TAFASITAMAB
Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-MINJUVI
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Κύκλος 1: ημέρες 1, 4, 8, 15, 22. Κύκλοι 2-3: ημέρες 1, 8, 15, 22. Κύκλος 4 και μετά: ημέρες 1, 15. Κάθε κύκλος διαρκεί 28 ημέρες. Η λεναλιδομίδη χορηγείται τις ημέρες 1-21 κάθε κύκλου.
- Δόση έναρξης: 12 mg ανά kg σωματικού βάρους
- Τιτλοποίηση: Για αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση βαθμού 2, διακοπή έγχυσης και επανέναρξη με ρυθμό ≤ 50%. Για βαθμού 3, επανέναρξη με ρυθμό ≤ 25%. Για βαθμού 4, οριστική διακοπή. Για μυελοκαταστολή (αιμοπετάλια < 50.000/μL ή ουδετερόφιλα < 1.000/μL), προσωρινή διακοπή MINJUVI και λεναλιδομίδης, επανέναρξη MINJUVI στην ίδια δόση και λεναλιδομίδης σε μειωμένη δόση.
-
ΕνήλικεςΔόση12 mg/kg σωματικού βάρουςΣυνδυασμός με λεναλιδομίδη 25 mg ημερησίως (ημέρες 1-21 κάθε κύκλου). Δοσολογία: Κύκλος 1: ημέρες 1, 4, 8, 15, 22. Κύκλοι 2 και 3: ημέρες 1, 8, 15, 22. Κύκλος 4 και μετά: ημέρες 1, 15. Κάθε κύκλος διαρκεί 28 ημέρες. Μετά 12 κύκλους, συνεχίζεται ως μονοθεραπεία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ≥ 65 ετών.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν δεδομένα για σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν δεδομένα για μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
block
SPC-MINJUVI
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-MINJUVI
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΙχνηλασιμότηταΤο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
-
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυσηΠληθυσμόςΑσθενείςΝα παρακολουθούνται στενά καθ’ όλη τη διάρκεια της έγχυσης. Να επικοινωνούν με τους επαγγελματίες υγείας τους αν παρουσιάσουν σημεία και συμπτώματα αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση (πυρετός, ρίγη, εξάνθημα, αναπνευστικά προβλήματα) εντός 24 ωρών από την έγχυση. Να χορηγείται προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή πριν από την έναρξη της έγχυσης. Με βάση τη βαρύτητα, η έγχυση θα πρέπει να διακοπεί προσωρινά ή οριστικά και να ξεκινήσει η κατάλληλη ιατρική αντιμετώπιση (βλ. Δοσολογία).
-
Μυελοκαταστολή (ουδετεροπενία, θρομβοκυτταροπενία, αναιμία)Να πραγματοποιούνται πλήρεις αιματολογικές εξετάσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας και πριν από τη χορήγηση κάθε κύκλου θεραπείας. Με βάση τη βαρύτητα, η έγχυση του tafasitamab θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά.
-
ΟυδετεροπενίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ουδετεροπενία Βαθμού 3 ή 4Να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης παραγόντων διέγερσης αποικιών των κοκκιοκυττάρων (G-CSF). Τυχόν συμπτώματα ή σημεία αναπτυσσόμενης λοίμωξης θα πρέπει να αναμένονται, να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται.
-
ΘρομβοκυτταροπενίαΝα εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο αιμορραγίας (π.χ. αναστολείς αιμοπεταλίων, αντιπηκτικά). Στους ασθενείς να δίνεται η συμβουλή να αναφέρουν αμέσως σημεία ή συμπτώματα μωλωπισμού ή αιμορραγίας.
-
ΛοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργό λοίμωξη, ασθενείς με ιστορικό υποτροπιαζουσών ή χρόνιων λοιμώξεωνΤο tafasitamab θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ενεργό λοίμωξη μόνο εάν η λοίμωξη αντιμετωπίζεται κατάλληλα και είναι καλά ελεγχόμενη. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κατάλληλα. Να επικοινωνούν με τους επαγγελματίες υγείας τους αν παρουσιαστεί πυρετός ή άλλη ένδειξη πιθανής λοίμωξης (ρίγη, βήχας, πόνος κατά την ούρηση).
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΠληθυσμόςΑσθενείς με υψηλό φορτίο όγκου και ταχέως πολλαπλασιαζόμενο όγκο, ασθενείς με DLBCLΝα λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα/προφυλακτική αγωγή σύμφωνα με τις τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες πριν από τη θεραπεία με tafasitamab. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σύνδρομο λύσης όγκου κατά τη διάρκεια της θεραπείας με tafasitamab.
-
ΑνοσοποιήσειςΟ εμβολιασμός με εμβόλια από ζώντες μικροοργανισμούς δεν συνιστάται ταυτόχρονα με τη θεραπεία με tafasitamab.
-
ΈκδοχοΑυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 37,0 mg νατρίου ανά 5 φιαλίδια (η δόση ενός ασθενούς βάρους 83 kg), που ισοδυναμεί με 1,85% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
swap_horiz
SPC-MINJUVI
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
SPC-MINJUVI
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Βακτηριακές, ιογενείς και μυκητιασικές λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένων ευκαιριακών λοιμώξεων με θανατηφόρες εκβάσεις π.χ. βρογχοπνευμονική ασπεργίλλωση, βρογχίτιδα, πνευμονία και ουρολοίμωξη)
- Σηψαιμία
- Ουδετεροπενική σηψαιμία
- Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοκυτταροπενία
- Αναιμία
- Λευκοπενία
- Λεμφοπενία
- Υπογαμμασφαιριναιμία
- Υποκαλιαιμία
- Μειωμένη όρεξη
- Υπασβεστιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Δυσγευσία
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Έξαρση χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας
- Ρινική συμφόρηση
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Έμετος
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Υπερχολερυθριναιμία
- Αυξημένες τρανσαμινάσες
- Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αυξημένη C-αντιδρώσα πρωτεΐνη
- Εξάνθημα
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Κνησμώδες εξάνθημα
- Ερυθηματώδες εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Ερύθημα
- Υπεριδρωσία
- Οσφυαλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Αρθραλγία
- Άλγος στα άκρα
- Μυοσκελετικό άλγος
- Εξασθένηση
- Αίσθημα κακουχίας
- Κόπωση
- Περιφερικό οίδημα
- Πυρεξία
- Φλεγμονή βλεννογόνου
- Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΒακτηριακές, ιογενείς και μυκητιασικές λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένων ευκαιριακών λοιμώξεων με θανατηφόρες εκβάσεις π.χ. βρογχοπνευμονική ασπεργίλλωση, βρογχίτιδα, πνευμονία και ουρολοίμωξη)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚνησμώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΆλγος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΈξαρση χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυσηΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσεςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη C-αντιδρώσα πρωτεΐνηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΒασικοκυτταρικό καρκίνωμαΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικό άλγοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενική σηψαιμίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΥπογαμμασφαιριναιμίαΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΦλεγμονή βλεννογόνουΓενικές
pregnant_woman
SPC-MINJUVI
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΤο tafasitamab δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία χωρίς την χρήση αντισύλληψης. Σε περίπτωση έκθεσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται για εξάλειψη των Β-κυττάρων και οι εμβολιασμοί με εμβόλια ζώντων ιών θα πρέπει να αναβάλλονται μέχρι να επανέλθει ο αριθμός των Β-κυττάρων του βρέφου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η λεναλιδομίδη αντενδείκνυται.Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αναπαραγωγικής και αναπτυξιακής τοξικότητας με το tafasitamab. Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του tafasitamab σε έγκυρο γυναίκα. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι η IgG διαπερνά τον πλακούντα και το tafasitamab μπορεί να προκαλέσει εξάλειψη των Β-κυττάρων του εμβρύου με βάση τις φαρμακολογικές ιδιότητες (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
ΓαλουχίαΣτις γυναίκες θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να μην θηλάζουν κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την τελευταία δόση του tafasitamab.Δεν είναι γνωστό εάν το tafasitamab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι η μητρική IgG απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση του tafasitamab σε θηλάζουσες γυναίκες και ο κίνδυνος στα παιδιά που θηλάζουν δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΔεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες για την αξιολόγηση των πιθανών επιδράσεων του tafasitamab στη γονιμότητα.Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στα αναπαραγωγικά όργανα των αρσενικών και των θηλυκών σε μια μελέτη τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
SPC-MINJUVI
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-MINJUVI
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-MINJUVI
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιματολογικός έλεγχος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας και πριν από τη χορήγηση κάθε κύκλου θεραπείας | Θεραπεία με tafasitamab |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Σύνδρομο λύσης όγκου (TLS) | more_horizΆλλο / λοιπά | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Θεραπεία με tafasitamab |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-MINJUVI
expand_more
Δοσολογία
Το MINJUVI πρέπει να χορηγείται από επαγγελματία υγείας με πείρα στη θεραπεία ασθενών με καρκίνο.
Συνιστώμενη προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή
Θα πρέπει να χορηγείται προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή για τη μείωση του κινδύνου αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση 30 λεπτά έως 2 ώρες πριν από την έγχυση του tafasitamab. Για τους ασθενείς που δεν παρουσιάζουν αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση κατά τη διάρκεια των πρώτων 3 εγχύσεων, η προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή είναι προαιρετική για τις επόμενες εγχύσεις. Η προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή μπορεί να περιλαμβάνει αντιπυρετικά (π.χ. παρακεταμόλη), αποκλειστές υποδοχέων ισταμίνης H1 (π.χ. διφαινυδραμίνη), αποκλειστές υποδοχέων ισταμίνης Η2 (π.χ. σιμετιδίνη) ή γλυκοκορτικοστεροειδή (π.χ. μεθυλπρεδνιζολόνη).
Αντιμετώπιση των σχετιζόμενων με την έγχυση αντιδράσεων
Σε περίπτωση αντίδρασης σχετιζόμενης με την έγχυση (Βαθμού 2 και υψηλότερου), η έγχυση πρέπει να διακοπεί προσωρινά. Επιπλέον, θα πρέπει να ξεκινήσει κατάλληλη ιατρική θεραπεία των συμπτωμάτων. Μετά την αποδρομή ή τη μείωση των σημείων και των συμπτωμάτων σε Βαθμού 1, η έγχυση με MINJUVI μπορεί να συνεχιστεί με μειωμένη ταχύτητα έγχυσης (βλ. Πίνακα 1). Εάν ένας ασθενής έχει παρουσιάσει αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση Βαθμού 1 έως 3, θα πρέπει να χορηγείται προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή πριν από τις επόμενες εγχύσεις με tafasitamab.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση του MINJUVI είναι 12 mg ανά kg σωματικού βάρους χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση σύμφωνα με το ακόλουθο σχήμα:
- Κύκλος 1: έγχυση τις ημέρες 1, 4, 8, 15 και 22 του κύκλου.
- Κύκλοι 2 και 3: έγχυση τις ημέρες 1, 8, 15 και 22 κάθε κύκλου.
- Κύκλος 4 έως την εξέλιξη της νόσου: έγχυση τις ημέρες 1 και 15 κάθε κύκλου.
Κάθε κύκλος διαρκεί 28 ημέρες. Επιπλέον, οι ασθενείς θα πρέπει να αυτοχορηγούν καψάκια λεναλιδομίδης στη συνιστώμενη δόση έναρξης των 25 mg ημερησίως τις ημέρες 1 έως 21 κάθε κύκλου. Η δόση έναρξης και η επακόλουθη δοσολογία μπορούν να προσαρμοστούν σύμφωνα με την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (ΠΧΠ) της λεναλιδομίδης. Ο συνδυασμός MINJUVI συν λεναλιδομίδη χορηγείται για έως δώδεκα κύκλους. Η θεραπεία με λεναλιδομίδη πρέπει να διακόπτεται μετά από μέγιστο αριθμό δώδεκα κύκλων θεραπείας συνδυασμού. Οι ασθενείς θα πρέπει να συνεχίσουν να λαμβάνουν εγχύσεις MINJUVI ως μονοθεραπεία τις ημέρες 1 και 15 κάθε κύκλου 28 ημερών μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας.
Τροποποιήσεις δόσης
Ο Πίνακας 1 παρέχει τροποποιήσεις της δόσης σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών. Για τροποποιήσεις της δόσης σχετικά με τη λεναλιδομίδη, ανατρέξτε επίσης στην ΠΧΠ της λεναλιδομίδης.
Πίνακας 1: Τροποποιήσεις της δόσης σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών
| Ανεπιθύμητη ενέργεια | Βαρύτητα | Τροποποίηση δοσολογίας |
|---|---|---|
| Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση | Βαθμού 2 (μέτρια) | - Διακόψτε αμέσως την έγχυση του MINJUVI και διαχειριστείτε τα σημεία και τα συμπτώματα.- Μόλις τα σημεία και τα συμπτώματα αποδράμουν ή μειωθούν σε Βαθμού 1, συνεχίστε την έγχυση με MINJUVI σε ρυθμό που να μην υπερβαίνει το 50% του ρυθμού με τον οποίο εμφανίστηκε η αντίδραση. Εάν ο ασθενής δεν παρουσιάσει περαιτέρω αντίδραση εντός 1 ώρας και τα ζωτικά σημεία είναι σταθερά, ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να αυξάνεται κάθε 30 λεπτά ανάλογα με την ανοχή στον ρυθμό με τον οποίο εμφανίστηκε η αντίδραση. |
| Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση | Βαθμού 3 (σοβαρή) | - Διακόψτε αμέσως την έγχυση του MINJUVI και διαχειριστείτε τα σημεία και τα συμπτώματα.- Μόλις τα σημεία και τα συμπτώματα αποδράμουν ή μειωθούν σε Βαθμού 1, συνεχίστε την έγχυση με MINJUVI σε ρυθμό που να μην υπερβαίνει το 25% του ρυθμού με τον οποίο εμφανίστηκε η αντίδραση. Εάν ο ασθενής δεν παρουσιάσει περαιτέρω αντίδραση εντός 1 ώρας και τα ζωτικά σημεία είναι σταθερά, ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να αυξάνεται κάθε 30 λεπτά ανάλογα με την ανοχή έως και 50% κατ’ ανώτατο όριο του ρυθμού με τον οποίο εμφανίστηκε η αντίδραση.- Εάν μετά την επαναπρόκληση η αντίδραση επανεμφανιστεί, διακόψτε αμέσως την έγχυση. |
| Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση | Βαθμού 4 (απειλητική για τη ζωή) | - Σταματήστε αμέσως την έγχυση και διακόψτε οριστικά το MINJUVI. |
| Μυελοκαταστολή (Αριθμός αιμοπεταλίων κάτω από 50.000/μL) | - Διακόψτε προσωρινά το MINJUVI και τη λεναλιδομίδη και πραγματοποιήστε πλήρεις αιματολογικές εξετάσεις εβδομαδιαίως έως ότου ο αριθμός αιμοπεταλίων να είναι 50.000/μL ή υψηλότερος.- Ξεκινήστε εκ νέου το MINJUVI στην ίδια δόση και τη λεναλιδομίδη σε μειωμένη δόση εάν τα αιμοπετάλια επανέλθουν σε ≥ 50.000/μL. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ της λεναλιδομίδης για τροποποιήσεις της δοσολογίας. | |
| Μυελοκαταστολή (Αριθμός ουδετερόφιλων μικρότερος από 1.000/μL για τουλάχιστον 7 ημέρες ή Αριθμός ουδετερόφιλων μικρότερος από 1.000/μL με αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος στους 38 °C ή υψηλότερα ή Αριθμός ουδετερόφιλων μικρότερος από 500/μL) | - Διακόψτε προσωρινά το MINJUVI και τη λεναλιδομίδη και πραγματοποιήστε πλήρεις αιματολογικές εξετάσεις εβδομαδιαίως έως ότου ο αριθμός των ουδετερόφιλων να είναι 1.000/µL ή υψηλότερος.- Ξεκινήστε εκ νέου το MINJUVI στην ίδια δόση και τη λεναλιδομίδη σε μειωμένη δόση εάν τα ουδετερόφιλα επανέλθουν σε ≥ 1.000/μL. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ της λεναλιδομίδης για τροποποιήσεις της δοσολογίας. |
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του MINJUVI σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς (≥ 65 ετών).
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχουν δεδομένα για δοσολογικές συστάσεις σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχουν δεδομένα για δοσολογικές συστάσεις σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Τρόπος χορήγησης
Το MINJUVI προορίζεται για ενδοφλέβια χρήση μετά από ανασύσταση και αραίωση.
- Για την πρώτη έγχυση του κύκλου 1, ο ρυθμός ενδοφλέβιας έγχυσης πρέπει να είναι 70 mL/h για τα πρώτα 30 λεπτά. Στη συνέχεια, ο ρυθμός θα πρέπει να αυξηθεί για να ολοκληρωθεί η πρώτη έγχυση εντός 2,5 ωρών.
- Όλες οι επόμενες εγχύσεις θα πρέπει να χορηγούνται εντός περιόδου 1,5 έως 2 ωρών.
- Σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών, εξετάστε τις συνιστώμενες τροποποιήσεις της δόσης που παρέχονται στον Πίνακα 1.
- Το MINJUVI δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα μέσω της ίδιας γραμμής έγχυσης.
- Το MINJUVI δεν πρέπει να χορηγείται ως ενδοφλέβια δόση εφόδου ή ταχεία έγχυση (bolus).
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-MINJUVI
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-MINJUVI
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση
Μπορεί να εμφανιστούν αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση οι οποίες αναφέρθηκαν πιο συχνά κατά τη διάρκεια της πρώτης έγχυσης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά καθ’ όλη τη διάρκεια της έγχυσης. Στους ασθενείς θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να επικοινωνούν με τους επαγγελματίες υγείας τους αν παρουσιάσουν σημεία και συμπτώματα αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση, συμπεριλαμβανομένου πυρετού, ρίγους, εξανθήματος ή αναπνευστικών προβλημάτων εντός 24 ωρών από την έγχυση. Στους ασθενείς θα πρέπει να χορηγείται προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή πριν από την έναρξη της έγχυσης του tafasitamab. Με βάση τη βαρύτητα της σχετιζόμενης με την έγχυση αντίδρασης, η έγχυση του tafasitamab θα πρέπει να διακοπεί προσωρινά ή οριστικά και να ξεκινήσει η κατάλληλη ιατρική αντιμετώπιση (βλ. Δοσολογία).
Μυελοκαταστολή
Η θεραπεία με tafasitamab μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και/ή βαριά μυελοκαταστολή, συμπεριλαμβανομένης ουδετεροπενίας, θρομβοκυτταροπενίας και αναιμίας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Θα πρέπει να πραγματοποιούνται πλήρεις αιματολογικές εξετάσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας και πριν από τη χορήγηση κάθε κύκλου θεραπείας. Με βάση τη βαρύτητα της ανεπιθύμητης ενέργειας, η έγχυση του tafasitamab θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ της λεναλιδομίδης για τροποποιήσεις της δοσολογίας.
Ουδετεροπενία
Έχει αναφερθεί ουδετεροπενία, συμπεριλαμβανομένης της εμπύρετης ουδετεροπενίας, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με tafasitamab. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης παραγόντων διέγερσης αποικιών των κοκκιοκυττάρων (G-CSF), ιδίως σε ασθενείς με ουδετεροπενία Βαθμού 3 ή 4. Τυχόν συμπτώματα ή σημεία αναπτυσσόμενης λοίμωξης θα πρέπει να αναμένονται, να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται.
Θρομβοκυτταροπενία
Έχει αναφερθεί θρομβοκυτταροπενία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με tafasitamab. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο αιμορραγίας (π.χ. αναστολείς αιμοπεταλίων, αντιπηκτικά). Στους ασθενείς θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να αναφέρουν αμέσως σημεία ή συμπτώματα μωλωπισμού ή αιμορραγίας.
Λοιμώξεις
Θανατηφόρες και σοβαρές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένων των ευκαιριακών λοιμώξεων, εμφανίστηκαν σε ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με tafasitamab. Το tafasitamab θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ενεργό λοίμωξη μόνο εάν η λοίμωξη αντιμετωπίζεται κατάλληλα και είναι καλά ελεγχόμενη. Ασθενείς με ιστορικό υποτροπιαζουσών ή χρόνιων λοιμώξεων μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης και θα πρέπει να παρακολουθούνται κατάλληλα. Στους ασθενείς θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να επικοινωνούν με τους επαγγελματίες υγείας τους αν παρουσιαστεί πυρετός ή άλλη ένδειξη πιθανής λοίμωξης, όπως ρίγη, βήχας ή πόνος κατά την ούρηση.
Σύνδρομο λύσης όγκου
Οι ασθενείς με υψηλό φορτίο όγκου και ταχέως πολλαπλασιαζόμενο όγκο μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο συνδρόμου λύσης όγκου. Σε ασθενείς με DLBCL, έχει παρατηρηθεί σύνδρομο λύσης όγκου κατά τη διάρκεια της θεραπείας με tafasitamab. Θα πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα/προφυλακτική αγωγή σύμφωνα με τις τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες πριν από τη θεραπεία με tafasitamab. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σύνδρομο λύσης όγκου κατά τη διάρκεια της θεραπείας με tafasitamab.
Ανοσοποιήσεις
Δεν έχει διερευνηθεί η ασφάλεια της ανοσοποίησης με εμβόλια από ζώντες μικροοργανισμούς μετά από θεραπεία με tafasitamab και ο εμβολιασμός με εμβόλια από ζώντες μικροοργανισμούς δεν συνιστάται ταυτόχρονα με τη θεραπεία με tafasitamab.
Έκδοχο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 37,0 mg νατρίου ανά 5 φιαλίδια (η δόση ενός ασθενούς βάρους 83 kg), που ισοδυναμεί με 1,85% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-MINJUVI
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-MINJUVI
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι: λοιμώξεις (73%), ουδετεροπενία (51%), εξασθένηση (38%), αναιμία (36%), διάρροια (36%), θρομβοκυτταροπενία (31%), βήχας (26%), περιφερικό οίδημα (24%), πυρεξία (24%), μειωμένη όρεξη (22%). Οι πιο συχνές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν λοίμωξη (26%), συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίας (7%), και εμπύρετη ουδετεροπενία (6%). Καταγράφηκε μόνιμη διακοπή του tafasitamab λόγω ανεπιθύμητης ενέργειας στο 15% των ασθενών. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε μόνιμη διακοπή του tafasitamab ήταν λοιμώξεις και παρασιτώσεις (5%), διαταραχές του νευρικού συστήματος (2,5%) και διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου (2,5%). Η συχνότητα τροποποίησης ή προσωρινής διακοπής της δόσης λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 65%. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε προσωρινή διακοπή της θεραπείας με tafasitamab ήταν διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος (41%).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται στις κλινικές δοκιμές παρατίθενται ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA και ανά συχνότητα. Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζονται στην πιλοτική δοκιμή MOR208C203 (L‐MIND) φάσης 2 με 81 ασθενείς. Οι ασθενείς εκτέθηκαν στο tafasitamab για διάμεση διάρκεια 7,7 μηνών. Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών από τις κλινικές δοκιμές βασίζονται σε συχνότητες ανεπιθύμητων συμβάντων από κάθε αιτία, όπου ένα ποσοστό των συμβάντων μιας ανεπιθύμητης ενέργειας μπορεί να οφείλεται σε άλλες αιτίες εκτός από το φαρμακευτικό προϊόν, όπως η νόσος, άλλα φάρμακα ή μη σχετιζόμενες αιτίες. Οι συχνότητες ορίστηκαν ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Σε κάθε κατηγορία συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 2: Ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό DLBCL που έλαβαν tafasitamab στην κλινική δοκιμή MOR208C203 (L-MIND)
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Πολύ συχνές | Βακτηριακές, ιογενείς και μυκητιασικές λοιμώξεις+, συμπεριλαμβανομένων ευκαιριακών λοιμώξεων με θανατηφόρες εκβάσεις (π.χ. βρογχοπνευμονική ασπεργίλλωση, βρογχίτιδα, πνευμονία και ουρολοίμωξη) |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Συχνές | Σηψαιμία (συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενικής σηψαιμίας) |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστες και πολύποδες) | Συχνές | Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Πολύ συχνές | Εμπύρετη ουδετεροπενία+, ουδετεροπενία+, θρομβοκυτταροπενία+, αναιμία, λευκοπενία+ |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Συχνές | Λεμφοπενία |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Συχνές | Υπογαμμασφαιριναιμία |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Πολύ συχνές | Υποκαλιαιμία, μειωμένη όρεξη |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνές | Υπασβεστιαιμία, υπομαγνησιαιμία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Κεφαλαλγία, παραισθησία, δυσγευσία |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Πολύ συχνές | Δύσπνοια, βήχας |
| Διαταταχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Συχνές | Έξαρση χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, ρινική συμφόρηση |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Πολύ συχνές | Διάρροια, δυσκοιλιότητα, έμετος, ναυτία, κοιλιακό άλγος |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Συχνές | Υπερχολερυθριναιμία, τρανσαμινάσες αυξημένες (περιλαμβάνει ALT και/ή AST αυξημένη), γ-γλουταμυλτρανσφεράση αυξημένη |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ συχνές | Εξάνθημα (περιλαμβάνει διαφορετικούς τύπους εξανθήματος, π.χ. εξάνθημα, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, κνησμώδες εξάνθημα, ερυθηματώδες εξάνθημα) |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | Κνησμός, αλωπεκία, ερύθημα, υπεριδρωσία |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Πολύ συχνές | Οσφυαλγία, μυϊκοί σπασμοί |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Συχνές | Αρθραλγία, άλγος στα άκρα, μυοσκελετικό άλγος |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Συχνές | Κρεατινίνη αίματος αυξημένη |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πολύ συχνές | Εξασθένηση (περιλαμβάνει αίσθημα κακουχίας), κόπωση, περιφερικό οίδημα, πυρεξία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Φλεγμονή βλεννογόνου |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Συχνές | Σωματικό βάρος μειωμένο, C-αντιδρώσα πρωτεΐνη αυξημένη |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Συχνές | Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση |
+Περαιτέρω πληροφορίες για αυτήν την ανεπιθύμητη ενέργεια παρέχονται στο παρακάτω κείμενο. Σε σύγκριση με τις επιπτώσεις στη θεραπεία συνδυασμού με λεναλιδομίδη, οι επιπτώσεις των μη αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών στη μονοθεραπεία με tafasitamab μειώθηκαν κατά τουλάχιστον 10% για τις περιπτώσεις μειωμένης όρεξης, εξασθένησης, υποκαλιαιμίας, δυσκοιλιότητας, ναυτίας, μυϊκών σπασμών, δύσπνοιας και αυξημένης C-αντιδρώσας πρωτεΐνης.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Μυελοκαταστολή Η θεραπεία με tafasitamab μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ή βαριά μυελοκαταστολή, συμπεριλαμβανομένης ουδετεροπενίας, θρομβοκυτταροπενίας και αναιμίας (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Στη μελέτη L-MIND, η μυελοκαταστολή (δηλ. ουδετεροπενία, εμπύρετη ουδετεροπενία, θρομβοκυτταροπενία, λευκοπενία, λεμφοπενία ή αναιμία) εμφανίστηκε στο 65,4% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με tafasitamab. Η μυελοκαταστολή αντιμετωπίστηκε με μείωση ή προσωρινή διακοπή της λεναλιδομίδης, προσωρινή διακοπή του tafasitamab και/ή χορήγηση παραγόντων G-CSF (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Η μυελοκαταστολή οδήγησε σε προσωρινή διακοπή του tafasitamab στο 41% και σε οριστική διακοπή του tafasitamab στο 1,2%.
Ουδετεροπενία/εμπύρετη ουδετεροπενία Η επίπτωση της ουδετεροπενίας ήταν 51%. Η επίπτωση της ουδετεροπενίας Βαθμού 3 ή 4 ήταν 49% και της εμπύρετης ουδετεροπενίας Βαθμού 3 ή 4 ήταν 12%. Η διάμεση διάρκεια οποιασδήποτε ανεπιθύμητης ενέργειας ουδετεροπενίας ήταν 8 ημέρες (εύρος 1 - 222 ημέρες) και ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη της πρώτης εμφάνισης ουδετεροπενίας ήταν 49 ημέρες (εύρος 1 - 994 ημέρες).
Θρομβοκυτταροπενία Η επίπτωση της θρομβοκυτταροπενίας ήταν 31%. Η επίπτωση της θρομβοκυτταροπενίας Βαθμού 3 ή 4 ήταν 17%. Η διάμεση διάρκεια οποιασδήποτε ανεπιθύμητης ενέργειας θρομβοκυτταροπενίας ήταν 11 ημέρες (εύρος 1 - 470 ημέρες) και ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη της πρώτης εμφάνισης θρομβοκυτταροπενίας ήταν 71 ημέρες (εύρος 1 - 358 ημέρες).
Αναιμία Η επίπτωση της αναιμίας ήταν 36%. Η επίπτωση της αναιμίας Βαθμού 3 ή 4 ήταν 7%. Η διάμεση διάρκεια οποιασδήποτε ανεπιθύμητης ενέργειας αναιμίας ήταν 15 ημέρες (εύρος 1 - 535 ημέρες) και ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη της πρώτης εμφάνισης αναιμίας ήταν 49 ημέρες (εύρος 1 - 1129 ημέρες). Όταν οι ασθενείς στη μελέτη L-MIND μεταπήδησαν από τη φάση της θεραπείας συνδυασμού tafasitamab και λεναλιδομίδης στην εκτεταμένη φάση μονοθεραπείας με tafasitamab μόνο, οι επιπτώσεις των αιματολογικών συμβάντων μειώθηκαν κατά τουλάχιστον 20% για τις περιπτώσεις ουδετεροπενίας, θρομβοκυτταροπενίας και αναιμίας. Δεν αναφέρθηκαν επιπτώσεις εμπύρετης ουδετεροπενίας με τη μονοθεραπεία με tafasitamab (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Λοιμώξεις Στη μελέτη L-MIND, εμφανίστηκαν λοιμώξεις στο 73% των ασθενών. Η επίπτωση λοιμώξεων Βαθμού 3 ή 4 ήταν 28%. Οι πιο συχνά αναφερόμενες λοιμώξεις Βαθμού 3 ή υψηλότερου ήταν πνευμονία (7%), λοιμώξεις του αναπνευστικού (4,9%), λοιμώξεις του ουροποιητικού (4,9%) και σηψαιμία (4,9%). Η λοίμωξη ήταν θανατηφόρα σε ποσοστό < 1% των ασθενών (πνευμονία) εντός 30 ημερών από την τελευταία θεραπεία. Ο διάμεσος χρόνος έως την πρώτη εμφάνιση λοίμωξης Βαθμού 3 ή 4 ήταν 62,5 ημέρες (4 - 1014 ημέρες). Η διάμεση διάρκεια οποιασδήποτε λοίμωξης ήταν 11 ημέρες (1 - 392 ημέρες). Συστάσεις για τη διαχείριση των λοιμώξεων παρέχονται στην (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η λοίμωξη οδήγησε σε προσωρινή διακοπή της δόσης του tafasitamab στο 27% και σε οριστική διακοπή του tafasitamab στο 4,9%.
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση Στη μελέτη L-MIND, αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση παρουσιάστηκαν στο 6% των ασθενών. Όλες οι σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις ήταν Βαθμού 1 και απέδραμαν την ημέρα της εμφάνισης. Ογδόντα τοις εκατό αυτών των αντιδράσεων παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια του κύκλου 1 ή 2. Τα συμπτώματα περιλάμβαναν ρίγη, έξαψη, δύσπνοια και υπέρταση (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ανοσογονικότητα Στους 245 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με tafasitamab, δεν παρατηρήθηκαν προκαλούμενα από τη θεραπεία ή ενισχυόμενα από τη θεραπεία αντισώματα κατά του tafasitamab. Ανιχνεύτηκαν προϋπάρχοντα αντισώματα κατά του tafasitamab σε 17/245 ασθενείς (6,9%) χωρίς επίδραση στη φαρμακοκινητική, την αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια του tafasitamab.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Μεταξύ των 81 ασθενών που έλαβαν θεραπεία στη μελέτη L-MIND, 56 (69%) ασθενείς ήταν ηλικίας > 65 ετών. Οι ασθενείς ηλικίας > 65 ετών είχαν αριθμητικά υψηλότερη επίπτωση σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προέκυψαν από τη θεραπεία (TEAE) (55%) σε σύγκριση με τους ασθενείς ≤ 65 ετών (44%).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-MINJUVI
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Δεν θα πρέπει να ξεκινά θεραπεία με tafasitamab σε συνδυασμό με λεναλιδομίδη σε γυναίκες ασθενείς, εκτός εάν έχει αποκλειστεί η εγκυμοσύνη. Ανατρέξτε επίσης στην ΠΧΠ της λεναλιδομίδης.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε γυναίκες
Στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συνιστάται η χρήση αποτελεσματικής μεθόδου αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με tafasitamab και για τουλάχιστον 3 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας.
Κύηση
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αναπαραγωγικής και αναπτυξιακής τοξικότητας με το tafasitamab. Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του tafasitamab σε έγκυο γυναίκα. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι η IgG διαπερνά τον πλακούντα και το tafasitamab μπορεί να προκαλέσει εξάλειψη των Β-κυττάρων του εμβρύου με βάση τις φαρμακολογικές ιδιότητες (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Σε περίπτωση έκθεσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται για εξάλειψη των Β-κυττάρων και οι εμβολιασμοί με εμβόλια ζώντων ιών θα πρέπει να αναβάλλονται μέχρι να επανέλθει ο αριθμός των Β-κυττάρων του βρέφους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Το tafasitamab δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία χωρίς την χρήση αντισύλληψης. Η λεναλιδομίδη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο και η χρήση της αντενδείκνυται κατά την εγκυμοσύνη και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του προγράμματος πρόληψης εγκυμοσύνης της λεναλιδομίδης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν το tafasitamab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι η μητρική IgG απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση του tafasitamab σε θηλάζουσες γυναίκες και ο κίνδυνος στα παιδιά που θηλάζουν δεν μπορεί να αποκλειστεί. Στις γυναίκες θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να μην θηλάζουν κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την τελευταία δόση του tafasitamab.
Γονιμότητα
Δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες για την αξιολόγηση των πιθανών επιδράσεων του tafasitamab στη γονιμότητα. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στα αναπαραγωγικά όργανα των αρσενικών και των θηλυκών σε μια μελέτη τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-MINJUVI
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, μονοκλωνικά αντισώματα, κωδικός ATC: L01FX12.
Μηχανισμός δράσης
Το tafasitamab είναι ένα ενισχυμένο με Fc μονοκλωνικό αντίσωμα το οποίο στοχεύει το αντιγόνο CD19 που εκφράζεται στην επιφάνεια των προ-B και ώριμων Β-λεμφοκυττάρων. Κατά τη σύνδεση στο CD19, το tafasitamab διαμεσολαβεί στη λύση των Β-κυττάρων μέσω:
- συμμετοχής των ανοσοδραστικών κυττάρων, όπως τα φυσικά φονικά κύτταρα, τα γδ Τ κύτταρα και τα φαγοκύτταρα
- άμεσης επαγωγής κυτταρικού θανάτου (απόπτωση)
Η τροποποίηση του Fc έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της εξαρτώμενης από αντισώματα κυτταρικής κυτταροτοξικότητας και της εξαρτώμενης από αντισώματα κυτταρικής φαγοκυττάρωσης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό DLBCL, το tafasitamab είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των Β-κυττάρων του περιφερικού αίματος. Η μείωση σε σχέση με τον αριθμό των Βκυττάρων κατά την έναρξη έφτασε το 97% μετά από οκτώ ημέρες θεραπείας στη μελέτη L-MIND. Η μέγιστη μείωση των Β-κυττάρων στο 100% περίπου (διάμεση τιμή) επιτεύχθηκε εντός 16 εβδομάδων θεραπείας. Αν και η εξάλειψη των Β-κυττάρων στο περιφερικό αίμα αποτελεί μετρήσιμη φαρμακοδυναμική επίδραση, δεν συσχετίζεται άμεσα με την εξάλειψη των Β-κυττάρων σε συμπαγή όργανα ή σε κακοήθεις αποθέσεις.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Ο συνδυασμός tafasitamab και λεναλιδομίδης, ακολουθούμενος από μονοθεραπεία με tafasitamab, μελετήθηκε στη μελέτη L‐MIND, μια ανοικτής επισήμανσης πολυκεντρική μελέτη μονού σκέλους. Αυτή η μελέτη διενεργήθηκε σε ενήλικες ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό DLBCL μετά από 1 έως 3 προηγούμενες συστηματικές θεραπείες για DLBCL, οι οποίοι κατά τον χρόνο διεξαγωγής της δοκιμής δεν ήταν υποψήφιοι για χημειοθεραπεία υψηλής δόσης ακολουθούμενη από ΑΜΑΑΚ ή είχαν αρνηθεί την ΑΜΑΑΚ. Μία από τις προηγούμενες συστηματικές θεραπείες έπρεπε να περιλαμβάνει μια θεραπεία στόχευσης του CD20. Η μελέτη απέκλεισε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη ορού > 3 mg/dL) και ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (CrCL < 60 mL/min), καθώς και ασθενείς με ιστορικό ή ενδείξεις κλινικά σημαντικής καρδιαγγειακής, ΚΝΣ και/ή άλλης συστηματικής νόσου. Οι ασθενείς με γνωστό ιστορικό DLBCL με γενετικό προφίλ «διπλού/τριπλού χτυπήματος» αποκλείστηκαν επίσης κατά την εισαγωγή στη μελέτη. Για τους πρώτους τρεις κύκλους, οι ασθενείς έλαβαν 12 mg/kg tafasitamab μέσω έγχυσης τις ημέρες 1, 8, 15 και 22 κάθε κύκλου 28 ημερών, συν μια δόση εφόδου την ημέρα 4 του κύκλου 1. Στη συνέχεια, το tafasitamab χορηγήθηκε τις ημέρες 1 και 15 κάθε κύκλου μέχρι την εξέλιξη της νόσου. Προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή, συμπεριλαμβανομένων αντιπυρετικών, αποκλειστών των υποδοχέων ισταμίνης H1 και H2 και γλυκοκορτικοστεροειδών, χορηγήθηκε 30 έως 120 λεπτά πριν από τις πρώτες τρεις εγχύσεις του tafasitamab. Οι ασθενείς αυτοχορηγησαν 25 mg λεναλιδομίδης ημερησίως τις ημέρες 1 έως 21 κάθε κύκλου 28 ημερών για έως 12 κύκλους. Σύνολο 81 ασθενών εντάχθηκαν στη μελέτη L-MIND. Η διάμεση ηλικία τους ήταν τα 72 έτη (εύρος 41 έως 86 έτη), το 89% ήταν λευκοί και το 54% ήταν άνδρες. Από τους 81 ασθενείς, 74 (91,4%) είχαν βαθμολογία απόδοσης κατά ECOG 0 ή 1 και 7 (8,6%) είχαν βαθμολογία κατά ECOG 2. Ο διάμεσος αριθμός προηγούμενων θεραπειών ήταν δύο (εύρος: 1 έως 4), με 40 ασθενείς (49,4%) να έχουν λάβει μία προηγούμενη θεραπεία και 35 ασθενείς (43,2%) να έχουν λάβει 2 προηγούμενες γραμμές θεραπείας. Πέντε ασθενείς (6,2%) είχαν λάβει 3 προηγούμενες γραμμές θεραπείας και 1 (1,24%) είχε λάβει 4 προηγούμενες γραμμές θεραπείας. Όλοι οι ασθενείς είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία που περιείχε CD20. Οκτώ ασθενείς είχαν διαγνωσθεί με DLBCL που είχε μετασχηματιστεί από λέμφωμα χαμηλού βαθμού. Δεκαπέντε ασθενείς (18,5%) είχαν πρωτοπαθή ανθεκτική νόσο, 36 (44,4%) ήταν ανθεκτικοί στην τελευταία προηγούμενη θεραπεία τους και 34 (42,0%) ήταν ανθεκτικοί στη ριτουξιμάμπη. Εννέα ασθενείς (11,1%) είχαν λάβει προηγούμενη ΑΜΑΑΚ. Οι κύριοι λόγοι για τους οποίους οι ασθενείς δεν ήταν υποψήφιοι για ΑΜΑΑΚ ήταν η ηλικία (45,7%), η ανθεκτικότητα στη χημειοθεραπεία διάσωσης (23,5%), οι συννοσηρότητες (13,6%) και η άρνηση για υψηλή δόση χημειοθεραπείας/ΑΜΑΑΚ (16,0%). Ένας ασθενής έλαβε tafasitamab αλλά όχι λεναλιδομίδη. Οι υπόλοιποι 80 ασθενείς έλαβαν τουλάχιστον μία δόση tafasitamab και λεναλιδομίδης. Όλοι οι ασθενείς που είναι ενταγμένοι στη μελέτη L-MIND είχαν διαγνωστεί με DLBCL με βάση τις παθολογικές εξετάσεις τους σε τοπικό εργαστήριο. Ωστόσο, σύμφωνα με την αξιολόγηση των παθολογικών εξετάσεών τους από κεντρικό εργαστήριο, 10 ασθενείς δεν ήταν δυνατό να ταξινομηθούν ως έχοντες DLBCL. Η διάμεση διάρκεια της έκθεσης στη θεραπεία ήταν 9,2 μήνες (εύρος: 0,23, 54,67 μήνες). Τριάντα δύο (39,5%) ασθενείς ολοκλήρωσαν 12 κύκλους tafasitamab. Τριάντα (37,0%) ασθενείς ολοκλήρωσαν 12 κύκλους λεναλιδομίδης. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν το βέλτιστο ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR), που ορίζεται ως το ποσοστό των ατόμων με πλήρη και μερική ανταπόκριση, όπως εκτιμάται από ανεξάρτητη επιτροπή αξιολόγησης (ΑΕΑ). Άλλα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας περιλάμβαναν τη διάρκεια ανταπόκρισης (DoR), την επιβίωση χωρίς εξέλιξη (PFS) και τη συνολική επιβίωση (OS). Τα κύρια αποτελέσματα αποτελεσματικότητας συνοψίζονται στον πίνακα 3.
Πίνακας 3: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό διάχυτο λέμφωμα από μεγάλα Β-κύτταρα στη μελέτη MOR208C203 (L-MIND)
| Παράμετρος αποτελεσματικότητας | Tafasitamab + λεναλιδομίδη (N = 81 [ITT]*) 30-NOE-2019 cut-off (Ανάλυση 24 μηνών) | Tafasitamab + λεναλιδομίδη (N = 81 [ITT]*) 30-ΟΚΤ-2020 cut-off (Ανάλυση 35 μηνών) |
|---|---|---|
| Πρωτεύον καταληκτικό σημείο | ||
| Βέλτιστο ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (σύμφωνα με την ΑΕΑ) | ||
| Ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης, n (%) (95% ΔΕ) | 46 (56,8) [45,3; 67.8] | 46 (56,8) [45,3; 67.8] |
| Ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης, n (%) (95% ΔΕ) | 32 (39,5) [28,8; 51,0] | 32 (39,5) [28,8; 51,0] |
| Ποσοστό μερικής ανταπόκρισης, n (%) (95% ΔΕ) | 14 (17,3) [9,8; 27,3] | 14 (17,3) [9,8; 27,3] |
| Δευτερεύοντα τελικά σημεία | ||
| Συνολική διάρκεια ανταπόκρισης (πλήρης + μερική ανταπόκριση)α | ||
| Διάμεση, μήνες | 34,6 [26,1; ME] | 43,9 [26,1; ΜΕ] |
ITT = πρόθεση για θεραπεία, ΜΕ: μη επίτευξη *Ένας ασθενής έλαβε μόνο tafasitamab ΔΕ: ακριβές διωνυμικό διάστημα εμπιστοσύνης με χρήση της μεθόδου Clopper Pearson α Εκτιμήσεις Kaplan Meier
Η συνολική επιβίωση (OS) ήταν δευτερεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης. Μετά από διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 42,7 μηνών (95% ΔΕ: 38,0, 47,2), η διάμεση OS ήταν 31,6 μήνες (95% ΔΕ: 18,3, μη επίτευξη). Μεταξύ των οκτώ ασθενών που είχαν DLBCL το οποίο είχε μετασχηματιστεί από προηγούμενο λέμφωμα βραδείας εξέλιξης, επτά ασθενείς είχαν αντικειμενική ανταπόκριση (τρεις ασθενείς με CR, τέσσερις ασθενείς με PR) και ένας ασθενής είχε σταθερή νόσο ως βέλτιστη ανταπόκριση στη θεραπεία με tafasitamab + λεναλιδομίδη.
Ηλικιωμένοι Στην ομάδα ITT, 36 από τους 81 ασθενείς ήταν ≤ 70 ετών και 45 από τους 81 ασθενείς ήταν > 70 ετών. Δεν παρατηρήθηκαν συνολικές διαφορές στην αποτελεσματικότητα σε ασθενείς ≤ 70 ετών έναντι ασθενών > 70 ετών.
Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το MINJUVI σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για το διάχυτο λέμφωμα από μεγάλα B-κύτταρα (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση). Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί με τη διαδικασία που αποκαλείται «έγκριση υπό όρους». Αυτό σημαίνει ότι αναμένονται περισσότερες αποδείξεις σχετικά με το φαρμακευτικό προϊόν. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων θα αξιολογεί τουλάχιστον ετησίως τις νέες πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν και η παρούσα Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος θα επικαιροποιείται αναλόγως.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-MINJUVI
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η απορρόφηση, η κατανομή, ο βιομετασχηματισμός και η αποβολή τεκμηριώθηκαν με βάση μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού.
Απορρόφηση
Με βάση μια ανάλυση του tafasitamab σε συνδυασμό με λεναλιδομίδη, οι μέσες κατώτερες συγκεντρώσεις του tafasitamab στον ορό (± τυπική απόκλιση) ήταν 179 (± 53) μg/mL κατά τη διάρκεια εβδομαδιαίων (συν μία επιπλέον δόση την ημέρα 4 του κύκλου 1) ενδοφλέβιων χορηγήσεων 12 mg/kg. Κατά τη χορήγηση κάθε 14 ημέρες από τον κύκλο 4 και μετά, οι μέσες κατώτερες συγκεντρώσεις στον ορό ήταν 153 (± 68) μg/mL. Οι συνολικές μέγιστες συγκεντρώσεις του tafasitamab στον ορό ήταν 483 (± 109) μg/mL.
Κατανομή
Ο συνολικός όγκος κατανομής για το tafasitamab ήταν 9,3 L.
Βιομετασχηματισμός
Η ακριβής οδός μεταβολισμού του tafasitamab δεν έχει χαρακτηριστεί. Ως ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα IgG, το tafasitamab αναμένεται να αποδομηθεί σε μικρά πεπτίδια και αμινοξέα μέσω καταβολικών οδών κατά τον ίδιο τρόπο όπως οι ενδογενείς IgG.
Αποβολή
Η κάθαρση του tafasitamab ήταν 0,41 L/ημέρα και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν 16,9 ημέρες. Μετά από μακροχρόνιες παρατηρήσεις, διαπιστώθηκε ότι η κάθαρση του tafasitamab μειώνεται με την πάροδο του χρόνου σε 0,19 L/ημέρα μετά από δύο έτη.
Ειδικοί πληθυσμοί
Η ηλικία, το σωματικό βάρος, το φύλο, το μέγεθος του όγκου, ο τύπος της νόσου, ο αριθμός των Βκυττάρων ή ο απόλυτος αριθμός των λεμφοκυττάρων, τα αντισώματα κατά του φαρμάκου, τα επίπεδα της γαλακτικής αφυδρογονάσης και της λευκωματίνης ορού δεν είχαν καμία σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική του tafasitamab. Η επίδραση της φυλής και της εθνικότητας στη φαρμακοκινητική του tafasitamab δεν είναι γνωστή.
Νεφρική δυσλειτουργία Η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας δεν ελέγχθηκε επισήμως σε ειδικές κλινικές δοκιμές. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του tafasitamab για την ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία [κάθαρση κρεατινίνης (CrCL) ≥ 30 και < 90 mL/min, όπως εκτιμάται από την εξίσωση Cockcroft-Gault]. Η επίδραση της σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας έως νεφρικής νόσου τελικού σταδίου (CrCL < 30 mL/min) δεν είναι γνωστή.
Ηπατική δυσλειτουργία Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας δεν ελέγχθηκε επισήμως σε ειδικές κλινικές δοκιμές. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του tafasitamab για την ήπια ηπατική δυσλειτουργία [ολική χολερυθρίνη ≤ ανώτατο φυσιολογικό όριο (ULN) και ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) > ULN ή ολική χολερυθρίνη 1 έως 1,5 φορές το ULN και οποιαδήποτε AST]. Η επίδραση της μέτριας έως σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας (ολική χολερυθρίνη > 1,5 φορές το ULN και οποιαδήποτε AST) δεν είναι γνωστή.