TRIFLURIDINE
Τριφλουριδίνη
Tα ιοστατικά που χρησιμοποιούνται είναι η βιδαραβίνη, η τριφλουριδίνη και το νεώτερο ακυκλοβίρη. Tα φάρμακα αυτά αναστέλλουν τη σύνθεση του DNA του ιού του απλού έρπητα και είναι αποτελεσματικά σε λοιμώξεις επιπεφυκότων και κερατοειδή -ιδιαίτερα σε δενδριτική κερατίτιδα- που …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LONSURF
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Δύο φορές την ημέρα, τις Ημέρες 1 έως 5 και τις Ημέρες 8 έως 12 για κάθε κύκλο 28 ημερών. Τα δισκία πρέπει να λαμβάνονται με 1 ποτήρι νερό μέσα σε 1 ώρα από την ολοκλήρωση του πρωινού και του βραδινού γεύματος.
- Δόση έναρξης: 35 mg/m2/δόση
- Τιτλοποίηση: Επιτρέπονται κατά ανώτατο όριο 3 μειώσεις στη δοσολογία, μέχρι την ελάχιστη δόση των 20 mg/m2 δύο φορές την ημέρα. Κλιμάκωση των δόσεων δεν επιτρέπεται μετά τη μείωση. Σε περίπτωση αιματολογικής ή/και μη αιματολογικής τοξικότητας, να διακόπτεται η δόση έως ότου η τοξικότητα να επανέρχεται στον Βαθμό 1 CTCAE* ή στην αρχική τιμή. Όταν επαναλαμβάνετε τη χορήγηση, να μειώνετε το επίπεδο δοσολογίας κατά 5 mg/m2/δόση σε σχέση με την προηγούμενη δοσολογία.
-
ΕνήλικεςΔόση35 mg/m2/δόσηΜέγ. δόση80 mg/δόσηΧορηγούμενη από του στόματος δύο φορές την ημέρα, τις Ημέρες 1 έως 5 και τις Ημέρες 8 έως 12 για κάθε κύκλο 28 ημερών. Προσαρμογές της δοσολογίας μπορεί να απαιτούνται με βάση την ατομική ασφάλεια και ανοχή. Επιτρέπονται κατά ανώτατο όριο 3 μειώσεις στη δοσολογία, μέχρι την ελάχιστη δόση των 20 mg/m2 δύο φορές την ημέρα. Κλιμάκωση των δόσεων δεν επιτρέπεται μετά τη μείωση.
-
Ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 60 έως 89 mL/min)Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης έναρξης.
-
Μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30 έως 59 mL/min)Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης έναρξης.
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης κάτω από 30 mL/min) ή νεφρική νόσος τελικού σταδίουΗ χορήγηση δεν συνιστάται, καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ήπια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης έναρξης.
-
Μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Κριτήρια Ομάδων C και D Εθνικού Ινστιτούτου Καρκίνου [NCI] > 1,5 x ULN ολική χολερυθρίνη)Δεν συνιστάται η χορήγηση.
-
Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης. Τα δεδομένα για ασθενείς >75 ετών είναι περιορισμένα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση για τις ενδείξεις μεταστατικού ορθοκολικού καρκίνου και μεταστατικού γαστρικού καρκίνου.
-
ΦυλήΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης. Περιορισμένα δεδομένα για Μαύρους/Αφρο-αμερικανούς, αλλά χωρίς βιολογική βάση για αναμενόμενη διαφορά.
block
SPC-LONSURF
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-LONSURF
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Καταστολή του μυελού των οστώνΗ αγωγή δεν πρέπει να ξεκινάει, εάν ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων είναι < 1,5 109/L, εάν ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι < 75 109/L ή εάν ο ασθενής έχει μία ανεπίλυτη μη αιματολογικά σχετιζόμενη τοξικότητα Βαθμού 3 ή 4 από προηγούμενες θεραπείες. Η κατάσταση του ασθενή πρέπει να παρακολουθείται στενά και να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα, όπως χορήγηση αντιμικροβιακών παραγόντων και διεγερτικού παράγοντα αποικιών κοκκιοκυττάρων (G-CSF), με βάση τις κλινικές ενδείξεις.
-
Γαστρεντερική τοξικότηταΟι ασθενείς με ναυτία, έμετο, διάρροια και άλλες μορφές γαστρεντερικής τοξικότητας πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να τους χορηγούνται αντιεμετικά, αντιδιαρροϊκά και άλλες αγωγές, όπως θεραπεία υποκατάστασης υγρών/ηλεκτρολυτών, με βάση τις κλινικές ενδείξεις. Προσαρμογές της δόσης (καθυστέρηση ή/και μείωση) πρέπει να εφαρμόζονται ως απαιτείται (βλ. Δοσολογία).
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφρική νόσο τελικού σταδίου (CrCl < 30 mL/min ή ανάγκη αιμοκάθαρσης)Το Lonsurf δεν συνιστάται.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΠρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΠρέπει να παρακολουθούνται πιο συχνά για αιματολογική τοξικότητα.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με αρχικά μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Κριτήρια Ομάδων C και D Εθνικού Ινστιτούτου Καρκίνου [NCI], που προσδιορίζονται από την ολική χολερυθρίνη > 1,5 x ULN)Το Lonsurf δεν συνιστάται για χρήση.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζηςΔεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
SPC-LONSURF
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που αλληλεπιδρούν με τους μεταφορείς νουκλεοσιδίων CNT1, ENT1 και ENT2προσοχήΗ trifluridine είναι υπόστρωμα για τους μεταφορείς νουκλεοσιδίων CNT1, ENT1 και ENT2. Απαιτείται προσοχή.
-
Αναστολείς των OCT2 ή MATE1προσοχήΗ συγκέντρωση της tipiracil hydrochloride μπορεί να αυξηθεί.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώματα ανθρώπινης κινάσης της θυμιδίνης (π.χ. ζιδοβουδίνη)προσοχήΜπορεί να ανταγωνίζονται την trifluridine για ενεργοποίηση, οδηγώντας σε πιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα του αντιικού φαρμακευτικού προϊόντος.ΣύστασηΝα ελέγχεται η πιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα του αντιικού φαρμακευτικού προϊόντος και να εξετάζεται η περίπτωση αντικατάστασης με εναλλακτικό αντιικό, που να μην είναι υπόστρωμα κινάσης της θυμιδίνης, όπως λαμιβουδίνη, διδανοσίνη και αμπακαβίρη.
-
Ορμονική αντισύλληψηπροσοχήΔεν είναι γνωστό εάν το Lonsurf μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της ορμονικής αντισύλληψης.ΣύστασηΓυναίκες που χρησιμοποιούν ορμονική αντισύλληψη πρέπει να χρησιμοποιούν και αντισυλληπτική μέθοδο φραγμού.
sick
SPC-LONSURF
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Σηπτική καταπληξίαb
- Ουδετεροπενική σήψη
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Λοίμωξη κατώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Λοιμώδης εντερίτιδα
- Λοίμωξη πνεύμονα
- Λοίμωξη χοληφόρων
- Γρίπη
- Ουρολοίμωξη
- Έρπης ζωστήρ
- Τριχοφυτία των ποδιών
- Λοίμωξη από Candida
- Βακτηριακή λοίμωξη
- Λοίμωξη
- Επιπεφυκίτιδα
- Μειωμένη οπτική οξύτητα
- Θαμπή όραση
- Διπλωπία
- Καταρράκτης
- Ξηροφθαλμία
- Ουλίτιδα
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Στοματίτιδα
- Διαταραχή στόματος
- Αιμορραγική εντεροκολίτιδα
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Οξεία παγκρεατίτιδα
- Ασκίτης
- Ειλεός
- Ατελής ειλεός
- Κολίτιδα
- Γαστρίτιδα
- Γαστρίτιδα από παλινδρόμηση
- Οισοφαγίτιδα
- Επιβραδυνθείσα γαστρική κένωση
- Διάταση κοιλίας
- Φλεγμονή πρωκτού
- Εξέλκωση στόματος
- Δυσπεψία
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Πρωκταλγία
- Πολύποδας στόματος
- Ουλορραγία
- Γλωσσίτιδα
- Περιοδοντική νόσος
- Διαταραχή οδόντος
- Ακούσια προσπάθεια για έμετο
- Μετεωρισμός
- Απόπνοια
- Καρκινικό άλγος
- Πανκυτταροπενία
- Μονοκυτταροπενία
- Ερυθροπενία
- Λευκοκυττάρωση
- Μονοκυττάρωση
- Ουδετεροπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Λεμφοπενία
- Κοκκιοκυτταροπενία
- Μειωμένη όρεξη
- Υποαλβουμιναιμία
- Αφυδάτωση
- Υπεργλυκαιμία
- Υπερκαλιαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υποφωσφοραιμία
- Υπερνατριαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υπασβεστιαιμία
- Ουρική αρθρίτιδα
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Άγχος
- Αϋπνία
- Νευροτοξικότητα
- Δυσγευσία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Δυσαισθησία
- Υπεραισθησία
- Υπαισθησία
- Συγκοπή
- Παραισθησία
- Λήθαργος
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Ίλιγγος
- Αίσθηση εγκαύματος
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Ξηροδερμία
- Αποφολίδωση δέρματος
- Κνίδωση
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Ερύθημα
- Ακμή
- Υπεριδρωσία
- Φλύκταινα
- Διαταραχή όνυχα
- Δυσφορία ωτός
- Στηθάγχη
- Αρρυθμία
- Αίσθημα παλμών
- Πνευμονική εμβολήb
- Εμβολή
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Έξαψη
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Δύσπνοια
- Πλευριτική συλλογή
- Ρινόρροια
- Δυσφωνία
- Στοματοφαρυγγικό άλγος
- Επίσταξη
- Βήχας
- Υπερχολερυθριναιμία
- Διάταση χοληφόρων
- Ηπατοτοξικότητα
- Σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίαςc
- Διόγκωση άρθρωσης
- Αρθραλγία
- Οστικός πόνος
- Μυαλγία
- Μυοσκελετικός πόνος
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Πόνος άκρου
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Μη λοιμώδης κυστίτιδα
- Διαταραχή ούρησης
- Αιματουρία
- Πυουρία
- Πρωτεϊνουρία
- Διαταραχές εμμήνου ρύσης
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Οίδημα
- Φλεγμονή βλεννογόνου
- Αίσθημα κακουχίας
- Επιδείνωση γενικής φυσικής κατάστασης
- Άλγος
- Αίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματος
- Ξήρωση
- Δυσφορία
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
- Παράταση διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
- Αυξημένη διεθνής ομαλοποιημένη σχέση
- Παρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματος
- Μειωμένη ολική πρωτεΐνη
- Αυξημένη C-αντιδρώσα πρωτεΐνη
- Μειωμένος αιματοκρίτης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΣύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίαςΔέρμα
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΈρπης ζωστήρΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑίσθηση εγκαύματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΑίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματοςΓενικές
-
ΣυχνέςΑιμορραγική εντεροκολίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΑκούσια προσπάθεια για έμετοΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
ΣυχνέςΑποφολίδωση δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΑπόπνοιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑσκίτηςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑτελής ειλεόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη C-αντιδρώσα πρωτεΐνηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη διεθνής ομαλοποιημένη σχέσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒακτηριακή λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓαστρίτιδα από παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή οδόντοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή στόματοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή όνυχαΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔιόγκωση άρθρωσηςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΔυσαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφορίαΓενικές
-
ΣυχνέςΔυσφορία ωτόςΑυτί
-
ΣυχνέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕμβολήΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΕξέλκωση στόματοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕπιβραδυνθείσα γαστρική κένωσηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕπιδείνωση γενικής φυσικής κατάστασηςΓενικές
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗπατοτοξικότηταΉπαρ
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοκκιοκυτταροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΚολίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη από CandidaΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη κατώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη πνεύμοναΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη χοληφόρωνΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοιμώδης εντερίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜειωμένη ολική πρωτεΐνηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένη οπτική οξύτηταΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΜειωμένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝευροτοξικότηταΝευρικό
-
ΣυχνέςΞήρωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟστικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟυλίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟυλορραγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠαράταση διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠαρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΠεριοδοντική νόσοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠλευριτική συλλογήΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠολύποδας στόματοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠρωκταλγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΠόνος άκρουΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣτοματοφαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΤριχοφυτία των ποδιώνΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπεραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερνατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΥποαλβουμιναιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποφωσφοραιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεγμονή βλεννογόνουΓενικές
-
ΣυχνέςΦλεγμονή πρωκτούΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΦλύκταιναΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔιάταση χοληφόρωνΉπαρ
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές εμμήνου ρύσηςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρυθροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚαρκινικό άλγοςΆλλο
-
Όχι συχνέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜη λοιμώδης κυστίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΜονοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΜονοκυτταροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενική σήψηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠνευμονική εμβολήbΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΣηπτική καταπληξίαbΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
pregnant_woman
SPC-LONSURF
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΤο Lonsurf δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν λόγω της κλινική κατάστασης της γυναίκας απαιτείται θεραπεία με Lonsurf.Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα από τη χρήση του Lonsurf σε έγκυες γυναίκες. Με βάση το μηχανισμό δράσης της η trifluridine είναι πιθανόν να προκαλέσει συγγενείς δυσμορφίες εάν χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια θεραπείας με Lonsurf.Δεν είναι γνωστό εάν το Lonsurf ή οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν αποδείξει την απέκκριση της trifluridine, tipiracil hydrochloride και/ή των μεταβολιτών τους, στο μητρικό γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ο κίνδυνος για το βρέφος που θηλάζει.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την επίδραση του Lonsurf στην ανθρώπινη γονιμότητα. Αποτελέσματα μελετών σε πειραματόζωα δεν έδειξαν κάποια επίδραση του Lonsurf στη γονιμότητα αρσενικών ή θηλυκών (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LONSURF
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-LONSURF
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση Lonsurf με [14C]-trifluridine, απορροφήθηκε το 57% τουλάχιστον της χορηγηθείσας trifluridine και μόνο το 3% της δόσης αποβλήθηκε με τα κόπρανα. Μετά την από του στόματος χορήγηση Lonsurf με [14C]-tipiracil…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Γενική αίματος · πριν την έναρξη της θεραπείας και όποτε χρειάζεται, τουλάχιστον πριν από κάθε θεραπευτικό κύκλο
- Πρωτεϊνουρία (ταινία ούρων) · πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LONSURF
expand_more
Δοσολογία
Το Lonsurf πρέπει να συνταγογραφείται από γιατρούς έμπειρους στη χορήγηση αντικαρκινικής θεραπείας.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση έναρξης του Lonsurf σε ενήλικες είναι 35 mg/m2/δόση, χορηγούμενη από του στόματος δύο φορές την ημέρα, τις Ημέρες 1 έως 5 και τις Ημέρες 8 έως 12 για κάθε κύκλο 28 ημερών και εφόσον έχει παρατηρηθεί όφελος ή έως ότου παρατηρηθεί μη αποδεκτή τοξικότητα (βλέπε παράγραφο Ειδικές προειδοποιήσεις).
Η δοσολογία υπολογίζεται βάσει επιφάνειας σώματος (BSA) (βλ. Πίνακα 1). Η δοσολογία δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 80 mg/δόση.
Εάν παραλειφθούν κάποιες δόσεις ή ξεχαστούν, ο ασθενής δεν πρέπει να αναπληρώσει τις χαμένες δόσεις.
Πίνακας 1 - Υπολογισμός δόσης έναρξης σύμφωνα με την επιφάνεια σώματος (BSA)
| BSA (m2) | Δόση σε mg (2x ημερησίως) 35 mg/m2 | Δισκία ανά δόση (2x ημερησίως) 15 mg/6,14 mg | Δισκία ανά δόση (2x ημερησίως) 20 mg/8,19 mg | Συνολική ημερήσια δόση (mg) |
|---|---|---|---|---|
| < 1,07 | 35 | 1 | 0 | 70 |
| 1,07 - 1,22 | 40 | 3 | 2 | 80 |
| 1,23 - 1,37 | 45 | 3 | 2 | 90 |
| 1,38 - 1,52 | 50 | 1 | 2 | 100 |
| 1,53 - 1,68 | 55 | 1 | 2 | 110 |
| 1,69 - 1,83 | 60 | 1 | 2 | 120 |
| 1,84 - 1,98 | 65 | 1 | 2 | 130 |
| 1,99 - 2,14 | 70 | 1 | 3 | 140 |
| 2,15 - 2,29 | 75 | 1 | 3 | 150 |
| ≥ 2,30 | 80 | 1 | 4 | 160 |
Συνιστώμενες προσαρμογές δόσης
Προσαρμογές της δοσολογίας μπορεί να απαιτούνται με βάση την ατομική ασφάλεια και ανοχή. Επιτρέπονται κατά ανώτατο όριο 3 μειώσεις στη δοσολογία, μέχρι την ελάχιστη δόση των 20 mg/m2 δύο φορές την ημέρα. Κλιμάκωση των δόσεων δεν επιτρέπεται μετά τη μείωση.
Σε περίπτωση αιματολογικής ή/και μη αιματολογικής τοξικότητας, οι ασθενείς πρέπει να τηρούν τα κριτήρια διακοπής, επανάληψης και μείωσης της δόσης, που αναφέρονται στον Πίνακα 2, Πίνακα 3 και Πίνακα 4.
Πίνακας 2 - Κριτήρια διακοπής και επανάληψης της δόσης για αιματολογικές τοξικότητες που σχετίζονται με μυελοκαταστολή
| Παράμετρος | Κριτήρια διακοπής | Κριτήρια επανάληψηςα |
|---|---|---|
| Ουδετερόφιλα | < 0,5 109/L | 1,5 109/L |
| Αιμοπετάλια | < 50 109/L | 75 109/L |
| α | Κριτήρια επανάληψης που ισχύουν κατά την έναρξη του επόμενου κύκλου, για όλους τους ασθενείς, ανεξάρτητα από το εάν πληρούνταν ή όχι τα κριτήρια διακοπής. |
Πίνακας 3 - Συνιστώμενες τροποποιήσεις της δόσης για το Lonsurf σε περίπτωση αιματολογικών και μη αιματολογικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων
| Ανεπιθύμητη αντίδραση | Συνιστώμενες τροποποιήσεις της δόσης |
|---|---|
| Εμπύρετη ουδετεροπενία CTCAE* Βαθμού 4 ουδετεροπενία (< 0.5 x 109/L) ή θρομβοπενία (< 25 109/L) που οδηγεί σε πάνω από 1 εβδομάδας καθυστέρηση της έναρξης του επόμενου κύκλου | - Να διακόπτετε τη δόση έως ότου η τοξικότητα να επανέρχεται στον Βαθμό 1 ή στην αρχική τιμή. |
- Όταν επαναλαμβάνετε τη χορήγηση, να μειώνετε το επίπεδο δοσολογίας κατά 5 mg/m2/δόση σε σχέση με την προηγούμενη δοσολογία (Πίνακας 4). | | CTCAE* μη αιματολογική Βαθμού 3 ή Βαθμού 4 ανεπιθύμητη αντίδραση, εκτός από Βαθμού 3 ναυτία ή/και έμετο ελεγχόμενο με αντιεμετική αγωγή ή διάρροια που ανταποκρίνεται σε αντιδιαρροϊκά φάρμακα | - Μειώσεις των δόσεων επιτρέπονται έως την ελάχιστη δοσολογία των 20 mg/m2/δόση δύο φορές την ημέρα.
- Μην αυξάνετε τη δόση, αφ’ ότου έχει μειωθεί. | | * | Κριτήρια συνήθους ορολογίας για ανεπιθύμητες ενέργειες |
Πίνακας 4 - Μειώσεις της δόσης ανάλογα με την επιφάνεια σώματος (BSA)
| Δόση σε mg (2x ημερησίως) | Δισκία ανά δόση (2x ημερησίως) 15 mg/6,14 mg | Δισκία ανά δόση (2x ημερησίως) 20 mg/8,19 mg | Συνολική ημερήσια δόση (mg) | |
|---|---|---|---|---|
| Μείωση δόσης επιπέδου 1: Από 35 mg/m2 σε 30 mg/m2 | ||||
| BSA (m2) < 1,09 | 30 | 2 | 0 | 60 |
| 1,09 - 1,24 | 35 | 1 | 1 | 70 |
| 1,25 - 1,39 | 40 | 0 | 2 | 80 |
| 1,40 - 1,54 | 45 | 3 | 0 | 90 |
| 1,55 - 1,69 | 50 | 2 | 1 | 100 |
| 1,70 - 1,94 | 55 | 1 | 2 | 110 |
| 1,95 - 2,09 | 60 | 0 | 3 | 120 |
| 2,10 - 2,28 | 65 | 3 | 1 | 130 |
| ≥ 2,29 | 70 | 2 | 2 | 140 |
| Μείωση δόσης επιπέδου 2: Από 30 mg/m2 σε 25 mg/m2 | ||||
| BSA (m2) < 1,10 | 25α | 2α | 1α | 50α |
| 1,10 - 1,29 | 30 | 2 | 0 | 60 |
| 1,30 - 1,49 | 35 | 1 | 1 | 70 |
| 1,50 - 1,69 | 40 | 0 | 2 | 80 |
| 1,70 - 1,89 | 45 | 3 | 0 | 90 |
| 1,90 - 2,09 | 50 | 2 | 1 | 100 |
| 2,10 - 2,29 | 55 | 1 | 2 | 110 |
| ≥ 2,30 | 60 | 0 | 3 | 120 |
| Μείωση δόσης επιπέδου 3: Από 25 mg/m2 σε 20 mg/m2 | ||||
| BSA (m2) < 1,14 | 20 | 0 | 1 | 40 |
| 1,14 - 1,34 | 25 | 2 | 1 | 50α |
| 1,35 - 1,59 | 30 | 2 | 0 | 60 |
| 1,60 - 1,94 | 35 | 1 | 1 | 70 |
| 1,95 - 2,09 | 40 | 0 | 2 | 80 |
| 2,10 - 2,34 | 45 | 3 | 0 | 90 |
| ≥ 2,35 | 50 | 2 | 1 | 100 |
| α | Σε συνολική ημερήσια δόση των 50 mg, οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν 1 δισκίο x 20 mg/8,19 mg το πρωί και 2 δισκία x 15 mg/6,14 mg το βράδυ. |
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
- Ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 60 έως 89 mL/min) ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30 έως 59 mL/min) Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης έναρξης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
- Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης κάτω από 30 mL/min) νεφρική νόσος τελικού σταδίου Η χορήγηση δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφρική νόσο τελικού σταδίου, καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα γι’ αυτούς τους ασθενείς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία
- Ήπια ηπατική δυσλειτουργία Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης έναρξης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
- Μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία Δεν συνιστάται η χορήγηση του Lonsurf σε ασθενείς με αρχικά μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Κριτήρια Ομάδων C και D Εθνικού Ινστιτούτου Καρκίνου [NCI] που προσδιορίζονται από την ολική χολερυθρίνη > 1,5 x ULN), καθώς μια υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης υπερχολερυθριναιμίας των σταδίων 3 ή 4 παρατηρείται σε ασθενείς με αρχικά μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, αν και αυτό βασίζεται σε πολύ περιορισμένα στοιχεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης σε ασθενείς ≥ 65 ετών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές). Τα δεδομένα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα σε ασθενείς >75 ετών είναι περιορισμένα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Lonsurf στον παιδιατρικό πληθυσμό για τις ενδείξεις μεταστατικού ορθοκολικού καρκίνου και μεταστατικού γαστρικού καρκίνου.
Φυλή
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης ανάλογα με τη φυλή του ασθενή (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές). Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για το Lonsurf σε Μαύρους/Αφρο-αμερικανούς ασθενείς, αλλά δεν υπάρχει βιολογική βάση για να αναμένεται κάποια διαφορά μεταξύ αυτής της υποομάδας και του συνολικού πληθυσμού.
Τρόπος χορήγησης
Το Lonsurf προορίζεται για από του στόματος χρήση. Τα δισκία πρέπει να λαμβάνονται με 1 ποτήρι νερό μέσα σε 1 ώρα από την ολοκλήρωση του πρωινού και του βραδινού γεύματος.
block
Αντενδείξεις
SPC-LONSURF
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LONSURF
expand_more
Προειδοποιήσεις
Καταστολή του μυελού των οστών
Το Lonsurf προκάλεσε αύξηση της συχνότητας εκδήλωσης μυελοκαταστολής, συμπεριλαμβανομένης αναιμίας, ουδετεροπενίας, λευκοπενίας και θρομβοπενίας.
Πλήρεις εξετάσεις αίματος πρέπει να πραγματοποιούνται πριν την έναρξη της θεραπείας και όποτε χρειάζεται, ώστε να ελέγχεται η τοξικότητα, το λιγότερο, όμως, πριν από κάθε θεραπευτικό κύκλο. Η αγωγή δεν πρέπει να ξεκινάει, εάν ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων είναι < 1,5 109/L, εάν ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι < 75 109/L ή εάν ο ασθενής έχει μία ανεπίλυτη μη αιματολογικά σχετιζόμενη τοξικότητα Βαθμού 3 ή 4 από προηγούμενες θεραπείες.
Σοβαρές λοιμώξεις έχουν αναφερθεί μετά τη θεραπεία με Lonsurf (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Δεδομένου ότι, οι περισσότερες αναφέρθηκαν στο πλαίσιο της καταστολής του μυελού των οστών, η κατάσταση του ασθενή πρέπει να παρακολουθείται στενά και να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα, όπως χορήγηση αντιμικροβιακών παραγόντων και διεγερτικού παράγοντα αποικιών κοκκιοκυττάρων (G-CSF), με βάση τις κλινικές ενδείξεις. Στις μελέτες RECOURSE και TAGS, το 9,4% και 17,3% αντίστοιχα των ασθενών της ομάδας Lonsurf έλαβε G-CSF κυρίως για θεραπευτική χρήση.
Γαστρεντερική τοξικότητα
Το Lonsurf προκάλεσε αύξηση της συχνότητας εκδήλωσης γαστρεντερικής τοξικότητας, όπως ναυτία, έμετος και διάρροια.
Οι ασθενείς με ναυτία, έμετο, διάρροια και άλλες μορφές γαστρεντερικής τοξικότητας πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να τους χορηγούνται αντιεμετικά, αντιδιαρροϊκά και άλλες αγωγές, όπως θεραπεία υποκατάστασης υγρών/ηλεκτρολυτών, με βάση τις κλινικές ενδείξεις.
Προσαρμογές της δόσης (καθυστέρηση ή/και μείωση) πρέπει να εφαρμόζονται ως απαιτείται (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία
Το Lonsurf δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφρική νόσο τελικού σταδίου [κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) < 30 mL/min ή ανάγκη αιμοκάθαρσης, αντίστοιχα], καθώς το Lonsurf δεν έχει μελετηθεί σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Η παγκόσμια επίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών (ΑΕ) είναι παρόμοια σε υποομάδες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (CrCl ≥ 90 mL / min), ήπια (CrCl = 60 to 89 mL/min), ή μέτρια (CrCl = 30 έως 59 mL/min) νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο η επίπτωση σοβαρών ΑΕ και ΑΕ που οδηγούν στην τροποποίηση της δόσης τείνει να αυξάνεται αναλογικά με τα προχωρημένα επίπεδα νεφρικής δυσλειτουργίας. Επιπλέον, υψηλότερη έκθεση σε trifluridine και tipiracil παρατηρήθηκε σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, συγκριτικά με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές). Οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά όταν λαμβάνουν αγωγή με Lonsurf Οι ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται πιο συχνά για αιματολογική τοξικότητα.
Ηπατική δυσλειτουργία
Το Lonsurf δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με αρχικά μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Κριτήρια Ομάδων C και D Εθνικού Ινστιτούτου Καρκίνου [NCI], που προσδιορίζονται από την ολική χολερυθρίνη > 1,5 x ULN), καθώς μια υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης υπερχολερυθριναιμίας των σταδίων 3 ή 4 παρατηρείται σε ασθενείς με αρχικά μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, αν και αυτό βασίζεται σε πολύ περιορισμένα στοιχεία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Πρωτεϊνουρία
Συνιστάται η παρακολούθηση της πρωτεϊνουρίας με ταινία εξέτασης ούρων, πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Δυσανεξία στη λακτόζη
Το Lonsurf περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LONSURF
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μελέτες in vitro έδειξαν ότι η trifluridine, tipiracil hydrochloride και 5-[τριφλουορομεθυλο] ουρασίλη (FTY) δεν αναστέλλουν τη δραστηριότητα ισομορφών του ανθρώπινου κυτοχρώματος P450 (CYP). Αξιολογήσεις in vitro έδειξαν ότι η trifluridine, η tipiracil hydrochloride και η FTY, δεν έχουν διεγερτική δράση σε ανθρώπινες CYP ισομορφές (βλ. παράγραφο Φαρμακοκινητικές).
Μελέτες in vitro έδειξαν ότι η trifluridine είναι ένα υπόστρωμα για τους μεταφορείς νουκλεοσιδίων CNT1, ENT1 και ENT2. Επομένως απαιτείται προσοχή όταν χρησιμοποιούνται φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία αλληλεπιδρούν με αυτούς τους μεταφορείς. Η tipiracil hydrochloride είναι ένα υπόστρωμα για τα OCT2 και MATE1, επομένως η συγκέντρωση μπορεί να αυξηθεί όταν το Lonsurf χορηγείται ταυτόχρονα με αναστολείς των OCT2 ή MATE1.
Απαιτείται προσοχή όταν χρησιμοποιούνται φαρμακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώματα ανθρώπινης κινάσης της θυμιδίνης, π.χ. ζιδοβουδίνη. Αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα, εάν χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα με το Lonsurf, μπορεί να ανταγωνίζονται τον τελεστή, trifluridine, για ενεργοποίηση μέσω κινασών της θυμιδίνης. Επομένως, όταν χορηγούνται αντιικά φάρμακα, που είναι υποστρώματα της ανθρώπινης κινάσης της θυμιδίνης, να ελέγχεται η πιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα του αντιικού φαρμακευτικού προϊόντος και να εξετάζεται η περίπτωση αντικατάστασης με εναλλακτικό αντιικό, που να μην είναι υπόστρωμα κινάσης της θυμιδίνης, όπως λαμιβουδίνη, διδανοσίνη και αμπακαβίρη (βλ. παράγραφο Φαρμακοδυναμικές).
Δεν είναι γνωστό εάν το Lonsurf μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της ορμονικής αντισύλληψης. Επομένως, γυναίκες που χρησιμοποιούν ορμονική αντισύλληψη πρέπει να χρησιμοποιούν και αντισυλληπτική μέθοδο φραγμού.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LONSURF
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες φαρμακευτικές αντιδράσεις που παρατηρούνται σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν Lonsurf είναι η καταστολή του μυελού των οστών και η γαστρεντερική τοξικότητα (βλ. παράγραφο Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες φαρμακευτικές αντιδράσεις (≥ 30%) που παρατηρούνται σε ασθενείς που λαμβάνουν Lonsurf είναι η ουδετεροπενία [53% (34% ≥ Βαθμού 3)], η ναυτία [34% (1% ≥ Βαθμού 3)], η κόπωση [32% (4% ≥ Βαθμού 3)], η αναιμία [32% (12% ≥ Βαθμού 3)].
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες φαρμακευτικές αντιδράσεις (≥ 2%) σε ασθενείς που λαμβάνουν Lonsurf, οι οποίες κατέληξαν σε διακοπή της αγωγής, μείωση της δόσης, καθυστέρηση της δόσης ή διακοπή της δόσης, ήταν η ουδετεροπενία, η αναιμία, η λευκοπενία, η κόπωση, η θρομβοκυττοπενία, η ναυτία και η διάρροια.
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε 533 ασθενείς με μεταστατικό ορθοκολικό καρκίνο που έλαβαν αγωγή στην ελεγχόμενη έναντι placebo Φάσης ΙΙΙ κλινική μελέτη (RECOURSE), και σε 335 ασθενείς με μεταστατικό γαστρικό καρκίνο που έλαβαν αγωγή στην ελεγχόμενη έναντι placebo Φάσης ΙΙΙ κλινική μελέτη (TAGS), αναγράφονται στον Πίνακα 5. Είναι ταξινομημένες ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα (System Organ Class - SOC) και χρησιμοποιείται ο κατάλληλος όρος βάσει του Ιατρικού Λεξικού MedDRA, για την περιγραφή συγκεκριμένης φαρμακευτικής αντίδρασης, των συνωνύμων της και των σχετικών καταστάσεων.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ομαδοποιημένες ανάλογα με τις συχνότητές τους. Οι ομάδες συχνότητας καθορίζονται με βάση την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10) και όχι συχνές (≥1/1.000 έως < 1/100).
Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας βαρύτητας.
Πίνακας 5 - Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς που έλαβαν Lonsurf
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα (MedDRA)a | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές |
|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος Λοιμώδης εντερίτιδα Λοίμωξη του πνεύμονα Λοίμωξη των χοληφόρων Γρίπη Ουρολοίμωξη Ουλίτιδα Έρπης ζωστήρ Τριχοφυτία των ποδιών Λοίμωξη από Candida Βακτηριακή λοίμωξη Λοίμωξη | Σηπτική καταπληξίαb Ουδετεροπενική σήψη Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος Επιπεφυκίτιδα | |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήγη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Καρκινικό άλγος | ||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ουδετεροπενία Λευκοπενία Αναιμία Θρομβοπενία | Εμπύρετη ουδετεροπενία Λεμφοπενία Κοκκιοκυτταροπενία | Πανκυτταροπενία Μονοκυτταροπενία Ερυθροπενία Λευκοκυττάρωση Μονοκυττάρωση |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Όρεξη μειωμένη | Υποαλβουμιναιμία Αφυδάτωση Υπεργλυκαιμία Υπερκαλιαιμία Υποκαλιαιμία Υποφωσφοραιμία Υπερνατριαιμία Υπονατριαιμία Υπασβεστιαιμία Ουρική αρθρίτιδα | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Άγχος Αϋπνία | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Νευροτοξικότητα Δυσγευσία Περιφερική νευροπάθεια Δυσαισθησία Υπεραισθησία Υπαισθησία Συγκοπή Παραισθησία Αίσθηση εγκαύματος Λήθαργος Ζάλη Κεφαλαλγία | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οπτική οξύτητα μειωμένη Όραση θαμπή Διπλωπία Καταρράκτης Ξηροφθαλμία | ||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Ίλιγγος Δυσφορία του ωτός | ||
| Καρδιακές διαταραχές | Στηθάγχη Αρρυθμία Αίσθημα παλμών | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Εμβολή Υπέρταση Υπόταση Έξαψη | Πνευμονική εμβολήb | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Δύσπνοια | Πλευριτική συλλογή Ρινόρροια Δυσφωνία Στοματοφαρυγγικό άλγος Επίσταξη Βήχας | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Διάρροια Ναυτία Έμετος | Κοιλιακό άλγος Δυσκοιλιότητα Στοματίτιδα Διαταραχή στόματος Υπερχολερυθριναιμία Εντεροκολίτιδα αιμορραγική Γαστρεντερική αιμορραγία Παγκρεατίτιδα οξεία Ασκίτης Ειλεός Ατελής ειλεός Κολίτιδα Γαστρίτιδα Γαστρίτιδα από παλινδρόμηση Οισοφαγίτιδα Επιβραδυνθείσα γαστρική κένωση Διάταση της κοιλίας Φλεγμονή του πρωκτού Εξέλκωση του στόματος Δυσπεψία Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση Πρωκταλγία Πολύποδας του στόματος Ουλορραγία Γλωσσίτιδα Περιοδοντική νόσος Διαταραχή οδόντος Ακούσια προσπάθεια για έμετο Μετεωρισμός Απόπνοια | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Ηπατοτοξικότητα | Διάταση των χοληφόρων | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίαςc Εξάνθημα Αλωπεκία | Κνησμός Ξηροδερμία Αποφολίδωση του δέρματος Κνίδωση Αντίδραση φωτοευαισθησίας Ερύθημα Ακμή Υπεριδρωσία Φλύκταινα Διαταραχή όνυχα | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Διόγκωση άρθρωσης Αρθραλγία Οστικός πόνος Μυαλγία Μυοσκελετικός πόνος Μυϊκή αδυναμία Μυϊκοί σπασμοί Πόνος άκρου | ||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Πρωτεϊνουρία | Νεφρική ανεπάρκεια Κυστίτιδα μη λοιμώδης Διαταραχή ούρησης Αιματουρία Πυουρία | |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Διαταραχές εμμήνου ρύσης | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Κόπωση | Πυρεξία Οίδημα Φλεγμονή βλεννογόνου Αίσθημα κακουχίας Επιδείνωση της γενικής φυσικής κατάστασης Άλγος Αίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματος Ξήρωση Δυσφορία | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Κρεατινίνη αίματος αυξημένη Ηπατικά ένζυμα αυξημένα Αλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη Σωματικό βάρος μειωμένο | Ηλεκτροκαρδιογράφημα, διάστημα QT παρατεταμένο Διεθνής ομαλοποιημένη σχέση αυξημένη Χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης παρατεταμένος Ουρία αίματος αυξημένη Γαλακτική αφυδρογονάση αίματος αυξημένη Πρωτεΐνη ολική μειωμένη C-αντιδρώσα πρωτεΐνη αυξημένη Αιματοκρίτης μειωμένος | |
| a. | Διαφορετικοί προτιμώμενοι όροι βάσει MedDRA, που θεωρήθηκαν κλινικά όμοιοι, ομαδοποιήθηκαν κάτω από έναν όρο. | ||
| b. | Έχουν αναφερθεί θανατηφόρα περιστατικά. | ||
| c. | Δερματική αντίδραση χεριού-άκρου ποδός. |
Ηλικιωμένοι
Ασθενείς 65 ετών ή μεγαλύτεροι, οι οποίοι έλαβαν Lonsurf, είχαν υψηλότερη συχνότητα εκδήλωσης των παρακάτω ανεπιθύμητων ενεργειών, συγκριτικά με ασθενείς κάτω των 65 ετών:
- μεταστατικός ορθοκολικός καρκίνος (RECOURSE): ουδετεροπενία Βαθμού 3 ή 4 (48% έναντι 30%), αναιμία Βαθμού 3 (26% έναντι 12%), λευκοπενία Βαθμού 3 ή 4 (26% έναντι 18%) και θρομβοπενία Βαθμού 3 ή 4 (9% έναντι 2%).
- μεταστατικός γαστρικός καρκίνος (TAGS): μείωση ουδετερόφιλων Βαθμού 3 ή 4 (17,0% έναντι 6,6%), μειωμένη όρεξη (37,3% έναντι 31,9%) ασθένεια (22,2% έναντι 17,0%) και στοματίτιδα (7,2% έναντι 2,2%).
Λοιμώξεις
Στις κλινικές μελέτες Φάσης ΙΙΙ, οι σχετιζόμενες με τη θεραπεία λοιμώξεις εμφανίστηκαν περισσότερο συχνά στους ασθενείς υπό αγωγή με Lonsurf (5,8%) συγκριτικά με αυτούς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (1,8%).
Πρωτεϊνουρία
Η σχετιζόμενη με τη θεραπεία πρωτεϊνουρία εμφανίστηκε περισσότερο συχνά στους ασθενείς υπό αγωγή με Lonsurf (1,8%), σε σχέση με αυτούς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (0,9%), όλες οι περιπτώσεις Βαθμού 1 ή 2 (βλ. παράγραφο Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ακτινοθεραπεία
Στη μελέτη RECOURSE, υπήρξε μια ελαφρά αυξημένη συχνότητα στην εμφάνιση συνολικά των αιματολογικών και σχετικών με την μυελοκαταστολή-ανεπιθύμητων ενεργειών στους ασθενείς που είχαν κάνει προηγούμενα ακτινοθεραπεία συγκριτικά με αυτούς που δεν είχαν κάνει (54,6% έναντι 49,2% αντίστοιχα). Ενδεικτικά, η εμπύρετη ουδετεροπενία ήταν πιο συχνή στους θεραπευόμενους με Lonsurf ασθενείς που είχαν κάνει ακτινοθεραπεία σε σύγκριση με αυτούς που δεν είχαν κάνει.
Μετεγκριτική εμπειρία σε ασθενείς με ανεγχείρητο προχωρημένο ή υποτροπιάζοντα ορθοκολικό καρκίνο
Υπήρξαν αναφορές διάμεσης πνευμονοπάθειας σε ασθενείς που έλαβαν Lonsurf μετά την έγκρισή του.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.*
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LONSURF
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία / Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
Με βάση τα ευρήματα σε πειραματόζωα, η trifluridine μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυες γυναίκες. Οι γυναίκες πρέπει να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη ενώ λαμβάνουν το Lonsurf και για έως και 6 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Επομένως, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν ιδιαίτερα αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης ενώ λαμβάνουν το Lonsurf και για 6 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Δεν είναι γνωστό επί του παρόντος εάν το Lonsurf μπορεί να μειώνει την αποτελεσματικότητα της ορμονικής αντισύλληψης και ως εκ τούτου, οι γυναίκες που χρησιμοποιούν ορμονική αντισύλληψη, πρέπει να προσθέσουν και αντισυλληπτική μέθοδο φραγμού.
Οι άνδρες που έχουν σύντροφο σε αναπαραγωγική ηλικία, πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μέχρι και 6 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Κύηση
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα από τη χρήση του Lonsurf σε έγκυες γυναίκες. Με βάση το μηχανισμό δράσης της η trifluridine είναι πιθανόν να προκαλέσει συγγενείς δυσμορφίες εάν χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Lonsurf δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν λόγω της κλινική κατάστασης της γυναίκας απαιτείται θεραπεία με Lonsurf.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν το Lonsurf ή οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν αποδείξει την απέκκριση της trifluridine, tipiracil hydrochloride και/ή των μεταβολιτών τους, στο μητρικό γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ο κίνδυνος για το βρέφος που θηλάζει. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια θεραπείας με Lonsurf.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την επίδραση του Lonsurf στην ανθρώπινη γονιμότητα. Αποτελέσματα μελετών σε πειραματόζωα δεν έδειξαν κάποια επίδραση του Lonsurf στη γονιμότητα αρσενικών ή θηλυκών (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LONSURF
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αντιμεταβολίτες, κωδικός ATC: L01BC59
Μηχανισμός δράσης
Το Lonsurf αποτελείται από ένα αντινεοπλασματικό ανάλογο νουκλεοσιδίου θυμιδίνης, την trifluridine και από τον αναστολέα της φωσφορυλάσης της θυμιδίνης, tipiracil hydrochloride, σε μοριακή αναλογία 1:0,5 (λόγος βάρους: 1:0,471). Μετά την πρόσληψη από τα καρκινικά κύτταρα, η trifluridine φωσφορυλιώνεται από την κινάση της θυμιδίνης, μεταβολίζεται περαιτέρω στα κύτταρα σε υπόστρωμα δεσοξυριβονουκλεϊνικού οξέος DNA και ενσωματώνεται απευθείας στο DNA, παρεμβαίνοντας, έτσι, στη λειτουργία του DNA ώστε να προλαμβάνεται ο πολλαπλασιασμός των κυττάρων. Ωστόσο, η trifluridine διασπάται ταχέως από την TPase και μεταβολίζεται εύκολα λόγω του φαινομένου πρώτης διόδου μετά την από του στόματος χορήγηση, γι’ αυτό και η εισαγωγή του αναστολέα TPase, tipiracil hydrochloride. Σε μη κλινικές μελέτες, με trifluridine/tipiracil hydrochloride, αποδείχτηκε αντικαρκινική δράση κατά των ευαίσθητων στην 5-φλουορουρασίλη (5-FU) και ανθεκτικών κυτταρικών σειρών ορθοκολικού καρκίνου. Η κυτταροτοξική δράση της trifluridine/tipiracil hydrochloride κατά διαφόρων ξενομοσχευμάτων ανθρώπινων όγκων συσχετίστηκε σε μεγάλο βαθμό με την ποσότητα trifluridine που ενσωματώνεται στο DNA, γεγονός που υποδηλώνει ότι αυτός είναι ο κύριος μηχανισμός δράσης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Lonsurf δεν άσκησε κλινικά σχετική επίδραση στην παράταση του διαστήματος QT/QTc, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, σε ανοιχτού σχεδιασμού μελέτη, σε ασθενείς με προχωρημένους στερεούς όγκους.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Μεταστατικός ορθοκολικός καρκίνος
Η κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του Lonsurf αξιολογήθηκαν σε διεθνή, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη έναντι εικονικού φαρμάκου μελέτη Φάσης ΙΙΙ (RECOURSE), σε ασθενείς που είχαν προηγούμενα ακολουθήσει αγωγή για μεταστατικό ορθοκολικό καρκίνο. Το κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η συνολική επιβίωση (OS) και τα συμπληρωματικά τελικά σημεία αποτελεσματικότητας ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS), το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης (ORR) και το ποσοστό ελέγχου της νόσου (DCR). Συνολικά, τυχαιοποιήθηκαν 800 ασθενείς σε αναλογία 2:1 ώστε να λάβουν Lonsurf (N = 534) συν τη βέλτιστη υποστηρικτική φροντίδα (BSC) ή αντίστοιχο εικονικό φάρμακο (N = 266) συν BSC. Το δοσολογικό σχήμα του Lonsurf βασίστηκε στην επιφάνεια σώματος (BSA) με δόση έναρξης τα 35 mg/m2/δόση. Η αγωγή της μελέτης χορηγούνταν από το στόμα, δύο φορές την ημέρα, μετά το πρωινό και το βραδινό γεύμα, για 5 ημέρες την εβδομάδα, με 2 ημέρες χωρίς θεραπεία και για συνολική διάρκεια 2 εβδομάδες. Ακολουθούσαν 14 ημέρες χωρίς θεραπεία και το δοσολογικό σχήμα επαναλαμβανόταν ανά 4 εβδομάδες. Οι ασθενείς συνέχισαν τη θεραπεία έως την εξέλιξη της νόσου ή τη μη αποδεκτή τοξικότητα (βλ. Δοσολογία). Από τους 800 τυχαιοποιημένους ασθενείς, μέσης ηλικίας 63 ετών, το 61% ήταν άνδρες, το 58% Καυκάσιοι/Λευκοί, το 35% Ασιάτες/Ανατολίτες και το 1% Μαύροι/Αφροαμερικανοί. Όλοι δε οι ασθενείς είχαν Κατάσταση Απόδοσης (PS) 0 ή 1 βάσει της κλίμακας ECOG, κατά την έναρξη. Η πρωτοπαθής εντόπιση της νόσου ήταν το κόλον (62%) ή το ορθό (38%). Η κατάσταση του KRAS ήταν μη μεταλλαγμένου (49%) ή μεταλλαγμένου τύπου (51%) κατά την ένταξη στη μελέτη. Ο μέσος αριθμός προηγούμενων σειρών θεραπείας για μεταστατική νόσο ήταν 3. Όλοι οι ασθενείς είχαν ακολουθήσει προηγουμένως χημειοθεραπεία με φλουοροπυριμιδίνη, οξαλιπλατίνη και ιρινοτεκάνη. Όλοι, εκτός 1, έλαβαν μπεβασιζουμάμπη και όλοι οι ασθενείς με KRAS μη μεταλλαγμένου τύπου, εκτός 2, έλαβαν πανιτουμουμάμπη ή σετουξιμάμπη. Οι 2 θεραπευτικές ομάδες ήταν συγκρίσιμες ως προς τα δημογραφικά χαρακτηριστικά τους και τα αρχικά χαρακτηριστικά της νόσου. Μία ανάλυση OS της μελέτης, που πραγματοποιήθηκε όπως είχε προγραμματιστεί στο 72% (N = 574) των επεισοδίων, απέδειξε κλινικά ουσιαστικό και στατιστικά σημαντικό όφελος ως προς την επιβίωση με Lonsurf συν BSC, συγκριτικά με εικονικό φάρμακο συν BSC [αναλογία κινδύνου: 0,68, 95% διάστημα εμπιστοσύνης (CI) (0,58 έως 0,81), p < 0,0001] και μέση OS 7,1 μήνες έναντι 5,3 μηνών, αντίστοιχα, με ποσοστά επιβίωσης για 1 έτος 26,6% και 17,6%, αντίστοιχα. Η PFS ήταν σημαντικά βελτιωμένη στους ασθενείς που έλαβαν Lonsurf συν BSC [αναλογία κινδύνου: 0,48, 95% CI (0,41 έως 0,57), p < 0,0001] (βλ. Πίνακα 6, Σχήμα 1 και Σχήμα 2).
Πίνακας 6 - Αποτελέσματα της κλινικής μελέτης Φάσης ΙΙΙ (RECOURSE) ως προς την αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με μεταστατικό ορθοκολικό καρκίνο
| Lonsurf συν BSC (N=534) | Εικονικό φάρμακο συν BSC (N=266) | |
|---|---|---|
| Συνολική επιβίωση (OS) | ||
| Αριθμός θανάτων, N (%) | 364 (68,2) | 210 (78,9) |
| Μέση OS (μήνες)a [95% CI]b | 7,1 [6,5, 7,8] | 5,3 [4,6, 6,0] |
| Αναλογία κινδύνου [95% CI] | 0,68 [0,58, 0,81] | |
| Τιμή Pc | < 0,0001 (μονόπλευρος και αμφίπλευρος έλεγχος) | |
| Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) | ||
| Αριθμός εξελίξεων ή θανάτων, N (%) | 472 (88,4) | 251 (94,4) |
| Μέση PFS (μήνες)a [95% CI]b | 2,0 [1,9, 2,1] | 1,7 [1,7, 1,8] |
| Αναλογία κινδύνου [95% CI] | 0,48 [0,41, 0,57] | |
| Τιμή Pc | <0,0001 (μονόπλευρος και αμφίπλευρος έλεγχος) | |
| a | Εκτιμήσεις Kaplan-Meier | |
| b | Μεθοδολογία Brookmeyer and Crowley | |
| c | Στρωματοποιημένη δοκιμασία log-rank (στρώματα: κατάσταση KRAS, χρόνος από τη διάγνωση της πρώτης μετάστασης, περιοχή) |
Σχήμα 1 - Καμπύλες Kaplan-Meier συνολικής επιβίωσης σε ασθενείς με μεταστατικό ορθοκολικό καρκίνο Πιθανότητα Επιβίωσης (%) Lonsurf Εικονικό φάρμακο Αριθμ. σε κίνδυνο: Σχετικός κίνδυνος για θάνατο, 0,68 (95% CI, 0,58-0,81) P<0,0001 Μήνες από την τυχαιοποίηση Lonsurf Εικονικό φάρμακο
Σχήμα 2 - Καμπύλες Kaplan-Meier επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου σε ασθενείς με μεταστατικό ορθοκολικό καρκίνο Πιθανότητα επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου (%) Αριθμ. σε κίνδυνο: Lonsurf Εικονικό φάρμακο Σχετικός κίνδυνος για εξέλιξη της νόσου ή θάνατο, 0,48 (95% CI, 0,41-0,57) P<0.0001 με το τεστ log-rank Μήνες από την τυχαιοποίηση Lonsurf Εικονικό φάρμακο
Επικαιροποιημένη ανάλυση OS, που πραγματοποιήθηκε στο 89% (N = 712) των επεισοδίων, επιβεβαίωσε το κλινικά ουσιαστικό και στατιστικά σημαντικό όφελος ως προς την επιβίωση με Lonsurf συν BSC, συγκριτικά με εικονικό φάρμακο συν BSC [αναλογία κινδύνου: 0,69, 95% CI (0,59 έως 0,81), p < 0,0001] και μέση OS 7,2 μήνες έναντι 5,2 μηνών, με ποσοστά επιβίωσης για 1 έτος 27,1% και 16,6%, αντίστοιχα. Το όφελος ως προς την OS και την PFS παρατηρήθηκε σταθερά, σε όλες τις σχετικές προκαθορισμένες υπο-ομάδες, όπως βάσει φυλής, γεωγραφικής περιοχής, ηλικίας (< 65, ≥ 65), φύλου, κατάστασης απόδοσης κατά ECOG, τύπου KRAS, χρόνου από τη διάγνωση της πρώτης μετάστασης, αριθμού μεταστατικών εντοπίσεων και πρωτοπαθούς εντόπισης όγκου. Το όφελος ως προς την επιβίωση με Lonsurf διατηρήθηκε μετά την προσαρμογή ως προς όλους τους σημαντικούς προγνωστικούς παράγοντες, δηλαδή τον χρόνο από τη διάγνωση της πρώτης μετάστασης, την κατάσταση απόδοσης κατά ECOG και τον αριθμό μεταστατικών εντοπίσεων [αναλογία κινδύνου: 0,69, 95% CI (0,58 έως 0,81]). Το 61% (N = 485) όλων των τυχαιοποιημένων ασθενών έλαβε φλουοροπυριμιδίνη ως μέρος του τελευταίου θεραπευτικού σχήματος πριν την τυχαιοποίηση. Οι 455 (94%) εξ αυτών παρουσίαζαν αντίσταση στη φλουοροπυριμιδίνη εκείνη τη στιγμή. Σε αυτούς τους ασθενείς διατηρήθηκε το όφελος ως προς την OS με Lonsurf [αναλογία κινδύνου: 0,75, 95% CI [0,59 έως 0,94)]. Το 18% (N = 144) όλων των τυχαιοποιημένων ασθενών έλαβε ρεγοραφενίμπη πριν την τυχαιοποίηση. Σε αυτούς τους ασθενείς, διατηρήθηκε το όφελος ως προς την OS με Lonsurf [αναλογία κινδύνου: 0,69, 95% CI (0,45 έως 1,05)]. Η επίδραση αυτή διατηρήθηκε και στους ασθενείς χωρίς ρεγοραφενίμπλη [αναλογία κινδύνου: 0,69, 95% CI [0,57 έως 0,83)]. To ποσοστό ελέγχου της νόσου (DCR) (πλήρης ανταπόκριση ή μερική ανταπόκριση ή σταθερή νόσος) ήταν σημαντικά υψηλότερο σε ασθενείς που έλαβαν Lonsurf (44% έναντι 16%, p < 0,0001). Η αγωγή με Lonsurf επιπλέον της BSC είχε ως αποτέλεσμα στατιστικά σημαντική επιμήκυνση της κατάστασης απόδοσης (PS) <2, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο συν BSC. Ο διάμεσος χρόνος έως PS ≥ 2 για τις ομάδες Lonsurf και εικονικού φαρμάκου ήταν 5,7 και 4,0 μήνες, αντίστοιχα, με αναλογία κινδύνου 0,66 [95% CI: (0,56 έως 0,78)], p < 0,0001.
Μεταστατικός γαστρικός καρκίνος
Η κλινική αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Lonsurf αξιολογήθηκαν σε μια διεθνή, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη έναντι placebo μελέτη φάσης ΙΙΙ (TAGS) σε ασθενείς που είχαν λάβει θεραπεία για μεταστατικό γαστρικό καρκίνο (συμπεριλαμβανομένου του αδενοκαρκινώματος της γαστροοισοφαγικής συμβολής) με τουλάχιστον δύο προηγούμενα θεραπευτικά σχήματα συστηματικής θεραπείας για προχωρημένη νόσο, συμπεριλαμβανομένης της χημειοθεραπείας που βασίζεται σε φθοροπυριμιδίνη και πλατίνα και χημειοθεραπείας που βασίζεται σε ταξάνη ή ιρινοτεκάνη, καιενδεχομένως εάν απαιτούνταν στοχευμένη θεραπεία ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα 2 (HER2). Το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η συνολική επιβίωση, και τα συμπληρωματικά τελικά σημεία αποτελεσματικότητας ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS), το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης (ORR), το ποσοστό ελέγχου της νόσου (DCR), το χρονικό διάστημα της επιδείνωσης της Κατάστασης Απόδοσης κατά ECOG ≥2 και η ποιότητα ζωής (QoL). Οι εκτιμήσεις του όγκου, σύμφωνα με τα Κριτήρια Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης σε Στερεούς Όγκους (RECIST), έκδοση 1.1, πραγματοποιούνταν από τον ερευνητή / τοπικό ακτινολόγο κάθε 8 εβδομάδες. Συνολικά, 507 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 2: 1 για να λάβουν Lonsurf (N = 337) συν τη βέλτιστη υποστηρικτική φροντίδα (BSC) ή placebo (N = 170) συν BSC. Η δοσολογία του Lonsurf βασίστηκε στη BSA με αρχική δόση 35 mg/m2/δόση. Η αγωγή της μελέτης χορηγήθηκε από το στόμα δύο φορές την ημέρα μετά από πρωινά και βραδινά γεύματα για 5 ημέρες την εβδομάδα με ανάπαυση 2 ημερών για 2 εβδομάδες, ακολουθούμενη από 14 ημέρες ανάπαυσης, και επανάληψη κάθε 4 εβδομάδες. Οι ασθενείς συνέχισαν τη θεραπεία μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή τη μη αποδεκτή τοξικότητα (βλ. Δοσολογία). Από τους 507 τυχαιοποιημένους ασθενείς, η μέση ηλικία ήταν τα 63 έτη, το 73% ήταν άνδρες, το 70% ήταν λευκοί, το 16% ήταν ασιάτες και το <1% ήταν μαύροι/αφροαμερικανοί και όλοι οι ασθενείς είχαν αρχική Κατάσταση απόδοσης (PS) 0 ή 1 κατά ECOG (Συνεργατική Ογκολογική Ομάδα Ανατολικών Πολιτειών των ΗΠΑ). Ο πρωτοπαθής καρκίνος ήταν γαστρικός (71,0%) ή καρκίνος γαστροοισοφαγικής συμβολής (28,6%) ή και οι δύο (0,4%). Ο μέσος αριθμός λήψης προηγούμενων θεραπευτικών αγωγών για την αντιμετώπιση της μεταστατικής νόσου ήταν 3. Σχεδόν όλοι οι ασθενείς (99,8%) είχαν λάβει αγωγή με φθοροπυριμιδίνη, το 100% είχε λάβει προηγούμενη αγωγή με πλατίνα και το 90,5% είχε λάβει προηγούμενη αγωγή με ταξάνη. Περίπου το ήμισυ (55,4%) των ασθενών είχε λάβει προηγούμενη αγωγή με ιρινοτεκάνη, το 33,3% είχε λάβει ραμουσιρουμάμπη, και το 16,6% είχε λάβει στοχευμένη θεραπεία με HER2. Οι 2 θεραπευτικές ομάδες ήταν συγκρίσιμες σε σχέση με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά και τα βασικά χαρακτηριστικά της ασθένειας. Μια ανάλυση της μελέτης ως προς τη συνολική επιβίωση, η οποία διεξήχθη όπως είχε προγραμματιστεί στο 76% των περιστατικών (N=384), έδειξε ότι το Lonsurf επιπλέον της BSC είχε στατιστικά σημαντική βελτίωση ως προς τη συνολική επιβίωση σε σύγκριση με το placebo συν BSC με αναλογία κινδύνου (HR) 0,69 95% CI: 0,56, 0,85, τιμές p μονής και διπλής όψης: 0,0003 και 0,0006 αντίστοιχα) που αντιστοιχούσαν σε μείωση κατά 31% του κινδύνου θανάτου στην ομάδα Lonsurf. Η διάμεση συνολική επιβίωση ήταν 5,7 μήνες (95% CI: 4,8, 6,2) για την ομάδα Lonsurf έναντι 3,6 μηνών (95% CI: 3,1, 4,1) για την ομάδα placebo με ετήσιο ποσοστό επιβίωσης 21,2% και 13,0% αντίστοιχα. Το PFS βελτιώθηκε σημαντικά στους ασθενείς που έλαβαν Lonsurf επιπλέον της BSC σε σύγκριση με το placebo και BSC (HR 0,57, 95% CI [0,47 έως 0,70], p <0,0001 (βλέπε Πίνακα 7, Εικόνα 3 και Εικόνα 4).
Πίνακας 7 - Αποτελέσματα της κλινικής μελέτης Φάσης ΙΙΙ (TAGS) ως προς την αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με μεταστατικό γαστρικό καρκίνο
| Lonsurf συν BSC (N=337) | Placebo συν BSC (N=170) | |
|---|---|---|
| Συνολική Επιβίωση | ||
| Αριθμός θανάτων, N (%) | 244 (72,4) | 140 (82,4) |
| Διάμεση συνολική επιβίωση (μήνες)a [95% CI]b | 5,7 [4,8, 6,2] | 3,6 [3,1, 4,1] |
| Αναλογία κινδύνου [95% CI] | 0,69 [0,56, 0,85] | |
| Τιμή-Pc | 0,0003 (μονής όψης), 0,0006 (διπλής όψης) | |
| Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου | ||
| Αριθμός Εξέλιξης ή Θανάτου, N (%) | 287 (85,2) | 156 (91,8) |
| Διάμεση PFS (μήνες)a [95% CI]b | 2,0 [1,9, 2,3] | 1,8 [1,7, 1,9] |
| Αναλογία κινδύνου [95% CI] | 0,57 [0,47, 0,70] | |
| Τιμή-Pc | <0,0001 (μονής και διπλής όψης) | |
| a | Τιμές Kaplan-Meier | |
| b | Μεθοδολογία Brookmeyer και Crowley | |
| c | Στρωματοποιημένος έλεγχος κατά log-rank (στρώματα: περιοχή, κατάσταση ECOG κατά την έναρξη, πριν τη θεραπεία με ραμουσιρουμάμπη) |
Εικόνα 3 - Καμπύλες Kaplan-Meier συνολικής επιβίωσης σε ασθενείς με μεταστατικό γαστρικό καρκίνο Πιθανότητα Επιβίωσης (%) Lonsurf Placebo Αναλογία Κινδύνου για θάνατο, 0,69 (95% CI, 0.560.85) P=0.0003 (1-sided); p =0.0006 (2-sided) ;h No. at Risk: Lonsurf Placebo Μήνες από την τυχαιοποίηση
Εικόνα 4 - Καμπύλες Kaplan-Meier επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου σε ασθενείς με μεταστατικό γαστρικό καρκίνο Πιθανότητα επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου (%) No. at Risk: Lonsurf Placebo Lonsurf Placebo Αναλογία κινδύνου για την εξέλιξη της νόμου, 0,57 (95% CI, 0.470.70) P<0.0001 (1-sided and 2-sided) Μήνες από την τυχαιοποίηση
Το όφελος στη συνολική επιβίωση και στην PFS παρατηρήθηκε σταθερά, σε όλα τα τυχαιοποιημένα στρώματα και στις περισσότερες προκαθορισμένες υποομάδες, συμπεριλαμβανομένου του φύλου, της ηλικίας (<65, ≥ 65 ετών), της εθνικής καταγωγής, της PS κατά ECOG, της προηγούμενης θεραπείας με ραμουσιρουμάμπη, προηγούμενης θεραπείας με ιρινοτεκάνη, πλήθος προηγούμενων θεραπευτικών σχημάτων (2, 3, ≥ 4), προηγούμενη γαστρεκτομή, θέση πρωτοπαθούς όγκου (γαστρικός, γαστροοισοφαγική συμβολή) και κατάσταση HER2. Το ORR (πλήρης ανταπόκριση + μερική ανταπόκριση) δεν ήταν σημαντικά μεγαλύτερο σε ασθενείς που έλαβαν Lonsurf (4,5% έναντι 2,1%, τιμή p = 0,2833) αλλά η DCR (πλήρης ανταπόκριση ή μερική ανταπόκριση η ή σταθερή νόσος) με το Lonsurf ήταν σημαντικά μεγαλύτερη σε ασθενείς που έλαβαν Lonsurf (44,1% έναντι 14,5%, p < 0,0001). Ο διάμεσος χρόνος επιδείνωσης της κατάστασης απόδοσης του ECOG σε ≥2 ήταν 4,3 μήνες για την ομάδα Lonsurf έναντι 2,3 μηνών για την ομάδα placebo με HR 0,69 (95% CI: 0,562, 0,854), p τιμή = 0,0005.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Lonsurf σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στον ανθιστάμενο μεταστατικό ορθοκολικό καρκίνο και ανθεκτικό μεταστατικό γαστρικό καρκίνο (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Ηλικιωμένοι
Τα δεδομένα για ασθενείς που έλαβαν Lonsurf με ηλικία 75 ετών και άνω [87 ασθενείς (10%) στα συγκεντρωτικά δεδομένα των μελετών RECOURSE και TAGS από τις οποίες δύο ασθενείς ήταν 85 ετών και άνω] είναι περιορισμένα. Η επίδραση του Lonsurf στη συνολική επιβίωση, ήταν παρόμοια σε ασθενείς <65 ετών και σε ασθενείς ≥65 ετών.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LONSURF
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση Lonsurf με [14C]-trifluridine, απορροφήθηκε το 57% τουλάχιστον της χορηγηθείσας trifluridine και μόνο το 3% της δόσης αποβλήθηκε με τα κόπρανα. Μετά την από του στόματος χορήγηση Lonsurf με [14C]-tipiracil hydrochloride, απορροφήθηκε το 27% τουλάχιστον της χορηγηθείσας tipiracil hydrochloride και το 50% της συνολικής δόσης ραδιενέργειας μετρήθηκε στα κόπρανα, γεγονός που υποδηλώνει μέτρια γαστρεντερική απορρόφηση της tipiracil hydrochloride. Μετά από εφ’ άπαξ δόση Lonsurf (35 mg/m2), σε ασθενείς με προχωρημένους στερεούς όγκους, ο μέσος χρόνος επίτευξης μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα (tmax) trifluridine και tipiracil hydrochloride ήταν περίπου 2 και 3 ώρες, αντίστοιχα. Στις αναλύσεις φαρμακοκινητικής (ΦΚ) της χορήγησης πολλαπλών δόσεων Lonsurf (35 mg/m2/δόση, δύο φορές την ημέρα για 5 ημέρες την εβδομάδα, με 2 ημέρες χωρίς θεραπεία και για 2 εβδομάδες. Στη συνέχεια, 14 ημέρες χωρίς θεραπεία και επανάληψη του θεραπευτικού σχήματος ανά 4 εβδομάδες), η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου για την trifluridine, από την ώρα 0 έως την τελευταία μέτρηση (AUC0-last) ήταν περίπου 3πλάσια και η μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) ήταν περίπου 2πλάσια μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων Lonsurf (Ημέρα 12 του Κύκλου 1), συγκριτικά με τη μία δόση (Ημέρα 1 του Κύκλου 1). Εντούτοις, δεν σημειώθηκε συσσώρευση της tipiracil hydrochloride, ούτε περαιτέρω συσσώρευση της trifluridine με τους διαδοχικούς κύκλους (Ημέρα 12 των Κύκλων 2 και 3) χορήγησης Lonsurf. Μετά τις πολλαπλές δόσεις Lonsurf (35 mg/m2/δόση δύο φορές την ημέρα), σε ασθενείς με προχωρημένους στέρεους όγκους, οι μέσοι χρόνοι έως τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (tmax) trifluridine και tipiracil hydrochloride ήταν περίπου 2 και 3 ώρες, αντίστοιχα.
Συμβολή της tipiracil hydrochloride
Η χορήγηση μίας δόσης Lonsurf (35 mg/m2/δόση) αύξησε τη μέση AUC0-last της trifluridine κατά 37 φορές και τη Cmax κατά 22 φορές, με μειωμένη μεταβλητότητα συγκριτικά με την trifluridine μόνο (35 mg/m2/δόση).
Επίδραση της τροφής
Όταν χορηγήθηκε μία δόση Lonsurf των 35 mg/m2 σε 14 ασθενείς με στέρεους όγκους, μετά από τυποποιημένο γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος και θερμίδες, η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) της trifluridine δεν μεταβλήθηκε, αλλά η Cmax της trifluridine, η Cmax και η AUC της tipiracil hydrochloride μειώθηκαν κατά περίπου 40%, συγκριτικά με τις αντίστοιχες τιμές σε κατάσταση νηστείας. Σε κλινικές μελέτες, το Lonsurf χορηγούνταν 1 ώρα μετά την ολοκλήρωση του πρωινού και του βραδινού γεύματος (βλ. Δοσολογία).
Κατανομή
Η σύνδεση της trifluridine με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος ήταν πάνω από 96% και η trifluridine συνδέθηκε κυρίως με την αλβουμίνη του ορού. Η σύνδεση της tipiracil hydrochloride με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν κάτω από 8%. Μετά από μία δόση Lonsurf (35 mg/m2) σε ασθενείς με προχωρημένους στέρεους όγκους, ο εμφανής όγκος κατανομής (Vd/F) για την trifluridine και την tipiracil hydrochloride ήταν 21 L και 333 L, αντίστοιχα.
Βιομετασχηματισμός
Η trifluridine μεταβολίστηκε κυρίως μέσω της TPase και σχημάτισε τον αδρανή μεταβολίτη FTY. Η απορροφηθείσα trifluridine μεταβολίστηκε και απεκκρίθηκε στα ούρα ως FTY και ισομερή γλυκορινιδίου τριφλουριδίνης. Ανιχνεύτηκαν και άλλοι δευτερεύοντες μεταβολίτες, 5-καρβοξυ-ουρακίλη και 5-καρβοξυ-2΄-δεσοξυρουριδίνη, αλλά τα επίπεδά τους στο πλάσμα και στα ούρα ήταν χαμηλά ή σε επίπεδα ίχνους. Η tipiracil hydrochloride δεν μεταβολίστηκε σε κλάσματα S9 ανθρώπινου ήπατος ή κρυοδιατηρημένα ανθρώπινα ηπατοκύτταρα. Η tipiracil hydrochloride ήταν το κύριο συστατικό και η 6-υδροξυμεθυλουρακίλη ήταν ο κύριος μεταβολίτης που εντοπίζονταν σταθερά στο ανθρώπινο πλάσμα, τα ούρα και τα κόπρανα.
Αποβολή
Μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων Lonsurf στη συνιστώμενη δόση και θεραπευτικό σχήμα, η μέση ημιπερίοδος απομάκρυνσης (t1/2) για την trifluridine την Ημέρα 1 του Κύκλου 1 και την ημέρα 12 του Κύκλου 1 ήταν 1,4 ώρες και 2,1 ώρες, αντίστοιχα. Η μέση t1/2 για την tipiracil hydrochloride την Ημέρα 1 του Κύκλου 2 και την Ημέρα 12 του Κύκλου 1 ήταν 2,1 ώρες και 2,4 ώρες, αντίστοιχα. Μετά από μία δόση Lonsurf (35 mg/m2), σε ασθενείς με προχωρημένους στέρεους όγκους, η από του στόματος κάθαρση (CL/F) για την trifluridine και την tipiracil hydrochloride ήταν 10,5 L/ώρα και 109 L/ώρα, αντίστοιχα. Μετά από μία από του στόματος χορήγηση Lonsurf με [14C]-trifluridine, η συνολική αθροιστική αποβολή ραδιενέργειας ανερχόταν στο 60% της χορηγηθείσας δόσης. Το μεγαλύτερο μέρος της ανακτημένης ραδιενέργειας αποβλήθηκε μέσω των ούρων (55% της δόσης) εντός 24 ωρών και η αποβολή μέσω των κοπράνων και του εκπνεόμενου αέρα ήταν κάτω του 3% και για τα δύο. Μετά από μία από του στόματος χορήγηση Lonsurf με [14C]-tipiracil hydrochloride, η ανακτημένη ραδιενέργεια ανερχόταν στο 77% της δόσης, με το 27% της απέκκρισης να πραγματοποιείται μέσω των ούρων και το 50% μέσω των κοπράνων.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Σε μελέτη προσδιορισμού της δόσης (15 έως 35 mg/m2 δύο φορές την ημέρα), η AUC από την ώρα 0 έως τις 10 ώρες (AUC0-10) της trifluridine παρουσίασε αυξητική τάση μεγαλύτερη της αναμενόμενης, ανάλογα προς την αύξηση της δόσης. Εντούτοις, η από του στόματος κάθαρση (CL/F) και ο εμφανής όγκος κατανομής (Vd/F) της trifluridine ήταν γενικά σταθερά στο δοσολογικό εύρος 20 έως 35mg/m2. Σε ό,τι αφορά τις άλλες παραμέτρους έκθεσης της trifluridine και της tipiracil hydrochloride, αυτές φάνηκαν να είναι αναλογικές.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Ηλικία, φύλο και φυλή
Με βάση ΦΚ ανάλυση πληθυσμού, δεν υπάρχει κλινικά σχετική επίδραση της ηλικίας, του φύλου ή της φυλής στη ΦΚ της trifluridine ή της tipiracil hydrochloride.
Νεφρική δυσλειτουργία
Από τους 533 ασθενείς της μελέτης RECOURSE, που έλαβαν Lonsurf, 306 (57%) είχαν φυσιολογική νεφρική λειτουργία (CrCl ≥90 mL/min), 178 (33%) είχαν ήπια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl 60 έως 89 mL/min) και 47 (9%) είχαν μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl 30 έως 59 mL/min), με δεδομένα να λείπουν για 2 ασθενείς. Οι ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία δεν εγγράφηκαν στη μελέτη. Με βάση ΦΚ ανάλυση πληθυσμού, η έκθεση του Lonsurf σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl = 60 έως 89 mL/min) ήταν όμοια με την αντίστοιχη σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (CrCl ≥ 90mL/min). Υψηλότερη έκθεση του Lonsurf παρατηρήθηκε κατά τη μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl = 30 έως 59 mL/min). Η εκτιμώμενη κάθαρση της κρεατινίνης (CrCl) ήταν σημαντική συμμεταβλητή της CL/F στα τελικά μοντέλα trifluridine και tipiracil hydrochloride. Η μέση σχετική αναλογία της AUC σε ασθενείς με ήπια (n=38) και μέτρια (n=16) νεφρική δυσλειτουργία συγκριτικά με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (n=84) ήταν 1,31 και 1,43 για την trifluridine, αντίστοιχα και 1,34 και 1,65 για την tipiracil hydrochloride, αντίστοιχα. Δεν μελετήθηκε η ΦΚ της trifluridine και της tipiracil hydrochloride σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία
Με βάση ΦΚ ανάλυση πληθυσμού, οι παράμετροι ηπατικής λειτουργίας, όπως αλκαλική φωσφατάση (ALP, 36-2322 U/L), ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST, 11-197 U/L), αλανινική αμινοτρανσφεράση (ALT, 5-182 U/L) και συνολική χολερυθρίνη (0,17-3,20 mg/dL) δεν ήταν σημαντικές συμμεταβλητές για τις παραμέτρους ΦΚ, ούτε για την trifluridine, ούτε για την tipiracil hydrochloride. Η λευκωματίνη ορού βρέθηκε να επηρεάζει σημαντικά την κάθαρση της trifluridine, με αρνητική συσχέτιση. Για χαμηλές τιμές λευκωματίνης που κυμαίνονται από 2,2 έως 3,5 g/dL, οι αντίστοιχες τιμές κάθαρσης κυμαίνονται από 4,2 to 3,1 L/h Σε μια ειδικού προορισμού μελέτη η ΦΚ της trifluridine και της tipiracil hydrochloride αξιολογήθηκαν σε ασθενείς με καρκίνο με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (κριτήρια ομάδων Β και C Εθνικού Ινστιτούτου Καρκίνου [NCI], αντίστοιχα) και σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Με βάση περιορισμένα δεδομένα με σημαντική μεταβλητότητα, δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική των ασθενών με φυσιολογική ηπατική λειτουργία έναντι των ασθενών με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Δεν φάνηκε να υπάρχει συσχέτιση για την trifluridine ούτε για την tipiracil hydrochloride μεταξύ των παραμέτρων ΦΚ και AST ή και της ολικής χολερυθρίνης αίματος. Η ημιπερίοδος ζωής (t1/2) και ο λόγος της συσσώρευσης της trifluridine και της tipiracil hydrochloride ήταν παρόμοια μεταξύ των ασθενών με μέτρια και ήπια ηπατική δυσλειτουργία και αυτών με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Δεν απαιτείται προσαρμογή της εναρκτήριας δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Γαστρεκτομή
Η επίδραση της γαστρεκτομής στις παραμέτρους ΦΚ δεν ήταν δυνατόν να εξεταστεί στη ΦΚ ανάλυση πληθυσμού, γιατί υπήρχαν λίγοι ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε γαστρεκτομή (1% του συνόλου).
Μελέτες αλληλεπίδρασης in vitro
Η trifluridine είναι υπόστρωμα της TPase, αλλά δεν μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα P450 (CYP). Η tipiracil hydrochloride δεν μεταβολίζεται ούτε στο κλάσμα S9 του ανθρώπινου ήπατος, ούτε σε κρυοδιατηρημένα ηπατοκύτταρα.. Μελέτες in vitro έδειξαν ότι η trifluridine, η tipiracil hydrochloride και η FTY (αδρανής μεταβολίτης της trifluridine) δεν αναστέλλουν τις ισομορφές του CYP, που ελέγχθηκαν (CYP1A2, CYP2A6, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1 και CYP3A4/5). Η αξιολόγηση in vitro έδειξε ότι η trifluridine, η tipiracil hydrochloride και η FTY δεν ασκούν επαγωγική δράση στα ανθρώπινα CYP1A2, CYP2B6 or CYP3A4/5. Επομένως, δεν αναμένεται η trifluridine και η tipiracil hydrochloride να προκαλέσουν ή να υποστούν σημαντική αλληλεπίδραση με φαρμακευτικό προϊόν, που να επηρεάζεται από το CYP. Η αξιολόγηση in vitro της trifluridine και της tipiracil hydrochloride πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας ανθρώπινους μεταφορείς πρόσληψης και αποβολής (trifluridine με MDR1, OATP1B1, OATP1B3 και BCRP, tipiracil hydrochloride με OAT1, OAT3, OCT2, MATE1, MDR1 και BCRP). Ούτε η trifluridine, ούτε η tipiracil hydrochloride δεν ήταν αναστολέας ή υπόστρωμα των ανθρώπινων μεταφορέων πρόσληψης και αποβολής, με βάση μελέτες in vitro, εκτός από τους OCT2 και MATE1. Η tipiracil hydrochloride ήταν αναστολέας των OCT2 και MATE1 in vitro, αλλά σε συγκεντρώσεις σημαντικά υψηλότερες από την Cmax στο ανθρώπινο πλάσμα, σε σταθερή κατάσταση. Επομένως, είναι απίθανο να προκαλεί αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, στις συνιστώμενες δόσεις, λόγω της αναστολής των OCT2 και MATE1. Η μεταφορά της tipiracil hydrochloride από τους OCT2 και MATE1 μπορεί να επηρεαστεί όταν το Lonsurf χορηγείται ταυτόχρονα με αναστολείς των OCT2 και MATE1.
Φαρμακοκινητική/φαρμακοδυναμική συσχέτιση
Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του Lonsurf στον μεταστατικό ορθοκολικό καρκίνο συγκρίθηκε μεταξύ μιας ομάδας υψηλής έκθεσης (>διάμεσο) και μιας ομάδας χαμηλής έκθεσης (≤διάμεσο) με βάση τη διάμεσο τιμή για την AUC της trifluridine. Η συνολική επιβίωση (OS), εμφανίστηκε περισσότερο ευνοϊκή στην ομάδα υψηλής τιμής AUC σε σύγκριση με την ομάδα χαμηλής τιμής AUC (διάμεσος OS 9,3 έναντι 8,1 μήνες, αντίστοιχα). Όλες οι ομάδες AUC απέδωσαν καλύτερα από το εικονικό φάρμακο καθόλη τη διάρκεια παρακολούθησης. Η συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας (Grade≥ 3), ήταν υψηλότερη στην ομάδα με υψηλή τιμή AUC της trifluridine (47,8%) σε σύγκριση με την ομάδα με χαμηλή τιμή AUC της trifluridine (30,4%).
ΕΟΦ · 11.1.2
Iοστατικά
expand_more
Iοστατικά
Tα ιοστατικά που χρησιμοποιούνται είναι η βιδαραβίνη, η τριφλουριδίνη και το νεώτερο ακυκλοβίρη. Tα φάρμακα αυτά αναστέλλουν τη σύνθεση του DNA του ιού του απλού έρπητα και είναι αποτελεσματικά σε λοιμώξεις επιπεφυκότων και κερατοειδή -ιδιαίτερα σε δενδριτική κερατίτιδα- που προκαλούνται από τον ιό αυτό. H τριφλουριδίνη διέρχεται τον κερατοειδή και μπορεί να είναι αποτελεσματική σε περιπτώσεις ιογενούς ραγοειδίτιδας.
Mολονότι από άποψη αποτελεσματικότητας και τοξικότητας τα παραπάνω φάρμακα είναι συγκρίσιμα, εντούτοις η τριφλουριδίνη φαίνεται να είναι περισσότερο αποτελεσματική από τη βιδαραβίνη σε αμοιβαδοειδείς εξελκώσεις του κερατοειδούς. Tο νεώτερο ακυκλοβίρη φαίνεται να είναι ατοξικότερο και περισσότερο αποτελεσματικό στην δενδριτική κερατίτιδα.
Tαυτόχρονη χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων με κορτικοστεροειδή θα πρέπει γενικώς να αποφεύγεται, εκτός εξαιρέσεων, γιατί τα τελευταία ευνοούν την ανάπτυξη του ιού και τη διασπορά της λοιμώξεως. Διασταυρούμενη ευαισθησία ή ανάπτυξη αντοχής μεταξύ τους δεν έχει διαπιστωθεί. Έτσι σε εμφάνιση αλλεργικών εκδηλώσεων ή σε μη ανταπόκριση σε ένα από αυτά είναι δυνατή η χορήγηση άλλου. Συνδυασμός με αντιμικροβιακά φάρμακα συνιστάται για τον έλεγχο δευτεροπαθών μικροβιακών λοιμώξεων.
H ακυκλοβίρη χορηγείται πολύ συχνά συστηματικά (από το στόμα) σε οφθαλμικές λοιμώξεις από τον ιό του έρπητα ζωστήρα και απλού έρπητα, τόσο σε πρωτολοιμώξεις όσο και κυρίως σε υποτροπές (κερατοπάθειες) μειώνοντας το ποσοστό επανεμφάνισής τους.
Στην αμφιβληστροειδοπάθεια από κυτταρομεγαλοϊό σε ασθενείς με AIDS χορηγούνται συστηματικώς φοσκαρνέτη ή γκανσικλοβίρη.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η τριφλουριδίνη παρουσιάζει αντιιική δράση έναντι του ιού του απλού έρπητα, τύπου 1 και 2, και του ιού της ευλογιάς, τόσο in vitro όσο και in vivo.
Ορισμένα στελέχη αδενοϊού που συμβάλλουν στην παθολογία της κερατοεπιπεφυκίτιδας έδειξαν ευαισθησία στην τριφλουριδίνη in vitro.
Ενώ υπάρχουν ενδείξεις από μελέτη ότι μπορεί να αναπτυχθεί διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ τριφλουριδίνης και [idoxuridine] ή [vidarabine], η τριφλουριδίνη αποδείχθηκε αποτελεσματική στη θεραπεία δενδριτικών ελκών σε ασθενείς με ερπητική κερατίτιδα που είναι ανθεκτικοί στην [idoxuridine] ή [vidarabine], βάσει αποτελεσμάτων από διπλές-τυφλές συγκριτικές μελέτες.
Σε προκλινικές μελέτες, το υδροχλωρικό τριφλουριδίνης/τιπιρασίλης επέδειξε αντικαρκινική δράση έναντι κυτταρικών σειρών καρκίνου του παχέος εντέρου, ευαίσθητων και ανθεκτικών στο 5-φθοριοουρακίλη (5-FU).
Η κυτταροτοξική δράση της τριφλουριδίνης και της τιπιρασίλης έναντι πολλαπλών ξενoμοσχευμάτων ανθρώπινων όγκων δείχνει υψηλή συσχέτιση με την ποσότητα τριφλουριδίνης που ενσωματώνεται στο DNA, υποδεικνύοντας ότι ο κύριος μηχανισμός δράσης της τριφλουριδίνης περιλαμβάνει την άμεση ενσωμάτωση στο DNA των καρκινικών κυττάρων.
Η τριφλουριδίνη και η τιπιρασίλη επέδειξαν αντικαρκινική δράση έναντι ξενoμοσχευμάτων ανθρώπινου καρκίνου παχέος εντέρου, με αλληλουχία KRAS wild-type και μεταλλαγμένη, σε ποντίκια.
Σε κλινικές μελέτες που περιλάμβαναν ασθενείς με προηγουμένως θεραπευμένο μεταστατικό καρκίνο παχέος εντέρου, η θεραπεία με τριφλουριδίνη σε συνδυασμό με τιπιρασίλη, επιπλέον της βέλτιστης υποστηρικτικής φροντίδας, για περίοδο 5 ή 7 μηνών, οδήγησε σε αυξημένη επιβίωση χωρίς εξέλιξη νόσου (PFS), συνολικό ρυθμό ανταπόκρισης (ORR) και ρυθμό ελέγχου νόσου (DCR) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Σε μια ανοικτή μελέτη, η χορήγηση τριφλουριδίνης στην συνιστώμενη δόση σε ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους δεν είχε κλινικά σχετιζόμενη επίδραση στην παράταση του QT/QTc σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Δύο από τους 48 ασθενείς εμφάνισαν QTc μεγαλύτερο από 500 msec και 1 από τους 42 ασθενείς (2,4%) εμφάνισε αύξηση QTc από την αρχική γραμμή μεγαλύτερη από 60 msec.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της τριφλουριδίνης ως αντιιικού παράγοντα δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, αλλά φαίνεται να περιλαμβάνει την αναστολή της ιικής αναπαραγωγής.
Η τριφλουριδίνη ενσωματώνεται στο ιικό DNA κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής, οδηγώντας στο σχηματισμό ελαττωματικών πρωτεϊνών και αυξημένο ρυθμό μετάλλαξης.
Η τριφλουριδίνη διαμεσολαβεί επίσης αντινεοπλαστικές δραστηριότητες μέσω αυτού του μηχανισμού. Μετά την πρόσληψή της από καρκινικά κύτταρα, φωσφορυλιώνεται ταχέως από την θυμιδινοκινάση στην ενεργή της μονοφωσφορική μορφή. Η επακόλουθη φωσφορυλίωση παράγει τριφλουριδίνη τριφωσφορική, η οποία ενσωματώνεται εύκολα στο DNA των καρκινικών κυττάρων αντί των βάσεων θυμιδίνης, διαταράσσοντας τη λειτουργία του DNA, τη σύνθεση του DNA και τον πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων.
Καθώς η τριφλουριδίνη υπόκειται σε ταχεία αποικοδόμηση από την TPase και μεταβολίζεται εύκολα με φαινόμενο πρώτης διόδου μετά από από του στόματος χορήγηση, η τιπιρασίλη προστίθεται στο αντινεοπλαστικό συνδυαστικό προϊόν ως αναστολέας της TPase για την αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της τριφλουριδίνης.
Η τριφλουριδίνη μονοφωσφορική αναστέλλει επίσης αναστρέψιμα την θυμιδυλική συνθετάση (TS), ένα ένζυμο απαραίτητο για τη σύνθεση του DNA και του οποίου τα επίπεδα έχουν αποδειχθεί αυξημένα σε διάφορες κυτταρικές σειρές καρκίνου. Η υπερέκφραση του ενζύμου TS μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αντίσταση στις αντινεοπλαστικές θεραπείες, όπως το 5-φθοριοουρακίλη (5-FU).
Ωστόσο, αυτή η ανασταλτική επίδραση δεν θεωρείται επαρκής για να συμβάλει πλήρως στην κυτταροτοξικότητα στα καρκινικά κύτταρα.
Η τριφλουριδίνη είναι ένα φθοριωμένο νουκλεοσίδιο πυριμιδίνης με in vitro και in vivo δράση έναντι του ιού του απλού έρπητα, τύπου 1 και 2, και του ιού της ευλογιάς. Ορισμένα στελέχη αδενοϊού αναστέλλονται επίσης in vitro.
Η τριφλουριδίνη παρεμβαίνει στη σύνθεση του DNA σε καλλιεργημένα σωματικά κύτταρα. Ωστόσο, ο αντιιικός της μηχανισμός δράσης δεν είναι πλήρως γνωστός.
Ο ακριβής μηχανισμός της αντιιικής δράσης της τριφλουριδίνης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, αλλά φαίνεται να περιλαμβάνει την αναστολή της ιικής αναπαραγωγής.
Η τριφλουριδίνη, αντί της θυμιδίνης, ενσωματώνεται στο ιικό DNA κατά την αναπαραγωγή, γεγονός που οδηγεί στο σχηματισμό ελαττωματικών πρωτεϊνών και σε αυξημένο ρυθμό μετάλλαξης.
Η τριφλουριδίνη αναστέλλει επίσης αναστρέψιμα τη θυμιδυλική συνθετάση, ένα ένζυμο απαραίτητο για τη σύνθεση του DNA.
Η τριφλουριδίνη έχει δείξει αντιιική δράση in vitro και in vivo έναντι του ιού του απλού έρπητα τύπου 1 και 2 (HSV-1 και HSV-2).
Το φάρμακο είναι δραστικό in vitro έναντι του ιού της ευλογιάς και έχει δείξει in vivo δράση στη θεραπεία της κερατίτιδας ευλογιάς σε κουνέλια.
Η τριφλουριδίνη έχει επίσης δείξει αντιιική δράση σε κυτταρική καλλιέργεια έναντι ορισμένων στελεχών αδενοϊού.
Η τριφλουριδίνη είναι αδρανής έναντι βακτηρίων, μυκήτων και Chlamydia.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση LONSURF με [14C]-τριφλουριδίνη, απορροφήθηκε τουλάχιστον το 57% της χορηγηθείσας τριφλουριδίνης.
Μετά από εφάπαξ δόση LONSURF (35 mg/m2) σε ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους, ο μέσος χρόνος μέχρι την μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (Tmax) της τριφλουριδίνης ήταν περίπου 2 ώρες.
Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου από τη στιγμή 0 έως την τελευταία μετρήσιμη συγκέντρωση (AUC0-last) της τριφλουριδίνης ήταν περίπου 3 φορές υψηλότερη και η μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) ήταν περίπου 2 φορές υψηλότερη μετά από πολλαπλές δόσεις (δύο φορές την ημέρα για 5 ημέρες την εβδομάδα με 2 ημέρες ανάπαυσης για 2 εβδομάδες, με επανάληψη κάθε 4 εβδομάδες) σε σχέση με μετά από εφάπαξ δόση.
Μετά από εφάπαξ από του στόματος χορήγηση LONSURF (35 mg/m2) σε ασθενείς με καρκίνο, ο μέσος χρόνος μέχρι την μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (Tmax) της τριφλουριδίνης ήταν περίπου 2 ώρες.
Για την οφθαλμική σύνθεση, η συστημική απορρόφηση φαίνεται να είναι αμελητέα.
Μια τυποποιημένη δίαιτα υψηλή σε λιπαρά και θερμίδες μείωσε την Cmax της τριφλουριδίνης κατά περίπου 40%, αλλά δεν άλλαξε την AUC της τριφλουριδίνης σε σύγκριση με αυτήν σε κατάσταση νηστείας σε ασθενείς με καρκίνο μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης LONSURF 35 mg/m2.
Σε μια μελέτη εύρεσης δόσης (15 έως 35 mg/m2 δύο φορές την ημέρα), η AUC από 0 έως 10 ώρες (AUC0-10) της τριφλουριδίνης τείνει να αυξάνεται περισσότερο από το αναμενόμενο βάσει της αύξησης της δόσης.
Μετά από εφάπαξ από του στόματος χορήγηση LONSURF (60 mg) με [14C]-τριφλουριδίνη, η συνολική σωρευτική απέκκριση ραδιενέργειας ήταν 60% της χορηγηθείσας δόσης.
Η πλειονότητα της ανακτηθείσας ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα (55% της δόσης) ως FTY και ισομερή γλυκουρονιδίου τριφλουριδίνης εντός 24 ωρών, και η απέκκριση στα κόπρανα και στον εκπνεόμενο αέρα ήταν <3% και για τα δύο.
Η αμετάβλητη τριφλουριδίνη ήταν <3% της χορηγηθείσας δόσης που ανακτήθηκε στα ούρα και τα κόπρανα.
Μετά από εφάπαξ δόση LONSURF (35 mg/m2) σε ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους, ο φαινόμενος όγκος κατανομής (Vd/F) για την τριφλουριδίνη ήταν 21 L.
Μετά από εφάπαξ δόση LONSURF (35 mg/m2) σε ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους, η από του στόματος κάθαρση (CL/F) για την τριφλουριδίνη ήταν 10.5 L/hr.
Μετά από τοπική εφαρμογή τριφλουριδίνης στο μάτι, το φάρμακο διεισδύει στον κερατοειδή και μπορεί να ανιχνευθεί στον υδατοειδές υγρό.
Η συστημική απορρόφηση μετά από οφθαλμική εφαρμογή τριφλουριδίνης φαίνεται να είναι αμελητέα.
Σε μια μελέτη σε υγιή άτομα, η τοπική εφαρμογή τριφλουριδίνης 1% οφθαλμικής διαλύματος στα μάτια 7 φορές ημερησίως για 14 συνεχόμενες ημέρες δεν οδήγησε σε ανιχνεύσιμες ορικές συγκεντρώσεις τριφλουριδίνης ή 5-καρβοξυ-2’-δεοξυουριδίνης.
Κατά τη διάρκεια in vitro μελετών με εκτομημένους κερατοειδείς κουνελιών, ο κύριος μεταβολίτης της τριφλουριδίνης, η 5-καρβοξυ-2’-δεοξυουριδίνη, βρέθηκε στην ενδοθηλιακή πλευρά του κερατοειδούς εκτός από τη μητρική ουσία· ωστόσο, ανιχνεύσιμα επίπεδα του μεταβολίτη δεν έχουν βρεθεί στον υδατοειδές υγρό σε ανθρώπους.
Είναι απίθανο η τριφλουριδίνη να απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα μετά από οφθαλμική ενστάλαξη τριφλουριδίνης λόγω της σχετικά μικρής δοσολογίας (≤ 5mg/ημέρα), της αραίωσής της σε σωματικά υγρά και του εξαιρετικά βραχέος χρόνου ημιζωής της (περίπου 12 λεπτά).
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Τα in vitro ευρήματα υποδηλώνουν ότι η πρωτεϊνική σύνδεση της τριφλουριδίνης στον ανθρώπινο ορό είναι μεγαλύτερη από 96%, όπου συνδέεται κυρίως με την ανθρώπινη λευκωματίνη ορού.
Η πρωτεϊνική σύνδεση της τριφλουριδίνης είναι ανεξάρτητη της συγκέντρωσης του φαρμάκου και της παρουσίας τιπιρασίλης.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η τριφλουριδίνη δεν μεταβολίζεται από ένζυμα κυτοχρώματος P450 (CYP).
Η τριφλουριδίνη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού μέσω θυμιδινο-φωσφορυλάσης, σχηματίζοντας έναν ανενεργό μεταβολίτη, την 5-(τριφθορομεθυλ)ουρακίλη (FTY).
Δεν ανιχνεύθηκαν άλλοι κύριοι μεταβολίτες στο πλάσμα ή στα ούρα.
Άλλοι δευτερεύοντες μεταβολίτες, όπως η 5-καρβοξυ-2’-δεοξυουριδίνη που βρέθηκε στην ενδοθηλιακή πλευρά του κερατοειδούς ή η 5-καρβοξυουρακίλη, ανιχνεύθηκαν επίσης, αλλά μόνο σε χαμηλό ή ιχνηλατημένο επίπεδο στο πλάσμα και στα ούρα.
Ο κύριος μεταβολίτης της τριφλουριδίνης (5-καρβοξυ-2’-δεοξυουριδίνη) φαίνεται να έχει κάποια αντιιική δράση, αλλά σημαντικά μικρότερη από αυτήν του μητρικού φαρμάκου.
Η φασματοσκοπία NMR 19F χρησιμοποιήθηκε για περαιτέρω μελέτη του μεταβολισμού της 5-τριφθορομεθυλ-2’-δεοξυουριδίνης (τριφλουριδίνη· F3TdR).
Η σύνθεση και ο χαρακτηρισμός της α-τριφθορομεθυλ-β-αλανυλ γλυκίνης (F3MBAG), ενός πιθανού νέου μεταβολίτη της F3TdR, αναφέρονται τώρα.
Αυτή η μελέτη περιγράφει την ex vivo και in vivo ανίχνευση της F3MBAG και άλλων προηγουμένως αναφερθέντων μεταβολιτών της τριφλουριδίνης, χρησιμοποιώντας φασματοσκοπία NMR 19F, σε αρσενικά ποντίκια BALB/C που φέρουν όγκους ΕMT-6.
Μια παράλληλη μελέτη φασματοσκοπίας NMR 19F διεξήχθη επίσης σε αρουραίους που έλαβαν F3TdR, για την παρατήρηση του ποιοτικού προτύπου μεταβολισμού της F3TdR σε άλλο είδος.
Αντιθέτως, η 5-τριφθορομεθυλ-5,6-διυδροξυουρακίλη (DOHF3T), η α-τριφθορομεθυλ-β-ουρεϊδοπροπιονικό οξύ (F3MUPA) και το φθόριο, τα οποία προκύπτουν από τη μεταβολική αποικοδόμηση της F3TdR και ανιχνεύθηκαν σε διάφορα βιολογικά δείγματα από ποντίκια που έλαβαν F3TdR, δεν μπόρεσαν να ταυτοποιηθούν στα ούρα αρουραίων ή σε εκχυλίσματα ομογενοποιημένου ιστού.
Η παρουσία αυτών των μεταβολιτών σε άθικτους ιστούς είναι αβέβαιη, καθώς σε αυτή τη μελέτη η φασματοσκοπία NMR 19F αυτών των δειγμάτων εμφάνιζε πάντα μια ευρεία «κορυφή» συντονισμού στην περιοχή των χημικών μετατοπίσεων που θα κάλυπτε αυτούς τους μεταβολίτες.
Δεν έχει δοθεί σαφής εξήγηση για την απώλεια φασματοσκοπικής ανάλυσης σε αυτή την περιοχή.
Η N-καρβοξυ-α-τριφθορομεθυλ-β-αλανίνη (F3MBA-CO2), η α-τριφθορομεθυλ-β-αλανυλ αλανίνη (F3MBAA) και η N-ακετυλ-α-τριφθορομεθυλ-β-αλανίνη (Ac-F3MBA) συντέθηκαν και χαρακτηρίστηκαν, αλλά δεν ανιχνεύθηκαν ως μεταβολίτες σε κανένα από τα εξεταζόμενα βιολογικά δείγματα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Μετά τη χορήγηση LONSURF 35 mg/m2, ο μέσος χρόνος αποβολής και ο χρόνος ημιζωής σταθερής κατάστασης (t1/2) της τριφλουριδίνης ήταν 1,4 ώρες και 2,1 ώρες αντίστοιχα.
Για την οφθαλμική σύνθεση, ο χρόνος ημιζωής είναι σημαντικά βραχύτερος, περίπου μόνο 12 λεπτά.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH Φαρμακολογίας
Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά εμφανιζόμενους μεταβολίτες, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν στις φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ. 2033)
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην πρόληψη ή τη θεραπεία VIRAL ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ. Ορισμένοι από τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να δράσουν περιλαμβάνουν την πρόληψη της ιικής αναπαραγωγής με την αναστολή της ιικής DNA πολυμεράσης· τη σύνδεση με συγκεκριμένους υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και την αναστολή της ιικής διείσδυσης ή αποκάψωσης· την αναστολή της ιικής πρωτεϊνοσύνθεσης· ή το μπλοκάρισμα των τελικών σταδίων συναρμολόγησης του ιού.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατηγοριοποίηση FDA Φαρμακολογίας
RMW9V5RW38
TRIFLURIDINE
Ανάλογο Νουκλεοσιδίου [EXT]
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιιικό Ανάλογο Νουκλεοσιδίου
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων
Η τριφλουριδίνη είναι ένα Αντιιικό Ανάλογο Νουκλεοσιδίου και Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων. Ο μηχανισμός δράσης της τριφλουριδίνης είναι ως Αναστολέας Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων.
TRIFLURIDINE
Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων [EPC]· Αντιιικό Ανάλογο Νουκλεοσιδίου [EPC]· Ανάλογο Νουκλεοσιδίου [EXT]· Αναστολείς Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατηγοριοποίηση MeSH Φαρμακολογίας
Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά εμφανιζόμενους μεταβολίτες, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν στις φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ. 2033)
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην πρόληψη ή τη θεραπεία VIRAL ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ. Ορισμένοι από τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να δράσουν περιλαμβάνουν την πρόληψη της ιικής αναπαραγωγής με την αναστολή της ιικής DNA πολυμεράσης· τη σύνδεση με συγκεκριμένους υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και την αναστολή της ιικής διείσδυσης ή αποκάψωσης· την αναστολή της ιικής πρωτεϊνοσύνθεσης· ή το μπλοκάρισμα των τελικών σταδίων συναρμολόγησης του ιού.