Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01AX03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

TEMOZOLOMIDE

Τεμοζολομίδη

Τα φάρμακα της κατηγορίας προκαλούν αλκυλίωση του DNA των κυττάρων και παραβλάπτουν έτσι τον αναδιπλασιασμό του. Πλην των συνήθων και επιμέρους παρενεργειών τους σε μακροχρόνια χρήση εμφανίζουν δύο επιπλέον κινδύνους, τη βλάβη της γονιμότητας και την ανάπτυξη οξείας λευχαιμίας.

Chemical structure of TEMOZOLOMIDE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Νεοδιαγνωσµένο πολύµορφο γλοιοβλάστωµα σε συγχορήγηση µε ακτινοθεραπεία και στη συνέχεια ως µονοθεραπεία, κακόηθες γλοίωµα, όπως πολύµορφο γλοιοβλάστωµα ή αναπλαστικό αστροκύτωµα, που εµφανίζει υποτροπή ή εξέλιξη µετά από καθιερωµένη θεραπεία.
medication
SPC-RIDOCA

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από το στόμα
Χορήγηση:
κατάσταση νηστείας
Δόση έναρξης:
75 mg/m² (φάση συγχορήγησης)
Τιτλοποίηση:
Φάση μονοθεραπείας: Στην αρχή του Κύκλου 2, η δόση αυξάνεται σταδιακά έως τα 200 mg/m² αν η CTC μη αιματολογική τοξικότητα είναι Βαθμού ≤ 2 (εκτός αλωπεκίας, ναυτίας, εμέτου), ο ANC είναι ≥ 1,5 x 10⁹/l και ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι ≥ 100 x 10⁹/l. Εάν η δόση δεν αυξηθεί στον Κύκλο 2, η κλιμάκωση δεν θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε μεταγενέστερους κύκλους. Αφού πραγματοποιηθεί η βαθμιαία αύξηση της δόσης, η δόση παραμένει στα 200 mg/m² την ημέρα για τις πρώτες 5 ημέρες του κάθε μεταγενέστερου κύκλου εκτός αν εμφανιστεί τοξικότητα.
  • Ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα
    Δόση75 mg/m² την ημέρα
    Φάση συγχορήγησης: Για 42 ημέρες συγχορηγούμενο με εστιακή ακτινοθεραπεία. Δεν συνιστώνται μειώσεις της δόσης, αλλά η καθυστέρηση ή ο τερματισμός της χορήγησης θα πρέπει να αποφασίζεται εβδομαδιαίως σύμφωνα με αιματολογικά και μη αιματολογικά κριτήρια τοξικότητας. Η χορήγηση μπορεί να συνεχιστεί καθ’ όλη την περίοδο των 42 ημερών (μέχρι 49 ημέρες) εάν ικανοποιούνται οι ακόλουθες συνθήκες: απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) ≥ 1,5 x 10⁹/l, αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 100 x 10⁹/l, κοινά κριτήρια τοξικότητας (CTC) μη αιματολογική τοξικότητα ≤ Βαθμού 1 (εκτός από αλωπεκία, ναυτία και έμετο). Η χορήγηση θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά ή να τερματίζεται οριστικά κατά τη διάρκεια της φάσης συγχορήγησης σύμφωνα με τα αιματολογικά και μη αιματολογικά κριτήρια τοξικότητας (Πίνακας 1).
  • Ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα
    Δόση150 mg/m² μία φορά την ημέρα για 5 ημέρες
    Φάση μονοθεραπείας (Κύκλος 1): Ακολουθούμενη από 23 ημέρες χωρίς θεραπεία. Στην αρχή του Κύκλου 2, η δόση αυξάνεται σταδιακά έως τα 200 mg/m² αν η CTC μη αιματολογική τοξικότητα για τον Κύκλο 1 είναι Βαθμού ≤ 2 (εκτός από αλωπεκία, ναυτία και έμετο), ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) είναι ≥ 1,5 x 10⁹/l και ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι ≥ 100 x 10⁹/l. Η κλιμάκωση δεν θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε μεταγενέστερους κύκλους εάν η δόση δεν αυξηθεί στον Κύκλο 2. Η δόση παραμένει στα 200 mg/m² την ημέρα για τις πρώτες 5 ημέρες του κάθε μεταγενέστερου κύκλου εκτός αν εμφανιστεί τοξικότητα. Μειώσεις και τερματισμοί της δόσης πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους Πίνακες 2 και 3.
  • Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 3 ετών ή μεγαλύτεροι με υποτροπιάζον ή σε εξέλιξη κακόηθες γλοίωμα (όχι παλαιότερα χημειοθεραπεία)
    Δόση200 mg/m² μία φορά την ημέρα για τις 5 πρώτες ημέρες
    Ένας κύκλος θεραπείας αποτελείται από 28 ημέρες. Ακολουθεί διακοπή της θεραπείας για 23 ημέρες.
  • Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 3 ετών ή μεγαλύτεροι με υποτροπιάζον ή σε εξέλιξη κακόηθες γλοίωμα (έχουν λάβει παλαιότερα χημειοθεραπεία)
    Δόση150 mg/m² μία φορά την ημέρα
    Ένας κύκλος θεραπείας αποτελείται από 28 ημέρες. Η δόση αυξάνεται στον δεύτερο κύκλο σε 200 mg/m² μία φορά την ημέρα, για 5 ημέρες, εάν δεν εμφανισθεί αιματολογική τοξικότητα.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας 3 ετών ή μεγαλύτεροι, υποτροπιάζον ή εξελισσόμενο κακόηθες γλοίωμα)
    Η εμπειρία σε αυτά τα παιδιά είναι πολύ περιορισμένη. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά κάτω των 3 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί.
  • Ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τη χορήγηση σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child's Class C) ή με νεφρική δυσλειτουργία. Δεν είναι πιθανόν να απαιτούνται μειώσεις της δόσης, αλλά απαιτείται προσοχή.
block
SPC-RIDOCA

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Υπερευαισθησία στη δακαρβαζίνη (DTIC)
  • Σοβαρή μυελοκαταστολή
    Πληθυσμός(βλ. Δοσολογία)
warning
SPC-RIDOCA

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ευκαιριακές λοιμώξεις και επανενεργοποίηση λοιμώξεων
  • Πνευμονία από Pneumocystis jirovecii
    ιδιαίτερο κίνδυνο
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν συγχορήγηση τεμοζολομίδης και ακτινοθεραπείας για το σχήμα 42 ημερών
    απαιτείται προφύλαξη ενάντια στην PCP. Εάν εμφανιστεί λεμφοπενία, θα πρέπει να συνεχίσουν την προφύλαξη μέχρι την υποχώρηση της λεμφοπενίας σε βαθμό ≤ 1.
  • Πνευμονία από Pneumocystis jirovecii
    ιδιαίτερο κίνδυνο
    Πληθυσμόςόλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν τεμοζολομίδη, ειδικότερα οι ασθενείς που λαμβάνουν στεροειδή
    θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την ανάπτυξη PCP, ανεξάρτητα από το σχήμα.
  • HBV
    Θα πρέπει να ζητείται η γνώμη ειδικών σε νόσο του ήπατος πριν από την έναρξη θεραπείας σε ασθενείς με θετική ορολογική δοκιμασία ηπατίτιδας Β. Κατά την διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα.
  • Ηπατοτοξικότητα
    Δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να πραγματοποιούνται πριν την έναρξη της θεραπείας. Εάν δεν είναι φυσιολογικές, οι ιατροί θα πρέπει να εκτιμούν το λόγο όφελος/κίνδυνο πριν από την έναρξη της τεμοζολομίδης. Για ασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία 42 ημερών οι εξετάσεις για τη λειτουργία του ήπατος θα πρέπει να επαναλαμβάνονται στο μέσο της διάρκειας αυτού του κύκλου θεραπείας. Για όλους τους ασθενείς, έλεγχοι για τη λειτουργία του ήπατος θα πρέπει να πραγματοποιούνται μετά από το τέλος κάθε κύκλου θεραπείας. Για τους ασθενείς με σημαντικές ανωμαλίες της λειτουργίας του ήπατος, οι ιατροί θα πρέπει να εκτιμούν τη σχέση του λόγου όφελος/κίνδυνος της συνεχιζόμενης θεραπείας.
  • Κακοήθειες
  • Αντιεμετική αγωγή
    Μπορεί να χορηγείται αντιεμετική θεραπεία πριν από ή μετά τη χορήγηση της τεμοζολομίδης.
  • Ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα
    Αντιεμετική προφύλαξη συνιστάται πριν την αρχική δόση της φάσης συγχορήγησης και συνιστάται έντονα κατά τη διάρκεια της φάσης μονοθεραπείας.
  • Ασθενείς με υποτροπιάζον ή σε εξελισσόμενο κακόηθες γλοίωμα
    Οι ασθενείς που εμφάνισαν σοβαρό (3ου ή 4ου Βαθμού) έμετο σε προηγούμενους κύκλους θεραπείας μπορεί να χρειασθούν αντιεμετική θεραπεία.
  • Εργαστηριακές παράμετροι
    Πριν τη χορήγηση, πρέπει να ικανοποιούνται οι παρακάτω εργαστηριακές παράμετροι: ANC ≥ 1,5 x 10 /l και αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 100 x 10 /l. Πρέπει να πραγματοποιείται γενική εξέταση αίματος την 22η Ημέρα (21 ημέρες μετά την πρώτη δόση) ή εντός 48 ωρών από εκείνη την ημέρα, και κάθε εβδομάδα μέχρις ότου ο ANC να υπερβαίνει τα 1,5 x 10 /l και ο αριθμός αιμοπεταλίων να υπερβαίνει τα 100 x 10 /l. Εάν ο ANC μειωθεί σε < 1,0 x 10 /l ή ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι < 50 x 10 /l κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε κύκλου, ο επόμενος κύκλος πρέπει να μειωθεί κατά ένα δοσολογικό επίπεδο (βλ. Δοσολογία).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας > 70 ετών)
    η τεμοζολομίδη θα πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς.
  • Άρρενες ασθενείς
    Θα πρέπει να συστήνεται στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με τεμοζολομίδη να μην τεκνοποιήσουν για διάστημα έως και 6 μήνες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης και να αναζητήσουν συμβουλή για συντήρηση σπέρματος σε βαθιά κατάψυξη πριν από τη θεραπεία (βλ. Κύηση και γαλουχία).
  • Λακτόζη
    Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης- γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
  • RIDOCA 20 mg:
    Το έκδοχο κίτρινο sunset FCF (sunset yellow FCF) (E110) που περιλαμβάνεται στο κέλυφος των καψακίων μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
swap_horiz
SPC-RIDOCA

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • τροφή
    μείωση κατά 33% της Cmax και κατά 9% του AUC
    ΣύστασηΤο RIDOCA θα πρέπει να χορηγείται χωρίς τροφή.
  • παρακολούθηση
    μικρή αλλά στατιστικά σημαντική μείωση της κάθαρσης της τεμοζολομίδης
  • άλλοι παράγοντες που προκαλούν μυελοκαταστολή
    παρακολούθηση
    μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα μυελοκαταστολής
sick
SPC-RIDOCA

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Λοίμωξη
  • Απλός έρπητας
  • Λοίμωξη τραύματος
  • Φαρυγγίτιδα
  • Στοματική καντιντίαση
  • Έρπης ζωστήρας
  • Λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό
  • Μέση ωτίτιδα
  • Πνευμονία
  • Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
  • Παραρρινοκολπίτιδα
  • Βρογχίτιδα
  • Γαστρεντερίτιδα
  • Κολπίτιδα
Γενικές
  • Γριππώδη συμπτώματα
  • Οίδημα
  • Περιφερικό οίδημα
  • Κόπωση
  • Πυρετός
  • Μετακτινική βλάβη
  • Οίδημα προσώπου
  • Άλγος
  • Εξασθένηση
  • Επιδείνωση κατάστασης
  • Ρίγη
  • Δυσχρωματισμός γλώσσας
  • Δίψα
  • Εξασθένιση
  • Αίσθημα κακουχίας
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Ευκαιριακές λοιμώξεις, περιλαμβανομένης της PCP
  • Επανενεργοποίηση λοίμωξης όπως του κυτταρομεγαλοϊού, ιού της ηπατίτιδας Β
Αίμα
  • Ουδετεροπενία
  • Θρομβοπενία
  • Λεμφοπενία
  • Λευκοπενία
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
  • Αναιμία
  • Πανκυτταροπενία
  • Απλαστική αναιμία
  • Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο
Δέρμα
  • Πετέχειες
  • Εξάνθημα
  • Αλωπεκία
  • Δερματίτιδα
  • Ξηροδερμία
  • Ερύθημα
  • Κνησμός
  • Αποφολίδωση δέρματος
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
  • Μη φυσιολογική μελάγχρωση
  • Αυξημένη εφίδρωση
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Ερυθροδερμία
  • Κνίδωση
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Αγγειοοίδημα
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Ουδετεροπενία ή λεμφοπενία (βαθμού 3-4)
  • Θρομβοπενία (βαθμού 3-4)
Ενδοκρινικό
  • Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing
  • Άποιος διαβήτης
Μεταβολισμός
  • Ανορεξία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
  • Υποκαλιαιμία
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
  • Μείωση σωματικού βάρους
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
  • Αυξημένη ALT
  • Αυξημένη Γ-GT
  • Αυξημένη AST
Ψυχιατρικές
  • Άγχος
  • Συναισθηματική αστάθεια
  • Αϋπνία
  • Κατάθλιψη
  • Διέγερση
  • Απάθεια
  • Διαταραχές συμπεριφοράς
  • Ψευδαίσθηση
  • Σύγχυση
Νευρικό
  • Αμνησία
  • Κεφαλαλγία
  • Σπασμοί
  • Μειωμένη συνείδηση
  • Υπνηλία
  • Αφασία
  • Διαταραχή ισορροπίας
  • Ζάλη
  • Διαταραχή μνήμης
  • Διαταραχή συγκέντρωσης
  • Νευροπάθεια
  • Παραισθησία
  • Διαταραχή λόγου
  • Τρόμος
  • Ημιπάρεση
  • Επιληπτική κατάσταση
  • Εξωπυραμιδική διαταραχή
  • Αταξία
  • Διαταραχή νόησης
  • Δυσφασία
  • Μη φυσιολογικό βάδισμα
  • Υπεραισθησία
  • Υπαισθησία
  • Νευρολογική διαταραχή
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Ημιπληγία
  • Μη φυσιολογικός συντονισμός
  • Διαταραχή αισθητικότητας
  • Ίλιγγος
  • Αλλοίωση γεύσης
Οφθαλμικές
  • Θάμβος όρασης
  • Έλλειμμα στα οπτικά πεδία
  • Διπλωπία
  • Ημιανοψία
  • Μειωμένη οπτική οξύτητα
  • Διαταραχή όρασης
  • Πόνος οφθαλμού
  • Ξηροφθαλμία
Αυτί
  • Έκπτωση ακουστικής οξύτητας
  • Εμβοές
  • Υπερακοΐα
  • Ωταλγία
  • Κώφωση
Καρδιά
  • Αίσθημα παλμών
Αγγειακές
  • Αιμορραγία
  • Οίδημα κάτω άκρου
  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
  • Εγκεφαλική αιμορραγία
  • Υπέρταση
  • Έξαψη
  • Εξάψεις
Αναπνευστικό
  • Πνευμονική εμβολή
  • Δύσπνοια
  • Βήχας
  • Ρινική συμφόρηση
  • Διάμεση πνευμονίτιδα
  • Πνευμονίτιδα
  • Πνευμονική ίνωση
  • Αναπνευστική ανεπάρκεια
Γαστρεντερικό
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Στοματίτιδα
  • Διάρροια
  • Κοιλιακό άλγος
  • Δυσπεψία
  • Δυσφαγία
  • Ξηροστομία
  • Διάταση κοιλίας
  • Ακράτεια κοπράνων
  • Διαταραχές γαστρεντερικού
  • Αιμορροΐδες
  • Διαταραχή οδόντος
Μυοσκελετικό
  • Μυϊκή αδυναμία
  • Αρθραλγία
  • Μυοσκελετικό άλγος
  • Μυαλγία
  • Μυοπάθεια
  • Οσφυαλγία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Συχνοουρία
  • Ακράτεια ούρων
  • Δυσουρία
Αναπαραγωγικό
  • Ανικανότητα
  • Κολπική αιμορραγία
  • Μηνορραγία
  • Αμηνόρροια
  • Μαστοδυνία
Ανοσοποιητικό
  • Αλλεργική αντίδραση
  • Αλλεργικές αντιδράσεις
  • Αναφυλαξία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Παρ οσμία
Ήπαρ
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
  • Υπερχολερυθριναιμία
  • Χολόσταση
  • Ηπατίτιδα
  • Ηπατική κάκωση
  • Ηπατική ανεπάρκεια
Νεόπλασμα καλοήθες, κακοήθες και μη καθοριζόμενο
  • Δευτερογενής κακοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της μυελογενούς λευχαιμίας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Θρομβοπενία (βαθμού 3-4)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ουδετεροπενία ή λεμφοπενία (βαθμού 3-4)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Άλγος
    Γενικές
    Συχνές
  • Έκπτωση ακουστικής οξύτητας
    Αυτί
    Συχνές
  • Έλλειμμα στα οπτικά πεδία
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Συχνές
  • Αιμορραγία
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Ακράτεια ούρων
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Αλλεργική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Συχνές
  • Αλλοίωση γεύσης
    Νευρικό
    Συχνές
  • Απλός έρπητας
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αυξημένη ALT
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αφασία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Δερματίτιδα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διαταραχή ισορροπίας
    Νευρικό
    Συχνές
  • Διαταραχή λόγου
    Νευρικό
    Συχνές
  • Διαταραχή μνήμης
    Νευρικό
    Συχνές
  • Διαταραχή συγκέντρωσης
    Νευρικό
    Συχνές
  • Διπλωπία
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσφαγία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Εμβοές
    Αυτί
    Συχνές
  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Εξασθένηση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Θάμβος όρασης
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Λεμφοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Λοίμωξη τραύματος
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Μείωση σωματικού βάρους
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Μειωμένη συνείδηση
    Νευρικό
    Συχνές
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Μετακτινική βλάβη
    Γενικές
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυοσκελετικό άλγος
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Νευροπάθεια
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ξηροδερμία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Οίδημα κάτω άκρου
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Οίδημα προσώπου
    Γενικές
    Συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Πυρετός
    Γενικές
    Συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Συχνές
  • Σπασμοί
    Νευρικό
    Συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Στοματική καντιντίαση
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Συναισθηματική αστάθεια
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Συχνοουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Σύγχυση
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Άποιος διαβήτης
    Ενδοκρινικό
    Όχι συχνές
  • Έξαψη
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Έρπης ζωστήρας
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αιμορροΐδες
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ακράτεια κοπράνων
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αμηνόρροια
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Αμνησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Ανικανότητα
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Απάθεια
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Αποφολίδωση δέρματος
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αταξία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη AST
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη Γ-GT
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη εφίδρωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Βρογχίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Γαστρεντερίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Γριππώδη συμπτώματα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Δίψα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Διάταση κοιλίας
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διέγερση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές γαστρεντερικού
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές συμπεριφοράς
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή αισθητικότητας
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή νόησης
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή οδόντος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή όρασης
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Δυσουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Δυσφασία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Δυσχρωματισμός γλώσσας
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Εγκεφαλική αιμορραγία
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Εξωπυραμιδική διαταραχή
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Επανενεργοποίηση λοίμωξης όπως του κυτταρομεγαλοϊού, ιού της ηπατίτιδας Β
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Επιδείνωση κατάστασης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Επιληπτική κατάσταση
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ημιανοψία
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ημιπάρεση
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ημιπληγία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηπατική κάκωση
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Κολπίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Κολπική αιμορραγία
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Κώφωση
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Μέση ωτίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Μαστοδυνία
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη οπτική οξύτητα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογική μελάγχρωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογικό βάδισμα
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογικός συντονισμός
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Μηνορραγία
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Μυοπάθεια
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Νευρολογική διαταραχή
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ξηροφθαλμία
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Πανκυτταροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Παρ οσμία
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Παραρρινοκολπίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Πετέχειες
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Πνευμονική εμβολή
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Πόνος οφθαλμού
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ρινική συμφόρηση
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing
    Ενδοκρινικό
    Όχι συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπεραισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπερακοΐα
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Υπερχολερυθριναιμία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Χολόσταση
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ψευδαίσθηση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Ωταλγία
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Ευκαιριακές λοιμώξεις, περιλαμβανομένης της PCP
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Αλλεργικές αντιδράσεις
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Αναπνευστική ανεπάρκεια
    Αναπνευστικό
    Πολύ σπάνιες
  • Αναφυλαξία
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Απλαστική αναιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Δευτερογενής κακοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της μυελογενούς λευχαιμίας
    Νεόπλασμα καλοήθες, κακοήθες και μη καθοριζόμενο
    Πολύ σπάνιες
  • Διάμεση πνευμονίτιδα
    Αναπνευστικό
    Πολύ σπάνιες
  • Ερυθροδερμία
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Πνευμονίτιδα
    Αναπνευστικό
    Πολύ σπάνιες
  • Πνευμονική ίνωση
    Αναπνευστικό
    Πολύ σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Διαταραχές των ουδετερόφιλων Βαθμού 3 ή Βαθμού 4
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    8%
  • Θρομβοκυτταρικές διαταραχές Βαθμού 3 ή Βαθμού 4
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    14%
pregnant_woman
SPC-RIDOCA

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Δεν θα πρέπει να χορηγούνται
    Δεν υπάρχουν στοιχεία σε έγκυες γυναίκες. Σε προκλινικές μελέτες, σε αρουραίους και κουνέλια που έλαβαν δόση 150 mg/m τεμοζολομίδης, καταδείχτηκε τερατογένεση και/ή τοξικότητα στα έμβρυα. Η ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.
  • Γαλουχία
    Θα πρέπει να διακόπτεται
    Δεν είναι γνωστό εάν η τεμοζολομίδη αποβάλλεται στο μητρικό γάλα.
  • Γονιμότητα
    Να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη
    Σε γυναίκες που είναι σε αναπαραγωγική ηλικία.
  • Γονιμότητα
    Να μην τεκνοποιήσουν για διάστημα έως και 6 μήνες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης και να αναζητήσουν συμβουλή για συντήρηση σπέρματος σε βαθιά κατάψυξη πριν από τη θεραπεία
    Στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με τεμοζολομίδη.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η τεμοζολομίδη δεν είναι ενεργή μέχρι να μετατραπεί σε φυσιολογικό pH σε MTIC. Προτείνεται ότι το MTIC στη συνέχεια αλκυλιώνει το DNA στη θέση N7 της γουανίνης, στη θέση O3 της αδενοσίνης και στη θέση O6 της γουανοσίνης, με την πιο συχνή θέση να είναι η…
monitor_heart
SPC-RIDOCA

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες - Αλλοι αλκυλιωτικοί παράγοντες, κωδικός ΑTC: L01A X03. ### Μηχανισμός δράσης Η τεμοζολομίδη είναι μία τριαζένη, που σε φυσιολογικό pH υπόκειται σε ταχεία χημική μετατροπή προς τη δραστική ένωση…
biotech
SPC-RIDOCA

Φαρμακοκινητική

expand_more
Η τεμοζολομίδη υδρολύεται αυτόματα σε φυσιολογικό pH αρχικά στο ενεργό συστατικό, 3-μεθυλ-(τριαζεν-1- υλ)-ιμιδαζολο-4-καρβοξαμίδιο (MTIC). Το MTIC υδρολύεται αυτόματα σε 5-αμινο- ιμιδαζολο4καρβοξαμίδιο (AIC), μια γνωστή ενδιάμεση ένωση στη βιοσύνθεση της…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Μετά την απορρόφηση, η τεμοζολομίδη υφίσταται μη ενζυμική χημική μετατροπή στον ενεργό μεταβολίτη 5-(3-μεθυλο- τριαζεν-1-υλ) ιμιδαζόλη-4-καρβοξαμίδη (MTIC) συν διοξειδίου του άνθρακα και σε έναν μεταβολίτη τεμοζολομίδης οξέος, η οποία…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Ήπαρ

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηπατική λειτουργία (LFTs) gastroenterologyΗπατική λειτουργία στο μέσο της διάρκειας αυτού του κύκλου θεραπείας Θεραπεία 42 ημερών
μετά από το τέλος κάθε κύκλου θεραπείας
Γενική αίματος (CBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος την 22η Ημέρα (21 ημέρες μετά την πρώτη δόση) ή εντός 48 ωρών από εκείνη την ημέρα, και κάθε εβδομάδα ANC > 1,5 x 10/l και αιμοπετάλια > 100 x 10/l
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-RIDOCA
expand_more

Ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα Tα σκληρά καψάκια RIDOCA χορηγούνται σε συνδυασμό με εστιακή ακτινοθεραπεία (φάση συγχορήγησης) ακολουθούμενη από έως 6 κύκλους μονοθεραπείας με τεμοζολομίδη (φάση μονοθεραπείας).

Φάση συγχορήγησης

Η τεμοζολομίδη χορηγείται από το στόμα στη δόση των 75 mg/m² την ημέρα για 42 ημέρες συγχορηγούμενο με εστιακή ακτινοθεραπεία (60 Gy χορηγούμενα σε 30 κλάσματα). Δεν συνιστώνται μειώσεις της δόσης, αλλά η καθυστέρηση ή ο τερματισμός της χορήγησης της τεμοζολομίδης θα πρέπει να αποφασίζεται εβδομαδιαίως σύμφωνα με αιματολογικά και μη αιματολογικά κριτήρια τοξικότητας. Η χορήγηση της τεμοζολομίδης μπορεί να συνεχιστεί καθ’ όλη την περίοδο των 42 ημερών της περιόδου συγχορήγησης (μέχρι 49 ημέρες) εάν ικανοποιούνται όλες οι παρακάτω συνθήκες:

  • απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) ≥ 1,5 x 10⁹/l
  • αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 100 x 10⁹/l
  • κοινά κριτήρια τοξικότητας (CTC) μη αιματολογική τοξικότητα ≤ Βαθμού 1 (εκτός από alωπεκία, ναυτία και έμετο). Κατά τη διάρκεια της θεραπείας μία γενική εξέταση αίματος θα πρέπει να πραγματοποιείται εβδομαδιαίως. Η χορήγηση της τεμοζολομίδης θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά ή να τερματίζεται οριστικά κατά τη διάρκεια της φάσης συγχορήγησης σύμφωνα με τα αιματολογικά και μη αιματολογικά κριτήρια τοξικότητας όπως σημειώνεται στον Πίνακα 1.

Πίνακας 1. Διακοπή ή τερματισμός της χορήγησης της τεμοζολομίδης

κατά τη διάρκεια συγχορήγησης ακτινοθεραπείας και τεμοζολομίδης
Τοξικότητα Διακοπή
τεμοζολομίδης
α
Τερματισμός
τεμοζολομίδης
Απόλυτος αριθμός
ουδετερόφιλων
≥ 0,5 και < 1,5 x 10⁹/l
< 0,5 x 10⁹/l
Αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 10 και < 100 x 10⁹/l
< 10 x 10⁹/l
CTC μη αιματολογική
τοξικότητα (εκτός από
αλωπεκία, ναυτία, έμετο)
CTC Βαθμός 2 CTC Βαθμός 3 ή 4
α
Η θεραπεία με συγχορηγούμενη τεμοζολομίδη μπορεί να συνεχιστεί όταν ικανοποιούνται όλες οι παρακάτω συνθήκες: απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων ≥ 1,5 x 10⁹/l, αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 100 x 10⁹/l, CTC μη αιματολογική τοξικότητα ≤ Βαθμού 1 (εκτός από αλωπεκία, ναυτία, έμετο).

Φάση μονοθεραπείας

Τέσσερις εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της φάσης συγχορήγησης τεμοζολομίδης + ακτινοθεραπείας, η τεμοζολομίδη χορηγείται για έως 6 κύκλους μονοθεραπείας. Η δόση στον Κύκλο 1 (μονοθεραπεία) είναι 150 mg/m² μία φορά την ημέρα για 5 ημέρες ακολουθούμενη από 23 ημέρες χωρίς θεραπεία. Στην αρχή του Κύκλου 2, η δόση αυξάνεται σταδιακά έως τα 200 mg/m² αν η CTC μη αιματολογική τοξικότητα για τον Κύκλο 1 είναι Βαθμού ≤ 2 (εκτός από αλωπεκία, ναυτία και έμετο), ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων (ANC) είναι ≥ 1,5 x 10⁹/l και ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι ≥ 100 x 10⁹/l. Εάν η δόση δεν αυξηθεί βαθμιαία στον Κύκλο 2, η κλιμάκωση δεν θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε μεταγενέστερους κύκλους. Αφού πραγματοποιηθεί η βαθμιαία αύξηση της δόσης, η δόση παραμένει στα 200 mg/m² την ημέρα για τις πρώτες 5 ημέρες του κάθε μεταγενέστερου κύκλου εκτός αν εμφανιστεί τοξικότητα. Μειώσεις και τερματισμοί της δόσης κατά τη διάρκεια της φάσης μονοθεραπείας πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους Πίνακες 2 και 3. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας μία γενική εξέταση αίματος θα πρέπει να πραγματοποιείται την 22η Ημέρα (21 ημέρες μετά την πρώτη δόση της τεμοζολομίδης). Η δόση της τεμοζολομίδης θα πρέπει να μειώνεται ή η χορήγηση να τερματίζεται σύμφωνα με τον Πίνακα 3.

Πίνακας 2. Δοσολογικά επίπεδα της τεμοζολομίδης για μονοθεραπεία

Δοσολογικό επίπεδο Δόση (mg/m² /ημέρα) Παρατηρήσεις -1 100 Μείωση λόγω προγενέστερης τοξικότητας 0 150 Δόση κατά τη διάρκεια του Κύκλου 1 1 200 Δόση κατά τη διάρκεια των Κύκλων 2-6 σε απουσία τοξικότητας

Πίνακας 3. Μείωση ή τερματισμός της δόσης της τεμοζολομίδης κατά

τη διάρκεια της μονοθεραπείας
Τοξικότητα Μείωση Τεμοζολομίδης κατά
1 δοσολογικό επίπεδο
α
Τερματισμός
Τεμοζολομίδη
ς
Απόλυτος αριθμός
ουδετερόφιλων
< 1,0 x 10⁹/l Βλ.
υποσημείωση β
Αριθμός αιμοπεταλίων < 50 x 10⁹/l Βλ.
υποσημείωση β
CTC μη αιματολογική
Τοξικότητα (εκτός από
αλωπεκία, ναυτία, έμετο)
CTC Βαθμός 3 CTC Βαθμός 4
β
α
Τα δοσολογικά επίπεδα τεμοζολομίδης αναφέρονται στον Πίνακα 2. β
Η τεμοζολομίδη διακόπτεται εάν:
  • το δοσολογικό επίπεδο -1 (100 mg/m²) προκαλεί ακόμη μη αποδεκτή τοξικότητα
  • η ίδια Βαθμού 3 μη αιματολογική τοξικότητα (εκτός από αλωπεκία, ναυτία, έμετο) επανεμφανίζεται μετά τη μείωση της δόσης.

Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 3 ετών ή μεγαλύτεροι με υποτροπιάζον ή σε εξέλιξη κακόηθες γλοίωμα: Ένας κύκλος θεραπείας αποτελείται από 28 ημέρες. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν έχουν λάβει παλαιότερα χημειοθεραπεία, η τεμοζολομίδη χορηγείται από το στόμα σε δόση 200 mg/m² μία φορά την ημέρα για τις 5 πρώτες ημέρες και ακολουθεί μια διακοπή της θεραπείας για 23 ημέρες (σύνολο 28 ημέρες). Σε ασθενείς που έχουν λάβει παλαιότερα χημειοθεραπεία, η αρχική δόση είναι 150 mg/m² μία φορά την ημέρα, και αυξάνεται στον δεύτερο κύκλο σε 200 mg/m² μία φορά την ημέρα, για 5 ημέρες εάν δεν εμφανισθεί αιματολογική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 4.4).

Ειδικοί πληθυσμοί

Παιδιατρικόςπληθυσμός Σε ασθενείς ηλικίας 3 ετών ή μεγαλύτερους, η τεμοζολομίδη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε υποτροπιάζον ή σε εξελισσόμενο κακόηθες γλοίωμα. Η εμπειρία σε αυτά τα παιδιά είναι πολύ περιορισμένη (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1). Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της τεμοζολομίδης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της τεμοζολομίδης ήταν συγκρίσιμη σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία και σε εκείνους με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τη χορήγηση της τεμοζολομίδης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child`s Class C) ή με νεφρική δυσλειτουργία. Βασιζόμενοι στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της τεμοζολομίδης, δεν είναι πιθανόν να απαιτούνται μειώσεις της δόσης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, απαιτείται προσοχή όταν η τεμοζολομίδη χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς.

Ηλικιωμένοι ασθενείς Με βάση μία πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ασθενείς ηλικίας 19- 78 ετών, η κάθαρση της τεμοζολομίδης δεν επηρεάζεται από την ηλικία. Ωστόσο, οι ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας > 70 ετών) μοιάζουν να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ουδετεροπενίας και θρομβοπενίας (βλ. παράγραφο 4.4).

Τρόπος χορήγησης

Τα σκληρά καψάκια RIDOCA θα πρέπει να χορηγούνται σε κατάσταση νηστείας. Τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με ένα ποτήρι νερό και δεν πρέπει να ανοίγονται ή να μασώνται.. Εάν προκληθεί έμετος αφού χορηγηθεί η δόση, δεν θα πρέπει να χορηγηθεί μια δεύτερη δόση εκείνη την ημέρα.

block

Αντενδείξεις

SPC-RIDOCA
expand_more
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Υπερευαισθησία στη δακαρβαζίνη (DTIC). Σοβαρή μυελοκαταστολή (βλ. Δοσολογία).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-RIDOCA
expand_more

Ευκαιριακές λοιμώξεις και επανενεργοποίηση λοιμώξεων Ευκαιριακές λοιμώξεις (όπως πνευμονία από Pneumocystis jirovecii) και επανενεργοποίηση λοιμώξεων (όπως HBV, CMC) έχουν παρατηρηθεί κατά την διάρκεια θεραπείας με τεμοζολομίδη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Πνευμονία από Pneumocystis jirovecii Ασθενείς που έλαβαν συγχορήγηση τεμοζολομίδης και ακτινοθεραπείας σε μία πιλοτική δοκιμή για το παρατεταμένο πρόγραμμα 42 ημερών φάνηκαν να διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο για να αναπτύξουν πνευμονία από Pneumocystis jirovecii (PCP). Συνεπώς, απαιτείται προφύλαξη ενάντια στην PCP για όλους τους ασθενείς που λαμβάνουν συγχορήγηση τεμοζολομίδης και ακτινοθεραπείας για το σχήμα 42 ημερών (με ένα μέγιστο 49 ημερών) ανεξάρτητα από τον αριθμό των λεμφοκυττάρων. Εάν εμφανιστεί λεμφοπενία, θα πρέπει να συνεχίσουν την προφύλαξη μέχρι την υποχώρηση της λεμφοπενίας σε βαθμό ≤ 1. Μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη εμφάνιση της PCP όταν η τεμοζολομίδη χορηγηθεί σε μεγαλύτερης διάρκειας δοσολογικό σχήμα. Ωστόσο, όλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν τεμοζολομίδη, ειδικότερα οι ασθενείς που λαμβάνουν στεροειδή, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την ανάπτυξη PCP, ανεξάρτητα από το σχήμα. Περιπτώσεις αναπνευστικής ανεπάρκειας με μοιραία κατάληξη έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που χρησιμοποιούν τεμοζολομίδη, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με δεξαμεθασόνη ή άλλα στεροειδή.

HBV Έχει αναφερθεί επανενεργοποίηση ηπατίτιδας που οφείλεται στον ιό της ηπατίτιδας Β (HBV), σε ορισμένες περιπτώσεις με αποτέλεσμα το θάνατο. Θα πρέπει να ζητείται η γνώμη ειδικών σε νόσο του ήπατος πριν από την έναρξη θεραπείας σε ασθενείς με θετική ορολογική δοκιμασία ηπατίτιδας Β (συμπεριλαμβανομένων και αυτών με ενεργό νόσο). Κατά την διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα.

Ηπατοτοξικότητα Βλάβες του ήπατος, συμπεριλαμβανομένης θανατηφόρας ηπατικής ανεπάρκειας, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που θεραπεύονται με τεμοζολομίδη (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να πραγματοποιούνται πριν την έναρξη της θεραπείας. Εάν δεν είναι φυσιολογικές, οι ιατροί θα πρέπει να εκτιμούν το λόγο όφελος/κίνδυνο πριν από την έναρξη της τεμοζολομίδης συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας για θανατηφόρα ηπατική ανεπάρκεια. Για ασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία 42 ημερών οι εξετάσεις για τη λειτουργία του ήπατος θα πρέπει να επαναλαμβάνονται στο μέσο της διάρκειας αυτού του κύκλου θεραπείας. Για όλους τους ασθενείς, έλεγχοι για τη λειτουργία του ήπατος θα πρέπει να πραγματοποιούνται μετά από το τέλος κάθε κύκλου θεραπείας. Για τους ασθενείς με σημαντικές ανωμαλίες της λειτουργίας του ήπατος, οι ιατροί θα πρέπει να εκτιμούν τη σχέση του λόγου όφελος/κίνδυνος της συνεχιζόμενης θεραπείας. Η τοξικότητα στο ήπαρ μπορεί να συμβεί αρκετές εβδομάδες ή περισσότερο μετά την τελευταία θεραπεία με την τεμοζολομίδη.

Κακοήθειες Περιπτώσεις μυελοδυσπλαστικού συνδρόμου και δευτερογενών κακοηθειών, συμπεριλαμβανομένης της μυελογενούς λευχαιμίας, έχουν επίσης αναφερθεί πολύ σπάνια (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Αντιεμετική αγωγή Η ναυτία και ο έμετος συσχετίζονται πολύ συχνά με την τεμοζολομίδη. Μπορεί να χορηγείται αντιεμετική θεραπεία πριν από ή μετά τη χορήγηση της τεμοζολομίδης.

Ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα Αντιεμετική προφύλαξη συνιστάται πριν την αρχική δόση της φάσης συγχορήγησης και συνιστάται έντονα κατά τη διάρκεια της φάσης μονοθεραπείας.

Ασθενείς με υποτροπιάζον ή σε εξελισσόμενο κακόηθες γλοίωμα Οι ασθενείς που εμφάνισαν σοβαρό (3ου ή 4ου Βαθμού) έμετο σε προηγούμενους κύκλους θεραπείας μπορεί να χρειασθούν αντιεμετική θεραπεία.

Εργαστηριακές παράμετροι Ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με τεμοζολομίδη μπορεί να εμφανίσουν μυελοκαταστολή, συμπεριλαμβανομένης παρατεταμένης πανκυτταροπενίας, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε απλαστική αναιμία, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις έχει οδηγήσει σε μοιραία κατάληξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ταυτόχρονη έκθεση σε φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με την απλαστική αναιμία, συμπεριλαμβανομένης της καρβαμαζεπίνης, της φαινυτοΐνης και της σουλφαμεθοξαζόλης/τριμεθοπρίμης, περιπλέκει την αξιολόγηση. Πριν τη χορήγηση, πρέπει να ικανοποιούνται οι παρακάτω εργαστηριακές παράμετροι: ANC ≥ 1,5 x 10 /l και αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 100 x 10 /l. Πρέπει να πραγματοποιείται γενική εξέταση αίματος την 22η Ημέρα (21 ημέρες μετά την πρώτη δόση) ή εντός 48 ωρών από εκείνη την ημέρα, και κάθε εβδομάδα μέχρις ότου ο ANC να υπερβαίνει τα 1,5 x 10 /l και ο αριθμός αιμοπεταλίων να υπερβαίνει τα 100 x 10 /l. Εάν ο ANC μειωθεί σε < 1,0 x 10 /l ή ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι < 50 x 10 /l κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε κύκλου, ο επόμενος κύκλος πρέπει να μειωθεί κατά ένα δοσολογικό επίπεδο (βλ. Δοσολογία). Τα δοσολογικά επίπεδα περιλαμβάνουν 100 mg/m , 150 mg/m και 200 mg/m . Η χαμηλότερη συνιστώμενη δόση είναι 100 mg/m .

Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία από τη χρήση της τεμοζολομίδης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετών. Η εμπειρία σε μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους είναι πολύ περιορισμένη (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοδυναμικές).

Ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας > 70 ετών) Οι ηλικιωμένοι ασθενείς φαίνεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ουδετεροπενίας και θρομβοπενίας, σε σύγκριση με τους νεότερους ασθενείς. Γι’ αυτό η τεμοζολομίδη θα πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Άρρενες ασθενείς Θα πρέπει να συστήνεται στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με τεμοζολομίδη να μην τεκνοποιήσουν για διάστημα έως και 6 μήνες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης και να αναζητήσουν συμβουλή για συντήρηση σπέρματος σε βαθιά κατάψυξη πριν από τη θεραπεία (βλ. Κύηση και γαλουχία).

Λακτόζη Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης- γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.

RIDOCA 20 mg: Το έκδοχο κίτρινο sunset FCF (sunset yellow FCF) (E110) που περιλαμβάνεται στο κέλυφος των καψακίων μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-RIDOCA
expand_more

Σε μια ξεχωριστή μελέτη φάσης Ι, η συγχχορήγηση της τεμοζολομίδης με ρανιτιδίνη δεν οδήγησε σε μεταβολές στην έκταση της απορρόφησης της τεμοζολομίδης ή στην έκθεση στον ενεργό μεταβολίτη της μονομεθυλτριαζενοϊμιδαζολο καρβοξαμίδιο (MTIC). Η συγχχορήγηση της τεμοζολομίδης με τροφή είχε ως αποτέλεσμα μία μείωση κατά 33% της C max και κατά 9% του εμβαδού κάτω από την καμπύλη (AUC). Καθώς δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι η μεταβολή στη C max είναι κλινικά σημαντική, το RIDOCA θα πρέπει να χορηγείται χωρίς τροφή. Βασιζόμενοι σε μία πληθυσμιακή ανάλυση φαρμακοκινητικής σε δοκιμές φάσης ΙΙ, η συγχορήγηση δεξαμεθαζόνης, προχλωρπεραζίνης, φαινυτοϊνης, καρβαμαζεπίνης, ονδασετρόνης, ανταγωνιστών των Η υποδοχέων, ή φαινοβαρβιτάλης δεν μετέβαλε την κάθαρση της τεμοζολομίδης. Η συγχορήγηση με βαλπροϊκό οξύ συσχετίστηκε με μικρή αλλά στατιστικά σημαντική μείωση της κάθαρσης της τεμοζολομίδης. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για να διευκρινίσουν τη δράση της τεμοζολομίδης στο μεταβολισμό ή την αποβολή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων. Παρόλα αυτά, καθώς η τεμοζολομίδη δεν υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό και επιδεικνύει χαμηλή πρόσδεση με τις πρωτεΐνες, δεν είναι πιθανό να επηρεάσει την φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων (βλ. παράγραφο 5.2). Η χρήση της τεμοζολομίδης σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που προκαλούν μυελοκαταστολή μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα μυελοκαταστολής.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-RIDOCA
expand_more

Εμπειρία από κλινικές δοκιμές Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τεμοζολομίδη, είτε σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία ή ως μονοθεραπεία μετά από ακτινοθεραπεία για νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα, είτε ως μονοθεραπεία σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή σε εξέλιξη γλοίωμα, οι πολύ συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν παρόμοιες: ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, ανορεξία, κεφαλαλγία και κόπωση. Σπασμοί αναφέρθηκαν πολύ συχνά σε ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα που έλαβαν μονοθεραπεία, και αναφέρθηκε πολύ συχνά εξάνθημα σε ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα που έλαβαν τεμοζολομίδη ταυτόχρονα με ακτινοθεραπεία καθώς και ως μονοθεραπεία, και συχνά σε υποτροπιάζον γλοίωμα. Οι περισσότερες αιματολογικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναφέρθηκαν συχνά ή πολύ συχνά και στις δύο ενδείξεις (Πίνακες 4 και 5)∙ η συχνότητα των εργαστηριακών ευρημάτων βαθμού 3-4 παρατίθεται μετά από κάθε πίνακα. Στους πίνακες, οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατηγοριοποιούνται σύμφωνα με την Κατηγορία Οργάνου Συστήματος και τη συχνότητα. Οι κατηγορίες συχνότητας εμφάνισης ορίζονται σύμφωνα με την ακόλουθη σύμβαση: Πολύ συχνές (≥ 1/10), Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως< 1/100); Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000); Πολύ σπάνιες (<1/10.000). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα

Ο Πίνακας 4 παρέχει εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες λόγω θεραπείας σε ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα κατά τη διάρκεια της φάσης συγχορήγησης και της φάσης μονοθεραπείας.

Πίνακας 4: Εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες λόγω θεραπείας κατά τη

διάρκεια των φάσεων συγχορήγησης και μονοθεραπείας σε ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα Κατηγορία Οργάνου Συστήματος Τεμοζολομίδη+ συγχορηγούμενη ακτινοθεραπεία n=288* Μονοθεραπεία με τεμοζολομίδη n=224 Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Συχνές: Λοίμωξη, απλός έρπητας, λοίμωξη τραύματος, φαρυγγίτιδα, στοματική καντιντίαση Λοίμωξη, στοματική καντιντίαση Όχι συχνές: Απλός έρπητας, έρπης ζωστήρας, γριππώδη συμπτώματα Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Συχνές: Ουδετεροπενία, θρομβοπενία, λεμφοπενία, λευκοπενία Εμπύρετη ουδετεροπενία, θρομβοπενία, αναιμία, λευκοπενία Όχι συχνές: Εμπύρετη ουδετεροπενία, αναιμία Λεμφοπενία, πετέχειες Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Όχι συχνές: Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing Διαταραχή του μεταβολισμού και της θρέψης Πολύ συχνές: Ανορεξία Ανορεξία Συχνές: Υπεργλυκαιμία, σωματικό βάρος μειωμένο Σωματικό βάρος μειωμένο Όχι συχνές: Υποκαλιαιμία, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση, αυξημένο σωματικό βάρος Υπεργλυκαιμία, αυξημένο σωματικό βάρος Ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές: Άγχος, συναισθηματική αστάθεια, αϋπνία Άγχος, κατάθλιψη, συναισθηματική αστάθεια, αϋπνία Όχι συχνές: Διέγερση, απάθεια, διαταραχές συμπεριφοράς, κατάθλιψη, ψευδαίσθηση Ψευδαίσθηση, αμνησία Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία Σπασμοί, κεφαλαλγία Συχνές: Σπασμοί, μειωμένη συνείδηση, υπνηλία, αφασία, διαταραχή ισορροπίας, ζάλη, σύγχυση, διαταραχή μνήμης, διαταραχή συγκέντρωσης, νευροπάθεια, παραισθησία, διαταραχή λόγου, τρόμος Ημιπάρεση, αφασία, διαταραχή ισορροπίας, υπνηλία, σύγχυση, ζάλη, επηρεασμένη μνήμη, επηρεασμένη συγκέντρωση, δυσφασία, νευρολογική διαταραχή (ΜΑΚ), νευροπάθεια, περιφερική νευροπάθεια, παραισθησία, διαταραχή λόγου, τρόμος Όχι συχνές: Επιληπτική κατάσταση, εξωπυραμιδική διαταραχή, ημιπάρεση, αταξία, διαταραχή nόησης, δυσφασία, βάδισμα μη φυσιολογικό, υπεραισθησία, υπαισθησία, νευρολογική διαταραχή (ΜΑΚ), περιφερική νευροπάθεια Ημιπληγία, αταξία, μη φυσιολογικός συντονισμός, βάδισμα μη φυσιολογικό, υπεραισθησία, διαταραχή αισθητικότητας Οφθαλμικές διαταραχές Συχνές: Θάμβος όρασης Έλλειμμα στα οπτικά πεδία, θάμβος όρασης, διπλωπία Όχι συχνές: Ημιανοψία, οπτική οξύτητα μειωμένη, πόνος του διαταραχή όρασης, έλλειμμα στα οπτικά πεδία, πόνος του οφθαλμού Οπτική οξύτητα μειωμένη, πόνος του οφθαλμού, ξηροφθαλμία Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Συχνές: Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας, εμβοές Όχι συχνές: Μέση ωτίτιδα, εμβοές, υπερακοΐα, ωταλγία Κώφωση, ίλιγγος, ωταλγία Καρδιακές διαταραχές Όχι συχνές: Αίσθημα παλμών Αγγειακές διαταραχές Συχνές: Αιμορραγία, οίδημα, οίδημα κάτω άκρου Αιμορραγία, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, οίδημα κάτω άκρου Όχι συχνές: Εγκεφαλική αιμορραγία, υπέρταση Πνευμονική εμβολή, οίδημα, περιφερικό οίδημα Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Συχνές: Δύσπνοια, βήχας Δύσπνοια, βήχας Όχι συχνές: Πνευμονία, λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, ρινική συμφόρηση Πνευμονία, παραρρινοκολπίτιδα, λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, βρογχίτιδα Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Πολύ συχνές: Δυσκοιλιότητα, ναυτία, έμετος Δυσκοιλιότητα, ναυτία, έμετος Συχνές: Στοματίτιδα, διάρροια, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία, δυσφαγία Στοματίτιδα, διάρροια, δυσπεψία, δυσφαγία, ξηροστομία Όχι συχνές: Διάταση κοιλίας, ακράτεια κοπράνων, διαταραχές του γαστρεντερικού (ΜΑΚ), γαστρεντερίτιδα, αιμορροϊδες Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ συχνές: Εξάνθημα, αλωπεκία Εξάνθημα, αλωπεκία Συχνές: Δερματίτιδα, ξηροδερμία, ερύθημα, κνησμός Ξηροδερμία, κνησμός Όχι συχνές: Αποφολίδωση δέρματος, αντίδραση φωτοευαισθησίας, μη φυσιολογική μελάγχρωση Ερύθημα, μη φυσιολογική μελάγχρωση, εφίδρωση αυξημένη Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Συχνές: Μυϊκή αδυναμία, αρθραλγία Μυϊκή αδυναμία, αρθραλγία, μυοσκελετικό άλγος, μυαλγία Όχι συχνές: Μυοπάθεια, οσφυαλγία, μυοσκελετικό άλγος, μυαλγία Μυοπάθεια, οσφυαλγία Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Συχνές: Συχνοουρία, ακράτεια ούρων Ακράτεια ούρων Όχι συχνές: Δυσουρία Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Όχι συχνές: Ανικανότητα Κολπική αιμορραγία, μηνορραγία, αμηνόρροια, κολπίτιδα, μαστοδυνία Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ συχνές: Κόπωση Κόπωση Συχνές: Αλλεργική αντίδραση, πυρετός, μετακτινική βλάβη, οίδημα προσώπου, άλγος, αλλοίωση γεύσης Αλλεργική αντίδραση, πυρετός, μετακτινική βλάβη, άλγος, αλλοίωση γεύσης Όχι συχνές: Εξασθένηση, έξαψη, εξάψεις, κατάσταση επιδεινωθείσα, ρίγη, δυσχρωματισμός της γλώσσας, παροσμία, δίψα Εξασθένιση, οίδημα προσώπου, άλγος, κατάσταση επιδεινωθείσα, ρίγη, διαταραχή οδόντος Παρακλινικές εξετάσεις Συχνές: Αυξημένη ALT Αυξημένη ALT Όχι συχνές: Αυξημένα ηπατικά ένζυμα, αυξημένη Γ- GT, αυξημένη AST

  • Ένας ασθενής ο οποίος είχε τυχαιοποιηθεί στο σκέλος RT μόνο, έλαβε Τεμοζολομίδη + RT.

Εργαστηριακά αποτελέσματα

Παρατηρήθηκε μυελοκαταστολή (ουδετεροπενία και θρομβοπενία), η οποία είναι γνωστή τοξικότητα περιοριστική της δόσης για τους περισσότερους κυτταροτοξικούς παράγοντες, περιλαμβανομένης της τεμοζολομίδης. Όταν μη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές και ανεπιθύμητες ενέργειες συνδυάστηκαν κατά τη διάρκεια της φάσης συγχορήγησης και της φάσης μονοθεραπείας, παρατηρήθηκαν στο 8% των ασθενών διαταραχές των ουδετερόφιλων Βαθμού 3 ή Βαθμού 4 που περιελάμβαναν ουδετεροπενικά συμβάματα. Θρομβοκυτταρικές διαταραχές Βαθμού 3 ή Βαθμού 4, που περιελάμβαναν θρομβοπενικά συμβάματα παρατηρήθηκαν στο 14% των ασθενών που έλαβαν τεμοζολομίδη.

Υποτροπιάζον ή σε εξέλιξη κακόηθες γλοίωμα

Σε κλινικές μελέτες, οι συχνότερα εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, που συσχετίζονταν με την θεραπεία, ήταν γαστρεντερικές διαταραχές, ειδικότερα ναυτία (43%) και έμετος (36%). Οι ανεπιθύμητες αυτές αντιδράσεις ήταν συνήθως 1ου ή 2ου βαθμού (0 - 5 περιστατικά εμέτου σε 24 ώρες) και ήταν είτε αυτοπεριοριζόμενες ή εύκολα ελεγχόμενες με τη συνήθη αντιεμετική θεραπεία. Η συχνότητα εμφάνισης σοβαρής ναυτίας και εμέτου ήταν 4%. Ο Πίνακας 5 περιλαμβάνει τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών για υποτροπιάζον ή σε εξέλιξη κακόηθες γλοίωμα και μετά την κυκλοφορία της τεμοζολομίδης.

Πίνακας 5. Ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή

εξελισσόμενο κακόηθες γλοίωμα Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Σπάνιες: Ευκαιριακές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης της PCP Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Πολύ συχνές: Ουδετεροπενία ή λεμφοπενία (βαθμού 3-4), θρομβοπενία (βαθμού 3-4) Όχι συχνές: Πανκυτταροπενία, αναιμία (βαθμού 3- 4), λευκοπενία Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Πολύ συχνές: Ανορεξία Συχνές: Μείωση σωματικού βάρους Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία Συχνές: Υπνηλία, ζάλη, παραισθησία Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Συχνές: Δύσπνοια Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Πολύ συχνές: Έμετος, ναυτία, δυσκοιλιότητα Συχνές: Διάρροια, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Συχνές: Εξάνθημα, κνησμός, αλωπεκία Πολύ σπάνιες: Πολύμορφο ερύθημα, ερυθροδερμία, κνίδωση, εξάνθημα Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ συχνές: Κόπωση Συχνές: Πυρετός, εξασθένηση, ρίγη, αίσθημα κακουχίας, άλγος, αλλοίωση της γεύσης Πολύ σπάνιες: Αλλεργικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας, αγγειοοίδημα

Εργαστηριακά αποτελέσματα:

Θρομβοπενία και ουδετεροπενία βαθμού 3 ή 4 εμφανίστηκε στο 19% και 17% αντίστοιχα, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία για κακόηθες γλοίωμα. Αυτό οδήγησε σε νοσηλεία και/ή διακοπή της τεμοζολομίδης σε 8% και 4% των ασθενών, αντίστοιχα. Η μυελοκαταστολή ήταν προβλέψιμη (συνήθως στους πρώτους κύκλους, με το ναδίρ μεταξύ Ημέρας 21 και Ημέρας 28), και η ανάρρωση ήταν γρήγορη, συνήθως μέσα σε 1-2 εβδομάδες. Δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις συσσωρευτικής μυελοκαταστολής. Η ύπαρξη θρομβοπενίας μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας, και η ύπαρξη ουδετεροπενίας ή λευκοπενίας μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο λοίμωξης.

Φύλο

Σε μία φαρμακοκινητική πληθυσμιακή ανάλυση με εμπειρία κλινικής δοκιμής υπήρχαν 101 θήλεα και 169 άρρενα άτομα για τα οποία ήταν διαθέσιμοι οι χαμηλότεροι αριθμοί ουδετερόφιλων και 110 θήλεα και 174 άρρενα άτομα για τα οποία ήταν διαθέσιμοι οι χαμηλότεροι αριθμοί αιμοπεταλίων. Υπήρξαν υψηλότερα ποσοστά ουδετεροπενίας Βαθμού 4 (ANC < 0,5 x 10⁹/l), 12% έναντι 5%, και θρομβοπενίας (< 20 x 10⁹/l), 9% έναντι 3%, στις γυναίκες έναντι των ανδρών στον πρώτο κύκλο της θεραπείας. Σε μία ομάδα δεδομένων από 400 άτομα με υποτροπιάζον γλοίωμα, ουδετεροπενία Βαθμού 4 εμφανίστηκε στο 8 % των θηλέων έναντι του 4% των αρρένων ατόμων και θρομβοπενία Βαθμού 4 στο 8% των θηλέων έναντι του 3% των αρρένων ατόμων στον πρώτο κύκλο της θεραπείας. Σε μία μελέτη 288 ατόμων με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα, ουδετεροπενία Βαθμού 4 εμφανίστηκε στο 3% των θηλέων έναντι του 0% των αρρένων ατόμων και θρομβοπενία Βαθμού 4 στο 1% των θηλέων έναντι του 0% των αρρένων ατόμων στον πρώτο κύκλο της θεραπείας.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η από του στόματος τεμοζολομίδη έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 3-18 ετών) με υποτροπιάζον γλοίωμα εγκεφαλικού στελέχους ή υποτροπιάζον αστροκύτωμα υψηλού βαθμού, σε ένα σχήμα χορηγούμενο ημερησίως για 5 ημέρες κάθε 28 ημέρες. Παρ’ όλο που τα δεδομένα είναι περιορισμένα, η ανοχή στα παιδιά αναμένεται να είναι ίδια με εκείνη στους ενήλικες. Η ασφάλεια της τεμοζολομίδης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί.

Εμπειρία μετά από την κυκλοφορία του φαρμάκου

Οι παρακάτω επιπρόσθετες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της έκθεσης στην τεμοζολομίδη μετά από την κυκλοφορία του φαρμάκου

Πίνακας 6. Περίληψη των αναφερόμενων συμβάντων με την τεμοζολομίδη μετά από

την κυκλοφορία του φαρμάκου* Λοιμώξεις και παρασιτώσεις* Όχι συχνές: Λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό, επανενεργοποίηση λοίμωξης όπως του κυτταρομεγαλοϊού, ιού της ηπατίτιδας Βǂ Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Πολύ σπάνιες: Παρατεταμένη πανκυτταροπενία, απλαστική αναιμίαǂ Νεόπλασμα καλοήθες, κακοήθες και μη καθοριζόμενο Πολύ σπάνιες: Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο (ΜΔΣ), δευτερογενής κακοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της μυελογενούς λευχαιμίας Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος* Όχι συχνές: Άποιος διαβήτης Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Πολύ σπάνιες: Διάμεση πνευμονίτιδα/πνευμονίτιδα, πνευμονική ίνωση, αναπνευστική ανεπάρκειαǂ Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων* Συχνές: Αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων Όχι συχνές: Υπερχολερυθριναιμία, χολόσταση, ηπατίτιδα ηπατική κάκωση, ηπατική ανεπάρκειαǂ Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ σπάνιες: Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson *Συχνότητες που υπολογίστηκαν βασιζόμενες σε σχετικές κλινικές μελέτες. ǂ Συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων με μοιραία κατάληξη.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/ κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα. Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-RIDOCA
expand_more

Κύηση

Δεν υπάρχουν στοιχεία σε έγκυες γυναίκες. Σε προκλινικές μελέτες, σε αρουραίους και κουνέλια που έλαβαν δόση 150 mg/m τεμοζολομίδης, καταδείχτηκε τερατογένεση και/ή τοξικότητα στα έμβρυα (βλ. παράγραφο 5.3). Τα σκληρά καψάκια RIDOCA δεν θα πρέπει να χορηγούνται σε έγκυες γυναίκες. Εάν η χρήση κατά την εγκυμοσύνη πρέπει να τεθεί υπό σκέψη, η ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η τεμοζολομίδη αποβάλλεται στο μητρικό γάλα, συνεπώς, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται ενόσω λαμβάνεται θεραπεία με τεμοζολομίδη.

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Σε γυναίκες που είναι σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συνιστάται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη για την αποφυγή εγκυμοσύνης ενόσω λαμβάνουν τεμοζολομίδη.

Γονιμότητα στους άνδρες

Η τεμοζολομίδη μπορεί να έχει γονοτοξικές επιδράσεις. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να συστήνεται στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με τεμοζολομίδη να μην τεκνοποιήσουν για διάστημα έως και 6 μήνες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης και να αναζητήσουν συμβουλή για συντήρηση σπέρματος σε βαθιά κατάψυξη πριν από τη θεραπεία, λόγω της πιθανότητας να σημειωθεί μη αναστρέψιμη βλάβη της γονιμότητας εξαιτίας της θεραπείας με την τεμοζολομίδη.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-RIDOCA
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες - Αλλοι αλκυλιωτικοί παράγοντες, κωδικός ΑTC: L01A X03.

Μηχανισμός δράσης

Η τεμοζολομίδη είναι μία τριαζένη, που σε φυσιολογικό pH υπόκειται σε ταχεία χημική μετατροπή προς τη δραστική ένωση μονομεθυλτριαζενοϊμιδαζολο καρβοξαμίδιο (MTIC). Πιστεύεται ότι η κυτταροτοξικότητα της MTIC οφείλεται κυρίως στην αλκυλίωση στην θέση Ο6 της γουανίνης με επιπλέον αλκυλίωση στην θέση Ν7. Οι κυτταροτοξικές βλάβες που ακολουθούν, πιστεύεται ότι περιλαμβάνουν μη φυσιολογική διόρθωση της μεθυλίωσης.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα Ένα σύνολο 573 ασθενών τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε τεμοζολομίδη + RT (n=287) ή μονοθεραπεία RT (n=286). Οι ασθενείς του σκέλους τεμοζολομίδης

  • RT έλαβαν συγχορηγούμενη τεμοζολομίδη (75 mg/m² ) μία φορά την ημέρα, ξεκινώντας την πρώτη μέρα της RT μέχρι την τελευταία μέρα της RT, για 42 ημέρες (με ένα μέγιστο 49 ημερών). Αυτό ακολουθήθηκε από μονοθεραπεία με τεμοζολομίδη (150 - 200 mg/m² ) την 1η - 5η Ημέρα κάθε κύκλου 28 ημερών για έως 6 κύκλους, ξεκινώντας 4 εβδομάδες μετά το τέλος της RT. Οι ασθενείς στο σκέλος ελέγχου έλαβαν μόνο RT. Προφύλαξη για πνευμονία από Pneumocystis jirovecii (PCP) απαιτείτο κατά τη διάρκεια της RT και της συνδυασμένης θεραπείας με τεμοζολομίδη. Η τεμοζολομίδη χορηγήθηκε ως θεραπεία διάσωσης στη φάση παρακολούθησης σε 161 ασθενείς από τους 282 (57%) στο σκέλος με μονοθεραπεία RT, και σε 62 ασθενείς από τους 277 (22%) στο σκέλος τεμοζολομίδης + RT. Ο σχετικός κίνδυνος (HR) για την συνολική επιβίωση ήταν 1,59 (95% CI για HR=1,33 - 1,91) με log-rank p < 0,0001 υπέρ του σκέλους της τεμοζολομίδης. Η εκτιμούμενη πιθανότητα για διετή ή μεγαλύτερη επιβίωση (26% έναντι 10%) είναι υψηλότερη για το σκέλος RT + τεμοζολομίδη. Η προσθήκη της συγχορηγούμενης τεμοζολομίδης στην RT, ακολουθούμενη από μονοθεραπεία με τεμοζολομίδη στη θεραπεία ασθενών με νεοδιαγνωσμένο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα κατέδειξε μία στατιστικά σημαντική βελτίωση της συνολικής επιβίωσης συγκριτικά με την αποκλειστική RT (Σχήμα 1).

Σχήμα 1 Καμπύλες κατά Kaplan-Meier για συνολική επιβίωση (πληθυσμός με Πρόθεση

προς Θεραπεία) Τα αποτελέσματα της δοκιμής δεν είχαν συνέχεια στην υποομάδα των ασθενών με πτωχή κατάσταση ικανότητας (WHO PS=2, n=70), όπου η ολική επιβίωση Πιθανότ ητα και ο χρόνος μέχρι την εξέλιξη της νόσου ήταν παρόμοια και στα δύο σκέλη. Παρόλα αυτά, σ’ αυτή την ομάδα ασθενών δε φαίνεται να υπάρχουν μη αποδεκτοί κίνδυνοι.

Υποτροπιάζον ή εξελισσόμενο κακόηθες γλοίωμα

Δεδομένα κλινικής αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με πολύμορφο γλοιοβλάστωμα (λειτουργική κατάσταση κατά Karnofsky [KPS] ≥ 70), εξελισσόμενο ή υποτροπιάζον μετά από χειρουργική επέμβαση και ακτινοθεραπεία, βασίστηκαν σε δύο κλινικές μελέτες με από του στόματος χορηγούμενη τεμοζολομίδη. Η μία ήταν μία μη συγκριτική μελέτη σε 138 ασθενείς (29% έλαβαν προηγούμενα χημειοθεραπεία), και η άλλη ήταν μία τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη αναφοράς της τεμοζολομίδης έναντι της προκαρβαζίνης σε ένα σύνολο 225 ασθενών (67% έλαβαν προηγούμενα αγωγή με χημειοθεραπεία που βασιζόταν σε νιτροζουρία). Και στις δύο μελέτες, το κύριο τελικό σημείο ήταν η ελεύθερη εξέλιξης επιβίωση (PFS) οριζόμενη με τομογραφίες MRI ή η νευρολογική επιδείνωση. Στη μη συγκριτική μελέτη, η PFS στους 6 μήνες ήταν 19%, η διάμεση ελεύθερη εξέλιξης επιβίωση ήταν 2,1 μήνες, και η συνολική διάμεση επιβίωση 5,4 μήνες. Ο ρυθμός αντικειμενικής ανταπόκρισης βασιζόμενος σε τομογραφίες MRI ήταν 8%. Στην τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη αναφοράς, η PFS στους 6 μήνες ήταν σημαντικά μεγαλύτερη για την τεμοζολομίδη από ότι για την προκαρβαζίνη (21 % έναντι 8%, αντίστοιχα - δοκιμασία x ² p = 0,008) με διάμεση PFS 2,89 και 1,88 μήνες αντίστοιχα (log rank p = 0,0063). Η διάμεση επιβίωση ήταν 7,34 και 5,66 μήνες για την τεμοζολομίδη και την προκαρβαζίνη, αντίστοιχα (log rank p = 0,33). Στους 6 μήνες, το κλάσμα των ασθενών που επιβίωσαν ήταν σημαντικά υψηλότερο στο σκέλος της τεμοζολομίδης (60%) συγκρινόμενο με το σκέλος της προκαρβαζίνης (44%) (δοκιμασία x ² p = 0,019). Σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενα χημειοθεραπεία, παρουσιάστηκε όφελος σε αυτούς οι οποίοι είχαν τιμή KPS=80 ή μεγαλύτερη. Τα δεδομένα του χρόνου μέχρι την επιδείνωση της νευρολογικής κατάστασης ήταν ευνοϊκά για την τεμοζολομίδη σε σχέση με την προκαρβαζίνη όπως ήταν τα δεδομένα του χρόνου μέχρι την επιδείνωση της κατάστασης απόδοσης (μείωση σε KPS < 70 ή μείωση κατά τουλάχιστον 30 σημεία). Οι διάμεσοι χρόνοι μέχρι την εξέλιξη σ’ αυτά τα τελικά σημεία κυμαίνονταν από 0,7 μέχρι 2,1 μήνες περισσότερο για την τεμοζολομίδη σε σύγκριση με την προκαρβαζίνη (log rank p = < 0,01 έως 0,03).

Υποτροπιάζον αναπλαστικό αστροκύτωμα

Σε μία πολυκεντρική, παγκόσμια προοπτική μελέτη φάσης ΙΙ, στην οποία αξιολογήθηκαν η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της από του στόματος χορηγούμενης τεμοζολομίδης στη θεραπεία των ασθενών με αναπλαστικό αστροκύτωμα σε πρώτη υποτροπή, η ελεύθερη εξέλιξης επιβίωση στους 6 μήνες ήταν 46%. Η διάμεση ελεύθερη εξέλιξης επιβίωση ήταν 5,4 μήνες. Η διάμεση συνολική επιβίωση ήταν 14,6 μήνες. Το ποσοστό ανταπόκρισης, βάσει της αξιολόγησης του κεντρικού εξεταστή, ήταν 35% (13 πλήρεις ανταποκρίσεις, CR, και 43 μερικές ανταποκρίσεις, PR) για τoν πληθυσμό με Πρόθεση προς Θεραπείας (ITT) n=162. Σε 43 ασθενείς αναφέρθηκε σταθεροποίηση της νόσου. Η 6-μηνη επιβίωση χωρίς συμβάντα για τον πληθυσμό ΙΤΤ ήταν 44% με διάμεση ελεύθερη συμβαμάτων επιβίωση 4,6 μήνες, η οποία ήταν παρόμοια ως προς τα αποτελέσματα με την ελεύθερη εξέλιξης της νόσου επιβίωση. Για τον κατάλληλο για ιστοπαθολογική εξέταση πληθυσμό, τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας ήταν παρόμοια. Η επίτευξη μιας ακτινολογικώς αντικειμενικής ανταπόκρισης ή η διατήρηση της κατάστασης χωρίς εξέλιξη της νόσου συσχετίστηκε ισχυρώς με τη διατήρηση ή με τη βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η από του στόματος χορηγούμενη τεμοζολομίδη έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 3-18 ετών) με υποτροπιάζον γλοίωμα εγκεφαλικού στελέχους ή υποτροπιάζον αστροκύτωμα υψηλού βαθμού, σε ένα σχήμα χορηγούμενο ημερησίως για 5 ημέρες κάθε 28 ημέρες. Η ανοχή στην τεμοζολομίδη είναι παρόμοια με των ενηλίκων.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-RIDOCA
expand_more

Η τεμοζολομίδη υδρολύεται αυτόματα σε φυσιολογικό pH αρχικά στο ενεργό συστατικό, 3-μεθυλ-(τριαζεν-1- υλ)-ιμιδαζολο-4-καρβοξαμίδιο (MTIC). Το MTIC υδρολύεται αυτόματα σε 5-αμινο- ιμιδαζολο4καρβοξαμίδιο (AIC), μια γνωστή ενδιάμεση ένωση στη βιοσύνθεση της πουρίνης και του νουκλεϊκού οξέος, και στη μεθυλυδραζίνη, η οποία θεωρείται ότι είναι η δραστική αλκυλιωτική ένωση. Η κυτταροτοξικότητα του MTIC θεωρείται ότι οφείλεται αρχικά στην αλκυλίωση του DNA κυρίως στις θέσεις Ο6 και Ν7 της γουανίνης. Σχετικά με την AUC της τεμοζολομίδης, η έκθεση στο MTIC και AIC είναι ~ 2,4% και 23 %, αντίστοιχα. In vivo, ο t ½ του MTIC ήταν παρόμοιος με αυτόν της τεμοζολομίδης, 1,8 ώρες.

Απορρόφηση

Μετά από χορήγηση από το στόμα σε ενήλικες ασθενείς, η τεμοζολομίδη απορροφάται ταχέως και η μέγιστη συγκέντρωση επιτυγχάνεται γρήγορα, μόλις 20 λεπτά μετά από τη χορήγηση της δόσης (μέσος χρόνος μεταξύ 0,5 και 1,5 ώρες). Μετά την από του στόματος χορήγηση ση C-τεμοζολομίδης, τα μέσα επίπεδα αποβολής C από τα κόπρανα κατά τη διάρκεια 7 ημερών μετά τη χορήγηση της δόσης ήταν 0,8% υποδηλώνοντας πλήρη απορρόφηση.

Κατανομή

Η τεμοζολομίδη εμφανίζει χαμηλά επίπεδα σύζευξης με πρωτεΐνες (10% έως 20%) και συνεπώς δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις με ουσίες που έχουν υψηλή σύζευξη με πρωτεΐνες. Απεικονιστικές εξετάσεις PET (Τομογραφία Εκπομπής Ποζιτρονίων) σε ανθρώπους και τα προκλινικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η τεμοζολομίδη διαπερνά ταχέως τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και είναι παρούσα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (CSF). Η διείσδυση στο CSF επιβεβαιώθηκε σε έναν ασθενή. Η έκθεση του CSF βασιζόμενη στην AUC της τεμοζολομίδης ήταν περίπου το 30% αυτής στο πλάσμα, το οποίο είναι συμβατό με δεδομένα από πειραματόζωα.

Αποβολή

Ο χρόνος ημίσειας ζωής (t ½ ) στο πλάσμα είναι περίπου 1,8 ώρες. Η κύρια οδός αποβολής C είναι δια των νεφρών. Μετά την από του στόματος χορήγηση, ποσοστό περίπου 5% έως 10% της δόσης εμφανίζεται αναλλοίωτο στα ούρα κατά τη διάρκεια 24 ωρών, και το υπόλοιπο αποβάλλεται ως τεμοζολομίδη στην μορφή οξέος, 5-αμινοϊμιδαζολο-4-καρβοξαμίδη (AIC) ή ως μη ταυτοποιημένοι πολικοί μεταβολίτες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυξάνονται κατά δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Η κάθαρση στο πλάσμα, ο όγκος κατανομής και ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι ανεξάρτητοι από τη δόση.

Ειδικοί πληθυσμοί

Η πληθυσμιακή ανάλυση της φαρμακοκινητικής της τεμοζολομίδης αποκάλυψε ότι η αποβολή της τεμοζολομίδης στο πλάσμα είναι ανεξάρτητη της ηλικίας, της νεφρικής λειτουργίας, ή του καπνίσματος. Σε μία ξεχωριστή φαρμακοκινητική μελέτη, το προφίλ της φαρμακοκινητικής στο πλάσμα σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Οι παιδιατρικοί ασθενείς εμφάνισαν υψηλότερη AUC από ότι οι ενήλικες ασθενείς. Όμως, η μέγιστη ανεκτή δόση (MTD) ήταν 1.000 mg/m² ανά κύκλο τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

1.8 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

15%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
5394
Μοριακός τύπος
C6H6N6O2
Μοριακό βάρος
194.15
IUPAC
3-methyl-4-oxoimidazo[5,1-d][1,2,3,5]tetrazine-8-carboxamide
InChIKey
BPEGJWRSRHCHSN-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH

Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιωτικούς παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και έτσι ανίκανα να διασυνδέουν κυτταρικά μακρομόρια. Μεταξύ των κοινών τους ιδιοτήτων είναι η απαίτηση για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική αποτελεσματικότητα και η παρουσία στις χημικές τους δομές Ν-μεθυλομάδων, που μετά τον μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους κάθε ένα από αυτά τα φάρμακα σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα δεν είναι πλήρως κατανοητοί. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, p2026)