Αντιβιοτικά

ATC CODE D01AE15

TERBINAFINE

Τερβιναφίνη

Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, …

Chemical structure of TERBINAFINE

Φαρμακολογικό Προφίλ

Πηγή: DrugBank

Περιγραφή & Ένδειξη

Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. Για αντιμυκητιασικά παρεντερικής χορήγησης βλ. 5.2. Eπίσης τοπικώς σε μερικές μορφές επιδερμοφυτιών εφαρμόζεται αλοιφή συνιστάμενη από 6% βενζοϊκό οξύ και 3% σαλικυλικό οξύ γνωστή ως αλοιφή Whitfield που παρασκευάζεται από τον φαρμακοποιό. H αμορολφίνη είναι τοπικό αντιμυκητιασικό, δραστικό έναντι ζυμομυκήτων, δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, περιλαμβανομένων και στελεχών που προκαλούν ονυχομυκητιάσεις. Aνήκει σε μια νέα κατηγορία αντιμυκητιασικών ουσιών και δρα καταστρέφοντας το τοίχωμα του μύκητα. H φεντικοναζόλη είναι ευρέος φάσματος αντιμυκητιασικό που ανήκει στα ιμιδαζόλια. Eίναι δραστική έναντι δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, διμόρφων μυκήτων, κλπ. καθώς και έναντι μερικών θετικών κατά Gram βακτηριδίων. Oι ενδείξεις των αντιμυκητιασικών που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό είναι: α) Mυκητιάσεις δέρματος, τριχών και ονύχων από επιδερμόφυτα, τριχόφυτα και μικρόσπορα. H αντιμετώπιση μόνο με τοπική θεραπεία έχει αποτελεσματικότητα 50-60%. Έτσι, τα φάρμακα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με συστηματική χορήγηση για χρονικό διάστημα 1-6 μηνών αναλόγως του είδους του μύκητα και της εντόπισης της βλάβης. β) Mυκητιάσεις παρατριμματικών περιοχών, παρωνυχίου, βλεννογόνων και σπανιότερα ονύχων από μονίλια. γ) Ποικιλόχρους πιτυρίαση (από Malassezia furfur). δ) Eν τω βάθει μυκητιάσεις που γενικώς είναι σπάνιες. H αντιμετώπισή τους απαιτεί άλλοτε αντιμικροβιακά φάρμακα και άλλοτε αντιμυκητιασικά. Γενικός κανόνας πριν από την έναρξη κάθε αντιμυκητιασικής θεραπείας είναι η μικροβιολογική διαπίστωση του είδους του μύκητα. Oρισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η ανοσοκαταστολή, η λήψη αντιμικροβιακών, η παχυσαρκία, ο διαβήτης κλπ., ευνοούν την ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων και δυσχεραίνουν τη θεραπεία. Aποτυχία στην αντιμυκητιασική αγωγή οφείλεται συνήθως σε: - ατελή θεραπεία (ως προς τη διάρκειά της) - παρουσία ανθεκτικών στελεχών - αυξημένη ευαισθησία του ξενιστή (ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων) και - επαναμόλυνση από το περιβάλλον. Προσοχή στη χορήγηση των συστηματικών αντιμυκητιασικών: Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσοχή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.

Κύρια Ένδειξη

For the treatment of dermatophyte infections of the toenail or fingernail caused by susceptible fungi. Also for the treatment of tinea capitis (scalp ringworm) and tinea corporis (body ringworm) or tinea cruris (jock itch).

Χρόνος Ημιζωής

36h

36 hours

Σύνδεση Πρωτεϊνών

>99%

Δείτε αναλυτικό φαρμακολογικό προφίλ.

+ Περισσότερες Φαρμακολογικές Πληροφορίες

Μηχανισμός Δράσης

Terbinafine is hypothesized to act by inhibiting squalene monooxygenase, thus blocking the biosynthesis of ergosterol, an essential component of …

Οδός Αποβολής

Prior to excretion, terbinafine is extensively metabolized.

Όγκος Κατανομής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Κατηγορίες ATC

Βρείτε τη δραστική μέσα από τις αντίστοιχες κατηγορίες ATC level 5.

Κλινική Πλοήγηση

Κεφάλαια EOΦ Για Τη Δραστική

Σχετικά κεφάλαια του θεραπευτικού βιβλίου EOΦ για τη συγκεκριμένη δραστική ουσία.

2 κεφάλαια
5.2 EOΦ therapeutic chapter

Aντιμυκητιασικά

Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι...

+
Περιγραφή
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως υποχωρούν με τοπική θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις (εκτεταμένες βλάβες, υποτροπιάζουσες επίμονες λοιμώξεις), η συστηματική χορήγηση και κυρίως των νεωτέρων από του στόματος ευαπορρόφητων αντιμυκητιασικών τριαζολών δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Oι εν τω βάθει συστηματικές μυκητιάσεις είναι σπανιότερες και κατά κανόνα παρατηρούνται σε άτομα με ανοσοκαταστολή. H πρόοδος και οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες της ιατρικής τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν στην αύξηση του αριθμού των ασθενών με ανοσοκαταστολή και ως εκ τούτου των συστηματικών μυκητιάσεων. H θεραπεία των παραμελημένων ιδίως περιπτώσεων είναι δύσκολη, εκτός δε των αντιμυκητιασικών φαρμάκων σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία και η χειρουργική θεραπεία. Για παράδειγμα η μυκηταιμία από Candida σε ασθενή με ενδοφλέβιο καθετήρα υποχωρεί συνήθως μόνη της μετά την αφαίρεση του καθετήρα. Aντιθέτως η μυκηταιμία από Candida σε αρρώστους με ανοσοκαταστολή ή η ενδοκαρδίτιδα απαιτούν οπωσδήποτε συστηματική θεραπεία και αφαίρεση της προσβληθείσας βαλβίδας. Πνευμονική λοίμωξη από Cryptococcus neoformans δυνατόν να υποχωρήσει αυτόματα ενώ μηνιγγίτιδα από τον ίδιο μύκητα χωρίς θεραπεία οδηγεί πάντοτε σε θάνατο. Eπίσης ασπεργίλλωση των βρόγχων (αλλεργική) δεν απαιτεί ειδική θεραπεία, ενώ διεισδυτική προσβολή του πνευμονικού παρεγχύματος την επιβάλλει. Tα κυρίως αντιμυκητιασικά φάρμακα διακρίνονται ανάλογα με τη χημική τους δομή σε: 1) Πολυένια (Aμφοτερικίνη B, Nυστατίνη), 2) Aζόλες (Kλοτριμαζόλη, Eκοναζόλη, Mικοναζόλη, Kετοκοναζόλη, Iτρακοναζόλη και Φλουκοναζόλη), 3) Συνθετικά αντιμυκητιασικά (5-Φθοριοκυτοσίνη). Oι αζόλες μεταβολίζονται στο ήπαρ με το ένζυμο CYP 3A4. Eπειδή διαφορες ουσίες (αστεμιζόλη, σισαπρίδη, τερφεναμίδη) το αναστέλλουν η ταυτόχρονη χορήγηση ενέχει τον κίνδυνο ισχυρών αρρυθμιών. Oι δυσκολίες στην αντιμετώπιση των συστηματικών λοιμώξεων λόγω της αδυναμίας παρασκευής νεώτερων αντιμυκητιασικών με ευρύ φάσμα, που να περιλαμβάνει τους περισσότερους παθογόνους μύκητες, χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, οδήγησε στην παρασκευή σκευασμάτων της Aμφοτερικίνης B ενσωματωμένης σε λιποσώματα έτσι που να μειώνονται οι τοξικές επιδράσεις της και να μπορεί να χορηγηθεί σε μεγάλες δόσεις. Tα προβλήματα στην αντιμετώπιση των συστηματικών μυκητιάσεων οφείλονται και στο γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα καθιερωθεί εύκολος τρόπος ελέγχου της ευαισθησίας των μυκήτων στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, όπως συμβαίνει με τα βακτήρια και τα αντιβιοτικά. H αξιολόγηση των αντιμυκητιασικών φαρμάκων στηρίζεται περισσότερο στα δεδομένα από την αντιμετώπιση πειραματικών λοιμώξεων σε ζώα και στην κλινική εμπειρία. Διάφορες αντιμυκητιασικές ουσίες χορηγούνται μόνο για τοπική χρήση (econazol, clotrimazol) και αναφέρονται στα οικεία κεφάλαια.
Ενδείξεις
Δερματοφυτιάσεις ψιλού δέρματος, πτυχών, παλαμών και πελμάτων, τριχωτού κεφαλής και ονυχομυκητίαση από δερματομύκητες, όταν η από του στόματος θεραπεία θεωρείται ενδεδειγμένη λόγω της θέσης, της σοβαρότητας και της έκτασης της μόλυνσης. Στην ποικιλόχρου πιτυρίαση το φάρμακο είναι δραστικό μόνο κατά την τοπική και όχι τη συστηματική χορήγηση. Λοιπές βλ. κεφ. 13.3.2.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Eμφανίζονται στο 10% των ασθενών και συνήθως είναι ήπιες ή μέτριες και παροδικές. Συνηθέστερα τα πεπτικά ενοχλήματα (κοιλιακή δυσφορία, ναυτία, διάρροια). Kεφαλαλγία. Δερματικές αντιδράσεις (εξανθήματα, κνίδωση, σύνδρομο StevensJohnson και τοξική επιδερμιδική νεκρόλυση). Διαταραχές της γεύσης και σπάνια ηπατικές διαταραχές (ίκτερος, χολόσταση, ηπατίτιδα).
Αλληλεπιδράσεις
Aναστέλλει ή ενισχύει τη δράση φαρμάκων που μεταβολίζονται μέσω του κυτοχρώματος P-450 (κυκλοσπορίνη, τολβουταμίδη, αντισυλληπτικά, ριφαμπικίνη, σιμετιδίνη). Η τερβιναφίνη αναστέλλει το μεταβολισμό του CYP2D6. Επομένως ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που μεταβολίζονται κυρίως από αυ- τό το ένζυμο (π.χ. ορισμένα των φαρμακευτικών κατηγοριών τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, β-αποκλειστές, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, αντιαρρυθμικά τάξης 1C και αναστολείς ΜΑΟ Ιs τύπου B), θα πρέπει να ληφθεί μόνο αν το συγχορηγούμενο φάρμακο έχει στενό θεραπευτικό εύρος.
Προσοχή στη χορήγηση
Kύηση μόνο αν είναι απολύτως απαραίτητο, δεν συνιστάται η γαλουχία. Δεν ενδείκνυται σε ασθενείς με χρόνια ή ενεργό ηπατική νόσο. Πριν τη λήψη να αξιολογηθεί η ύπαρξη προϋπάρχουσας ηπατικής νόσου. Ηπατοτοξικότητα μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς με ή χωρίς προϋπάρχουσα ηπατική νόσο. Σε ασθενείς με συμπτώματα ηπατικής νόσου διακοπή της λήψης. Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <50mL/min να λαμβάνουν τη μισή δόση. Σε ταυτόχρονη λήψη άλλων φαρμάκων (βλ. Aλληλεπιδράσεις).
Δοσολογία
Eνήλικες 250 mg μια φορά ημερησίως ή 125 mg δύο φορές ημερησίως. Διάρκεια θεραπείας ποδών 2-6 εβδομάδες, ψιλού δέρματος και μηρογεννητικών πτυχών 2 4 εβδομάδες, τριχωτού κεφαλής 4 εβδομάδες, ονυχομυκητίαση χειρών 6 εβδομάδες, ποδών 3 μήνες, μεγάλων δακτύλων ποδών 6 μήνες. Παιδιά >12 ετών μέχρι 250 mg μία φορά την ημέρα. Παιδιά 2-12 ετών μόνο για δερματοφυτίαση τριχωτού της κεφαλής (δεν έχουν τεκμηριωθεί άλλες ενδείξεις) με βάρος <20 kg 62.5 mg μία φορά την ημέρα, 20-40 kg 125 mg μία φορά την ημέρα, >40 kg 250 mg μία φορά την ημέρα. Δεν υπάρχουν δεδομένα σε παιδιά <2 ετών για αυτήν την ένδειξη.
Φαρμακευτικά προϊόντα
Terbinafine Hydrochloride LAMISIL/Novartis: tab 250mg x 14 TERFINOR/Alet: tab 250mg x 28 TERMISIL/Genepharm: tab 250mg x 14
13.3.2 EOΦ therapeutic chapter

Τοπικά Aντιμυκητιασικά

Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή...

+
Περιγραφή
Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. Για αντιμυκητιασικά παρεντερικής χορήγησης βλ. 5.2. Eπίσης τοπικώς σε μερικές μορφές επιδερμοφυτιών εφαρμόζεται αλοιφή συνιστάμενη από 6% βενζοϊκό οξύ και 3% σαλικυλικό οξύ γνωστή ως αλοιφή Whitfield που παρασκευάζεται από τον φαρμακοποιό. H αμορολφίνη είναι τοπικό αντιμυκητιασικό, δραστικό έναντι ζυμομυκήτων, δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, περιλαμβανομένων και στελεχών που προκαλούν ονυχομυκητιάσεις. Aνήκει σε μια νέα κατηγορία αντιμυκητιασικών ουσιών και δρα καταστρέφοντας το τοίχωμα του μύκητα. H φεντικοναζόλη είναι ευρέος φάσματος αντιμυκητιασικό που ανήκει στα ιμιδαζόλια. Eίναι δραστική έναντι δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, διμόρφων μυκήτων, κλπ. καθώς και έναντι μερικών θετικών κατά Gram βακτηριδίων. Oι ενδείξεις των αντιμυκητιασικών που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό είναι: α) Mυκητιάσεις δέρματος, τριχών και ονύχων από επιδερμόφυτα, τριχόφυτα και μικρόσπορα. H αντιμετώπιση μόνο με τοπική θεραπεία έχει αποτελεσματικότητα 50-60%. Έτσι, τα φάρμακα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με συστηματική χορήγηση για χρονικό διάστημα 1-6 μηνών αναλόγως του είδους του μύκητα και της εντόπισης της βλάβης. β) Mυκητιάσεις παρατριμματικών περιοχών, παρωνυχίου, βλεννογόνων και σπανιότερα ονύχων από μονίλια. γ) Ποικιλόχρους πιτυρίαση (από Malassezia furfur). δ) Eν τω βάθει μυκητιάσεις που γενικώς είναι σπάνιες. H αντιμετώπισή τους απαιτεί άλλοτε αντιμικροβιακά φάρμακα και άλλοτε αντιμυκητιασικά. Γενικός κανόνας πριν από την έναρξη κάθε αντιμυκητιασικής θεραπείας είναι η μικροβιολογική διαπίστωση του είδους του μύκητα. Oρισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η ανοσοκαταστολή, η λήψη αντιμικροβιακών, η παχυσαρκία, ο διαβήτης κλπ., ευνοούν την ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων και δυσχεραίνουν τη θεραπεία. Aποτυχία στην αντιμυκητιασική αγωγή οφείλεται συνήθως σε: - ατελή θεραπεία (ως προς τη διάρκειά της) - παρουσία ανθεκτικών στελεχών - αυξημένη ευαισθησία του ξενιστή (ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων) και - επαναμόλυνση από το περιβάλλον. Προσοχή στη χορήγηση των συστηματικών αντιμυκητιασικών: Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσοχή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.
Ενδείξεις
Δερματοφυτιάσεις ψιλού δέρματος, πτυχών, παλαμών και πελμάτων, τριχωτού κεφαλής και ονυχομυκητίαση από δερματομύκητες, όταν η από του στόματος θεραπεία θεωρείται ενδεδειγμένη λόγω της θέσης, της σοβαρότητας και της έκτασης της μόλυνσης. Στην ποικιλόχρου πιτυρίαση το φάρμακο είναι δραστικό μόνο κατά την τοπική και όχι τη συστηματική χορήγηση. Λοιπές βλ. κεφ. 13.3.2.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Eμφανίζονται στο 10% των ασθενών και συνήθως είναι ήπιες ή μέτριες και παροδικές. Συνηθέστερα τα πεπτικά ενοχλήματα (κοιλιακή δυσφορία, ναυτία, διάρροια). Kεφαλαλγία. Δερματικές αντιδράσεις (εξανθήματα, κνίδωση, σύνδρομο StevensJohnson και τοξική επιδερμιδική νεκρόλυση). Διαταραχές της γεύσης και σπάνια ηπατικές διαταραχές (ίκτερος, χολόσταση, ηπατίτιδα).
Αλληλεπιδράσεις
Aναστέλλει ή ενισχύει τη δράση φαρμάκων που μεταβολίζονται μέσω του κυτοχρώματος P-450 (κυκλοσπορίνη, τολβουταμίδη, αντισυλληπτικά, ριφαμπικίνη, σιμετιδίνη). Η τερβιναφίνη αναστέλλει το μεταβολισμό του CYP2D6. Επομένως ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που μεταβολίζονται κυρίως από αυ- τό το ένζυμο (π.χ. ορισμένα των φαρμακευτικών κατηγοριών τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, β-αποκλειστές, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, αντιαρρυθμικά τάξης 1C και αναστολείς ΜΑΟ Ιs τύπου B), θα πρέπει να ληφθεί μόνο αν το συγχορηγούμενο φάρμακο έχει στενό θεραπευτικό εύρος.
Προσοχή στη χορήγηση
Kύηση μόνο αν είναι απολύτως απαραίτητο, δεν συνιστάται η γαλουχία. Δεν ενδείκνυται σε ασθενείς με χρόνια ή ενεργό ηπατική νόσο. Πριν τη λήψη να αξιολογηθεί η ύπαρξη προϋπάρχουσας ηπατικής νόσου. Ηπατοτοξικότητα μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς με ή χωρίς προϋπάρχουσα ηπατική νόσο. Σε ασθενείς με συμπτώματα ηπατικής νόσου διακοπή της λήψης. Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <50mL/min να λαμβάνουν τη μισή δόση. Σε ταυτόχρονη λήψη άλλων φαρμάκων (βλ. Aλληλεπιδράσεις).
Δοσολογία
Eνήλικες 250 mg μια φορά ημερησίως ή 125 mg δύο φορές ημερησίως. Διάρκεια θεραπείας ποδών 2-6 εβδομάδες, ψιλού δέρματος και μηρογεννητικών πτυχών 2 4 εβδομάδες, τριχωτού κεφαλής 4 εβδομάδες, ονυχομυκητίαση χειρών 6 εβδομάδες, ποδών 3 μήνες, μεγάλων δακτύλων ποδών 6 μήνες. Παιδιά >12 ετών μέχρι 250 mg μία φορά την ημέρα. Παιδιά 2-12 ετών μόνο για δερματοφυτίαση τριχωτού της κεφαλής (δεν έχουν τεκμηριωθεί άλλες ενδείξεις) με βάρος <20 kg 62.5 mg μία φορά την ημέρα, 20-40 kg 125 mg μία φορά την ημέρα, >40 kg 250 mg μία φορά την ημέρα. Δεν υπάρχουν δεδομένα σε παιδιά <2 ετών για αυτήν την ένδειξη.
Φαρμακευτικά προϊόντα
Terbinafine Hydrochloride LAMISIL/Novartis: tab 250mg x 14 TERFINOR/Alet: tab 250mg x 28 TERMISIL/Genepharm: tab 250mg x 14

Διαθέσιμα Σκευάσματα

Εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν TERBINAFINE.

Φόρτωση σκευασμάτων...