβια δόση των ενηλίκων 5 mg/kg. Στη δεύτερη μελέτη, 109 νεογνά ηλικίας 2 έως 30 ημερών έλαβαν 16 mg/kg κόνεως βαλγκανσικλοβίρης για πόσιμο διάλυμα δύο φορές την ημέρα για 6 εβδομάδες και στη συνέχεια 96 από τους 109 ενταγμένους ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν στη συνέχιση της λήψης βαλγκανσικλοβίρης ή εικονικού φαρμάκου για 6 μήνες. Ωστόσο, η μέση AUC 0-12h ήταν χαμηλότερη συγκριτικά με τις μέσες τιμές της AUC 0-12h από την πρώτη μελέτη. Ο πίνακας που ακολουθεί δείχνει τις μέσες τιμές της AUC, C max, και t ½ συμπεριλαμβανομένων των τυπικών αποκλίσεων σε σύγκριση με τα δεδομένα των ενηλίκων:
| Φαρμακοκινητική παράμετρος | Ενήλικες 5 mg/kg GAN Εφάπαξ δόση (n=8) | Παιδιατρικοί ασθενείς (νεογνά και βρέφη) 6 mg/kg GAN Δύο φορές την ημέρα (n=19) | 16 mg/kg VAL Δύο φορές την ημέρα (n=19) | 16 mg/kg VAL Δύο φορές την ημέρα (n = 100) |
|---|---|---|---|---|
| AUC 0-∞ (µg.h/mL) | 25.4 ± 4.32 | - | - | - |
| AUC 0-12h (µg.h/mL) | - | 38.2 ± 42.7 | 30.1 ± 15.1 | 20.85 ± 5.40 |
| C max (µg/ml) | 9.03 ± 1.26 | 12.9 ± 21.5 | 5.44 ± 4. 04 | - |
| t 1/2 (h) | 3.32 ± 0.47 | 2.52 ± 0. 55 | 2.98 ± 1. 26 | 2.98 ± 1.12 |
GAN = Γκανσικλοβίρη, ενδοφλεβίως. VAL = Βαλγκανσικλοβίρη, από του στόματος Αυτά τα στοιχεία είναι πολύ περιορισμένα ώστε να επιτρέπουν συμπεράσματα ως προς την αποτελεσματικότητα ή δοσολογικές συστάσεις για παιδιατρικούς ασθενείς με συγγενή λοίμωξη από CMV.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Δεν έχουν πραγματοποιηθεί έρευνες για την φαρμακοκινητική της βαλγκανσικλοβίρης ή της γκανσικλοβίρης σε ενήλικες άνω των 65 ετών (βλ. Δοσολογία).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Αξιολογήθηκε η φαρμακοκινητική της γκανσικλοβίρης από μια εφάπαξ δόση από του στόματος 900 mg βαλγκανσικλοβίρης σε 24 κατά τα άλλα υγιή άτομα με νεφρική δυσλειτουργία.
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της γκανσικλοβίρης από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 900 mg δισκία βαλγκανσικλοβίρης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία διαφόρων βαθμών:
| Εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης (mL/min) | N | AUC τελευταία (μg∙h/mL) Μέση ±SD | Εμφανής κάθαρση (mL/min) Μέση ±SD | Χρόνος ημιζωής (ώρες) Μέση ±SD |
|---|---|---|---|---|
| 51-70 | ||||
| 21-50 | ||||
| 11-20 | ||||
| ≤10 |
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η βαλγκανσικλοβίρη είναι ένα αντι-ιικό φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία λοιμώξεων από κυτταρομεγαλοϊό (CMV). Ως ο L-βαλυλεστέρας της γκανσικλοβίρης, είναι στην πραγματικότητα προφάρμακο της γκανσικλοβίρης. Μετά τη χορήγηση από το στόμα, μετατρέπεται ταχέως σε γκανσικλοβίρη από εντερικές και ηπατικές εστεράσες. Στη συνέχεια, αυτή (όντας ανάλογο της γουανοσίνης) ενσωματώνεται στο DNA και επομένως δεν μπορεί να αναγνωστεί σωστά από την DNA πολυμεράση. Αυτό οδηγεί στον τερματισμό της επιμήκυνσης του ιικού DNA.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η βαλγκανσικλοβίρη είναι ένα προφάρμακο της γκανσικλοβίρης που υπάρχει ως μείγμα δύο διαστερεομερών. Μετά τη χορήγηση, αυτά τα διαστερεομερή μετατρέπονται ταχέως σε γκανσικλοβίρη από ηπατικές και εντερικές εστεράσες. Στα κύτταρα που έχουν μολυνθεί από κυτταρομεγαλοϊό (CMV), η γκανσικλοβίρη αρχικά φωσφορυλιώνεται στην τριφωσφορική μορφή από την ιική πρωτεϊνική κινάση, και στη συνέχεια φωσφορυλιώνεται περαιτέρω μέσω κυτταρικών κινασών για να παραχθεί η τριφωσφορική μορφή. Αυτή η τριφωσφορική μορφή μεταβολίζεται αργά ενδοκυτταρίως. Η φωσφορυλίωση εξαρτάται από την ιική κινάση και συμβαίνει κατά προτίμηση στα κύτταρα που έχουν μολυνθεί από τον ιό. Η ινοστατική δράση της γκανσικλοβίρης οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης του ιικού DNA από την τριφωσφορική γκανσικλοβίρη. Η τριφωσφορική γκανσικλοβίρη ενσωματώνεται στην αλυσίδα του DNA αντικαθιστώντας πολλές από τις αδενοζινικές βάσεις. Αυτό οδηγεί στην πρόληψη της σύνθεσης του DNA, καθώς οι φωσφοδιεστερικές γέφυρες δεν μπορούν πλέον να δημιουργηθούν, αποσταθεροποιώντας την αλυσίδα. Η γκανσικλοβίρη αναστέλλει τις ιικές DNA πολυμεράσες πιο αποτελεσματικά από τις κυτταρικές πολυμεράσες, και η επιμήκυνση της αλυσίδας συνεχίζεται όταν αφαιρείται η γκανσικλοβίρη.
Η βαλγκανσικλοβίρη είναι ένας L-βαλυλεστέρας (προφάρμακο) της γκανσικλοβίρης που υπάρχει ως μείγμα δύο διαστερεομερών. Μετά τη χορήγηση από το στόμα, και τα δύο διαστερεομερή μετατρέπονται ταχέως σε γκανσικλοβίρη από εντερικές και ηπατικές εστεράσες. Η γκανσικλοβίρη είναι ένα συνθετικό ανάλογο της 2’-δεοξυγουανοσίνης, η οποία αναστέλλει την αναπαραγωγή του ανθρώπινου CMV in vitro και in vivo. Στα μολυσμένα κύτταρα CMV, η γκανσικλοβίρη αρχικά φωσφορυλιώνεται σε μονοφωσφορική γκανσικλοβίρη από την ιική πρωτεϊνική κινάση, pUL97. Περαιτέρω φωσφορυλίωση συμβαίνει από κυτταρικές κινάσες για την παραγωγή τριφωσφορικής γκανσικλοβίρης, η οποία στη συνέχεια μεταβολίζεται αργά ενδοκυτταρίως (χρόνος ημιζωής 18 ώρες). Καθώς η φωσφορυλίωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ιική κινάση, η φωσφορυλίωση της γκανσικλοβίρης συμβαίνει κατά προτίμηση στα κύτταρα που έχουν μολυνθεί από τον ιό. Η ινοστατική δράση της γκανσικλοβίρης οφείλεται στην αναστολή της ιικής DNA πολυμεράσης, pUL54, σύνθεσης από την τριφωσφορική γκανσικλοβίρη.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βαλγκανσικλοβίρη απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα από δισκία βαλγκανσικλοβίρης (μετά τη χορήγηση με τροφή) είναι περίπου 60%.
Η κύρια οδός απέκκρισης της βαλγκανσικλοβίρης είναι η νεφρική απέκκριση ως γκανσικλοβίρη μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργούς σωληνικής απέκκρισης.
- 0,703 ± 0,134 L/kg
- 3,07 ± 0,64 mL/min/kg [ενδοφλέβια χορήγηση]
- 5,3 L/hr [Ασθενής με κάθαρση κρεατινίνης 70,4 mL/min]
Η κύρια οδός απέκκρισης της βαλγκανσικλοβίρης είναι η νεφρική απέκκριση ως γκανσικλοβίρη μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργούς σωληνικής απέκκρισης. Η συστηματική κάθαρση της ενδοφλεβίως χορηγούμενης γκανσικλοβίρης ήταν 3,07 ± 0,64 mL/min/kg (n=68), ενώ η νεφρική κάθαρση ήταν 2,99 ± 0,67 mL/min/kg (n=16).
Λόγω της ταχείας μετατροπής της βαλγκανσικλοβίρης σε γκανσικλοβίρη, η δέσμευση της βαλγκανσικλοβίρης στις πρωτεΐνες του πλάσματος δεν προσδιορίστηκε. Η δέσμευση της γκανσικλοβίρης στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 1% έως 2% σε συγκεντρώσεις 0,5 και 51 μg/mL. Όταν χορηγήθηκε γκανσικλοβίρη ενδοφλεβίως, ο σταθερός όγκος κατανομής της γκανσικλοβίρης ήταν 0,703 ± 0,134 L/kg (n=69). Μετά τη χορήγηση δισκίων Valcyte, δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ της AUC της γκανσικλοβίρης και της αντίστροφης τιμής του βάρους. Η χορήγηση δισκίων Valcyte από το στόμα βάσει βάρους δεν απαιτείται.
Όταν τα δισκία Valcyte χορηγήθηκαν με ένα γεύμα πλούσιο σε λιπαρά που περιείχε περίπου 600 συνολικά θερμίδες (31,1 g λίπους, 51,6 g υδατανθράκων και 22,2 g πρωτεΐνης) σε δόση 875 mg μία φορά την ημέρα σε 16 HIV-θετικούς ασθενείς, η AUC της γκανσικλοβίρης σε σταθερή κατάσταση αυξήθηκε κατά 30% (95% CI 12% έως 51%), και η Cmax αυξήθηκε κατά 14% (95% CI -5% έως 36%), χωρίς παράταση του χρόνου για τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Tmax). Το Valcyte πρέπει να χορηγείται με τροφή.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της γκανσικλοβίρης μετά από χορήγηση από το στόμα βαλγκανσικλοβίρης είναι περίπου δέκα φορές υψηλότερη από αυτήν μετά από χορήγηση από το στόμα γκανσικλοβίρης (60% έναντι 5,6%, αντίστοιχα). Τα αποτελέσματα από φαρμακοκινητικές μελέτες σε ενήλικες δείχνουν ότι η χορήγηση από το στόμα βαλγκανσικλοβίρης 900 mg μία φορά την ημέρα με τροφή παρέχει μια μέση περιοχή υπό την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα 0-24 ώρες (AUC0-24 ώρες) για τη γκανσικλοβίρη συγκρίσιμη με αυτήν μετά από ενδοφλέβια χορήγηση γκανσικλοβίρης 5 mg/kg μία φορά την ημέρα και υπερβαίνει αυτήν μετά από χορήγηση από το στόμα γκανσικλοβίρης 1 g 3 φορές ημερησίως με τροφή. Ωστόσο, σε αυτές τις δοσολογίες, η από του στόματος βαλγκανσικλοβίρη παράγει χαμηλότερες μέγιστες συγκεντρώσεις γκανσικλοβίρης στο πλάσμα από την ενδοφλέβια γκανσικλοβίρη, και χαμηλότερες ελάχιστες συγκεντρώσεις γκανσικλοβίρης στο πλάσμα από την από του στόματος γκανσικλοβίρη. Η κλινική σημασία, εάν υπάρχει, αυτών των διαφορών στις μέγιστες και ελάχιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα με αυτά τα 3 συστήματα χορήγησης γκανσικλοβίρης δεν έχει προσδιοριστεί.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Βαλγκανσικλοβίρη (7 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε την σελίδα του HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η δέσμευση της γκανσικλοβίρης στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 1% έως 2% σε συγκεντρώσεις 0,5 και 51 mg/mL.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Υδρολύεται ταχέως στο εντερικό τοίχωμα και στο ήπαρ σε γκανσικλοβίρη. Δεν έχουν ανιχνευθεί άλλοι μεταβολίτες.
Η βαλγκανσικλοβίρη είναι ένας L-βαλυλεστέρας (προφάρμακο) της γκανσικλοβίρης που υπάρχει ως μείγμα δύο διαστερεομερών. Μετά τη χορήγηση από το στόμα, και τα δύο διαστερεομερή μετατρέπονται ταχέως σε γκανσικλοβίρη από εντερικές και ηπατικές εστεράσες…
Η βαλγκανσικλοβίρη υδρολύεται ταχέως σε γκανσικλοβίρη. Δεν έχουν ανιχνευθεί άλλοι μεταβολίτες. Κανένας μεταβολίτης της από του στόματος χορηγούμενης ραδιοσημασμένης γκανσικλοβίρης (μονή δόση 1000 mg) δεν αντιπροσώπευε περισσότερο από 1% έως 2% της ανακτηθείσας ραδιενέργειας στα κόπρανα ή τα ούρα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Περίπου 4,08 ώρες. Αυξάνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
…Αξιολογήθηκαν δέκα ασθενείς. Οι ασθενείς ήταν 56,8 ± 3,4 ετών και είχαν μέση κάθαρση κρεατινίνης 69 ± 9 mL/min. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της γκανσικλοβίρης μετά από χορήγηση βαλγκανσικλοβίρης ήταν 59%, και ο μέσος χρόνος ημιζωής ήταν 3,73 ± 1,15 ώρες…
Ο τελικός χρόνος ημιζωής της γκανσικλοβίρης μετά από χορήγηση από το στόμα δισκίων Valcyte σε υγιείς ή HIV-θετικούς/CMV-θετικούς ασθενείς ήταν 4,08 ± 0,76 ώρες (n=73), και μετά από χορήγηση ενδοφλέβιας γκανσικλοβίρης ήταν 3,81 ± 0,71 ώρες (n=69). Σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση καρδιάς, νεφρού, νεφρού-παγκρέατος και ήπατος, ο τελικός χρόνος ημιζωής της γκανσικλοβίρης μετά από χορήγηση από το στόμα Valcyte ήταν 6,48 ± 1,38 ώρες, και μετά από χορήγηση από το στόμα καψουλών γκανσικλοβίρης ήταν 8,56 ± 3,62 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην προφύλαξη ή θεραπεία ΙΟΓΕΝΩΝ ΝΟΣΩΝ. Ορισμένοι από τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να δράσουν περιλαμβάνουν την πρόληψη της ιικής αναπαραγωγής αναστέλλοντας την ιική DNA πολυμεράση. δέσμευση σε ειδικούς κυτταρικούς υποδοχείς και αναστολή της ιικής διείσδυσης ή απογύμνωσης. αναστολή της ιικής πρωτεϊνοσύνθεσης. ή παρεμπόδιση των τελικών σταδίων της ιικής συναρμολόγησης.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
GCU97FKN3R
VALGANCICLOVIR
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας DNA Πολυμεράσης Νουκλεοσιδικού Αναλόγου Κυτταρομεγαλοϊού
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς DNA Πολυμεράσης
Νουκλεοσιδικό Ανάλογο [EXT]
Η βαλγκανσικλοβίρη είναι ένας Αναστολέας DNA Πολυμεράσης Νουκλεοσιδικού Αναλόγου Κυτταρομεγαλοϊού. Ο μηχανισμός δράσης της βαλγκανσικλοβίρης είναι ως Αναστολέας DNA Πολυμεράσης.
VALGANCICLOVIR
Νουκλεοσιδικό Ανάλογο [EXT]. Αναστολείς DNA Πολυμεράσης [MoA]. Αντι-ιικό Νουκλεοσιδικό Ανάλογο [EPC]. Αναστολέας DNA Πολυμεράσης Νουκλεοσιδικού Αναλόγου Κυτταρομεγαλοϊού [EPC].
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην προφύλαξη ή θεραπεία ΙΟΓΕΝΩΝ ΝΟΣΩΝ. Ορισμένοι από τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να δράσουν περιλαμβάνουν την πρόληψη της ιικής αναπαραγωγής αναστέλλοντας την ιική DNA πολυμεράση. δέσμευση σε ειδικούς κυτταρικούς υποδοχείς και αναστολή της ιικής διείσδυσης ή απογύμνωσης. αναστολή της ιικής πρωτεϊνοσύνθεσης. ή παρεμπόδιση των τελικών σταδίων της ιικής συναρμολόγησης.