TERIPARATIDE
Τεριπαρατίδη
**Φαρμακοδυναμική** Η τεριπαρατίδη είναι ένα ανάλογο της παραθορμόνης (PTH) που διεγείρει το σχηματισμό οστού τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες. Αυξάνει την οστική μάζα, αυξάνει τους δείκτες σχηματισμού οστού όπως η οστεοειδική αλκαλική φωσφατάση (BSAP) και η προκολλαγόνη Ι …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-MOVYMIA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: υποδόρια ένεση
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως
- Δόση έναρξης: 20 μικρογραμμάρια άπαξ ημερησίως
-
ΕνήλικεςΔόση20 μικρογραμμάριαΆπαξ ημερησίως. Μέγιστη συνολική διάρκεια θεραπείας 24 μήνες, δεν πρέπει να επαναληφθεί.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΔεν πρέπει να λαμβάνεται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκειαΝα χορηγείται με προσοχή.
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΝα χορηγείται με προσοχή (δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα).
-
Παιδιά και έφηβοι (<18 ετών) ή έφηβοι με ανοικτές επιφύσειςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
block
SPC-MOVYMIA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Κύηση και θηλασμός (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).
-
Προϋπάρχουσα υπερασβεστιαιμία.
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
-
Άλλες μεταβολικές παθήσεις των οστών (περιλαμβανομένου του υπερπαραθυρεοειδισμού και της νόσου Paget των οστών) εκτός της πρωτοπαθούς οστεοπόρωσης ή οστεοπόρωσης οφειλόμενης σε θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή.
-
Μη-ερμηνεύσιμες αυξήσεις των τιμών της αλκαλικής φωσφατάσης.
-
Προηγούμενη εξωτερική ακτινοβολία ή ακτινοθεραπεία μέσω εμφυτεύματος, στο σκελετό.
-
Κακοήθειες σκελετού ή οστικές μεταστάσειςΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
SPC-MOVYMIA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ασβέστιο στο πλάσμαΠληθυσμόςΑσθενείς με φυσιολογικές αρχικές τιμές ασβεστίουΣε περίπτωση αιματολογικής εξέτασης, το δείγμα αίματος να ληφθεί τουλάχιστον 16 ώρες μετά την προηγούμενη ένεση τεριπαρατίδης.
-
Ασβέστιο στα ούραΗ τεριπαρατίδη ενδέχεται να προκαλέσει μικρές αυξήσεις στην απέκκριση ασβεστίου στα ούρα.
-
ΝεφρολιθίασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργή ή πρόσφατη νεφρολιθίασηΝα χορηγείται με προσοχή λόγω πιθανότητας επιδείνωσης της κατάστασης.
-
Ορθοστατική υπότασηΣε περίπτωση εμφάνισης, ο ασθενής να τεθεί σε οριζόντια θέση. Δεν εμποδίζεται η περαιτέρω συνέχιση της αγωγής.
-
Νεφρική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκειαΤο φάρμακο πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Χρήση σε νεότερους ενήλικεςΠληθυσμόςΠληθυσμός νεότερων ενηλίκων, περιλαμβανομένων και των προεμμηνοπαυσιακών γυναικώνΗ θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά μόνο όταν η εκτίμηση του αναμενόμενου οφέλους έναντι του κινδύνου, υπερέχει σημαντικά.
-
Αντισύλληψη / ΚύησηΠληθυσμόςΓυναίκες που έχουν τη δυνατότητα να κυοφορήσουνΝα χρησιμοποιήσουν μια αξιόπιστη μέθοδο αντισύλληψης. Εάν υπάρξει εγκυμοσύνη, η χορήγηση της τεριπαρατίδης πρέπει να διακοπεί.
-
Διάρκεια θεραπείας / ΟστεοσάρκωμαΗ συνιστώμενη διάρκεια της αγωγής δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 24 μήνες.
-
Ιχνηλασιμότητα βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντωνΤο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
-
Περιεκτικότητα νατρίουΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά μονάδα δόσης, είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
SPC-MOVYMIA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΗ υπερασβεστιαιμία μπορεί να προδιαθέσει σε τοξικό δακτυλιδισμόΣύστασηΝα χορηγείται με προσοχή.
-
Δεν αναφέρθηκαν σημαντικές κλινικές αλληλεπιδράσεις
-
Ραλοξιφαίνη ή Θεραπεία υποκατάστασης ορμονώνΔεν επηρέασε τις επιδράσεις της τεριπαρατίδης στα επίπεδα ασβεστίου ή στα ανεπιθύμητα συμβάματα
sick
SPC-MOVYMIA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Αναφυλαξία
- Υπερχοληστερολαιμία
- Υπερασβεστιαιμία
- Υπερουριχαιμία
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Κατάθλιψη
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Ισχιαλγία
- Συγκοπή
- Ίλιγγος
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Υπόταση
- Δύσπνοια
- Εμφύσημα
- Ναυτία
- Έμετος
- Κήλη οισοφαγικού τρήματος
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Αιμορροΐδες
- Αυξημένη εφίδρωση
- Μυϊκές κράμπες
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Πόνος σε άκρο
- Κράμπες στην πλάτη/πόνος*
- Ακράτεια ούρων
- Πολυουρία
- Επιτακτική ούρηση
- Νεφρολιθίαση
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Κόπωση
- Θωρακικό άλγος
- Εξασθένιση
- Ερύθημα θέσης ένεσης
- Αντίδραση στη θέση ένεσης
- Ήπια και παροδικά συμβάματα στο σημείο της ένεσης (άλγος, διόγκωση, ερύθημα, τοπικοί μώλωπες, κνησμός, ελαφρά αιμορραγία)
- Πιθανά αλλεργικά συμβάματα αμέσως μετά την ένεση (οξεία δύσπνοια, οίδημα προσώπου-στόματος, γενικευμένη κνίδωση, θωρακικό άλγος, οίδημα (κυρίως περιφερικό))
- Καρδιακό φύσημα
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΠόνος σε άκροΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΉπια και παροδικά συμβάματα στο σημείο της ένεσης (άλγος, διόγκωση, ερύθημα, τοπικοί μώλωπες, κνησμός, ελαφρά αιμορραγία)Γενικές Διαταραχές και Καταστάσεις της Οδού Χορήγησης
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑιμορροΐδεςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑντίδραση στη θέση ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη εφίδρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕμφύσημαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕπιτακτική ούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΕρύθημα θέσης ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΙσχιαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚήλη οισοφαγικού τρήματοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚαρδιακό φύσημαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΚράμπες στην πλάτη/πόνος*Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝεφρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΠιθανά αλλεργικά συμβάματα αμέσως μετά την ένεση (οξεία δύσπνοια, οίδημα προσώπου-στόματος, γενικευμένη κνίδωση, θωρακικό άλγος, οίδημα (κυρίως περιφερικό))Γενικές Διαταραχές και Καταστάσεις της Οδού Χορήγησης
-
ΣπάνιεςΣυγκοπήΝευρικό
pregnant_woman
SPC-MOVYMIA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΗ χορήγηση του Movymia αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι γυναίκες που έχουν τη δυνατότητα να κυοφορήσουν θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν αξιόπιστες μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια χρήσης της τεριπαρατίδης. Εάν υπάρξει εγκυμοσύνη, η χορήγηση πρέπει να διακοπεί.
-
ΓαλουχίαΤο Movymia αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.Δεν είναι γνωστό εάν η τεριπαρατίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΜελέτες σε κουνέλια έδειξαν ευρήματα τοξικότητας στην αναπαραγωγή (βλέπε Προκλινικά δεδομένα). Η επίδραση της τεριπαρατίδης στην ανάπτυξη του ανθρώπινου εμβρύου δεν έχει μελετηθεί. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-MOVYMIA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-MOVYMIA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Κατανομή Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 1,7 l/kg. Ο χρόνος ημιζωής της τεριπαρατίδης είναι περίπου 1 ώρα μετά την υποδόρια ένεση, καθώς το διάστημα αυτό απαιτείται για την απορρόφηση του φαρμάκου από το σημείο της ένεσης. ### Βιομετασχηματισμός…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ασβέστιο πλάσματος (Ca) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Σε περίπτωση αιματολογικής εξέτασης | Μετά ένεση τεριπαρατίδης |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-MOVYMIA
expand_more
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση του Movymia είναι 20 μικρογραμμάρια άπαξ ημερησίως.
Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν συμπληρώματα ασβεστίου και βιταμίνης D, εάν έχουν διατροφή χαμηλής περιεκτικότητας στα ανωτέρω.
Η μέγιστη συνολική διάρκεια της αγωγής με τεριπαρατίδη πρέπει να είναι 24 μήνες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η 24μηνη θεραπεία με τεριπαρατίδη δεν πρέπει να επαναληφθεί στη διάρκεια ζωής του ασθενή.
Μετά την ολοκλήρωση της αγωγής με τεριπαρατίδη, οι ασθενείς μπορούν να συνεχίσουν με άλλη θεραπεία για την οστεοπόρωση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Nεφρική ανεπάρκεια
Η τεριπαρατίδη δεν πρέπει να λαμβάνεται από ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Αντενδείξεις). Σε ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια, η τεριπαρατίδη πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με ήπια νεφρική ανεπάρκεια.
Ηπατική ανεπάρκεια
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Επομένως, η χορήγηση της τεριπαρατίδης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.
Παιδιατρικός πληθυσμός και νέοι έφηβοι με ανοικτές επιφύσεις
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της τεριπαρατίδης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Η τεριπαρατίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας μικρότερης των 18 ετών) ή σε έφηβους ασθενείς με ανοικτές επιφύσεις.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του φαρμάκου σχετιζόμενη με την ηλικία του ασθενούς (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Τρόπος χορήγησης
Το Movymia θα πρέπει να χορηγείται άπαξ ημερησίως με υποδόρια ένεση στους μηρούς ή στην κοιλιά.
Θα πρέπει να χορηγείται αποκλειστικά με το επαναχρησιμοποιήσιμο ιατρικό σύστημα χορήγησης πολλαπλών δόσεων Movymia Pen και τις βελόνες ένεσης που αναφέρονται στις οδηγίες ως συμβατές, οι οποίες παρέχονται με τη συσκευή τύπου πένας. Η συσκευή τύπου πένας και οι βελόνες ένεσης δεν παρέχονται μαζί με το Movymia. Ωστόσο, για την έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί μία συσκευασία με φυσίγγιο και πένα που περιέχουν μία χάρτινη συσκευασία καρτέλας Movymia και μία χάρτινη συσκευασία Movymia Pen. Το Movymia δεν πρέπει να χρησιμοποιείται με καμία άλλη πένα.
Οι ασθενείς πρέπει να εκπαιδεύονται στη χρήση των σωστών διαδικασιών ένεσης (βλ. Πρόληψη και χειρισμός). Επίσης, στο κουτί του συστήματος χορήγησης περιλαμβάνονται οδηγίες χρήσης, οι οποίες διατίθενται για την εκπαίδευση των ασθενών σχετικά με την ορθή χρήση της πένας.
Η ημερομηνία της πρώτης ένεσης θα πρέπει επίσης να αναγράφεται στο εξωτερικό κουτί του Movymia (βλ. παρεχόμενο κενό χώρο στο κουτί: {Πρώτη χρήση:}).
block
Αντενδείξεις
SPC-MOVYMIA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Κύηση και θηλασμός (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).
- Προϋπάρχουσα υπερασβεστιαιμία.
- Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
- Άλλες μεταβολικές παθήσεις των οστών (περιλαμβανομένου του υπερπαραθυρεοειδισμού και της νόσου Paget των οστών) εκτός της πρωτοπαθούς οστεοπόρωσης ή οστεοπόρωσης οφειλόμενης σε θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή.
- Μη-ερμηνεύσιμες αυξήσεις των τιμών της αλκαλικής φωσφατάσης.
- Προηγούμενη εξωτερική ακτινοβολία ή ακτινοθεραπεία μέσω εμφυτεύματος, στο σκελετό.
- Ασθενείς με κακοήθειες σκελετού ή οστικές μεταστάσεις θα πρέπει να εξαιρούνται της θεραπείας με τεριπαρατίδη.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-MOVYMIA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ασβέστιο στο πλάσμα και στα ούρα
Σε ασθενείς με φυσιολογικές αρχικές τιμές ασβεστίου, έχουν παρατηρηθεί μικρές και παροδικές αυξήσεις των συγκεντρώσεων του ασβεστίου πλάσματος, μετά την ένεση της τεριπαρατίδης. Οι συγκεντρώσεις του ασβεστίου στο πλάσμα φθάνουν τις μέγιστες τιμές στο χρονικό διάστημα από 4 έως 6 ώρες και επιστρέφουν στις αρχικές τιμές στο χρονικό διάστημα από 16 έως 24 ώρες μετά από κάθε ένεση της τεριπαρατίδης. Επομένως, σε περίπτωση αιματολογικής εξέτασης του ασθενούς, για μέτρηση ασβεστίου πλάσματος, θα πρέπει το δείγμα αίματος να ληφθεί τουλάχιστον 16 ώρες μετά την προηγούμενη ένεση τεριπαρατίδης. Δεν απαιτείται τακτικός έλεγχος των επιπέδων ασβεστίου κατά τη διάρκεια της αγωγής.
Η τεριπαρατίδη ενδέχεται να προκαλέσει μικρές αυξήσεις στην απέκκριση ασβεστίου στα ούρα, αλλά η συχνότητα εμφάνισης υπερασβεστιουρίας δεν διέφερε από αυτή της ομάδας ελέγχου- εικονικού φαρμάκου (placebo), στις κλινικές μελέτες.
Νεφρολιθίαση
Η τεριπαρατίδη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ενεργή νεφρολιθίαση. Η τεριπαρατίδη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ενεργή ή πρόσφατη νεφρολιθίαση λόγω πιθανότητας επιδείνωσης της κατάστασης αυτής.
Ορθοστατική υπόταση
Σε βραχυχρόνιες κλινικές μελέτες με τεριπαρατίδη έχουν αναφερθεί μεμονωμένα περιστατικά παροδικής ορθοστατικής υπότασης. Τυπικά, ένα τέτοιο συμβάν μπορεί να εμφανισθεί εντός 4 ωρών από τη χορήγηση της δόσης και κατόπιν αναμένεται να αποδράμει αφ’εαυτού εντός μερικών λεπτών έως ωρών. Η παροδική ορθοστατική υπόταση, η οποία μπορεί να εμφανισθεί μετά τη χορήγηση ορισμένων αρχικών δόσεων, παρέρχεται όταν ο ασθενής τεθεί σε οριζόντια θέση (ξαπλώσει) και δεν εμποδίζεται η περαιτέρω συνέχιση της αγωγής του φαρμάκου αυτού.
Νεφρική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια, το φάρμακο πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
Πληθυσμός νεότερων ενηλίκων
Η εμπειρία σε πληθυσμό νεότερων ενηλίκων, περιλαμβανομένων και των προεμμηνοπαυσιακών γυναικών, είναι περιορισμένη (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά μόνο όταν η εκτίμηση του αναμενόμενου οφέλους έναντι του κινδύνου, υπερέχει σημαντικά σε αυτόν τον πληθυσμό.
Οι γυναίκες που έχουν τη δυνατότητα να κυοφορήσουν θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν μια αξιόπιστη μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια χρήσης της τεριπαρατίδης. Εάν υπάρξει εγκυμοσύνη, η χορήγηση της τεριπαρατίδης πρέπει να διακοπεί.
Διάρκεια θεραπείας
Σε μελέτες με αρουραίους παρατηρήθηκε αύξηση της συχνότητας οστεοσαρκώματος με τη μακροχρόνια χορήγηση της τεριπαρατίδης (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Μέχρι περαιτέρω κλινικά στοιχεία να είναι διαθέσιμα, η συνιστώμενη διάρκεια της αγωγής δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 24 μήνες.
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Έκδοχο
Tο φαρμακευτικό προϊόν αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά μονάδα δόσης, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-MOVYMIA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Σε μία μελέτη με 15 υγιείς εθελοντές, οι οποίοι έλαβαν ημερήσια δόση διγοξίνης μέχρι την επίτευξη σταθερής κατάστασης, η χορήγηση μίας δόσης τεριπαρατίδης δεν επηρέασε τις καρδιακές επιδράσεις της διγοξίνης. Παρόλα αυτά, έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις όπου ενδέχεται η υπερασβεστιαιμία να προδιαθέτει τους ασθενείς σε τοξικό δακτυλιδισμό. Επειδή, η τεριπαρατίδη αυξάνει παροδικά τις συγκεντρώσεις του ασβεστίου του πλάσματος, η τεριπαρατίδη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν δακτυλίτιδα.
Η τεριπαρατίδη έχει εξετασθεί σε φαρμακοδυναμικές μελέτες αλληλεπίδρασης με υδροχλωροθειαζίδη. Δεν αναφέρθηκαν σημαντικές κλινικές αλληλεπιδράσεις.
Η συγχορήγηση της ραλοξιφαίνης, ή της θεραπείας υποκατάστασης ορμονών, με τεριπαρατίδη δεν επηρέασε τις επιδράσεις της τεριπαρατίδης στα επίπεδα του ασβεστίου του πλάσματος ή των ούρων ή στα κλινικά ανεπιθύμητα συμβάματα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-MOVYMIA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στους ασθενείς που έλαβαν τεριπαρατίδη, είναι ναυτία, πόνος σε άκρο, κεφαλαλγία και ζάλη.
Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Στις κλινικές μελέτες της τεριπαρατίδης αναφέρθηκε μία (1) τουλάχιστον ανεπιθύμητη ενέργεια, σε ποσοστό 82,8% των ασθενών με τεριπαρατίδη και σε ποσοστό 84,5% των ασθενών με εικονικό φάρμακο (placebo).
Ο ακόλουθος πίνακας περιλαμβάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη χρήση της τεριπαρατίδης σε κλινικές μελέτες οστεοπόρωσης και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος.
Η ακόλουθη ομαδοποίηση έχει χρησιμοποιηθεί για την κατάταξη των ανεπιθύμητων ενεργειών: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100) και σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000).
*Σοβαρές περιπτώσεις από κράμπες στην πλάτη ή πόνο έχουν αναφερθεί μέσα στα πρώτα λεπτά της ένεσης.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Σε κλινικές μελέτες της τεριπαρατίδης οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν με συχνότητα ≥ 1% στους ασθενείς με τεριπαρατίδη σε σύγκριση με τους ασθενείς με εικονικό φάρμακο (placebo): ίλιγγος, ναυτία, πόνος σε άκρο, ζάλη, κατάθλιψη, δύσπνοια.
Η τεριπαρατίδη αυξάνει τις συγκεντρώσεις του ουρικού οξέος στο πλάσμα. Στις κλινικές μελέτες, ποσοστό 2,8% των ασθενών με τεριπαρατίδη, εμφάνισαν συγκεντρώσεις του ουρικού οξέος στο πλάσμα, μεγαλύτερες των ανώτερων φυσιολογικών τιμών, συγκριτικά με ποσοστό 0,7% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo). Παρόλα αυτά, η υπεουριχαιμία δεν προκάλεσε αύξηση της ουρικής αρθρίτιδας, αρθραλγίας ή ουρολιθίασης.
Σε μία μεγάλη κλινική μελέτη, σχηματισμός αντισωμάτων σε διασταυρούμενη αντίδραση με τη τεριπαρατίδη, παρατηρήθηκε σε ποσοστό 2,8% των γυναικών που έλαβαν τεριπαρατίδη. Γενικά, σχηματισμός αντισωμάτων παρατηρήθηκε μόνο μετά την πάροδο 12 μηνών θεραπείας και ελαχιστοποιείται μετά την ολοκλήρωση και διακοπή της αγωγής. Δεν αναφέρθηκαν αντιδράσεις υπερευαισθησίας, αλλεργικές αντιδράσεις, επιδράσεις στις συγκεντρώσεις ασβεστίου ή επιδράσεις στην Οστική Πυκνότητα (BMD).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-MOVYMIA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες που έχουν τη δυνατότητα να κυοφορήσουν / Αντισύλληψη στις γυναίκες
Οι γυναίκες που έχουν τη δυνατότητα να κυοφορήσουν θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν αξιόπιστες μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια χρήσης της τεριπαρατίδης. Εάν υπάρξει εγκυμοσύνη, η χορήγηση της Movymia πρέπει να διακοπεί.
Κύηση
Η χορήγηση του Movymia αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ. Αντενδείξεις).
Θηλασμός
Το Movymia αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Δεν είναι γνωστό εάν η τεριπαρατίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Γονιμότητα
Μελέτες σε κουνέλια έδειξαν ευρήματα τοξικότητας στην αναπαραγωγή (βλέπε Προκλινικά δεδομένα). Η επίδραση της τεριπαρατίδης στην ανάπτυξη του ανθρώπινου εμβρύου δεν έχει μελετηθεί. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-MOVYMIA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ομοιόσταση ασβεστίου, παραθορμόνες και ανάλογα, κωδικός ATC: H05AA02.
Το Movymia είναι βιο-ομοειδές φαρμακευτικό προϊόν. Λεπτομερείς πληροφορίες είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.
Μηχανισμός δράσης
Η ενδογενής παραθορμόνη (PTH), με την 84-αμινοξική αλληλουχία αυτής, είναι ο πρωταρχικός ρυθμιστής του μεταβολισμού του ασβεστίου και του φωσφόρου στα οστά και στους νεφρούς. Η τεριπαρατίδη (rhPTH(1-34)) είναι το δραστικό (ενεργό) τμήμα (1-34) της ενδογενούς ανθρώπινης παραθορμόνης. Οι φυσιολογικές δράσεις της παραθορμόνης (PTH) περιλαμβάνουν τη διέγερση της οστικής παραγωγής, με άμεσες επιδράσεις στα κύτταρα οστικής παραγωγής (οστεοβλάστες), καθώς και έμμεσες επιδράσεις αυξάνοντας την εντερική απορρόφηση του ασβεστίου και αυξάνοντας την επαναπορρόφηση του ασβεστίου από τα νεφρικά σωληνάρια και την απέκκριση του φωσφόρου από τους νεφρούς.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η τεριπαρατίδη είναι ένας οστεοπαραγωγικός παράγοντας για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης. Οι δράσεις της τεριπαρατίδης στο σκελετό εξαρτώνται από τον τρόπο της συστηματικής χορήγησης. Η ημερήσια χορήγηση της τεριπαρατίδης αυξάνει την εναπόθεση νέου οστού στις επιφάνειες του δοκιδώδους και φλοιώδους οστού μέσω διέγερσης κατά προτίμηση της οστεοβλαστικής δραστηριότητας έναντι της οστεοκλαστικής δραστηριότητας.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Παράγοντες κινδύνου
Οι ανεξάρτητοι παράγοντες κινδύνου, για παράδειγμα, χαμηλή BMD, ηλικία, ύπαρξη προηγούμενων καταγμάτων, οικογενειακό ιστορικό καταγμάτων του ισχίου, υψηλή οστική εναλλαγή και χαμηλός δείκτης μάζας σώματος θα πρέπει να ληφθούν υπόψη με σκοπό να προσδιοριστούν οι γυναίκες και οι άντρες με αυξημένο κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων που μπορούν να επωφεληθούν από αυτή τη θεραπεία.
Οι προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση οφειλόμενη σε θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ασθενείς σε υψηλό κίνδυνο για κάταγμα, εάν έχουν ήδη ένα προϋπάρχον κάταγμα ή ένα συνδυασμό παραγόντων κινδύνου που τους τοποθετεί σε υψηλό κίνδυνο για κάταγμα (π.χ. χαμηλή οστική πυκνότητα [π.χ., T score ≤ −2], συστηματική και υψηλή δόση θεραπείας με γλυκοκορτικοειδή [π.χ. ≥ 7.5 mg/ημερησίως για τουλάχιστον 6 μήνες], υψηλή υποκείμενη δραστηριότητα της νόσου, χαμηλά επίπεδα φυλετικών στεροειδών).
Μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση
Η πιλοτική κλινική μελέτη περιελάμβανε 1.637 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες (μέσης ηλικίας 69,5 ετών). Κατά την είσοδο στη μελέτη, 90% των ασθενών είχαν ήδη ένα ή περισσότερα σπονδυλικά κατάγματα, και κατά μέσο όρο, η σπονδυλική BMD ήταν 0,82 g/cm2 (ισοδύναμη με T-score = - 2,6). Όλες οι ασθενείς έλαβαν 1.000 mg ασβεστίου την ημέρα και τουλάχιστον 400 IU βιταμίνης D ημερησίως. Τα αποτελέσματα από τη θεραπεία, διάρκειας έως 24 μηνών (μέσης διάρκειας: 19 μηνών) με τεριπαρατίδη, έδειξαν στατιστικά σημαντική μείωση των καταγμάτων (βλέπε Πίνακα 1). Για να επιτευχθεί πρόληψη ενός ή περισσοτέρων νέων σπονδυλικών καταγμάτων, έντεκα (11) γυναίκες θα πρέπει να λάβουν θεραπεία με τεριπαρατίδη, με μέση διάρκεια αγωγής 19 μηνών.
| Placebo (N = 544) (%) | Τεριπαρατίδη (N = 541) (%) | Σχετικός κίνδυνος (95% CI) vs. placebo | |
|---|---|---|---|
| Νέο σπονδυλικό κάταγμα (≥ 1) α | 14,3 | 5,0 β | 0,35 (0,22, 0,55) |
| Πολλαπλά σπονδυλικά κατάγματα (≥ 2) α | 4,9 | 1,1 β | 0,23 (0,09, 0,60) |
| Μη-σπονδυλικά εύθραυστότητας κατάγματα γ | 5,5 | 2,6 δ | 0,47 (0,25, 0,87) |
| Κύρια μη-σπονδυλικά ευθραστότητας κατάγματα γ (ισχίο, κερκίδα, βραχιόνιο, πλευρά και λεκάνη) | 3,9 | 1,5 δ | 0,38 (0,17, 0,86) |
Συντμήσεις: Ν = αριθμός ασθενών που τυχαιοποιούνται σε κάθε ομάδα θεραπείας CI = Όρια Εμπιστοσύνης.
α Η επίπτωση των σπονδυλικών καταγμάτων αξιολογήθηκε σε 448 ασθενείς υπό αγωγή με εικονικό φάρμακο (placebo) και σε 444 ασθενείς υπό αγωγή με τεριπαρατίδη που είχαν αρχικές και ακόλουθες ακτινογραφίες σπονδυλικής στήλης β p≤ 0,001 συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo) γ Έχει αποδειχθεί σημαντική μείωση στη συχνότητα εμφάνισης των καταγμάτων του ισχίου δ p≤ 0,025 συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo).
Μετά την ολοκλήρωση της αγωγής διάρκειας 19 μηνών (μέση διάρκεια αγωγής), η οστική πυκνότητα (BMD) είχε αυξηθεί στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και στο ολικό ισχίο, κατά 9% και 4%, αντίστοιχα, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo) (p< 0,001).
Αποτελεσματικότητα μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας: Μετά την ολοκλήρωση της αγωγής με τεριπαρατίδη, 1.262 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες από την αρχική πιλοτική μελέτη, συμμετείχαν σε μια επακόλουθη μελέτη περαιτέρω κλινικής παρακολούθησης μετά την ολοκλήρωση της αρχικής αγωγής. Ο πρωταρχικός σκοπός της επακόλουθης αυτής μελέτης ήταν η συλλογή δεδομένων για την ασφάλεια της τεριπαρατίδης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου παρακολούθησης, οι ασθενείς μπορούσαν να λάβουν άλλη εγκεκριμένη αγωγή για την οστεοπόρωση και αξιολογήθηκε η περαιτέρω μείωση του κινδύνου εμφάνισης καταγμάτων.
Μετά την πάροδο μέσης διάρκειας 18 μηνών από την ολοκλήρωση και διακοπή της αρχικής αγωγής με τεριπαρατίδη, παρατηρήθηκε μια σημαντική ελάττωση κατά 41% (p=0,004), συγκριτικά με εικονικό φάρμακο (placebo), στον αριθμό των ασθενών με εμφάνιση ενός νέου σπονδυλικού κατάγματος.
Σε μία μελέτη ανοιχτού σχεδιασμού, 503 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με σοβαρή οστεοπόρωση και με κάταγμα ευθραυστότητας εντός των τελευταίων 3 ετών (83% είχαν λάβει παλαιότερα θεραπεία οστεοπόρωσης) έλαβαν θεραπεία με τεριπαρατίδη έως και 24 μήνες. Στους 24 μήνες θεραπείας, η μέση αύξηση από τις αρχικές τιμές της οστικής πυκνότητας BMD της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, του ολικού ισχίου και του αυχένα του μηριαίου οστού ήταν 10,5%, 2,6% και 3,9% αντίστοιχα. Η μέση αύξηση της οστικής πυκνότητας (BMD) από τους 18 έως τους 24 μήνες ήταν 1,4%, 1,2% και 1,6% στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, στο ολικό ισχίο και στον αυχένα του μηριαίου οστού αντίστοιχα.
Μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με συγκριτικό παράγοντα μελέτη Φάσης 4, διάρκειας 24 μηνών, περιέλαβε 1.360 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, με εγκατεστημένη οστεοπόρωση. 680 άτομα τυχαιοποιήθηκαν σε τεριπαρατίδη και 680 άτομα τυχαιοποιήθηκαν σε από του στόματος ρισεδρονάτη 35 mg/εβδομαδιαίως. Κατά την είσοδο στη μελέτη, η μέση ηλικία των γυναικών ήταν 72,1 έτη και είχαν κατά μέσο όρο 2 προϋπάρχοντα σπονδυλικά κατάγματα. 57,9% των ασθενών είχε παλαιότερα λάβει θεραπεία με διφωσφονικά και 18,8% έλαβαν συγχρόνως γλυκοκορτικοειδή, κατά τη διάρκεια της μελέτης. 1.013 (74,5%) ασθενείς ολοκλήρωσαν τους 24 μήνες παρακολούθησης. Η μέση (διάμεση) αθροιστική δόση γλυκοκορτικοειδών ήταν 474,3 (66,2) mg, στο σκέλος της τεριπαρατίδης και 898,0 (100,0) mg στο σκέλος της ρισεδρονάτης. Η μέση (διάμεση) πρόσληψη βιταμίνης D για το σκέλος της τεριπαρατίδης ήταν 1.433 IU/ημέρα (1.400 IU/ημέρα) και για το σκέλος της ρισεδρονάτης ήταν 1.191 IU/ημέρα (900 IU/ημέρα). Για τους ασθενείς που είχαν ακτινογραφίες σπονδυλικής στήλης κατά την ένταξή τους στη μελέτη και κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης η επίπτωση νέων σπονδυλικών καταγμάτων ήταν 28/516 (5,4%), στους ασθενείς υπό τεριπαρατίδη και 64/533 (12%) στους ασθενείς υπό ρισεδρονάτη, με σχετικό κίνδυνο (95% CI) = 0,44 (0,29-0,68), p< 0,0001. Η συνολική επίπτωση κλινικών καταγμάτων συγκεντρωτικά (κλινικά σπονδυλικά και μη σπονδυλικά κατάγματα) ήταν 4,8% στους ασθενείς υπό τεριπαρατίδη και 9,8% στους ασθενείς υπό ρισεδρονάτη, αναλογία κινδύνου (95% CI) = 0,48 (0,32-0,74), p=0,0009.
Οστεοπόρωση σε άνδρες
Εντάχθηκαν σε κλινική μελέτη 437 άντρες ασθενείς (μέσης ηλικίας 58,7 ετών) με υπογοναδισμό (ο οποίος ορίζεται ως η κατάσταση κατά την οποία οι πρωϊνές τιμές ελεύθερης τεστοστερόνης είναι χαμηλές ή οι τιμές FSH και LH είναι αυξημένες) ή με ιδιοπαθή οστεοπόρωση. Οι αρχικές μέσες τιμές BMD T-score στη σπονδυλική στήλη και στον αυχένα μηριαίου ήταν - 2,2 SD και - 2,1 αντίστοιχα. Κατά την ένταξη στη μελέτη, 35% των ασθενών είχαν σπονδυλικά κατάγματα και 59% είχαν μη-σπονδυλικά κατάγματα. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν 1.000 mg ασβεστίου ημερησίως και τουλάχιστον 400 IU βιταμίνης D ημερησίως. Παρατηρήθηκε ταχέως σημαντική αύξηση στην οστική πυκνότητα (BMD) της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, εντός μόλις 3 μηνών θεραπείας. Μετά την πάροδο 12 μηνών θεραπείας, η οστική πυκνότητα (BMD) αυξήθηκε στη σπονδυλική στήλη και στο ισχίο κατά 5% και 1%, αντίστοιχα, συγκριτικά με εικονικό φάρμακο (placebo). Ωστόσο, σημαντική επίδραση στη συχνότητα καταγμάτων δεν διαπιστώθηκε.
Οστεοπόρωση οφειλόμενη σε θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή
Η αποτελεσματικότητα της τεριπαρατίδης σε άντρες και γυναίκες (Ν=428) που λάμβαναν παρατεταμένη και συστηματική θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή (ισοδύναμη με 5 mg ή μεγαλύτερη πρεδνιζόνης για 3 μήνες το λιγότερο) παρουσιάστηκε στη 18-μηνη αρχική φάση, τυχαιοποιημένης, διπλά τυφλής, ελεγχόμενης με συγκριτικό φάρμακο μελέτης, συνολικής διάρκειας 36 μηνών (αλενδρονάτη 10 mg/ημερησίως). 28% των ασθενών είχαν ένα ή περισσότερα ακτινογραφικά σπονδυλικά κατάγματα στην αρχή της θεραπείας. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν δόση ασβεστίου 1.000 mg ημερησίως και 800 IU βιταμίνης D ημερησίως.
Η μελέτη αυτή περιελάμβανε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες (Ν=277), προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες (Ν=67) και άντρες (Ν=83). Στην αρχή της θεραπείας, οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες είχαν μέση ηλικία τα 61 έτη, μέση οστική πυκνότητα (BMD) της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης T score - 2,7, μέση δόση πρεδνιζόνης ισοδύναμη με 7,5 mg/ημερησίως και 34% είχαν ένα ή περισσότερα ακτινογραφικά σπονδυλικά κατάγματα. Οι προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες είχαν μέση ηλικία τα 37 έτη, μέση οστική πυκνότητα (BMD) της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης T score - 2,5, μέση δόση πρεδνιζόνης ισοδύναμη με 10 mg/ημερησίως και 9% είχαν ένα ή περισσότερα ακτινογραφικά σπονδυλικά κατάγματα. Οι άντρες είχαν μέση ηλικία 57 έτη, μέση οστική πυκνότητα (BMD) της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης T score - 2,2, μέση δόση πρεδνιζόνης ισοδύναμη με 10 mg/ημερησίως και 24% είχαν ένα ή περισσότερα ακτινογραφικά σπονδυλικά κατάγματα.
Το 69% των ασθενών ολοκλήρωσαν τη θεραπεία της 18-μηνης αρχικής φάσης. Στο τέλος της 18μηνης θεραπείας, η τεριπαρατίδη αύξησε σημαντικά την οστική πυκνότητα (BMD) της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (7,2%) σε σύγκριση με την αλενδρονάτη (3,4%) (p< 0,001). Η θεραπεία με τεριπαρατίδη αύξησε την οστική πυκνότητα (BMD) του ολικού ισχίου (3,6%) σε σύγκριση με την αλενδρονάτη (2,2%) (p< 0,001), καθώς και του αυχένα του μηριαίου οστού (3,7%) σε σύγκριση με την αλενδρονάτη (2,1%) (p< 0,05). Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τεριπαρατίδη, η BMD της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, του ολικού ισχίου και του αυχένα του μηριαίου οστού αυξήθηκαν επιπροσθέτως στο διάστημα μεταξύ 18 και 24 μηνών κατά 1,7%, 0,9% και 0,4%, αντίστοιχα.
Στους 36 μήνες, η ανάλυση των σπονδυλικών ακτινογραφιών από 169 ασθενείς στην ομάδα της αλενδρονάτης και από 173 ασθενείς στην ομάδα της τεριπαρατίδης έδειξε ότι 13 ασθενείς στην ομάδα της αλενδρονάτης (7,7%) παρουσίασαν ένα νέο σπονδυλικό κάταγμα σε σύγκριση με 3 ασθενείς στην ομάδα θεραπείας της τεριπαρατίδης (1,7%) (p=0,01). Επιπρόσθετα, 15 από τους 214 ασθενείς στην ομάδα της αλενδρονάτης (7,0%) παρουσίασαν μη σπονδυλικό κάταγμα σε σύγκριση με 16 από τους 214 ασθενείς στην ομάδα της τεριπαρατίδης (7,5%) (p=0,84).
Στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η αύξηση της οστικής πυκνότητας (BMD) από τις αρχικές τιμές στις τελικές τιμές μετά τη 18-μηνη θεραπεία, ήταν σημαντικά μεγαλύτερη στην ομάδα θεραπείας με τεριπαρατίδη σε σύγκριση με την ομάδα της αλενδρονάτης, στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης (4,2% έναντι − 1,9%, p< 0,001) και του ολικού ισχίου (3,8% έναντι 0,9%, p=0,005). Παρόλα αυτά, δεν παρουσιάστηκε καμμία σημαντική επίδραση στο βαθμό καταγμάτων.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-MOVYMIA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 1,7 l/kg. Ο χρόνος ημιζωής της τεριπαρατίδης είναι περίπου 1 ώρα μετά την υποδόρια ένεση, καθώς το διάστημα αυτό απαιτείται για την απορρόφηση του φαρμάκου από το σημείο της ένεσης.
Βιομετασχηματισμός
Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες για το μεταβολισμό ή την απέκκριση της τεριπαρατίδης αλλά ο περιφερικός μεταβολισμός της παραθορμόνης θεωρείται ότι πραγματοποιείται κυρίως στο ήπαρ και τους νεφρούς.
Αποβολή
Η τεριπαρατίδη αποβάλλεται μέσω της ηπατικής και της εξω-ηπατικής κάθαρσης (περίπου 62 l/hr στις γυναίκες και 94 l/hr στους άνδρες).
Ηλικιωμένοι
Δεν έχουν αναφερθεί φαρμακοκινητικές διαφορές της τεριπαρατίδης σχετιζόμενες με την ηλικία του ασθενούς (ηλικίας από 31 έως 85 ετών). Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ηλικιωμένους ασθενείς.
ΕΟΦ · 10.7.1
Καλσιτονίνη, Παραθορμόνη και Σιναλσέτη
expand_more
Καλσιτονίνη, Παραθορμόνη και Σιναλσέτη
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η τεριπαρατίδη είναι ένα ανάλογο της παραθορμόνης (PTH) που διεγείρει το σχηματισμό οστού τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες. Αυξάνει την οστική μάζα, αυξάνει τους δείκτες σχηματισμού οστού όπως η οστεοειδική αλκαλική φωσφατάση (BSAP) και η προκολλαγόνη Ι καρβοξυλική προπεπτίδιο (PICP), και αυξάνει την οστική αντοχή. Όπως η ενδογενής PTH, η τεριπαρατίδη επηρεάζει την ομοιόσταση του ασβεστίου και του φωσφόρου. Προκαλεί παροδική αύξηση στα επίπεδα ασβεστίου ορού και αυξάνει την απέκκριση ασβεστίου στα ούρα. Σε κλινικές δοκιμές, προκάλεσε επίσης παροδική φωσφατουρία και ήπιες παροδικές μειώσεις στη συγκέντρωση φωσφόρου ορού.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η παραθορμόνη (PTH) είναι μια ενδογενής ορμόνη που ρυθμίζει το μεταβολισμό του ασβεστίου και του φωσφόρου στα οστά και τα νεφρά. Ρυθμίζει τον οστικό μεταβολισμό, την επαναρρόφηση ασβεστίου και φωσφόρου στους νεφρικούς σωληναρίσκους και την απορρόφηση ασβεστίου στο έντερο. Διαμεσολαβεί τις φυσιολογικές της δράσεις δεσμευόμενη στους υποδοχείς PTH. Υπερβολική PTH - όπως σε ορισμένες καταστάσεις ασθενειών όπως ο υπερπαραθυρεοειδισμός - μπορεί να προκαλέσει αυξημένη δραστηριστηριότητα οστεοκλαστών και επιταχυνόμενη οστική απορρόφηση. Ενδιαφέρον είναι ότι οι επιδράσεις της PTH εξαρτώνται από τη δόση και το πρότυπο έκθεσης της PTH στα οστά. Η συνεχής έκθεση σε PTH προάγει την οστική απορρόφηση, ενώ η διαλείπουσα έκθεση σε PTH χαμηλής δόσης μπορεί να προκαλέσει σχηματισμό οστού πιο ευνοϊκά από την οστική απορρόφηση. Ομοίως, οι σκελετικές επιδράσεις της τεριπαρατίδης εξαρτώνται από το πρότυπο συστηματικής έκθεσης. Η χορήγηση τεριπαρατίδης μία φορά την ημέρα διεγείρει τον νέο σχηματισμό οστού στις δικτυωτές και φλοιώδεις (περιοστικές ή/και ενδοστεϊκές) επιφάνειες των οστών μέσω προτιμησιακής διέγερσης της οστεοβλαστικής δραστηριότητας έναντι της οστεοκλαστικής δραστηριότητας. Η τεριπαρατίδη διαμεσολαβεί τις οστεοαναβολικές της δράσεις δεσμευόμενη στο Ν-τελικό τμήμα στους υποδοχείς τύπου 1 PTH (PTH type 1R), οι οποίοι είναι υποδοχείς συζευγμένοι με G-πρωτεΐνη που εκφράζονται σε διάφορα κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των οστεοβλαστών, των οστεοκυττάρων και των νεφρικών σωληναριακών κυττάρων. Η δέσμευση της τεριπαρατίδης στους υποδοχείς PTH των οστεοβλαστών ενεργοποιεί τις κατωφερικές οδούς σηματοδότησης που εξαρτώνται από PKA και PKC, οι οποίες προάγουν αναβολικά αποτελέσματα στα οστά. Για παράδειγμα, η τεριπαρατίδη αυξάνει την έκφραση προ-οστεοκλαστογενών κυτοκινών όπως ο ενεργοποιητής υποδοχέα του πυρηνικού παράγοντα κάππα-Β συνδέτης (RANKL) και ο παράγοντας διέγερσης αποικιών μακροφάγων. Επίσης, ρυθμίζει ανοδικά τη μεταγραφική έκφραση αυξητικών παραγόντων προ-οστεοβλαστογένεσης όπως ο αυξητικός παράγοντας 1 παρόμοιος με την ινσουλίνη (IGF1) και ο αυξητικός παράγοντας ινοβλαστών 2 (FGF2). Η τεριπαρατίδη ρυθμίζει επίσης καθοδικά τη σύνθεση της σκληροστινίνης, η οποία είναι αρνητικός ρυθμιστής του σχηματισμού οστού. Προάγει επίσης τη διαφοροποίηση των οστεοβλαστών.
Οι σκελετικές επιδράσεις της τεριπαρατίδης εξαρτώνται από το πρότυπο συστηματικής έκθεσης. Η χορήγηση τεριπαρατίδης μία φορά την ημέρα διεγείρει τον νέο σχηματισμό οστού στις δικτυωτές και φλοιώδεις (περιοστικές ή/και ενδοστεϊκές) επιφάνειες των οστών μέσω προτιμησιακής διέγερσης της οστεοβλαστικής δραστηριότητας έναντι της οστεοκλαστικής δραστηριότητας. Σε μελέτες σε πιθήκους, η τεριπαρατίδη βελτίωσε τη δικτυωτή μικροαρχιτεκτονική και αύξησε την οστική μάζα και αντοχή διεγείροντας τον νέο σχηματισμό οστού τόσο σε οστικό μυελό όσο και σε φλοιώδη οστά. Σε ανθρώπους, τα αναβολικά αποτελέσματα της τεριπαρατίδης εκδηλώνονται ως αύξηση της οστικής μάζας, αύξηση των δεικτών οστικού σχηματισμού και απορρόφησης, και αύξηση της οστικής αντοχής. Αντίθετα, η συνεχής υπερβολή ενδογενούς PTH, όπως συμβαίνει στον υπερπαραθυρεοειδισμό, μπορεί να είναι επιβλαβής για τον σκελετό, επειδή η οστική απορρόφηση μπορεί να διεγερθεί περισσότερο από τον σχηματισμό οστού.
Η ενδογενής παραθορμόνη (PTH) 84 αμινοξέων είναι ο κύριος ρυθμιστής του μεταβολισμού του ασβεστίου και του φωσφόρου στα οστά και τα νεφρά. Οι φυσιολογικές δράσεις της PTH περιλαμβάνουν τη ρύθμιση του οστικού μεταβολισμού, την νεφρική σωληναριακή επαναρρόφηση ασβεστίου και φωσφόρου, και την εντερική απορρόφηση ασβεστίου. Οι βιολογικές δράσεις της PTH και της τεριπαρατίδης διαμεσολαβούνται μέσω της δέσμευσης σε ειδικούς υποδοχείς υψηλής συγγένειας στην επιφάνεια των κυττάρων. Η τεριπαρατίδη και τα 34 Ν-τελικά αμινοξέα της PTH δεσμεύονται σε αυτούς τους υποδοχείς με την ίδια συγγένεια και έχουν τις ίδιες φυσιολογικές δράσεις στα οστά και τα νεφρά. Η τεριπαρατίδη δεν αναμένεται να συσσωρευτεί στα οστά ή σε άλλους ιστούς.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 95%. Το πεπτίδιο φτάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις ορού περίπου 30 λεπτά μετά από υποδόρια ένεση δόσης 20 mcg και μειώνεται σε μη ποσοτικοποιήσιμες συγκεντρώσεις εντός τριών ωρών.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες απέκκρισης με τεριπαρατίδη. Πιστεύεται ότι απεκκρίνεται μέσω των νεφρών.
Ο όγκος κατανομής μετά από ενδοφλέβια έγχυση είναι περίπου 0,12 L/kg. Η τεριπαρατίδη δεν αναμένεται να συσσωρευτεί στα οστά ή σε άλλους ιστούς.
Η συστηματική κάθαρση της τεριπαρατίδης είναι περίπου 62 L/ώρα σε γυναίκες και 94 L/ώρα σε άνδρες. Υπερβαίνει τον ρυθμό της φυσιολογικής ηπατικής ροής πλάσματος, συμβατό με ηπατική και εξωηπατική κάθαρση.
Η συστηματική κάθαρση της τεριπαρατίδης (περίπου 62 L/ώρα σε γυναίκες και 94 L/ώρα σε άνδρες) υπερβαίνει τον ρυθμό της φυσιολογικής ηπατικής ροής πλάσματος, συμβατό με ηπατική και εξωηπατική κάθαρση. Ο όγκος κατανομής, μετά από ενδοφλέβια έγχυση, είναι περίπου 0,12 L/kg. Η διατομεακή μεταβλητότητα στη συστηματική κάθαρση και τον όγκο κατανομής είναι 25% έως 50%.
Η τεριπαρατίδη απορροφάται εκτενώς μετά από υποδόρια ένεση· η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 95% με βάση συνδυασμένα δεδομένα από δόσεις 20, 40 και 80 μg. Οι ρυθμοί απορρόφησης και αποβολής είναι ταχείς. Το πεπτίδιο φτάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις ορού περίπου 30 λεπτά μετά από υποδόρια ένεση δόσης 20 μg και μειώνεται σε μη ποσοτικοποιήσιμες συγκεντρώσεις εντός 3 ωρών.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες μεταβολισμού με τεριπαρατίδη. Ο περιφερικός μεταβολισμός της PTH πιστεύεται ότι συμβαίνει μέσω μη ειδικών ενζυμικών μηχανισμών στο ήπαρ.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τεριπαρατίδης στον ορό ήταν περίπου μία ώρα μετά από υποδόρια χορήγηση.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τεριπαρατίδης στον ορό είναι 5 λεπτά όταν χορηγείται με ενδοφλέβια ένεση και περίπου 1 ώρα όταν χορηγείται με υποδόρια ένεση. Ο μεγαλύτερος χρόνος ημίσειας ζωής μετά από υποδόρια χορήγηση αντικατοπτρίζει τον χρόνο που απαιτείται για την απορρόφηση από το σημείο της ένεσης.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ορμόνες και μόρια με δράσεις που ρυθμίζουν το ασβέστιο και δρουν παρόμοια με ορμόνες, τροποποιώντας την ΟΣΤΕΟΛΥΣΗ και άλλες εξωσκελετικές δραστηριότητες για τη διατήρηση της ομοιόστασης του ασβεστίου.
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΕΟΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ή/και ευνοούν την ΟΣΤΕΟΜΕΤΑΛΛΩΣΗ και την ΟΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και τη θεραπεία ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΟΣΤΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
10T9CSU89I
TERIPARATIDE
Χημική Δομή [CS] - Παραθορμόνη
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανάλογο Παραθορμόνης
Η τεριπαρατίδη είναι ένα Ανάλογο Παραθορμόνης.
TERIPARATIDE
Ανάλογο Παραθορμόνης [EPC]· Παραθορμόνη [CS]
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Pharm-Male H05AA02Φαρμακευτική αγωγή — Άνδρες ≥ 50 ετώνΆνδρες ≥ 50 ετών με ένδειξη θεραπείαςΔοσολογία: 20 μg sc/ημέρα · 2 χρόνια
-
ΒΗΜΑ Pharm-Anabolic-First H05AA02Πολύ υψηλός κίνδυνος — Οστεοαναβολικός παράγοντας 1ης γραμμήςT-score ≤ -3.5, ή T-score ≤ -2.5 + κάταγμα ισχίου/πυέλου/2+ σπονδυλικά, ή πρόσφατο κάταγμα (τελευταία 2 έτη)Δοσολογία: 20 μg sc/ημέρα · Υποχρεωτικά 24 μήνες
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ορμόνες και μόρια με δράσεις που ρυθμίζουν το ασβέστιο και δρουν παρόμοια με ορμόνες, τροποποιώντας την ΟΣΤΕΟΛΥΣΗ και άλλες εξωσκελετικές δραστηριότητες για τη διατήρηση της ομοιόστασης του ασβεστίου.
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΕΟΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ή/και ευνοούν την ΟΣΤΕΟΜΕΤΑΛΛΩΣΗ και την ΟΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΟΣΤΩΝ και τη θεραπεία ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΟΣΤΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ όπως η ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ.