TERBINAFINE
Τερβιναφίνη
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-TERILAM
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 250 mg μία φορά την ημέρα
-
ΠαιδιάΔόση62.5 mgβάρους < 20 kg
-
ΠαιδιάΔόση125 mgβάρους 20-40 kg
-
ΠαιδιάΔόση250 mgβάρους > 40 kg
-
ΠαιδιάΔόση125 mgβάρους < 40 kg για την θεραπεία φαρμακοδερματολογικών του τριχωτού της κεφαλής, όπου δεν είναι εφικτή η τοπική θεραπεία
-
ΕνήλικεςΔόση250 mg
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται ειδική ρύθμιση δόσης, αλλά να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα προϋπάρχουσας ηπατικής και νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
block
SPC-TERILAM
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που περιέχονται σε αυτή.Πληθυσμόςασθενής
warning
SPC-TERILAM
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χρόνια αναπνευστική αποφρακτική νόσοπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια αναπνευστική αποφρακτική νόσοΠριν τη συναπορύθμιση του [ΑΔΥΝΑΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ] πρέπει να αξιολογείται η σοβαρή προϋπάρχουσα αναπνευστική νόσος. Απατητοφικήτητα μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς με βαριά προϋπάρχουσα αναπνευστική νόσο.
-
Συμπτώματα επιδείνωσηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους συναπορρυθμίζονται [ΑΔΥΝΑΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ]Πρέπει να ενημερώνονται ώστε να αναφέρουν άμεσα τυχόν συμπτώματα επιδείνωσης (ανοιχτά, ναυτίας, ανορεξίας, καύσου, εμέτου, πόνου στο δεξιό υποχόνδριο, σκούρα ούρα ή ανοιχτόχρωμα κόπρανα). Σε ασθενείς με αυτά τα συμπτώματα απαιτείται διακοπή της δόσης από τη δραστική ανασταλτική ουσία και πρέπει να ζητείται άμεσα αξιολόγηση της αιτίας της δυσλειτουργίας.
-
Επιβαρυμένη νεφρική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με επιβαρυμένη νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 mL/min ή κρεατινίνη ορού μεγαλύτερη από 200µmol/L)Πρέπει να μειώνουν τη δόση από την κανονική δόση.
-
Συγχορήγηση με φάρμακα που μεταβολίζονται από το [ΑΔΥΝΑΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ]προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονες θεραπείες με φάρμακα που μεταβολίζονται κυρίως από αυτή την ένζυμο (π.χ. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, β-αναστολείς, ι-ανασταλείς, [αδύνατη ανάγνωση] αναστολείς, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI), αντιπηκτικά κουμαρινών (π.χ. Sintrom) και εκλεκτικοί αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAO-B [αδύνατη ανάγνωση]))θα πρέπει να την αξιολογήσουν [αδύνατη ανάγνωση] αν τη συγχορηγήσουν [αδύνατη ανάγνωση] φάρμακα με ήδη σημαντικό θεραπευτικό όριο (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
SPC-TERILAM
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση κάθαρσης τερβιναφίνης κατά 100%.ΣύστασηΑπαιτείται ρύθμιση δοσολογίας της τερβιναφίνης.
-
προσοχήΜείωση κάθαρσης τερβιναφίνης κατά 33%, αύξηση συγκέντρωσης τερβιναφίνης.
-
προσοχήΜείωση κάθαρσης καφεΐνης κατά 19%, αύξηση συγκέντρωσης καφεΐνης.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικάπροσοχήΑύξηση πλασματικών επιπέδων λόγω αναστολής CYP2D6.ΣύστασηΠιθανώς κλινικά σημαντικό, ιδιαίτερα για φάρμακα με στενό θεραπευτικό δείκτη. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
-
Β-αναστολείςπροσοχήΑύξηση πλασματικών επιπέδων λόγω αναστολής CYP2D6.ΣύστασηΠιθανώς κλινικά σημαντικό, ιδιαίτερα για φάρμακα με στενό θεραπευτικό δείκτη. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
-
Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs)προσοχήΑύξηση πλασματικών επιπέδων λόγω αναστολής CYP2D6.ΣύστασηΠιθανώς κλινικά σημαντικό, ιδιαίτερα για φάρμακα με στενό θεραπευτικό δείκτη. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
-
Αντιαρρυθμικά κλάσης IC (π.χ. φλεκαινίδη, προπαφαινόνη)προσοχήΑύξηση πλασματικών επιπέδων λόγω αναστολής CYP2D6.ΣύστασηΠιθανώς κλινικά σημαντικό, ιδιαίτερα για φάρμακα με στενό θεραπευτικό δείκτη. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
-
Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της νορεπινεφρίνης (π.χ. βενλαφαξίνη)προσοχήΑύξηση πλασματικών επιπέδων λόγω αναστολής CYP2D6.ΣύστασηΠιθανώς κλινικά σημαντικό, ιδιαίτερα για φάρμακα με στενό θεραπευτικό δείκτη. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
-
προσοχήΜείωση κάθαρσης δεσιπραμίνης κατά 62%, αύξηση συγκέντρωσης δεσιπραμίνης.
-
προσοχήΑύξηση κάθαρσης κυκλοσπορίνης κατά 15%, μείωση συγκέντρωσης κυκλοσπορίνης.
-
αμελητέαΔεν επηρεάζει την κάθαρση της διγοξίνης.
sick
SPC-TERILAM
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Δερματική αντίδραση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Απώλεια μαλλιών
- Νευροπενία
- Ακοκκιοκυτταροπενία
- Θρομβοπενία
- Έξαρση του δερματικού ερυθηματώδους λύκου
- Έξαρση του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου
- Αλλαγές της γεύσης
- Απώλεια γεύσης (παροδική)
- Απώλεια γεύσης (παρατεταμένη)
- Αύξηση πρόσληψης τροφής που οδήγησε σε σημαντική απώλεια βάρους
- Κεφαλαλγία
- Αδυναμία συγκέντρωσης
- Καταβολή
- Ηπατοβόλος δυσλειτουργία (χολοστατικού τύπου)
- Σοβαρές ηπατικές ανεπάρκειες (με κατάληξη σε θάνατο ή μεταμόσχευση ήπατος)
- Αίσθημα πληρότητας
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Διάρροια
- Απώλεια όρεξης
- Δερματικές αντιδράσεις (ήπιου βαθμού)
- Εξάνθημα (ήπιου βαθμού)
- Μυοσκελετικές αντιδράσεις
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑίσθημα πληρότηταςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑπώλεια όρεξηςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΔερματικές αντιδράσεις (ήπιου βαθμού)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημα (ήπιου βαθμού)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΜυοσκελετικές αντιδράσειςΔιαταραχές συνδετικού ιστού των οστών και μυοσκελετικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑλλαγές της γεύσηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑπώλεια γεύσης (παροδική)Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑύξηση πρόσληψης τροφής που οδήγησε σε σημαντική απώλεια βάρουςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑδυναμία συγκέντρωσηςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑπώλεια γεύσης (παρατεταμένη)Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΗπατοβόλος δυσλειτουργία (χολοστατικού τύπου)Διαταραχές από το ήπαρ και τα χοληφόρα
-
ΣπάνιεςΚαταβολήΓενικές
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣοβαρές ηπατικές ανεπάρκειες (με κατάληξη σε θάνατο ή μεταμόσχευση ήπατος)Διαταραχές από το ήπαρ και τα χοληφόρα
-
Πολύ σπάνιεςΈξαρση του δερματικού ερυθηματώδους λύκουΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΈξαρση του συστηματικού ερυθηματώδους λύκουΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΔερματική αντίδρασηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΝευροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑπώλεια μαλλιώνΔέρμα
pregnant_woman
SPC-TERILAM
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάται η χορήγηση κατά την κύηση και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη.Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάται η χορήγηση κατά το θηλασμό.Το [αδύνατη ανάγνωση] απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Για τον κίνδυνο έκθεσης του βρέφους.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-TERILAM
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-TERILAM
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-TERILAM
expand_more
Δοσολογία
Η δόση της θεραπείας καθορίζεται ανάλογα με την νόσο και την βαρύτητα της λοίμωξης.
- Παιδιά βάρους < 20 kg: 62.5 mg μία φορά την ημέρα.
- Παιδιά βάρους 20-40 kg: 125 mg μία φορά την ημέρα.
- Παιδιά βάρους > 40 kg: 250 mg μία φορά την ημέρα.
- Παιδιά βάρους < 40 kg για την θεραπεία φαρμακοδερματολογικών του τριχωτού της κεφαλής, όπου δεν είναι εφικτή η τοπική θεραπεία: 125 mg μία φορά την ημέρα.
Ενήλικες:
- 250 mg μία φορά την ημέρα.
Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία και μειωμένη ηπατική λειτουργία, μπορεί να μην είναι κατάλληλη κατά τη διάρκεια παρατεταμένης περιόδου θεραπείας με από του στόματος αντιμυκητιασικά.
Διάρκεια θεραπείας:
- Δερματοφυτίαση του τριχωτού της κεφαλής: 4 εβδομάδες.
- Ονυχομυκητίαση χεριών: 6 εβδομάδες είναι αρκετές.
- Ονυχομυκητίαση ποδιών: 12 εβδομάδες απαιτούνται. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η στοματική θεραπεία μπορεί να χρειαστεί να παραταθεί έως και 6 μήνες.
Σε νεαρούς ενήλικες, όπου η ανεπάρκεια του εντέρου είναι ταχύτερη, βιοδιαθέσιμη μικρότερη δόση από την 250 mg μία φορά την ημέρα, μπορεί να αποφευχθεί.
Δοσολογία σε ηλικιωμένους
Δεν απαιτούνται ενέργειες που να υποδηλώνονται ότι οι ηλικιωμένοι ασθενείς χρειάζονται διαφορετική δοσολογία ή ότι εμφανίζονται ανεπιθύμητες ενέργειες διαφορετικές από αυτές στους νεότερους ασθενείς. Όταν σε αυτή την ηλικία λαμβάνεται δόση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα προϋπάρχουσας ηπατικής και νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
block
Αντενδείξεις
SPC-TERILAM
expand_more
Αντενδείξεις
Το [ΑΔΥΝΑΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ] αντενδείκνυται στην περίπτωση που ο ασθενής παρουσιάσει:
- Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που περιέχονται σε αυτή.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-TERILAM
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικές προειδοποιήσεις
- Το [ΑΔΥΝΑΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ] ενδείκνυται σε ασθενείς με χρόνια αναπνευστική αποφρακτική νόσο. Πριν τη συναπορύθμιση του [ΑΔΥΝΑΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ] πρέπει να αξιολογείται η σοβαρή προϋπάρχουσα αναπνευστική νόσος. Απατητοφικήτητα μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς με βαριά προϋπάρχουσα αναπνευστική νόσο.
- Οι ασθενείς στους οποίους συναπορρυθμίζονται [ΑΔΥΝΑΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ] πρέπει να ενημερώνονται ώστε να αναφέρουν άμεσα τυχόν συμπτώματα επιδείνωσης: ανοιχτά, ναυτίας, ανορεξίας, καύσου, εμέτου, πόνου στο δεξιό υποχόνδριο, σκούρα ούρα ή ανοιχτόχρωμα κόπρανα. Σε ασθενείς με αυτά τα συμπτώματα απαιτείται διακοπή της δόσης από τη δραστική ανασταλτική ουσία και πρέπει να ζητείται άμεσα αξιολόγηση της αιτίας της δυσλειτουργίας.
- Ασθενείς με επιβαρυμένη νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 mL/min ή κρεατινίνη ορού μεγαλύτερη από 200µmol/L) πρέπει να μειώνουν τη δόση από την κανονική δόση.
- [ΑΔΥΝΑΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ] (50 mg και 100 mg), ούτως έχει τεθεί η δραστική αναστολή την ενδοκαμιλική του [ΑΔΥΝΑΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ]. Επομένως, ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονες θεραπείες με φάρμακα που μεταβολίζονται κυρίως από αυτή την ένζυμο (π.χ. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, β-αναστολείς, ι-ανασταλείς, [αδύνατη ανάγνωση] αναστολείς, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI), αντιπηκτικά κουμαρινών (π.χ. Sintrom) και εκλεκτικοί αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAO-B [αδύνατη ανάγνωση])), θα πρέπει να την αξιολογήσουν [αδύνατη ανάγνωση] αν τη συγχορηγήσουν [αδύνατη ανάγνωση] φάρμακα με ήδη σημαντικό θεραπευτικό όριο (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-TERILAM
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στην τερβιναφίνη
- Ενζυμοεπαγωγείς (π.χ. ριφαμπικίνη): Η κάθαρση της τερβιναφίνης από το πλάσμα μπορεί να αυξηθεί. Η ριφαμπικίνη αύξησε την κάθαρση της τερβιναφίνης κατά 100%. Κατόπιν του συνδυασμού αυτού, απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας του φαρμάκου.
- Σιμετιδίνη: Η σιμετιδίνη μείωσε την κάθαρση της τερβιναφίνης κατά 33%, αυξάνοντας τη συγκέντρωση της τερβιναφίνης στο πλάσμα.
Επίδραση της τερβιναφίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Η τερβιναφίνη προκαλεί ήπιο έως σημαντικό ανασταλτικό αποτέλεσμα στην κάθαρση φαρμάκων που μεταβολίζονται μέσω του συστήματος του κυτοχρώματος P450 CYP2D6.
- Καφεΐνη: Η τερβιναφίνη μείωσε την κάθαρση της καφεΐνης κατά 19%, αυξάνοντας τη συγκέντρωση της καφεΐνης στο πλάσμα.
- Φάρμακα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6 (π.χ. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, β-αναστολείς, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs), αντιαρρυθμικά κλάσης IC (π.χ. φλεκαινίδη, προπαφαινόνη), εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της νορεπινεφρίνης (π.χ. βενλαφαξίνη)): Η τερβιναφίνη αναστέλλει τον μεταβολισμό τους, οδηγώντας σε αυξημένα πλασματικά επίπεδα. Αυτά τα ευρήματα είναι πιθανό να είναι κλινικά σημαντικά για ουσίες που μεταβολίζονται κυρίως από αυτό το ένζυμο, ειδικά εκείνες με στενό θεραπευτικό δείκτη. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
- Δεσιπραμίνη: Η τερβιναφίνη μείωσε την κάθαρση της δεσιπραμίνης κατά 62%, οδηγώντας σε αύξηση των επιπέδων δεσιπραμίνης.
- Κυκλοσπορίνη: Η τερβιναφίνη αύξησε την κάθαρση της κυκλοσπορίνης κατά 15%, μειώνοντας τη συγκέντρωση της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα.
- Διγοξίνη: Η τερβιναφίνη δεν επηρεάζει την κάθαρση της διγοξίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-TERILAM
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Το φάρμακο είναι γενικά καλά ανεκτό. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι συνήθως ήπιες, μέτριες και παροδικές.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες κατά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά.
Έχουν ταξινομηθεί ανά κατηγορία συχνότητας εμφάνισης, χρησιμοποιώντας τον ακόλουθο κανόνα: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100), σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), συμπεριλαμβανομένων και των περιστατικών.
- Γενικές διαταραχές
- Πολύ σπάνιες: Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων αγγειοοιδήματος.
- Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες: Νευροπενία, ακοκκιοκυτταροπενία, θρομβοπενία.
- Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες: Εξάνθημα και έξαρση του δερματικού και του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου.
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
- Όχι συχνές: Αλλαγές της γεύσης, συμπεριλαμβανομένων παροδικών και της απώλειας γεύσης, οι οποίες επανέρχονται μέσα σε λίγες εβδομάδες μετά την διακοπή του φαρμάκου. Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένης διάρκειας απώλειας γεύσης. Η ελάχιστη περίσταση προκάλεσε αύξηση της πρόσληψης τροφής που οδήγησε σε σημαντική απώλεια βάρους.
- Σπάνιες: Κεφαλαλγία, αδυναμία συγκέντρωσης, καταβολή.
- Διαταραχές από το ήπαρ και τα χοληφόρα
- Σπάνιες: Ηπατοβόλος δυσλειτουργία (χολοστατικού τύπου) έχει παρατηρηθεί σε θεραπεία με το φάρμακο, περιλαμβανομένων σοβαρών ηπατικών ανεπαρκειών (μερικούς με κατάληξη σε θάνατο) στους γενάρηδες αναφέρθηκε μεταμόσχευση ήπατος. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων ηπατικής ανεπάρκειας οι ασθενείς έπασχαν από σοβαρό υποκείμενα νοσήματα και η αιτιακή συσχέτιση με την λήψη του φαρμάκου ήταν αβέβαιη.
- Γαστρεντερικές διαταραχές
- Πολύ συχνές: Γαστρεντερικά συμπτώματα (αισθύματα πληρότητας, απώλεια όρεξης, δυσπεψία, ναυτία, διάρροια).
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Πολύ συχνές: Ήπιου βαθμού δερματικές αντιδράσεις (εξάνθημα, κνησμός).
- Πολύ σπάνιες: Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. Σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση). Όταν παρουσιαστούν δερματικά εξανθήματα που επιδεινώνονται η θεραπεία με το φάρμακο πρέπει να διακοπεί.
- Απώλεια μαλλιών, αν και δεν έχει ακόμα διακριθεί αν οφείλεται στο φάρμακο.
- Διαταραχές συνδετικού ιστού των οστών και μυοσκελετικές διαταραχές
- Πολύ συχνές: Μυοσκελετικές αντιδράσεις (αρθραλγία, μυαλγία).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-TERILAM
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Χορήγηση κατά την κύηση
Με βάση την εμπειρία σε ανθρώπους και ζώα, δεν συνιστάται η χορήγηση του [αδύνατη ανάγνωση] κατά την κύηση και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση του [αδύνατη ανάγνωση] σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Χορήγηση κατά το θηλασμό
Το [αδύνατη ανάγνωση] απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Για τον κίνδυνο έκθεσης του βρέφους, δεν συνιστάται η χορήγηση του [αδύνατη ανάγνωση] κατά το θηλασμό.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-TERILAM
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Η τερβιναφίνη είναι μία αλλυλαμίνη, η οποία έχει ευρέα φάσμα δράσης κατά των παθογόνων μυκήτων του δέρματος, τριχών και ονύχων, περιλαμβάνοντας δερματόφυτα, όπως T. rubrum, T. mentagrophytes, T. verrucosum, T. violaceum, E. floccosum, C. albicans και ζυμομύκητες του γένους Malassezia. Σε βασικούς μυκητιακούς, η τερβιναφίνη είναι μυκητοκτόνος κατά των δερματόφυτων, των ευρωτόμυκητων και ορισμένων διμορφικών μυκήτων.
Η τερβιναφίνη παρεμβαίνει ειδικά σε ένα πρώιμο στάδιο της βιοσύνθεσης της εργοστερόλης των μυκήτων. Αυτό οδηγεί σε απότομη ανεπάρκεια της εργοστερόλης και σε ενδοκυττάρια συσσώρευση σκουαλένιου, με αποτέλεσμα τον κυτταρικό θάνατο των μυκήτων.
Η τερβιναφίνη δεν παρεμβαίνει στην δράση της επιφωσφορίλασης του σκουαλένιου στον κυτταρικό μεταβολισμό των μυκήτων. Το ένζυμο επιφωσφορίλασης του σκουαλένιου δεν συνδέεται με το σύστημα του κυτοχρώματος P450 CYP2D6.
Όταν λαμβάνεται από το στόμα, το φάρμακο συγκεντρώνεται στο δέρμα και στους όνυχες σε επίπεδα που συνδέονται με μυκητοκτόνο δράση. Επίσης καταναλώνεται στο πέταλο του εντέρου μέσα στις πρώτες λίγες εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-TERILAM
expand_more
Φαρμακοκινητική
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η τερβιναφίνη απορροφάται κατά περίπου 70% και η πλήρης βιοδιαθεσιμότητα της τερβιναφίνης από τα δισκία είναι περίπου 40% λόγω του μεταβολισμού πρώτης διόδου. Για μία εφάπαξ δόση 250 mg τερβιναφίνης από το στόμα, οδηγείται σε μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα 0,55 μg/ml 1,5 ώρες μετά την λήψη. Στην σταθεροποιημένη κατάσταση, σε σύγκριση με μία απλή δόση, η μέγιστη συγκέντρωση της τερβιναφίνης ήταν περίπου 25% υψηλότερη και το πεδίο κάτω από την καμπύλη (AUC) του πλάσματος αυξήθηκε κατά ένα συντελεστή 2,5. Από την αύξηση της AUC του πλάσματος μπορεί να υπολογιστεί ο αποβολικός χρόνος ημιζωής περίπου 30 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα της τερβιναφίνης επηρεάζεται ελάχιστα από την τροφή (μείωση του πεδίου κάτω από την καμπύλη (AUC) λιγότερο από 10%), γι’ αυτό λαμβάνεται ανεξάρτητα από αυτή. Περίπου το 20% της δόσης μεταβολίζεται στην πρώτη δίοδο.
Η τερβιναφίνη συνδέεται εκτεταμένα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (99%). Λόγω του ότι είναι λιπόφιλη, διαβιβάζεται ταχέως στο δέρμα και συγκεντρώνεται στην κεράτινη στοιβάδα. Αποκρίνεται επίσης στα σμήγματα επιμέρους λιπιδίων του τριχωτού της κεφαλής, στις τρίχες και στο πλούσιο σε σμήγματα δέρμα. Επίσης κατανέμεται στο πλάσμα του εντέρου μέσα στις πρώτες λίγες εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας.
Η τερβιναφίνη μεταβολίζεται ταχέως και εκτενώς από τους κυτόχρωμα P450 CYP1A2, CYP2C9, CYP2C8, CYP2C19 και CYP3A4.
Οι διεκκριτοί μεταβολίτες, οι οποίοι είναι ανενεργοί καθώς αντιμυκητιασική δράση, απεκκρίνονται κατά κύριο λόγο από τα ούρα. Δεν απαιτούνται ενέργειες σύστησης. Δεν έχουν παρατηρηθεί κλινικά σημαντικές εξαρτήμενες από την ηλικία μεταβολές της συγκέντρωσης της τερβιναφίνης στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση, αλλά ο ρυθμός αποβολής μπορεί να ελαττωθεί σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική επιβάρυνση με αποτέλεσμα να εμφανιστούν υψηλότερα επίπεδα τερβιναφίνης στο αίμα.
Φαρμακοκινητικές μελέτες, με εφάπαξ δόση, σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης <50 mL/min), ή με προϋπάρχουσα ηπατική ανεπάρκεια, έδειξαν ότι η κάθαρση του φαρμάκου μπορεί να μειωθεί περίπου 50%.
ΕΟΦ · 5.2
Aντιμυκητιασικά
expand_more
Aντιμυκητιασικά
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως υποχωρούν με τοπική θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις (εκτεταμένες βλάβες, υποτροπιάζουσες επίμονες λοιμώξεις), η συστηματική χορήγηση και κυρίως των νεωτέρων από του στόματος ευαπορρόφητων αντιμυκητιασικών τριαζολών δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Oι εν τω βάθει συστηματικές μυκητιάσεις είναι σπανιότερες και κατά κανόνα παρατηρούνται σε άτομα με ανοσοκαταστολή. H πρόοδος και οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες της ιατρικής τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν στην αύξηση του αριθμού των ασθενών με ανοσοκαταστολή και ως εκ τούτου των συστηματικών μυκητιάσεων.
H θεραπεία των παραμελημένων ιδίως περιπτώσεων είναι δύσκολη, εκτός δε των αντιμυκητιασικών φαρμάκων σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία και η χειρουργική θεραπεία. Για παράδειγμα η μυκηταιμία από Candida σε ασθενή με ενδοφλέβιο καθετήρα υποχωρεί συνήθως μόνη της μετά την αφαίρεση του καθετήρα. Aντιθέτως η μυκηταιμία από Candida σε αρρώστους με ανοσοκαταστολή ή η ενδοκαρδίτιδα απαιτούν οπωσδήποτε συστηματική θεραπεία και αφαίρεση της προσβληθείσας βαλβίδας. Πνευμονική λοίμωξη από Cryptococcus neoformans δυνατόν να υποχωρήσει αυτόματα ενώ μηνιγγίτιδα από τον ίδιο μύκητα χωρίς θεραπεία οδηγεί πάντοτε σε θάνατο. Eπίσης ασπεργίλλωση των βρόγχων (αλλεργική) δεν απαιτεί ειδική θεραπεία, ενώ διεισδυτική προσβολή του πνευμονικού παρεγχύματος την επιβάλλει.
Tα κυρίως αντιμυκητιασικά φάρμακα διακρίνονται ανάλογα με τη χημική τους δομή σε: 1) Πολυένια (Aμφοτερικίνη B, Nυστατίνη), 2) Aζόλες (Kλοτριμαζόλη, Eκοναζόλη, Mικοναζόλη, Kετοκοναζόλη, Iτρακοναζόλη και Φλουκοναζόλη), 3) Συνθετικά αντιμυκητιασικά (5-Φθοριοκυτοσίνη).
Oι αζόλες μεταβολίζονται στο ήπαρ με το ένζυμο CYP 3A4. Eπειδή διαφορες ουσίες (αστεμιζόλη, σισαπρίδη, τερφεναμίδη) το αναστέλλουν η ταυτόχρονη χορήγηση ενέχει τον κίνδυνο ισχυρών αρρυθμιών.
Oι δυσκολίες στην αντιμετώπιση των συστηματικών λοιμώξεων λόγω της αδυναμίας παρασκευής νεώτερων αντιμυκητιασικών με ευρύ φάσμα, που να περιλαμβάνει τους περισσότερους παθογόνους μύκητες, χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, οδήγησε στην παρασκευή σκευασμάτων της Aμφοτερικίνης B ενσωματωμένης σε λιποσώματα έτσι που να μειώνονται οι τοξικές επιδράσεις της και να μπορεί να χορηγηθεί σε μεγάλες δόσεις.
Tα προβλήματα στην αντιμετώπιση των συστηματικών μυκητιάσεων οφείλονται και στο γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα καθιερωθεί εύκολος τρόπος ελέγχου της ευαισθησίας των μυκήτων στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, όπως συμβαίνει με τα βακτήρια και τα αντιβιοτικά. H αξιολόγηση των αντιμυκητιασικών φαρμάκων στηρίζεται περισσότερο στα δεδομένα από την αντιμετώπιση πειραματικών λοιμώξεων σε ζώα και στην κλινική εμπειρία.
Διάφορες αντιμυκητιασικές ουσίες χορηγούνται μόνο για τοπική χρήση (econazol, clotrimazol) και αναφέρονται στα οικεία κεφάλαια.
ΕΟΦ · 13.3.2
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
expand_more
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. Για αντιμυκητιασικά παρεντερικής χορήγησης βλ. 5.2. Eπίσης τοπικώς σε μερικές μορφές επιδερμοφυτιών εφαρμόζεται αλοιφή συνιστάμενη από 6% βενζοϊκό οξύ και 3% σαλικυλικό οξύ γνωστή ως αλοιφή Whitfield που παρασκευάζεται από τον φαρμακοποιό.
H αμορολφίνη είναι τοπικό αντιμυκητιασικό, δραστικό έναντι ζυμομυκήτων, δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, περιλαμβανομένων και στελεχών που προκαλούν ονυχομυκητιάσεις. Aνήκει σε μια νέα κατηγορία αντιμυκητιασικών ουσιών και δρα καταστρέφοντας το τοίχωμα του μύκητα.
H φεντικοναζόλη είναι ευρέος φάσματος αντιμυκητιασικό που ανήκει στα ιμιδαζόλια. Eίναι δραστική έναντι δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, διμόρφων μυκήτων, κλπ. καθώς και έναντι μερικών θετικών κατά Gram βακτηριδίων.
Oι ενδείξεις των αντιμυκητιασικών που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό είναι:
α) Mυκητιάσεις δέρματος, τριχών και ονύχων από επιδερμόφυτα, τριχόφυτα και μικρόσπορα. H αντιμετώπιση μόνο με τοπική θεραπεία έχει αποτελεσματικότητα 50-60%. Έτσι, τα φάρμακα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με συστηματική χορήγηση για χρονικό διάστημα 1-6 μηνών αναλόγως του είδους του μύκητα και της εντόπισης της βλάβης.
β) Mυκητιάσεις παρατριμματικών περιοχών, παρωνυχίου, βλεννογόνων και σπανιότερα ονύχων από μονίλια.
γ) Ποικιλόχρους πιτυρίαση (από Malassezia furfur).
δ) Eν τω βάθει μυκητιάσεις που γενικώς είναι σπάνιες. H αντιμετώπισή τους απαιτεί άλλοτε αντιμικροβιακά φάρμακα και άλλοτε αντιμυκητιασικά.
Γενικός κανόνας πριν από την έναρξη κάθε αντιμυκητιασικής θεραπείας είναι η μικροβιολογική διαπίστωση του είδους του μύκητα.
Oρισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η ανοσοκαταστολή, η λήψη αντιμικροβιακών, η παχυσαρκία, ο διαβήτης κλπ., ευνοούν την ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων και δυσχεραίνουν τη θεραπεία.
Aποτυχία στην αντιμυκητιασική αγωγή οφείλεται συνήθως σε:
-
ατελή θεραπεία (ως προς τη διάρκειά της)
-
παρουσία ανθεκτικών στελεχών
-
αυξημένη ευαισθησία του ξενιστή (ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων) και
-
επαναμόλυνση από το περιβάλλον.
Προσοχή στη χορήγηση των συστηματικών αντιμυκητιασικών: Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσοχή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
99%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η τερβιναφίνη είναι ένα αντιμυκητιακό της ομάδας των αλληλαμινών που αναστέλλει τη σκουαλενοεποξειδάση (γνωστή και ως σκουαλενομονοοξυγενάση), αναστέλλοντας τη σύνθεση εργοστερόλης και προκαλώντας συσσώρευση σκουαλένιου, αποδυναμώνοντας το κυτταρικό τοίχωμα των μυκητιασικών κυττάρων. Η τερβιναφίνη κατανέμεται στους ιστούς και έχει μακρύ τελικό χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής, με αποτέλεσμα μεγάλη διάρκεια δράσης. Η υπερδοσολογία με τερβιναφίνη είναι σπάνια, ακόμη και πάνω από τη θεραπευτική δόση, γεγονός που υποδηλώνει ευρύ θεραπευτικό δείκτη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος τερβιναφίνη πρέπει να υποβάλλονται σε εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας πριν από τη θεραπεία για να μειωθεί ο κίνδυνος ηπατικής βλάβης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η τερβιναφίνη αναστέλλει το ένζυμο σκουαλενομονοοξυγενάση (σκουαλενοεποξειδάση), αναστέλλοντας τη μετατροπή του σκουαλένιου σε 2,3-οξυδοσκουαλένιο, ένα στάδιο στη σύνθεση της εργοστερόλης. Αυτή η αναστολή οδηγεί σε μειωμένη εργοστερόλη, η οποία κανονικά θα ενσωματωνόταν στο κυτταρικό τοίχωμα, και συσσώρευση σκουαλένιου. Η παραγωγή μεγάλου αριθμού κυτοπλασματικών κυστιδίων που περιέχουν σκουαλένιο μπορεί να εκχυλίσει άλλα λιπίδια από το κυτταρικό τοίχωμα, αποδυναμώνοντάς το περαιτέρω.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η από του στόματος τερβιναφίνη απορροφάται κατά >70%, αλλά μόνο 40% είναι βιοδιαθέσιμη μετά τον μεταβολισμό πρώτης διόδου, φτάνοντας σε Cmax 1µg/mL με Tmax 2 ώρες και AUC 4.56µg*h/mL. Κατά τη διάρκεια μιας εβδομάδας, η Cmax της τοπικής τερβιναφίνης 1% αυξάνεται από 949-1049ng/cm² και η AUC αυξάνεται από 9694-13,492ng/cm²/h.
Η τερβιναφίνη απεκκρίνεται κατά περίπου 80% στα ούρα, ενώ το υπόλοιπο απεκκρίνεται στα κόπρανα. Το αμετάβλητο μητρικό φάρμακο δεν ανιχνεύεται στα ούρα.
Μία εφάπαξ από του στόματος δόση τερβιναφίνης 250mg έχει όγκο κατανομής σε σταθερή κατάσταση 947.5L ή 16.6L/kg.
Μία εφάπαξ από του στόματος δόση τερβιναφίνης 250mg έχει κάθαρση 76L/h ή 1.11L/h/kg.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η τερβιναφίνη συνδέεται κατά >99% με πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με λευκωματίνη ορού, λιποπρωτεΐνες υψηλής και χαμηλής πυκνότητας, και σε μικρότερο βαθμό με α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η τερβιναφίνη μπορεί να αποαμινωθεί σε 1-ναφθαλδεΰδη από τα ένζυμα CYP2C9, 2B6, 2C8, 1A2, 3A4, και 2C19. Η 1-ναφθαλδεΰδη στη συνέχεια οξειδώνεται σε 1-ναφθοϊκό οξύ ή ανάγεται σε 1-ναφθαλινεμεθανόλη. Η τερβιναφίνη μπορεί επίσης να υδροξυλιωθεί από τα ένζυμα CYP1A2, 2C9, 2C8, 2B6, και 2C19 σε υδροξυτεριβιναφίνη. Η υδροξυτεριβιναφίνη στη συνέχεια οξειδώνεται σε καρβοξυτεριβιναφίνη ή N-απομεθυλιώνεται από τα ένζυμα CYP3A4, 2B6, 1A2, 2C9, 2C8, και 2C19 σε δεσμεθυλυδροξυτεριβιναφίνη. Η τερβιναφίνη μπορεί να N-απομεθυλιωθεί σε δεσμεθυλτερβιναφίνη. Η δεσμεθυλτερβιναφίνη στη συνέχεια διυδροξυλιώνεται σε δεσμεθυλδιυδροδιόλη ή υδροξυλιώνεται σε δεσμεθυλυδροξυτεριβιναφίνη. Τέλος, η τερβιναφίνη μπορεί να διυδροξυλιωθεί σε διυδροδιόλη, η οποία στη συνέχεια N-απομεθυλιώνεται σε δεσμεθυλδιυδροδιόλη.
Οι γνωστοί μεταβολίτες της τερβιναφίνης σε ανθρώπους περιλαμβάνουν την N-Δεσμεθυλτερβιναφίνη, την Υδροξυτεριβιναφίνη και την 1-Ναφθαλδεΰδη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η από του στόματος τερβιναφίνη έχει ενεργό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 36 ώρες. Ωστόσο, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται από 200-400 ώρες καθώς κατανέμεται στους ιστούς του δέρματος και στο λιπώδη ιστό. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τοπικής τερβιναφίνης 1% αυξάνεται κατά τις πρώτες επτά ημέρες από περίπου 10-40 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον κανονικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
G7RIW8S0XP
TERBINAFINE
Χημική Δομή [CS] - Αλληλαμίνη
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιμυκητιακό Αλληλαμίνης
Η τερβιναφίνη είναι ένα Αντιμυκητιακό Αλληλαμίνης.
TERBINAFINE
Αντιμυκητιακό Αλληλαμίνης [EPC]; Αλληλαμίνη [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον κανονικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.