Περιγραφή
Oι υποθαλαμικές ορμόνες που ρυθμίζουν τη λειτουργία της υπόφυσης (υποφυσιοτρόπες) είναι συνήθως μικρά πεπτίδια που η έκκρισή τους ρυθμίζεται από νευροδιαβιβαστικές ουσίες νευρώνων που βρίσκονται σε υψηλότερα επίπεδα, καθώς και από τις ορμόνες που παράγουν οι αδένες-στόχοι με τον μηχανισμό της παλίνδρομης αλληλορύθμισης (feedback regulation).
Πολλές από τις ορμόνες αυτές έχουν παρασκευασθεί και συνθετικώς και έχουν τύχει ευρείας εφαρμογής για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς σκοπούς.
H γοναδορελίνη όταν ενίεται ενδοφλεβίως προκαλεί αύξηση των ορμονών LH και FSH, η προτιρελίνη της TSH, η κορτικορελίνη της ACTH και η σερμορελίνη της αυξητικής ορμόνης. H σωματοστατίνη είναι ανασταλτικός παράγοντας της αυξητικής ορμόνης και της TSH. Eπίσης αναστέλλει τις εκκρίσεις του πεπτικού σωλήνα.
Ενδείξεις
Aιμορραγίες του ανώτερου πεπτικού ως έσχατο θεραπευτικό μέσο.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Aίσθημα θερμότητας στην περιοχή της ένεσης, ναυτία, κοιλιακά άλγη και διάρροια μπορούν να εμφανισθούν σε ταχεία ένεση (< 1 λεπτό). Στην αρχή της έγχυσης μπορεί να εμφανισθεί υπογλυκαιμία και αργότερα, μετά πάροδο 2-3 ωρών, υπεργλυκαιμία από αναστολή έκκρισης ινσουλίνης.
Αλληλεπιδράσεις
Nα αποφεύγεται η ανάμειξη του φαρμάκου με διαλύματα γλυκόζης ή φρουκτόζης. H σωματοστατίνη παρατείνει την υπνωτική δράση της εξοβαρβιτάλης.
Προσοχή στη χορήγηση
Nα αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας, γιατί δεν είναι τεκμηριωμένη η ασφαλής χορήγηση. Kατά τη διάρκεια έγχυσής της επιβάλλεται στενή παρακολούθηση του ασθενή, προσδιορισμός του σακχάρου του αίματος και των ηλεκτρολυτών ανά 3ωρο και αποφυγή χορήγησης σακχαρούχων ορών. Σε περίπτωση που δεν εμφανισθεί θεραπευτικό αποτέλεσμα εντός 48 ωρών να διακόπτεται η χορήγησή της. H ασφάλεια του φαρμάκου σε επαναχορήγηση δεν είναι βέβαιη, καθόσον υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
Δοσολογία
Ως δόση εφόδου χορηγούνται εφάπαξ ενδοφλεβίως και σε χρόνο ενός λεπτού 3.5 μg/kg διαλελυμένων σε ισότονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου. Σε συνέχεια χορηγούνται στάγδην ενδοφλεβίως 3.5 μg/kg/ώρα. Mέγιστη διάρκεια χορήγησης 72 ώρες.
Φαρμακευτικά προϊόντα
ECLIVAN/Proel: pd.sol.inf 3mg/amp x 1+1amp x 1ml-solv SOMASTIN/Φαραν: ly.pd.inj 3mg/vial x 1 + 1amp x 2ml-solv, x 1+1bag x 250ml-solv Somatostatin Acetate SOMABION/Medicus: pd.sol.inf 3mg/amp x 1 STILAMIN/Vianex: ps.sol.inf 0.25mg/amp x 5+5amp x 1ml-solv- ly.pd.inj 3mg/amp x 1 Somatostatin Acetate Hydrate SADOLIN/Elpen: ps.sol.inf 3mg/amp x 1 + 1amp x 1ml-solv SOMARITIN/Ανφαρμ: ps.sol.inf 3mg/1ml-amp x 1+1amp x 1ml-solv SOMATOSTATIN/UCB/Ucb: ly.pd.inj 0.25mg/ vial x 1+1amp x 1ml-solv, 3mg/vial x 1 vial+1amp x 1ml-solv 6.7.1.1 Aνάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου Tα ανάλογα της γοναδορελίνης είναι ουσίες που προσομοιάζουν χημικά με τις γοναδοτροπίνες. Όταν χορηγούνται, διεγείρουν προσωρινά την έκκριση οιστρογόνων και ανδρογόνων, από τις ωοθήκες και τους όρχεις αντίστοιχα, προάγοντας την απελευθέρωση από την υπόφυση των γοναδοτροπινών LH και FSH. Mετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση η ανταπόκριση αυτή στη διέγερση μειώνεται σταδιακά. Σε διάστημα 3-4 εβδομάδων έχει επιτευχθεί η φαρμακευτική καταστολή της έκκρισης LH και FSH. Tο αποτέλεσμα είναι η καταστολή της παραγωγής στεροειδών ορμονών από τις γονάδες και η αναστολή λειτουργιών, οι οποίες εξαρτώνται από τα στεροειδή των γονάδων για τη διατήρησή τους. H φυσιολογική λειτουργία συνήθως αποκαθίσταται εντός 4-8 εβδομάδων από τη διακοπή της θεραπείας. Για τους παραπάνω λόγους τα ανάλογα αυτά (βουσερελίνη, ναφαρελίνη, γοσερελίνη, λευπρορελίνη και τριπτορελίνη) χρησιμοποιούνται σε γυναικολογικές παθήσεις (ενδομητρίωση, ινομυώματα, στείρωση) και σε μερικούς ορμονοεξαρτώμενους όγκους (λ.χ. του προστάτη βλ. 8.7.4). λαν Tα ανάλογα της σωματοστατίνης (λ ρεοτίδη και οκτρεοτίδη με μακρότερο χρόνο δράσης) αναστέλλουν τις εκκρίσεις του πεπτικού σωλήνα. H οκτρεοτίδη αναστέλλει και τις εκκρίσεις των πεπτιδίων του γαστρεντεροπαγκρεατικού συστήματος και της αυξητικής ορμόνης (βλ. και κεφ. 8.7.4). Γενικώς η διάρκεια θεραπείας δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 6 μήνες, διότι δεν υπάρχουν δεδομένα για την ασφάλεια της χορήγησης μετά την περίοδο αυτή. Εκτός από τα ανάλογα που διεγείρουν την έκκριση των ορμονών LH και FSH υπάρχουν και ανταγωνιστικές ουσίες της έκκρισης των γοναδοτροπινών. Τέτοιες ουσίες είναι η δαναζόλη, ουσία που συνδυάζει ανδρογονική, αντιοιστρογονική και αντιπρογεσταγονική δράση, παράγωγο της αιθιστερόνης, το οποίο αναστέλλει την έκκριση των γοναδοτροπινών από την υπόφυση, μειώνοντας έτσι την παραγωγή οιστρογόνων (με τη διακοπή του φαρμάκου ο κύκλος επανέρχεται μετά από 2-3 μήνες) και χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις ενδομητρίωσης, ινοκυστικής μαστοπάθειας κά. και οι ουσίες γκανιρελίξη και σετρορελίξη, ανταγωνιστές της LHRH (ορμόνης απελευθέρωσης της ωχρινοτρόπου ορμόνης ), οι οποίοι αναστέλλουν την απελευθέρωση των γοναδοτροπινών LH και FSH από την υπόφυση. Οι δύο τελευταίες χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.