TEDUGLUTIDE
Τεδουγλουτίδη
Παρατηρήθηκε **ενίσχυση της απορρόφησης υγρών** από το γαστρεντερικό σωλήνα (750-1000 mL/ημέρα) μετά από ημερήσιες χορηγήσεις teduglutide. Σημειώθηκε επίσης αύξηση στο ύψος των λαχνών και στο βάθος των κρυπτών του εντερικού βλεννογόνου. Παρατηρήθηκε επίσης **μείωση του βάρους των …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-REVESTIVE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Υποδόρια
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (1 έως 17 ετών)Δόση0,05 mg/kg σωματικού βάρουςΣυνιστάται περίοδος θεραπείας 6 μηνών για αξιολόγηση. Για παιδιά <2 ετών, αξιολόγηση μετά από 12 εβδομάδες. Για σωματικό βάρος >20 kg, χρησιμοποιήστε φιαλίδιο 5 mg. Για σωματικό βάρος 5-20 kg, χρησιμοποιήστε φιαλίδιο 1,25 mg με όγκο ένεσης βάσει πίνακα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<1 έτους)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <50 ml/min) και νεφροπάθεια τελικού σταδίουΗ ημερήσια δόση πρέπει να μειωθεί κατά 50%.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΤο Revestive δεν έχει μελετηθεί.
block
SPC-REVESTIVE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. 6.1) ή σε ίχνη υπολειμμάτων τετρακυκλίνης
-
Ενεργός κακοήθεια ή υποψία κακοήθειας
-
Ιστορικό κακοηθειών στη γαστρεντερική οδό, συμπεριλαμβανομένων του συστήματος του ήπατος και των χοληφόρων και του παγκρέατος, εντός των τελευταίων πέντε ετώνΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
SPC-REVESTIVE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Καταγραφή προϊόντοςΣυνιστάται ανεπιφύλακτα να καταγράφονται το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του προϊόντος προκειμένου να γίνει συσχετισμός μεταξύ του ασθενή και της παρτίδας του προϊόντος.
-
Ορθοκολικοί πολύποδεςΠληθυσμόςΕνήλικεςΚατά την έναρξη της θεραπείας με Revestive πρέπει να εκτελεστεί κολονοσκόπηση με αφαίρεση των πολυπόδων. Πραγματοποίηση εξατομικευμένης αξιολόγησης ως προς το εάν απαιτείται αυξημένη συχνότητα παρακολούθησης με βάση τα χαρακτηριστικά του ασθενή. Εάν βρεθεί πολύποδας, συνιστάται τήρηση των ισχυουσών κατευθυντήριων γραμμών παρακολούθησης των πολυπόδων. Σε περίπτωση κακοήθειας, η θεραπεία με Revestive πρέπει να διακοπεί (βλ. Αντενδείξεις).
-
Γαστρεντερική νεοπλασία συμπεριλαμβανομένης νεοπλασίας στην ηπατοχολική οδόΕάν ανιχνευθεί νεοπλασία, αυτή πρέπει να αφαιρεθεί. Σε περίπτωση κακοήθειας, η θεραπεία με Revestive πρέπει να διακοπεί (βλ. Αντενδείξεις και Προκλινικά δεδομένα).
-
Χοληδόχος κύστη και χοληφόροι πόροιΣε περίπτωση συμπτωμάτων σχετιζόμενων με τη χοληδόχο κύστη ή με τους χοληφόρους πόρους, η ανάγκη για συνεχιζόμενη θεραπεία με Revestive πρέπει να επαναξιολογείται.
-
Νόσοι του παγκρέατοςΣε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών από το πάγκρεας, η ανάγκη για συνεχιζόμενη θεραπεία με Revestive πρέπει να επαναξιολογείται.
-
Παρακολούθηση οργάνωνΠληθυσμόςΑσθενείς με ΣΒΕΟι ασθενείς πρέπει να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για την κλινική θεραπεία.
-
Απόφραξη του εντέρουΣε περίπτωση υποτροπιαζουσών εντερικών αποφράξεων, η ανάγκη για συνεχιζόμενη θεραπεία με Revestive πρέπει να επαναξιολογείται.
-
Υπερφόρτωση με υγρά και ισορροπία ηλεκτρολυτώνΑπαιτείται προσεκτική προσαρμογή της παρεντερικής υποστήριξης σε ασθενείς που λαμβάνουν Revestive.
-
Υπερφόρτωση με υγράΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιαγγειακή νόσο (όπως καρδιακή ανεπάρκεια και υπέρταση)Πρέπει να παρακολουθούνται αναφορικά με την υπερφόρτωση με υγρά, ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας. Να δίνεται στους ασθενείς η συμβουλή να επικοινωνούν με τον γιατρό τους σε περίπτωση αιφνίδιας αύξησης βάρους, οιδήματος του προσώπου, οιδήματος των αστραγάλων ή/και δύσπνοιας. Η υπερφόρτωση με υγρά μπορεί να προληφθεί με κατάλληλη και έγκαιρη αξιολόγηση των παρεντερικών διατροφικών αναγκών. Σε περίπτωση σημαντικής επιδείνωσης της καρδιαγγειακής νόσου, η ανάγκη για συνεχιζόμενη θεραπεία με Revestive πρέπει να επαναξιολογείται.
-
ΑφυδάτωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με ΣΒΕΗ παρεντερική υποστήριξη πρέπει να μειώνεται προσεκτικά και να μην διακόπτεται απότομα. Η κατάσταση υγρών του ασθενή πρέπει να αξιολογείται μετά από μείωση της παρεντερικής υποστήριξης και να πραγματοποιείται αντίστοιχη προσαρμογή, όπως απαιτείται.
-
Συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ταυτόχρονα από του στόματος φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία απαιτούν τιτλοποίηση ή έχουν στενό θεραπευτικό εύροςΠρέπει να παρακολουθούνται στενά λόγω ενδεχόμενης αυξημένης απορρόφησης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ειδικές κλινικές καταστάσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρές, κλινικά ασταθείς συνυπάρχουσες νόσους (π.χ. καρδιαγγειακές, αναπνευστικές, νεφρικές, λοιμώδεις, ενδοκρινικές, ηπατικές ή νόσους του ΚΝΣ) ή σε ασθενείς με κακοήθειες εντός των τελευταίων πέντε ετώνΠρέπει να δίνεται προσοχή όταν συνταγογραφείται το Revestive.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΤο Revestive δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Τα δεδομένα από τη χρήση σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν υποδεικνύουν ανάγκη περιορισμού της χρήσης.
-
Διακοπή της θεραπείαςΕξαιτίας του κινδύνου αφυδάτωσης, η διακοπή της θεραπείας με Revestive πρέπει να τυγχάνει προσεκτικού χειρισμού.
-
Ορθοκολικοί πολύποδες/ΝεοπλασίαΠληθυσμόςΠαιδιατρικός πληθυσμός (παιδιά και έφηβοι)Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Revestive, πρέπει να πραγματοποιείται εξέταση κοπράνων για αίμα για όλα τα παιδιά και τους εφήβους. Εάν υπάρχουν ενδείξεις αίματος ανεξήγητης αιτιολογίας στα κόπρανα, απαιτείται κολονοσκόπηση/σιγμοειδοσκόπηση.
-
Έκδοχα (Τετρακυκλίνη)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην τετρακυκλίνηΧρειάζεται προσοχή όταν χορηγείται το Revestive (βλ. Αντενδείξεις).
swap_horiz
SPC-REVESTIVE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ταυτόχρονα λαμβανόμενα φαρμακευτικά προϊόνταΠροσοχήΑυξημένη απορρόφηση
sick
SPC-REVESTIVE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος (Ρινοφαρυγγίτιδα, Γρίπη, Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, Λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος)
- Νόσος που μοιάζει με γρίπη
- Υπερευαισθησία
- Μειωμένη όρεξη
- Υπερφόρτωση με υγρά
- Κατακράτηση υγρών
- Άγχος
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Συγκοπή
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Διάταση κοιλίας
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Μετεωρισμός
- Εντερική απόφραξη
- Ορθοκολικός πολύποδας
- Στένωση παχέος εντέρου
- Στένωση παγκρεατικού πόρου
- Στένωση λεπτού εντέρου
- Πολύποδας δωδεκαδακτύλου
- Πολύποδας στομάχου
- Παγκρεατίτιδα (Παγκρεατίτιδα, Οξεία παγκρεατίτιδα, Χρόνια παγκρεατίτιδα)
- Χολοκυστίτιδα
- Οξεία χολοκυστίτιδα
- Αντίδραση της θέσης ένεσης (Αιμάτωμα, Ερύθημα, Άλγος, Οίδημα, Αιμορραγία)
- Περιφερικό οίδημα
- Γαστρεντερική επιπλοκή της στομίας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση της θέσης ένεσης (Αιμάτωμα, Ερύθημα, Άλγος, Οίδημα, Αιμορραγία)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος (Ρινοφαρυγγίτιδα, Γρίπη, Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, Λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΓαστρεντερική επιπλοκή της στομίαςΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕντερική απόφραξηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΥπερφόρτωση με υγράΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΝόσος που μοιάζει με γρίπηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΟξεία χολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΟρθοκολικός πολύποδαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδα (Παγκρεατίτιδα, Οξεία παγκρεατίτιδα, Χρόνια παγκρεατίτιδα)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΣτένωση λεπτού εντέρουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣτένωση παγκρεατικού πόρουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣτένωση παχέος εντέρουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση υγρώνΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΠολύποδας δωδεκαδακτύλουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠολύποδας στομάχουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
SPC-REVESTIVE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηνα αποφεύγεταιΔεν διατίθενται δεδομένα από την χρήση του Revestive στις έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Revestive κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
-
Θηλασμόςνα αποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η τεδουγλουτίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Σε αρουραίους, η μέση συγκέντρωση τεδουγλουτίδης στο γάλα ήταν μικρότερη από 3% της συγκέντρωσης στο μητρικό πλάσμα μετά από εφάπαξ υποδόρια ένεση των 25 mg/kg. Ο κίνδυνος στο θηλάζον νεογέννητο/βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Revestive κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα για τις επιπτώσεις της τεδουγλουτίδης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Δεδομένα από μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν κάποια δυσλειτουργία στη γονιμότητα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-REVESTIVE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-REVESTIVE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η τεδουγλουτίδη απορροφήθηκε ταχέως από τις θέσεις της υποδόριας ένεσης με τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα να παρουσιάζονται περίπου 3-5 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης σε όλα τα επίπεδα δόσης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υποδορίως…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηλεκτρολύτες | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | προσεκτικά σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας | Κατά την αρχική θεραπευτική απόκριση και διακοπή της θεραπείας |
| Κατάσταση υγρών | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | Μετά από μείωση παρεντερικής υποστήριξης |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Διατροφική αξιολόγηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | πιο συχνά | Εντός των πρώτων μηνών της θεραπείας |
| Λειτουργία λεπτού εντέρου | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Σύμφωνα με κατευθυντήριες γραμμές κλινικής θεραπείας (για ασθενείς με ΣΒΕ) |
| Λειτουργία παγκρέατος | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Σύμφωνα με κατευθυντήριες γραμμές κλινικής θεραπείας (για ασθενείς με ΣΒΕ) |
| Λειτουργία χοληδόχου κύστης | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Σύμφωνα με κατευθυντήριες γραμμές κλινικής θεραπείας (για ασθενείς με ΣΒΕ) |
| Λειτουργία χοληφόρων πόρων | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Σύμφωνα με κατευθυντήριες γραμμές κλινικής θεραπείας (για ασθενείς με ΣΒΕ) |
| Αίμα στα κόπρανα | more_horizΆλλο / λοιπά | πριν από την έναρξη της θεραπείας | Παιδιά και έφηβοι |
| ετησίως | Παιδιά και έφηβοι υπό Revestive |
Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Απεικονιστική εξέταση | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | μία φορά το χρόνο | Κατά τα πρώτα 2 έτη της θεραπείας |
| Κολονοσκόπηση | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | μία φορά το χρόνο | Κατά τα πρώτα 2 έτη της θεραπείας |
| κάθε πέντε έτη | Μετά τα πρώτα 2 έτη θεραπείας με Revestive | ||
| — | Αίμα ανεξήγητης αιτιολογίας στα κόπρανα (παιδιά/έφηβοι) | ||
| μετά από ένα έτος θεραπείας, και εφεξής κάθε 5 έτη | Παιδιά και έφηβοι σε θεραπεία με Revestive με γαστρεντερική αιμορραγία | ||
| Σιγμοειδοσκόπηση | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | — | Αίμα ανεξήγητης αιτιολογίας στα κόπρανα (παιδιά/έφηβοι) |
| μετά από ένα έτος θεραπείας, και εφεξής κάθε 5 έτη | Παιδιά και έφηβοι σε θεραπεία με Revestive με γαστρεντερική αιμορραγία |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-REVESTIVE
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει υπό την επίβλεψη ιατρού με εμπειρία στη θεραπεία του ΣΒΕ. Η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινήσει έως ότου να είναι λογικό να υποτεθεί ότι ένας ασθενής έχει σταθεροποιηθεί μετά από μια περίοδο προσαρμογής του εντέρου. Βελτιστοποίηση και σταθεροποίηση των ενδοφλέβιων υγρών και διατροφική υποστήριξη πρέπει να λάβουν χώρα πριν από την έναρξη της θεραπείας. Κατά την κλινική αξιολόγηση από τον ιατρό, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι εξατομικευμένοι στόχοι της θεραπείας και οι προτιμήσεις του ασθενούς. Η θεραπεία πρέπει να παύσει εάν δεν έχει επιτευχθεί καμία γενική βελτίωση της κατάστασης του ασθενούς. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια σε όλους τους ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά σε συνεχή βάση σύμφωνα με τις κλινικές κατευθυντήριες γραμμές.
Δοσολογία
Παιδιατρικός πληθυσμός (≥1 έτους) Η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει υπό την επίβλεψη ιατρού με εμπειρία στη θεραπεία του παιδιατρικού ΣΒΕ. Η συνιστώμενη δόση Revestive για παιδιά και εφήβους (ηλικίας 1 έως 17 ετών) είναι 0,05 mg/kg σωματικού βάρους μία φορά την ημέρα. Ο όγκος προς ένεση σε σχέση με το σωματικό βάρος, όταν χρησιμοποιείται το φιαλίδιο περιεκτικότητας του 1,25 mg, δίνεται στον Πίνακα 1 παρακάτω. Για παιδιατρικούς ασθενείς με σωματικό βάρος >20 kg, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί το φιαλίδιο περιεκτικότητας των 5 mg. Εάν παραλειφθεί μία δόση, αυτή η δόση πρέπει να ενεθεί το συντομότερο δυνατό την ίδια ημέρα. Συνιστάται μια περίοδος θεραπείας 6 μηνών, μετά την οποία πρέπει να αξιολογηθεί η θεραπευτική επίδραση. Σε παιδιά ηλικίας κάτω των δύο ετών, η θεραπεία πρέπει να αξιολογείται μετά από 12 εβδομάδες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε παιδιατρικούς ασθενείς μετά από 6 μήνες (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Πίνακας 1
| Σωματικό βάρος | Περιεκτικότητα του 1,25 mg Όγκος προς ένεση |
|---|---|
| 5-6 kg | 0,10 ml |
| 7-8 kg | 0,14 ml |
| 9-10 kg | 0,18 ml |
| 11-12 kg | 0,22 ml |
| 13-14 kg | 0,26 ml |
| 15-16 kg | 0,30 ml |
| 17-18 kg | 0,34 ml |
| 19-20 kg | 0,38 ml |
| >20 kg | Χρησιμοποιήστε το φιαλίδιο περιεκτικότητας των 5 mg |
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Revestive σε παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για παιδιατρικούς ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 50 ml/min) και νεφροπάθεια τελικού σταδίου, η ημερήσια δόση πρέπει να μειωθεί κατά 50% (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για παιδιατρικούς ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σύμφωνα με μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε ενήλικες ασθενείς βαθμού Β κατά Child-Pugh. Το Revestive δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Τρόπος χορήγησης
Το ανασυσταθέν διάλυμα πρέπει να χορηγείται με υποδόρια ένεση μία φορά την ημέρα, εναλλάσσοντας τις θέσεις μεταξύ 1 εκ των 4 τεταρτημορίων της κοιλιάς. Σε περίπτωση που η ένεση στην κοιλιά παρεμποδίζεται λόγω πόνου, ουλών ή σκλήρυνσης του ιστού, ο μηρός μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί. Το Revestive δεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά. Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-REVESTIVE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. 6.1) ή σε ίχνη υπολειμμάτων τετρακυκλίνης.
- Ενεργός κακοήθεια ή υποψία κακοήθειας.
- Ασθενείς με ιστορικό κακοηθειών στη γαστρεντερική οδό, συμπεριλαμβανομένων του συστήματος του ήπατος και των χοληφόρων και του παγκρέατος, εντός των τελευταίων πέντε ετών.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-REVESTIVE
expand_more
Προειδοποιήσεις
- Κάθε φορά που χορηγείται Revestive σε έναν ασθενή, συνιστάται ανεπιφύλακτα να καταγράφονται το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του προϊόντος προκειμένου να γίνει συσχετισμός μεταξύ του ασθενή και της παρτίδας του προϊόντος.
Ενήλικες
Ορθοκολικοί πολύποδες Κατά την έναρξη της θεραπείας με Revestive πρέπει να εκτελεστεί κολονοσκόπηση με αφαίρεση των πολυπόδων. Συνιστώνται κολονοσκοπήσεις παρακολούθησης (ή εναλλακτική απεικονιστική εξέταση) μία φορά το χρόνο κατά τα πρώτα 2 έτη της θεραπείας με Revestive. Συνιστώνται διαδοχικές κολονοσκοπήσεις με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον πέντε ετών. Πρέπει να πραγματοποιηθεί εξατομικευμένη αξιολόγηση ως προς το εάν απαιτείται αυξημένη συχνότητα παρακολούθησης με βάση τα χαρακτηριστικά του ασθενή (π.χ. ηλικία, υποκείμενη νόσο) (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Εάν βρεθεί πολύποδας, συνιστάται τήρηση των ισχυουσών κατευθυντήριων γραμμών παρακολούθησης των πολυπόδων. Σε περίπτωση κακοήθειας, η θεραπεία με Revestive πρέπει να διακοπεί (βλ. Αντενδείξεις).
Γαστρεντερική νεοπλασία συμπεριλαμβανομένης νεοπλασίας στην ηπατοχολική οδό Εάν ανιχνευθεί νεοπλασία, αυτή πρέπει να αφαιρεθεί. Σε περίπτωση κακοήθειας, η θεραπεία με Revestive πρέπει να διακοπεί (βλ. Αντενδείξεις και Προκλινικά δεδομένα).
Χοληδόχος κύστη και χοληφόροι πόροι Περιπτώσεις χολοκυστίτιδας, χολαγγειίτιδας και χολολιθίασης έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες. Σε περίπτωση συμπτωμάτων σχετιζόμενων με τη χοληδόχο κύστη ή με τους χοληφόρους πόρους, η ανάγκη για συνεχιζόμενη θεραπεία με Revestive πρέπει να επαναξιολογείται.
Νόσοι του παγκρέατος Σε κλινικές μελέτες έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες ενέργειες από το πάγκρεας, όπως χρόνια και οξεία παγκρεατίτιδα, στένωση του παγκρεατικού πόρου, λοίμωξη του παγκρέατος και αυξημένες αμυλάση και λιπάση αίματος. Σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών από το πάγκρεας, η ανάγκη για συνεχιζόμενη θεραπεία με Revestive πρέπει να επαναξιολογείται.
Παρακολούθηση του λεπτού εντέρου, της χοληδόχου κύστης και των χοληφόρων πόρων και του παγκρέατος Οι ασθενείς με ΣΒΕ πρέπει να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για την κλινική θεραπεία. Αυτό συνήθως περιλαμβάνει την παρακολούθηση της λειτουργίας του λεπτού εντέρου, της χοληδόχου κύστης και των χοληφόρων πόρων και του παγκρέατος για σημεία και συμπτώματα και, εάν ενδείκνυται, επιπρόσθετες εργαστηριακές εξετάσεις και κατάλληλες τεχνικές απεικόνισης.
Απόφραξη του εντέρου Περιπτώσεις απόφραξης του εντέρου έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες. Σε περίπτωση υποτροπιαζουσών εντερικών αποφράξεων, η ανάγκη για συνεχιζόμενη θεραπεία με Revestive πρέπει να επαναξιολογείται.
Υπερφόρτωση με υγρά και ισορροπία ηλεκτρολυτών Για την αποφυγή της υπερφόρτωσης με υγρά ή της αφυδάτωσης απαιτείται προσεκτική προσαρμογή της παρεντερικής υποστήριξης σε ασθενείς που λαμβάνουν Revestive. Το ισοζύγιο των ηλεκτρολυτών και η κατάσταση υγρών πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας, ειδικά κατά την αρχική θεραπευτική απόκριση και τη διακοπή της θεραπείας με Revestive.
Υπερφόρτωση με υγρά Υπερφόρτωση με υγρά έχει παρατηρηθεί σε κλινικές μελέτες. Ανεπιθύμητες ενέργειες υπερφόρτωσης με υγρά εμφανίστηκαν πιο συχνά κατά τις πρώτες 4 εβδομάδες θεραπείας και μειώθηκαν με την πάροδο του χρόνου. Λόγω αυξημένης απορρόφησης υγρών, οι ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο, όπως καρδιακή ανεπάρκεια και υπέρταση, πρέπει να παρακολουθούνται αναφορικά με την υπερφόρτωση με υγρά, ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας. Πρέπει να δίνεται στους ασθενείς η συμβουλή να επικοινωνούν με τον γιατρό τους σε περίπτωση αιφνίδιας αύξησης βάρους, οιδήματος του προσώπου, οιδήματος των αστραγάλων ή/και δύσπνοιας. Γενικά, η υπερφόρτωση με υγρά μπορεί να προληφθεί με κατάλληλη και έγκαιρη αξιολόγηση των παρεντερικών διατροφικών αναγκών. Αυτή η αξιολόγηση πρέπει να διεξάγεται πιο συχνά εντός των πρώτων μηνών της θεραπείας. Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια έχει παρατηρηθεί σε κλινικές μελέτες. Σε περίπτωση σημαντικής επιδείνωσης της καρδιαγγειακής νόμα, η ανάγκη για συνεχιζόμενη θεραπεία με Revestive πρέπει να επαναξιολογείται.
Αφυδάτωση Οι ασθενείς με ΣΒΕ έχουν ευαισθησία στην αφυδάτωση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς που λαμβάνουν Revestive, η παρεντερική υποστήριξη πρέπει να μειώνεται προσεκτικά και δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα. Η κατάσταση υγρών του ασθενή πρέπει να αξιολογείται μετά από μείωση της παρεντερικής υποστήριξης και να πραγματοποιείται αντίστοιχη προσαρμογή, όπως απαιτείται.
Συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα Ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ταυτόχρονα από του στόματος φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία απαιτούν τιτλοποίηση ή έχουν στενό θεραπευτικό εύρος, πρέπει να παρακολουθούνται στενά λόγω ενδεχόμενης αυξημένης απορρόφησης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Ειδικές κλινικές καταστάσεις Το Revestive δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρές, κλινικά ασταθείς συνυπάρχουσες νόσους (π.χ. καρδιαγγειακές, αναπνευστικές, νεφρικές, λοιμώδεις, ενδοκρινικές, ηπατικές ή νόσους του ΚΝΣ) ή σε ασθενείς με κακοήθειες εντός των τελευταίων πέντε ετών (βλ. Αντενδείξεις). Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν συνταγογραφείται το Revestive.
Ηπατική δυσλειτουργία Το Revestive δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Τα δεδομένα από τη χρήση σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν υποδεικνύουν ανάγκη περιορισμού της χρήσης.
Διακοπή της θεραπείας Εξαιτίας του κινδύνου αφυδάτωσης, η διακοπή της θεραπείας με Revestive πρέπει να τυγχάνει προσεκτικού χειρισμού.
Παιδιατρικός πληθυσμός
(Βλ. επίσης γενικές προφυλάξεις για ενήλικες στην παρούσα παράγραφο)
Ορθοκολικοί πολύποδες/Νεοπλασία Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Revestive, πρέπει να πραγματοποιείται εξέταση κοπράνων για αίμα για όλα τα παιδιά και τους εφήβους. Εάν υπάρχουν ενδείξεις αίματος ανεξήγητης αιτιολογίας στα κόπρανα, απαιτείται κολονοσκόπηση/σιγμοειδοσκόπηση. Επακόλουθες εξετάσεις κοπράνων για αίμα πρέπει να πραγματοποιούνται ετησίως σε παιδιά και εφήβους ενώ λαμβάνουν Revestive. Συνιστάται κολονοσκόπηση/σιγμοειδοσκόπηση για όλα τα παιδιά και τους εφήβους μετά από ένα έτος θεραπείας, και εφεξής κάθε 5 έτη ενώ βρίσκονται υπό συνεχή θεραπεία με Revestive και εάν έχουν νέα ή ανεξήγητη γαστρεντερική αιμορραγία.
Έκδοχα Το Revestive περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση. Αυτό σημαίνει ότι ουσιαστικά είναι «ελεύθερο νατρίου». Χρειάζεται προσοχή όταν χορηγείται το Revestive σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην τετρακυκλίνη (βλ. Αντενδείξεις).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-REVESTIVE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-REVESTIVE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Ανεπιθύμητες ενέργειες εξήχθησαν από 2 ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες με την τεδουγλουτίδη σε 109 ενήλικες ασθενείς με ΣΒΕ, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία με δόσεις των 0,05 mg/kg/ημέρα και 0,10 mg/kg/ημέρα για διάστημα έως και 24 εβδομάδων. Περίπου το 52% των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με τεδουγλουτίδη παρουσίασε ανεπιθύμητες ενέργειες (έναντι 36% των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο). Οι συχνότερα αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κοιλιακό άλγος και διάταση της κοιλίας (45%), λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος (28%) (συμπεριλαμβανομένων της ρινοφαρυγγίτιδας, της γρίπης, της λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος και της λοίμωξης του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος), ναυτία (26%), αντιδράσεις της θέσης ένεσης (26%), κεφαλαλγία (16%) και έμετος (14%). Περίπου το 38% των ασθενών με στομία που υποβλήθηκαν στη θεραπεία παρουσίασε γαστρεντερικές επιπλοκές της στομίας. Η πλειονότητα αυτών των αντιδράσεων ήταν ήπιες ή μέτριες. Δεν έχουν προσδιοριστεί νέα σήματα ασφάλειας σε ασθενείς που έχουν εκτεθεί σε 0,05 mg/kg/ημέρα με τεδουγλουτίδη για έως και 30 μήνες σε μια μακροχρόνια μελέτη επέκτασης ανοικτής επισήμανσης.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών με ταξινόμηση σε πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται πιο κάτω με βάση την κατηγορία οργανικού συστήματος κατά MedDRA και με βάση τη συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας. Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που προσδιορίστηκαν στην εμπειρία μετά την κυκλοφορία επισημαίνονται με πλάγια γράμματα.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Ανοσογονικότητα Σύμφωνα με τις δυνητικά ανοσοποιητικές ιδιότητες των φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν πεπτίδια, η χορήγηση του Revestive μπορεί δυνητικά να ενεργοποιήσει την ανάπτυξη αντισωμάτων. Με βάση τα ολοκληρωμένα δεδομένα από δύο μελέτες σε ενήλικες με ΣΒΕ (μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 6 μηνών, ακολουθούμενη από μια μελέτη ανοικτής επισήμανσης διάρκειας 24 μηνών), η ανάπτυξη αντισωμάτων ενάντια στην τεδουγλουτίδη σε ασθενείς που έλαβαν υποδόρια χορήγηση 0,05 mg/kg τεδουγλουτίδης εφάπαξ ημερησίως ήταν 3% (2/60) τον Μήνα 3, 17% (13/77) τον Μήνα 6, 24% (16/67) τον Μήνα 12, 33% (11/33) τον Μήνα 24 και 48% (14/29) τον Μήνα 30. Σε μελέτες φάσης 3 με ασθενείς με ΣΒΕ που έλαβαν τεδουγλουτίδη για ≥ 2 έτη, το 28% των ασθενών ανέπτυξε αντισώματα ενάντια στην πρωτεΐνη του E.coli (πρωτεΐνη του κυττάρου ξενιστή που απομένει από την παραγωγή). Ο σχηματισμός αντισωμάτων δεν έχει συσχετιστεί με κλινικώς σημαντικά ευρήματα ασφάλειας, με μειωμένη αποτελεσματικότητα ή με μεταβολή της φαρμακοκινητικής του Revestive.
Αντιδράσεις της θέσης ένεσης Αντιδράσεις της θέσης ένεσης συνέβησαν στο 26% των ασθενών με ΣΒΕ που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με τεδουγλουτίδη, σε σύγκριση με το 5% των ασθενών στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου. Οι αντιδράσεις περιελάμβαναν αιμάτωμα της θέσης ένεσης, ερύθημα της θέσης ένεσης, άλγος της θέσης ένεσης, οίδημα της θέσης ένεσης και αιμορραγία της θέσης ένεσης (βλ. επίσης Προκλινικά δεδομένα). Η πλειοψηφία των αντιδράσεων ήταν μέτριες σε σοβαρότητα και κανένα περιστατικό δεν οδήγησε σε διακοπή του φαρμάκου.
C-αντιδρώσα πρωτεΐνη Εντός των πρώτων επτά ημερών θεραπείας με τεδουγλουτίδη είχαν παρατηρηθεί ήπιες αυξήσεις της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης της τάξης των περίπου 25 mg/l, οι οποίες μειώνονταν συνεχώς με τις συνεχίζμενες καθημερινές ενέσεις. Μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας με τεδουγλουτίδη, οι ασθενείς παρουσίασαν μικρή συνολική αύξηση στη C-αντιδρώσα πρωτεΐνη της τάξης του περίπου 1,5 mg/l κατά μέσο όρο. Οι μεταβολές αυτές δεν συσχετίστηκαν ούτε με μεταβολές σε άλλες εργαστηριακές παραμέτρους ούτε με αναφερθέντα κλινικά συμπτώματα. Δεν υπήρξαν κλινικά σχετικές μέσες αυξήσεις της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης από τα αρχικά επίπεδα μετά από μακροχρόνια θεραπεία με τεδουγλουτίδη για έως και 30 μήνες.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε δύο ολοκληρωμένες κλινικές μελέτες, ήταν εγγεγραμμένοι 87 παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 1 έως 17 ετών), οι οποίοι εκτέθηκαν στην τεδουγλουτίδη για χρονική διάρκεια έως και 6 μηνών. Κανένας ασθενής δεν διέκοψε τη συμμετοχή στις μελέτες λόγω κάποιας ανεπιθύμητης ενέργειας. Συνολικά, το προφίλ ασφάλειας της τεδουγλουτίδης (συμπεριλαμβανομένου του τύπου και της συχνότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών και της ανοσογονικότητας) σε παιδιά και εφήβους (ηλικίας 1-17 ετών) ήταν παρόμοιο με αυτό των ενηλίκων. Δεδομένα για τη μακροχρόνια ασφάλεια δεν είναι ακόμα διαθέσιμα για αυτόν τον παιδιατρικό πληθυσμό. Δεν διατίθενται δεδομένα για παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-REVESTIVE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν διατίθενται δεδομένα από την χρήση του Revestive στις έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Revestive κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η τεδουγλουτίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Σε αρουραίους, η μέση συγκέντρωση τεδουγλουτίδης στο γάλα ήταν μικρότερη από 3% της συγκέντρωσης στο μητρικό πλάσμα μετά από εφάπαξ υποδόρια ένεση των 25 mg/kg. Ο κίνδυνος στο θηλάζον νεογέννητο/βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Revestive κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα για τις επιπτώσεις της τεδουγλουτίδης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Δεδομένα από μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν κάποια δυσλειτουργία στη γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-REVESTIVE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Λοιπά προϊόντα πεπτικής οδού και μεταβολισμού, διάφορα προϊόντα πεπτικής οδού και μεταβολισμού, κωδικός ATC: Α16ΑΧ08.
Μηχανισμός δράσης
Το φυσικώς απαντώμενο ανθρώπινο γλυκαγονόμορφο πεπτίδιο 2 (GLP-2) είναι ένα πεπτίδιο που εκκρίνεται από τα L-κύτταρα του εντέρου το οποίο είναι γνωστό ότι αυξάνει την εντερική και την πυλαία ροή αίματος, αναστέλλει την έκκριση γαστρικού οξέος και μειώνει την εντερική κινητικότητα. Η τεδουγλουτίδη είναι ένα ανάλογο του GLP-2. Σε αρκετές μη κλινικές μελέτες, η τεδουγλουτίδη έχει δείξει να διατηρεί την ακεραιότητα του βλεννογόνου, προάγοντας την αποκατάσταση και τη φυσιολογική ανάπτυξη του εντέρου, μέσω αύξησης του ύψους των λαχνών και του βάθους των κρυπτών.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Όπως και το GLP-2, η τεδουγλουτίδη αποτελείται από 33 αμινοξέα κατά μήκος με αντικατάσταση του αμινοξέος αλανίνη από γλυκίνη στη δεύτερη θέση του Ν-τελικού άκρου. Η μονήρης αντικατάσταση αμινοξέος σε σχέση με το φυσικώς απαντώμενο GLP-2 έχει ως αποτέλεσμα την αντοχή στην in vivo αποδόμηση από το ένζυμο διπεπτιδυλ-πεπτιδάση-IV (DPP-IV), γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα παρατεταμένο χρόνο ημίσειας ζωής. Η τεδουγλουτίδη αυξάνει το ύψος των λαχνών και το βάθος των κρυπτών του εντερικού επιθηλίου. Με βάση τα ευρήματα που προκύπτουν από προκλινικές μελέτες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Προκλινικά δεδομένα) και τον προτεινόμενο μηχανισμό δράσης με τις τροφικές επιδράσεις στον εντερικό βλεννογόνο, εμφανίζεται να υπάρχει κίνδυνος προαγωγής νεοπλασίας στο λεπτό έντερο ή/και στο παχύ έντερο. Οι διεξαχθείσες κλινικές μελέτες δεν μπορούν ούτε να αποκλείσουν ούτε να επιβεβαιώσουν έναν τέτοιο αυξημένο κίνδυνο. Αρκετές περιπτώσεις καλοήθων ορθοκολικών πολυπόδων παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια διεξαγωγής των δοκιμών, ωστόσο, η συχνότητα δεν ήταν αυξημένη σε σύγκριση με τους ασθενείς που υποβάλονταν σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Επιπρόσθετα της ανάγκης κολονοσκόπησης με αφαίρεση των πολυπόδων κατά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), κάθε ασθενής πρέπει να αξιολογείται ως προς την ανάγκη προγράμματος ενισχυμένης παρακολούθησης βάσει των χαρακτηριστικών του ασθενούς (π.χ. ηλικίας και υποκείμενης νόσου, προηγούμενης εμφάνισης πολυπόδων κ.λπ.).
Κλινική αποτελεσματικότητα
Παιδιατρικός πληθυσμός Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας που παρουσιάζονται προέρχονται από 2 ελεγχόμενες μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς διάρκειας έως και 24 εβδομάδων. Οι μελέτες αυτές περιελάμβαναν 101 ασθενείς στις ακόλουθες ηλικιακές ομάδες: 5 ασθενείς 1-2 ετών, 56 ασθενείς 2 έως <6 ετών, 32 ασθενείς 6 έως <12 ετών, 7 ασθενείς 12 έως <17 ετών και 1 ασθενής 17 έως <18 ετών. Παρά το περιορισμένο μέγεθος δείγματος, το οποίο δεν επέτρεψε σημαντικές στατιστικές συγκρίσεις, παρατηρήθηκαν, κλινικά σημαντικές, αριθμητικές μειώσεις στην απαίτηση για παρεντερική υποστήριξη σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Η τεδουγλουτίδη μελετήθηκε σε μια 12 εβδομάδων, ανοικτής επισήμανσης κλινική μελέτη σε 42 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έως και 14 ετών με ΣΒΕ που ήταν εξαρτημένοι από παρεντερική διατροφή. Στόχος της μελέτης ήταν η αξιολόγηση της ασφάλειας, της ανεκτικότητας και της αποτελεσματικότητας της τεδουγλουτίδης σε σύγκριση με τη συνήθη θεραπεία. Τρεις (3) δόσεις τεδουγλουτίδης, 0,0125 mg/kg/ημέρα (n=8), 0,025 mg/kg/ημέρα (n=14) και 0,05 mg/kg/ημέρα (n=15) ερευνήθηκαν για διάστημα 12 εβδομάδων. Πέντε (5) ασθενείς εντάχθηκαν σε μια κοόρτη συνήθους θεραπείας.
Πλήρης απεξάρτηση Τρεις ασθενείς (3/15, 20%) που λάμβαναν τη συνιστώμενη δόση τεδουγλουτίδης απεξαρτήθηκαν από την παρεντερική διατροφή έως την Εβδομάδα 12. Μετά από μια περίοδο κάθαρσης διάρκειας 4 εβδομάδων, δύο από αυτούς τους ασθενείς ξεκίνησαν εκ νέου παρεντερική υποστήριξη.
Μείωση του όγκου παρεντερικής διατροφής Η μέση μεταβολή του όγκου παρεντερικής διατροφής από τα αρχικά επίπεδα την Εβδομάδα 12 στον πληθυσμό με πρόθεση θεραπείας (ITT), βάσει δεδομένων συνταγογράφησης από ιατρό ήταν -2,57 (±3,56) l/εβδομάδα, που αντιστοιχούσε σε μέση μείωση κατά -39,11% (±40,79), σε σύγκριση με τη μέση μεταβολή του όγκου κατά 0,43 (±0,75) l/εβδομάδα, που αντιστοιχούσε σε αύξηση κατά 7,38% (±12,76) στην κοόρτη συνήθους θεραπείας. Την Εβδομάδα 16 (4 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας), μειώσεις του όγκου παρεντερικής διατροφής ήταν ακόμα εμφανείς, αλλά μικρότερες από εκείνες που παρατηρήθηκαν την Εβδομάδα 12, όταν οι ασθενείς λάμβαναν ακόμα τεδουγλουτίδη (μέση μείωση κατά -31,80% (±39,26) σε σύγκριση με αύξηση κατά 3,92% (±16,62) στην ομάδα συνήθους θεραπείας).
Μείωση των θερμίδων παρεντερικής διατροφής Την Εβδομάδα 12, υπήρξε μέση μεταβολή κατά -35,11% (±53,04) από τα αρχικά επίπεδα στην κατανάλωση θερμίδων παρεντερικής διατροφής στον πληθυσμό με πρόθεση θεραπείας (ITT) βάσει δεδομένων συνταγογράφησης από ιατρό. Η αντίστοιχη μεταβολή στην κοόρτη συνήθους θεραπείας ήταν 4,31% (±5,36). Την Εβδομάδα 16, η κατανάλωση θερμίδων παρεντερικής διατροφής συνέχισε να μειώνεται, με εκατοστιαία μέση μεταβολή από τα αρχικά επίπεδα -39,15% (±39,08) σε σύγκριση με τη μέση μεταβολή -0,87% (±9,25) για την κοόρτη συνήθους θεραπείας.
Αυξήσεις του όγκου και των θερμίδων εντερικής διατροφής Βάσει δεδομένων συνταγογράφησης, η μέση εκατοστιαία μεταβολή του όγκου εντερικής διατροφής από τα αρχικά επίπεδα την Εβδομάδα 12 στον πληθυσμό με πρόθεση θεραπείας (ITT) ήταν 25,82% (±41,59) σε σύγκριση με 53,65% (±57,01) στην κοόρτη συνήθους θεραπείας. Η αντίστοιχη αύξηση στις θερμίδες εντερικής διατροφής ήταν 58,80% (±64,20), σε σύγκριση με 57,02% (±55,25) στην κοόρτη συνήθους θεραπείας.
Μείωση του χρόνου έγχυσης Η μέση μείωση από τα αρχικά επίπεδα την Εβδομάδα 12 του αριθμού ημερών/εβδομάδα υπό παρεντερική διατροφή στον πληθυσμό με πρόθεση θεραπείας (ITT), βάσει δεδομένων συνταγογράφησης από ιατρό, ήταν -1,36 (±2,37) ημέρες/εβδομάδα που αντιστοιχούσε σε εκατοστιαία μείωση κατά -24,49% (±42,46). Δεν υπήρξε μεταβολή από τα αρχικά επίπεδα στην κοόρτη συνήθους θεραπείας. Τέσσερις ασθενείς (26,7%) που λάμβαναν τη συνιστώμενη δόση τεδουγλουτίδης πέτυχαν μια μείωση τριών ημερών στις ανάγκες παρεντερικής διατροφής. Την Εβδομάδα 12, βάσει δεδομένων ημερολογίου ασθενών, οι ασθενείς εμφάνισαν μέση εκατοστιαία μείωση κατά 35,55% (±35,23) ωρών ανά ημέρα σε σύγκριση με τα αρχικά επίπεδα, που αντιστοιχούσε σε μείωση ωρών/ημέρα της χρήσης παρεντερικής διατροφής κατά -4,18 (±4,08), ενώ οι ασθενείς στην κοόρτη συνήθους θεραπείας εμφάνισαν ελάχιστη μεταβολή αυτής της παραμέτρου στο ίδιο χρονικό σημείο.
Μια επιπλέον τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη 24 εβδομάδων πραγματοποιήθηκε σε 59 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έως 17 ετών, που ήταν εξαρτημένοι από παρεντερική υποστήριξη. Στόχος ήταν η αξιολόγηση της ασφάλειας/ανεκτικότητας, της φαρμακοκινητικής και της αποτελεσματικότητας της τεδουγλουτίδης. Μελετήθηκαν δύο δόσεις τεδουγλουτίδης: 0,025 mg/kg/ημέρα (n=24) και 0,05 mg/kg/ημέρα (n=26). 9 ασθενείς εντάχθηκαν σε ένα σκέλος συνήθους θεραπείας (ΣΘ). Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε με βάση την ηλικία στις ομάδες δόσης. Τα παρακάτω αποτελέσματα αντιστοιχούν στον πληθυσμό με πρόθεση θεραπείας (ITT) στη συνιστώμενη δόση των 0,05 mg/kg/ημέρα.
Πλήρης απεξάρτηση Τρεις (3) παιδιατρικοί ασθενείς στην ομάδα 0,05 mg/kg πέτυχαν το επιπλέον καταληκτικό σημείο της εντερικής αυτονομίας έως την εβδομάδα 24.
Μείωση του όγκου παρεντερικής διατροφής Βάσει δεδομένων ημερολογίου ασθενών, 18 (69,2%) ασθενείς στην ομάδα 0,05 mg/kg/ημέρα πέτυχαν το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μείωσης ≥20% στον όγκο παρεντερικής διατροφής/ενδοφλέβιας έγχυσης στο τέλος της θεραπείας, σε σύγκριση με τα αρχικά επίπεδα. Στο σκέλος ΣΘ, 1 (11,1%) ασθενής πέτυχε αυτό το καταληκτικό σημείο. Η μέση μεταβολή στον όγκο παρεντερικής διατροφής από τα αρχικά επίπεδα την Εβδομάδα 24, βάσει δεδομένων ημερολογίου ασθενών, ήταν -23,30 (±17,50) mL/kg/ημέρα, που αντιστοιχούσε σε -41,57% (±28,90). Η μέση μεταβολή στο σκέλος ΣΘ ήταν -6,03 (±4,5) mL/kg/ημέρα (που αντιστοιχούσε σε -10,21% [±13,59]).
Μείωση του χρόνου έγχυσης Την εβδομάδα 24 σημειώθηκε μείωση του χρόνου έγχυσης κατά -3,03 (±3,84) ώρες/ημέρα στο σκέλος 0,05 mg/kg/ημέρα, που αντιστοιχούσε σε εκατοστιαία μεταβολή -26,09% (±36,14). Η μεταβολή από τα αρχικά επίπεδα στην κοόρτη ΣΘ ήταν -0,21 (±0,69) ώρες/ημέρα (-1,75% [±5,89]). Η μέση μείωση από τα αρχικά επίπεδα την Εβδομάδα 24 του αριθμού ημερών/εβδομάδα υπό παρεντερική διατροφή, βάσει δεδομένων ημερολογίου ασθενών, ήταν -1,34 (±2,24) ημέρες/εβδομάδα που αντιστοιχούσε σε εκατοστιαία μείωση -21,33% (±34,09). Δεν σημειώθηκε μείωση στις ημέρες παρεντερικής διατροφής/ενδοφλέβιας έγχυσης ανά εβδομάδα στο σκέλος ΣΘ.
Ενήλικες Η τεδουγλουτίδη μελετήθηκε σε 17 ασθενείς με ΣΒΕ κατανεμημένους σε πέντε ομάδες θεραπείας με χρήση δόσεων των 0,03, 0,10 ή 0,15 mg/kg τεδουγλουτίδης μία φορά την ημέρα ή 0,05 ή 0,075 mg/kg δύο φορές την ημέρα σε μια 21 ημερών, ανοιχτής επισήμανσης, πολυκεντρική μελέτη με διακύμανση της δοσολογίας. Η θεραπεία είχε ως αποτέλεσμα ενισχυμένη γαστρεντερική απορρόφηση υγρών κατά περίπου 750-1.000 ml/ημέρα με βελτιώσεις στην απορρόφηση θρεπτικών μακροσυστατικών και ηλεκτρολυτών, μειωμένη απέκκριση θρεπτικών μακροσυστατικών μέσω της στομίας ή των υγρών των κοπράνων και ενισχυμένες βασικές δομικές και λειτουργικές προσαρμογές στον εντερικό βλεννογόνο. Οι δομικές προσαρμογές ήταν παροδικές ως προς τη φύση και επανέρχονταν στα αρχικά επίπεδα εντός τριών εβδομάδων από τη διακοπή της θεραπείας. Στη βασική διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη φάσης 3 σε ασθενείς με ΣΒΕ, για τους οποίους απαιτείτο παρεντερική διατροφή, 43 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε δόση τεδουγλουτίδης 0,05 mg/kg/ημέρα και 43 ασθενείς σε εικονικό φάρμακο για διάστημα έως και 24 εβδομάδων. Η αναλογία των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με τεδουγλουτίδη επιτυγχάνοντας μείωση της παρεντερικής διατροφής κατά 20% έως 100% την Εβδομάδα 20 και 24 ήταν στατιστικά σημαντικά διαφορετική έναντι αυτής του εικονικού φαρμάκου (27 από τους 43 ασθενείς, 62,8% έναντι 13 από τους 43 ασθενείς, 30,2%, p=0,002). Η θεραπεία με τεδουγλουτίδη είχε ως αποτέλεσμα μείωση των αναγκών σε παρεντερική διατροφή κατά 4,4 l/εβδομάδα (αρχικά από 12,9 λίτρα προ θεραπείας) έναντι 2,3 l/εβδομάδα (αρχικά από 13,2 λίτρα προ θεραπείας) για το εικονικό φάρμακο στις 24 εβδομάδες. Είκοσι ένας (21) ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με τεδουγλουτίδη (48,8%) έναντι 9 με εικονικό φάρμακο (20,9%) πέτυχαν τουλάχιστον κατά μία ημέρα μείωση στη χορήγηση παρεντερικής διατροφής (p=0,008). Ενενήντα επτά τοις εκατό (97%) των ασθενών (37 από τους 39 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με τεδουγλουτίδη) που ολοκλήρωσαν την ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, εντάχθηκαν σε μία μακροχρόνια μελέτη επέκτασης όπου όλοι οι ασθενείς ελάμβαναν 0,05 mg/kg Revestive ημερησίως για διάστημα έως και 2 επιπλέον ετών. Συνολικά 88 ασθενείς συμμετείχαν σε αυτήν τη μελέτη επέκτασης, εκ των οποίων οι 39 υποβλήθηκαν σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο και 12 εντάχθηκαν, αλλά δεν τυχαιοποιήθηκαν, στην προηγούμενη μελέτη˙ 65 από τους 88 ασθενείς ολοκλήρωσαν τη μελέτη επέκτασης. Συνέχισαν να υπάρχουν ενδείξεις αυξημένης απόκρισης στη θεραπεία για έως και 2,5 έτη σε όλες τις ομάδες που εκτέθηκαν στην τεδουγλουτίδη ως προς τη μείωση του όγκου παρεντερικής διατροφής, κερδίζοντας επιπλέον ημέρες χωρίς παρεντερική διατροφή εβδομαδιαίως και επιτυγχάνοντας απεξάρτηση από την παρεντερική υποστήριξη. Τριάντα (30) από τους 43 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με τεδουγλουτίδη από τη βασική μελέτη, οι οποίοι εντάχθηκαν στη μελέτη επέκτασης, ολοκλήρωσαν συνολικά 30 μήνες θεραπείας. Από αυτούς, 28 ασθενείς (93%) πέτυχαν μείωση της παρεντερικής υποστήριξης κατά 20% ή μεγαλύτερη. Από τους ασθενείς που αποκρίθηκαν στη βασική μελέτη, οι οποίοι ολοκλήρωσαν τη μελέτη επέκτασης, 21 από τους 22 (96%) διατήρησαν την απόκρισή τους στην τεδουγλουτίδη μετά από 2 επιπλέον έτη συνεχούς θεραπείας. Η μέση μείωση της παρεντερικής διατροφής (n=30) ήταν 7,55 l/εβδομάδα (65,6% μείωση από τα αρχικά επίπεδα). Δέκα (10) ασθενείς απεξαρτήθηκαν από την παρεντερική υποστήριξη ενώ λάμβαναν θεραπεία με τεδουγλουτίδη για 30 μήνες. Οι ασθενείς διατηρήθηκαν με τεδουγλουτίδη ακόμα κι αν δεν είχαν ανάγκη πλέον παρεντερικής διατροφής. Αυτοί οι 10 ασθενείς είχαν χρειαστεί παρεντερική διατροφική υποστήριξη από 1,2 έως 15,5 έτη και, πριν από τη θεραπεία με τεδουγλουτίδη, είχαν χρειαστεί παρεντερική διατροφική υποστήριξη μεταξύ 3,5 l/εβδομάδα και 13,4 l/εβδομάδα. Στο τέλος της μελέτης, 21 (70%), 18 (60%) και 18 (60%) από τους 30 ασθενείς που ολοκλήρωσαν τη μελέτη πέτυχαν μείωση της παρεντερικής υποστήριξης κατά 1, 2, ή 3 ημέρες ανά εβδομάδα, αντίστοιχα. Από τους 39 ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο, 29 ολοκλήρωσαν 24 μήνες θεραπείας με τεδουγλουτίδη. Η μέση μείωση της παρεντερικής διατροφής ήταν 3,11 l/εβδομάδα (επιπλέον 28,3% μείωση). Δεκαέξι (16, 55,2%) από τους 29 ασθενείς που ολοκλήρωσαν τη μελέτη πέτυχαν μείωση της παρεντερικής υποστήριξης κατά 20% ή μεγαλύτερη. Στο τέλος της μελέτης, 14 (48,3%), 7 (24,1%) και 5 (17,2%) ασθενείς πέτυχαν μείωση της παρεντερικής διατροφής κατά 1, 2, ή 3 ημέρες ανά εβδομάδα, αντίστοιχα. Δύο (2) ασθενείς απεξαρτήθηκαν από την παρεντερική υποστήριξη ενώ λάμβαναν θεραπεία με Revestive. Από τους 12 ασθενείς που δεν τυχαιοποιήθηκαν στη βασική μελέτη, 6 ολοκλήρωσαν 24 μήνες θεραπείας με τεδουγλουτίδη. Η μέση μείωση της παρεντερικής διατροφής ήταν 4,0 l/εβδομάδα (39,4% μείωση από τα αρχικά επίπεδα - την έναρξη της μελέτης επέκτασης) και 4 από τους 6 ασθενείς που ολοκλήρωσαν τη μελέτη (66,7%) πέτυχαν μείωση της παρεντερικής υποστήριξης κατά 20% ή μεγαλύτερη. Στο τέλος της μελέτης, 3 (50%), 2 (33%) και 2 (33%) ασθενείς πέτυχαν μείωση της παρεντερικής διατροφής κατά 1, 2, ή 3 ημέρες ανά εβδομάδα, αντίστοιχα. Ένας ασθενής απεξαρτήθηκε από την παρεντερική υποστήριξη ενώ λάμβανε θεραπεία με τεδουγλουτίδη. Σε μια άλλη διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη φάσης 3 σε ασθενείς με ΣΒΕ, για τους οποίους απαιτείτο παρεντερική διατροφή, οι ασθενείς έλαβαν δόση τεδουγλουτίδης 0,05 mg/kg/ημέρα (n=35), δόση 0,10 mg/kg/ημέρα (n=32) τεδουγλουτίδης ή εικονικό φάρμακο (n=16) για διάστημα έως και 24 εβδομάδων. Η κύρια ανάλυση αποτελεσματικότητας των αποτελεσμάτων της μελέτης δεν έδειξε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ της ομάδας της τεδουγλουτίδης 0,10 mg/kg/ημέρα και της ομάδας του εικονικού φαρμάκου, ενώ η αναλογία των ασθενών που λάμβαναν τη συνιστώμενη δόση τεδουγλουτίδης των 0,05 mg/kg/ημέρα επιτυγχάνοντας μείωση κατά τουλάχιστον 20% της παρεντερικής διατροφής την Εβδομάδα 20 και 24 ήταν στατιστικά σημαντικά διαφορετική έναντι αυτής του εικονικού φαρμάκου (46% έναντι 6,3%, p<0,01). Η θεραπεία με τεδουγλουτίδη είχε ως αποτέλεσμα μείωση κατά 2,5 l/εβδομάδα των αναγκών παρεντερικής διατροφής (αρχικά από 9,6 λίτρα προ θεραπείας) έναντι 0,9 l/εβδομάδα (αρχικά από 10,7 λίτρα προ θεραπείας) για το εικονικό φάρμακο στις 24 εβδομάδες. Η θεραπεία με τεδουγλουτίδη προκάλεσε αύξηση του όγκου του απορροφητικού επιθηλίου αυξάνοντας σημαντικά το ύψος των λαχνών στο λεπτό έντερο. Εξήντα πέντε (65) ασθενείς εντάχθηκαν σε μια μελέτη παρακολούθησης του ΣΒΕ για διάστημα έως και 28 επιπλέον εβδομάδων θεραπείας. Οι ασθενείς υπό τεδουγλουτίδη διατήρησαν την προηγούμενη καθορισμένη δόση τους καθόλη τη διάρκεια της φάσης της επέκτασης, ενώ οι ασθενείς υπό εικονικό φάρμακο τυχαιοποιήθηκαν σε ενεργό θεραπεία, είτε με 0,05 είτε με 0,10 mg/kg/ημέρα. Από τους ασθενείς που πέτυχαν μείωση της παρεντερικής διατροφής κατά τουλάχιστον 20% τις Εβδομάδες 20 και 24 στην αρχική μελέτη, το 75% διατήρησε την απόκριση αυτή στην τεδουγλουτίδη μετά από έως και 1 έτος συνεχούς θεραπείας. Η μέση μείωση του εβδομαδιαίου όγκου παρεντερικής διατροφής ήταν 4,9 l/εβδομάδα (52% μείωση από τα αρχικά επίπεδα) μετά από ένα έτος συνεχούς θεραπείας με τεδουγλουτίδη. Με τη συνιστώμενη δόση τεδουγλουτίδης, δύο (2) ασθενείς απεξαρτήθηκαν από την παρεντερική διατροφή έως την Εβδομάδα 24. Ένας επιπλέον ασθενής στη μελέτη παρακολούθησης απεξαρτήθηκε από την παρεντερική διατροφή. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Revestive σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία του ΣΒΕ (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-REVESTIVE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η τεδουγλουτίδη απορροφήθηκε ταχέως από τις θέσεις της υποδόριας ένεσης με τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα να παρουσιάζονται περίπου 3-5 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης σε όλα τα επίπεδα δόσης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υποδορίως χορηγούμενης τεδουγλουτίδης είναι υψηλή (88%). Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση της τεδουγλουτίδης μετά από επαναλαμβανόμενη υποδόρια χορήγηση.
Κατανομή
Μετά από υποδόρια χορήγηση, η τεδουγλουτίδη έχει φαινομενικό όγκο κατανομής 26 λίτρα σε ασθενείς με ΣΒΕ.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός της τεδουγλουτίδης δεν είναι πλήρως γνωστός. Αφού η τεδουγλουτίδη είναι ένα πεπτίδιο, είναι πιθανό να ακολουθεί τον κύριο μηχανισμό μεταβολισμού των πεπτιδίων.
Αποβολή
Η τεδουγλουτίδη έχει τελικό χρόνο ημίσειας ζωής για την αποβολή περίπου 2 ώρες. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η κάθαρση της τεδουγλουτίδης στο πλάσμα ήταν περίπου 127 ml/hr/kg που ισοδυναμεί με το ρυθμό σπειραματικής διήθησης (GFR). Η αποβολή μέσω των νεφρών επιβεβαιώθηκε σε μια μελέτη που ερευνούσε τη φαρμακοκινητική σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση της τεδουγλουτίδης μετά από επαναλαμβανόμενες υποδόριες χορηγήσεις.
Γραμμικότητα δόσης
Ο ρυθμός και η έκταση της απορρόφησης της τεδουγλουτίδης είναι ανάλογα της δόσης σε εφάπαξ και επαναλαμβανόμενες υποδόριες δόσεις έως και 20 mg.
Φαρμακοκινητική στους υποπληθυσμούς
Παιδιατρικός πληθυσμός Μετά από υποδόρια χορήγηση, αποδείχθηκε παρόμοια Cmax της τεδουγλουτίδης μεταξύ των ηλικιακών ομάδων με φαρμακοκινητική μοντελοποίηση πληθυσμού. Ωστόσο, χαμηλότερη έκθεση (AUC) και βραχύτερη ημίσεια ζωή παρατηρήθηκαν σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έως 17 ετών, σε σύγκριση με ενήλικες. Το φαρμακοκινητικό προφίλ της τεδουγλουτίδης σε αυτόν τον παιδιατρικό πληθυσμό, όπως αξιολογήθηκε με την κάθαρση και τον όγκο κατανομής, ήταν διαφορετικό από αυτό των ενηλίκων μετά τη διόρθωση για τα σωματικά βάρη. Συγκεκριμένα, η κάθαρση μειώνεται με την αύξηση της ηλικίας από 1 έτους έως την ενηλικίωση. Δεν διατίθενται δεδομένα για παιδιατρικούς ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και νεφροπάθεια τελικού σταδίου (ESRD).
Φύλο Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές ως προς το φύλο σε κλινικές μελέτες.
Ηλικιωμένοι Σε μια μελέτη φάσης 1 δεν κατέστη δυνατό να ανιχνευθεί διαφορά στη φαρμακοκινητική της τεδουγλουτίδης μεταξύ υγιών ατόμων ηλικίας μικρότερης των 65 ετών έναντι ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών. Η εμπειρία σε άτομα ηλικίας 75 ετών και άνω είναι περιορισμένη.
Ηπατική δυσλειτουργία Σε μια μελέτη φάσης 1 ερευνήθηκε η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της τεδουγλουτίδης μετά από υποδόρια χορήγηση 20 mg τεδουγλουτίδης. Η μέγιστη έκθεση και η συνολική έκταση της έκθεσης στην τεδουγλουτίδη μετά από εφάπαξ υποδόριες δόσεις των 20 mg ήταν χαμηλότερες (10-15%) σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σχέση με εκείνες στους αντίστοιχους υγιείς μάρτυρες.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε μια μελέτη φάσης 1 ερευνήθηκε η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της τεδουγλουτίδης μετά από υποδόρια χορήγηση 10 mg τεδουγλουτίδης. Με προϊούσα νεφρική δυσλειτουργία έως και της νεφροπάθειας τελικού σταδίου συμπεριλαμβανομένης, οι πρωτεύουσες φαρμακοκινητικές παράμετροι της τεδουγλουτίδης αυξήθηκαν έως και έναν συντελεστή 2,6 (AUCinf) και 2,1 (Cmax) σε σύγκριση με αυτές σε υγιή άτομα.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η teduglutide είναι ανάλογο της φυσικής ανθρώπινης γλυκαγόνης-όμοιας πεπτίδης-2 (GLP-2), ενός πεπτιδίου που εκκρίνεται από τα L-κύτταρα του λεπτού εντέρου ως απόκριση στα γεύματα. Η GLP-2 αυξάνει την εντερική και πυλαία αιματική ροή και αναστέλλει την έκκριση γαστρικού οξέος. Η teduglutide συνδέεται με τους υποδοχείς γλυκαγόνης-όμοιας πεπτίδης-2 (GLP-2R) που βρίσκονται στα εντεροενδοκρινικά κύτταρα, στα υποεπιθηλιακά μυοϊνοβλάστες και στα εντερικά νευρικά κύτταρα του υποβλεννογόνιου και μυεντερικού πλέγματος. Αυτό προκαλεί την απελευθέρωση ινσουλινοειδούς αυξητικού παράγοντα (IGF)-1, μονοξειδίου του αζώτου και κερατινοκυτταρικού αυξητικού παράγοντα (KGF). Αυτοί οι αυξητικοί παράγοντες μπορεί να συμβάλλουν στην αύξηση της ανάπτυξης των κυττάρων των κρυπτών και της επιφάνειας του γαστρικού βλεννογόνου. Τελικά, η απορρόφηση μέσω του εντέρου ενισχύεται.
Η teduglutide συνδέεται με τον ανθρώπινο και τον αρουραίο υποδοχέα GLP-2 (GLP-2R) με παρόμοια συγγένεια σε σύγκριση με την φυσική GLP-2. Η σύνδεση στον υποδοχέα οδηγεί σε ενδοκυτταρικά επίπεδα κυκλικής αδενοσίνης 3’-5’-μονοφωσφορικής (cAMP) και ενεργοποίηση διαφόρων σηματοδοτικών μονοπατιών, όπως η πρωτεϊνική κινάση Α (PKA), ο μεταγραφικός παράγοντας cAMP-response element-binding protein (CREB) και ο ενεργοποιητικός παράγοντας-1 (AP-1). Η δραστικότητα της teduglutide είναι ισοδύναμη με την φυσική GLP-2 για τον GLP-2R με ενισχυμένη βιολογική δράση λόγω αντοχής στη διάσπαση από την DPP-IV, με αποτέλεσμα μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής στην κυκλοφορία.
Η teduglutide είναι ένα ανάλογο της φυσικής ανθρώπινης γλυκαγόνης-όμοιας πεπτίδης-2 (GLP-2), ενός πεπτιδίου που εκκρίνεται από τα L-κύτταρα του λεπτού εντέρου. Η GLP-2 είναι γνωστό ότι αυξάνει την εντερική και πυλαία αιματική ροή, και αναστέλλει την έκκριση γαστρικού οξέος. Η teduglutide συνδέεται με τους υποδοχείς γλυκαγόνης-όμοιας πεπτίδης-2 που βρίσκονται σε εντερικούς υποπληθυσμούς εντεροενδοκρινικών κυττάρων, υποεπιθηλιακών μυοϊνοβλαστών και εντερικών νευρικών κυττάρων του υποβλεννογόνιου και μυεντερικού πλέγματος. Η ενεργοποίηση αυτών των υποδοχέων οδηγεί στην τοπική απελευθέρωση πολλαπλών μεσολαβητών, συμπεριλαμβανομένου του ινσουλινοειδούς αυξητικού παράγοντα (IGF)-1, του μονοξειδίου του αζώτου και του κερατινοκυτταρικού αυξητικού παράγοντα (KGF).
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Το φαρμακοκινητικό προφίλ της teduglutide (όταν χορηγείται υποδορίως) περιγράφεται από ένα μοντέλο ενός διαμερίσματος με απορρόφηση πρώτης τάξης στην κοιλιά, το βραχίονα και τον μηρό. Με αυξανόμενες δόσεις, η teduglutide εμφανίζει γραμμικές φαρμακοκινητικές. Απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα, Υποδόρια = 88%; Tmax, Υποδόρια = 3-5 ώρες; Cmax, 0.05 mg/kg Υποδόρια, ασθενείς SBS = 36 ng/mL; AUC, 0.05 mg/kg Υποδόρια, ασθενείς SBS = 0.15 µg•hr/mL; Η teduglutide δεν συσσωρεύεται μετά από πολλαπλές υποδόριες χορηγήσεις.
Ουρικό υγρό
Vd, υγιείς εθελοντές = 103 mL/kg
Κάθαρση πλάσματος, υγιείς εθελοντές = 123 mL/hr/kg; Αυτή η τιμή υποδεικνύει ότι η teduglutide αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς.
Σε υγιείς εθελοντές, η teduglutide έχει όγκο κατανομής (103 mL/kg) παρόμοιο με τον όγκο αίματος.
Σε υγιείς εθελοντές, το Gattex που χορηγήθηκε υποδορίως είχε απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 88% και έφτασε μέγιστες συγκεντρώσεις teduglutide στο πλάσμα 3-5 ώρες μετά τη χορήγηση. Μετά από μια υποδόρια δόση 0.05 mg/kg σε ασθενείς SBS, η διάμεση μέγιστη συγκέντρωση teduglutide (Cmax) ήταν 36 ng/mL και η διάμεση περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC0-inf) ήταν 0.15 ug•hr/mL. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση teduglutide μετά από επαναλαμβανόμενες υποδόριες χορηγήσεις.
/ΓΑΛΑ/ Δεν είναι γνωστό εάν το Gattex ανιχνεύεται στο ανθρώπινο γάλα. Η teduglutide απεκκρίνεται στο γάλα θηλαζουσών αρουραίων, και η υψηλότερη μετρούμενη συγκέντρωση στο γάλα ήταν 2.9% της συγκέντρωσης στο πλάσμα μετά από μία μόνο υποδόρια ένεση 25 mg/kg.
Η teduglutide είναι ένα ανασυνδυασμένο ανάλογο της ανθρώπινης γλυκαγόνης-όμοιας πεπτίδης-2 που έχει εγκριθεί πρόσφατα για τη θεραπεία του συνδρόμου βραχέος εντέρου σε ενήλικες. Αυτή η μελέτη σχεδιάστηκε για να μελετήσει την επίδραση της νεφρικής λειτουργίας και της ηλικίας στις φαρμακοκινητικές της teduglutide. Ήταν μια ανοικτή μελέτη με έξι παράλληλες ομάδες (6 εθελοντές η καθεμία). Τρεις ομάδες με νεφρική δυσλειτουργία (μέτρια, σοβαρή και τελικού σταδίου νεφρική νόσο) συγκρίθηκαν με υγιείς εθελοντές με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, οι οποίοι ταίριαζαν με τους εθελοντές με νεφρική δυσλειτουργία ως προς τα δημογραφικά στοιχεία. Τουλάχιστον δύο ηλικιωμένοι εθελοντές (=65 ετών) εγγράφηκαν ανά ομάδα. Μία εφάπαξ δόση 10 mg teduglutide χορηγήθηκε υποδορίως σε κάθε εθελοντή. Οι συγκεντρώσεις teduglutide στο πλάσμα μετρήθηκαν με μια επικυρωμένη μέθοδο υγρής χρωματογραφίας με ανίχνευση φασματομετρίας μάζας-μάζας, και οι πρωταρχικές φαρμακοκινητικές μεταβλητές (AUCinf και Cmax) υπολογίστηκαν. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης έναντι χρόνου που εξεκτείνεται στο άπειρο (AUCinf) και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) της teduglutide σε εθελοντές με νεφρική νόσο τελικού σταδίου ήταν περίπου 2,59- και 2,08- φορές υψηλότερες, αντίστοιχα, από αυτές των υγιών εθελοντών. Η AUCinf και η Cmax ήταν επίσης ελαφρώς υψηλότερες σε εθελοντές με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Η σύγκριση υγιών εθελοντών ηλικίας <65 ετών με υγιείς ηλικιωμένους εθελοντές αποκάλυψε πολύ παρόμοιες φαρμακοκινητικές και στις δύο υποομάδες. Στον πληθυσμό της μελέτης μας, οι πρωταρχικές φαρμακοκινητικές παράμετροι της teduglutide αυξήθηκαν με την αυξανόμενη σοβαρότητα της νεφρικής δυσλειτουργίας. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η ημερήσια δόση της teduglutide θα πρέπει να μειωθεί κατά 50% σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και νεφρική νόσο τελικού σταδίου. Δεν βρήκαμε καμία επίδραση της ηλικίας στις φαρμακοκινητικές της teduglutide σε υγιείς εθελοντές. Η θεραπεία ήταν καλά ανεκτή και δεν υπήρχαν ανησυχίες για την ασφάλεια.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Αν και δεν έχει διεξαχθεί επίσημη έρευνα, αναμένεται ότι, επειδή η teduglutide είναι ένα φάρμακο βασισμένο σε πεπτίδιο, θα διασπαστεί σε μικρότερα πεπτίδια και αμινοξέα μέσω καταβολικών οδών. Το σύστημα ενζύμων του κυτοχρώματος P450 δεν εμπλέκεται στο μεταβολισμό αυτού του φαρμάκου.
Η μεταβολική οδός της teduglutide δεν διερευνήθηκε σε ανθρώπους. Ωστόσο, αναμένεται ότι η teduglutide θα διασπαστεί σε μικρά πεπτίδια και αμινοξέα μέσω καταβολικών οδών, παρόμοια με τον καταβολισμό της ενδογενούς GLP-2.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Τελικός χρόνος ημίσειας ζωής, υγιείς εθελοντές = 2 ώρες; Τελικός χρόνος ημίσειας ζωής, ασθενείς SBS = 1.3 ώρες
Η teduglutide έχει μέσο τελικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 ώρες σε υγιείς εθελοντές και 1.3 ώρες σε ασθενείς με σύνδρομο βραχέος εντέρου (SBS).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τις επιδράσεις τους στο γαστρεντερικό σύστημα, όπως για τον έλεγχο της γαστρικής οξύτητας, τη ρύθμιση της γαστρεντερικής κινητικότητας και της ροής νερού, και τη βελτίωση της πέψης.
Φάρμακα που προστατεύουν από την ιονίζουσα ακτινοβολία. Είναι συνήθως ενδιαφέροντα για χρήση στην ακτινοθεραπεία, αλλά έχουν εξεταστεί για άλλους σκοπούς, π.χ. στρατιωτικούς.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
7M19191IKG
TEDUGLUTIDE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανάλογο GLP-2
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Γλυκαγόνης-όμοιας Πεπτίδης-2 (GLP-2)
Χημική/Συστατική Δομική Έννοια [Chemical/Ingredient] - Γλυκαγόνη-όμοια Πεπτίδιο 2
Χημική/Συστατική Δομική Έννοια [Chemical/Ingredient] - Ανάλογα/Παράγωγα
Η teduglutide είναι ένα Ανάλογο GLP-2. Ο μηχανισμός δράσης της teduglutide είναι ως Αγωνιστής Γλυκαγόνης-όμοιας Πεπτίδης-2 (GLP-2). Η χημική ταξινόμηση της teduglutide είναι Γλυκαγόνη-όμοιο Πεπτίδιο 2, και Ανάλογα/Παράγωγα.
TEDUGLUTIDE
Αγωνιστές Γλυκαγόνης-όμοιας Πεπτίδης-2 (GLP-2) [MoA]; Ανάλογο GLP-2 [EPC]; Ανάλογα/Παράγωγα [Chemical/Ingredient]; Γλυκαγόνη-όμοιο Πεπτίδιο 2 [Chemical/Ingredient]
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τις επιδράσεις τους στο γαστρεντερικό σύστημα, όπως για τον έλεγχο της γαστρικής οξύτητας, τη ρύθμιση της γαστρεντερικής κινητικότητας και της ροής νερού, και τη βελτίωση της πέψης.
Φάρμακα που προστατεύουν από την ιονίζουσα ακτινοβολία. Είναι συνήθως ενδιαφέροντα για χρήση στην ακτινοθεραπεία, αλλά έχουν εξεταστεί για άλλους σκοπούς, π.χ. στρατιωτικούς.